Ὁ Ὅσιος Λαυρέντιος, κατὰ κόσμον Λάμπρος Κανέλλος, γεννήθηκε στὰ Μέγαρα ἀπὸ εὐσεβεῖς καὶ φιλόθεους γονεῖς, τὸν Δημήτριο καὶ τὴν Κυριακή. Τὸ ἐπάγγελμά του ἦταν γεωργὸς καὶ οἰκοδόμος. Νυμφεύθηκε τὴν Βασιλικὴ καὶ ἀπὸ τὸν γάμο του ἀπέκτησε δύο υἱούς, τὸν Ἰωάννη καὶ τὸν Δημήτριο. Κάποιος βράδυ, στὸ χωριὸ Μάντρον, ὁραματίσθηκε τὴν Θεοτόκο, ἡ ὁποία τοῦ ὑπέδειξε νὰ πάει στὴν Σαλαμίνα, ὅπου βρῆκε τὴν ἱερὰ εἰκόνα της καὶ νὰ ἀνακαινίσει τὸν ἐρειπωμένο ναὸ αὐτῆς. Ἔτσι, τὸ ἔτος 1862, ὁ Ὅσιος ἀνήγειρε νέα μονή, τὴν γνωστὴ ἕως σήμερα μονὴ τῆς Φανερωμένης. Ἐκεῖ ἀργότερα ὁ Ὅσιος ἐκάρη μοναχὸς καὶ ἔλαβε τὸ ὄνομα Λαυρέντιος. Μοναχὴ ὅμως ἔγινε καὶ ἡ σύζυγός του, ἡ ὁποία μετονομάσθηκε σὲ Βασσιανή. Γιὰ τὰ πολλά του πνευματικὰ χαρίσματα καὶ τὴν καθαρότητα τῆς καρδιᾶς του ἔλαβε ἀπὸ τὸν Θεὸ τὸ χάρισμα τῆς θαυματουργίας.
Ὁ Ὅσιος Λαυρέντιος, σύμφωνα καὶ μὲ σχετικὸ χειρόγραφο σημείωμα, κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 1707. Ἡ τιμία κάρα του, ποὺ φέρει ἀργυρὸ περίβλημα, ἀπόκειται σὲ προσκύνηση στὸ ναΰδριο τοῦ Ἁγίου Νικολάου.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

πολυτίκιον. χος α’. Τς ρήμου πολίτης.
Τν Μεγάρων τν γόνον, σκητν τν μότροπον, κα φρουρν Μονς Σαλαμνος, θεοφόρον Λαυρέντιον, τιμήσωμεν προφρόνως δελφοί, ς μέτοχον τς δόξης το Χρίστου, να τούτου τας πρεσβείαις πάσης ργς, ῥυώμεθα κραυγάζοντες· δόξα τ δεδωκότι σοι σχύν, δόξα τ σ στεφανώσαντι, δόξα τ χορηγοῦντι δι σοῦ, μῖν Πάτερ τ πρόσφορα.

 

Κοντάκιον. Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Ἐκ Μεγάρων Ὅσιε, οἷάπερ φοῖνιξ βλαστήσας, μυστικῶς ἐξήνθησας, ἐν Σαλαμῖνι τῇ νήσῳ· ἔνθα δή, Μονὴν ἐγείρας τῇ Θεοτόκῳ, σκήνωμα, τοῦ Παρακλήτου λαμπρὸν ἐδείχθης, τῇ ὁσίᾳ σου ἀσκήσει, Χριστοῦ θεράπον, Πάτερ Λαυρέντιε.

 

Μεγαλυνάριο.
Χαίροις τῶν Ὁσίων ὁ μιμητής, καὶ τῶν Μεγαρεών, ἐγκαλλώπισμα ἱερόν· χαίροις Σαλαμῖνος, Μονῆς θεῖος δομήτωρ, καὶ φύλαξ καὶ προστάτης, Πάτερ Λαυρέντιε.

Ὁ Ἅγιος Σίμων ὁ Ἀπόστολος ὁ Ζηλωτής

Ὁ Ἀπόστολος Σίμων, ἕνας ἀπὸ τοὺς δώδεκα Μαθητὲς τοῦ Κυρίου, ἀδελφὸς τοῦ Ἰούδα τοῦ Λεββαίου, εἶχε τὴν ἐπωνυμία Καναναῖος ἢ Κανανίτης. Ἡ ἐπωνυμία αὐτὴ δὲν φανερώνει τὴν καταγωγὴ τοῦ Ἀποστόλου Σίμωνος ἀπὸ τὴ Χαναὰν ἢ τὴν Κανᾶ τῆς Γαλιλαίας. Ἡ λέξη «Καναναῖος» εἶναι Χαλδαϊκὴ καὶ σημαίνει «Ζηλωτής». Πράγματι ὁ Εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς τὸν προσονομάζει ὡς «Ζηλωτή».

Οἱ ζηλωτὲς ἀποτελοῦσαν μία ξεχωριστὴ κοινωνικὴ τάξη στὴν Ἰουδαϊκὴ κοινωνία κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ Χριστοῦ. Ἀποτελοῦνταν ἀπὸ λαϊκοὺς ἀγωνιστές, οἱ ὁποῖοι μάχονταν ἐναντίον τῶν Ρωμαίων κατακτητῶν, συνεχίζοντας τὴν παράδοση τῶν Μακκαβαίων ἐπαναστατῶν. Ὅμως συχνά, πολλοὶ ἀπὸ αὐτούς, ἐκμεταλλεύονταν τὸν ἀπελευθερωτικὸ ἀγῶνα καὶ καταντοῦσαν τύραννοι τοῦ ἰδίου τοῦ λαοῦ τους. Προέβαιναν σὲ παράνομες πράξεις βίας καὶ ληστειῶν γιὰ ἴδιο ὄφελος καὶ γι’ αὐτὸ τὸν 1ο αἰώνα μ.Χ. εἶχε ἀναπτυχθεῖ λαϊκὴ δυσαρέσκεια κατὰ τοῦ κινήματος τῶν ζηλωτῶν. Οἱ συσταυρούμενοι μὲ τὸν Κύριο ληστὲς ἦταν ζηλωτές.

Δὲν γνωρίζουμε ἂν ὁ Σίμων ἀνῆκε στὴν μερίδα τῶν ζηλωτῶν ἢ προερχόταν ἀπὸ αὐτή. Τὸ πιὸ πιθανὸ εἶναι νὰ προερχόταν ἀπὸ τοὺς ζηλωτές. Σὲ καμιὰ περίπτωση δὲν μπορεῖ νὰ ἀνῆκε ταυτόχρονα καὶ στοὺς ζηλωτές, διότι τὸ ζηλωτικὸ κίνημα ἦταν ἀντίθετο μὲ τὴν διδασκαλία τοῦ Κυρίου. Ὑπάρχει βέβαια καὶ μία ἄλλη ὑπόθεση γιὰ τὸν Ἀπόστολο Σίμωνα. Εἶναι πιθανὸ νὰ μὴν εἶχε καμία σχέση μὲ τοὺς ζηλωτὲς καὶ τὸ προσωνύμιο «Ζηλωτής» νὰ σήμαινε τὸν ἔνθεο ζῆλο του.

Κάποιοι ταυτίζουν τὸν Ἀπόστολο Σίμωνα μὲ τὸ νυμφίο τοῦ γάμου τῆς Κανᾶ, ὅπου ὁ Κύριος ἔκανε τὸ πρῶτο θαῦμα Του, μεταβάλλοντας τὸ νερὸ σὲ κρασί. Ὅμως  ἰσχυρισμὸς αὐτὸς δὲν ἔχει κανένα ἱστορικὸ ἔρεισμα καὶ πρόκειται γιὰ αὐθαίρετη ὑπόθεση.
Κατὰ τὴν παράδοση, ὁ Ἀπόστολος Σίμων μετὰ τὴν Πεντηκοστή, μετέβη καὶ κήρυξε τὸν θεῖο Λόγο στὴν Αἴγυπτο, Ἀφρικὴ καὶ Λιβύη. Ἀργότερα, μετέβη μὲ τὸν Ἰούδα τὸν Θαδδαῖο στὴ Μεσοποταμία καὶ Περσία, συνελήφθη καὶ ὑπέστη τὸν διὰ σταυροῦ μαρτυρικὸ θάνατο.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Ζῆλος ἔνθεος, καταλαβών σε, τοῦ γνωσθέντος σοι, σαρκὸς ἐν εἴδει, ζηλωτὴν ἐν Ἀποστόλοις ἀνέδειξε· καὶ τοῦ Δεσπότου ζηλώσας τὸν θάνατον, διὰ Σταυροῦ πρὸς αὐτὸν ἐξεδήμησας· Σίμων ἔνδοξε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

 

Κοντάκιον. Ἦχος β’. Τοὺς ἀσφαλεῖς.
Τὸν ἀσφαλῶς, τὰ τῆς σοφίας δόγματα, ἐν ταῖς ψυχαῖς, τῶν εὐσεβούντων θέμενον, ἐν αἰνέσει μακαρίσωμεν, τὸν θεηγόρον πάντες Σίμωνα· τῷ θρόνῳ γὰρ τῆς δόξης νῦν παρίσταται, καὶ σὺν Ἀσωμάτοις ἐπαγάλλεται, πρεσβεύων ἀπαύστως ὑπὲρ πάντων ἡμῶν.

 

Μεγαλυνάριον.
Ζηλῶν διαπύρως ὦ Ζηλωτά, τῷ σὲ θεηγόρον, ἀναδείξαντι Μαθητήν, ζηλωτὴς ἐν πᾶσι, καὶ μιμητὴς ὡράθης, ὦ Σίμων Χριστοκῆρυξ, τοῦ σὲ δοξάσαντος.

 

Οἱ Ἅγιοι Ἀλφειός, Κυπρίνος καὶ Φιλάδελφος οἱ Μάρτυρες οἱ Αὐτάδελφοι

Οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες Ἀλφειός, Κυπρίνος καὶ Φιλάδελφος ἦταν ἀδελφοί, υἱοὶ τοῦ ἄρχοντα Πρεφεκτῶν Βιταλίου καὶ κατάγονταν ἀπὸ τὴν χώρα τῶν Βασκάνων τῆς Νότιας Ἰταλίας. Ἀφοῦ διδάχθηκαν τὴν ὀρθόδοξη πίστη καὶ βαπτίσθηκαν ἀπὸ κάποιον Ὅσιο ἄνδρα ποὺ ὀνομαζόταν Ὀνήσιμος, κήρυτταν τὸν Χριστό. Καταγγέλθηκαν γιὰ τὴν θεοφιλὴ δράση τους, συνελήφθηκαν ἀπὸ τὸν Ἀνηγγελίωνα ἐπὶ αὐτοκράτορος Δεκίου (249 – 251 μ.Χ.) καὶ ἀπεστάλησαν δέσμιοι στὴ Ρώμη. Ἀπὸ ἐκεῖ, μετὰ τὴν πρώτη ἀνάκριση, μεταφέρθηκαν στοὺς Ποτιόλους πρὸς τὸν ἡγεμόνα Διομήδη, αὐτὸς δὲ τοὺς παρέπεμψε στὸν ἄρχοντα τῆς Σικελίας Τέρτυλλο, ὁ ὁποῖος, ἀφοῦ δὲν μπόρεσε νὰ τοὺς μεταπείσει, τοὺς καταδίκασε σὲ θάνατο. Τὸν μὲν Ἀλφειὸ ἀποκεφάλισαν, ἀφοῦ τοῦ ἀπέκοψαν τὴ γλῶσσα, τὸν δὲ Φιλάδελφο κατέκαψαν πάνω σὲ πυρακτωμένη σχάρα, ἐνῷ τὸν Κυπρίνο τηγάνισαν μέσα σὲ τεράστιο τηγάνι.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Οἱ Ἅγιοι Ἔρασμος καὶ Ὀνήσιμος οἱ Μάρτυρες καὶ οἱ σὺν αὐτοῖς δεκατέσσερις μαρτυρήσαντες

Οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες Ἔρασμος καὶ Ὀνήσιμος μαρτύρησαν μαζὶ μὲ ἄλλους δεκατέσσερις Μάρτυρες, ἐπὶ αὐτοκράτορος Δεκίου (249 – 251 μ.Χ.), μαζὶ μὲ τοὺς Ἅγιους Μάρτυρες Ἀλφειό, Κυπρίνο καὶ Φιλάδελφο που τιμούνται σήμερα.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ὅσιος Ἡσύχιος ὁ Ὁμολογητής

Ἡ μνήμη τοῦ Ὁσίου Ἡσυχίου τοῦ Ὁμολογητοῦ τιμᾶται τὴν 6η Μαρτίου, ὅπου καὶ ὁ Βίος του. Ἄγνωστο γιατί επαναλαμβάνεται καὶ σήμερα.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ὅσιος Ἰσίδωρος ὁ μωρός 

Ὁ Ὅσιος Ἰσίδωρος γεννήθηκε τὸ 319 μ.Χ. καὶ καταγόταν ἀπὸ τὴν Ἀλεξάνδρεια. Ὑπῆρξε μαθητὴς τοῦ Ὁσίου Ἀντωνίου τοῦ Μεγάλου καὶ συνασκητὴς τοῦ Ὁσίου Μακαρίου. Μετέβη μετὰ τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου στὴ Ρώμη καὶ ἀπὸ ἐκεῖ ἀναχώρησε μὲ τὴν Ὁσία Μελανία γιὰ τὴν ἔρημο τῆς Αἰγύπτου.

Ὁ Ὅσιος διακρινόταν γιὰ τὴν πραότητά του καί, ἐκτὸς τοῦ δώρου τῶν δακρύων, γιὰ τὴν εὐκολία μὲ τὴν ὁποία περιέπιπτε σὲ ἔκσταση, ἐνῷ ἔτρωγε. Μὲ τοὺς Πατέρες τῆς ἐρήμου Μακάριο καὶ Παμβὼ ἔπληττε τὸν μὴ ἀκτήμονα μοναχό: «Τὸ ἀργύριόν σου σὺν σοὶ εἴη εἰς ἀπώλειαν».

Ὑπέφερε πολλὰ ἀπὸ τὸν Πατριάρχη Ἀλεξανδρείας Θεόφιλο, ὁ ὁποῖος ἀρχικὰ ἤθελε νὰ τὸν κάνει Ἐπίσκοπο καὶ κατόπιν τὸν ἀπέλασε ὄχι μόνο ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία τῆς Ἀλεξανδρείας, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὴν ἔρημο ποὺ ἀσκήτευε. Ὁ Ὅσιος, μὲ τοὺς μοναχοὺς μαθητές του, ζήτησε τότε τὴν προστασία τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου.
Ὁ Ὅσιος Ἰσίδωρος κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ 404 μ.Χ.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

Οἱ Ὅσιοι Πασσαρίων, Ἀγάπιος καὶ Φιλήμων

Ὁ Ὅσιος Πασσαρίων ὁ Πρεσβύτερος ἦταν ἀπὸ τοὺς πιὸ φημισμένους ἀσκητὲς τῆς Παλαιστίνης. Ἦταν σύγχρονος τοῦ Πατριάρχη Ἱεροσολύμων Ἰουβενάλιου (420 – 458 μ.Χ.) καὶ χρημάτισε διδάσκαλος τοῦ Μεγάλου Εὐθυμίου. Ἔγινε ἱδρυτὴς γηροκομείου στὰ Ἱεροσόλυμα, στὸ ὁποῖο ὑπῆρχε καὶ εὐκτήριος οἶκος ἀφιερωμένος στὸ ὄνομά του καὶ στὸν ὁποῖο κατὰ τὶς 21 Νοεμβρίου ἐτελεῖτο ἡ μνήμη του.
Οἱ μετ’ αὐτοῦ φερόμενοι Ὅσιοι Ἀγάπιος καὶ Φιλήμων ἦταν μαθητὲς τοῦ Ὁσίου Πασσαρίωνος καὶ συνασκητές.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ὅσιος Κομγάλλιος 

Ὁ Ὅσιος Κομγάλλιος καταγόταν ἀπὸ τὴν Ἰρλανδία καὶ γεννήθηκε στὴν πόλη Οὔλστερ τὸ 517 μ.Χ. Ἦταν υἱὸς στρατιώτη. Σπούδασε στὴ σχολὴ τοῦ Ἁγίου Φινιανοῦ καὶ ἵδρυσε τὴν περίφημη μονὴ τοῦ Μπένγκορ, ἡ ὁποία ὑπῆρξε ἡ πολυπληθέστερη καὶ ἐνδοξότερη τῆς Ἰρλανδίας. Λέγεται ὅτι ἐπὶ ἡμερῶν του ἐγκαταβιοῦσαν στὴ μονὴ γύρω στοὺς τρεῖς χιλιάδες μοναχούς. Ἐφάρμοσε τοὺς μοναχικοὺς κανόνες τοῦ Μεγάλου Βασιλείου καὶ εἶχε ὡς πρότυπο τὸν Ἀνατολικὸ μοναχισμό.
Ὁ Ὅσιος Κομγάλλιος κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ 602 μ.Χ.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

Ἡ πάροδος τοῦ ἱεροῦ λειψάνου τοῦ Ἁγίου Νικολάου τοῦ Θαυματουργοῦ ἐκ τῆς νήσου Ζακύνθου 

Τὸ 1087 μ.Χ., ἐπὶ αὐτοκράτορος Ἀλεξίου Κομνηνοῦ (1081 – 1118 μ.Χ.) καὶ Πατριάρχου Νικολάου Γ’ τοῦ Γραμματικοῦ (1084 – 1111 μ.Χ.), ἡ ἐπαρχία τῆς Λυκίας καὶ ἡ πόλη τῶν Μύρων δεινοπαθοῦν ἀπὸ τοὺς Ἀγαρηνούς. Γι’ αὐτὸ καὶ οἱ μοναχοί, ποὺ διακονοῦσαν στὸ προσκύνημα τοῦ Ἁγίου Νικολάου, συναινοῦν στὴν πρόταση «ἐμπόρων» ἀπὸ τὸ Μπάρι τῆς Ἰταλίας, ποὺ στὴν πραγματικότητα ἦταν κληρικοί, νὰ πραγματοποιήσουν τὴν ἀνακομιδὴ τῶν ἱερῶν λειψάνων καὶ τὴν μετακομιδὴ στὸ Μπάρι.
Κατὰ τὴν συναξαριστικὴ παράδοση, τὸ Ἅγιο λείψανο ἀναχώρησε τὴν 1η Ἀπριλίου τοῦ 1087 καὶ ἔφθασε στὸ Μπάρι στὶς 20 Μαΐου. Κατὰ τὴν διάρκεια αὐτοῦ τοῦ ταξιδιοῦ τοποθετεῖται χρονικὰ καὶ ἡ πάροδος τοῦ ἱεροῦ λειψάνου ἀπὸ τὰ Ἐπτάνησα. Ὑπάρχουν διάφορες ἀπόψεις γιὰ πιθανὴ στάση τοῦ πλοίου πρὸς ἀνεφοδιασμό, εἴτε στὴ Ζάκυνθο, εἴτε ἀλλοῦ, πλὴν ὅμως δὲν ἔχει ἀποδειχθεῖ τίποτε ἀκόμη μὲ ἱστορικὰ στοιχεῖα. Τὸ βέβαιο εἶναι πάντως ὅτι ἡ ἱστορικὴ αὐτὴ πάροδος καταγράφηκε ἀνεξίτηλα στὴν συνείδηση τοῦ εὐσεβοῦς λαοῦ τῆς Ζακύνθου, ὁ ὁποῖος κληροδότησε τὸ γεγονὸς αὐτὸ ὡς ἱερὰ παρακαταθήκη στοὺς ἀπογόνους του, ὥστε αὐτὴ ἡ εὐλογημένη πάροδος νὰ ἑορτάζεται πανηγυρικὰ στὶς 10 Μαΐου ἀπὸ τότε μέχρι σήμερα.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

Ὁ Ἅγιος Σίμων Ἐπίσκοπος Βλαδιμὶρ καὶ Σουζδαλίας 

Ὁ Ἅγιος Σίμων, Ἐπίσκοπος Βλαδιμὶρ καὶ Σουζδαλίας, ἦταν ὁ συγγραφέας τοῦ βιβλίου «Πατερικὸν τῶν Σπηλαίων τοῦ Κιέβου» καὶ ἔγινε μοναχὸς στὴ μονὴ τῶν Σπηλαίων κατὰ τὸ δεύτερο ἥμισυ τοῦ 12ου αἰῶνος μ.Χ.

Τὸ 1206 ἀνεδείχθη ἡγούμενος τῆς μονῆς Γεννήσεως τῆς Θεοτόκου Βλαδιμὶρ καὶ τὸ 1214, μὲ ἐπιθυμία τοῦ πρίγκιπος Γεωργίου Βσεβολοντόβιτς ( τὸ 1238 μ.Χ.), ἔγινε ὁ πρῶτος Ἐπίσκοπος Βλαδιμὶρ καὶ Σουζδαλίας. Στὸ ἀρχιερατικό του κατάλυμα ἀγωνιζόταν πνευματικά, ὅπως καὶ στὸ μοναστήρι. Κάποτε μάλιστα, τὴν ὥρα ποὺ προσευχόταν, ἀξιώθηκε νὰ δεῖ σὲ ὅραμα τὴν Ὑπεραγία Θεοτόκο, ἡ ὁποία συνοδευόταν ἀπὸ πλῆθος ἀκτινοβόλων Ἁγίων, ἐνῷ στὰ δεξιὰ καὶ στ’ ἀριστερά της στέκονταν οἱ Ὅσιοι Ἀντώνιος καὶ Θεοδόσιος.
Ὁ Ἅγιος Σίμων, τὴν παραμονὴ τῆς κοιμήσεώς του, τὸ 1226, ἔλαβε τὸ μέγα ἀγγελικὸ σχῆμα. Ἀρχικὰ ἐνταφιάσθηκε στὴν πόλη τοῦ Βλαδιμίρ, ἀλλὰ ἀργότερα, σύμφωνα μὲ τὴν τελευταία ἐπιθυμία του, τὸ τίμιο λείψανό του μεταφέρθηκε στὴ Λαύρα τῶν Σπηλαίων τοῦ Κιέβου.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ὅσιος Λαυρέντιος

Ὁ Ὅσιος Λαυρέντιος ἔζησε κατὰ τὸν 14ο αἰώνα μ.Χ. Ἐκάρη μοναχὸς στὴ Μονὴ τῆς Μεγίστης Λαύρας τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Ἐπειδὴ ὅμως στὸ Ἅγιον Ὄρος, καὶ κυρίως στὴ Λαύρα, ἐπικράτησε ἡ αἵρεση τῶν Βαρλαὰμ καὶ Ἀκινδύνου, ἀναχώρησε ἀπὸ ἐκεῖ καὶ ἔφθασε στὴν περιοχὴ τοῦ Βόλου, στὸ χωριὸ Ἅγιος Λαυρέντιος, ὅπου ἄρχισε νὰ κτίζει μοναστήρι. Τότε βασίλευε ὁ εὐσεβὴς αὐτοκράτορας Ἀλέξιος Κομνηνός, ὁ ὁποῖος ἀπέστειλε στὸν Ὅσιο χρυσόβουλλο καθὼς καὶ τὸν ἀπαιτούμενο χρυσὸ καὶ τὰ ἱερὰ σκεύη γιὰ τὴν οἰκοδομὴ τοῦ ναοῦ. Ὁ ναὸς ἀποπερατώθηκε τὸ 1378. Στὴν συνέχεια ὁ Ὅσιος ἵδρυσε σκήτη ἐπ’ ὀνόματι τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος καὶ τοῦ Προφήτη Ἠλία, ἡ ὁποία γρήγορα ἀπέκτησε μεγάλη φήμη καὶ ἔγινε πόλος ἕλξεως πολλῶν νέων καὶ μορφωμένων μοναχῶν.
Ὁ Ὅσιος Λαυρέντιος διῆλθε τὸ βίο του μὲ νηστεία καὶ προσευχὴ καὶ κοιμήθηκε  μὲ εἰρήνη σὲ βαθὺ γῆρας.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ἅγιος Εὐστάθιος ὁ Μάρτυρας ὁ ἐκ Κριμαίας

Ὁ Ἅγιος Μάρτυς Εὐστάθιος γεννήθηκε τὸ 1745. Σὲ ἡλικία μόλις δεκατεσσάρων ἐτῶν ὁμολόγησε θαρραλέα τὴν πίστη του στὸν Ἰησοῦ Χριστὸ ἐνώπιον ἑνὸς Τουρκικοῦ δικαστηρίου, κακοποιήθηκε καὶ κλείσθηκε στὴ φυλακή. Ἐπειδὴ ἀρνιόταν νὰ ἀποκηρύξει τὴν πίστη του στὴν πατρώα εὐσέβεια, ἀποκεφαλίσθηκε στὴ Θεοδοσία τὸ 1759. Ἐνταφιάσθηκε, πιθανόν, στὸν καθεδρικὸ ναὸ τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου, ποὺ βρισκόταν στὸ μοναστήρι τῆς Βατσισαράυ. Κοντὰ σὲ αὐτὸ διέμενε ὁ Μητροπολίτης τῆς Κάφφα Γεδεών.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

Ἀνακομιδὴ Τιμίων Λειψάνων Ἁγίου Βασιλείου τοῦ Ἱερομάρτυρος τοῦ Θαυματουργοῦ 

Ἡ Ἐκκλησία τιμάει τὴν μνήμη τοῦ Ἁγίου Βασιλείου τοῦ Ἱερομάρτυρος καὶ Θαυματουργοῦ, Ἐπισκόπου Μανγκαζίας τῆς Σιβηρίας, στὶς 22 Μαρτίου, ὅπου καὶ ὁ Βίος του.
Δὲν ἔχουμε πληροφορίες σχετικὰ μὲ τὸ γεγονὸς τῆς ἀνακομιδῆς τῶν ἱερῶν λειψάνων του.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Σύναξις Ὑπεραγίας Θεοτόκου «τῶν ἀδελφῶν του Κιέβου» ἐν Ρωσίᾳ 

Ἡ ἱερὴ εἰκόνα τῆς Θεομήτορος ὀνομάζεται ἔτσι ἀπὸ τὴν πόλη τοῦ Κιέβου καὶ τὴν μονὴ στὴν ὁποία φυλασσόταν. Ἀρχικὰ βρισκόταν στὸ Βίσγκο – Ρὸντ καὶ ἀργότερα μετακομίσθηκε στὸ Κίεβο.
Τὸ 1662, ὅταν οἱ Τάταροι εἰσέβαλαν στὴν πόλη τοῦ Βίσγκο – Ρόντ, κατέστρεψαν τὸ ναὸ στὸν ὁποῖο ἐτιμᾶτο ἡ εἰκόνα τῆς Παναγίας καὶ ἔριξαν στὸ ποτάμι τὴν εἰκόνα. Αὐτή, ἐπιπλέοντας ἐπάνω στὸ νερό, ἔφθασε μέχρι τὸ μοναστήρι Μπράτσκϊυ (=τῶν Ἀδελφῶν). Οἱ Πατέρες τῆς μονῆς μὲ πνευματικὴ χαρὰ βρῆκαν τὴν εἰκόνα καὶ μὲ εὐλάβεια τὴν μετέφεραν στὸ μοναστήρι τους.
Ἡ εἰκόνα τῆς Θεοτόκου ἑορτάζει, ἐπίσης, στὶς 2 Ἰουνίου καὶ 6 Σεπτεμβρίου.

 

Πηγή: http://www.synaxarion.gr