Blue Flower

Ὁ Ὅσιος Τιμόθεος, ὅπως προκύπτει ἀπὸ τὴ σῳζόμενη Ἀκολουθία αὐτοῦ, ἔζησε κατὰ τὴν περίοδο τῆς εἰκονομαχίας καὶ καταδιώχθηκε ἀπὸ τοὺς εἰκονομάχους. Ἀκολούθησε τὸ μοναχικὸ βίο καὶ ἐκάρη μοναχὸς σὲ πολὺ νεαρὴ ἡλικία. Ἀσκήτεψε θεοφιλῶς καὶ διέπρεψε στὴ σωφροσύνη καὶ παρθενία γενόμενος δοχεῖο τῆς χάριτος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Διακρίθηκε δὲ στὴν φιλανθρωπία καὶ ὑπῆρξε τροφὴ τῶν πεινώντων καὶ προστάτης τῶν ὀρφανῶν.

Ἡ ἀναφορὰ τῶν Συναξαριστῶν στὴ διατύπωση «ἐν τοῖς Συμβόλοις» ἴσως φανερώνει τὸν τόπο τοῦ ἐνταφιασμοῦ τοῦ ἱεροῦ λειψάνου αὐτοῦ.
Ὁ Ὅσιος Τιμόθεος κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη σὲ βαθὺ γῆρας.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Φερωνύμως τιμήσας Θεὸν Τιμόθεε, διὰ ζωῆς ἐναρέτου ἀπὸ παιδὸς ὡς σοφός, ἐτιμήθης παρ’ αὐτοῦ ἀξίως Ὅσιε· τῶν γὰρ ἐνθέων δωρεῶν, σκεῦος ὤφθης ἱερόν, παρέχων ἑνὶ ἑκάστῳ, πολυτελεῖς χορηγίας, πρὸς σωτηρίαν τῶν ψυχῶν ἡμῶν.

 

Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Ὡς ἀστὴρ πολύφωτος ἐκ τῆς Ἑῴας, ἀναλάμψας ηὔγασας, ἐν ταῖς καρδίαις τῶν πιστῶν, τὰς ἀρετὰς τῶν θαυμάτων σου, θαυματοφόρε, παμμάκαρ Τιμόθεε.

 

Μεγαλυνάριον.
Ἄρας τὸν σταυρόν σου ἀπὸ παιδός, ἴχνεσι τοῦ Λόγου, ἐπορεύθης ἀσκητικῶς, καὶ τῆς ἀπαθείας, τὴν ἔλλαμψιν πλουτήσας, παθῶν ἡμᾶς ἀχλύος, ῥῦσαι Τιμόθεε.

Ὁ Ἅγιος Εὐστάθιος Πατριάρχης Ἀντιοχείας

Ὁ Ἅγιος Εὐστάθιος γεννήθηκε στὴν πόλη Σίδη τῆς Παμφυλίας καὶ ὑπῆρξε μία ἀπὸ τὶς μεγάλες καὶ ἐκκλησιαστικὲς μορφὲς τοῦ 3ου καὶ 4ου αἰῶνα μ.Χ. Ἄλλοι θεωροῦν ὅτι καταγόταν ἀπὸ τοὺς Φιλίππους τῆς Μακεδονίας. Ὁ Μέγας Ἀθανάσιος χαρακτηρίζει τὸν Ἅγιο Εὐστάθιο «ἄνδρα ὁμολογητήν». Τοῦτο σημαίνει ἀσφαλῶς ὅτι ὑπέφερε κατὰ τὴν διάρκεια τῶν διωγμῶν, εἴτε ἐπὶ Διοκλητιανοῦ εἴτε ἐπί Λικινίου.

Τὸ 320 μ.Χ. ἐξελέγη Ἐπίσκοπος Βέροιας τῆς Συρίας καὶ ἀπὸ ἐκεῖ μετατέθηκε τὸ ἔτος 324 μ.Χ. στὴν Ἀντιόχεια. Παρευρεθεὶς στὴν Α’ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, ἡ ὁποία συνῆλθε τὸ ἔτος 325 μ.Χ. στὴ Νίκαια τῆς Βιθυνίας, καταδίκασε τὸν αἱρετικὸ Ἄρειο καὶ τοὺς ὀπαδοὺς αὐτοῦ.

Ὁ Ἅγιος ἐξακολουθοῦσε νὰ ἐργάζεται γιὰ τὴν διάδοση, ἀλλὰ καὶ τὴ στερέωση τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ συνδεόταν διὰ στενῆς φιλίας μὲ τὸν Ἅγιο Ὅσιο, Ἐπίσκοπο Κορδούης († 27 Αὐγούστου).

Ὅμως οἱ κορυφαῖοι τῶν ὀπαδῶν τοῦ Ἀρείου, μεταξὺ τῶν ὁποίων ἦταν ὁ Νικομηδείας Εὐσέβιος, ὁ Νικαίας Θεόγνις καὶ ὁ Καισαρείας Εὐσέβιος, συνεκάλεσαν Σύνοδο στὴν Ἀντιόχεια τὸ ἔτος 330 μ.Χ. καὶ καθαίρεσαν τὸν Ἅγιο Εὐστάθιο ὡς αἱρετικό. Γιὰ νὰ ἐνεργήσουν δὲ ἀποτελεσματικότερα ἔπλασαν καὶ ἄλλα σὲ βάρος του ἐγκλήματα, ὅτι τάχα μιλοῦσε περιφρονητικὰ γιὰ τὴν μητέρα τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου, Ἁγία Ἑλένη καὶ ὅτι προσῆλθε σὲ ἀθέμιτες σχέσεις μὲ κάποια γυναῖκα ἀπὸ τὴν ὁποία ἀπέκτησε καὶ τέκνο. Ἔτσι κατόρθωσαν νὰ ἐπιτύχουν τὴν ἐξορία τοῦ Ἁγίου, κατὰ μερικοὺς στοὺς Φιλίππους τῆς Μακεδονίας, κατὰ ἄλλους δὲ στὴν Τραϊανούπολη τῆς Θρᾴκης, ὄπου καὶ κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 337 μ.Χ.
Ἡ Ἀντιόχεια ἔμεινε πιστὴ στὸν Ὀρθόδοξο Ἐπίσκοπό της καὶ τὸ ἔτος 482 μ.Χ. ζήτησε καὶ ἔλαβε τὰ ἱερὰ λείψανα αὐτοῦ ἀπὸ τὴν Τραϊανούπολη.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Θείας ἔμπλεως σοφίας πέλων, ὥσπερ ἥλιος, λαμπρὸς ἐκλάμπεις, ἐν τῇ Συνόδῳ τῇ Πρώτῃ Εὐστάθιε· καὶ τὸν Υἱὸν ὁμοούσιον Ὅσιε, ἀνακηρύττεις Πατρὶ καὶ τῷ Πνεύματι. Ἀλλὰ πρέσβευε, εὐστάθειαν ἀδιάπτωτον, δοθῆναι Ἱεράρχα τοῖς τιμῶσί σε.

 

Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ’. Τῇ ὑπερμάχῳ.

Ὡς ἐκκαθάρας σεαυτὸν ἐνθέοις πράξεσι

Ἀρχιερέων ἀνεδείχθης θεῖον ἄγαλμα

Θεωρίᾳ καὶ ἀμέμπτῳ ἐμπρέπων βίῳ.

Ἀλλ’ ὡς στῦλος Ἐκκλησίας καὶ ἑδραίωμα

Πειρασμῶν στερρῶς ὑπέμεινας τὴν ἔφοδον.
Ὅθεν κράζομεν, χαίροις Πάτερ Ευστάθιε.

 

Μεγαλυνάριον.
Τὸν Υἱὸν ὁμότιμον τῷ Πατρὶ, Πάτερ δογματίζων, καὶ τῷ Πνεύματι συμφυῆ, τῆς ὁμολογίας, τὸν στέφανον ἐδέξω, Εὐστάθιε ποικίλαις, παλαίσας θλίψεσι.

Οἱ Ἅγιοι Βερούλιος, Σεκουνδίνος, Σιρίκιος, Φελίσιος, Σέρβουλος, Σατουρνίνος, Φουρτουνάτος καὶ οἱ σὺν αὐτοῖς

Οἱ Ἅγιοι αὐτοὶ Μάρτυρες μαρτύρησαν στὴν Ἀφρική, χωρὶς νὰ γνωρίζουμε περισσότερες λεπτομέρειες γιὰ τὸν βίο τους.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ἅγιος Μαξιμιανὸς Ἀρχιεπίσκοπος Ραβέννης

Ὁ Ἅγιος Μαξιμιανὸς γεννήθηκε τὸ ἔτος 498 μ.Χ. στὴν περιοχὴ τῆς Ἰστρίας τῆς Ἰταλίας καὶ ἀπὸ ἐκεῖ ἐγκαταστάθηκε στὴν Κωνσταντινούπολη. Στὶς 14 Ὀκτωβρίου τοῦ ἔτους 546 χειροτονήθηκε στὴν Πάτρα, Ἐπίσκοπος Ραβέννας ὑπὸ τοῦ Ρώμης Βιγιλίου (538 – 555 μ.Χ.).

Στὴν πόλη τῆς Ραβέννας ἡ προσωπικότητα καὶ ἡ ἁγιότητα τοῦ βίου τοῦ Ἁγίου Μαξιμιανοῦ εἶναι ζωντανὴ στὴν ἐκκλησιαστικὴ ἱστορία καὶ στὰ χριστιανικὰ μνημεῖα. Σὲ αὐτὸν ὀφείλονται τὰ ἐγκαίνια τῶν περίφημων βασιλικῶν τῆς Ραβέννας, Ἁγίου Βιταλίου καὶ Ἁγίου Ἀπολλιναρίου, τὶς ὁποῖες κόσμησε μὲ λαμπρὰ ψηφιδωτά. Στὴ Ραβέννα, μὲ δική του πρωτοβουλία, ἀνεγέρθη ἐπίσης ὁ ναὸς τοῦ Πρωτομάρτυρα Στεφάνου, στὴν ὁποία ἐναπέθεσε 21 ἱερὰ λείψανα Ἁγίων.
Ὁ Ἅγιος Μαξιμιανὸς κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 556 μ.Χ.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Σύναξις Ὑπεραγίας Θεοτόκου ἐν Κοζελσλὰνκ τῆς Ρωσίας 

Ἡ ἱερὰ εἰκόνα τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, μεταφέρθηκε στὴν Ρωσία ἀπὸ τὴν Ἰταλία κατὰ τοὺς χρόνους τῆς αὐτοκράτειρας Ἐλισάβετ (1741 – 1761). Ἔχει ἐπιτελέσει πολλὰ θαύματα καὶ σήμερα φυλάσσεται σὲ μονὴ τοῦ Κιέβου.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Οἱ Ὅσιοι Ἀνδρέας καὶ Ἀνατόλιος 

Οἱ Ὅσιοι Πατέρες Ἀνδρέας καὶ Ἀνατόλιος ἔζησαν καὶ ἀσκήτεψαν στὴν Ἐκκλησία τῶν Ἱεροσολύμων κατὰ τὸν 5ο αἰῶνα μ.Χ. Ἦταν ἀπὸ τοὺς πρώτους μαθητὲς τοῦ Ἁγίου Εὐθυμίου τοῦ Μεγάλου († 20 Ἰανουαρίου). Ὁ Ὅσιος Ἀνδρέας καταγόταν ἀπὸ τὴν Μυτιλήνη καὶ ὁ Ὅσιος Ἀνατόλιος ἀπὸ τὴ Ραϊθώ. Κοιμήθηκαν μὲ εἰρήνη.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ ἀπὸ Σχολαστικῶν Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως 

Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης καταγόταν ἀπὸ τὸ χωριὸ Σιρίμιον τῆς Ἀντιόχειας τῆς Συρίας. Σπούδασε τὴ νομικὴ ἐπιστήμη καὶ ἔγινε δικηγόρος. Ἀργότερα χειροτονήθηκε Πρεσβύτερος καὶ ἐστάλη στὴν Κωνσταντινούπολη ὡς ἐπίτροπος τοῦ Πατριάρχη Ἀντιοχείας.

Στὶς 15 Ἀπριλίου 565 μ.Χ. ἐξελέγη Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως καὶ διοίκησε θεοφιλῶς τὴν Ἐκκλησία ἐπὶ δώδεκα καὶ πλέον ἔτη. Μὲ τὴν προτροπὴ τοῦ Ἁγίου ὁ αὐτοκράτορας Ἰουστίνος Β’ (565 – 578 μ.Χ.) ἀπέστειλε στὴν Αἴγυπτο τὸν Ἀββᾶ Φωτεινὸ πρὸς εἰρήνευση τῶν ταραγμένων ἀπὸ τὶς αἱρέσεις Ἐκκλησιῶν αὐτῆς.
Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 577 μ.Χ.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ἅγιος Ζαχαρίας Πατριάρχης Ἱεροσολύμων

Ὁ Ἅγιος Ζαχαρίας γεννήθηκε κατὰ τὸ δεύτερο ἥμισυ τοῦ 6ου αἰῶνα μ.Χ. Ἐξελέγη Πατριάρχης Ἱεροσολύμων τὸ 609 μ.Χ. καὶ κατὰ τὴν κατάληψη τῆς Ἱερουσαλὴμ ἀπὸ τοὺς Πέρσες, τὸ ἔτος 614 μ.Χ., αἰχμαλωτίσθηκε καὶ ὁδηγήθηκε στὴν Περσία. Ἀπὸ ἐκεῖ ἔγραψε σπουδαία ἐπιστολὴ πρὸς τὴν Ἐκκλησία τῶν Ἱεροσολύμων μὲ προτροπὲς γιὰ μετάνοια καὶ εὐσπλαχνία.

 Ὅταν ὁ αὐτοκράτορας Ἡράκλειος νίκησε, τὸ 628 μ.Χ., τοὺς Πέρσες, ὁ Ἅγιος Ζαχαρίας ἐπέστρεψε στὴν ἕδρα του μεταφέροντας τὸν Τίμιο Σταυρό.
Ὁ Ἅγιος Ζαχαρίας κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 632 μ.Χ. Στὸ Ἱεροσολυμιτικὸ  Κανοναριὸ ἡ μνήμη τοῦ Ἁγίου ἀναφέρεται στὶς 31 Ἰανουαρίου καὶ στὶς 28 Ὀκτωβρίου.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ἅγιος Γεώργιος Ἐπίσκοπος Ἀμάστριδος 

Ὁ Ἅγιος Γεώργιος καταγόταν ἀπὸ τὴν Κρώμνη τῆς Ἀμάστριδος καὶ γεννήθηκε ἀπὸ εὐσεβεῖς γονεῖς, τὸν Θεόδωρο καὶ τὴν Μεγεθώ.

Μετὰ τὶς σπουδές του, ἀπῆλθε στὸ ὄρος τῆς Συρικῆς καὶ ἐκεῖ ἀφοῦ βρῆκε Γέροντα ἀσκητὴ διδάχθηκε τὰ τῆς μοναχικῆς πολιτείας καὶ ἔλαβε ἀπὸ αὐτὸν τὸ ἀγγελικὸ σχῆμα. Μετὰ τὸν θάνατο τοῦ Γέροντά του μετέβη στὴν πόλη Βόνυσα τῆς Ἀκαρνανίας καὶ ἀσκήτευε ἐκεῖ. Ὅταν μετὰ τὴν κοίμηση τοῦ Ἐπισκόπου Ἀμάστριδος κενώθηκε ἡ θέση αὐτοῦ, ἡ Ἐκκλησία ἀμείβουσα τὶς ἀρετὲς καὶ τὰ χαρίσματά του, τὸν ἔταξε ποιμένα τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἀμάστριδος, τὴν ὁποία ποίμανε θεοφιλῶς καὶ θεαρέστως. Ἡ χειροτονία τοῦ Ἁγίου σὲ ἀρχιερέα ἔγινε στὴν Κωνσταντινούπολη.

Ὁ Ἅγιος διακόνησε τὴν Ἐκκλησία, φρόντισε τὸν ἱερὸ κλῆρο καὶ ἐνδιαφέρθηκε γιὰ τὴν προστασία ὀρφανῶν καὶ χηρῶν, τὴ διατροφὴ καὶ τὴ συντήρηση τῶν πτωχῶν καὶ τὴν ἀπαλλαγή τους ἀπὸ χρέη. Ὁ Θεός, βλέποντας τὴν ὁσιακή του πολιτεία, τὸν ἀξίωσε καὶ τοῦ χαρίσματος τῆς θαυματουργίας.
Ὁ Ἅγιος Γεώργιος κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 805 μ.Χ. 

Ὁ Ἅγιος Λέων γεννήθηκε στὴ Ραβέννα τῆς Ἰταλίας ἀπὸ γονεῖς εὐλαβεῖς καὶ εὐγενεῖς. Ἀφοῦ σπούδασε, χειροτονήθηκε πρεσβύτερος στὴ Ραβέννα καὶ ἀργότερα ἐξελέγη γιὰ τὴν καθαρότητα καὶ πνευματικότητα τοῦ βίου αὐτοῦ Ἐπίσκοπος Κατάνης τῆς Σικαλίας. Ἔγινε προστάτης τῶν ὀρφανῶν καὶ τῶν χηρῶν, δίδασκε καὶ νουθετοῦσε τὸ ποίμνιό του καὶ ἔκτισε τὸ ναὸ τῆς Ἁγίας Μάρτυρος Λουκίας († 13 Δεκεμβρίου). Ὁ Ἅγιος διακρίθηκε, ἐπίσης, γιὰ τοὺς ἀγῶνες του κατὰ τῶν αἱρετικῶν, τοὺς ὁποίους νίκησε καὶ ντρόπιασε ὄχι μόνο μὲ λόγια ἀλλὰ καὶ μὲ κείμενα.

Ὁ Ἄγιος Θεὸς τὸν προίκισε μὲ τὸ χάρισμα τῆς θαυματουργίας. Καὶ τὸν μάγο Ἡλιόδωρο ποὺ εἶχε πλανέψει πολλοὺς μὲ μαγεῖες, μετὰ ἀπὸ προσευχὴ τὸν κατέκαψε μὲ τὴ φωτιά, ἐπειδὴ καυχιόταν ὅτι μποροῦσε νὰ κάνει τὰ πάντα καὶ ὅτι δὲν φοβόταν τὴ φωτιά. Βλέποντας οἱ πιστοὶ τὸ θαῦμα αὐτὸ καταπλάγηκαν. Ἀμέσως τὸ περιστατικὸ αὐτὸ διαδόθηκε στὴ Βασιλεύουσα. Γιὰ τὸ λόγο αὐτὸ ὁ Ἅγιος προσκλήθηκε ἀπὸ τοὺς βασιλεῖς Λέοντα Δ’ (775 – 780 μ.Χ.) καὶ Κωνσταντῖνο ΣΤ’ (780 – 798 μ.Χ.) στὴν Κωνσταντινούπολη, ὅπου ἀξιώθηκε πολλῶν τιμῶν.
Ὁ Ἅγιος Λέων κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ 785 μ.Χ. καὶ τὸ σεπτὸ λείψανό του ἐνταφιάσθηκε στὸ ναὸ τῆς Ἁγίας Λουκίας.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Ἱερέων ἀκρότης εὐσέβειας διδάσκαλος, καὶ θαυματουργὸς ἀνεδείχθης, Ἱεράρχα πανόλβιε· ἠθῶν γὰρ οὐρανίων τῷ φωτί, τοῦ Πνεύματος πλουτήσας τὴν ἰσχύν, θεραπεύεις τοὺς νοσοῦντας καὶ τὰς ψυχὰς, Λέον τῶν προσιόντων σοι. Δόξα τῷ σὲ δοξάσαντι Χριστῷ, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργοῦντι διὰ σοῦ, πᾶσιν ἰάματα.

 

Κοντάκιον. Ἦχος β’. Τὴν ἐν πρεσβείαις.
Τὸν ἀπὸ βρέφους Κυρίῳ ἀνατεθέντα, καὶ ἐκ σπαργάνων τὴν χάριν ἀνειληφότα, πάντες τοῖς ᾄσμασι στεφανώσωμεν, Λέοντα τὸν φωστῆρα τῆς Ἐκκλησίας καὶ πρόμαχον· αὐτῆς γὰρ ὑπάρχει τὸ στήριγμα.

 

Μεγαλυνάριον.
Ἔφριξαν ἰδόντες σε ἐν φλογί, ἱστάμενον Πάτερ, ὡς ἐν κήπῳ ἀειθαλεῖ, τὸν δὲ μάγον ὥσπερ, κηρὸν διαλυθέντα, οἱ εὐσεβεῖς ὦ Λέον, Θεὸν δοξάζοντες.

Ὁ Ἅγιος Σαδὼκ ὁ Ἱερομάρτυρας Ἐπίσκοπος Περσίδος καὶ οἱ σὺν αὐτῷ ἑκατὸν εἴκοσι ὀκτὼ τελειωθέντες

Ὁ Ἅγιος Σαδὼκ ἦταν Ἐπίσκοπος στὴν Περσίδα. Διδάσκοντας ὅμως στὸν λαὸ τὴν πίστη στὸν Χριστὸ καὶ πείθοντας πολλοὺς νὰ προσέλθουν στὸν Ζῶντα καὶ Ἀληθινὸ Θεό, προκάλεσε θυμὸ καὶ μεγάλη ὀργὴ στοὺς πυρολάτρες Μάγους, οἱ ὁποῖοι ἔστειλαν στρατιῶτες γιὰ νά τὸν συλλάβουν. Τὴν προηγούμενη ἡμέρα ὁ Ἅγιος εἶδε στὸν ὕπνο του τὸν προκάτοχό του Ἐπίσκοπο Ἱερομάρτυρα Συμεών, νὰ κάθεται σὲ μακριὰ σκάλα καὶ νὰ τὸν καλεῖ νὰ ἀνέβει κοντά του, λέγοντάς του ὅτι τὸν καλεῖ ὁ Βασιλεὺς καὶ Κύριος. Αὐτὸ ὅμως φανέρωνε τὴν ἀνάβαση διὰ τοῦ μαρτυρίου. Μέχρις νὰ διηγηθεῖ αὐτὰ ὁ Ἅγιος, ἀφοῦ ἔστειλαν στρατιῶτες οἱ Μάγοι, συνέλαβαν αὐτὸν καὶ τοὺς Χριστιανοὺς ποὺ βρίσκονταν μαζί του καὶ τοὺς ὁδήγησαν στὸν βασιλέα Σαπὼρ Β’ (311 – 380 μ.Χ), ἐνώπιον τοῦ ὁποίου ὁμολόγησαν τὴν πίστη τους στὸν Χριστό. Ἀμέσως τοὺς ἔριξαν στὴ φυλακή, τοὺς βασάνισαν καὶ τοὺς ἀποκεφάλισαν τὸ 330 μ.Χ. Ἔτσι, οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες ἔλαβαν τὸ στέφανο τῆς δικαιοσύνης καὶ τῆς δόξας τοῦ Θεοῦ.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Οἱ Ἅγιοι Δίδυμος, Νεμέσιος καὶ Ποτάμιος οἱ Μάρτυρες ἐκ Κύπρου 

Οἱ Ἅγιοι Δίδυμος, Νεμέσιος καὶ Ποτάμιος μαρτύρησαν στὴν Κύπρο. Δὲν ἔχουμε περισσότερες λεπτομέρειες γιὰ τὸν βίο τῶν Ἁγίων.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ἅγιος Ἀνιανός 

Ὁ Ἅγιος Ἀνιανὸς ἀναφέρεται σὲ ἄλλους Συναξαριστὲς ὡς Ἀνίνας. Δὲν ἔχουμε περισσότερες λεπτομέρειες γιὰ τὸν βίο τοῦ Ἁγίου.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ἅγιος Εὐτρόπιος 

Ὁ Ἅγιος Εὐτρόπιος ἑορτάζει στὶς 3 Μαρτίου ὅπου καὶ ὁ βίος του. Δὲν γνωρίζουμε γιατί ἐπαναλαμβάνεται ἡ μνήμη του σήμερα.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ὅσιος Πλωτίνος

Ὁ Ὅσιος Πλωτίνος κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη. Δὲν ἔχουμε περισσότερες λεπτομέρειες γιὰ τὸν βίο τοῦ Ἁγίου.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ὅσιος Βησσαρίων ὁ Θαυματουργός

Ὁ Ὅσιος Βησσαρίων γεννήθηκε στὴν Αἴγυπτο καὶ ἔζησε περὶ τὰ τέλη τοῦ 4ου καὶ ἀρχὲς τοῦ 5ου αἰῶνα μ.Χ. Διῆλθε τὸ βίο του στὴν ἔρημο τῆς Αἰγύπτου ὡς ἀσκητής. Ποτὲ δὲν ἀπέκτησε ἕνα ἔνδυμα. Ἐπὶ σαράντα ἡμέρες καὶ νύχτες στάθηκε ἀκλόνητος σὲ ἀκανθῶδες θάμνους, σὰν στῦλος, γιὰ νὰ ὑπερνικήσει τὸν ὕπνο, ἔχοντας τὰ χέρια καὶ τὸ βλέμμα στραμμένα πρὸς τὸν οὐρανό, τὴν δὲ ψυχή του ἑνωμένη μὲ τὸν Θεό. Ὁ Θεὸς τὸν τίμησε μὲ τὴν χάρη καὶ εὐλογία του, ἀφοῦ ἐπιτέλεσε μεγάλα θαύματα.

Τὰ Συναξάρια περιέχουν πολλὰ θαύματα τοῦ Ἁγίου. Ἔτσι ἀναφέρεται ὅτι ἔστησε τὸν ἥλιο καὶ ὅτι διερχόταν τοὺς ποταμοὺς χωρὶς νὰ βρέχεται, ὅπως ὁ Ἐλισσαῖος διέβη τὸν Ἰορδάνη καὶ ὅπως ὁ Προφήτης Ἠλίας κατεβίβασε βροχὴ καὶ πότισε τὴν διψασμένη καὶ ἄνυδρη γῆ.
Ὁ Ἅγιος Βησσαρίων, ἀφοῦ ἔφθασε σὲ βαθὺ γῆρας, κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη. Ἡ μνήμη του ἀναφέρεται, ἐπίσης στὶς 6 Ἰουνίου καὶ στὶς 29 Νοεμβρίου.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ἅγιος Ἀγάθων Πάπας Ρώμης

Ὁ Ἅγιος Ἀγάθων καταγόταν ἀπὸ τὸ Παλέρμο τῆς Ἰταλίας. Οἱ εὐσεβεῖς γονεῖς του δίδαξαν σὲ αὐτὸν κάθε γραφὴ θεόπνευστη καὶ ὠφέλιμη. Μετὰ τὸν θάνατό τους συγκέντρωσε ὅλο τὸν πλοῦτο του καὶ τὸν μοίρασε στοὺς πτωχούς. Ὁ ἴδιος, ἀφοῦ ἀναχώρησε καὶ ἡσύχαζε σὲ μοναστήρι, ἐκάρη μοναχὸς καὶ ὑπηρετοῦσε τὸν Θεὸ προσευχόμενος νύχτα καὶ ἡμέρα ὑπὲρ τοῦ σύμπαντος κόσμου. Τόσο πολὺ δὲ ἀγωνίσθηκε γιὰ τὴν ἀρετή, ὥστε ἔλαβε ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ τὸ χάρισμα νὰ κάνει θαύματα.

Ἐπειδὴ ὅμως ἡ ἀρετὴ δὲν διαφεύγει τῆς προσοχῆς, ἔγινε καὶ Πάπας τῆς Ρώμης τὸ ἔτος 678 μ.Χ. καὶ ἔλαβε ἐνεργὸ μέρος στὴν ΣΤ’ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, ἀποστέλλοντας τρεῖς ἀντιπροσώπους καὶ τρεῖς Ἐπισκόπους τῆς Ἰταλίας. Ἡ Σύνοδος αὐτή, συνῆλθε τὸ ἔτος 680 μ.Χ. στὴν Κωνσταντινούπολη, γιὰ νὰ καταδικάσει τὴν αἵρεση τῶν Μονοφυσιτῶν. Μεταξὺ τῶν καταδικασθέντων ἦταν καὶ ὁ προκάτοχος τοῦ Ἁγίου Ἀγάθωνος Ἐπίσκοπος Ρώμης Ὀνώριος Α’ (625 – 638 μ.Χ.)
Ὁ Ἅγιος Ἀγάθων κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 682 μ.Χ.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ὅσιος Κινδέος Ἐπίσκοπος Πισιδίας 

Ὁ Ὅσιος Κινδέος ἢ Κινδαῖος ἦταν Ἐπίσκοπος Πισιδίας καὶ κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη. Δὲν ἔχουμε περισσότερες λεπτομέρειες γιὰ τὸν βίο τοῦ Ὁσίου.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ἡ Ὁσία Μιλδρέδη ἐκ Βρετανίας

Ἡ Ὁσία Μιλδρέδη ἦταν θυγατέρα τοῦ βασιλέως Μέρεγουολ καὶ τῆς Ἐρμενμπούργκας, πριγκίπισσας τοῦ Κέντ. Ἀκολούθησε τὴν ὁδὸ τῆς μοναχικῆς πολιτείας καὶ ἐκάρη μοναχὴ στὴ μονὴ τοῦ Μίνστερ, ὅπου διετέλεσε καὶ ἡγουμένη, ἐγκατασταθεῖσα ὑπὸ τοῦ Θεοδώρου, Ἀρχιεπισκόπου Καντουαρίας, τοῦ ἐκ Ταρσοῦ τῆς Κιλικίας. Ἡ Ὁσία διακρίθηκε γιὰ τὴν πραότητα τοῦ χαρακτῆρος της καὶ τὴ φιλανθρωπική της δράση.
Κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 700 μ.Χ.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ὅσιος Ἀγάθων ὁ Θαυματουργός

Ὁ Ὅσιος Ἀγάθων ἔζησε στὴ Ρωσία κατὰ τὸν 14ο αἰῶνα μ.Χ. καὶ ἀσκήτεψε στὴ Μονὴ τῆς Μεγάλης Λαύρας τοῦ Κιέβου. Ὁ Θεὸς τὸν ἀξίωσε τοῦ προφητικοῦ χαρίσματος καὶ τοῦ ἔδωσε τὴ δύναμη νά θαυματουργεῖ.
Ὁ Ὅσιος Ἀγάθων κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη καὶ ἡ ἐκκλησιαστικὴ κανονικὴ πράξη τῆς ἀνακηρύξεώς του σὲ Ἅγιο ἔγινε ἀπὸ τὸν Ἅγιο Πέτρο Μογίλα, Μητροπολίτη Ρωσίας († 1 Ἰανουαρίου 1647), τὸ ἔτος 1643.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ἅγιος Κορνήλιος ὁ Ἱερομάρτυρας ἐκ Ρωσίας

Ὁ Ἅγιος Ἱερομάρτυς Κορνήλιος γεννήθηκε τὸ ἔτος 1501 στὴ Ρωσία ἀπὸ εὔπορη καὶ εὐγενὴ οἰκογένεια. Ἔλαβε τὴν ἐκπαίδευσή του κοντὰ σὲ ἕνα γέροντα μοναχὸ στὴ μονὴ Μιρὸζ τοῦ Πσκώφ, στὴν ὁποία τὸν ἀπέστειλαν οἱ εὐσεβεῖς γονεῖς του.

Μετὰ τὸ πέρας τῶν σπουδῶν του ἀποφάσισε νὰ ἀκολουθήσει τὴν ὁδὸ τῆς μοναχικῆς πολιτείας καὶ νὰ γίνει μοναχός. Τὴν ἀπόφασή του αὐτὴ πραγματοποίησε, μὲ τὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ, ὅταν ἐπισκέφθηκε τὴν Μονὴ τῶν Σπηλαίων τοῦ Πσκὼφ καὶ ἐντυπωσιάσθηκε ἀπὸ τὴν κατανυκτικότητα τῶν ἱερῶν Ἀκολουθιῶν καὶ τὸ κάλλος τῆς φύσεως.

Σὲ ἡλικία 28 ἐτῶν ἐξελέγη ἡγούμενος τῆς μονῆς καὶ μερίμνησε γιὰ τὴν κατὰ Θεὸ προκοπὴ καὶ αὔξηση αὐτῆς. Ἐπὶ τῶν ἡμερῶν του ὁ ἀριθμὸς τῶν μοναχῶν αὐξήθηκε ἀπὸ δεκαπέντε σὲ διακόσιους.

Παράλληλα ὁ Ὅσιος φρόντισε γιὰ τὴν ἀνακαίνιση τῆς μονῆς καὶ τὴν ἀνέγερση ναῶν ἐντὸς αὐτῆς καὶ καλλιέργησε τὸ φιλανθρωπικὸ ἔργο τῆς μονῆς στοὺς λαοὺς τῶν Αἰστιῶν καὶ τῶν Σαετίων, ποὺ ζοῦσαν στὴν περιοχή. Διάδωσε τὴν Ὀρθοδοξία, ἔκτισε ναούς, πανδοχεῖα, ὀρφανοτροφεῖα καὶ οἰκοτροφεῖα γιὰ τοὺς ἀσθενεῖς καὶ τοὺς πτωχούς. Κατὰ τὴν διάρκεια φοβεροῦ λοιμοῦ στὴν περιοχὴ τοῦ Πσκὼφ ὁ Ὅσιος Κορνήλιος, μιμούμενος τὸν Ἅγιο Ἰωάννη τὸν Ἐλεήμονα, συμπαραστεκόταν στοὺς ἀσθενεῖς φροντίζοντάς τους, τοὺς κοινωνοῦσε καὶ ἔψαλλε τὴν ἐξόδιο Ἀκολουθία σὲ ἐκείνους ποὺ ἀπέθνῃσκαν. Κατέγραφε μάλιστα τὰ ὀνόματα τὸν κεκοιμημένων σὲ ἕνα βιβλίο, ποὺ τὸ ἀποκαλοῦσε «πρυμναία βίβλο» ἀπὸ τὸν συμβολισμὸ τῆς πρύμνης τοῦ πλοίου, καὶ τὰ μνημόνευε στὶς προσευχές του, ἀφοῦ τὸ βιβλίο αὐτὸ γιὰ τὸν Ὅσιο σήμαινε τὴ μνήμη τῶν κεκοιμημένων.

Κατὰ τὸν Λιβονικὸ πόλεμο ὁ Ὅσιος κήρυττε τὸν Χριστιανισμὸ στὶς κατεχόμενες πόλεις, ἀνήγειρε ναοὺς καὶ βοηθοῦσε γενναιόδωρα τοὺς Αἰστίους καὶ Λιβονούς, οἱ ὁποῖοι χειμάζονταν ἀπὸ τὸν πόλεμο. Μέσα στὴ μονὴ περιποιόταν μὲ αὐταπάρνηση τοὺς τραυματίες καὶ ἀκρωτηριασμένους, ἐνταφίαζε τοὺς νεκροὺς στὰ σπήλαια καὶ χάραζε τὰ ὀνόματά τους στὸ Συνοδικὸ τῆς μονῆς ὑπὲρ τῆς αἰωνίας μνήμης αὐτῶν.

Ἀκόμη καὶ στὶς πολεμικὲς ἐπιχειρήσεις ὁ Ὅσιος δὲν δίστασε νὰ συμπαρασταθεῖ στοὺς πολεμιστές. Τὸ ἔτος 1570, εὐλόγησε τὰ Ρώσικα στρατεύματα ποὺ πολιορκοῦσαν τὴν πόλη τοῦ Θελὶν καὶ τὴν ἴδια μέρα οἱ πολιορκημένοι Γερμανοὶ παρέδωσαν πράγματι οἰκιοθελῶς τὴν πόλη.

Ἐπιπλέον, σὲ καιρὸ εἰρήνης, ὁ Ὅσιος Κορνήλιος ἀσχολήθηκε μὲ τὴν συγγραφὴ καὶ τὴ συλλογὴ βιβλίων γιὰ τὴν βιβλιοθήκη τῆς μονῆς.

Ἡ μονὴ τῶν Σπηλαίων ἀναδείχθηκε φάρος τῆς Ὀρθοδοξίας γιὰ τὸ Ρωσικὸ λαὸ καὶ προμαχώνας ἐναντίων τῶν ἐξωτερικῶν ἐχθρῶν τῆς Ρωσίας. Ὅμως ὁ Ὅσιος ἔπεσε θύμα τῶν ἐσωτερικῶν ταραχῶν ποὺ ξέσπασαν στὴ χώρα καὶ ἀποκεφαλίσθηκε ἀπὸ τὸν τσάρο Ἰβὰν τὸν Τρομερὸ τὸ ἔτος 1570, σὲ ἡλικία 69 ἐτῶν, ὅπως μᾶς πληροφορεῖ τὸ Χρονικὸ ποὺ συνέταξε ὁ ἱεροδιάκονος Πιτιρίμ.
Ὁ τσάρος ἀμέσως ἀναγνώρισε ὅτι ὁ Ὅσιος ἔπεσε θύμα διαβολῆς καὶ συκοφαντιῶν καὶ ἀφοῦ μετανόησε μετέφερε ὁ ἴδιος τὸ ἱερὸ λείψανο τοῦ Ὁσίου Κορνηλίου στὴ μονή. Ὁ δρόμος τὸν ὁποῖο διήνυσε ὁ τσάρος φέροντας στὰ χέρια του τὸ ματωμένο λείψανο τοῦ Ὁσίου ὀνομάσθηκε «ὁδὸς τοῦ αἵματος». Τὸ ἱερὸ σκήνωμα ἐνταφιάσθηκε στὴ μονὴ τῶν Σπηλαίων, ὅπου καὶ παρέμεινε ἄφθορο ἐπὶ 120 χρόνια. Τὸ ἔτος 1690 ἀνεκομίσθη ἀπὸ τὸν Μητροπολίτη Πσκὼφ καὶ Ἰζμπὸρκ Μάρκελλο στὸν καθεδρικὸ ναὸ τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου. Νέα ἀνακομιδὴ τῶν ἱερῶν λειψάνων ἔγινε κατὰ τὰ ἔτη 1872 καὶ 1892, ὁπότε καὶ τὰ ἐναπέθεσαν ἐντὸς νέων θηκῶν.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ἅγιος Μακάριος ὁ Ὁσιομάρτυρας καὶ ὁ σὺν αὐτῷ ἀναιρεθέντες

Ὁ Ἅγιος Μακάριος ἦταν ἡγούμενος στὴ μονὴ Βάλαμο καὶ ἀνηρέθη μαζὶ μὲ 34 δόκιμους μοναχοὺς τῆς μονῆς ἀπὸ τοὺς Λατίνους τὸ ἔτος 1578.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ἡ Ὁσία Φιλοθέη γεννήθηκε τὸ ἔτος 1522 μ.Χ. στὴν τουρκοκρατούμενη τότε Ἀθήνα. Οἱ εὐσεβεῖς γονεῖς της ὀνομάζονταν Ἄγγελος καὶ Συρίγα Μπενιζέλου. Ἡ μητέρα της ἦταν στείρα καὶ ἀπέκτησε τὴν Ἁγία μετὰ ἀπὸ θερμὴ καὶ συνεχὴ προσευχή.

Ὁ Κύριος ποὺ ἱκανοποιεῖ τὸ θέλημα ἐκείνων ποὺ Τὸν σέβονται καὶ Τὸν ἀγαποῦν, ἄκουσε τὴν δέησή της. Καὶ πράγματι, μία ἡμέρα ἡ Συρίγα μπῆκε κατὰ τὴν συνήθειά της στὸ ναὸ τῆς Θεοτόκου γιὰ νὰ προσευχηθεῖ καὶ ἀπὸ τὸν κόπο τῆς ἔντονης καὶ ἐπίμονης προσευχῆς τὴν πῆρε γιὰ λίγο ὁ ὕπνος. Τότε ἀκριβῶς εἶδε ἕνα θαυμαστὸ ὅραμα. Ἕνα φῶς ἰσχυρὸ καὶ λαμπρὸ βγῆκε ἀπὸ τὴν εἰκόνα τῆς Θεομήτορος καὶ εἰσῆλθε στὴν κοιλιά της. Ἔτσι ξύπνησε ἀμέσως καὶ ἔκρινε ὅτι τὸ ὅραμα αὐτὸ σήμαινε στὴν ἱκανοποίηση τοῦ αἰτήματός της. Ἔτσι κι ἔγινε. Ὕστερα ἀπὸ λίγο καιρὸ ἡ Συρίγα ἔμεινε ἔγκυος καὶ ἔφερε στὸν κόσμο τὴ μονάκριβη θυγατέρα της.

Μαζὶ μὲ τὴν Χριστιανικὴ ἀνατροφή, ἔδωσαν στὴν μοναχοκόρη τους καὶ κάθε δυνατή, γιὰ τὴν ἐποχὴ ἐκείνη, μόρφωση. Ἔτσι ἡ Ρηγούλα, αὐτὸ ἦταν τὸ ὄνομά της προτοῦ γίνει μοναχή, ὅσο αὔξανε κατὰ τὴν σωματικὴ ἡλικία, τόσο προέκοπτε καὶ κατὰ τὴν ψυχή, ὅπως λέει τὸ συναξάρι της.

Σὲ ἡλικία 14 χρονῶν, οἱ γονεῖς της τὴν πάντρεψαν μὲ ἕναν ἀπὸ τοὺς ἄρχοντες τῆς Ἀθήνας. Ἀργότερα, ἀφοῦ πέθαναν οἱ γονεῖς καὶ ὁ σύζυγός της, ᾖρθε ἡ ὥρα νὰ πραγματοποιήσει ἕνα μεγάλο πόθο της. Ἀφιερώνεται ἐξ ὁλοκλήρου στὸν Χριστό, γίνεται μοναχὴ καὶ παίρνει τὸ ὄνομα Φιλοθέη.

Κατ’ ἀρχήν, ὕστερα ἀπὸ ἐντολὴ τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέα τοῦ Πρωτόκλητου, τὸν ὁποῖο εἶδε σὲ ὅραμα, οἰκοδόμησε ἕνα γυναικεῖο μοναστήρι μὲ ἀρκετὰ κελιά, στὸ ὁποῖο καὶ ἔδωσε τὸ ὄνομα τοῦ Ἁγίου γιὰ νὰ τὸν τιμήσει. Στὸ μοναστήρι πρόσθεσε καὶ ἄλλα ἀναγκαῖα οἰκοδομήματα καὶ ἐκτάσεις καὶ τὸ προικοδότησε μὲ μετόχια καὶ ὑποστατικά, ποὺ ὑπερεπαρκοῦσαν γιὰ τὴ διατροφὴ καὶ συντήρηση τῶν μοναζουσῶν.

Τὸ μοναστήρι αὐτὸ τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέα σῳζόταν στὴν Ἀθήνα, μὲ τὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ, ἐπὶ πολλὰ ἔτη μετὰ τὴν κοίμηση τῆς Ἁγίας καὶ ἦταν πλουτισμένο, ὄχι μόνο μὲ ὑποστατικὰ καὶ διάφορα μετόχια, ἀλλὰ καὶ μὲ πολυειδὴ χρυσοΰφαντα ἱερατικὰ ἄμφια καὶ σκεύη, ἀπαραίτητα γιὰ τὶς ἐτήσιες ἱερὲς τελετὲς καὶ ἀγρυπνίες. Προπαντὸς ὅμως τὸ μοναστήρι σεμνυνόταν καὶ ἐγκαλλωπιζόταν  μὲ τὸ θησαυρὸ τοῦ τιμίου καὶ ἁγίου λειψάνου τῆς Ἁγίας, τὸ ὁποῖο ἦταν ἀποθησαυρισμένο καὶ ἀποτεθειμένο στὸ δεξιὸ μέρος τοῦ Ἱεροῦ Βήματος, ὅπου καὶ τὸ ἀσπάζονταν μὲ εὐλάβεια ὅλοι οἱ Χριστιανοί. Τὸ τίμιο λείψανο τῆς Ἁγίας σκορποῦσε εὐωδία, γεγονὸς ποὺ ἀποτελοῦσε ἐμφανὴ μαρτυρία καὶ ἀπόδειξη τῆς ἁγιότητας αὐτῆς.

Τὸ παράδειγμά της, λοιπόν, νὰ ἀφιερωθεῖ στὸν Χριστό, τὸ ἀκολουθοῦν καὶ ἄλλες νέες. Σὲ λίγο διάστημα, ἡ μονὴ ἔφθασε νὰ ἔχει διακόσιες ἀδελφές. Ἡ μονὴ τῆς Ὁσίας Φιλοθέης γίνεται πραγματικὸ λιμάνι. Ἐκεῖ βρίσκουν προστασία ὅλοι οἱ ταλαιπωρημένοι ἀπὸ τὴν σκλαβιά. Ἐκεῖ οἱ ἄρρωστοι βρίσκουν θεραπεία, οἱ πεινασμένοι τροφή, οἱ γέροντες στήριγμα καὶ τὰ ὀρφανὰ στοργή.

Ἡ Ὁσία, παρὰ τὶς ἀντιδράσεις τῶν Τούρκων, οἰκοδομεῖ διάφορα φιλανθρωπικὰ ἱδρύματα, νοσηλευτήρια, ὀρφανοτροφεῖα, «σχολεῖα διὰ τοὺς παῖδας τῶν Ἀθηναίων, διὰ ν’ ἀνοίξῃ τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτῶν πρὸς τὴν παράδοσιν καὶ τὴν δόξαν τῶν προγόνων των». Πρωτοστατεῖ σὲ ὅλα αὐτὰ τὰ ἔργα ἡ ἡγουμένη Φιλοθέη. Διδάσκει μὲ τὰ λόγια καὶ μὲ τὴ ζωή της. Στηρίζει τοὺς πονεμένους σκλάβους μὲ τὴν προσευχή της. Ἰδιαίτερες εἶναι οἱ φροντίδες της γιὰ νὰ σώσει ἀπὸ τὸν ἐξισλαμισμὸ ἢ τὴν ἁρπαγὴ τῶν Τούρκων τὶς νέες Ἑλληνίδες.

Ἡ ὅλη ὅμως δράση τῆς Ἁγίας Φιλοθέης ἐξαγρίωσε κάποτε τοὺς Τούρκους. Κάποια στιγμὴ τὴν συλλαμβάνουν καὶ ἐκείνη μὲ πνευματικὴ ἀνδρεία ὁμολογεῖ: «Ἐγὼ διψῶ νὰ ὑπομείνω διάφορα εἴδη βασανιστηρίων γιὰ τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, τὸν ὁποῖο λατρεύω καὶ προσκυνῶ μὲ ὅλη μου τὴν ψυχὴ καὶ τὴν καρδιά, ὡς Θεὸ ἀληθινὸ καὶ ἄνθρωπο τέλειο καὶ θὰ σᾶς χρωστάω μεγάλη εὐγνωμοσύνη ἂν μπορεῖτε μία ὥρα πρωτύτερα νὰ μὲ στείλετε πρὸς Αὐτὸν μὲ τὸ στεφάνι τοῦ μαρτυρίου». Ὕστερα ἀπὸ τὴν ἡρωικὴ αὐτὴ ἀπάντηση πρὸς τοὺς κατακτητές, ὅλοι πίστευαν ὅτι ἡ πανευτυχὴς καὶ φερώνυμη Φιλοθέη ἐντὸς ὀλίγου θὰ ἐτελειοῦτο διὰ τοῦ μαρτυρικοῦ θανάτου. Ὅμως, κατὰ θεία βούληση, τὴν τελευταία σχεδὸν στιγμὴ πρόφθασαν κάποιοι Χριστιανοὶ καὶ καταπράϋναν τὸν ἡγεμόνα μὲ διάφορους τρόπους. Ἔτσι πέτυχαν νὰ ἐλευθερώσουν τὴν Ἁγία.

Ἀφεθεῖσα πλέον ἐλεύθερη, ἡ Ἁγία Φιλοθέη, ἐπέστρεψε ἀναίμακτη στὸ μοναστήρι της, ὅπως ἐπὶ Μεγάλου Κωνσταντίνου ὁ μυροβλύτης Νικόλαος καὶ πολλοὺς αἰῶνες ἀργότερα ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς. Φρόντιζε δέ, ὄχι μόνο γιὰ τὴ σωτηρία τῆς δικῆς της ψυχῆς ἀλλὰ καὶ τῶν ἄλλων, ἀφοῦ τοὺς μὲν ἐνάρετους τοὺς στερέωνε στὴν ἀρετή, τοὺς δὲ ἁμαρτωλοὺς τοὺς βελτίωνε ἠθικὰ καὶ τοὺς ὁδηγοῦσε στὴ μετάνοια. Καὶ ἀποκλειστικὰ γιὰ τὸ σκοπὸ αὐτὸ πέρασε στὴ νῆσο Τζιὰ (Κέα), ὅπου πρὸ πολλοῦ εἶχε οἰκοδομήσει μετόχι, γιὰ νὰ ἀποστέλλει ἐκεῖ τὶς μοναχὲς ἐκεῖνες ποὺ φοβοῦνταν γιὰ διαφόρους λόγους νὰ διαμένουν στὴν Ἀθήνα. Στὴν Τζιὰ ἔμεινε ἀρκετὸ χρόνο καὶ κατήχησε θεαρέστως τὶς ἀσκούμενες ἀδελφὲς στὴν ἀκριβὴ τήρηση τῶν κανόνων τῆς μοναστικῆς ζωῆς. Μόλις τελείωσε τὸ ἔργο της ἐκεῖ, ἐπέστρεψε καὶ πάλι στὴν Ἀθήνα.

Ἔτσι λοιπόν, ἡ Ἁγία Φιλοθέη, ἀφοῦ ἔφθασε στὴν τελειότητα καὶ στὴν πράξη καὶ στὴν θεωρία, ἀξιώθηκε ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ ἐπιτελεῖ θαύματα, ἀπὸ τὰ ὁποῖα, πρὸς ἀπόδειξη τοῦ θαυματουργικοῦ της χαρίσματος, θὰ μνημονεύσουμε ἕνα μόνο, τὸ ἀκόλουθο: Ζοῦσε στὴν ἐποχή της ἕνας νέος, ποιμένας προβάτων, ὁ ὁποῖος ἀπὸ πολὺ μικρὸς εἶχε συνηθίσει στὶς κλεψιὲς καὶ στὶς ρᾳδιουργίες. Ὁ νέος αὐτός, κατὰ παραχώρηση τοῦ Θεοῦ, κυριεύθηκε ἀπὸ τὸν Σατανᾶ. Ἐξ αἰτίας τούτου περιφερόταν στὰ βουνὰ καὶ στὶς σπηλιὲς γυμνὸς καὶ τετραχηλισμένος , θέαμα ὄντως ἐλεεινό. Πολλὲς φορές, ὅταν συνερχόταν ἀπὸ τὴν τρέλα, στὴν ὁποία τὸν εἶχε ὁδηγήσει ὁ Σατανᾶς, σύχναζε στὰ γύρω μοναστήρια γιὰ νὰ βρεῖ θεραπεία στὴν ἀσθένειά του. Δὲν μποροῦσε ὅμως νὰ πετύχει τίποτε. Κάποιοι, ποὺ τὸν εὐσπλαγχνίστηκαν, τὸν ὁδήγησαν στὴν Ἁγία Φιλοθέη ἡ ὁποία, ὕστερα ἀπὸ πολὺ καὶ ἐκτενὴ προσευχὴ τὸν λύτρωσε ἀπὸ ἐκείνη τὴ διαβολικὴ μάστιγα. Ἔπειτα, ἀφοῦ τὸ νουθέτησε ἀρκετά, τὸν εἰσήγαγε καὶ στὴν τάξη τῶν μοναχῶν. Καὶ ἔτσι ὁ νέος ἐκεῖνος, ἀφοῦ ἐκάρη μοναχός, πέρασε τὸ ὑπόλοιπο τῆς ζωῆς του μὲ μετάνοια καὶ ἄσκηση, θαυμαζόμενος ἀπ’ ὅλους.

Μάταια οἱ Τοῦρκοι προσπαθοῦν νὰ ἀνακόψουν τὴν δράση της. Ὥσπου μία νύχτα, στὶς 2 Ὀκτωβρίου τοῦ ἔτους 1588, πῆγαν στὸ μονύδριο ποὺ εἶχαν οἰκοδομήσει στὰ Πατήσια (ἔτυχε τότε νὰ ἑορτάζεται ἡ μνήμη τοῦ ἁγίου ἱερομάρτυρος Διονυσίου τοῦ Ἀρεοπαγίτου καὶ ἡ Ἁγία μαζὶ μέ τὶς ἄλλες ἀδελφὲς βρίσκονταν στὸν ἱερὸ ναὸ ἐπιτελώντας ὁλονύκτια ἀγρυπνία) καὶ πέντε ἀπὸ αὐτοὺς ἀνέβηκαν στὸν ἐξωτερικὸ τοῖχο καὶ πήδησαν μέσα στὴν αὐλή. Στὴν συνέχεια εἰσέβαλαν στὸ ναό, ὅπου ἅρπαξαν τὴν Ἁγία καὶ τὴν μαστίγωσαν μὲ μανία καὶ βαναυσότητα. Τὸ ἀσκητικό της σῶμα δὲν ἄντεξε πολύ. Ἡ Δορκὰς τῶν Ἀθηνῶν ὑπέκυψε.
Εἴκοσι ἡμέρες μετὰ ἀπὸ τὴν κοίμηση τῆς Ἁγίας, ὁ τάφος της εὐωδίαζε. Ἀκόμη, ὅταν μετὰ ἀπὸ ἕνα ἔτος ἔγινε ἡ ἀνακομιδή, τὸ τίμιο λείψανό της βρέθηκε σῶο καὶ ἀκέραιο. Ἐπιπλέον ἦταν γεμάτο μὲ εὐωδιαστὸ μύρο, τρανὴ καὶ λαμπρὴ ἀπόδειξη τῆς θεάρεστης καὶ ἐνάρετης πολιτείας της, πρὸς δόξα καὶ αἶνο τοῦ Θεοῦ καὶ καύχημα τῆς πίστεώς μας. Τὸ ἱερὸ λείψανό της βρίσκεται σήμερα στὸν Μητροπολιτικὸ Ναὸ τῶν Ἀθηνῶν.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Ὅσιων τὴν ἔλλαμψιν, εἰσδεδεγμένη σεμνή, τὴν πόλιν ἐφαίδρυνας, τῶν Ἀθηναίων τῇ σῇ, ἀσκήσει καὶ χάριτι· σὺ γὰρ ἐν εὐποιΐαις, διαλάμπουσα Μῆτερ, ἤθλησας δι’ ἀγάπην, εὐσεβῶς τοῦ πλησίον· διό σε ὦ Φιλοθέη, Χριστὸς ἐδόξασε.

 

Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Φιλοθέως ἤνυσας τὴν βιοτήν σου, Φιλοθέη πάνσεμνε, καὶ τῶν Μαρτύρων κοινωνός, ὡς ἐναθλήσασα γέγονας, Ὁσιομάρτυς· διὸ εὐφημοῦμέν σε.

 

Μεγαλυνάριον.
Χαίροις τεθλιμμένων ἡ ἀρωγή, καὶ κινδυνευόντων, προστασία ἡ ἀσφαλής, Μῆτερ Φιλοθέη, Χριστοῦ Ὁσιομάρτυς, Ὁσίων καὶ Μαρτύρων, ἡ ἰσοστάσιος.

Οἱ Ἅγιοι Ἄρχιππος, Φιλήμων καὶ Ἀπφίας οἱ Ἀπόστολοι

Καὶ οἱ τρεῖς Ἅγιοι Ἀπόστολοι Ἀπφίας ἢ Ἀπφίων, Ἄρχιππος καὶ Φιλήμων συναριθμοῦνται μεταξὺ τῶν Ἁγίων Ἑβδομήκοντα Ἀποστόλων, τῶν ὁποίων ἡ Σύναξη ἑορτάζει ἡ Ἐκκλησία στὶς 4 Ἰανουαρίου.

Περὶ τῆς Ἁγίας Ἀπφίας ἀναφέρει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος στὴν πρὸς Φιλήμονα ἐπιστολή: «καὶ Ἀπφίᾳ τῇ ἀγαπητῇ». Συνεμαρτύρησε μετὰ τῶν Ἀποστόλων Φιλήμονος, Ἀρχίππου καὶ Ὀνισήμου ἐπὶ αὐτοκράτορα Νέρωνος (54 – 68 μ.Χ.) καὶ φέρεται ὡς σύζυγος τοῦ Ἀποστόλου Φιλήμονος.

Ὁ Ἀπόστολος Ἄρχιππος, ἦταν μαθητὴς τοῦ Ἀποστόλου Παύλου εἰς Κολοσσάς. Τελειώθηκε μαρτυρικὰ ἐπὶ Νέρωνος († 19 Φεβρουαρίου, 22 Νοεμβρίου). Ὁ Ἀπόστολος τῶν Ἐθνῶν τὸν κατήχησε καὶ τὸν βάπτισε Χριστιανό. Γρήγορα, ὅμως, λόγω τῆς προθυμίας, τοῦ ζήλου καὶ τῆς εὐσέβειάς του, ἀποδείχθηκε σὲ συστρατιώτη τοῦ Ἀποστόλου, ὁ ὁποῖος τὸν ἀναφέρει στὶς πρὸς Φιλήμονα καὶ πρὸς Κολοσσαεῖς ἐπιστολές του. Ἀργότερα συλλαμβάνεται μὲ διαταγὴ τοῦ ἐπάρχου Ἀνδροκλέους καὶ πιέζεται νὰ ἀρνηθεῖ τὴν πίστη του. Ὁ Ἄρχιππος ὅμως ἀρνεῖται καὶ γι’ αὐτὸ ὑποβάλλεται σὲ βασανιστήρια, τὰ ὁποῖα ἀντὶ νὰ τὸν πτοοῦν, τὸν ἐνδυναμώνουν. Τέλος ὁ διὰ λιθοβολισμοῦ θάνατος, χάρισε στὸν Ἀπόστολο Ἄρχιππο τὸ στέφανο τῆς δόξας.

Ὁ Ἀπόστολος Φιλήμων, Ἐπίσκοπος Γάζης, ἦταν μαθητὴς τοῦ Ἀποστόλου Παύλου καὶ τελειώθηκε μαρτυρικὰ στὶς Κολοσσὲς ἐπὶ Νέρωνος († 19 Φεβρουαρίου, 22 Νοεμβρίου). Κατὰ τὸν ψευδὸ – Δωρόθεο ἦταν ἕνας ἀπό τούς ἑβδομήκοντα Ἀποστόλους τοῦ Κυρίου καὶ ὁ παραλήπτης τῆς ἐπιστολῆς τοῦ Ἀποστόλου Παύλου πρὸς Φιλήμονα. Κατὰ τὶς Ἀποστολικὲς Διαταγὲς (πV, 46) ὁ μαθητὴς αὐτὸς τοῦ Κυρίου ἔγινε Ἐπίσκοπος ὄχι Γάζης ἀλλὰ τῶν Κολοσσῶν.
Ὁ ἡγεμόνας Ἀνδροκλὴς ὑπέβαλε σὲ διάφορα φρικτὰ βασανιστήρια τοὺς Ἀποστόλους Φιλήμονα καὶ Ἀπφία. Ἔτσι καὶ οἱ Ἅγιοι αὐτοὶ Ἀπόστολοι ἐτελειώθησαν καὶ ἔλαβαν τοὺς στέφανους τοῦ μαρτυρίου.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Ὡς προσπελάσας ὁλικῇ διαθέσει, τῷ τῶν ἀρρήτων μυητῇ καὶ ἐπόπτῃ, τῶν Ἀποστόλων σύσκηνος ἐδείχθης σοφέ· ὅθεν τὸν τῆς πίστεως, θεῖον λόγον κηρύξας, ἔτεμες τοῖς τρόποις σου, τὰ φυτὰ τῆς κακίας, καὶ ἐναθλήσας Ἄρχιππε στερρῶς, δικαιοσύνης, ἐδέξω τὸν στέφανον.

 

Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Ὡς ἀστέρα μέγαν σε ἡ Ἐκκλησία, κεκτημένη Ἄρχιππε, ταῖς τῶν θαυμάτων σου βολαῖς, φωτιζομένη κραυγάζει σοι· Σῶσον τοὺς πίστει, τιμῶντας τὴν μνήμην σου.

 

Μεγαλυνάριον.
Χαίροις Ἀποστόλων ὁ κοινωνός, καὶ τῆς ἀληθείας, φυτοκόμος ὁ ἱερός· χαίροις Παρακλήτου, τὸ ἔμψυχον ταμεῖον, Ἀπόστολε καὶ Μάρτυς, τοῦ Λόγου Ἄρχιππε.

Οἱ Ἅγιοι Μάξιμος, Θεόδοτος, Ἡσύχιος καὶ Ἀσκληπιοδότη οἱ Μάρτυρες 

Οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες τοῦ Χριστοῦ Μάξιμος, Θεόδοτος, Ἡσύχιος καὶ Ἀσκληπιοδότη περιερχόμενοι σὲ κάθε πόλη καὶ κάθε χώρα, κήρυτταν μὲ παρρησία τὸ Εὐαγγέλιο. Ὁμολογοῦσαν ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ ἀληθινὸς Θεὸς καὶ Κύριος τοῦ παντὸς καὶ δημιουργὸς τοῦ κόσμου, ἐνῷ τὰ εἴδωλα εἶναι ἔργα χειρῶν καὶ δημιουργήματα τῶν ἀνθρώπων, κατασκευασμένα μὲ πέτρες καὶ ξύλα. Γι’ αὐτὸ συνελήφθησαν ἀπὸ τοὺς εἰδωλολάτρες καὶ παραδόθηκαν στὸν Ἄρχοντα τῆς χώρας καὶ βασανίσθηκαν, γιὰ νὰ ἀρνηθοῦν τὸν Χριστὸ καὶ νὰ προσκυνήσουν τὰ εἴδωλα. Ἐπειδὴ ὅμως δὲν πείθονταν, σύρονταν σιδηροδέσμιοι ἀπὸ πόλη σὲ πόλη, καὶ μάχονταν μὲ τὰ θηρία. Τὰ θηρία ὅμως δὲν τόλμησαν νὰ πλησιάσουν τοὺς Ἁγίους καὶ ἔτσι αὐτοὶ διαφυλάχθηκαν σῶοι καὶ ἀβλαβεῖς. Ἔπειτα μὲ σιδερένια νύχια τοὺς ἔγδαραν καὶ τέλος ἀφοῦ ἄναψαν μεγάλο καμίνι, τοὺς ἔριξαν μέσα σὲ αὐτό, ἐνῷ αὐτοὶ ἔψαλλαν χαίροντες. Καὶ εὐχαριστώντας τὸν Ἅγιο Θεὸ παρέδωσαν τὶς Ἅγιες καὶ μακάριες ψυχές τους στὸν Κύριο καὶ ἔλαβαν τὸ στέφανο τοῦ μαρτυρίου.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Οἱ Ὅσιοι Εὐγένιος καὶ Μακάριος οἱ Ὁμολογητές

Οἱ Ὅσιοι Πατέρες Εὐγένιος καὶ Μακάριος συνελήφθησαν ἐπὶ ἀτοκράτορα Ἰουλιανοῦ τοῦ Παραβάτου (361 – 363 μ.Χ.), ἐνώπιον τοῦ ὁποίου διεκήρυξαν μὲ πνευματικὴ ἀνδρεία ὅτι ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς εἶναι ὁ ἀληθινὸς Θεὸς καὶ ἔλεγξαν τὸν εἰδωλολάτρη αὐτοκράτορα γιὰ τὶς δοξασίες του.

Ἀμέσως ὁ Ἰουλιανὸς ἔδωσε ἐντολὴ νὰ τοὺς βασανίσουν. Ἀφοῦ τοὺς κρέμασαν, τοὺς ἔβαλαν πάνω σὲ πυρακτωμένη σχάρα. Ὅμως οἱ Ἅγιοι μὲ τὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ διαφυλάχθηκαν σῶοι καὶ ἀβλαβεῖς. Ὕστερα ἀπὸ αὐτὸ ὁ Ἰουλιανὸς τοὺς ἐξόρισε στὴν Μαυριτανία.

Ἐκεῖ ἔφθασαν σὲ ἕνα τόπο, ὅπου ἀσκήτευαν καὶ ζοῦσαν μὲ προσευχὴ καὶ νηστεία. Οἱ κάτοικοι ὅμως τῆς περιοχῆς τοὺς συνέστησαν νὰ φύγουν ἀπὸ ἐκεῖ, διότι στὸν τόπο ἐκεῖνο ὑπῆρχε ἕνας δράκοντας. Οἱ Ὅσιοι δὲν φοβήθηκαν, ἀλλὰ προσευχήθηκαν μὲ θέρμη στὸν Θεὸ καὶ ἀμέσως τὸ θαῦμα ἔγινε. Κεραυνὸς ἀπὸ τὸν οὐρανὸ ἔπεσε καὶ κατέκαψε τὸν δράκοντα.
Μετὰ ἀπὸ αὐτὸ τὸ γεγονὸς καὶ ἀφοῦ οἱ Ὅσιοι ἔζησαν γιὰ λίγο καιρό, κοιμήθηκαν μὲ εἰρήνη παραδίδοντες τὶς ἅγιες ψυχές τους στὸν Κύριο.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ὅσιος Ραβουλᾶς 

Ὁ Ὅσιος Ραβουλᾶς γεννήθηκε στὰ Σαμόσατα τῆς Συρίας καὶ ἔζησε ἐπὶ τῶν αὐτοκρατόρων Ζήνωνος τοῦ Ἰσαύρου (474 – 475, 476 – 491 μ.Χ.), Ἀναστασίου Α’ (491 – 518 μ.Χ.) καὶ Ἰουστινιανοῦ Α’ (527 – 565 μ.Χ.). Ἐκπαιδεύτηκε ἀπὸ τὸν διδάσκαλο Βαρυψαβᾶ καὶ ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἄλλη παιδεία καὶ μόρφωση ὁ Ὅσιος ἔμαθε καὶ τὴν συριακὴ γλῶσσα.

Στὴ συνέχεια ἔγινε μοναχὸς καὶ ἀπομονώθηκε στὰ ὄρη καὶ τὰ σπήλαια, γιὰ νὰ ἐπιδοθεῖ στὴν προσευχὴ καὶ τὴν ἄσκηση καὶ ζοῦσε ὅπως ὁ Ἰωάννης ὁ Βαπτιστὴς καὶ ὁ Προφήτης Ἠλίας. Ἀκολούθως ἦλθε στὴ Φοινίκη, ὅπου ἵδρυσε κοινόβιο καὶ ἀργότερα μὲ τὴν συνδρομὴ τοῦ αὐτοκράτορα Ζήνωνος καὶ τοῦ Ἐπισκόπου Βηρυττοῦ Ἰωάννου ἔκτισε μονή, ἡ ὁποία ἀναδείχθηκε, σὲ ἱεραποστολικὸ κέντρο γιὰ τὴ διάδοση τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ στοὺς εἰδωλολάτρες.

Ὅταν πέθανε ὁ αὐτοκράτορας Ζήνων, διάδοχός του ἔγινε ὁ Ἀναστάσιος ὁ Δίκορος. Ὁ Ὅσιος Ραβουλᾶς μὲ τὴν βοήθεια τοῦ νέου βασιλέως ἔκτισε στὴν Κωνσταντινούπολη νέα μονή, ποὺ προσαγορεύεται μονὴ τοῦ Ραβουλᾶ.
Ὅταν ὁ Ὅσιος ὑπερέβη τὰ ὀγδόντα του χρόνια τελείωσε τὸ βίο του μὲ εἰρήνη ψιθυρίζοντας τὸν λόγο τοῦ Κυρίου: «Δεῦτε πρὸς μὲ πάντες οἱ κοπιῶντες καὶ πεφορτισμένοι, κἀγῶ ἀναπαύσω ὑμᾶς».

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ὅσιος Κόνων

 Ὁ Ὅσιος Κόνων ἔζησε κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἰουστινιανοῦ Α’ (527 – 565 μ.Χ.) καὶ καταγόταν ἀπὸ τὴν Κιλικία τῆς Μικρᾶς Ἀσίας. Σὲ νεαρὴ ἡλικία ἔγινε μοναχὸς στὴ μονὴ τοῦ Πενθουκλᾶ, ἡ ὁποία βρισκόταν κοντὰ στὸν Ἰορδάνη ποταμό. Ὅταν ὁ Πατριάρχης Ἱεροσολύμων Πέτρος (524 – 552 μ.Χ.) πληροφορήθηκε τὴν θερμὴ εὐσέβεια καὶ τὴν ἀρετὴ τοῦ Ὁσίου Κόνωνος, τοῦ ἀνέθεσε τὴ διακονία νὰ βαπτίζει στὸν Ἰορδάνη ποταμὸ ὅσους ἔρχονταν νὰ δεχθοῦν ἐκεῖ τὸ Ἅγιο Βάπτισμα.

Ὁ Ὅσιος Κόνων κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη σὲ βαθὺ γῆρας.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ὅσιος Σωφρόνιος

Ὁ Ὅσιος Σωφρόνιος, σύμφωνα μὲ μερικοὺς Συναξαριστές, ἦταν Ἐπίσκοπος καὶ κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ἅγιος Ἱεροσλάβος ὁ Σοφὸς 

Ὁ Ἅγιος Ἱεροσλάβος γεννήθηκε τὸ ἔτος 978 μ.Χ. καὶ ἦταν μεγάλος πρίγκιπας τοῦ Κιέβου. Λαβῶν ὡς ἀφορμὴ τὸ φόνο κάποιου ἐπιφανοῦς Ρώσου ἐμπόρου στὴν Κωνσταντινούπολη, ἀπέστειλε κατὰ τοῦ Βυζαντίου, κατὰ τὶς ἀρχὲς τοῦ 1043, τὸν υἱό του Βλαδίμηρο μὲ 400 πλοῖα, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐπέβαιναν ἑκατὸ χιλιάδες ἄνδρες Ρώσοι καὶ μισθοφόροι «ἀπὸ τῶν κατοικούντων ἐν ταῖς προσαρκτίοις τοῦ Ὠκεανοῦ νήσοις ἐθνῶν», ὅπως γράφει ὁ Γεώργιος Κεδρηνός.

Ὁ αὐτοκράτορας Κωνσταντίνος Θ’ ὁ Μονομάχος (1042 – 1054), ἀφοῦ παρέταξε τὸ Βυζαντινὸ στόλο ἔξω ἀπὸ τὸν λιμένα τοῦ Φάρου (σήμερα καλεῖται Ρούμελη Καβάκ), ἀπέστειλε πρέσβεις πρὸς τὸν Βλαδίμηρο προτείνοντας συμβιβασμό. Ἐκεῖνος ὅμως ἀντιπρότεινε τέτοιους ὅρους, ὥστε ἡ συνεννόηση κατέστη ἀδύνατη. Ὁ αὐτοκράτορας Κωνσταντίνος διέταξε τότε τὸ ναύαρχο Βασίλειο Θεοδωροκάνο νὰ εἰσέλθει μὲ τρία πλοῖα στὸ λιμένα, γιὰ νὰ προκαλέσει αὐτούς. Οἱ Ρώσοι τράπηκαν σὲ φυγὴ καὶ τὰ περισσότερα πλοῖα τους καταποντίσθηκαν. Ὅσοι ἀπὸ ἐκείνους ποὺ κατέφυγαν στὴν ξηρὰ κατόρθωσαν νὰ γλιτώσουν τὴν σφαγή, προχώρησαν μὲ τὰ πόδια διὰ τῆς Θρᾴκης πρὸς τὴν πατρίδα τους. Ἀλλὰ πρὶν φθάσουν στὸν ποταμὸ Δούναβη, τοὺς ἐπιτέθηκε, κοντὰ στὴν Βάρνα, ὁ στρατηγὸς Κεκαυμένος καὶ τοὺς φόνευσε, πλὴν 800 ποὺ αἰχμαλωτίσθηκαν καὶ ἀπεστάλησαν δέσμιοι στὴν Κωνσταντινούπολη.

Τρία χρόνια μετὰ τὴν ἐπιδρομὴ ἐκείνη ὁ Ἱεροσλάβος συνομολόγησε εἰρήνη μετὰ τοῦ Βυζαντίου.

Κατὰ τὸ ἔτος 1017 συνέβη τρομακτικῶν διαστάσεως πυρκαγιὰ στὸ Κίεβο, ἡ ὁποία ἀποτέφρωσε τὸ μέγιστο τμῆμα τῆς πόλεως καὶ πολλοὺς ναούς. Μεταξὺ τῶν καταστραφέντων ἀπὸ τὴ φωτιὰ ναῶν ὑπῆρξε προφανῶς καὶ ὁ ναὸς τοῦ Θεοῦ Σοφίας, ὁ ὁποῖος πρέπει νὰ ἀνακατασκευάστηκε ἀπὸ τὸν Ἅγιο Ἱεροσλάβο ἀμέσως μετὰ τὴν καταστροφή.

Κατὰ τὸν ἐμφύλιο πόλεμο μεταξὺ τῶν υἱῶν τοῦ Ἁγίου Βλαδιμήρου († 15 Ἰουλίου) γιὰ τὴ διαδοχὴ στὴν ἐξουσία τοῦ μεγάλου ἡγεμόνος τοῦ Κιέβου, ὁ ἡττηθεῖς Σβιατοπόλκος ζήτησε τὴ βοήθεια τοῦ ἡγεμόνα τῆς Πολωνίας Βολεσλάβου. Ὁ Βολεσλάβος νίκησε τὸν Ἅγιο Ἱεροσλάβο καὶ διευκόλυνε τὴν κατάληψη τοῦ Κιέβου ἀπὸ τὸν Σβιατοπόλκο, ὁ ὁποῖος ὅμως τελικὰ ὑποκίνησε ἐπανάσταση τῶν Κιεβινῶν γιὰ τὴ δυναμικὴ ἐκδίωξη τῶν Πολωνῶν. Ἡ κατάληψη τοῦ Κιέβου ἀπὸ τοὺς Πολωνοὺς χρονολογεῖται κατὰ τὸ ἔτος 1018.

Ὁ Ἅγιος θεμελίωσε τὸ ἔτος 1037 σὲ ἄλλο τόπο τὸν καὶ σήμερα σῳζόμενο μεγαλοπρεπὴ ναὸ τῆς τοῦ Θεοῦ Σοφίας, βυζαντινοῦ τύπου, ὁ ὁποῖος κατασκευάσθηκε ἀπὸ Βυζαντινοὺς ἔμπειρους μάστορες τῆς τέχνης διὰ τῆς βυζαντινῆς κατασκευαστικῆς μεθόδου τῆς λιθοδομῆς, ὡς καὶ τὸ ναὸ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου.

Ἀπὸ τὴν ἐποχὴ αὐτὴ θεμελιώνεται ἡ ἀδιάκοπη συνέχεια τῆς Βυζαντινῆς Ἱεραποστολῆς στὴ Ρωσία καὶ ἡ κανονικὴ ὀργανικὴ ἔνταξη τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρωσίας στὸ διοικητικὸ σῶμα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου.

Μετὰ τὴν κοίμηση τοῦ Μητροπολίτου Κιέβου Θεοπέμπτου, περὶ τὸ 1048, ἡ Μητρόπολη Κιέβου χήρεψε γιὰ τρία χρόνια. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Ἅγιος Ἱεροσλάβος συνεκάλεσε Σύνοδο τῶν Ἀρχιερέων τῆς Ρωσίας, ἡ ὁποία πιθανότατα ἐξέλεξε Μητροπολίτη Κιέβου τὸ μοναχὸ τοῦ Μπερέστοβο Ἰλαρίωνα. Ὁ Μητροπολίτης Ἰλαρίων ζήτησε τὴν ἐπικύρωση καὶ εὐλογία ἀπὸ τὸν Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως.
Ὁ Ἅγιος Ἱεροσλάβος κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 1054 καὶ ἡ Ἐκκλησία τιμᾶ τὴν μνήμη του καὶ στὶς 28 Φεβρουαρίου.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ἅγιος Νικήτας ὁ νέος Ἱερομάρτυρας

Ἡ κυρίως μνήμη τοῦ Ἁγίου Ἱερομάρτυρος Νικήτα τοῦ Νέου, τιμᾶται στὶς 4 Ἀπριλίου ὅπου καὶ ὁ βίος του.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ἡ Ὁσία Μαρία τοῦ Ὅλονετς 

Ἡ Ὁσία Μαρία γεννήθηκε κατὰ τὸν 19ο αἰῶνα μ.Χ. στὸ χωριὸ Περεντίνο τῆς ἐπαρχίας Σταράγια τοῦ Νόβγκοροντ ἀπὸ εὐσεβεῖς καὶ φιλόθεους γονεῖς. Ὁ πατέρας της ὀνομαζόταν Βασίλειος Σωφρόνωφ καὶ ἀξιώθηκε νὰ ἀποκτήσει ἀκόμη τέσσερα παιδιά, δύο υἱοὺς καὶ δύο θυγατέρες. Ἀπὸ μικρὴ ἡλικία ἡ Μαρία διδάχθηκε τὸ Ὡρολόγιο καὶ τὸ Ψαλτήρι. Τὰ βράδια τοῦ χειμῶνα καθόταν καὶ διάβαζε τοὺς Βίους τῶν Ἁγίων, ἐνῷ τὴ νύχτα σηκωνόταν κρυφὰ καὶ σχεδὸν ἀθόρυβα πήγαινε μπροστὰ στὶς ἱερὲς εἰκόνες καὶ ἔκανε μετάνοιες.

Τὰ χρόνια περνοῦσαν, ἀλλὰ ἡ Μαρία δὲν ἀποφάσιζε νὰ κάνει τὴ δική της οἰκογένεια. Ἐπισκεπτόταν τακτικὰ τὰ μοναστήρια καὶ τοὺς ἀσκητὲς ποὺ ζοῦσαν στὰ δάση πέρα ἀπὸ τὸν ποταμὸ Λόβατ. Κάποιος ἀπὸ τοὺς ἅγιους ἐκείνους Γέροντες τὴ συμβούλεψε νὰ βαδίσει πρὸς τὸ βορά, στὴ λίμνη Βέϊζ, ὅπου ζοῦσε ὁ ἐρημίτης π. Ἡσαΐας, ὁ θεῖος της. Ἐκεῖνος θὰ τὴν καθοδηγοῦσε στὸ δρόμο τῆς σωτηρίας. Ἔτσι ἡ Ὁσία Μαρία ξεκίνησε γιὰ τὸ Ὅλονετς, γιὰ νὰ πάρει τὴν εὐλογία τοῦ πατρὸς Ἡσαΐου. Ἐκεῖ καὶ ἔμεινε, γιὰ νὰ σκητέψει, μέσα σὲ μία καλύβα.

Μετὰ τρία χρόνια ἀσκήσεως καὶ προσευχῆς ἦλθαν νέοι πειρασμοί. Ἡ Ὁσία ἀναγκάστηκε νὰ ἐγκαταλείψει τὴν καλύβα της καὶ νὰ περιπλανιέται στὰ δάση καὶ στὴν ἔρημο. Ἔτσι ἔφθασε μετὰ ἀπὸ πολλὲς ταλαιπωρίες γιὰ προσκύνημα στὴ Σταυρούπολη τοῦ Καυκάσου, ἀναζητώντας ἕνα ἡσυχαστικὸ καταφύγιο σὲ μία χαράδρα.
Μετὰ ἀπὸ πολὺ ἄσκηση καὶ προσευχὴ ἔφθασε ὁ καιρὸς νὰ παραδώσει τὴν ἁγία της ψυχὴ στὸν Κύριο, ποὺ τόσο ἀγάπησε. Ἡ ψυχή της χωρίσθηκε ἀπὸ τὸ σῶμα τῆς Ἁγίας τὸ ἔτος 1860.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ἅγιος Λέων γεννήθηκε στὴ Ρώμη περὶ τὰ τέλη τοῦ 4ου αἰῶνος μ.Χ. καὶ ἔζησε στὰ χρόνια τῶν βασιλέων Μαρκιανοῦ καὶ Πουλχερίας (450 – 457 μ.Χ.). Διετέλεσε διάκονος τῶν Ἐπισκόπων Ρώμης Καλλίστου καὶ Σίξτου (432 – 440 μ.Χ.) καὶ ἐξαιτίας τῆς πολλῆς ἀρετῆς, τῆς συνέσεως καὶ τῆς καθαρότητας τοῦ βίου του χειροτονήθηκε Ἐπίσκοπος Ρώμης στὶς 29 Σεπτεμβρίου τοῦ ἔτους 440 μ.Χ.

Κατὰ τὴν Δ’ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, ποὺ συνῆλθε στὴ Χαλκηδόνα, τὸ ἔτος 451 μ.Χ., προσέφερε μεγάλη ὑπηρεσία στὴν ὀρθόδοξη ἀλήθεια διὰ τῆς ἐνεργοῦ καὶ φωτισμένης συμβολῆς του. Ἀπέστειλε σὲ αὐτὴν τέσσερις ἀντιπροσώπους του, ἡ δὲ ἐπιστολὴ τὴν ὁποία ἀπηύθυνε πρὸς τὴ Σύνοδο καθόριζε μὲ ὅλη τὴν ἀκρίβεια καὶ τὸ φωτισμὸ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος τὴ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας περὶ τοῦ προσώπου τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ τὶς δύο φύσεις τοῦ Κυρίου, τὴ θεία καὶ τὴν ἀνθρώπινη.
Ὁ Ἅγιος Λέων κοιμήθηκε σὲ βαθὺ γῆρας στὶς 10 Νοεμβρίου 460 μ.Χ. μὲ εἰρήνη καὶ ἡ Σύναξή του ἐτελεῖτο στὴ Μεγάλη Ἐκκλησία.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.

Θείας πίστεως, ὀρθοδοξίᾳ, ὑπεστήριξας, τὴν Ἐκκλησίαν, ὡς πολύφωνον τοῦ πνεύματος ὄργανον· ἐκ γὰρ Δυσμῶν ἀναλάμψας ὡς ἥλιος, αἱρετικῶν τὴν ἀπάτην ἐμείωσας· Λέων Ὅσιε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

 

Ἕτερο Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. δ’.
Ὀρθοδοξίας ὁδηγέ, εὐσεβείας Διδάσκαλε καὶ σεμνότητος, τῆς οἰκουμένης ὁ φωστήρ, τῶν ὀρθοδόξων θεόπνευστον ἐγκαλλώπισμα, Λέον σοφέ, ταῖς διδαχαῖς σου πάντας ἐφώτισας, λύρα τοῦ Πνεύματος, Πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, σωθήναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

 

Κοντάκιον. Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Ἐπὶ θρόνου ἔνδοξε, ἱερωσύνης καθίσας, καὶ λεόντων στόματα, τῶν λογικῶν ἀποφράξας, δόγμασιν, ἐν θεοπνεύστοις σεπτῆς Τριάδος, ηὔγασας, φῶς τῇ σῇ ποίμνῃ θεογνωσίας· διὰ τοῦτο ἐδοξάσθης, ὡς θεῖος μύστης Θεοῦ τῆς χάριτος.

 

Μεγαλυνάριον.
Βρυχήματι Λέον βασιλικῷ τῶν θεοτυπώτων, καὶ σοφῶν σου ὑποθηκῶν, ὡς θῶας καὶ λύκους, αἱρετικῶν τὰ σμήνη, τῆς θεολέκτου ποίμνης, σκορπίζεις πάντοτε. 

Οἱ Ἅγιοι Λέων καὶ Παρηγόριος οἱ Μάρτυρες οἱ ἐν Πατάροις τῆς Λυκίας Ἀθλήσαντες

Οἱ Συναξαριστὲς σημειώνουν ὅτι οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες Λέων καὶ Παρηγόριος συνελήφθησαν στὰ Πάταρα τῆς Λυκίας. Πρῶτος συνελήφθη ὁ Ἅγιος Παρηγόριος, ὁ ὁποῖος μαρτύρησε διὰ πολλῶν καὶ ποικίλων βασάνων. Ὁ Ἅγιος Λέων προσευχόταν στὸν τόπο, ὅπου ἔριξαν τὸ λείψανο τοῦ Ἁγίου Παρηγορίου καὶ ἔκλαιγε γιὰ τὸν θάνατο τοῦ ἀγαπημένου του φίλου καὶ Μάρτυρα, ἐπιθυμώντας νὰ ἀκολουθήσει καὶ αὐτὸς τὴν ὁδὸ τοῦ μαρτυρίου. Καὶ ἡ εὐκαιρία βρέθηκε.
Σὲ κάποια ἑορτὴ τῶν Ἐθνικῶν ὁ Λέων πλησίασε στὸν εἰδωλολατρικὸ ναὸ καὶ συνέτριψε τὰ κηροπήγια καὶ τοὺς λύχνους τῶν εἰδώλων, ἐνῷ ἔψαλε ὕμνους πρὸς τὸν Κύριο. Ἀμέσως συνελήφθη καὶ ὁδηγήθηκε στὸν ἡγεμόνα τοῦ τόπου, ἐνώπιον τοῦ ὁποίου ὁμολόγησε τὴν πίστη του στὸν Χριστό. Ἀμέσως τὰ βασανιστήρια ἄρχισαν. Τὸν χτύπησαν μὲ βούνευρα καὶ τὸν ἔσυραν σὲ γκρεμό, ὅπου τὸν ἔριξαν. Ἔτσι ἔλαβε τὸ στέφανο τοῦ μαρτυρίου ὁ ἀθλητὴς τοῦ Χριστοῦ Λέων.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ὅσιος Ἀγαπητὸς ὁ Ὁμολογητής καὶ Θαυματουργὸς Ἐπίσκοπος Σινάου 

Ὁ Ὅσιος Ἀγαπητὸς καταγόταν ἀπὸ τὴν Καππαδοκία καὶ γεννήθηκε ἀπὸ εὐσεβεῖς καὶ φιλόθεους γονεῖς. Ἔζησε κατὰ τὴν ἐποχὴ τῶν αὐτοκρατόρων Διοκλητιανοῦ (284 – 305 μ.Χ.) καὶ Μαξιμιανοῦ (285 – 305 μ.Χ.). Σὲ νεαρὴ ἡλικία ἀναχώρησε γιὰ μοναστήρι κοντὰ στὴ Σίναο καὶ ἔγινε μοναχός. Ἀγαπήθηκε ἀπὸ τὸν Ἡγούμενο, ἐξαιτίας τῆς ἐνάρετης ζωῆς του καὶ διδάχθηκε τὰ ἱερὰ γράμματα. Ἔλαβε δὲ ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ τὸ χάρισμα τῶν θαυμάτων. Μὲ τὴν προσευχὴ θανάτωσε δράκοντα μεγάλο, ποὺ φανερώθηκε κοντὰ στὸ μοναστήρι καὶ ἀφάνιζε ἀνθρώπους καὶ ζῶα καὶ εὐεργετοῦσε τοὺς προστρέχοντες σὲ αὐτόν.

Ἀργότερα, ἐπὶ αὐτοκράτορα Λικινίου (308 – 323 μ.Χ.), ὁ Ὅσιος Ἀγαπητὸς προσελήφθη στὸ στράτευμα. Ἐκεῖ εἶδε νὰ βασανίζονται γιὰ τὴν πίστη τους στὸν Χριστὸ οἱ καλλίνικοι Μάρτυρες Βικτώριος, Δωρόθεος, Θεόδουλος, Ἀγρίππας καὶ ἄλλοι πολλοί. Ἀμέσως θέλησε καὶ αὐτὸς νὰ γίνει κοινωνὸς τοῦ μαρτυρίου τους. Καὶ ἐνῶ ἐκεῖνοι ἐτελειώθησαν ἐν Χριστῷ διὰ τοῦ ξίφους, αὐτὸς διαφυλάχθηκε σῶος καὶ ἀβλαβής, ἂν καὶ τὸν κτύπησαν μὲ ἀκόντιο, κατ’ οἰκονομία Θεοῦ, γιὰ νὰ ὁδηγήσει πολλοὺς στὴ σωτηρία.

Μετὰ τὴν στρατιωτικὴ θητεία καὶ ὅταν πλέον αὐτοκράτορας ἦταν ὁ Μέγας Κωνσταντίνος (324 – 337 μ.Χ.), ὁ Ἅγιος Ἀγαπητὸς ἐπιδόθηκε στὴ μελέτη τοῦ ἱεροῦ Εὐαγγελίου καὶ ὁ Ἐπίσκοπος τῆς πόλεως Σινάου τὸν χειροτόνησε Πρεσβύτερο. Μετὰ τὴν κοίμηση τοῦ Ἐπισκόπου του καὶ ὕστερα ἀπὸ κοινὴ γνώμη κλήρου καὶ λαοῦ, ἐξελέγη Ἐπίσκοπος.
Ὁ Ὅσιος Ἀγαπητὸς ἀφοῦ ἀρχιεράτευσε θεοφιλῶς, κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Οἱ Ἅγιοι Ἀγρίππας, Βικτωρίνος, Δωρόθεος καὶ Θεόδουλος οἱ Μάρτυρες 

Οἱ Ἅγιοι αὐτοὶ Μάρτυρες, μαρτύρησαν ἐπὶ βασιλείας Λικινίου (308 – 323 μ.Χ.). Δὲν ἔχουμε περισσότερες λεπτομέρειες γιὰ τὸν βίο τῶν Ἁγίων.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ἅγιος Πιούλιος ὁ Μάρτυρας 

Ὁ Ἅγιος Μάρτυς Πιούλιος μαρτύρησε διὰ ξίφους.
Δὲν ἔχουμε περισσότερες λεπτομέρειες γιὰ τὸν βίο τοῦ Ἁγίου.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ὅσιος Κοσμᾶς ὁ ἐκ Ρωσίας 

Ὁ Ὅσιος Κοσμᾶς τοῦ Γιαχρὸμ γεννήθηκε στὴ Ρωσία τὸν 15ο αἰῶνα μ.Χ. Ἀρχικὰ ἦταν ὑπηρέτης κάποιου εὐγενοῦς, τὸν ὁποῖο φρόντιζε κατὰ τὸν χρόνο τῆς ἀσθένειάς του καὶ τοῦ διάβαζε βιβλία.

Κάποτε, ὅταν ὁ Ὅσιος ταξίδευε, ἐμφανίσθηκε σὲ αὐτὸν στὴ δασώδη περιοχὴ τοῦ ποταμοῦ Γιαχρόμ, ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος λέγοντάς του νὰ γίνει μοναχὸς καὶ νὰ ἀνεγείρει μονή. Ἔτσι ὁ Ὅσιος μετέβη στὸ Κίεβο, ὅπου ἐκάρη μοναχὸς στὴ μονὴ τῶν Σπηλαίων καὶ κατόπιν ἐπέστρεψε στὸ Γιαχρόμ, γιὰ νὰ κτίσει ναὸ ἀφιερωμένο στὴν Κοίμηση τῆς Θεοτόκου.

Μὲ τὴν βοήθεια τῶν Χριστιανῶν τῆς περιοχῆς ἔκτισε τὸ ναὸ καὶ ἵδρυσε μονὴ τῆς ὁποίας ἐξελέγη ἡγούμενος.
Ὁ Ὅσιος Κοσμᾶς κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη σὲ βαθὺ γῆρας τὸ ἔτος 1492 καὶ ἐνταφιάσθηκε στὴ μονὴ τὴν ὁποία εἶχε ἱδρύσει. Ἡ μνήμη του ἑορτάζεται καὶ στὶς 18 Ὀκτωβρίου, ἡμέρα τῆς ἑορτῆς τῆς εἰκόνος τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου τοῦ Γιαχρόμ.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ἅγιος Νικόλαος Πατριάρχης Γεωργίας 

Ὁ Ἅγιος Νικόλαος ἀρχιεράτευσε κατὰ τὰ ἔτη 1584 – 1591 ὡς Πατριάρχης τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Γεωργίας.
Δὲν ἔχουμε περισσότερες λεπτομέρειες γιὰ τὸν βίο τοῦ Ἁγίου.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ἅγιος Θεόδωρος ὁ Τήρων καταγόταν ἀπὸ τὸ χωριὸ Ἀμάσεια στὴ Μαύρη Θάλασσα, ποὺ ὀνομαζόταν Χουμιαλὰ καὶ ἔζησε κατὰ τοὺς χρόνους τῶν αὐτοκρατόρων Μαξιμιανοῦ (286 – 305 μ.Χ.), Γαλερίου (305 – 311 μ.Χ.) καὶ Μαξιμίνου (305 – 312 μ.Χ.). Ὀνομάζεται Τήρων, διότι κατετάγη στὸ στράτευμα τῶν Τηρώνων, δηλαδὴ τῶν νεοσυλλέκτων, διοικούμενο ὑπὸ τοῦ πραιπόσιτου Βρίγκα.

Διαβλήθηκε στὸν πραιπόσιτο ὡς Χριστιανὸς καὶ κλήθηκε σὲ ἐξέταση. Ἐκεῖ ὁμολόγησε τὴν πίστη του στὸν Χριστὸ χωρὶς δισταγμό. Ὁ διοικητὴς Βρίγκας δὲν θέλησε νὰ προχωρήσει στὴν σύλληψη καὶ τιμωρία τοῦ Ἁγίου Θεοδώρου, ἀλλὰ τὸν ἄφησε νὰ σκεφθεῖ καὶ νὰ τοῦ ἀπαντήσει λίγο ἀργότερα. Πίστευε ὅτι ὁ Θεόδωρος θὰ ἄλλαζε καὶ θὰ θυσίαζε στὰ εἴδωλα. Ὁ Μεγαλομάρτυς, ὄχι μόνο παρέμεινε ἀδιάσειστος στὴν πίστη του, ἀλλὰ ἔκαψε καὶ τὸ ναὸ τῆς μητέρας τῶν θεῶν Ρέας, μετὰ τοῦ εἰδώλου αὐτῆς. Ἀμέσως τότε συνελήφθη καὶ ρίχθηκε ἀπὸ τοὺς εἰδωλολάτρες σὲ πυρακτωμένη κάμινο, ὅπου καὶ τελειώθηκε μαρτυρικά.
Ἡ Σύναξη τοῦ Ἁγίου Μεγαλομάρτυρα Θεοδώρου τοῦ Τήρωνος ἐτελεῖτο στὸ ἁγιότατο Μαρτύριό του, τὸ ὁποῖο βρισκόταν στὴν περιοχὴ τοῦ Φωρακίου ἢ Σφωρακίου, τὸ Σάββατο τῆς Α’ ἑβδομάδος τῶν Νηστειῶν, δηλαδὴ τὴν ἡμέρα ποὺ ὁ Ἅγιος ἔκανε τὸ θαῦμα τῶν κολλύβων σώζοντας τὸν ὀρθόδοξο λαὸ ἀπὸ τὰ μιασμένα εἰδωλόθυτα, τὰ ὁποῖα ἐπρόκειτο ἀπὸ ἄγνοια νὰ φάει.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος β’.
Μεγάλα τὰ τῆς πίστεως κατορθώματα! ἐν τῇ πηγῇ τῆς φλογός, ὡς ἐπὶ ὕδατος ἀναπαύσεως, ὁ Ἅγιος Μάρτυς Θεόδωρος ἠγάλλετο· πυρὶ γὰρ ὁλοκαυτωθείς, ὡς ἄρτος ἡδύς, τῇ Τριάδι προσήνεκται. Ταῖς αὐτοῦ ἱκεσίαις, Χριστὲ ὁ Θεός, σῶσον τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

 

Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ’. Αὐτόμελον.
Πίστιν Χριστοῦ ὡσεὶ θώρακα, ἔνδον λαβὼν ἐν καρδίᾳ σου, τὰς ἐναντίας δυνάμεις κατεπάτησας Πολύαθλε, καὶ στέφει οὐρανίῳ, ἐστέφθης αἰωνίως ὡς ἀήττητος.

 

Μεγαλυνάριον.
Δῶρον πολυτίμητον καὶ τερπνόν, ἀθλήσας προσήχθης, τῷ δοξάσαντί σε λαμπρῶς· ὅθεν ἐδωρήθης, θερμότατος προστάτης, τῇ Ἐκκλησίᾳ πάσῃ, Τήρων Θεόδωρε.

Ἡ Ἁγία Μαριάμνη ἡ Ἰσαπόστολος ἀδελφὴ τοῦ Ἁγίου Φιλίππου τοῦ Ἀποστόλου

Ἡ Ἁγία παρθένος Μαριάμνη καταγόταν ἀπὸ τὴν Βηθσαϊδᾶ τῆς Γαλιλαίας, τὴν πατρίδα καὶ τῶν ἀποστόλων Ἀνδρέου καὶ Πέτρου. Ἀπὸ τοὺς εὐλαβεὶς καὶ ἐνάρετους γονεῖς της κληρονόμησε τόσο αὐτή, ὅσο καὶ ὁ ἀδελφός της Φίλιππος τὸν πλοῦτο τῆς εὐσέβειάς των. Μετὰ τὴν κλήση μάλιστα τοῦ ἀδελφοῦ της στὸ ἀποστολικὸ ἀξίωμα, ὁλόκληρη ἡ οἰκογένεια ἄρχισε νὰ ζεῖ ἐντονότερα τὸν πόθο τῆς σωτηρίας. Ἡ διδασκαλία τοῦ Κυρίου τὴν ὁποία παρακολουθοῦσε ὅσες φορὲς μποροῦσε, βοήθησε τὴν εὐλαβὴ κόρη ἀπὸ τὰ πρῶτα χρόνια τῆς ζωῆς της νὰ προσηλωθεῖ στοῦ Θεοῦ τὸ θέλημα καὶ αὐτὸ νὰ κάμει βίωμα καὶ ζωή της. Ἡ ἰδιαίτερη πρὸς τὸν Κύριο ἀγάπη της, τὴν ἔσπρωξε μὲ ἐπιμονὴ νὰ ἀρνηθεῖ πολλὲς προτάσεις γάμου καὶ νὰ προτιμήσει ἐλεύθερη ἀπὸ οἰκογενειακὲς ὑποχρεώσεις, νὰ ἀκολουθήσει τὸν ἀδελφό της στὴν ἱεραποστολική του προσπάθεια καὶ πορεία.

Μετὰ τὴν ἐπιφοίτηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ὁ ἀδελφὸς τῆς Ἁγίας, Φίλιππος, ὅπως καὶ οἱ ἄλλοι ἀπόστολοι, ξεκίνησε γιὰ νὰ μεταφέρει καὶ αὐτὸς τὸ μήνυμα τῆς σωτηρίας ἐκεῖ ὅπου ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ τὸν εἶχε καλέσει. Μὲ πίστη καὶ πυρωμένη καρδιὰ ὁ πνευματέμφορος αὐτὸς ἐργάτης τῆς νέας πίστεως, συνοδευόμενος πάντα ἀπὸ τὸν φίλο του Βαρθολομαῖο καὶ τὴν ἀδελφή του Μαριάμνη προχώρησε γιὰ νὰ κηρύξει τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ σὲ διάφορες πόλεις καὶ ἐπαρχίες τῆς Μικρᾶς Ἀσίας. Μὲ ὅπλο της τὸν ἔνθεο ζῆλο καὶ τὴ φλογερὴ ἀγάπη καὶ αὐταπάρνηση ἀκολουθεῖ καὶ ἡ ἁγνὴ παρθένος Μαριάμνη τοὺς δύο Ἀποστόλους στὴ μακρινὴ τους πορεία. Μαζί τους μοιράζεται τὶς χαρὲς καὶ τὶς λῦπες τῆς ἱεραποστολῆς, καθὼς καὶ τὰ πολλὰ βασανιστήρια ἀπὸ τὴ μανία καὶ τὴν ἀγριότητα τῶν εἰδωλολατρῶν.

 

Παρὰ τὶς δυσκολίες, τὶς ἀφάνταστες δυσκολίες ποὺ συναντοῦσαν ὅπου πήγαιναν, ἡ ἱεραποστολικὴ ὁμάδα κήρυξε τὸ Εὐαγγέλιο τῆς νέας ζωῆς σὲ πολλὲς πόλεις τῆς Λυδίας, Φρυγίας καὶ Παμφυλίας ποὺ εἶναι ἐπαρχίες τῆς Μικρᾶς Ἀσίας. Μὲ τὰ πολλὰ θαύματα μὲ τὰ ὁποῖα ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ παραχωροῦσε νὰ συνοδεύεται τὸ κήρυγμα τῶν Ἀποστόλων, ἡ ἐπιτυχία τῆς ὁμάδος ὑπῆρξε πολὺ μεγάλη. Ἀλλὰ καὶ τὰ μαρτύρια καὶ βασανιστήρια ἀφάνταστα. Σ' αὐτὸ φυσικὰ εἶχε καὶ ἡ ἁγνὴ κόρη τὸ μερίδιό της. Μερίδιο ἀνάλογο τῆς προσφορᾶς της καὶ τοῦ ζήλου της.

 

Πολλοὶ συνηθίζουν νὰ ἀποκαλοῦν ἀσθενὲς τὸ γυναικεῖο φῦλο. Κι εἶναι τοῦτο μία πραγματικότητα στὶς περιπτώσεις ποὺ ἡ γυναῖκα εἶναι ἀποκομμένη ἀπὸ τὴν πηγὴ τῆς δυνάμεως, τὸν Χριστό. Ὅταν ὅμως αὐτὴ εἶναι συνδεδεμένη μὲ τὸν κραταιὰ καὶ παντοδύναμο Δημιουργό, τότε συμβαίνει ὅλως διόλου τὸ ἀντίθετο. Τότε καὶ ἡ λεπτὴ καὶ ἀδύνατη κόρη γίνεται μὲ τὴ μυστικὴ δύναμη ποὺ τῆς χαρίζει Ἐκεῖνος, πανίσχυρη. Τότε ἐξαίσια κατορθώματα βλέπουμε νὰ ἐπιτελοῦνται καὶ ἀπὸ τοὺς πιὸ ἀσθενεῖς ὀργανισμούς. Κάτι τέτοιο βλέπουμε νὰ γίνεται στὴ ζωὴ καὶ τοὺς ἀγῶνες χιλιάδων νεαρῶν γυναικῶν τοῦ μαρτυρολογίου τῆς Ἐκκλησίας μας. Σὲ ὅλες αὐτὲς τὶς γυναῖκες εὑρίσκει πλήρη τὴν ἐφαρμογή του ὁ λόγος τοῦ μεγάλου Πατρὸς τῆς Ἐκκλησίας μας τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου, «Οὐδὲν ἰσχυρότερον γυναικὸς εὐλαβοῦς καὶ συνετῆς». Κάτι παρόμοιο βλέπουμε νὰ γίνεται καὶ στὴ ζωὴ τῆς παρθένου Μαριάμνης γιὰ τὴν ὁποίαν ὁμιλοῦμε.

 

'Ὕστερα ἀπὸ πολλὰ χρόνια ἔντονης ἐργασίας ἡ εὐλογημένη ὁμάδα τῶν ἱεραποστόλων μας ἔφθασε καὶ στὴν Ἱεράπολη τῆς Φρυγίας. Τὸ κήρυγμα τῶν Ἀποστόλων συγκέντρωνε κάθε φορὰ πολλοὺς ἀκροατές. Κάθε βράδυ πλήθη ἀπὸ Ἕλληνες ἔτρεχαν νὰ ἀκούσουν τὸ κήρυγμα καὶ νὰ βαπτισθοῦν. Οἱ λόγοι τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ ποὺ εἶχε πεῖ στὸν Φίλιππο καὶ τὸν Ἀνδρέα, ὅταν αὐτοὶ τὸν πλησίασαν ἐκεῖ ποὺ δίδασκε καὶ τοῦ ἀνέφεραν ὅτι μερικοὶ Ἕλληνες προσήλυτοι στὸν Ἰουδαϊσμὸ ἤθελαν νὰ Τὸν ἰδοῦν, ἄρχισαν νὰ πραγματοποιοῦνται. «Ἐλήλυθεν ἡ ὥρα, ἵνα δοξασθεῖ ὁ Υἱὸς τοῦ ἄνθρωπου» (Ἰωάν. ιβ’ 29) εἶχε πεῖ τότε ὁ Κύριος. Ἔφτασε δηλαδὴ ἡ ὁρισμένη ἀπὸ τὸν Θεὸ ὥρα, γιὰ νὰ δοξαστεῖ ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου. Νὰ δοξαστεῖ μὲ τὴ σταύρωση καὶ τὴν ἀνάληψή Του καὶ νὰ ἀναγνωριστεῖ ὡς Μεσσίας καὶ Λυτρωτὴς ἀπὸ τοὺς Ἕλληνες, ποὺ τὴ στιγμὴ ἐκείνη ἀντιπροσώπευαν ὅλο τὸν ἐθνικὸ κόσμο. Εὐλογημένη καὶ μεγάλη ὑπῆρξε ἡ ἡμέρα ἐκείνη.

Εὐλογημένη καὶ μεγάλη, γιατί ὁ ἐρχομὸς τῶν Ἑλλήνων στὴν πίστη τὴν χριστιανική, σήμαινε καὶ προανήγγελλε τὸν θρίαμβο τῆς νέας θρησκείας. Τὸ φούντωμα τοῦ χριστιανισμοῦ στὶς διάφορες πόλεις τῆς Ἑλληνικῆς τότε Μικρᾶς Ἀσίας ἦταν ἑπόμενο νὰ ἐξεγείρει ἐνάντια στοὺς ζηλωτὲς ἐργάτες καὶ διδασκάλους τῆς νέας πίστεως ἄγριο τὸ μῖσος καὶ τὴ μανία τοῦ πονηροῦ. Ἕνα βράδυ λοιπόν, ἐκεῖ ποὺ ὁ ἀπόστολος Φίλιππος μιλοῦσε καὶ τὰ πλήθη τῶν παρευρισκομένων κρεμόντουσαν λὲς ἀπὸ τὰ χείλη του, μερικοὶ φανατικοὶ εἰδωλολάτρες ἅρπαξαν τὸν Φίλιππο καὶ τοὺς συνεργάτες του καὶ ἀφοῦ τοὺς βασάνισαν σκληρὰ τοὺς ὁδήγησαν στοὺς ἄρχοντες. Μία ψευτοδίκη ποὺ ἔγινε ἀμέσως κατέληξε στὴν ἀπόφαση ὁ Φίλιππος νὰ θανατωθεῖ καὶ οἱ ἄλλοι νὰ βασανισθοῦν. Οἱ δήμιοι ποὺ περίμεναν ἅρπαξαν τὸν Ἀπόστολο καὶ ἀφοῦ τὸν βασάνισαν, τὸν ἔδεσαν ἀπὸ τοὺς ἀστραγάλους καὶ τὸν κρέμασαν σ’ ἕνα δένδρο μὲ τὸ κεφάλι πρὸς τὰ κάτω. Τὸ ἴδιο ἔκαμαν ἀργότερα καὶ στὸν Βαρθολομαῖο καὶ τὴ Μαριάμνη.

Τὰ πλήθη τῶν εἰδωλολατρῶν μὲ φωνὲς καὶ ὕβρεις παρακολουθοῦν τὸ μαρτύριο τῶν ὑπηρετῶν τοῦ Κυρίου ἐνῷ αὐτοὶ καὶ ἀπὸ τῆς θέσεώς των δὲν παύουν νὰ προσεύχονται καὶ νὰ ἐκζητοῦν ἀπὸ τὸν Πανάγαθο Θεὸ μὲ ὅλη τους τὴν ψυχὴ νὰ τοὺς συγχωρήσει.

Οἰκτίρμων καὶ ἐλεήμων ὁ Κύριος, ἀλλὰ καὶ τιμωρός. Ἐκεῖ ποὺ οἱ ἐχθροὶ τοῦ Χριστοῦ διασκεδάζουν καὶ χαίρονται μὲ τὸ μαρτύριο τῆς Μαριάμνης καὶ τῶν Ἀποστόλων, ἔξαφνα ἕνας σεισμὸς συντάραξε τὴ γῆ καὶ ἕνας μεγάλος ἀριθμὸς τῶν παρευρισκομένων καταχώσθηκε στὸ βάραθρο ποὺ ἄνοιξε μπροστά τους. Μὲ κλάματα καὶ σπαρακτικὲς φωνὲς ὅσοι εἶχαν μείνει ἔξω ἀπὸ τὸ χάσμα μετανοιωμένοι παρακαλοῦν τοὺς μάρτυρες νὰ τοὺς συγχωρήσουν καὶ νὰ ζητήσουν ἀπὸ τὸν Θεό τους νὰ τοὺς σπλαγχνισθεῖ. Ἐπειδὴ ἡ μετάνοια τους ἦταν εἰλικρινὴς ὁ Πανάγαθος τοὺς σπλαγχνίστηκε καὶ σταμάτησε τὸν σεισμό, τοὺς δὲ καταχωσθέντες ἔβγαλε ἔξω ἀπὸ τὸ βάραθρο. Σ’ αὐτὸ ἔμεινε μόνον ὁ ἀνθύπατος καὶ ἡ γυναῖκα του Ἔχιδνα γιὰ παραδειγματισμὸ ὅλων. Τὴν ἴδια ὥρα μία θαυμαστὴ ὀπτασία ἔδωκε ἀκόμη μία ἀπόδειξη τῆς θείας του δυνάμεως. Μία κλίμακα φάνηκε ἐκεῖ νὰ ἑνώνει τὴ γῆ μὲ τὸν οὐρανό. Αὐτὴ ἦταν ἡ ὁδὸς τῆς σωτηρίας γι’ αὐτούς. Τὰ πλήθη τρομαγμένα ἔτρεξαν καὶ κατέβασαν τὴν Μαριάμνη καὶ τὸν Βαρθολομαῖο ἀπὸ τὸ μέρος ποὺ ἦσαν κρεμασμένοι. Ὁ Φίλιππος συνέχισε νὰ τοὺς διδάσκει καὶ νὰ τοὺς προτρέπει νὰ μετανοήσουν καὶ νὰ βαπτισθοῦν. Πρὶν προλάβουν νὰ τὸν κατεβάσουν ἡ ἁγία ψυχή του πέταξε στὸν οὐρανό, στὴ χώρα τῆς αἰωνιότητας.


Ὁ ἀπόστολος Βαρθολομαῖος καὶ ἡ Μαριάμνη μὲ σεβασμὸ πῆραν τὸ λείψανο καὶ τὸ ἔθαψαν ραίνοντάς το μὲ τὰ δάκρυα τῆς στοργῆς καὶ τῆς εὐγνωμοσύνης τῶν βαπτισθέντων καὶ τῆς ἰδικῆς των ἀγάπης. Ὁ Βαρθολομαῖος, ἀφοῦ τακτοποίησε τὰ τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἱεραπόλεως ἐγκατέστησε ἐκεῖ ἐπίσκοπο κάποιο Στάχυ καὶ συνοδευόμενος ἀπὸ τὴ Μαριάμνη προχώρησε πρὸς τὴ Λυκαονία κηρύττοντας τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ. Ἀργότερα μετέβη στὶς Ἰνδίες ὅπου συνέχισε τὸ ἔργο του, καὶ ὅπου εἶχε μαρτυρικὸ τέλος μὲ σταυρικὸ θάνατο. Ἡ Μαριάμνη μετὰ τὴ Λυκαονία ἐπέστρεψε στὴν Παλαιστίνη στὰ μέρη τοῦ Ἰορδάνου ὅπου καὶ κοιμήθηκε εἰρηνικά.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ἅγιος Αὐξίβιος Ἐπίσκοπος Σόλων Κύπρου 

Ὁ ἱερὸς καὶ φλογερὸς αὐτὸς ἐργάτης τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ καταγόταν ἀπὸ τὴ Ρώμη καὶ ἔζησε στὰ χρόνια τῶν Ἀποστόλων. Οἱ γονεῖς του ἦσαν πλούσιοι, ἀλλὰ εἰδωλολάτρες. Εἶχαν δύο παιδιά, τὸν Αὐξίβιο καὶ ἕναν ἄλλο, τὸν Θεμισταγόρα, ποὺ ἦταν πιὸ μικρός.

 

Ὁ Αὐξίβιος εἶχε ὡραῖο καὶ ἐπιβλητικὸ παράστημα ἀγαποῦσε δὲ πολὺ τὰ γράμματα. Ὅταν μεγάλωσε καὶ ἦρθε ὁ καιρὸς νὰ μορφωθεῖ, οἱ γονεῖς του τὸν παρέδωσαν σὲ σοφοὺς δασκάλους, κοντὰ στοὺς ὁποίους ὁ νέος διδάχτηκε ὅλη τὴ σοφία καὶ τὴ γνώση τοῦ καιροῦ του. Τὴν ἴδια περίοδο ὁ φιλομαθὴς νέος εἶχε γνωριστεῖ καὶ μὲ χριστιανούς, καὶ ἄρχισε καὶ ἀπὸ αὐτοὺς νὰ μαθαίνει τὰ τῆς νέας θρησκείας.

 

Οἱ γονεῖς ποὺ ἔβλεπαν στὸ μεταξὺ τὸ παιδί τους νὰ μεγαλώνει καὶ νὰ φτάνει στὴν κατάλληλη ἡλικία γιὰ ἀποκατάσταση, ἄρχισαν νὰ τοῦ μιλοῦν γιὰ γάμο καὶ νὰ τὸν ἐκβιάζουν νὰ νυμφευτεῖ. Μὰ ὁ καλὸς καὶ μεγαλεπήβολος νέος ποὺ διψοῦσε γιὰ ἄλλη ζωή, ζωὴ ἀνώτερη, τοὺς παράτησε καὶ ἔφυγε κρυφὰ ἀπὸ τὴ Ρώμη μ’ ἕνα καράβι, ποὺ ταξίδευε στὴν Κύπρο. Κάποιο πρωινὸ τὸ καράβι ἔφτασε καὶ ἀγκυροβόλησε στὸν Λιμνίτη, ἕνα λιμάνι ποὺ βρίσκεται στὴ βόρεια ἀκτὴ τῆς νήσου καὶ ἀπέχει τέσσερα περίπου μίλια ἀπὸ τὴν πόλη τῶν Σόλων. Τὴν πόλη αὐτή, ὅπως εἶναι γνωστό, ἔκτισε ὁ βασιλιὰς τῆς Αἴπειας Φιλόκυπρος, τὸ πρῶτο τέταρτο τοῦ ἕκτου αἰῶνος π.Χ. πρὸς τιμὴ τοῦ μεγάλου νομοθέτου τῶν Ἀθηνῶν, τοῦ Σόλωνα, ποὺ ἐπισκέφθηκε τότε τὴν Κύπρο. Στὴν πόλη αὐτὴ ἡ Πρόνοια τοῦ Θεοῦ κανόνισε, ὥστε ὁ Αὐξίβιος νὰ συναντηθεῖ μὲ τὸν ἀπόστολο Μᾶρκο καὶ νὰ γίνει μαθητής του. Ὁ νεαρὸς ἀπόστολος ἦταν μόνος του, γιατί ὁ σύντροφός του, καὶ ἀρχηγὸς τῆς ἱεραποστολικῆς ὁμάδας, Κύπριος ἀπόστολος Βαρνάβας εἶχε ὑποστεῖ στὸ μεταξὺ τὸν μαρτυρικὸ θάνατο στὴ Σαλαμίνα. Τὸν εἶχαν λιθοβολήσει ἕνα βράδυ οἱ Ἰουδαῖοι.

 

Κοντὰ στὸν εὐαγγελιστὴ Μᾶρκο ὁ νεαρὸς προσήλυτος Αὐξίβιος συμπλήρωσε τὶς γνώσεις του γιὰ τὴ νέα πίστη, δέχτηκε τὸ βάπτισμα καὶ χειροτονήθηκε ἐπίσκοπος. Ἀπὸ τὴ στιγμὴ αὐτὴ στὴν ψυχή του ἕνας πόθος φλογερὸς καὶ ἱερὸς εἶχε ἀνάψει δυνατά. Ὁ πόθος νὰ μεταδώσει τὸν θησαυρὸ ποὺ βρῆκε καὶ σὲ ἄλλους. Νὰ βοηθήσει καὶ ἄλλους νὰ γνωρίσουν τὸν Χριστὸ καὶ νὰ μοιραστοῦν μαζί του τὴν ἀνεκλάλητη χαρά του.

 

Στὸν πόθο του ὅμως αὐτὸ τὸν ἱερὸ καὶ ἅγιο παρουσιαζόταν ἐμπόδιο τρανὸ καὶ ἀνυπέρβλητο μία ὑπόδειξη – ἐντολή, ποὺ τοῦ ἔκαμε ὁ δάσκαλός του, ὁ ἀπόστολος Μᾶρκος.

– Προσπάθησε, τοῦ εἶχε πεῖ, νὰ ἐπιβληθεῖς στοὺς γύρω σου πρῶτα μὲ τὸ παράδειγμά σου καὶ τὰ ἔργα σου καὶ ὕστερα μὲ τὰ λόγια καὶ τὴ διδασκαλία σου.

 

Τὴν ὑπόδειξη αὐτὴ ὁ ἅγιος μας τὴν σεβάστηκε καὶ τὴν τήρησε πιστά. Εἶχε μάθει πὼς ἡ ὑπακοὴ εἶναι μεγάλη ἀρετὴ γιὰ τὸν χριστιανό. Γι’ αὐτὸ καὶ δὲν θέλησε νὰ τὴν ἀγνοήσει. Ἀφοῦ ἀποχαιρέτησε τὸν εὐαγγελιστὴ καὶ πνευματικὸ πατέρα καὶ ὁδηγό του Μᾶρκο, ποὺ ἀναχώρησε γιὰ τὴν Αἴγυπτο, ὁ νεοφώτιστος μαθητὴς ἔφυγε καὶ αὐτὸς ἀπὸ τὸν Λιμνίτη, κι ἦρθε στοὺς Σόλους. Ἐκεῖ κοντὰ στὸν μεγάλο καὶ καλλιμάρμαρο ναὸ τῆς πόλης ποὺ ἦταν ἀφιερωμένος στὸν πατέρα «τῶν θεῶν καὶ τῶν ἀνθρώπων», τὸν Δία, συνάντησε ὁ ἅγιος μας τὸν εἰδωλολάτρη ἱερέα, ποὺ μόλις τὸν εἶδε καὶ ἀντιλήφθηκε πὼς ἦταν ξένος, τὸν κάλεσε γιὰ νὰ τὸν φιλοξενήσει.

 

Στὸ σπίτι τοῦ ἱερέα ὁ μακάριος Αὐξίβιος ἔμεινε ἀρκετὸ καιρὸ χωρὶς νὰ μιλήσει ποτὲ σὲ κανένα γιὰ τὴ χριστιανική του ἰδιότητα.

Κάποια μέρα ποὺ ὁ εἰδωλολάτρης ἱερέας ἐπέστρεψε ἀπὸ τὸν ναό, ὁ Αὐξίβιος ἀποφάσισε νὰ διακόψει τὴ σιωπή.

 

– Γιατί λατρεύετε καὶ προσκυνᾶτε σὰν θεοὺς τὶς πέτρες καὶ τὰ μάρμαρα, τοῦ εἶπε; Ὀφθαλμοὺς ἔχουσι, μὰ δὲν βλέπουσι. Ὦτα ἔχουσι, μὰ δὲν ἀκούουσι οὔτε καὶ ἀντιλαμβάνονται τὶς προσευχὲς τὶς ὁποῖες κάμνετε, καὶ τὶς θυσίες ποὺ τοὺς προσφέρετε. Ὁ Θεὸς τῶν χριστιανῶν, ὅπως ἔχω ἀκούσει, εἶναι ὁ ἀληθινὸς Θεός. Αὐτὸς ἔχει δημιουργήσει ὅλο τὸν κόσμο μὲ μόνο τὸν λόγο του. Αὐτὸς δημιούργησε καὶ τὸ ἀνθρώπινο γένος ἀπὸ ἕνα ζευγάρι. Ὁ Θεὸς δημιούργησε τὸν ἄνθρωπο γιὰ νὰ εἶναι εὐτυχισμένος. Γιὰ τὴν εὐτυχία του, τὸν ἔβαλε σ’ ἕνα θαυμάσιο κῆπο, τὸν Παράδεισο μέσα στὸν ὁποῖο ὁ ἄνθρωπος μὲ λίγη δουλειὰ θὰ μποροῦσε νὰ βρίσκει, ὅτι τοῦ χρειαζόταν γιὰ τὴν εὐτυχία του. Γιὰ νὰ εἶναι ὄμορφη ἡ ζωή του καὶ νὰ ἔχει νόημα, τοῦ ἔδωσε καὶ μία ἐντολή, ἕνα νόμο. Τοῦ εἶπε νὰ τρώγει ἀπὸ τοὺς καρποὺς ὅλων τῶν δένδρων τοῦ Παραδείσου. Νὰ μὴν τρώγει μόνο ἀπὸ τοὺς καρποὺς ἑνὸς δένδρου, ποὺ τὸ ὀνόμασε «δένδρον τῆς γνώσεως τοῦ καλοῦ καὶ τοῦ κάκου». Μὲ τὴν ὑπακοὴ τους οἱ πρῶτοι ἄνθρωποι στὴν ἐντολὴ αὐτὴ τοῦ Θεοῦ, θὰ μποροῦσαν νὰ τελειοποιηθοῦν στὴν ἀρετὴ καὶ νὰ ὁμοιάσουν μὲ τὸν Δημιουργό τους. Νὰ γίνουν ἅγιοι, ὅπως Ἅγιος εἶναι καὶ Αὐτός. Δυστυχῶς οἱ πρωτόπλαστοι, ἔτσι λέμε τοὺς πρώτους ἀνθρώπους, δὲν τήρησαν τὴν ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ γιὰ πολὺ καιρό.

Τὴν παράβηκαν. Παράκουσαν. Καὶ μὲ τὴν παρακοὴ τους ἔχασαν τὸν Παράδεισο. Μόνο αὐτό; Κάτι περισσότερο. Μπῆκε καὶ τὸ κακὸ στὸν κόσμο μὲ ἀποτέλεσμα ὁ βασιλιὰς τῆς δημιουργίας, ὁ ἄνθρωπος νὰ γίνει σὰν τὰ ἄλογα ζῶα. Νὰ κάμει σκοπό του τὸ φαγητὸ καὶ τὸ ποτὸ καὶ τὴν ἱκανοποίηση τῶν πόθων καὶ τῶν ὁρμῶν του. Καὶ ὅταν δὲν ἔβρισκε τὰ μέσα, τότε δὲν εἶχε παρὰ νὰ κλέβει, νὰ ἀδικεῖ, νὰ σκοτώνει. Νὰ σκοτώνει καὶ αὐτοὺς τοὺς δικούς του. Νὰ σκοτώνει τ’ ἀδέλφια του, τὸν σύντροφό του, τὰ παιδιά του.

 

Ἀπὸ τὸ κατάντημα αὐτὸ ὁ καλὸς Θεὸς θέλησε νὰ σώσει στὶς ἡμέρες μας τὰ πλάσματά του. Αὐτός, γιὰ τὸν ὁποῖο μᾶς μίλησαν οἱ μεγάλοι σοφοί μας, ᾖρθε. Ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ ἔγινε ἄνθρωπος καὶ ᾖρθε. Γεννήθηκε σὰν ἄνθρωπος, μεγάλωσε σὰν καὶ ἐμᾶς, δίδαξε, πέθανε, ἀναστήθηκε, ἀναλήφθηκε στὸν Οὐρανὸ καὶ θὰ ξανάρθει νὰ μᾶς κρίνει. Νὰ τιμωρήσει τὸ κακὸ καὶ νὰ βραβεύσει τὸ καλό.

 

Τὰ ἁπλὰ τοῦτα λόγια τοῦ ἁγίου συγκίνησαν τὸν καλοκάγαθο εἰδωλολάτρη ἱερέα, ποὺ ὄχι μόνο ἔπαψε σὲ λίγο νὰ θυσιάζει στοὺς ψεύτικους καὶ ἀνύπαρκτους θεούς, τὰ εἴδωλα, ἀλλὰ καὶ ἄρχισε νὰ ζητᾷ νὰ μάθει περισσότερα γιὰ τὸν Θεὸ τῶν χριστιανῶν. Καὶ ὁ ἱεραπόστολος συνέχισε νὰ τὸν διδάσκει. Ἡ κατήχηση κράτησε κάμποσες μέρες. Τὸ ἀποτέλεσμα ὑπῆρξε θριαμβευτικό. Ἕνα βράδυ ὁ κατηχούμενος ἀσπάστηκε τὴν καινούργια πίστη καὶ βαπτίστηκε στὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Στὸ πρόσωπό του ἡ χριστιανικὴ Ἐκκλησία βρῆκε ἀκόμη ἕνα ζηλωτὴ ἐργάτη, ἕνα ἐργάτη μὲ κῦρος καὶ παλμό.

 

Λίγες μέρες μετὰ τὸ περιστατικὸ τοῦτο, ὁ ἅγιος μας δέχθηκε στοὺς Σόλους τὴν ἐπίσκεψη τοῦ ἱεροῦ Ἠρακλειδίου, ἐπισκόπου τῆς Ταμασοῦ. Ἀφορμὴ γιὰ τὴν ἐπίσκεψη ἔδωκε τοῦτο τὸ γεγονός.

 

Ὁ ἀπόστολος Μᾶρκος μετὰ τὴν ἀναχώρησή του ἀπὸ τὴν Κύπρο, πῆγε στὴν Ἀλεξάνδρεια. Ἀπὸ ἐκεῖ, ἀφοῦ ἵδρυσε τὴν πρώτη Ἐκκλησία στὴν πολυάνθρωπο ἐκείνη πόλη, ἔφυγε γιὰ νὰ βρεῖ τὸν ἀπόστολο Παῦλο. Ἡ εὐγενικὴ ψυχὴ τοῦ νεαροῦ ἀποστόλου ἔνοιωθε τὴν ἀνάγκη νὰ συναντήσει τὸν πολύπειρο ἀπόστολο καὶ νὰ συζητήσει μαζί του μερικὰ προβλήματα τοῦ χριστιανικοῦ ἔργου. Μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ ἡ συνάντηση πραγματοποιήθηκε γρήγορα. Καὶ οἱ δύο ἀπόστολοι ἀφοῦ ἀντήλλαξαν ἀσπασμὸ χριστιανικῆς ἀγάπης, ἄρχισαν μὲ μεγάλο ἐνδιαφέρον νὰ συνομιλοῦν γιὰ τὴν Κύπρο. Κατὰ τὴ συνομιλία ὁ Μᾶρκος ἀποκάλυψε στὸ φλογερὸ ἀπόστολο τὸ μαρτυρικὸ τέλος τοῦ φίλου του ἀποστόλου Βαρνάβα καὶ τοῦ φανέρωσε πὼς στὴν Κύπρο δὲν ἦταν ἄλλος ἀπόστολος γιὰ νὰ συνεχίσει τὸ ἔργο τους. Ὁ θεῖος Παῦλος, σὰν ἄκουσε τὴ δυσκολία, ἔσπευσε ἀμέσως νὰ στείλει στὸ πολύπαθο νησὶ τοὺς συνεργάτες του Ἐπαφρὰ καὶ Τυχικὸ καὶ μερικοὺς ἄλλους. Τοὺς ἔστειλε στὸν Ἠρακλείδιο μὲ ἐπιστολὴ στὴν ὁποία τοῦ ἔγραφε, νὰ ἐγκαταστήσει τὸν μὲν Ἐπαφρὰ ἐπίσκοπο στὴν Πάφο, τὸν Τυχικὸ στὴ Νεάπολη, δηλαδὴ τὴ Λεμεσὸ καὶ τὸν Αὐξίβιο στοὺς Σόλους χωρὶς ὅμως νὰ τὸν χειροτονήσει.

Καὶ ὁ λόγος; Γιατί ὁ Αὐξίβιος ἦταν χειροτονημένος ἀπὸ τὸν ἀπόστολο Μᾶρκο.

 

Ὁ ἅγιος Ἠρακλείδιος μόλις πῆρε τὴν ἐπιστολή, φρόντισε νὰ κάμει ὅ,τι τοῦ ἔγραφε ὁ μακάριος Παῦλος καὶ πῆγε νὰ συναντήσει τὸν Αὐξίβιο. Ἡ συνάντηση ὑπῆρξε συγκινητική. Οἱ ἱεροὶ ἄνδρες «ἠσπάσθησαν ἀλλήλους φιλήματι ἁγίῳ» καὶ ἄρχισαν μὲ ἀγάπη καὶ κατανόηση νὰ συζητοῦν. Ὁ Ἠρακλείδιος μὲ τὴν εὐκαιρία αὐτή, ἀφοῦ ἄκουσε τὸν Αὐξίβιο, τὸν συμβούλεψε νὰ φανερώσει πιὰ τὴν ἰδιότητά του καὶ ν’ ἀρχίσει νὰ ἐργάζεται μὲ ζῆλο γιὰ τὴν πνευματικὴ ἀναγέννηση τῶν συμπολιτῶν του.

 

Τὸ κήρυγμα τοῦ Αὐξιβίου προβαλλόμενο ἔντονα καὶ ἀπ’ τὴν ἅγια ζωή του καὶ τὰ πολλὰ θαύματα μὲ τὰ ὁποῖα τὸν χαρίτωσε ὁ Κύριος, ἔφερε καταπληκτικὰ ἀποτελέσματα. Συνεχῶς τὸ μικρὸ ποίμνιο τοῦ Χριστοῦ πλήθαινε· πλήθαινε καὶ γινόταν λαὸς πολύς. Τὰ διάφορα σπίτια στὰ ὁποῖα μαζεύονταν ὡς τότε οἱ χριστιανοί, γιὰ νὰ ἐκτελοῦν τὰ θρησκευτικά τους καθήκοντα, μίκραιναν καὶ δὲν τοὺς χωροῦσαν. Μία ἀνάγκη πρόβαλε ἀπαιτητική: Ἡ δημιουργία ἐνὸς εἰδικοῦ χώρου γιὰ τὶς συναθροίσεις τῶν πιστῶν. Τὸ κτίσιμο μιᾶς ἐκκλησίας.

 

Ἕνα πρωινὸ μετὰ τὴ συνηθισμένη συγκέντρωση ὁ θεῖος Ἠρακλείδιος παράλαβε τὸν ἅγιο Αὐξίβιο καὶ ἀφοῦ ἀνέπεμψε μαζί του θερμὴ προσευχή, χάραξε σὲ κάποιο τόπο τὸν χῶρο ἐκκλησίας, τοῦ ἔδωκε τὶς τελευταῖες συμβουλὲς καὶ τὸν ἀποχαιρέτησε.

Ὁ ἱερὸς Ἠρακλείδιος ἀναχώρησε μὲ τὴ συνοδεία του γιὰ τὴν πατρίδα του. Καὶ ὁ μακάριος Αὐξίβιος ρίχτηκε μὲ ὅλη τὴ δύναμη τῆς ψυχῆς του στὸ ἔργο ποὺ ἔλαβε. Καὶ νά! Μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ, σὲ λίγο χρόνο, μία ὄμορφη ἐκκλησία ὑψώθηκε στὴν πόλη τῶν Σόλων. Μέσα σ’ αὐτὴ μὲ προθυμία καὶ ἐνθουσιασμὸ μαζεύονταν οἱ πιστοὶ καὶ οἱ προσήλυτοι τὶς ὁρισμένες μέρες γιὰ ν’ ἀκούσουν τὰ ρήματα τῆς αἰωνίου ζωῆς.

 

Μία βραδιὰ ἐκεῖ ποὺ ὁ ἅγιος Αὐξίβιος δίδασκε πρόσεξε μέσα στὸ πλῆθος μία γνωστή του ἀγαπημένη μορφή. Ἦταν ὁ ἀδελφός του Θεμισταγόρας ποὺ εἶχε ἔλθει ἀπὸ τὴ Ρώμη μὲ τὴ σύζυγό του, τὴν ἐνάρετη Τιμώ, γιὰ νὰ τὸν βρεῖ. Ἡ συνάντηση τῶν ἀδελφῶν ὕστερα ἀπὸ τόσο καιρὸ ὑπῆρξε πολύ – πολὺ συγκινητική. Ὁ Αὐξίβιος κράτησε κοντά του τὸ ἀγαπητὸ ζευγάρι. Τὸ κατήχησε μὲ ἰδιαίτερη χαρὰ στὴ χριστιανικὴ πίστη καὶ κάποια βραδιὰ προχώρησε στὴ βάπτισή του. Μετὰ χειροτόνησε τὸν Θεμισταγόρα πρεσβύτερο τῆς Ἐκκλησίας τῶν Σόλων καὶ τὴ γυναῖκα του διακόνισσα γιατί ὕστερα ἀπὸ τὸ βάπτισμα οἱ δυὸ σύζυγοι ἔζησαν πιὰ σὰν ἀδελφοί.

 

Ἡ συστηματικὴ ἐργασία τοῦ ἁγίου Αὐξιβίου ποὺ συνοδευόταν ἀπὸ μία πολὺ προσεκτικὴ καὶ ἐνάρετη ζωή, μαζὶ μὲ τὰ πολλά του θαύματα ἔγινε ἀφορμή, ἡ πρώτη ἐκκλησία ποὺ κτίστηκε, νὰ εἶναι σὲ λίγο χρόνο πολὺ μικρὴ γιὰ νὰ ἐξυπηρετήσει τὰ πλήθη τῶν πιστῶν τῆς ἱστορικῆς πόλεως. Μὲ τὴ βοήθεια ὅλων τῶν χριστιανῶν μία νέα προσπάθεια ἀναλήφθηκε. Καὶ τὴ μικρὴ ἐκκλησία πολὺ γοργὰ ἀντικατέστησε μία καινούργια πολὺ πιὸ μεγάλη καὶ ὡραῖα.

Ἀλήθεια! Τί δὲν κάνει ἡ ὁμόνοια, ὁ ζῆλος τῶν πιστῶν καὶ ἡ ἁγία ζωή;

 

Ἀνθρώπους μὲ φλογερὸ ζῆλο καὶ ἁγία ζωὴ χρειάζεται καὶ ἡ ἐποχή μας, γιὰ ν’ ἀλλάξει καὶ νὰ ὀρθοποδήσει. Μὰ τοὺς ἀνθρώπους μὲ τὴν ἐνάρετη καὶ ἁγία ζωὴ μόνο ἕνας μπορεῖ νὰ τοὺς δημιουργήσει: Ὁ Χριστός.

 

Κοντὰ στὸν νεοποιὸ Χριστὸ καλεῖται νὰ τρέξει καὶ νὰ σταθεῖ ὁ καθένας ποὺ θέλει καὶ ποθεῖ ἀληθινὰ νὰ γίνει ὁ καινούργιος καὶ πραγματικὰ κοινωνικὸς ἄνθρωπος.

 

Τὰ ἱερὰ Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας μας ποὺ συνέστησε ὁ Κύριος καὶ προπαντὸς τὰ ἁγιαστικὰ Μυστήρια ποὺ λέγονται: Μετάνοια, Ἐξομολόγηση καὶ Θεία Εὐχαριστία εἶναι δύο μέσα μοναδικὰ γιὰ νὰ πραγματώσει ὁ ἄνθρωπος, ὁ κάθε ἄνθρωπος, ἐκεῖνο ποὺ ἔλεγαν oἱ πρόγονοι καὶ πατέρες μας: «Τί ὄμορφο πρᾶγμα εἶναι ὁ ἄνθρωπος, ὅταν εἶναι ἄνθρωπος». Τότε, αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων τὸ παράδειγμα ἀποτελεῖ τὸ ζωντανότερο κήρυγμα, κήρυγμα πολὺ πιὸ εὔγλωττο καὶ ἀπὸ τὰ ὡραιότερα λόγια. Τέτοιο ἦταν τὸ κήρυγμα τοῦ μεγάλου ἁγίου μας, τοῦ ἱεροῦ Αὐξιβίου. Κέρδισε τὴν ἐμπιστοσύνη τῶν συμπολιτῶν του μὲ τὴν ἅγια ζωή του. Πενήντα ὁλόκληρα χρόνια ἔζησε σὰν ἀρχιερέας διδάσκοντας καὶ νουθετώντας τὸ ποίμνιό του.

 

Πρὶν κλείσει τὰ μάτια ὅρισε σὰν διάδοχο καὶ ἀντικαταστάτη του στὸν ἐπισκοπικὸ θρόνο τῶν Σόλων τὸν μαθητὴ καὶ συνεργάτη του Αὐξίβιο.

Αὐτὸς τὸν κατήχησε καὶ τὸν βάπτισε καὶ τοῦ ἔδωκε καὶ τ’ ὄνομά του. Μετὰ ἀφοῦ ἀποχαιρέτησε μὲ δάκρυα στοργῆς καὶ ἀγάπης κλῆρο καὶ λαὸ παρέδωκε τὸ πνεῦμα.

Οἱ χριστιανοὶ πένθησαν τὸν πνευματικό τους πατέρα καὶ τὸν κήδεψαν μὲ πολὺ σεβασμὸ καὶ ἐπιμέλεια.

Ὁ τάφος τοῦ ἁγίου ἔγινε «ἰατρεῖον νοσημάτων ἄμισθον καὶ θλιβομένων ψυχῶν παραμύθιον». 
Χιλιάδες πιστοὶ ἀπὸ ὅλη τὴ νῆσο προσέρχονται κάθε χρόνο μ’ εὐλάβεια στὴ χάρη του γιὰ νὰ ζητήσουν μὲ δάκρυα τὴν μεσιτεία καὶ τὴν βοήθειά του. Ἀληθινά! Θαυμαστὸς ὁ Θεὸς ἐν τοῖς Ἁγίοις αὐτοῦ!.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Ἀποστόλων τὴν χάριν ὡς τοῦ Πνεύματος ὄργανον, διὰ Μάρκου τοῦ θείου, θησαυρίσας, Αὐξίβιε, ἐδείχθης Ἱεράρχης εὐκλεής, καὶ πρόεδρος τῶν Σόλων καὶ ποιμὴν διὰ τοῦτό σου τὴν μνήμην, τὴν ἱερὰν τιμῶμεν ἀνακράζοντες, δόξα τῷ δεδωκότι σοι ἰσχύν, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργοῦντι διὰ σοῦ, πᾶσιν ἰάματα.

Οἱ Ἅγιοι Ρωμύλος, Σεκουνδιανός, Δονάτος οἱ Μάρτυρες καὶ οἱ σὺν αὐτοῖς

Οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες Ρωμύλος, Σεκουνδιανὸς καὶ Δονάτος μαρτύρησαν στὴ Βενετία τὸ ἔτος 304 μ.Χ. ἐπὶ αὐτοκρατόρων Διοκλητιανοῦ (284 – 305 μ.Χ.) καὶ Μαξιμιανοῦ (285 – 305 μ.Χ.).

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ἅγιος Θεόδουλος ὁ Μάρτυρας 

Ὁ Ἅγιος Μάρτυς Θεόδουλος μαρτύρησε ἐπὶ αὐτοκράτορα Μαξιμίνου (307 – 313 μ.Χ.), τὸ ἔτος 308 μ.Χ., στὴν Καισάρεια τῆς Παλαιστίνης.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ὅσιος Θεοστήρικτος

Ὁ Ὅσιος Θεοστήρικτος, ὅπως μαθαίνουμε ἀπὸ κάποιο Ἐξαποστειλάριο, ποὺ περισώθηκε στὸν Παρισινὸ Κώδικα 259 φ. 97β, ἔζησε ἐπὶ τῶν εἰκονομάχων καὶ ἄθλησε ὑπὲρ τῶν ἱερῶν εἰκόνων. Μνημονεύεται στὶς 10 Νοεμβρίου καὶ στὶς 28 Φεβρουαρίου, ὅπου ἀναφέρεται καὶ ὡς ἡγούμενος τῆς μονῆς Πελεκητῆς στὴν Τριγλία.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Εὕρεσις Τιμίων Λειψάνων Ἁγίου Μηνᾶ τοῦ Καλλικέλαδος 

Κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Μαρκιανοῦ (450 – 457 μ.Χ.) ὁ Ἅγιος Μηνᾶς ὁ Καλλικέλαδος († 10 Δεκεμβρίου) ἐμφανίσθηκε μία νύχτα σὲ κάποιον ἄνδρα ποὺ λεγόταν Φιλομμάτης, ὁ ὁποῖος εἶχε καταταγεῖ στὴ στρατιωτικὴ σχολὴ τῶν Ἰκανάτων καὶ τοῦ ὑπέδειξε τὸν τόπο ὅπου ἔκειτο τὸ ἅγιο λείψανο αὐτοῦ.
Τὸ γεγονὸς ἔφτασε στὶς βασιλικὲς ἀκοὲς τοῦ Μαρκιανοῦ, ὅτι δηλαδὴ κάτω στὸν αἰγιαλὸ τῆς Νικομήδειας, κατὰ τὴν ἀκρόπολη, κρύπτονταν κάτω ἀπὸ τὴ γῆ τὰ τίμια λείψανα τοῦ Ἁγίου. Πράγματι, στρατιῶτες ἔσκαψαν στὸν τόπο ἐκεῖνο καὶ βρῆκαν σιδερένια λάρνακα, μέσα στὴν ὁποία ὑπῆρχε τὸ ἱερὸ λείψανο. Στὴ λάρνακα ἦταν κολλημένη μία πλάκα, στὴν ὁποία ἦταν χαραγμένη ἐπιγραφὴ ποὺ ἔλεγε ὅτι ἐκεῖ εἶχε ἐναποτεθεῖ τὸ λείψανο τοῦ Ἁγίου, καθὼς καὶ σὲ ποιὸν τόπο ἔπρεπε νὰ κατατεθεῖ.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Οἱ Ἅγιοι Μαρκιανὸς καὶ Πουλχερία οἱ βασιλεῖς

Ἡ Ἁγία Πουλχερία ἦταν θυγατέρα τῶν βασιλέων Ἀρκαδίου (395 – 408 μ.Χ.) καὶ Εὐδοκίας καὶ ἀδελφὴ τοῦ αὐτοκράτορα Θεοδοσίου Β’ τοῦ Μικροῦ (408 – 450 μ.Χ.). Τὸ ἔτος 414 μ.Χ. ἡ Πουλχερία ἀναγορεύθηκε Αὐγοῦστα καὶ ἀνέλαβε τὴν ἐξουσία τοῦ κράτους. Ἦταν εὐσεβέστατη, πλήρης σωφροσύνης, χρηστότητος καὶ σοφίας.

Ὅταν, κατὰ τὸ ἔτος 429 μ.Χ., ὁ Πατριάρχης Νεστόριος (428 – 431 μ.Χ.) παρουσίασε τὴ γνωστὴ αἵρεσή του, ἐπικεφαλῆς τῶν ἀντιπάλων του τάχθηκε ὁ Ἅγιος Κύριλλος, Ἀρχιεπίσκοπος Ἀλεξανδρείας († 18 Ἰανουαρίου καὶ 9 Ἰουνίου). Καὶ ὁ μὲν Θεοδόσιος, ἔχοντας ἤδη ἀναλάβει τὴν βασιλικὴ ἀρχή, ὑποστήριζε τὸν αἱρεσιάρχη Νεστόριο, ὠθούμενος ἀπὸ τὸν Χρυσάφιο, ἡ δὲ Πουλχερία ἦταν μὲ τὸ μέρος τοῦ Ἁγίου Κυρίλλου καὶ κατόρθωσε νὰ πείσει τὸν ἀδελφό της νὰ συγκαλέσει τὴν Γ’ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, ποὺ συνῆλθε στὴ Χαλκηδόνα, τὸ ἔτος 431 μ.Χ. καὶ καταδίκασε τοὺς αἱρετικούς.

Ἡ Ἁγία νυμφεύθηκε τὸν Μαρκιανό, ὁ ὁποῖος καταγόταν ἀπὸ τὴ Θρᾴκη καὶ στὶς 25 Αὐγούστου τοῦ 450 μ.Χ. διαδέχθηκε στὸν θρόνο τὸν ἀδελφό της Θεοδόσιο Β’. Ὡστόσο ἡ πολιτικὴ κατάσταση ἦταν ταραγμένη. Εἶχε ἤδη γίνει στὸ προηγούμενο ἔτος ἡ λῃστρικὴ Σύνοδος τῆς Ἐφέσου, ποὺ ἐξόρισε τὸν Πατριάρχη Ἅγιο Φλαβιανὸ († 16 Φεβρουαρίου) καὶ ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μαστιζόταν ἀπὸ τὴν αἵρεση τοῦ Εὐτυχοῦς. Οἱ δυὸ εὐσεβεῖς βασιλεῖς συγκάλεσαν τότε στὴ Χαλκηδόνα, τὸ ἔτος 451 μ.Χ., τὴν Δ’ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, ἡ ὁποία καταδίκασε τὶς αἱρετικὲς δοξασίες τοῦ Εὐτυχοῦς καὶ τοῦ Διόσκουρου.
Ἡ Ἁγία Πουλχερία κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη στὶς 10 Σεπτεμβρίου 453 μ.Χ. καὶ ὁ Ἅγιος Μαρκιανὸς τὸ ἔτος 457 μ.Χ.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ὅσιος Θεόδωρος ἐκ Ρωσίας

Ὁ Ὅσιος Θεόδωρος ἔζησε κατὰ τὸν 13ο αἰῶνα μ.Χ. καὶ μόνασε στὴ Μεγάλη Λαύρα τοῦ Κιέβου. Ἡ μεγάλη ἄσκησή του ἦταν ἡ σιωπή, γι’ αὐτὸ καὶ ἐπονομάζεται «Σιωπηλός».

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ἅγιος Θεόδωρος ὁ Νεομάρτυρας ὁ Βυζαντινὸς

Ὁ Ἅγιος Νεομάρτυς Θεόδωρος καταγόταν ἀπὸ τὸ Νεοχώρι τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Γονεῖς του ἤσαν ὁ Χατζὴ – Ἀναστάσιος καὶ ἡ Σμαραγδοὺ καὶ ἀδελφοί του ὁ Ἀντώνιος καὶ ὁ Γεώργιος, ἀναγνώστης τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας καὶ μετέπειτα Μητροπολίτης Ἀδριανουπόλεως μὲ τὸ ὄνομα Γρηγόριος (1830 – 1840).

Ὁ Θεόδωρος ἦταν ζωγράφος καὶ ἐργαζόταν στὰ ἀνάκτορα. Οἱ Τοῦρκοι προσπάθησαν νὰ τὸν προσελκύσουν στὴν μουσουλμανικὴ θρησκεία καὶ τὸ πέτυχαν. Ὁ Ἅγιος ὅμως ἀνένηψε καὶ μετανόησε γι’ αὐτό. Ἔτσι κατέφυγε στὴ Χίο καὶ ἔμεινε κοντὰ σὲ ἕνα Πνευματικὸ Πατέρα, τὸν Ἅγιο Μακάριο τὸ Νοταρᾶ († 17 Ἀπριλίου). Ἐκεῖ καθημερινὰ μελετοῦσε τὰ μαρτύρια τῶν Ἁγίων καὶ βιβλία ψυχωφελὴ καὶ κατανυκτικά. Ἀπὸ μέρα σὲ μέρα αὐξανόταν σὲ αὐτὸν ἡ κατάνυξη καὶ ὁ πόθος τοῦ μαρτυρίου. Ἔτσι ἔφθασε στὴ Μυτιλήνη, ὅπου ἐνώπιον τῶν ἀρχῶν ὁμολόγησε τὴν πίστη του στὸν Χριστὸ καὶ ἀποκήρυξε τὴν μωαμεθανικὴ θρησκεία. Ὁ Ἅγιος Θεόδωρος συλλαμβάνεται, φυλακίζεται καὶ πάσχει τοὺς βασανισμούς, τοὺς δαρμούς, τοὺς λακτισμοὺς καὶ ἄλλα ἀπάνθρωπα μαρτύρια. Τοῦ ἔδεσαν τὰ πόδια σὲ ξύλο καὶ τοῦ πέρασαν στὸ λαιμὸ βαριὰ ἁλυσίδα. Τοῦ τύλιξαν τὸ κεφάλι μὲ ἕνα σχοινὶ καὶ τοῦ ἔβαλαν στοὺς κροτάφους δύο κομμάτια ἀπὸ τοῦβλο. Ἔπειτα μὲ ἕνα ξύλο ἔστριβαν τὸ σχοινὶ καὶ ἕσφιγγαν τὴν κεφαλή του τόσο πολύ, μέχρι ποὺ βγῆκαν οἱ βολβοὶ τῶν ὀφθαλμῶν του ἔξω ἀπὸ τὸν τόπο τους. Ὁ δὲ τοῦ Χριστοῦ στρατιώτης ἔλεγε: «Χριστιανός, Χριστιανός, Χριστιανὸς εἶμαι».

Τὸ πρωὶ τοῦ Σαββάτου ὁ Ἅγιος ζήτησε ἀπὸ ἕναν Χριστιανὸ ὑπηρέτη καλαμάρι καὶ ἔγραψε πρὸς τὸν Ἐπίσκοπο, γιὰ νὰ τοῦ στείλει τὴ Θεία Κοινωνία. Ἀφοῦ μετέλαβε τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων ὁδηγήθηκε στὸν τόπο τῆς ἐκτελέσεως, στὸν ὁποῖο ἔτρεχε μὲ πολὺ προθυμία. Ἐκεῖ ὑπέστη τὸν διὰ ἀγχόνης θάνατο τὸ ἔτος 1795.
Μετὰ τρεῖς ἡμέρες οἱ Χριστιανοὶ πῆραν ἄδεια καὶ παρέλαβαν τὸ ἱερὸ λείψανο αὐτοῦ καὶ τὸ ἐνταφίασαν στὸ νότιο μέρος τοῦ ναοῦ τῆς Παναγίας τῆς Χρυσομαλλούσας. Τὸ ἔτος 1798 τὸ ἱερὸ λείψανο τοῦ Μάρτυρος ἀνακομίσθηκε καὶ μεταφέρθηκε στὴν κρύπτη τοῦ Μητροπολιτικοῦ ναοῦ τῆς Μυτιλήνης.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ἅγιος Μιχαὴλ ὁ Νεομάρτυρας ὁ ἐν Ἀδριανούπολει

Ὁ Ἅγιος Νεομάρτυς Μιχαὴλ καταγόταν ἀπὸ τὴν Ἀδριανούπολη καὶ ἀνῆκε στοὺς ἐπιφανεὶς καὶ εὔπορους κατοίκους αὐτῆς. Διαβλήθηκε στὸν δικαστὴ τῆς Ἀδριανουπόλεως ἀπὸ φανατικοὺς Τούρκους, ὅτι περιφρόνησε τὸ ὄνομα τοῦ θεοῦ αὐτῶν. Ὁ δικαστής, ποὺ γνώριζε τὴν ἐντιμότητα τοῦ Ἁγίου, τὸν ἀπέλυσε, ἀλλὰ οἱ συκοφάντες τὸν ἀπείλησαν ὅτι θὰ καταγγείλουν αὐτὸν στὸν Σουλτάνο ὡς ὀλιγωροῦντα τῆς πίστεως αὐτῶν. Ὁ δικαστὴς φοβήθηκε καὶ ἔδωσε ἐντολὴ νὰ φυλακίσουν τὸν Ἅγιο. Παράλληλα γνωστοποίησε στὸν Σουλτάνο τὰ γενόμενα καὶ ἀνέμενε τὶς ἐντολὲς αὐτοῦ. Ἡ διαταγὴ ἦταν σαφής: ἢ νὰ ἀρνηθεῖ τὴν πατρῴα πίστη του ἢ νὰ καεῖ ζωντανός. Παρὰ τὶς ὑποσχέσεις καὶ τὶς ἀπειλὲς ὁ Μάρτυρας παρέμεινε ἀκλόνητος στὴν πίστη του στὸν Χριστό, γι’ αὐτὸ καὶ ἀποκεφαλίσθηκε τὸ ἔτος 1490.
Ὁ Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης καλεῖ τὸν Μάρτυρα Μαυρουδὴ καὶ ὁρίζει τὴν μνήμη του στὶς 10 Μαρτίου, ἐνῷ ὁ Παρισινὸς Κώδικας καλεῖ αὐτὸν Μαυροειδὴ καὶ σημειώνει τὴ μνήμη του στὶς 17 Φεβρουαρίου. Ὁ Σωφρόνιος Εὐστρατιάδης θεωρεῖ ὅτι δὲν εἶναι ἄλλος ὁ Ἅγιος Νεομάρτυς Μιχαὴλ ὁ ἐξ Ἀδριανουπόλεως καὶ ἄλλος ὁ Ἅγιος Νεομάρτυς Μιχαὴλ ὁ Μαυρουδής, ποὺ καταγόταν ἀπὸ τὴν Γρανίτσα τῆς Εὐρυτανίας καὶ ἑορτάζει στὶς 21 Μαρτίου, ἀλλὰ πρόκειται περὶ ἐνὸς καὶ τοῦ αὐτοῦ προσώπου. Ἡ νεωτέρα ἔρευνα θεωρεῖ ὅτι δὲν πρόκειται περὶ τοῦ αὐτοῦ προσώπου, ἀλλὰ περὶ δύο ξεχωριστῶν Ἁγίων.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ὅσιος Ρωμανὸς ὁ ἐκ Τυρνόβου 

Ὁ Ὅσιος Ρωμανὸς ὁ ἡσυχαστὴς καταγόταν ἀπὸ τὸ Τύρνοβο τῆς Βουλγαρίας καὶ ἔζησε κατὰ τὸν 14ο αἰῶνα μ.Χ. Κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη περὶ τὸ ἔτος 1370.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ἅγιος Ἐρμογένης ὁ Ἱερομάρτυρας Πατριάρχης Μόσχας 

Ὁ Ἅγιος Ἐρμογένης, κατὰ κόσμο Ἐρμόλαος, γεννήθηκε στὴ Μόσχα τὸ ἔτος 1530 καὶ ἔζησε στὴ μονὴ Μεταμορφώσεως τοῦ Καζάν. Τὸ 1579 χειροτονήθηκε Πρεσβύτερος καὶ διορίσθηκε ἐφημέριος τοῦ ναοῦ τοῦ Ἁγίου Νικολάου Καζάν. Ἡ διακονία του ἐκεῖ τὸν συνέδεσε μὲ τὴν ἀνακάλυψη τῆς ἱερᾶς εἰκόνος τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου τοῦ Καζάν. Τὸ ἔτος 1583 χήρευσε καὶ ἔγινε μοναχὸς στὴ Μονὴ Μεταμορφώσεως, τῆς ὁποία ἀνεδείχθη ἡγούμενος. Ἡ Σύνοδος τοῦ 1589 τὸν ἐξέλεξε Μητροπολίτη Καζάν.

Ὡς ποιμενάρχης ὁ Ἅγιος ἀνέπτυξε μεγάλη ἱεραποστολικὴ δραστηριότητα. Φρόντισε κυρίως γιὰ τὴν στερέωση τοῦ φρονήματος καὶ τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς τῶν νεοφώτιστων τῆς ἐπαρχίας του. Τὸ ἔτος 1592 πραγματοποίησε τὴ μετακομιδὴ τῶν ἱερῶν λειψάνων ἐνὸς ἐκ τῶν προκατόχων του, τοῦ Ἁγίου Γερμανοῦ († 6 Νοεμβρίου).

Ὅταν τὴν ἐξουσία ἀνέλαβε ὁ Βασίλειος Ἰβάνοβιτς Σούϊσκυ (1606 – 1610), ὁ Ἅγιος Ἐρμογένης ἐξελέγη Πατριάρχης Μόσχας. Στὴν ταραγμένη ἐποχή του ἀγωνίστηκε ἰδιαιτέρως κατὰ τῆς ἰησουϊτικῆς προπαγάνδας καὶ ἐπεσήμανε τοὺς σοβαροὺς κινδύνους γιὰ τὴν Ὀρθοδοξία.

Ἀπὸ τοὺς πρώτους μῆνες τῆς πατριαρχίας του ὁ Ἅγιος Ἐρμογένης ὑπεραμύνθηκε τῶν δικαιωμάτων τοῦ αὐτοκράτορα Βασιλείου Σούϊσκυ. Μάταια, ὅμως. Ὁ λαὸς ἀνέτρεψε τὸν αὐτοκράτορα Βασίλειο στὶς 17 Ἰουλίου 1610. Τότε ὁ Ἐρμογένης ἐπεδίωξε μάταια νὰ ἐκλεγεῖ αὐτοκράτορας ὁ νεαρὸς Μιχαὴλ Ρομανώφ, ὁ ὁποῖος πράγματι ἐξελέγη τὸ 1613 καὶ συμμερίστηκε τὸ σχέδιο ὁρισμένων εὐγενῶν, τὸ ὁποῖο προέβλεπε τὴν ἀνάδειξη στὸ Ρώσικο θρόνο τοῦ Βλαδίσλαου, υἱοῦ τοῦ βασιλέως τῆς Πολωνίας Σιγιμούνδου, ὑπὸ τὸν ὅρο ὅτι ὁ πρίγκιπας θὰ ἀσπαζόταν τὴν ὀρθόδοξη πίστη. Οἱ Πολωνοί, θέλοντας νὰ παρακάμψουν τὸν ὅρο αὐτό, προσέκρουσαν στὴν ἀκαμψία τοῦ Πατριάρχου. Ὁ Ἅγιος ὡς μόνος ἀναμφισβήτητος ἐκκλησιαστικὸς ἄνδρας κύρους στὴ Ρωσία κατ’ ἐκείνη τὴν ὥρα, κατόρθωσε νὰ ἐμποδίσει τὸν ρωμαιοκαθολικὸ Βλαδίσλαο, νὰ γίνει ἐπίσημα αὐτοκράτορας τῆς Ρωσίας. Ἡ κατοχὴ τῆς πρωτεύουσας ὑπὸ τοῦ Πολωνικοῦ στρατοῦ δὲν λύγισε τὸν Πατριάρχη. Ἀντίθετα, ὁ Ἅγιος Ἐρμογένης, βλέποντας τὴν κακοπιστία τοῦ βασιλέως τῆς Πολωνίας, στράφηκε ἀνοικτὰ κατὰ τοῦ ξένου ἐπιδρομέως καὶ ἐπεδίωξε μὲ ὅλα τὰ μέσα τὴν συγκρότηση τοῦ ἀναγκαίου στρατοῦ γιὰ τὴν ἀπελευθέρωση τῆς πατρίδας του.
Ὁ Ἅγιος συνελήφθη καὶ καθαιρέθηκε ἀπὸ τὴν θέση τοῦ Πατριάρχου. Τὸν ἔκλεισαν στὸ Μετόχι τοῦ Ἁγίου Κυρίλλου, ὅπου πέθανε, ἀπὸ πεῖνα ἴσως, στὶς 17 Ἰανουαρίου 1612 μ.Χ.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ὅσιος Βαρνάβας τῆς Γεθσημανῆ

Ὁ Ὅσιος Βαρνάβας, κατὰ κόσμος Βασίλειος Ἴλιτς Μέρκουλωφ, γεννήθηκε στὶς 24 Ἰανουαρίου 1831 στὸ χωριὸ Προυντίσκι τῆς ἐπαρχίας Τούλα τῆς Ρωσίας. Τὸ ἔτος 1851 εἰσῆλθε στὴ μονὴ τῆς Λαύρας τοῦ Κιέβου καὶ ἐκάρη μοναχός. Ἀσκήτεψε θεοφιλῶς στὴν ἔρημο τῆς Γεθσημανῆ κοντὰ στὸν στάρετς Δανιὴλ καὶ στὸν ἱερομόναχο Γρηγόριο καὶ κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 1906.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Λουκ. ιε’ 11-32

 

Εἶπε δέ· ἄνθρωπός τις εἶχε δύο υἱούς. Καὶ εἶπεν ὁ νεώτερος αὐτῶν τῷ πατρί· πάτερ, δός μοι τὸ ἐπιβάλλον μέρος τῆς οὐσίας. καὶ διεῖλεν αὐτοῖς τὸν βίον. Καὶ μετ᾿ οὐ πολλὰς ἡμέρας συναγαγὼν ἅπαντα ὁ νεώτερος υἱὸς ἀπεδήμησεν εἰς χώραν μακράν, καὶ ἐκεῖ διεσκόρπισε τὴν οὐσίαν αὐτοῦ ζῶν ἀσώτως. Δαπανήσαντος δὲ αὐτοῦ πάντα ἐγένετο λιμὸς ἰσχυρὸς κατὰ τὴν χώραν ἐκείνην, καὶ αὐτὸς ἤρξατο ὑστερεῖσθαι. Καὶ πορευθεὶς ἐκολλήθη ἑνὶ τῶν πολιτῶν τῆς χώρας ἐκείνης, καὶ ἔπεμψεν αὐτὸν εἰς τοὺς ἀγροὺς αὐτοῦ βόσκειν χοίρους. Καὶ ἐπεθύμει γεμίσαι τὴν κοιλίαν αὐτοῦ ἀπὸ τῶν κερατίων ὧν ἤσθιον οἱ χοῖροι, καὶ οὐδεὶς ἐδίδου αὐτῷ. Εἰς ἑαυτὸν δὲ ἐλθὼν εἶπε· πόσοι μίσθιοι τοῦ πατρός μου περισσεύουσιν ἄρτων, ἐγὼ δὲ λιμῷ ἀπόλλυμαι!  ἀναστὰς πορεύσομαι πρὸς τὸν πατέρα μου καὶ ἐρῶ αὐτῷ· πάτερ, ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου. Οὐκέτι εἰμὶ ἄξιος κληθῆναι υἱός σου· ποίησόν με ὡς ἕνα τῶν μισθίων σου. Καὶ ἀναστὰς ἦλθε πρὸς τὸν πατέρα αὐτοῦ. ἔτι δὲ αὐτοῦ μακρὰν ἀπέχοντος εἶδεν αὐτὸν ὁ πατὴρ αὐτοῦ καὶ ἐσπλαγχνίσθη, καὶ δραμὼν ἐπέπεσεν ἐπὶ τὸν τράχηλον αὐτοῦ καὶ κατεφίλησεν αὐτόν.
Εἶπε δὲ αὐτῷ ὁ υἱός· πάτερ, ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου, καὶ οὐκέτι εἰμὶ ἄξιος κληθῆναι υἱό
ς σου.
Εἶπε δὲ ὁ πατὴρ πρὸς τοὺς δούλους αὐτοῦ· ἐξενέγκατε τὴν στολὴν τὴν πρώτην καὶ ἐνδύσατε αὐτόν, καὶ δότε δακτύλιον εἰς τὴν χεῖρα αὐτοῦ καὶ ὑποδήματα εἰς τοὺς πόδας, καὶ ἐνέγκαντες τὸν μόσχον τὸν σιτευτὸν θύσατε, καὶ φαγόντες εὐφρανθῶμεν,  ὅτι οὗτος ὁ υἱός μου νεκρὸς ἦν καὶ ἀνέζησε, καὶ ἀπολωλὼς ἦν καὶ εὑρέθη. καὶ ἤρξαντο εὐφραίνεσθαι.  ῏Ην δὲ ὁ υἱὸς αὐτοῦ ὁ πρεσβύτερος ἐν ἀγρῷ· καὶ ὡς ἐρχόμενος ἤγγισε τῇ οἰκίᾳ ἤκουσε συμφωνίας καὶ χορῶν,  καὶ προσκαλεσάμενος ἕνα τῶν παίδων ἐπυνθάνετο τί εἴη ταῦτα. ὁ δὲ εἶπεν αὐτῷ ὅτι ὁ ἀδελφός σου ἥκει καὶ ἔθυσεν ὁ πατήρ σου τὸν μόσχον τὸν σιτευτόν, ὅτι ὑγιαίνοντα αὐτὸν ἀπέλαβεν. ὠργίσθη δὲ καὶ οὐκ ἤθελεν εἰσελθεῖν. ὁ οὖν πατὴρ αὐτοῦ ἐξελθὼν παρεκάλει αὐτόν. ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπε τῷ πατρί· ἰδοὺ τοσαῦτα ἔτη δουλεύω σοι καὶ οὐδέποτε ἐντολήν σου παρῆλθον, καὶ ἐμοὶ οὐδέποτε ἔδωκας ἔριφον ἵνα μετὰ τῶν φίλων μου εὐφρανθῶ· ὅτε δὲ ὁ υἱός σου οὗτος, ὁ καταφαγών σου τὸν βίον μετὰ πορνῶν, ἦλθεν, ἔθυσας αὐτῷ τὸν μόσχον τὸν σιτευτόν. ὁ δὲ εἶπεν αὐτῷ· τέκνον, σὺ πάντοτε μετ᾿ ἐμοῦ εἶ, καὶ πάντα τὰ ἐμὰ σά ἐστιν· εὐφρανθῆναι δὲ καὶ χαρῆναι ἔδει, ὅτι ὁ ἀδελφός σου οὗτος νεκρὸς ἦν καὶ ἀνέζησε, καὶ ἀπολωλὼς ἦν καὶ εὑρέθη.

 

 

 

Διαβάζουμε ἀπὸ τὸ Εὐαγγέλιο τὴν παραβολὴ τοῦ Ἀσώτου Υἱοῦ (Λούκ.15, 11-32). Ἡ παραβολὴ αὐτὴ μαζὶ μὲ τοὺς ὕμνους τῆς ἡμέρας, μᾶς παρουσιάζουν τὴ μετάνοια σὰν ἐπιστροφὴ τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὴ ἐξορία. Ὁ ἄσωτος γιός, πῆγε σὲ μιὰ μακρινὴ χώρα καὶ ἐκεῖ σπατάλησε ὅ,τι εἶχε καὶ δὲν εἶχε. Μιὰ μακρινὴ χώρα. Εἶναι ὁ μοναδικὸς ὁρισμὸς τῆς ἀνθρώπινης κατάστασης ποὺ θὰ ἔπρεπε νὰ ἀποδεχτοῦμε καθὼς ἀρχίζουμε τὴν προσέγγισή μας στὸ Θεό. Ἕνας ἄνθρωπος ποὺ ποτὲ δὲν εἶχε αὐτὴ τὴν ἐμπειρία, ἔστω καὶ γιὰ λίγο, ποὺ ποτὲ δὲν αἰσθάνθηκε ὅτι εἶναι ἐξόριστος ἀπὸ τὸ Θεὸ καὶ ἀπὸ τὴν ἀληθινὴ ζωή, αὐτὸς ποτὲ δὲν θὰ καταλάβει τί ἀκριβῶς εἶναι ὁ Χριστιανισμός. Αὐτὸ τὸ αἴσθημα τῆς ἀποξένωσης ἀπὸ τὸ Θεό, ἀπὸ τὴν μακαριότητα τῆς κοινωνίας μαζί Του, ἀπὸ τὴν ἀληθινὴ ζωὴ ὅπως τὴ δημιούργησε καὶ μᾶς τὴν ἔδωσε Ἐκεῖνος. Νὰ παραδεχθῶ ὅτι ἔχω ἀμαυρώσει καὶ ἔχω χάσει τὴν πνευματική μου ὀμορφιά, ὅτι εἶμαι πολὺ μακριὰ ἀπὸ τὸ πραγματικό μου σπίτι, τὴν ἀληθινὴ ζωή.

Ἔλαβα ἀπὸ τὸ Θεὸ θαυμαστὰ πλούτη: πρῶτα ἀπ' ὅλα τὴ ζωὴ καὶ τὴ δυνατότητα νὰ τὴ χαίρομαι, νὰ τὴν ὀμορφαίνω μὲ νόημα, ἀγάπη καὶ γνώση. Ὕστερα - μὲ τὸ Βάπτισμα - ἔλαβα τὴ νέα ζωὴ ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸ Χριστό, τὰ δῶρα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τὴν εἰρήνη καὶ τὴ χαρὰ τῆς οὐράνιας Βασιλείας. Καὶ ὅλα αὐτὰ τὰ ἔχασα, τὰ χάνω καθημερινά, ὄχι μόνο μὲ τὶς ἁμαρτίες, τὶς παραβάσεις, ἀλλὰ μὲ τὴν ἁμαρτία ὅλων τῶν ἁμαρτιῶν: τὴν ἀπομάκρυνση τῆς ἀγάπης μου ἀπὸ τὸ Θεό, προτιμώντας τὴν μακρινὴ χώρα ἀπὸ τὸ ὄμορφο σπίτι τοῦ Πατέρα.
Ἡ Ἐκκλησία ὅμως εἶναι ἐδῶ παροῦσα γιὰ νὰ μοῦ θυμίζει τί ἔχω ἐγκαταλείψει, τί ἔχω χάσει.

Καί, καθὼς ἀναλογίζομαι, βρίσκω μέσα μου τὴν ἐπιθυμία τῆς ἐπιστροφῆς καὶ τὴ δύναμη νὰ τὴ πραγματοποιήσω. Αὐτὸ καὶ μόνο αὐτό, εἶναι μετάνοια, νὰ ἀποκτήσω ξανὰ τὸ χαμένο σπίτι. «Θὰ σηκωθῶ καὶ θὰ πάω στὸν πατέρα μου καὶ θὰ τοῦ πῶ. Πατέρα, ἁμάρτησα στὸν οὐρανὸ καὶ σὲ σένα, καὶ δὲν εἶμαι πλέον ἄξιος νὰ ὀνομασθῶ γιός σου».



Κοντάκιον. Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Τῆς πατρῴας δόξης σου, ἀποσκιρτήσας ἀφρόνως, ἐν κακοῖς ἐσκόρπισα, ὅν μοι παρέδωκας πλοῦτον· ὅθεν σοι, τὴν τοῦ Ἀσώτου φωνὴν κραυγάζω· Ἥμαρτον, ἐνώπιόν σου Πάτερ οἰκτίρμον· δέξαι με μετανοοῦντα, καὶ ποιήσόν με ὡς ἕνα τῶν μισθίων σου.

 

 

Οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες Δανιήλ, Ἠλίας, Ἡσαΐας, Θεόδουλος, Ἱερεμίας, Ἰουλιανός, Οὐάλης, Παύμφιλος, Παῦλος, Πορφύριος, Σαμουὴλ καὶ Σέλευκος, μαρτύρησαν ἐπὶ αὐτοκράτορος Διοκλητιανοῦ (284 – 305 μ.Χ.). Κατάγονταν ἀπὸ διάφορους τόπους, τοὺς ἕνωνε ὅμως ἡ ἀγάπη καὶ ἡ πίστη τοῦ Χριστοῦ.

Ἐργαζόμενοι στὴν Καισάρεια τῆς Παλαιστίνης ὁμολόγησαν τὸν Χριστὸ ἐνώπιον τοῦ ἔπαρχου Φιρμιλιανοῦ. Ὁ ἄρχοντας κατέβαλε κάθε προσπάθεια νὰ πείσει τοὺς Ἁγίους νὰ ἀρνηθοῦν τὴν πίστη τους στὸν Χριστό. Ἐκεῖνοι ὅμως παρέμειναν σταθερὰ προσηλωμένοι στὴν πατρῴα εὐσέβεια. Τότε ὁ Φιρμιλιανὸς ἔδωσε ἐντολὴ νὰ τοὺς θανατώσουν, ἀφοῦ πρῶτα τοὺς βασανίσουν.

Οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες Ἠλίας, Πάμφιλος, Οὐάλης, Παῦλος, Σέλευκος, Ἱερεμίας, Ἡσαΐας, Σαμουὴλ καὶ Δανιὴλ ἀποκεφαλίσθηκαν διὰ ξίφους. Ὁ Πορφύριος, ὑπηρέτης τοῦ Παμφίλου, συνελήφθη τὴν ὥρα ποὺ ἀναζητοῦσε τὸ λείψανο τοῦ κυρίου του καὶ κάηκε ζωντανὸς μαζὶ μέ τὸν Μάρτυρα Ἰουλιανό. Τὸν Ἅγιο Θεόδουλο τὸν σταύρωσαν ἐπὶ ξύλου. Ἔτσι μαρτύρησαν οἱ Ἅγιοι καὶ προσετέθησαν στὴ χορεία τῶν ἀθλητῶν τοῦ Χριστοῦ.
Ἡ Σύναξη τῶν Ἁγίων Μαρτύρων ἐτελεῖτο στὴ Μεγάλη Ἐκκλησία.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Τὴν ὡραιότητα.
Τὴν δωδεκάριθμον, Μαρτύρων φάλαγγα, ἀνευφημήσωμεν, ἐνθέοις ᾄσμασι, Πάμφιλον Παῦλον Σαμουήλ, Οὐάλεντα καὶ Ἠλίαν, Ἱερεμίαν, Σέλευκον, Δανιὴλ καὶ Πορφύριον, Ἰουλιανὸν ὁμοῦ Ἠσαΐαν Θεόδουλον· αὐτοὶ γὰρ τὸν Δεσπότην τῶν ὅλων, πᾶσιν ἡμῖν ἐξιλεοῦνται.

 

Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Κολαστηρίων φοβερῶν προκειμένων, οἱ τοῦ Κυρίου Ἀθληταὶ οἱ γενναῖοι, ἐν ἀπτοήτῳ χαίροντες φρονήματι, τούτοις προσωμίλησαν, τῆς σαρκὸς ἀλογοῦντες· ὅθεν ἐκληρώσαντο, αἰωνίζουσαν δόξαν, ὑπὲρ ἡμῶν πρεσβεύοντες ἀεί, τῶν εὐφημούντων, αὐτῶν τὰ μνημόσυνα.

 

Μεγαλυνάριον.
Φάλαγξ δωδεκάριθμε Ἀθλητῶν, ἡ συντεταγμένη, εὐσεβείᾳ τε καὶ σπουδῇ, σύναψον σπουδαίως, ἡμᾶς ἐν ὁμονοίᾳ, καὶ λύσιν τῶν πταισμάτων, ἡμῖν πρυτάνευσον.

Ὁ Ὅσιος Μαρουθᾶς ὁ Ἐπίσκοπος καὶ οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες ἐν Περσίᾳ

Ὁ Ὅσιος Μαρουθᾶς ἔζησε κατὰ τὴν ἐποχὴ τοῦ αὐτοκράτορα Θεοδοσίου Α’ τοῦ Μεγάλου (379 – 395 μ.Χ.) καὶ ἦταν Ἐπίσκοπος τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ. Ὁ αὐτοκράτορας, ἐκτιμώντας τὶς ἀρετὲς τοῦ Ἁγίου, τὸν ἀπέστειλε πρεσβευτὴ στὸ βασιλέα τῶν Περσῶν Σαπὼρ Γ’ (383 – 388 μ.Χ.). Ἐκεῖ ὁ Ὅσιος ἀπάλλαξε τὴ θυγατέρα τοῦ βασιλέως ἀπὸ τὸ πονηρὸ δαιμόνιο, ποὺ τὴν εἶχε κυριεύσει καὶ τὴν βασάνιζε. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ τοῦ ἔδωσε θάρρος καὶ ζήτησε ἀπὸ τὸν βασιλέα τῆς Περσίας τὰ ἱερὰ λείψανα τῶν Μαρτύρων, οἱ ὁποῖοι μαρτύρησαν στὴν Περσία. Ἐκεῖνος ἱκανοποίησε ἀμέσως τὸ αἴτημα τοῦ Ὁσίου. Ἔτσι, λοιπόν, ὁ Ὅσιος ἔκτισε πόλη ἐπ’ ὀνόματί τους, τὴ Μαρτυρόπολη, ποὺ βρισκόταν στὴ Μεγάλη Ἀρμενία, κοντὰ στὸ Νυμαφαῖο ποταμό, καὶ ἀποθησαύρισε σὲ αὐτὴν τὰ ἱερά τους λείψανα.
Ὁ Ὅσιος Μαρουθᾶς κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὴν ἡμέρα ποὺ ἑορταζόταν ἡ ἐπέτειος τῶν ἐγκαινίων τῆς Μαρτυροπόλεως.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ὅσιος Φλαβιανός

Ὁ Ὅσιος Φλαβιανὸς ἀπὸ νεαρὴ ἡλικία ἀκολούθησε τὸν δρόμο τῆς μοναχικῆς πολιτείας καὶ τῆς ἀσκήσεως. Λέγεται δὲ ὅτι ἀνέβηκε στὴν κορυφὴ ἐνὸς βουνοῦ καὶ πέρασε μόνος ἑξήντα καὶ πλέον χρόνια μὲ νηστεία καὶ προσευχή. Ὁ Θεὸς τὸν ἀξίωσε τοῦ χαρίσματος τῆς θαυματουργίας.
Ὁ Ὅσιος Φλαβιανὸς κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ἅγιος Φλαβιανὸς Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως

Ὁ Ἅγιος Φλαβιανός, ἦταν Πρεσβύτερος τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς Κωνσταντινουπόλεως καὶ σκευοφύλακας τοῦ ναοῦ τῆς Ἁγίας Σοφίας.

Γνωστὸς γιὰ τὶς ἀρετὲς καὶ τὰ πνευματικά του χαρίσματα, διαδέχθηκε τὸν Ἅγιο Πρόκλο († 20 Νοεμβρίου 446) στὸν ἀρχιεπισκοπικὸ θρόνο τῆς Κωνσταντινουπόλεως τὸ ἔτος 447 μ.Χ. Ἡ πατριαρχία του συνέπεσε μὲ τὸ σάλο, τὸν ὁποῖο εἶχαν ἐγείρει στὴν Ἐκκλησία οἱ αἱρέσεις τοῦ Νεστορίου καὶ τοῦ Εὐτυχοῦς. Ὁ Νεστόριος εἶχε καταδικασθεῖ ἀπὸ τὴν Γ’ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο ποὺ συνῆλθε στὴν Ἔφεσο, ἀλλὰ καὶ μετὰ ἀπὸ αὐτὸ δὲν εἶχαν λείψει οἱ συνήγοροι τοῦ αἱρεσιάρχου. Τὰ πάθη μεγάλωσαν, ὅταν στὴν αἵρεση τοῦ Νεστορίου προστέθηκε ἡ αἱρετικὴ διδασκαλία τοῦ Εὐτυχοῦς, ὁ ὁποῖος δίδασκε ὅτι ὁ Χριστὸς δὲν εἶχε παρὰ μόνο μία φύση, τὴ Θεία, ἡ ὁποία ἀπορρόφησε ἐντελῶς τὴν ἀνθρώπινη. Μία τέτοια διδασκαλία θεωροῦσε τὴν θεότητα παθητή. Ὁ Ἅγιος Φλαβιανὸς καταδίκασε τὴν πλάνη αὐτὴ διὰ τῆς συγκλίσεως τοπικῆς Συνόδου τὸ ἔτος 448 μ.Χ. Στὴ Σύνοδο ὁ αἱρετικὸς Εὐτυχὴς ἔδειξε μετριόφρονα διαγωγή, ἀρνήθηκε ὅμως νὰ ἀναθεματίσει τὰ προηγούμενα φρονήματά του. Ἡ σύνοδος ἔπαυσε αὐτὸν ἀπὸ τὸ ἀξίωμα τοῦ ἡγουμένου μοναστηρίου, τὸν καθαίρεσε ἀπὸ Πρεσβύτερο καὶ τὸν ἀφόρισε. Ὁ Εὐτυχὴς μετὰ τὸ τέλος τῆς Συνόδου ἔκανε ἔκκληση πρὸς τὸν Πάπα Ρώμης Λέοντα Α’ (440 – 461 μ.Χ.) καὶ τὸν Ἀλεξανδρείας Διόσκορο, ποὺ ὑποστήριζε τοὺς αἱρετικούς.

Ὁ αὐτοκράτορας Θεοδόσιος Β’ ὁ Μικρὸς (408 – 450 μ.Χ.), πεισθεὶς ἀπὸ τοὺς ὑποστηρικτὲς τοῦ αἱρετικοῦ Εὐτυχοῦς, συνεκάλεσε στὴν Ἔφεσο Σύνοδο, τὸ ἔτος 449 μ.Χ. Πρόεδρος ὁρίσθηκε ὁ Πατριάρχης Ἀλεξανδρείας Διόσκορος. Ὁ Ἅγιος Φλαβιανὸς λόγω τῆς ἐμμονῆς του στὴ διδασκαλία τῆς Γ’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου καταδιώχθηκε ἀπὸ τὸν αἱρετικὸ Διόσκορο καὶ τοὺς ὀπαδούς του. Ὁ Ἅγιος ἀποπειράθηκε νὰ καταφύγει κάτω ἀπὸ τὴν Ἁγία Τράπεζα ὡς σὲ ἄσυλο, χωρὶς ὅμως νὰ τὸ κατορθώσει αὐτό. Τὸν κτύπησαν καὶ τὸν ἔσυραν ἔξω ἀπὸ τὸ ναό, τὸν καθαίρεσαν καὶ τὸν ἐξόρισαν στὴν Ἔφεσο, ὅπου καὶ πέθανε λίγο ἀργότερα. Τὰ ἔκτροπα δὲν ἀναφέρονται ἀπὸ περισωθέντα πρακτικὰ τῆς Συνόδου, ἀλλὰ εἶναι γνωστὰ ἀπὸ μαρτυρίες γενόμενες στὴν Δ’ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο.
Τὸ ἱερὸ λείψανο τοῦ Ἁγίου μετακομίσθηκε μετὰ δύο χρόνια, τὸ 451 μ.Χ., στὴν Κωνσταντινούπολη ἀπὸ τὴν Πουλχερία, ἀδελφὴ τοῦ Θεοδοσίου τοῦ Μικροῦ καὶ κατατέθηκε στὸ ναὸ τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Σύναξις Ὑπεραγίας Θεοτόκου ἐν Κύπρῳ 

Δὲν ἔχουμε περισσότερες λεπτομέρειες γιὰ τὴν εἰκόνα αὐτὴ τῆς Θεοτόκου μας.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ἅγιος Ρωμανὸς ὁ Ὁσιομάρτυρας 

Ἡ μνήμη τοῦ Ἁγίου Ρωμανοῦ, τιμᾶται ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία στὶς 5 Ἰανουαρίου, ὅπου καὶ ὁ βίος του. Ἄγνωστο γιατὶ ἐπαναλαμβάνεται σήμερα.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ἅγιος Ἠλίας ὁ Ἱερομάρτυρας 

Ὁ Ἅγιος Ἱερομάρτυς Ἠλίας (Νικολάγιεβιτς) γεννήθηκε σὲ κάποιο χωριὸ τῆς Μόσχας κατὰ τὸν 19ο αἰώνα μ.Χ. Σπούδασε στὴν Θεολογικὴ Ἀκαδημία τῆς Μόσχας καὶ νυμφεύθηκε τὴν εὐσεβὴ Εὐγενία. Στὴν συνέχεια χειροτονήθηκε ἱερεὺς καὶ διακόνησε στὸ μικρὸ ναὸ ἑνὸς πτωχοκομείου καὶ στὴν ἐνορία τοῦ Ἁγίου Νικολάου Τολματσὲφ τῆς Μόσχας, πρὶν ξεσπάσει ἡ Ὀκτωβριανὴ ἐπανάσταση τοῦ ἔτους 1917 μ.Χ.

Ὁ Ἅγιος ἦταν εὐλαβέστατος ἱερέας. Ὁ ναὸς του ἦταν φάρος πνευματικοῦ φωτὸς γιὰ πολλοὺς πιστούς. Ἦταν ἔγγαμος, ἀλλὰ ζοῦσε ἀσκητικὴ ζωή. Ἦταν τὸ 1932 μ.Χ., ὅταν ἡ μυστικὴ Σοβιετικὴ ἀστυνομία τὸν συνέλαβε καὶ τὸν φυλάκισε. Τὸν ἐξόρισαν στὴν περιοχὴ τοῦ ποταμοῦ Κράσναγια Βίσερα. Ἡ πρεσβυτέρα Εὐγενία ὅλη τὴν νύχτα τὴν πέρασε μὲ προσευχὴ καὶ δάκρυα. Κατὰ τὸ πρωὶ ὅμως ἀποκοιμήθηκε καὶ τότε εἶδε τὴν Θεοτόκο στὸν ὕπνο της ποὺ τῆς εἶπε νὰ μὴν φοβᾶται.

Μετὰ δύο χρόνια, ἡ πρεσβυτέρα τὸν ἐπισκέφθηκε στὸν τόπο τῆς ἐξορίας καὶ τοῦ ἔφερε ἕνα Εὐαγγέλιο καὶ ἕνα μικρὸ φιαλίδιο μὲ ἁγιασμό. Οἱ φύλακες ἅρπαξαν ἀμέσως τὸ Εὐαγγέλιο. Ὅταν τὴν ρώτησαν τί περιεῖχε τὸ φιαλίδιο, ἐκείνη τοὺς ἀπάντησε ὅτι γι’ αὐτοὺς ἦταν ἁπλὸ νερό, ἀλλὰ γιὰ ἐκείνη καὶ τὸν σύζυγό της ἦταν κάτι ἱερό. Τὸ φάρμακό τους. Ὁ Ἅγιος φαινόταν σὰν νὰ τὸν εἶχαν βασανίσει. Δὲν τοῦ ἐπέτρεπαν νὰ λειτουργεῖ καὶ αὐτὸ τὸν ἔθλιβε ἀφάνταστα.  Ἄρχισε νὰ διηγεῖται στὴν Εὐγενία τὸ μαρτύριό του. Ὅταν μετέφεραν ἐκεῖνον καὶ πολλοὺς ἄλλους στὸν τόπο τῆς ἐξορίας, τοὺς ἀνάγκασαν νὰ περπατοῦν ἐπάνω στὸ χιόνι ποὺ εἶχε λιώσει ἐπιφανειακά. Τὸ λεπτὸ στρῶμα τοῦ πάγου ἔσπαζε κάτω ἀπὸ τὰ πόδια τους καὶ οἱ «κατάδικοι» βυθίζονταν μέσα στὸ χιόνι μέχρι τὴ μέση. Βρεγμένοι μέχρι τὸ κόκαλο, χωρὶς νὰ ἔχουν φάει ἢ πιεῖ τίποτα ὅλη τὴν ἡμέρα, ἀναγκάστηκαν νὰ περάσουν τὴ νύχτα μέσα σὲ μία καλύβα. Οἱ ἐξουθενωμένοι ἄνδρες ἀμέσως ἔπεσαν στὸ πάτωμα καὶ ἀποκοιμήθηκαν σὰν πεθαμένοι. Μόνο ὁ Ἅγιος ἔμεινε ξάγρυπνος. Μέσα στὰ βαθιὰ μεσάνυχτα μία κραυγὴ ἀκούσθηκε ἀπὸ τὰ βάθη τῆς καρδιᾶς του: «Κύριε, γιατί μὲ ἐγκατέλειψες; Σὲ ὑπηρέτησα τόσο πιστά. Ὁλόκληρη τὴν ζωή μου τὴν ἀφιέρωσα σὲ Σένα. Πόσες φορὲς διάβασα τὸν Ἀκάθιστο Ὕμνο καὶ τοὺς Κανόνες. Μὲ πόση εὐλάβεια ὑπηρετοῦσα στὴν Ἐκκλησία. Γιατί, Κύριε, μὲ ἐγκατέλειψες καὶ ὑποφέρω τόσο πολύ; Ὑπεραγία Θεοτόκε, ἅγιε ἱεράρχα Νικόλαε, ἅγιε πάτερ Σεραφείμ, πάντες οἱ Ἅγιοι τοῦ Θεοῦ! Μετὰ ἀπὸ ὅλες τὶς προσευχές μου σὲ σᾶς, γιατί βασανίζομαι τόσο;».

Ξαφνικὰ μία θεία ἐπίσκεψη, σὰν φλόγα, ἄγγιξε τὴν πονεμένη ψυχή του καὶ τὴν πλημμύρισε μὲ μία ὑπερκόσμια παρηγοριά. Τὸ φῶς τῆς πίστεως φώτισε μυστικὰ τὴν καρδιά του καὶ ἄναψε μέσα του μία ἀνέκφραστη καὶ ἀκατανίκητη ἀγάπη πρὸς τὸν Χριστό, ἡ ὁποία ὅπως λέει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, «οὐκ ἐξὸν ἀνθρώπῳ λαλῆσαι». Ὅταν ξημέρωσε, ἦταν νέος ἄνθρωπος, ἀναγεννημένος σὰν νὰ εἶχε βαπτισθεῖ στὴν φωτιά.

Καθὼς ἀποχαιρετοῦσε τὴν πρεσβυτέρα Εὐγενία, ὁ Ἅγιος τῆς εἶπε: «Ξέρεις, ἡ καρδιά μου φλέγεται γιὰ τὸν Χριστό. Νομίζω ὅτι ᾖλθα ἐδῶ, γιὰ νὰ καταλάβω ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀπολύτως τίποτε καλύτερο, τίποτε πιὸ θαυμαστὸ ἀπὸ Αὐτόν. Θὰ ἤθελα νὰ πεθάνω γι’ Αὐτόν!».
Ὅταν ἡ πρεσβυτέρα ἔφθασε πίσω στὴ Μόσχα ἔμαθε ὅτι στὸ στρατόπεδο συγκεντρώσεως ἄναψε μία πυρκαγιὰ καὶ ὁ Ἅγιος ἔγινε παρανάλωμα τοῦ πυρὸς μαζὶ μὲ ἕνδεκα ἄλλους Χριστιανούς.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ἅγιος Τάνκο Ἐπίσκοπος Βέρντεν 

Ὁ Ἅγιος Τάνκο καταγόταν ἀπὸ τὴ Σκωτία καὶ ἐργάσθηκε ἱεραποστολικὰ στὴ Γερμανία. Ἐξελέγη Ἐπίσκοπος τῆς πόλεως Βέρντεν καὶ μαρτύρησε τὸ ἔτος 815 μ.Χ.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr