Εκτύπωση

Ἡ μνήμη τιμάται την 12ην Μαρτίου και του μετατίθεται ἐδῶ, διότι τὴν 12η Μαρτίου συμπίπτει μὲ τὶς ἡμέρες της Ἁγίας καὶ Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς.

Ὁ Ἅγιος Συμεὼν ὁ Νέος Θεολόγος, γεννήθηκε τὸ ἔτος 949 μ.Χ. στὴ Γαλάτη τῆς Παφλαγονίας ἀπὸ γονεῖς εὐσεβεῖς καὶ εὔπορους, τὸν Βασίλειο καὶ τὴν Θεοφανώ. Ὁ θεῖος του Βασίλειος, ὁ ὁποῖος κατεῖχε ὑψηλὴ θέση στὸν αὐτοκρατορικὸ οἶκο τῆς Κωνσταντινουπόλεως, προσέλαβε νωρὶς τὸν ἀνεψιό του κοντά του, ὅπου, ὅπως ἦταν φυσικό, ἔτυχε καλῆς παιδείας. Ὅμως ὁ Ὅσιος δὲν ἔδινε προσοχὴ καὶ δὲν ἔδειχνε ἐνδιαφέρον γιὰ μάθηση.

Κατὰ τὴν ἐποχὴ αὐτὴ ὁ Συμεὼν γνωρίστηκε μὲ ἕναν μοναχὸ τῆς περιωνύμου μονῆς Στουδίου, ὁ ὁποῖος ὀνομαζόταν, ἐπίσης, Συμεών. Ὁ μοναχὸς αὐτὸς ἔγινε ἀπὸ τὴν ἀρχὴ ὁ πνευματικός του πατέρας. Ὅταν κατὰ τὸ ἔτος 963 μ.Χ. πέθανε ὁ θεῖος του, ὁ Συμεὼν προσῆλθε στὴ μονὴ τοῦ Στουδίου, ὅπου ζητοῦσε «τὸν ἐκ νεότητος αὐτοῦ χρηματίσαντα πατέρα πνευματικὸν καὶ διδάσκαλον». Ὁ ἴδιος ὁ Ὅσιος Συμεὼν παρομοιάζει τὸν θεῖο του μὲ τὸν Φαραώ, τὴ διαμονή του στὸν αὐτοκρατορικὸ οἶκο μὲ τὴν αἰχμαλωσία τῶν Ἰσραηλιτῶν στὴν Αἴγυπτο καὶ τὸν πνευματικό του πατέρα μὲ τὸν Μωϋσῆ.

Κάποτε ὁ Γέροντάς του, τοῦ ἔδωσε ἕνα βιβλίο μὲ τὰ συγγράμματα τῶν Ἁγίων Μάρκου τοῦ Ἐρημίτου καὶ Διαδόχου Φωτικῆς. Ζωηρὴ ἐντύπωση τοῦ προξένησε τὸ ἀκόλουθο ἀπόφθεγμα ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Ἁγίου Μάρκου τοῦ Ἀσκητοῦ, ποὺ εἶχε τὸν τίτλο «Περὶ Νόμου Πνευματικοῦ»:

«Ἐὰν ζητᾶς ὠφέλεια, ἐπιμελήσου τὴ συνείδησή σου,

κάνε ὅσα σοῦ λέει καὶ θὰ εὕρεις τὴν ὠφέλεια».

Ὁ Ὅσιος Συμεὼν ἦταν σὰν νὰ ἄκουσε τὸ λόγο αὐτὸ ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ Θεοῦ καὶ ἄρχισε ἀμέσως νὰ κάνει ὅτι τὸν πρόσταζε ἡ συνείδησή του. Καὶ αὐτή, ποὺ εἶναι κάτι θεϊκό, τὸν παρακινοῦσε συνεχῶς στὰ ἀνώτερα, ἔτσι ὥστε αὔξησε τὴν προσευχὴ καὶ τὴν μελέτη του μέχρι τὴν ὥρα ποὺ ἄρχιζε νὰ λαλεῖ ὁ πετεινός, δηλαδὴ μέχρι τὰ χαράματα. Σὲ αὐτὸ τὸν βοηθοῦσε καὶ ἡ συνεχὴς νηστεία. Ἔτσι, ἀκόμα καὶ πρὶν φύγει ἀπὸ τὸν κόσμο, ζοῦσε σχεδὸν ἀσώματο βίο. Δὲν τοῦ χρειάστηκε λοιπὸν πολὺς καιρός, γιὰ νὰ ἐκδημήσει ἐντελῶς ἀπὸ τὰ ὁρώμενα καὶ νὰ εἰσδύσει στὰ ἀόρατα θεία θεάματα.

Κάποια νύχτα, λοιπόν, ποὺ προσευχόταν καὶ μὲ καθαρὸ νοῦ ἐπικοινωνοῦσε μὲ τὸν Θεό, εἶδε ξαφνικὰ νὰ λάμπει ἄπλετο φῶς ἀπὸ τοὺς οὐρανοὺς καὶ νὰ κατεβαίνει πρὸς αὐτόν. Φώτισε τὰ πάντα καὶ τὰ μετέβαλε σὲ μία ὁλοκάθαρη ἡμέρα. Καθὼς ἦταν καὶ ὁ ἴδιος τυλιγμένος  ἀπὸ αὐτὸ τὸ φῶς, τοῦ φαινόταν σὰν νὰ ἐξαφανίσθηκε ὁλόκληρη ἡ οἰκία μαζὶ μὲ τὸ δωμάτιό του, ἐνῷ ὁ ἴδιος εἶχε ἁρπαγεῖ στὸν ἀέρα, νιώθοντας σὰν νὰ μὴν εἶχε καθόλου σῶμα. Κατάπληκτος ἀπὸ τὸ μέγα τοῦτο μυστήριο κραύγαζε μὲ μεγάλη φωνὴ τὸ «Κύριε, ἐλέησον». Καθὼς βρισκόταν μέσα σὲ αὐτὸ τὸ θεῖο φῶς, βλέπει στὰ ὕψη τοῦ οὐρανοῦ μία ὁλόφωτη νεφέλη, ἄμορφη καὶ ἀσχημάτιστη, γεμάτη ἀπὸ τὴν ἄρρητη δόξα τοῦ Θεοῦ. Στὰ δεξιά της ἔστεκε ὁ πνευματικός του πατέρας Συμεὼν ὁ Εὐλαβής. Ἔμεινε σὲ αὐτὴ τὴν ἐκστατικὴ κατάσταση γιὰ πολύ, χωρὶς νὰ αἰσθάνεται, καθὼς βεβαίωνε ἀργότερα, ἐὰν ἦταν μέσα στὸ σῶμα ἢ ἐκτὸς τοῦ σώματος. Ὅταν κάποτε ἐκεῖνο τὸ φῶς σιγὰ – σιγὰ ὑποχώρησε, ἦλθε στὸν ἑαυτό του καὶ κατάλαβε πὼς βρίσκεται μέσα στὸ δωμάτιο.

Μετὰ ἀπὸ αὐτὴ τὴ θεωρία, ὁ Ὅσιος Συμεὼν ἱκέτευε συνεχῶς τὸ Γέροντά του νὰ τὸν κείρει μοναχό.

Ἀλλὰ ὁ πνευματικός του πατέρας τὸν ἀναχαίτισε, ἐπειδὴ ἦταν νέος στὴν ἡλικία καὶ ἔτσι ὁ Ὅσιος ἐπέστρεψε στὴν οἰκία τοῦ θείου του, ὅπου ἄρχισε μὲ ἐπιμέλεια νὰ μελετᾶ.  Βαθιὰ ἐντύπωση ἀπεκόμισε ἀπὸ τὰ ἔργα τῶν Ἁγίων Μάρκου τοῦ Ἀσκητοῦ καὶ Διαδόχου Φωτικῆς, τὰ ὁποία ἔλαβε ἀπὸ τὰ χέρια τοῦ πνευματικοῦ του.

Κατὰ τὸ ἔτος 970 μ.Χ. ὁ Συμεὼν ἐπισκέφθηκε τοὺς γονεῖς του καὶ τοὺς ἀνακοίνωσε τὴν κλίση του γιὰ τὸν μοναχικὸ βίο. Μάταια ἐκεῖνοι προσπάθησαν νὰ μεταβάλλουν τὴν ἀπόφαση τοῦ μονάκριβου υἱοῦ τους. Ἡ ἀπόφαση τοῦ Συμεὼν ἦταν σταθερή. Ἀρνήθηκε ἐγγράφως τὴν πατρικὴ περιουσία ποὺ τοῦ ἀνῆκε καὶ κατέφυγε στὴ μονὴ τοῦ Στουδίου. Λίγο ἀργότερα μεταβαίνει στὴ μονὴ τοῦ Ἁγίου Μάμαντος τοῦ Ξηροκέρκου, ὑπὸ τὸν ἡγούμενο Ἀντώνιο, ποὺ βρισκόταν κοντὰ στὴ μονὴ τοῦ Στουδίου. Μετὰ ἀπὸ μία διετία ἐκάρη ἐδῶ μοναχός, γιὰ νὰ φωτίζει ὅλους τοὺς πιστοὺς μὲ τὸ φῶς τῆς γνώσεως, ποὺ φώτιζε τὸν ἑαυτό του. Ὅταν μετὰ ἀπὸ λίγο πέθανε ὁ ἡγούμενος τῆς μονῆς, ὁ Ὅσιος Συμεὼν χειροτονήθηκε πρεσβύτερος καὶ μὲ τὴν εὐλογία τοῦ Πατριάρχη Νικολάου τοῦ Χρυσοβέργη (984 – 995 μ.Χ.) καὶ τὴν ἔγκριση τῶν μοναχῶν τοῦ Ἁγίου Μάμαντος, ἔγινε ἡγούμενος τῆς μονῆς.

Ὡς ἡγούμενος ὁ Ὅσιος ἔπρεπε νὰ ἀντιμετωπίσει πολλὲς δυσάρεστες καταστάσεις. Ὄχι μόνο τὴν κατεστραμμένη μονή, ἀλλὰ πρὸ πάντων τὸ ἀνθρώπινο στοιχεῖο. Ἡ μονὴ παρομοιαζόταν μὲ κατάλυμα κοσμικῶν καὶ νεκρῶν σωμάτων. Καὶ ἡ μὲν μονὴ ὡς οἰκοδόμημα κατελαμπρύνθηκε, ἡ πνευματικὴ ὅμως συγκρότηση τῶν μοναχῶν ἀπαιτοῦσε πολλὲς ἀνυπέρβλητες προσπάθειες. Ἡ διδασκαλία του συνάντησε τὴν μεγάλη ἀδιαφορία ὁρισμένης ὁμάδας μοναχῶν, οἱ ὁποῖοι ἔφθασαν στὸ σημεῖο, κατὰ τὴν διάρκεια μία πρωϊνῆς κατηχήσεως, νὰ ἐπιτεθοῦν κατὰ τοῦ Γέροντός τους. Κατὰ τὴν ὥρα τῆς ἐπιθέσεως ὁ Ὅσιος, «τὰς χεῖρας δεσμεύσας πρὸς ἑαυτὸν καὶ εἰς οὐρανὸν ἄρας αὐτοῦ τὴν διάνοιαν, ἐπὶ χώρας ἄσειστος ἔστη, ὑπομειδιῶν καὶ φαιδρὸν ἀτενίζων πρὸς τοὺς ἀλάστορας».

Αὐτὸ ἦταν ἀρκετὸ νὰ ἀφοπλίσει τελείως τοὺς τριάντα ἐκείνους μοναχούς, οἱ ὁποῖοι ἐπέδειξαν αὐτὴ τὴν συμπεριφορά. Ὁ Πατριάρχης Σισίννιος ὁ Β’ (996 – 998 μ.Χ.) πρὸς τὸν ὁποῖον κατέφυγαν ἀμέσως, γιὰ νὰ δικαιωθοῦν προφανῶς ἀπὸ αὐτόν, ἐξεπλάγη ἀπὸ τὴν μανία καὶ τὸν φθόνο τῶν ἀσύνετων μοναχῶν καὶ διέταξε νὰ ἐξορισθοῦν. Ὅμως ὁ Ὅσιος Συμεὼν παρακάλεσε θερμῶς τὸν Πατριάρχη νὰ τοὺς συγχωρέσει.

Ὁ Ὅσιος, παρὰ τὰ πολλὰ καθήκοντά του στὴ μονή, εὕρισκε καιρὸ νὰ γράφει «τῶν θείων ὕμνων τοὺς ἔρωτες», τοὺς «λόγους τῶν ἐξηγήσεων», τοὺς «κατηχητικοὺς λόγους», τὰ «Πρακτικά, Γνωστικὰ καὶ Θεολογικὰ Κεφάλαια».

Δυσάρεστα ζητήματα ἐναντίων τοῦ Ὁσίου δημιούργησε ὁ σύγκελλος τοῦ Πατριάρχη, Μητροπολίτης Νικομήδειας Στέφανος. Ἀφορμὴ γι’ αὐτὸ ἦταν ἡ ἀγαθὴ φήμη τοῦ Ὁσίου. Ἐπειδὴ ὁ σύγκελλος δὲν μποροῦσε νὰ βρεῖ στὸν βίο τοῦ Ὁσίου κάποια κατηγορία, στράφηκε πρὸς τὸ πρόσωπο τοῦ κοιμηθέντος  ἤδη Γέροντός του. Ἡ κατηγορία τοῦ σύγκελλου ἦταν ὅτι ὁ Ὅσιος ὑμνοῦσε τὸν πνευματικό του πατέρα ὡς Ἅγιο. Τελικὰ ἔπεισε τὴν Σύνοδο νὰ διερευνήσει τὸ ζήτημα. Καὶ μετὰ τὴν διαδικασία αὐτή, ὅλοι ἀναγνώρισαν, ἐκτὸς τοῦ σύγκελλου, τὸ δίκαιο τοῦ Συμεών. Τότε ὁ σύγκελλος συνεργάστηκε μὲ μοναχοὺς ποὺ ἐχθρεύονταν τὸν Ὅσιο καὶ ἔκλεψε ἀπὸ τὴ μονὴ τὴν εἰκόνα ἐπὶ τῆς ὁποίας εἶχε ἁγιογραφηθεῖ ὁ πνευματικὸς πατέρας τοῦ Ὁσίου μαζὶ μὲ τὸν Χριστὸ καὶ ἄλλους Ἁγίους. Ὁ Ὅσιος διατάχθηκε νὰ προσέλθει στὴ Σύνοδο, γιὰ νὰ ἀπολογηθεῖ. Καὶ πάλι βρέθηκε ἀθῶος.

Ὁ Ὅσιος παρέμεινε ἐπὶ εἴκοσι πέντε χρόνια ὡς ἡγούμενος καὶ τὸ ἔτος 1005 ἀποσύρθηκε σὲ ἡσυχαστήριο στὸ ἀντίπερα ἐρημόκαστρο τῆς Χρυσουπόλεως, ποὺ ἐκαλεῖτο Παλουκητὸν καὶ ἡσύχαζε στὴ μονὴ τῆς Ἁγίας Μαρίνας. Στὴν ἡγουμενία τὸν διαδέχθηκε ὁ μαθητής του Ἀρσένιος. Κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 1022.

Ἡ Σύναξη αὐτοῦ ἐτελεῖτο στὴ μονὴ τοῦ Στουδίου, στὴ μονὴ τοῦ Ἁγίου Μάμαντος καὶ στὴ μονὴ τῆς Ἁγίας Μαρίνας.

Ὁ Ὅσιος Συμεὼν ἐδίδασκε ὅτι ἡ πρὸς Θεὸν εἰλικρινὴς ἀγάπη καὶ ἡ μετάνοια ἦσαν ἀσφαλεῖς ὁδοὶ πρὸς τὴ θέωση. Ἡ τριαδολογικὴ βάση τῆς θεώσεως τοῦ ἀνθρώπου ἀπολήγει ἱστορικὰ στὰ χριστολογικὰ πλαίσια τῆς σωτηρίας καὶ τῆς λυτρώσεως, μὲ σαφεῖς ἐκκλησιολογικὲς ἀλλὰ καὶ ἐσχατολογικὲς προεκτάσεις πρὸς τὴν ὁλοκλήρωση καὶ πλήρωση τῆς τελειώσεώς του. Τὸ φῶς τῆς Ἁγίας Τριάδος ἀποκαθαίρει τὴν καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου,  διαστέλει «τὸν μέτοχον αὐτοῦ» ἀπὸ τὸν κόσμο τοῦ σκότους καὶ τῆς πτώσεως καὶ δημιουργεῖ τὶς προϋποθέσεις, ὥστε οἱ πιστοὶ ἀπὸ τώρα νὰ ἀρχίσουν νὰ γεύονται τὴ μέλλουσα δόξα τους. Γράφει χαρακτηριστικὰ ὁ Ὅσιος Συμεών: «Τὸ φῶς τῆς Ἁγίας Τριάδος φαῖνον ἐν καθαρᾷ καρδία παντὸς ἀφιστᾷ τοῦ κόσμου καὶ τὸν μέτοχον αὐτοῦ ἀπ’ ἐντεῦθεν ἤδη ἐμφορεῖσθαι περὶ τῆς μελλούσης δόξης». Ἐδὼ ἡ θέωση σχετίζεται ἄμεσα μὲ τὸ ἱστορικὸ καὶ ἐσχατολογικὸ ἔργο τῆς Θείας Οἰκονομίας, ἀφοῦ τελικὸς σκοπὸς εἶναι ἡ σωτηρία καὶ ἡ δοξοποίηση τοῦ ἀνθρώπου. Αὐτοῦ τοῦ σωτηριολογικοῦ ἔργου «ἀπαρχή»«μεσότης» καὶ «τελειότης» εἶναι ὁ Χριστός.

Ἡ τελείωση καὶ ἡ θέωση ὁλοκληρώνεται στὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Ἀναφέρει σχετικὰ ὁ Ὅσιος ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι ἡ Βασιλεία καὶ ἡ Ἐδέμ. «Σὺ βασιλεία οὐρανῶν, σὺ γῆ, Χριστέ, πραέων, σὺ χλόης παράδεισος, σὺ ὁ νυμφὼν ὁ θεῖος».
Γιὰ τὴ θεολογική του κατάρτιση καὶ δεινότητα, ὁ Ὅσιος Συμεὼν ὀνομάσθηκε Νέος Θεολόγος, «ὁ Θεολόγος τοῦ φωτός» ἢ «ὁ Ἅγιος τοῦ φωτός». Κατὰ τὶς πνευματικὲς ἀναβάσεις τοῦ Ἁγίου, ἐπιδιδόμενος στὴν ἡσυχία, ἐλευθερωνόταν ἀπὸ τὴν ὕλη, ἡ γλῶσσα του γινόταν γλῶσσα πυρός, συνέθετε καὶ θεολογοῦσε θείους ὕμνους, γινόταν ὁλόκληρος πῦρ, ὁλόκληρος φῶς καὶ θεωνόταν κατὰ χάριν. Ἄλλοτε, μαρτυρεῖται ὅτι βρισκόταν ἐπάνω στὴ γῆ καὶ ἔχοντας τὰ χέρια ὑψωμένα καὶ προσευχόμενος, ἦταν «ὅλος φωτὸς καὶ ὅλος λαμπρότητος».

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Θείαν ἔλλαμψιν, Συμεὼν Πάτερ, εἰσδεξάμενος, ἐν τῇ ψυχῇ σου, φωστὴρ ἐν κόσμῳ ἐδείχθης λαμπρότατος, διασκεδάζων αὐτοῦ τὴν σκοτόμαιναν, καὶ πάντας πείθων ζητεῖν, ἣν ἀπώλεσαν, χάριν Πνεύματος. Αὐτὸ ἐκτενῶς ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

 

Κοντάκιον. Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Τῷ φωτὶ λαμπόμενος, τῷ τρισηλίῳ θεόφρον, θεολόγος γέγονας, τῆς Ὑπερθέου Τριάδος· ἄνωθεν, σοφίαν λόγων καταπλουτήσας, ἔβλυσας, θεοσοφίας ἔνθεα ῥεῖθρα, ἐξ ὧν πίνοντες βοῶμεν· χαίροις τρισμάκαρ Συμεὼν Ὅσιε.

 

Μεγαλυνάριον.
Ἅπασαν τὴν αἴσθησιν ὑπερβάς, ἐκ τῶν ὑπὲρ φύσιν, θεαμάτων τὰς δωρεάς, θεολόγῳ γλώσσῃ, ὦ Συμεὼν πορθμεύεις, καλλιγραφῶν τὸν τρόπον, τὸν τῆς θεώσεως.

Οἱ Ἅγιοι Πρόβος, Τάραχος καὶ Ἀνδρόνικος οἱ Μάρτυρες 

Μαρτύρησαν στὸν διωγμὸ κατὰ τῆς Ἐκκλησίας, ἐπὶ Διοκλητιανοὺ (284 – 304) καὶ Φλαβιανοὺ ἡγεμόνα Κιλικίας.

Ὁ Πρόβος ἦταν ἀπὸ τὴν Παμφυλία, ὁ Ἀνδρόνικος ἀπὸ τὴν Ἔφεσο καὶ ὁ Τάραχος ἀπὸ τὴν Ἰλλυρία. Καὶ οἱ τρεῖς ἦταν στρατιῶτες, πραγματικὰ εὐσεβέστατοι καὶ ἄρτια καταρτισμένοι στὴν Ἁγία Γραφή.

Συνελήφθησαν ἀπὸ τὸν ἔπαρχο τῆς Ταρσοῦ Μαξέντιο, τὸν καιρὸ ποὺ βρίσκονταν στὴν ἔρημο. Ὅταν, λοιπόν, παρουσιάστηκαν μπροστά του, καὶ οἱ τρεῖς θαρραλέοι στρατιῶτες Χριστοῦ ἔδωσαν γενναῖες ἀπαντήσεις. Πρῶτος ὁ γέρων Τάραχος εἶπε: «Μὴ βλέπεις, βασιλιά, τὰ γηρατειά μου. Οἱ σωματικές μου δυνάμεις μπορεῖ νὰ ὑποχώρησαν, ἀλλὰ ἡ ἀκμὴ τῆς ψυχῆς παραμένει ἀκέραια. Γι’ αὐτό, ὅλα τὰ βάσανα καὶ μύριοι θάνατοι δὲ θὰ καταισχύνουν καὶ τὸν πιὸ μικρὸ στρατιώτη τοῦ Χριστοῦ». Ἔπειτα, μὲ τὴν σειρὰ τοῦ ὁ Πρόβος, εἶπε καὶ αὐτός: «Χριστιανὸς εἶμαι καὶ τίποτα δὲ μὲ τραβὰ τόσο, ὅσο νὰ πάθω γιὰ τὸ Χριστὸ μύρια βάσανα καὶ νὰ χύσω τὸ αἷμα μου γι’ Αὐτόν». Τέλος, γενναία ἦταν καὶ ἡ ἀπάντηση τοῦ Ἀνδρόνικου: ‘Μεταχειρισθεῖτε, εἶπε, ὅσα μαρτύρια θέλετε. Τὸ αἷμα μου ὅλο μπορεῖ νὰ φύγει, ἀλλὰ ἡ καρτερία ἀπ’ τὸν Ἀνδρόνικο δὲ θὰ λείψει, ἔστω καὶ ἂν κοβόταν μύρια τεμάχια».
Κεραυνοβολημένος ἀπὸ τὶς ἀπαντήσεις ὁ Μαξέντιος, διέταξε νὰ γδάρουν τὸ κεφάλι τοῦ Τάραχου καὶ νὰ βγάλουν τὰ μάτια τῶν ἄλλων δυό. Τέλος, μὴ ἀνεχόμενος τέτοια ταπείνωση, τοὺς ἀποκεφάλισε.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Τὴν ὡραιότητα.
Ἰσχὺν τὴν ἄμαχον, περιζωσάμενοι, κατεπαλαίσατε, ἐχθρῶν τὰς φάλαγγας, καὶ ἐδοξάσατε Χριστόν, ἀθλήσεως τοῖς ἀγῶσι, Πρόβε παναοίδιμε, ὁ προβὰς πρὸς τὰ κρείττονα, ἔνδοξε Ἀνδρόνικε, Ἐκκλησίας ἐκνίκημα, καὶ Τάραχε πιστῶν ἡ γαλήνη· ὁ τρισαυγὴς Μαρτύρων δῆμος.

 

Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Τῆς Τριάδος πρόμαχοι γεγενημένοι, οἱ γενναῖοι Μάρτυρες, Πρόβος καὶ Τάραχος ὁμοῦ, σὺν Ἀνδρονίκῳ ἠρίστευσαν, κατὰ τῆς πλάνης στησάμενοι τρόπαια.

 

Μεγαλυνάριον.
Τρίφωτος λυχνία μαρτυρική, Τάραχος καὶ Πρόβος, καὶ Ἀδρόνικος οἱ στερροί, ὤφθησαν ἐν κόσμῳ, Τριάδος ὑπερθέου, τὰς τηλαυγεῖς ἐλλάμψεις, ἀεὶ πυρσεύοντες.

Ὁ Ἅγιος Ἐπίκτητος ὁ Θαυματουργός 

Ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία ἀποτελεῖ, ὅπως ξέρουμε τὴν Βασιλεία τοῦ Χριστοῦ. Κι εἶναι ἡ βασιλεία αὐτὴ ἀκατάλυτος ἀπὸ τὸν χρόνο καὶ αἰώνιος.

Τούτη τὴν ἀλήθεια διακηρύττει καὶ ὁ ἐμπνευσμένος ὑμνογράφος σ’ ἕναν ὕμνο του: «Ἡ Βασιλεία σου, Χριστὲ ὁ Θεός, βασιλεία πάντων τῶν αἰώνων, καὶ ἡ Δεσποτεία σου, ἐν πάσῃ γενεὰ καὶ γενεά».

 

Πολλοὶ μέχρι σήμερον πολέμησαν τὴν Βασιλεία τοῦ Χριστοῦ, τὴν Ἐκκλησία. Ἀπὸ τότε ποὺ πρωτοεμφανίσθηκε πάνω στὴ γῆ, πολλοὶ τὴν καταδίωξαν καὶ τὴν πολέμησαν. Τί πέτυχαν; Μᾶς τὸ λέει ἡ ἱστορία μὲ τὸ στόμα τοῦ χρυσορρήμονος τῆς Ἀντιοχείας. «Οἱ πολεμήσαντες ἀπωλόντο». Αὐτοὶ δηλαδὴ ποῦ τὴν πολέμησαν χάθηκαν! Κι ἡ Ἐκκλησία; «Αὐτὴ ὑπὲρ τὸν Οὐρανὸν ἀναβέβηκε». Καὶ δὲν μποροῦσε νὰ γίνει διαφορετικά. Γιατί ἡ Ἐκκλησία εἶναι φυτεμένη στὴ γῆ ἀπὸ τὸν Οὐρανό.

Ἡ Ἐκκλησία εἶναι Αὐτὸς ὁ ἴδιος ὁ Χριστός.

Καὶ Αὐτὸς βεβαιώνει:

«Καὶ πύλαι Ἅδου οὗ κατισχύσουσιν Αὐτῆς».

 

Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, τὸ τρίτο πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος, συγκροτεῖ καὶ στερεώνει τὸν θεσμὸ τῆς Ἐκκλησίας. Αὐτὸ ἀνέδειξε διὰ μέσου τῶν αἰώνων τοὺς ἐμπνευσμένους ἐργάτες της. Τοὺς ζηλωτὲς καὶ ἀτρόμητους ἐργάτες, ποὺ γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, δὲν δίστασαν καὶ στὰ μαρτύρια νὰ βαδίσουν καὶ τὴν ζωή τους νὰ θυσιάσουν γιὰ χάρη Του.

Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ἀνέδειξε τοὺς ταπεινοὺς καὶ ἀγράμματους ψαράδες τῆς Γαλιλαίας, Ἀποστόλους καὶ κήρυκας τοῦ Εὐαγγελίου. Αὐτὸ καὶ τοὺς φωτισμένους Ἱεράρχες, τοὺς φλογεροὺς μάρτυρες, καὶ ἀκατάβλητους ἀσκητές.

 

Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα συντηρεῖ καὶ στὶς ἡμέρες μας καὶ ἐνισχύει τὶς χιλιάδες τῶν ἱεραποστόλων καὶ συγχρόνων μαρτύρων καὶ ὁσίων, ποὺ βρίσκονται στὰ διάφορα μέρη τοῦ αἱματόβρεκτου πλανήτη μας. Μπορεῖ ἐμεῖς νά μὴν τοὺς ξέρουμε. Νὰ μὴν τοὺς βλέπουμε. Νὰ μὴν τοὺς προσέχουμε, γιατί ἄλλα πράγματα μᾶς συγκινοῦν καὶ μᾶς ἑλκύουν. Πράγματα συνήθως εὐτελὴ καὶ ἁμαρτωλά.

 

Ὅμως αὐτοὶ ὑπάρχουν. Καὶ εἶναι πολλοί. Στρατιὲς ὁλόκληρες ἀπαρτίζουν τὴν στρατευόμενη καὶ θριαμβεύουσα Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ. Ἕνας ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς ὁσίους τοὺς μεγάλους καὶ θαυμαστούς, ποὺ σὰν ἄστρο φωτεινὸ στολίζει περίλαμπρα τὸ νοητὸ στερέωμα τῆς Κυπριακῆς Ἐκκλησίας, εἶναι καὶ ὁ Ἅγιος Ἐπίκτητος ὁ Θαυματουργός. Ἀλαμανὸς ἦταν καὶ αὐτός. Ἕνας ἀπὸ τοὺς τριακόσιους Ἀλαμανοὺς ἁγίους, ποὺ ἦρθαν καὶ ἔζησαν στὸ νησί μας τὸν 12ο αἰώνα. Μᾶς ἦρθαν ἀπὸ τὴν Γερμανία. Ἤσαν Ἕλληνες ἐργάτες ποὺ ἐργάζονταν ἐκεῖ. Ἔλαβαν ὅλοι μέρος στὴν Β’ Σταυροφορία 1147 – 1149 ποὺ δημιουργήθηκε μὲ σκοπὸ νὰ ἐλευθερώσει τοὺς Ἁγίους Τόπους ἀπὸ τὰ χέρια τῶν μωαμεθανῶν. Μετὰ τὴν διάλυση τῆς στρατιᾶς αὐτῆς, προτοῦ ἀκόμη φθάσει στὴν Παλαιστίνη, οἱ Ἕλληνες στρατιῶτες συνῆλθαν ὅλοι καὶ ἀποφάσισαν νὰ προχωρήσουν καὶ νὰ πᾶνε στὰ Ἱεροσόλυμα νὰ προσκυνήσουν. Τὰ Ἱεροσόλυμα τὰ κρατοῦσαν ἀκόμη τότε οἱ Εὐρωπαῖοι. Ἀφοῦ πραγματοποίησαν τὸν ἱερὸ ἐκεῖνο πόθο τους, συνῆλθαν καὶ πάλι καὶ ἀποφάσισαν νὰ διασκορπισθοῦν καὶ νὰ ἀσκητεύσουν ἐκεῖ στὰ ἔρημα τοῦ Ἰορδάνου. Οἱ Σαρακηνοὶ ὅμως καὶ οἱ Λατίνοι τοὺς καταδίωκαν. Γι’ αὐτὸ μιὰ μέρα μαζεύτηκαν καὶ πῆραν τὴν ἀπόφαση νὰ φύγουν. Κατέβηκαν στὴν παραλία, μπῆκαν σ’ ἕνα καράβι καὶ ἦλθαν στὴν Κύπρο. Τὸ καράβι ποὺ τοὺς ἔφερνε, προτοῦ φτάσει σὲ λιμάνι, τσακίστηκε πάνω στοὺς βράχους ἐξ αἰτίας μιᾶς δυνατῆς τρικυμίας. Εὐτυχῶς ὅμως τὸ πλήρωμα τοῦ καραβιοῦ σώθηκε ὅλο καὶ βγῆκε στὴν ἀκρογιαλιὰ τῆς Πάφου. Ἀπὸ ἐκεῖ διασκορπίσθηκαν σὲ ὁλόκληρο τὸ νησὶ καὶ ἀσκήτεψαν ἄλλοι «ἐν ὄρεσι» καὶ ἄλλοι «ἐν σπηλαίοις καὶ ταὶς ὀπαὶς τῆς γῆς».

 

Ὁ Λεόντιος Μαχαιρᾶς, ὁ χρονογράφος τῆς Κύπρου, στὸ χρονικό του, νὰ πὼς περιγράφει τὸ σχετικὸ γεγονός. «Ὄνταν οἱ Σαρακηνοὶ ἐπῆραν τὴν γῆν τῆς ἐπαγγελίας, τότε ἐβγήκαν οἱ πτωχοὶ οἱ χριστιανοὶ ὅπου ἐγλυτώσαν καὶ ἐπῆγαν ὅπου ηὔραν καταφύγιν, ἤσαν ἀρχιεπίσκοποι, ἐπίσκοποι, ἱερεῖς καὶ λαϊκοὶ καὶ ἐπῆγαν ὅπου φτάσαν καὶ ἤρταν καὶ εἰς τὴν περίφημον Κύπρον μία συντροφιά, ὅπου ἤσαν (300) ὀνομάτοι, καὶ γροικώντα, ὅτι Ἕλληνες ἐφεντεύγαν τὸν τόπον, διὰ τὸν φόβον ἐπῆγαν εἰς τὸ ἕναν μέρος καὶ εἰς τὸ ἄλλον καὶ ἐσγάψαν τὴν γῆν καὶ ἐμπήκαν μέσα καὶ ἐπροσεύχουνταν τῷ θεῷ καὶ ἤσαν δυὸ τρεῖς ἀντάμα, καὶ εἶχαν τινὰ δουλευτὴν ἀποὺ τοὺς ἐδούλευγεν τὸ ἐχρειάζουνταν διὰ τὴν ζωήν τους. Καὶ ἐποθάναν εἰς τὸν αὐτὸ νησίν, καὶ πολλοὶ ἐξ αὐτῶν τοὺς ἐφανερώθησαν δι’ ἀγγέλου, ἄλλοι διὰ τὰ θαυμαστὰ θαύματα».

 

Ὁ Μαχαιρᾶς ἀναφέρει μάλιστα καὶ τὰ ὀνόματα 67 ἀπὸ τοὺς τριακόσιους αὐτοὺς ὁσίους. Γιὰ τὸν Ἅγιο Ἐπίκτητο μᾶς λέγει, πὼς ἀφοῦ προχώρησε ἀπὸ τόπο σὲ τόπο, ἦρθε στὰ βόρεια τῆς Κύπρου καὶ ἐγκαταστάθηκε στὴν περιοχὴ τοῦ Κάζα Πιφάνη, τὸ σημερινὸ Καζάφανι, ποὺ ἀπέχει κάπου τέσσερα μίλια ἀπὸ τὴν πόλη τῆς Κερύνειας. «Εἰς τὴν Περιστερώναν τῆς Μεσαορίας εὑρίσκεται ὁ ἅγιος Ἀναστάσιος ὁ θαυματουργός, εἰς τὴν Ὀρμετίαν (Ὀρμήδια) ὁ Ἅγιος Κωνσταντῖνος στρατιώτης... καὶ πρὸς τοῦ Κάζα Πιφάνη ὁ ἅγιος Ἐπίκτητος».

 

Στὴν ἀρχὴ ὁ Ἅγιος διέμενε σ’ ἕνα ἔρημο μέρος. Ἀργότερα προχώρησε, βρῆκε μία σπηλιὰ καὶ ἐκεῖ ἔστησε τὸ ἀσκητήριό του. Ὁ ἀγώνας του πολύπλευρος, ἐντατικός, ἀδιάλειπτος. Ὅπλα ἡ προσευχή, ἡ νηστεία, ἡ μελέτη, ἡ ἄσκηση. Πόθος ἕνας: Νὰ νικήσει τὶς ἀδυναμίες καὶ τὰ πάθη του. Νὰ νικήσει τὸν κατώτερο ἑαυτό του καὶ νὰ γίνει ἐκεῖνος ποὺ θέλει ὁ Κύριος. Νὰ γίνει ὁ ἐνάρετος, ὁ τέλειος, ὁ ἅγιος. «Ἔσεσθε οὒν ὑμεῖς τέλειοι ὥσπερ καὶ ὁ Πατὴρ ὑμῶν ὁ ἐν τοὶς Οὐρανοὶς τέλειός ἐστι». Αὐτὸ δὲν συνιστᾶ καὶ ὁ Ἀρχηγὸς τῆς πίστεώς μας, ὁ Ἰησοῦς Χριστός; Νὰ γίνει ὁ τέλειος στὴν ἀρετή. Καὶ τὸ ἐπιτυγχάνει. Μὲ τὴν αὐστηρὴ νηστεία ἐπιτυγχάνει νὰ καταστέλλει τὶς σαρκικὲς ὁρμὲς καὶ μὲ τὴν κατανυκτικὴ καὶ συνεχὴ προσευχὴ νὰ ὑψώνει τὸ πνεῦμα του σὲ ἄλλους κόσμους. Μὲ τὴν τακτικὴ μελέτη τοῦ ἱεροῦ Εὐαγγελίου καὶ τὴν προσεκτικὴ ἄσκηση κατορθώνει μέρα μὲ τὴ ἡμέρα νὰ ταπεινώνει καὶ νὰ ἐξουδετερώνει «τὸν παλαιὸν ἄνθρωπον σὺν τοὶς παθήμασι καὶ ταὶς ἐπιθυμίαις αὐτοῦ» (Γαλ. ε’ 24) καὶ στὴν θέση του νὰ βάνει τὸν νέο ἄνθρωπο. Νὰ ντύνεται, ὅπως λέγει ὁ ἀπόστολος, «τὸν νέον, τὸν ἀνακαινούμενον εἰς ἐπίγνωσιν κατ' εἰκόνα τοῦ κτίσαντος αὐτόν» (Κολασ. γ’ 10). Δηλαδὴ νὰ ντύνεται τὸ νέο, ὁ ὁποῖος συνεχῶς ξανακαινουργώνεται ὥστε νὰ προχωρεῖ σὲ βαθύτερη γνώση τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ γίνεται ὁλοένα καὶ τελειότερη εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος τὸν ἔκτισε.

 

Μὲ τοῦτο τὸν τρόπο ζωῆς τὸ ἀποτέλεσμα ὑπῆρξε ἄμεσο. Ἡ θεία χάρις «ἡ τὰ ἀσθενῆ θεραπεύουσα καὶ τὰ ἐλλείποντα ἀναπληροῦσα» πλούσια ἐπεσκίασε τὸν ὅσιο. Οἱ ἱερές του προσπάθειες καθαγιάζονται καθημερινὰ καὶ ἡ ζωή του γίνεται ὅλο καὶ πιὸ ἐνάρετη κι ἁγία. Ὁ νοῦς καὶ ἡ καρδιὰ φωτίζονται καὶ ὁ ζηλωτὴς ἀσκητὴς ἐπιτυγχάνει αὐτὸ ποὺ ποθεῖ καὶ ἀγωνίζεται. Ἐπιτυγχάνει νὰ ἀναδειχθεῖ κάποια μέρα «παρὰ τῷ Θεῷ ἐκλεκτός, ἔντιμος, ἅγιος».

 

Ὁποία στ’ ἀλήθεια τιμὴ καὶ χαρὰ γιὰ τὸν τακτικὸ ἐργάτη τῆς ἀρετῆς! Αὐτὸ τὸ ἀποτέλεσμα ὅμως ἐπιτυγχάνει καὶ ὁ καθένας πιστὸς ἀρκεῖ μὲ ζῆλο καὶ αὐταπάρνηση νὰ θέτει τὸν ἑαυτό του κάτω ἀπὸ τὸν χρηστὸ ζυγὸ τοῦ Κυρίου. Καὶ ν’ ἀγωνίζεται σκληρὰ μὲ ὑπομονὴ καὶ ἐπιμονὴ νὰ ζεῖ κάθε μέρα ζωντανὰ καὶ συνειδητὰ τὴν χριστιανικὴ ἀλήθεια καὶ ζωή. Ὁ χριστιανισμὸς δὲν εἶναι μόνο μιὰ ὡραῖα διδασκαλία. Ὁ χριστιανισμὸς εἶναι πρὸ πάντων βίωμα. Ὅπου καὶ ἂν βρίσκεται ὁ ἄνθρωπος, μπορεῖ σὰν θελήσει καὶ σὰν ἀγωνισθεῖ νὰ εὐαρεστήσει στὸν Κύριο. Ἡ Ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας μας τὸ βεβαιώνει καὶ ἡ καθημερινὴ πείρα τὸ μαρτυρεῖ.

 

Αὐτὸ ἔκαμε καὶ ὁ Ὅσιός μας. Κάθε μέρα ἀγωνιζόταν στὴ σπηλιά του νὰ ζεῖ τὴν χριστιανικὴ ζωή. Κι ὄχι μονάχα ὁ ἴδιος φρόντιζε νὰ εἶναι τύπος καὶ ὑπογραμμὸς ἀληθινοῦ πιστοῦ, ἀλλὰ καὶ τοῦτο συνεβούλευε σὲ ὅσους τὸν ἐπισκέπτονταν, γιὰ νὰ τὸν συμβουλευθοῦν. Γιατί καὶ τοῦτο ἐγένετο.

 

Ὅπως ἡ εὐωδία τῶν λουλουδιῶν τραβάει σ’ αὐτὰ τὶς εὐγενικὲς μέλισσες, ἔτσι καὶ τοῦ Ἁγίου μας, τῆς ἀρετῆς του ἡ εὐωδία, ποὺ ἀνεδίδετο ἀπ’ τὴν ταπεινὴ σπηλιά, ἄρχισε νὰ ἑλκύει γύρω του διψασμένες ψυχές, ποὺ ποθοῦσαν μία καλύτερη ζωή. Σὲ λίγο ἕνας ὁλόκληρος συνοικισμὸς σχηματίστηκε γύρω ἀπ’ τὴν σπηλιά. Στὶς εὐγενικὲς αὐτὲς ψυχὲς ποὺ τὸ βράδυ, ὑστέρα ἀπὸ τὴν κούραση τῆς ἡμέρας, τὸν ἐπισκέπτοντο, ὁ Ἅγιος προσέφερε τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ μὲ στοργὴ καὶ ἁπλότητα. Καὶ τὶς παρηγοροῦσε καὶ τὶς καθοδηγοῦσε καὶ τὶς ἐνίσχυε. Μὰ καὶ τοὺς ἄλλους ποὺ ἐρχόντουσαν ἀπὸ μακριὰ ὁ Ἅγιος τοὺς δεχόταν καὶ τοὺς χάριζε μαζὶ μὲ τὴν διδασκαλία καὶ τὶς θαυματουργικὲς θεραπεῖες του. Κοντά του βρίσκανε οἱ δυστυχισμένοι τὴν προστασία. Οἱ ἄρρωστοι τὴν ὑγεία. Οἱ θλιμμένοι καὶ βασανισμένοι τὴν παρηγοριά. Καὶ ὅταν γέροντας πιὰ παρέδωκε τὴν Ἁγία του ψυχὴ στὸν Κύριο, πλήθη λαοῦ καὶ ἀπὸ μακρινὰ μέρη μαζεύτηκαν καὶ μὲ δάκρυα στὰ μάτια κήδευσαν τὸ ἅγιο σκήνωμα ἐκεῖ στὴ σπηλιά. Τιμώντας δὲ τὸν Ἅγιο βάπτισαν τὸν συνοικισμὸ μὲ τ’ ὄνομά του, τὴν δὲ σπηλιὰ τὴν χρησιμοποίησαν γιὰ ἐκκλησία τους.

 

Ἡ σπηλιὰ σώζεται ὡς σήμερα. Ἔχει τὴν μορφὴ κατακόμβης ἢ ἀσκητηρίου λαξευμένου πάνω στὸ βράχο. Στὴν σπηλιὰ κατεβαίνει κανεὶς, ἀπὸ μία μικρὴ κυκλικὴ κλίμακα. Στὸ τέλος αὐτῆς τῆς κλίμακας ὑπῆρχε μία πηγὴ ποὺ ἔβγαζε γάργαρο νερό. Ἀπὸ αὐτὸ ἔπινε ὁ Ἅγιος. Καὶ αὐτὸ χρησιμοποιοῦσε γιὰ νὰ ποτίζει καὶ τὰ λίγα λαχανικά, ποὺ καλλιεργοῦσε γιὰ νὰ τρέφεται. Μετὰ τὸν θάνατο τοῦ Ὁσίου τὸ νερὸ χρησιμοποιόταν σὰν ἅγιασμα μέχρι ποὺ ἡ πηγὴ στέρεψε ἐξαιτίας τῆς ἀνομβρίας.

 

Μέσα στὴν σπηλιὰ βλέπει κανεὶς καὶ σήμερα τὸ πέτρινο κρεβάτι τοῦ Ἁγίου καὶ μία πέτρα ποὺ ὁμοιάζει μὲ ἀνθρώπινο κεφάλι καὶ τὴν ὁποία χρησιμοποιοῦσε ὁ ἀσκητὴς γιὰ προσκέφαλο. Σὲ μία γωνιὰ βρίσκεται καὶ ὁ τάφος τοῦ Ἁγίου. Ἐπάνω ἀπὸ τὴ σπηλιὰ αὐτὴ κτίστηκε ἀργότερα, περὶ τὰ τέλη τοῦ ιβ’ αἰώνα, ἡ ἐκκλησία τῆς κοινότητος ἐπ’ ὀνόματι τοῦ Ἁγίου, τὴν ὁποία οἱ κάτοικοι πολὺ τὴν σεβόντουσαν. Σ’ αὐτὴ μεταφέρθηκε ἀπὸ τὴν σπηλιὰ καὶ τοποθετήθηκε κατὰ τὸ ἔτος 1856 καὶ ἡ εἰκόνα τοῦ Ἁγίου.

 

Τὰ θαύματα ποὺ ἔκανε ὁ Ὅσιος, ὅσο καιρὸ ζοῦσε, συνεχίστηκαν καὶ μετὰ τὸν θάνατό του.

Ἀναφέρουμε γιὰ ψυχικὴ ὠφέλεια μερικά:

 

α) Θεραπεία ἐνὸς τυφλοῦ

Κάποτε σ’ ἕνα χωριὸ τῆς Πάφου ζοῦσε ἕνας τυφλὸς νέος, ποὺ μέρα καὶ νύκτα παρακαλοῦσε τὸν Θεὸ νὰ τοῦ χαρίσει τὸ φῶς του. Κάποια βραδιὰ ἐκεῖ ποὺ προσευχόταν εἶδε σὲ ὅραμα τὸν Ἅγιο Ἐπίκτητο, ποὺ ἦλθε καὶ τοῦ εἶπε:

 

Παιδί μου, οἱ προσευχές σου εἰσακούσθηκαν. Ὁ Κύριός μας μὲ ἔστειλε νὰ σὲ κάμω καλά. Ἔλα λοιπὸν στὸ σπίτι μου, νὰ πλύνεις τὸ πρόσωπό σου μὲ τὸ νερό μου καὶ αὐτὸ ποὺ ποθεῖς θὰ τὸ ἀποκτήσεις.

 

- Νὰ ἔλθω στὸ σπίτι σου; Ρώτησε ὁ νέος. Καὶ ποῦ εἶναι, γέροντά μου, τὸ σπίτι σου; Πές μου, ποὺ βρίσκεται μονάχα.

-Τὸ σπίτι μου, ὁ ναός μου βρίσκεται κοντὰ στὴν Κερύνεια. Ὅταν ἔρθεις ὡς ἐκεῖ, ἀπ’ ἔξω ἀπ’ τὴν πόλη θὰ συναντήσεις ἕναν ἱερέα συνεπαρχιώτη σου. Ρώτησέ τον ποὺ εἶναι τὸ σπίτι μου καὶ αὐτὸς θὰ στὸ δείξει μὲ προθυμία. Τότε ὁ ἱερέας τοῦ χωριοῦ ἦταν κάποιος Παπά-Κωνσταντῖνος ἀπὸ τὴν ἐπαρχία τῆς Πάφου.

 

Τὴν ἄλλη ἡμέρα ὁ τυφλὸς νέος ὁδηγημένος ἀπὸ τοὺς γονεῖς ξεκίνησε γιὰ τὰ μέρη τῆς Κερύνειας. Ὅταν ἔφτασαν ἀπ’ ἔξω ἀπ’ τὴν πόλη βρῆκαν πραγματικὰ τὸν ἱερέα, ὁ ὁποῖος τοὺς ὁδήγησε πρὸς τὸν Ἅγιο Ἐπίκτητο. Ὅταν ἔφτασαν, ὁ ἱερέας τοὺς κατέβασε στὴν σπηλιὰ καὶ ὁ νέος ἔνιψε τὸ πρόσωπο μὲ τὸ ἅγιασμα τοῦ Ἁγίου. Κατόπιν ἀνέβηκαν στὴν ἐκκλησία, ὅπου μόλις ὁ νέος στάθηκε μπροστὰ στὴν εἰκόνα τοῦ ἁγίου, τὸ θαῦμα ἔγινε. Τὰ τυφλὰ μάτια ἄνοιξαν! Καὶ ὁ νέος τελείως θεραπευμένος ἄρχισε νὰ κάμνει τὸν σταυρό του καὶ νὰ δοξολογεῖ τὸν Θεὸ λέγοντας.

 

-Αὐτός, ὁ γέροντας τῆς εἰκόνας μοῦ φανερώθηκε καὶ μὲ κάλεσε στὸ σπίτι του. Αὐτὸς τώρα μ’ ἔκανε καλά. Δόξα σοὶ ὁ Θεός!

 

β) Θεραπεία ἐνὸς δαιμονιζομένου

Ἐκεῖ στὴν Κακοπετριὰ ζοῦσε μία οἰκογένεια μ’ ἕνα παιδὶ δαιμονιζόμενο. Πολλὰ ξόδεψαν οἱ δυστυχισμένοι γονεῖς γιὰ τὸ ἄρρωστο παιδί τους μὰ τίποτα. Τὸ κακὸ γινόταν ἀπὸ μέρα σὲ μέρα καὶ χειρότερο. Ὅπως ὁ δαιμονιζόμενος τοῦ Εὐαγγελίου, ἔτσι καὶ τὸ δεκαπεντάχρονο ἐκεῖνο παιδὶ δὲν ἤθελε ν’ ἀφήνει στὸ κορμὶ του κανένα ἔνδυμα. Ἡ κατάστασή του μέρα μὲ τὴν ἡμέρα εἶχε ἐξελιχθεῖ σ’ ἕνα δράμα τρομερό. Τάματα οἱ καημένοι οἱ γονεῖς καὶ προσευχὲς καὶ δάκρυα. Μιὰ μέρα ἡ πονεμένη μητέρα, ἐνῶ γονατιστὴ προσευχόταν σὲ μία γωνιὰ τοῦ σπιτιοῦ της, τὴν ὥρα ποὺ στὸ διπλανὸ δωμάτιο τὸ ἄρρωστο παιδὶ οὔρλιαζε τρομερά, κάποια στιγμὴ ποὺ εἶχε τὰ μάτια κλειστὰ καὶ ὁ πόνος τῆς σούβλιζε κυριολεκτικὰ τὴν καρδιά, εἶδε ἕνα ὅραμα:

 

Μιὰ ὀπτασία στάθηκε μπροστά της καὶ μία φωνὴ τῆς εἶπε: «Κόρη μου, τὸ παιδί σου, μπορεῖ νὰ γίνει καλά. Φτάνει μονάχα νὰ τὸ φέρεις στὸ σπίτι μου, ποὺ βρίσκεται σ’ ἕνα χωριὸ ἀνατολικὰ τῆς Κερύνειας».

 

Ἡ πονεμένη μητέρα σηκώθηκε μὲ μιᾶς κι ἔτρεξε καὶ τὸ εἶπε στὸν σύζυγό της, ποὺ τὴν στιγμὴ ἐκείνη εἶχε γυρίσει ἀπ’ τὴ δουλειά. Τὴν ἑπομένη, ἀφοῦ σηκώθηκαν πρωὶ καὶ ἔκαμαν τὴν προσευχή τους ξεκίνησαν μὲ συντροφιὰ τὸ ἄρρωστο παιδὶ γιὰ τὸ χωριὸ τοῦ Ἁγίου. Ὅταν ἔφτασαν στὴν πόρτα τῆς Ἐκκλησίας, βρῆκαν μπροστὰ τους τὸν ἱερέα, ποὺ λὲς καὶ τοὺς περίμενε. Μὲ τὴν καθοδήγησή του κατέβηκαν πρῶτα στὴν σπηλιά. Ἐκεῖ ὁ ἱερέας ἔκαμε μία παράκληση καὶ ὑστέρα ἀφοῦ πῆρε ἀπὸ κάτω τὴν πέτρα ποὺ χρησιμοποιοῦσε ὁ Ἅγιος γιὰ προσκέφαλο, σταύρωσε μ’ αὔτην τὸ ἄρρωστο παιδὶ τρεῖς φορές. Μόλις τέλειωσε, τὸ δυστυχισμένο παιδὶ ἔβγαλε μία σπαρακτικὴ κραυγὴ καὶ ἔπεσε κάτω. Κυλίστηκε μερικὲς φορὲς καὶ ὕστερα σταμάτησε. Τέντωσε τὰ μέλη καὶ ἔμεινε σὰν πεθαμένο. Στὴ στάση αὐτὴ κράτησε λίγα μόνο δευτερόλεπτα. Μετὰ τινάχτηκε ὁλόκληρο σὰν νὰ ξυπνοῦσε ἀπὸ βαρὺ ὕπνο καὶ σηκώθηκε θεραπευμένο. Ἀνέβηκε τὴν κυκλικὴ κλίμακα, μπῆκε στὸ ναὸ καὶ στάθηκε μπροστὰ στὴν εἰκόνα τοῦ Ἁγίου. Ἀπὸ ἐκεῖ ἀφοῦ ἔκαμε μερικὲς μετάνοιες προχώρησε καὶ μὲ σεβασμὸ ἀσπάστηκε πολλὲς φορὲς τὴν εἰκόνα λέγοντας: «Σ’ εὐχαριστῶ, Ἅγιέ μου. Σ' εὐχαριστῶ. Ἂς εἶναι δοξασμένο τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ!»

 

γ) Τὸ παράλυτο παιδί!

Στὴν Περιστερώνα τῆς ἐπαρχίας Λευκωσίας μιὰ εὐκατάστατη οἰκογένεια εἶχε παιδὶ παράλυτο. Πολλὰ χρήματα ξόδεψε σὲ γιατρούς, μὰ τίποτα. Τὸ παιδὶ τὸ πῆραν καὶ ἔξω ἀπ’ τὴν Κύπρο. Ἀλλὰ οὔτε καὶ ἀπ’ ἐκεῖ εἶδαν κανένα καλὸ ἀποτέλεσμα. Τὸ παιδὶ μεγάλωνε ἀκίνητο στὸ κρεβάτι τοῦ πόνου. Καὶ οἱ πονεμένοι οἱ γονεῖς μὲ δάκρυα ἔβρεχαν κάθε μέρα τὸ ψωμί τους. Στὶς στιγμὲς αὐτὲς ὁ ἄνθρωπος μονάχα στὴν πίστη βρίσκει παρηγοριά. «Ἡ παιδεία Κυρίου ἀνοίγει μου τὰ ὦτα», λέγει καὶ ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ. Ὁ πόνος βοηθάει τὸν ἄνθρωπο νὰ στραφεῖ λίγο περισσότερο στὸν ἑαυτό του. Νὰ κάμει μίαν αὐτοεξέταση. Νὰ μετανοήσει. Νὰ συντριβεῖ. Αὐτὸ ἔκαμαν καὶ οἱ δυστυχισμένοι οἱ γονεῖς. Ἡ ἀρρώστια τοῦ μονάκριβου παιδιοῦ τους, ξύπνησε μέσα τους τὴν πίστη. Μετανόησαν καὶ οἱ δύο καὶ ἐξομολογήθηκαν. Καὶ ἀπὸ τὴν ἡμέρα ἐκείνη ἄρχισαν νὰ βλέπουν τὴν δοκιμασία τους σὰν τὸν σταυρό τους μὲ καρτερία καὶ ὑπομονή.

 

Κάποιο βράδυ ποὺ ἡ μητέρα τοῦ παιδιοῦ προσευχόταν γονατιστὴ καὶ ἔκλαιε εἶδε μπροστὰ της ἕναν γέροντα ποὺ τῆς εἶπε:

— Καημένη μητέρα, παῦσε νὰ κλαίγεις. Ὁ Ἅγιος Θεὸς εἶδε τὰ δάκρυά σου καὶ μ’ ἔστειλε νὰ σὲ βοηθήσω. Πάρε τὸ παιδί σου τὴν ἐρχόμενη Κυριακὴ καὶ φέρε το στὸ σπίτι μου, ποὺ βρίσκεται στὸν Ἅγιο Ἐπίκτητο. Φέρε το καὶ θὰ πάρεις αὐτὸ ποὺ ποθεῖς.

 

Συγκινημένη ἡ πονεμένη μάνα σηκώθηκε καὶ ἔτρεξε στὸν σύζυγό της. Τοῦ εἶπε ὅ,τι τῆς συνέβη. Ἐκεῖνος τὴν ἄκουσε μὲ προσοχή. Σὰν τελείωσε, ἔκαμαν καὶ οἱ δυὸ τὸν σταυρό τους καὶ ἀποφάσισαν νὰ πᾶνε.

 

Τὴν ἄλλη μέρα ἡ πιστὴ γυναίκα, σηκώθηκε πρωί, πῆρε ἀλεύρι καὶ ἔκαμε μία «λειτουργία». Τὴν ἑπομένη πῆραν τὸ ἄρρωστο παιδὶ στὴν ἀγκαλιὰ –  ἦταν πέντε χρόνων – καὶ ἐξεκίνησαν. Τὸ βράδυ φιλοξενήθηκαν στὸ χωριό. Τὴν Κυριακὴ πολὺ πρωὶ πῆγαν στὴν ἐκκλησία. Μὲ κατάνυξη παρακολούθησαν τὴν Θεία Λειτουργία καὶ κοινώνησαν ὅλοι, τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων. Σὰν τέλειωσε ἡ Θεία Λειτουργία μὲ τὸ παιδὶ στὴν ἀγκαλιὰ κατέβηκε στὴν σπηλιὰ τοῦ Ἁγίου μὲ τὴ νεωκόρο ὁδηγὸ καὶ τὸν ἱερέα. Ἐκεῖ ἡ μητέρα ἄλλαξε τὰ ἐνδύματα τοῦ παιδιοῦ της καὶ τοῦ φόρεσε ἄλλα. Ἔκαμαν παράκληση καὶ ὁ ἱερέας ἀφοῦ πῆρε τὴν πέτρα ποὺ ὁ Ἅγιος χρησιμοποιοῦσε γιὰ προσκέφαλο, σταύρωσε τὸ παράλυτο παιδὶ τρεῖς φορὲς στὸ στῆθος καὶ στὴ ράχη. Τὰ ἀκίνητα πόδια ἀπ’ τὴν ἀρρώστια κινήθηκαν. Τὸ παιδὶ κάθισε, σηκώθηκε καὶ ἄρχισε νὰ βαδίζει. Στ’ ἀλήθεια! «Θαυμαστὸς ὁ Θεὸς ἐν τοὶς ἁγίοις αὐτοῦ».

 

Πολλὰ ἄλλα θαύματα ἀναφέρονται νὰ ἔγιναν ἀπὸ τὸν Ἅγιό μας. Πολλοὶ ἀκόμη καὶ Τοῦρκοι ἐξ αἰτίας τῶν θαυμάτων πίστεψαν καὶ βαπτίστηκαν στὸν Χριστὸ μὲ ἀναδόχους ἀπ’ τὸ χωριό.

 

Ὁ Ἅγιος Ἐπίκτητος, τὸ χωριὸ ὅπου ἔζησε ὁ Ἄγιος μας, εἶναι σήμερα ἕνα ἀπὸ τὰ χωριὰ ποὺ πατᾶ μὲ τὶς ἀρβύλες του ὁ βάρβαρος κατακτητής. Χρόνια τώρα ἡ ἐκκλησία τοῦ χωρίου εἶναι κλειστὴ καὶ τὰ καντήλια σβηστά. Γιατί ἄραγε; Πῶς γίνεται τοῦτο;

 

Ἀνεξιχνίαστοι, ἀδελφοί μου, αἱ βουλαὶ τοῦ Θεοῦ. Ὅμως ἂς μὴ παραπονούμεθα. Ἂς ἔχουμε τὴν εἰλικρίνεια νὰ ὁμολογήσουμε, πὼς τὰ τελευταία χρόνια κάναμε καὶ ἐμεῖς κάτι τὸ ἀνεπίτρεπτο. Ἐγκαταλείψαμε τὸν Θεὸ καὶ ὁ Θεὸς μᾶς ἐγκατέλειψε.

 

Νὰ ἡ αἰτία τῶν δεινῶν μας. Ἐγκαταλείψαμε ὡς ὀρθόδοξος καὶ προνομιοῦχος λαὸς τὴν πίστη μας, τὶς παραδόσεις μας, τὰ χριστιανικὰ ἤθη καὶ ἔθιμά μας. Τὸ νησί μας, ἡ Νῆσος τῶν Ἁγίων, ἔγινε σήμερα ἡ νῆσος τοῦ εὐδαιμονισμοῦ, τῆς ἀποστασίας, τῶν αἱρέσεων, τῆς ἁμαρτίας. Καὶ ἡ μὲν πίστη μας δὲν ἔχει νὰ πάθει τίποτε ἀπ’ τὴν διαγωγή μας. Ἐμεῖς ἔχουμε νὰ πάθουμε. Ἐμεῖς ἔχουμε νὰ ὑποφέρουμε...

 

Τώρα ὅμως ποὺ κτυπήσαμε στὸ ἀνώφλι, ἂς δοῦμε ἐπιτέλους τὸ κατώφλι. Κι ἂς κλάψουμε γιὰ τὶς ἁμαρτίες μας κι ἂς ζητήσουμε τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Τότε, ἡ εὐλογία θὰ ξαναγυρίσει καὶ πάλι στὸν τόπο μας. Οἱ Ἅγιοί μας καὶ πάλιν θ’ ἀρχίσουν νὰ θαυματουργοῦν. Καὶ οἱ ἐχθροὶ θὰ φύγουν. Καὶ ἐμεῖς πανευτυχεῖς θὰ στραφοῦμε μὲ χαρὰ στὰ σπίτια μας. Θὰ ξανοίξουμε τὶς ἀραχνιασμένες ἐκκλησιές μας. Καὶ θὰ γιορτάσουμε τὸ Πάσχα τῆς ἐλευθερίας μας. Ὡς τότε, ἂς πηγαίνουμε νοερὰ στὶς σκλαβωμένες ἐκκλησιές μας. Νοερά, ἂς μεταφερόμαστε καὶ στοῦ Ἁγίου μας τὴν σπηλιὰ καὶ τὴν ἐκκλησία καὶ ἀπ’ τὴν καρδιὰ ἂς τοῦ ψάλλουμε κάθε φορὰ τοῦτο τὸν ὕμνο: «Πάτερ παμμάκαρ Ἐπίκτητε, τὴν σὲ τιμώσαν φαιδρῶς, νῆσον Κύπρον διάσωζε, πάσης περιστάσεως, τῇ θερμῇ προστασία σου, καὶ ἐξαιρέτως ταύτην τὴν χῶραν σου σεμνυνομένην τῷ σῷ ὀνόματι, σκέπε ἑκάστοτε καὶ χορηγεῖ πάντοτε ταύτῃ, σοφέ, τὰ τῆς εὐλογίας σου θεία δωρήματα».

 
Ἅγιε Ἐπίκτητε, πρέσβευε ὑπὲρ ἠμῶν.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Θείαν ἄσκησιν, στερρῶς ἀνύσας, εὐηρέστησας, Χριστῷ ὁσίως, Θεοφόρε παμμάκαρ Ἐπίκτητε. Καὶ δοξασθεῖς τῇ τοῦ Πνεύματος χάριτι, ἡμᾶς λύτρωσε κινδύνων καὶ θλίψεων. Πάτερ ὅσιε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

Ἡ Ἁγία Δομνίνη ἡ Μάρτυς 

Ἡ Ἁγία Δομνίνη μαρτύρησε ἐπὶ τοῦ Διοκλητιανοῦ.

Συλλήφθηκε ἀπὸ τὸν Ἔπαρχο Λύσιο καὶ ἀπειλήθηκε μὲ βασανιστήρια προκειμένου νὰ ἀπαρνηθεῖ τὴν πίστη της.

Ὅμως ἔδειξε ἡρωικὴ γενναιότητα. Ἐπέμενε μὲ σφοδρὴ σταθερότητα στὴν ὁμολογία τοῦ Χριστοῦ, καταφρονώντας τὸ μαρτύριο τοῦ μαστιγώματος, ποὺ τῆς ἐπέβαλαν ἀρχικά. Στὴ συνέχεια τὴν βασάνισαν συνθλίβοντάς της τὰ ὀστὰ καὶ τὶς ἀρθρώσεις της καὶ φυλακίζοντας τὴν.
Ὄντας δὲ φυλακισμένη ἡ Ἁγία παρέδωσε τὴν ψυχή της στὸν Θεό.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ἡ Ἁγία Ἀναστασία ἡ Παρθένος

Ὑπῆρξε στὰ χρόνια τῶν βασιλέων Δεκίου καὶ Βαλεριανοὺ (250).

Καταγόταν ἀπὸ τὴν Ρώμη καὶ μόναζε σ’ ἕνα Μοναστήρι μαζὶ μὲ ἄλλες παρθένες.

Αὐτὴ λοιπὸν καταγγέλθηκε ὅτι εἶναι χριστιανὴ καὶ ὁδηγήθηκε μπροστὰ στὸν ἡγεμόνα μὲ σιδερένια ἁλυσίδα καὶ χτυπήθηκε ἄγρια στὸ πρόσωπο. Κατόπιν, ἀφοῦ τὴ γύμνωσαν, μὲ μαρτυρικὸ τρόπο τὴν ἔκαιγαν, ἐνῶ στὴ φωτιὰ ἔχυναν πίσσα, λάδι καὶ θεῖο. Ἔπειτα τὴν κρέμασαν σ’ ἕνα ξύλο καὶ ἔκοψαν τοὺς μαστούς της. Στὴ συνέχεια ἔβγαλαν ἀπὸ τὴ ρίζα τὰ νύχια της, ἔκαψαν τὰ χέρια καὶ τὰ πόδια της, ξερίζωσαν τὰ δόντια της καὶ στὸ τέλος τὴν ἀποκεφάλισαν, παίρνοντας ἔτσι τὸ ἀμάραντο στεφάνι τοῦ Μαρτυρίου.
(Ἴσως νὰ εἶναι ἡ ἴδια μ' αὐτὴ τῆς 29ης Ὀκτωβρίου. Οἱ βιογραφίες τους εἶναι σχεδὸν ὅμοιες).

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Οἱ Ἅγιοι 70 Μάρτυρες 

Μαρτύρησαν διὰ ξίφους.
(Μᾶλλον πρόκειται γιὰ τοὺς ἴδιους μάρτυρες τῆς 30ης Σεπτεμβρίου).

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ἅγιος Θεόδοτος Ἐπίσκοπος Ἐφέσου 

Ἀπεβίωσε εἰρηνικά.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ἡ Ἁγία Μαλφεθᾶ ἡ Μάρτυς 

Μαρτύρησε, ἀφοῦ τὴν θανάτωσαν μὲ τοξευόμενα βέλη.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ἡ Ἁγία Ἀνθία ἡ Μάρτυς 

Βρῆκε μαρτυρικὸ θάνατο μέσα σὲ χάλκινο πυρακτωμένο βόδι.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Οἱ Ἅγιοι Ἰουβεντίνος καὶ Μάξιμος (ἢ Μαξιμίνος) οἱ Μάρτυρες 

Ὁ Ἱερὸς Χρυσόστομος πλέκει ἰδιαίτερο ἐγκώμιο στοὺς δύο αὐτοὺς μάρτυρες. Ὑπῆρξαν ἐπὶ Ἰουλιανοῦ του Παραβάτου (361).

Κάποτε ἔτυχε νὰ βρίσκονται σ’ ἕνα συμπόσιο στρατιωτῶν (ἴσως διότι καὶ αὐτοὶ ἦταν στρατιῶτες) καὶ κατὰ τὴν συζήτηση, οἱ Ἅγιοι αὐτοί, διαμαρτύρονταν γιὰ τὰ κακὰ ποὺ ὁ βασιλιὰς διέπραττε ἐναντίον τῶν χριστιανῶν.

Αὐτὸ ὅμως, τὸ «κάρφωσε» κάποιος στὸν βασιλιὰ Ἰουλιανὸ τὸν Παραβάτη, μὲ ἀποτέλεσμα αὐτός, νὰ δημεύσει τὴν περιουσία τῶν δύο Ἁγίων καὶ νὰ τοὺς κλείσει φυλακή. Ἐπειδὴ ὅμως ἡ φυλακὴ εἶχε γίνει ἐκκλησία ἀπὸ τὶς συχνὲς καὶ ὁμαδικὲς ἐπισκέψεις τῶν χριστιανῶν, γιὰ ν’ ἀκούσουν τὰ λόγια τῶν δύο Ἁγίων καὶ νὰ διδαχθοῦν, ὁ Ἰουλιανὸς ἔδωσε διαταγὴ καὶ τὴ νύχτα κρυφά, στρατιῶτες πῆγαν καὶ τοὺς ἀποκεφάλισαν.
Τὰ σώματά τους τὰ πῆραν οἱ χριστιανοὶ καὶ τὰ ἔθαψαν μὲ τὴν ἁρμόζουσα τιμή.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ἅγιος Ἰάσων Ἐπίσκοπος Δαμασκοῦ 

Ἀπεβίωσε εἰρηνικά.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Οἱ Ἅγιοι Ἀνδρομάχος καὶ Διόδορος οἱ Μάρτυρες 

Μαρτύρησαν διὰ πυρός.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ὅσιος Θεοσέβιος ὁ Ἀρσινοΐτης 

Γεννήθηκε στὴν Ἀρσινόη, ποὺ βρίσκεται κοντὰ στὴν Παφία τῆς Μαιλάνδρας τῆς Κύπρου, ἀπὸ γονεῖς εὐσεβεῖς καὶ εὔπορους, τὸν Μιχαὴλ καὶ τὴν Ἄννα. Εἶχε δὲ ἀδελφὸ τὸν Ὅσιο Ἀρκάδιο τὸν μετέπειτα ἐπίσκοπο Ἀρσινόης († 29 Αὐγούστου).

Ἂν καὶ ὁ ἀδελφός του πῆγε στὴν Κωνσταντινούπολη γιὰ νὰ σπουδάσει, αὐτὸς ἔμεινε κοντὰ στοὺς γονεῖς του βόσκοντας πρόβατα καὶ διαπρέποντας στὴν ἀρετὴ καὶ τὴν εὐσέβεια. Παντρεύτηκε μὲ κάποια κοπέλα, ἀπὸ τὸ χωριὸ Φιλοῦσες, τὴν ὁποία ἔπεισε νὰ περάσουν τὴν ζωή τους μὲ παρθενία σὰν ἀδέλφια.
Πράγματι, ἔτσι ἀσκητικὰ καὶ ὀσιακὰ ἀφοῦ ἔζησε, κάνοντας πολλὲς ἐλεημοσύνες, ἀπεβίωσε εἰρηνικά. Τὸν ἔθαψαν στὴ σπηλιὰ ὅπου πήγαινε καὶ ἀσκήτευε. Ὁ τόπος ἐκεῖνος ἔγινε αἰτία , διὰ τοῦ Ἁγίου, πολλῶν θαυμάτων.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Σύναξις τῶν ἐν Ἀθήναις Ἁγίων 

Δὲν ἔχουμε λεπτομέρειες γιὰ τὸ γεγονός.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ἅγιος Wilfrid (Ἄγγλος) 

Λεπτομέρειες γιὰ τὴν ζωὴ αὐτοῦ τοῦ Ἁγίου της ὀρθοδοξίας, μπορεῖ νὰ βρεῖ ὁ ἀναγνώστης στὸ βιβλίο «Οἱ Ἅγιοι τῶν Βρετανικῶν Νήσων», τοῦ Χριστόφορου Κων. Κομμοδάτου, ἐπισκόπου Τελμησσοῦ, Ἀθῆναι 1985.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Οἱ Ἅγιοι Βαλάντιος, Βαρλαᾶμ, Βαρνάβας ὁ Μοναχός, Βασίλειος ὁ Ἐπίσκοπος, Γεώργιος ὁ Βαβατσινιώτης, Γεώργιος ὁ Ἐπιτηδειώτης, Γεώργιος ὁ Περαχωρίτης, Γεώργιος ὁ Σαλαμάνης, Δημητριανὸς ὁ Ἐπίσκοπος, Εἰρηνικὸς ἢ Ἀρνιακός, Ἐλπίδιος, Ἐπαφρόδιτος

Οἱ Ἅγιοι αὐτοὶ εἶναι ἀπὸ τοὺς 300 Ἀλαμανοὺς Κυπρίους Ἁγίους. Δὲν ἔχουμε λεπτομέρειες γιὰ τὸν βίο τους.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr