Blue Flower

Ο θείος αυτός πατέρας, καταγόταν από την Ασία και ανετράφη από παιδί στην βασιλική αυλή της Κωνσταντινούπολης. Τελείωσε τις σπουδές του στη φιλοσοφία, ρητορική και φυσική. Στη λογική, κατά την αποφοιτήριο διάλεξή του ενώπιον του αυτοκράτορα και των αξιωματούχων, ο πρύτανης του πανεπιστημίου ανεφώνησε με θαυμασμό ότι αν ήταν παρών και ο ίδιος Aριστοτέλης θα τον επαινούσε.

Μετά τις σπουδές του όμως, απέρριψε τη προσφορά υψηλών αξιωμάτων του αυτοκράτορα, εγκατέλειψε τα βασίλεια και από είκοσι χρονών ασκήτευσε στο Άγιον Όρος. Πρώτα στην Λαύρα του Βατοπεδίου κατόπιν στη Λαύρα του Αθανασίου καθώς και στην ερημική τοποθεσία Γλωσσία, σημερινή Προβάτα. Αναχώρησε από το Όρος για τα Ιεροσόλυμα, αλλά στην Θεσσαλονίκη είδε σε όραμα τον Άγιο Δημήτριο που του απαίτησε να μείνει και να μονάσει εκεί κοντά. Μόνασε τότε στη Βέροια και τριάντα χρονών έγινε ιερέας. Εκεί πλήθη μοναχών και λαϊκών προσέτρεχαν να τον συμβουλευθούν. Μετά πέντε χρόνια και λόγω εισβολής των Σέρβων επέστρεψε στον Άθωνα σε κοντινό κελί της Μεγίστης Λαύρας, όπου έφθασε σε μεγάλα ύψη φωτισμού και εκεί σε όραμα έλαβε εντολή να ασχοληθεί με δογματικά θέματα. Κατόπιν λόγω της φήμης του αναγκάσθηκε να γίνει ηγούμενος για ένα χρόνο στη μονή Εσφιγμένου. Αργότερα έγινε και αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης για δώδεκα χρόνια, αλλά μόνο στα μισά παρέμεινε λόγω περιπετειών, από τη δράση του, μέχρι και φυλακής.

Παραστάθηκε στις συγκροτηθείσες συνόδους του 1341 και 1347 και πολέμησε τις κακοδοξίες των δυτικόφρονων Βαρλαάμ και Ακινδύνου.
Έγραψε πολλά θεολογικά συγγράμματα ιδιαίτερα δογματικά για να καταπολεμήσει τους αιρετικούς, όπως περί του Αγίου Πνεύματος, καθώς και επιστολές στους αντιησυχαστές, επίσης διάφορα ομολογιακά κείμενα. Είναι ο θεολόγος της χάριτος, του ακτίστου φωτός.

Μετά στασιμότητα πολλών αιώνων ο Γρηγόριος πέτυχε να ανανεώσει την θεολογική ορολογία και να δώσει νέες κατευθύνσεις στη θεολογική σκέψη. Ξεκίνησε από προσωπικές εμπειρίες και απέδειξε ότι το έργο της θεολογίας είναι ασύγκριτα ανώτερο από της φιλοσοφίας και επιστήμης. Αξιολογεί την έξω σοφία ως περιορισμένη, αναφέροντας δύο γνώσεις, την θεία και την ανθρώπινη και δύο Θεϊκά δώρα, τα φυσικά για όλους και τα υπερφυσικά ή πνευματικά που δίδονται όποτε θέλει ο Θεός και μόνο στους καθαρούς και αγίους, στους τελείους. Η θεολογία ολοκληρώνεται δια της θεοπτίας.

Οι αντίπαλοι του Παλαμά πίστευαν στο χωρίο του Ιωάννου ότι «τον Θεόν ουδείς εώρακε πώποτε» και κατηγορούσαν τους μοναχούς που είχαν θεοπτία, ως ομφαλοσκόπους. Ο Γρηγόριος αντέτεινε ότι ο Κύριος είπε: «οι καθαροί στην καρδία τον Θεόν όψονται» (Ματθ. 5,8). Θεμελιώδης προσφορά του Γρηγορίου στην θεολογία είναι η διάκριση στην ουσία και ενέργεια του Θεού. Η ύπαρξη του Θεού συνίσταται σε δύο. Στην ουσία Του, η οποία είναι άκτιστη, ακατάληπτη και αυθύπαρκτη και ονομάζεται κυριολεκτικά θεότης (εδώ αναφέρεται το ουδείς εώρακε) και στις ενέργειές Του, οι λεγόμενες ιδιότητες ή προσόντα που είναι μεν άκτιστες, αλλά καταληπτές. Άλλο λοιπόν η θεότης και άλλο η βασιλεία, η αγιότης κ.λ.π.
Ο άνθρωπος είναι μίγμα δύο διαφόρων κόσμων και συγκεφαλαιώνει όλη την κτίση. Ακολουθώντας την Πατερική γραμμή σε σύγκριση με τη πλατωνική και βαρλααμική ανθρωπολογία, θεωρεί ότι το σώμα του ανθρώπου δεν είναι πονηρό, αλλά αποτελεί κατοικία του νου, αφού μάλιστα καθίσταται και του Θεού κατοικία, έτσι μαζί με τη ψυχή καθιστά τον άνθρωπο ενιαίο και αδιάσπαστο σύνολο. Η αναγέννηση του ανθρώπου γίνεται με το βάπτισμα και η ανακαίνιση με την θεία Ευχαριστία. Είναι τα δύο θεμελιώδη μυστήρια, της θείας οικονομίας.
Το ουσιωδέστερο στοιχείο της διδασκαλίας του αγίου Γρηγορίου Παλαμά συνίσταται στην ανύψωση του ανθρώπου υπεράνω αυτού του κόσμου. Η εμπειρία της θεώσεως είναι δυνατή από εδώ με την παράδοξο σύνδεση του ιστορικού με του υπεριστορικού. Το φως που είδαν οι μαθητές του Χριστού στο Θαβώρ, το φως που βλέπουν οι καθαροί ησυχαστές σήμερα και η υπόστασις των αγαθών του μέλλοντος αιώνος αποτελούν τις τρείς φάσεις ενός και του αυτού πνευματικού γεγονότος, σε μια υπερχρόνια πραγματικότητα.
Προβάλλει λοιπόν η Εκκλησία την μνήμη του στη δεύτερη Κυριακή, ως συνέχεια, τρόπον τινά και επέκταση της πρώτης Κυριακής, της Ορθοδοξίας. Η μνήμη του αγίου Γρηγορίου Παλαμά είναι ένα είδος δευτέρας «Κυριακής της Ορθοδοξίας»
Κοιμήθηκε σε ηλικία 63 χρονών στις 14 Νοεμβρίου από ασθένεια και αγιοποιήθηκε σύντομα. Το ιερό του λείψανο σώζεται σήμερα στη μητρόπολη της Θεσσαλονίκης.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. δ’.
Ὀρθοδοξίας ὁ Φωστήρ, Ἐκκλησίας τὸ στήριγμα καὶ διδάσκαλε, τῶν Μοναστῶν ἡ καλλονή, τῶν Θεολόγων ὑπέρμαχος ἀπροσμάχητος, Γρηγόριε Θευματουργέ, Θεσσαλονίκης τὸ καύχημα, κῆρυξ τῆς χάριτος, ἱκέτευε διὰ παντός, σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

 

Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ’. Τῇ ὑπερμάχω.

Τὸ τῆς σοφίας ἱερὸν καὶ θεῖον ὄργανον

Θεολογίας τὴν λαμπρὰν συμφώνως σάλπιγγα

Ἀνυμνοῦμέν σε Γρηγόριε θεορρῆμον·

Ἀλλ’ ὡς νοῦς Νοΐ τῷ πρώτῳ παριστάμενος

Πρὸς αὐτὸν τὸν νοῦν ἡμῶν Πάτερ ὁδήγησον,
Ἵνα κράζωμεν, χαῖρε κῆρυξ τῆς χάριτος.

 

Μεγαλυνάριον.
Χαίροις Ἐκκλησίας θεῖος φωστήρ, καὶ Θεσσαλονίκης ποιμενάρχης ὁ εὐκλεής· χαίροις τοῦ ἀκτίστου, φωτὸς πάνσοφον στόμα, Γρηγόριε παμμάκαρ, πιστῶν ἑδραίωμα.

Ὁ Ἅγιος Ἀγάπιος καταγόταν ἀπὸ τὴν Γάζα τῆς Φοινίκης, οἱ Ἅγιοι Ἀλέξανδροι ἀπὸ τὴν Αἴγυπτο, οἱ Ἅγιοι Διονύσιοι ἀπὸ τὴν Τρίπολη τῆς Φοινίκης, ὁ Ἅγιος Πλησίον ἀπὸ τὴν Αἴγυπτο, ὁ Ἅγιος Ρωμύλος ἀπὸ τὴ Διόσπολη καὶ ὁ Ἅγιος Τιμόλαος ἀπὸ τὸν Πόντο.

Αὐτοί, ἐνῷ ὑπῆρχε διωγμός, ἀπὸ πόθο γιὰ τὸν Χριστό, ἀφοῦ ἔδεσαν τὰ χέρια τους, ἀπὸ μόνοι τους προσῆλθαν στὸν ἡγεμόνα τῆς πόλεως τῶν Καισαρέων ποὺ τότε βασάνιζε τοὺς Χριστιανούς. Καὶ ἀφοῦ στάθηκαν ἐνώπιόν του, ὁμολόγησαν τοὺς ἑαυτοὺς τους Χριστιανούς. Ὁ ἡγεμόνας τοὺς παρακάλεσε καὶ τοὺς ἀπείλησε πολλὲς φορές, γιὰ νὰ θυσιάσουν στὰ εἴδωλα, ὑποσχόμενος ὅτι θὰ δώσει δῶρα καὶ ἀξιώματα σὲ αὐτούς, ἂν ὑπακούσουν ἢ θὰ τοὺς τιμωρήσει ἂν δὲν ἀρνηθοῦν τὸν Χριστό. Ἐπειδὴ ὅμως δὲν μπόρεσε νὰ τοὺς πείσει νὰ ἔλθουν πρὸς τὸ θέλημά του καὶ νὰ ἀρνηθοῦν τὴν πατρώα εὐσέβεια, τοὺς βασάνισε σκληρὰ καὶ τοὺς ἀποκεφάλισε.
Ἔτσι παρέδωσαν τὶς Ἅγιες ψυχές τους στὸν Κύριο, στὴν Καισάρεια τῆς Παλαιστίνης μεταξὺ τῶν ἐτῶν 284 – 305 μ.Χ.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Ἀγάπῃ τοῦ Κτίσαντος, πεπυρσευμένος τὸν νοῦν, χορείαν συνήθροισας, πανευκλεῶν Ἀθλητῶν, Ἀγάπιε ἔνδοξε· ὅθεν σὺν τούτοις Μάρτυς, ἀριστεύσας νομίμως, ξίφει τὸν σὸν αὐχένα, σὺν αὐτοῖς ἀπετμήθης· μεθ’ ὧν ἀεὶ ἐκδυσώπει, δοῦναι ἡμῖν ἄφεσιν.

 

Κοντάκιον. Ἦχος β’. Τοῖς τῶν αἱμάτων σου.
Ὡς ἀγαπήσας Χριστὸν τὸν Θεὸν ἡμῶν, τῶν ἐπιγείων ἁπάντων ἠλόγησε, Μαρτύρων χορὸς ὁ ὀκτάριθμος, καὶ κεφαλὰς ἐκτεμνόμενοι ἔκραζον· προσδέχου Οἰκτίρμον τοὺς δούλους σου.

 

Μεγαλυνάριον.
Πόθῳ τετρωμένοι τῷ θεϊκῷ, ἥλασθε προθύμως, πρὸς ἀγῶνας μαρτυρικοὺς, καὶ ἀνδρειοφρόνως, αἰσχύναντες τὸν ὄφιν, τρυγᾶτε Ἀθλοφόροι, καρπὸν ἀθάνατον.

 

Ὁ Ὅσιος Ἰλαρίων ὁ Νέος

Ὁ Ὅσιος Ἰλαρίων διετέλεσε ἡγούμενος τῆς μονῆς Πελεκητῆς στὴν Τριγλὶα καὶ διακρίθηκε γιὰ τὸ ἀσκητικό του ἦθος, τὸ φιλόθεο ζῆλο του, τὸ χάρισμα τῆς ἐλεημοσύνης καὶ τοὺς πνευματικοὺς ἀγῶνες. Γι’ αὐτὸ ὁ Ἅγιος Θεὸς τὸν προίκισε μὲ τὸ προορατικὸ χάρισμα. Ὁ Ὅσιος κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 754 μ.Χ.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr   

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Ἱλαρότητι τρόπων καλλωπιζόμενος, ὡς καθαρώτατον σκεῦος τῆς ἐπιπνοίας Χριστοῦ, τῆς ἐνθέου βιοτῆς ἐδείχθης ἔσοπτρον· ὅθεν ἀστράπτεις νοητῶς, ἀρετῶν μαρμαρυγὰς, Πατὴρ ἡμῶν Ἱλαρίων, πρὸς ἀπλανῆ ὁδηγίαν, καὶ σωτηρίαν τῶν ψυχῶν ἡμῶν.

 

Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Ὡς ἐλαία εὔκαρπος, ἀναβλαστήσας, Ἱλαρίων Ὅσιε, καθιλαρύνεις μυστικῶς, τῷ σῷ ἐλαίῳ τοὺς ψάλλοντας· χαίροις Ὁσίων, κανὼν ἀπαρέγκλιτε.

 

Μεγαλυνάριον.
Ἔλεος καὶ χάριν παρὰ Θεοῦ, Πάτερ Ἱλαρίων, ὡς τῷ θρόνῳ αὐτοῦ ἑστώς, αἴτει θεοφόρε, ἡμῖν καταπεμφθῆναι, τοῖς ἐπιγραφομένοις, θερμὸν προστάτην σε.

Ὁ Ἅγιος Ἡρωδίων ὁ Ἀπόστολος Ἐπίσκοπος Ταρσοῦ

Ὁ Ἅγιος Ἀπόστολος Ἡρωδίων ἀνῆκε στὸν κύκλο τῶν Ἑβδομήκοντα Ἀποστόλων τοῦ Κυρίου. Στὴν συνέχεια χειροτονήθηκε ἀπὸ αὐτοὺς Ἐπίσκοπος Ταρσοῦ καὶ ἀκολούθησε τὸν Ἀπόστολο Πέτρο στὴν Ρώμη. Ἐκεῖ τελειώθηκε μαρτυρικά, ἀφοῦ ἀποκεφαλίσθηκε, ἐπὶ αὐτοκράτορος Νέρωνος (54 – 68 μ.Χ.), μετὰ τοῦ Ὀλυμπᾶ († 10 Νοεμβρίου).

Πηγή: http://www.synaxarion.gr   

Ὁ Ὅσιος Ἡσύχιος ὁ Ἱεροσολυμίτης 

Ὁ Ὅσιος Ἡσύχιος ἔζησε καὶ ἀσκήτεψε στὴν Παλαιστίνη κατὰ τὸν 5ο αἰώνα μ.Χ. καὶ διακρίθηκε στὴν συγγραφὴ πνευματικῶν κειμένων. Ὑπῆρξε γέννημα καὶ θρέμμα τῶν Ἱεροσολύμων. Ἀφοῦ μελέτησε σὲ βάθος τὴν Ἁγία Γραφή, πλούτισε σὲ γνώσεις γιὰ τὸν Θεό. Ἀκολούθως, ἀφοῦ ἀναχώρησε καὶ ἔγινε μοναχός, ζοῦσε στὴν ἔρημο ἐπισκεπτόμενος τοὺς Ὁσίους Πατέρες ποὺ εὑρίσκονταν ἐκεῖ καὶ συλλέγοντας ἀπὸ τὸν καθένα τὰ ἄνθη τῆς ἀρετῆς ὡς φιλόπονη μέλισσα. Ἐπειδὴ ὅμως δὲν ἦταν δυνατὸν νὰ διαφύγει τῆς προσοχῆς, τόση ἀρετή, ἀφοῦ ἐξαναγκάστηκε ἀπὸ τὸν τότε Ἀρχιερέα τῶν Ἱεροσολύμων, χειροτονήθηκε Πρεσβύτερος. Καὶ προσμένοντας ἐπάνω στὸν Τάφο τοῦ Κυρίου καὶ στοὺς ἄλλους τόπους, στοὺς ὁποίους ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστὸς ὑπέμεινε τὰ Ἅγια Πάθη γιὰ χάρη μας, ἄντλησε πηγὲς γνώσεως καὶ σοφίας. Γι’ αὐτὸ ἑρμήνευσε καὶ διασαφήνισε κάθε Γραφὴ καὶ προέβη σὲ ὠφέλεια πολλῶν.

Στὰ στοιχεῖα αὐτὰ τοῦ Συναξαρίου, ὁ Θεοφάνης στὴ Χρονογραφία του προσθέτει τὴν πληροφορία ὅτι ἡ χειροτονία τοῦ Ὁσίου Ἡσυχίου σὲ πρεσβύτερο, τελέσθηκε ἀμέσως μόλις ἀναδείχθηκε στὸν ἀρχιεπισκοπικὸ θρόνο τῆς Ἀλεξανδρείας ὁ Ἅγιος Κύριλλος (412 μ.Χ.). Ὁ δὲ Κύριλλος Σκυθοπολίτης, ὁ ὁποῖος γνωρίζει τὰ πράγματα ἀπὸ τὴν τοπικὴ παράδοση, πλὴν τῶν χαρακτηρισμῶν γιὰ τὸν Ὅσιο, «πρεσβύτερος καὶ τῆς Ἐκκλησίας διδάσκαλος»«πεφωτισμένος»«θεολόγος»«φωστήρ», παρέχει καὶ τὴν εἴδηση, ὅτι κατὰ τὸν ἐγκαινιασμὸ τοῦ ναοῦ τῆς μονῆς τοῦ Εὐθυμίου ἀπὸ τὸν Πατριάρχη Ἰουβενάλιο (422 – 458 μ.Χ.), τὸ 428 ἢ 429 μ.Χ., στὴν συνοδεία αὐτοῦ παρίστατο καὶ ὁ Ὅσιος Ἡσύχιος πρὸς μεγάλη χαρὰ τοῦ Ἁγίου Εὐθυμίου.

Ὁ Ὅσιος ἀναμείχθηκε ἐνεργὰ στοὺς δογματικοὺς ἀγῶνες τῆς ἐποχῆς κοντὰ στὸ πλευρὸ τοῦ Ἁγίου Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας, τοῦ ὁποίου τὴν ἀντινεστοριακὴ πολιτικὴ ἀκολούθησε, ὅπως συνάγεται καὶ ἀπὸ τὸ τμῆμα τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἱστορίας του, τὸ ὁποῖο παρατίθεται στὰ Πρακτικὰ τῆς Ε’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου (553 μ.Χ.).

Ὁ Ὅσιος, ἀφοῦ ἔγινε σὲ ὅλους γνωστὸς καὶ ἀξιοθαύμαστος καὶ ὑπηρετοῦσε τὸν Θεὸ μὲ κάθε τρόπο, κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη καὶ ἀνέβηκε μὲ χαρὰ πρὸς τὸν Κύριο. Ὁ τάφος του ἐδεικνύετο ἀκόμη περὶ τὸ ἔτος 570 μ.Χ. στὴν ἀνατολικὴ πύλη τῶν Ἱεροσολύμων, ὅπου ὑπῆρχε παρεκκλήσι πρὸς τιμήν του, γίνονταν λατρευτικὲς συνάξεις καὶ διανέμονταν στοὺς πτωχοὺς δῶρα.
Ὡς ἔργα τοῦ Ὁσίου Ἠσυχίου θεωροῦνται τά: «Ὑπόμνημα εἰς τὸ Λευϊτικόν»«Ὑπόμνημα εἰς τὸν Ἰώβ»«Ἑρμηνεία Ψαλμῶν», «Ἑρμηνεία εἰς τὸν Ἡσαΐαν»«Στιχηρὸν τῶν Ἰβ’ Προφητῶν»«Ἑρμηνεία εἰς τᾶς ᾠδάς»«Συναγωγὴ ἀποριῶν καὶ ἐπιλύσεων»«Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία»«Ὁμιλίαι».

Πηγή: http://www.synaxarion.gr    

Ὁ Ἅγιος Μποϋὰν ὁ ἐπονομαζόμενος Ἐνραβωτᾶ πρίγκιπας τῶν Βουλγάρων 

Ὁ Ἅγιος Μποϋὰν ἦταν υἱὸς τοῦ βασιλέως τῆς Βουλγαρίας Ὀμουρτὰγ (816 – 831 μ.Χ.), τὴν ἐποχὴ κατὰ τὴν ὁποία οἱ Βούλγαροι ἦταν ἀκόμη στὸ σκοτάδι τῆς εἰδωλολατρίας. Ἐνῷ ἦταν πρωτότοκος, μετὰ τὸν θάνατο τοῦ πατέρα του, δὲν ἔγινε βασιλέας, ἀλλὰ ἡ ἐξουσία πέρασε στὸν μικρότερο ἀδελφό του Μαλαμίρ.

Ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τοῦ 9ου αἰῶνος μ.Χ., δηλαδὴ ἀπὸ τότε ποὺ ἄρχισε ἡ βασιλεία τοῦ φιλοπόλεμου Κρούμμου (803 – 814 μ.Χ.), οἱ Χριστιανοὶ διώκονταν, ἰδιαίτερα στὶς περιοχὲς ποὺ εἶχαν ἀποσπασθεῖ ἀπὸ τοὺς Βυζαντινούς.

Ὅταν ὁ ἀδελφὸς τοῦ Ἁγίου ἀνέκτησε τὴν ἐξουσία, θέλησε νὰ βεβαιωθεῖ ὅτι ὁ Μποϋὰν δὲν εἶχε ἀσπασθεῖ τὴν χριστιανικὴ πίστη. Γι’ αὐτὸ τοῦ πρότεινε νὰ συμμετάσχει σὲ ἕνα εἰδωλολατρικὸ θυσιαστικὸ συμπόσιο. Στὴν ἄρνηση τοῦ Ἁγίου νὰ θυσιάσει στὰ εἴδωλα, ὁ βασιλέας διέταξε τὸν διὰ ἀποκεφαλισμοῦ θάνατό του. Ἦταν περὶ τὸ ἔτος 833 μ.Χ.

Σύμφωνα μὲ τὴν μαρτυρία τοῦ Θεοφύλακτου, Ἀρχιεπισκόπου Ἀχρίδος (1090 – 1126), ὁ πρίγκιπας Μποϋὰν κατὰ τὴν στιγμὴ τοῦ μαρτυρίου του προφήτευσε τὰ ἀκόλουθα: «Αὐτὴ ἡ πίστη, γιὰ τὴν ὁποία σήμερα πεθαίνω, θὰ διαδοθεῖ στὴν χώρα τῶν Βουλγάρων. Ἐσεῖς μάταια προσπαθεῖτε νὰ τὴν καταστρέψετε μὲ τὸν θάνατό μου. Τὸ σημεῖο τοῦ Σταυροῦ θὰ ὑπάρχει παντοῦ. Θὰ ἀνεγερθοῦν ναοὶ καθαροὶ καὶ ἁγνοὶ πρὸς τιμὴν τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ καὶ ἱερεῖς καθαροὶ καὶ ἁγνοὶ θὰ Τὸν διακονήσουν. Τὰ εἴδωλα καὶ οἱ βωμοί σας θὰ καταστραφοῦν, σὰν νὰ μὴν ὑπῆρξαν ποτέ».
Τρία χρόνια ἀργότερα ὁ βασιλέας Μαλαμὶρ πέθανε. Ὁ ἀπόγονος τοῦ Ἁγίου Μποϋὰν βαπτίσθηκε Χριστιανός, τὸ ἔτος 865 μ.Χ., καὶ ἀνακήρυξε τὴν ὀρθόδοξη πίστη ὡς πίστη τοῦ κράτους.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr   

Ὁ Ἅγιος Εὐστράτιος ὁ Ὁσιομάρτυρας ὁ Νηστευτής 

Ὁ Ὅσιος Εὐστράτιος, ἀπόγονος μιᾶς πλούσιας οἰκογένειας τοῦ Κιέβου, διέθεσε στοὺς πτωχοὺς ὅλα τὰ πλούτη του καὶ ἐγκαταβίωσε στὴ Λαύρα τῶν Σπηλαίων τοῦ Κιέβου, ὅπου ἀφιερώθηκε στὴν ἄσκηση καὶ τὴ νηστεία. Στὶς εἰκόνες περιγράφεται μὲ ἀνοιχτοῦ χρώματος μαλλιά, ἀραιὴ γενειάδα, ντυμένος μὲ τὸ μοναχικὸ ράσο καὶ ἀνυπόδητος.

Μόλις ὁ Ὅσιος ἔγινε μοναχός, ἄρχισε νὰ ἀγωνίζεται κατὰ τῶν σαρκικῶν παθῶν καὶ τοῦ διαβόλου μὲ τὰ ὅπλα τοῦ φωτός, τὴν ἀγρυπνία, τὴν προσευχὴ καὶ προπαντὸς τὴν χριστομίμητη νηστεία. Μὲ τὸν ἀγῶνα καὶ τὴν σκληρὴ ἐγκράτεια, ταπείνωσε τοὺς δαίμονες καὶ ἐξουδετέρωνε τὶς προσβολές τους. Πάντοτε θυμόταν ὅτι ὁ Κύριός του, ὁ Ἰησοῦς Χριστός, μὲ τὴν σαρανταήμερη νηστεία καὶ τὴν προσευχή Του κατέβαλε τὸν πονηρό, ἐνῷ ἀντίθετα ὁ πρωτόπλαστος Ἀδάμ, λόγω τῆς ἀποτυχίας του στὸ νὰ φανεῖ ἐγκρατής, ἔπεσε καὶ ἐξορίσθηκε ἀπὸ τὸν Παράδεισο. Ἔτσι ὁ γενναῖος Εὐστράτιος ἕλιωσε πραγματικὰ τὸ σῶμα του μὲ τὴν αὐστηρὴ νηστεία, ἀλλὰ μαζὶ μὲ αὐτὸ ἕλιωσε καὶ τὰ πάθη καὶ διέλυσε τὶς δαιμονικὲς πλεκτᾶνες. Γι’ αὐτὸ ἐπονομάσθηκε Νηστευτής.

Ὁ Βίος τοῦ Ὁσίου Εὐστρατίου περιγράφει, μὲ ἰδιαίτερη ἐπιμέλεια, τὶς περιστάσεις τοῦ μαρτυρίου του. Στὶς 20 Ἰουλίου τοῦ ἔτους 1096, ἡ Λαύρα τῶν Σπηλαίων τοῦ Κιέβου, ἔγινε ξαφνικὰ στόχος ἐπιθέσεως τῶν Πολόφσκυ, οἱ ὁποῖοι καθοδηγούμενοι ἀπὸ τὸν Μπονγιὰκ τὸν Φιλάργυρο, λεηλάτησαν τὴ μονὴ καὶ αἰχμαλώτισαν μοναχοὺς καὶ ἐργάτες αὐτῆς καὶ τοὺς πούλησαν ὡς σκλάβους στὴν Βυζαντινὴ πόλη Χερσόνησο, στὴν Ταυρίδα.

Ὁ Ὅσιος Εὐστράτιος καὶ ἄλλοι πενήντα αἰχμάλωτοι ἀγοράστηκαν ἀπὸ ἕνα Ἑβραῖο τῆς Χερσονήσου, ὁ ὁποῖος, γιὰ νὰ τοὺς ἐξαναγκάσει νὰ ἀσπασθοῦν τὴν ἰουδαϊκὴ πίστη τοὺς ἄφησε νὰ ὑποφέρουν ἀπὸ τὴν πεῖνα καὶ τὴ δίψα. Καθὼς ἡ ἀποδοχὴ τοῦ Ἰουδαϊσμοῦ σήμαινε ἀπελευθέρωση ἀπὸ τὴν σκλαβιά, μετὰ ἀπὸ ἕξι χρόνια σκληρῆς δουλείας, οἱ αἰχμάλωτοι ἦταν ἕτοιμοι νὰ ἀρνηθοῦν τὸν Χριστό. Ὁ Ὅσιος Εὐστράτιος, ὅμως, τοὺς ἔπεισε νὰ μὴν ἀρνηθοῦν τὴν ὑπόσχεση ποὺ ἔδωσαν μὲ τὸ βάπτισμα. Μετὰ ἀπὸ δέκα τέσσερις ἡμέρες ὅλοι πέθαναν ἀπὸ πεῖνα καὶ δίψα, ἐκτὸς ἀπὸ τὸν Ὅσιο Εὐστράτιο, ποὺ εἶχε συνηθίσει στὶς πολυήμερες νηστεῖες. Ὁ ἰδιοκτήτης λοιπόν, ὀργισμένος, τὸν κατηγόρησε γιὰ τὸν θάνατο τῶν συντρόφων του καὶ διέταξε νὰ σταυρωθεῖ ἀνήμερα τοῦ Χριστιανικοῦ Πάσχα. Σύμφωνα μὲ τὸ Βίο, ὁ Ὅσιος Εὐστράτιος ἔζησε γιὰ δεκαπέντε ἀκόμα ἡμέρες ἐπάνω στὸν σταυρὸ καὶ βρῆκε τὴν δύναμη νὰ συζητήσει μὲ τὸν Ἑβραῖο ἰδιοκτήτη ἐὰν ὁ σταυρικὸς θάνατος ἦταν ἀτιμία ἢ προνόμιο καὶ νὰ προφητέψει γιὰ τοὺς δουλοκτῆτες του μία ἐπικείμενη θεομηνία. Μόλις τὸ εἶπε αὐτό, μαχαιρώθηκε.
Οἱ ἀνόσιοι σταυρωτὲς κατέβασαν τὸ ἱερὸ λείψανο ἀπὸ τὸν σταυρὸ καὶ τὸ ἔριξαν στὴν θάλασσα. Ἡ ἀνεξερεύνητη οἰκονομία τοῦ Θεοῦ μετέφερε τὸ τίμιο σκήνωμα θαυματουργικά, χωρὶς ἀνθρώπινη μεσολάβηση, στὰ σπήλαια τῆς Λαύρας τοῦ Κιέβου. Ἐκεῖ τὸ βρῆκαν μὲ κατάπληξη καὶ δέος οἱ μοναχοί, ἐκεῖνοι ποὺ εἶχαν σωθεῖ καὶ εἶχαν ἐπιστρέψει στὴ μονὴ μετὰ ἀπὸ τὸ πέρασμα τῶν Πολόφσκυ καὶ τὸ ἐνταφίασαν μὲ τιμὲς καὶ δοξολογίες. Στὸν τόπο αὐτὸ παραμένει μέχρι σήμερα, ἄφθορο καὶ δοξασμένο, ἐπιτελώντας ἀναρίθμητα θαύματα στοὺς πιστούς.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr   

Ὁ Ὅσιος Στέφανος ὁ Θαυματουργός ἐκ Ρωσίας

Δὲν ἔχουμε λεπτομέρειες γιὰ τὸν βίο τοῦ Ὁσίου.             

Πηγή: http://www.synaxarion.gr   

Ὁ Ὅσιος Φαῦστος ὁ Θαυματουργός ἐκ Ρωσίας

Ὁ Ὅσιος Φαῦστος ἔζησε καὶ ἀσκήτεψε στὴν περιοχὴ Βολογκντὰ τῆς Ρωσίας. Ἡ μνήμη του συνεορτάζεται μετὰ τῶν Ὁσίων Κυρίλλου καὶ Σπυρίδωνος († 5 Δεκεμβρίου), τὴ δευτέρα Κυριακὴ τῆς Πεντηκοστῆς.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr   

Ὁ Ἅγιος Μστισλάβος ὁ πρίγκιπας τοῦ Βλαντιμὶρ

Ὁ Ἅγιος Μστισλάβος ἔζησε στὴν Ρωσία κατὰ τὸν 12ο αἰώνα μ.Χ. καὶ ἦταν υἱὸς τοῦ πρίγκιπα τοῦ Βλαντιμὶρ Ἀνδρέου Βογκολιούμποβο. Κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 1173.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr   

Ὁ Ὅσιος Ἰλαρίων ἐκ Ρωσίας

Ὁ Ὅσιος Ἰλαρίων ἀσκήτεψε στὴ μονὴ Ποκρόφσκοε Ὀζέρκσκοε τῆς Ρωσίας καὶ κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 1476.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr   

Ὁ Ὅσιος Ἰωνᾶς ἐκ Ρωσίας 

Ὁ Ὅσιος Ἰωνᾶς καταγόταν ἀπὸ τὴν Ρωσία καὶ ἔζησε κατὰ τὰ τέλη τοῦ 15ου καὶ τὶς ἀρχὲς τοῦ 16ου αἰῶνος μ.Χ. Ἀσκήτεψε στὴ νῆσο Κλιμέντσυ καὶ κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 1534.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr   

Ὁ Ὅσιος Ἰωάννης ἐκ Γεωργίας 

Ὁ Ὅσιος Ἰωάννης ἦταν Ἐπίσκοπος τῆς πόλεως Μανγκλίσι τῆς ἀνατολικῆς Γεωργίας καὶ κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 1751.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr   

Ὁ Ὅσιος Διονύσιος ὁ Ἐλεήμων

Γιὰ τὸν Ἅγιο Διονύσιο τὸν Ἐλεήμονα, Μητροπολίτη Λαρίσης καὶ κτίτορα τῆς μονῆς τοῦ Ἁγίου Νικολάου Ἀναπαυσᾶ τῶν Μετεώρων, δὲν διασώζονται ἁγιολογικὰ κείμενα, ἀκολουθίες, συναξάρια ἢ βίος.

Ὁ Ἅγιος Διονύσιος εἰκονίζεται σὲ τοιχογραφία τοῦ 1627 στὸ ἀριστερὸ κλίτος τοῦ ναοῦ τῶν Ἁγίων Ἀναργύρων Τρικάλων, ὅπου κατὰ χρονολογικὴ σειρὰ ἀπὸ ἀριστερὰ πρὸς δεξιὰ τοιχογραφοῦνται ἑπτὰ «Ἅγιοι Ἀρχιεπίσκοποι Λαρίσης». Ὁ Ἅγιος Θωμᾶς ὁ Γοριανίτης, ὁ Ἅγιος Κυπριανὸς ὁ Θαυματουργός, ὁ Ἅγιος Ἀντώνιος ὁ Λογιώτατος καὶ Νέος Θεολόγος, ὁ Ἅγιος Βησσαρίων, ὁ Ἅγιος Διονύσιος ὁ Ἐλεήμων, ὁ Ἅγιος Μᾶρκος ὁ Ἡσυχαστὴς καὶ ὁ Ἅγιος Βησσαρίων τοῦ Σωτῆρος.

Ἡ ἐπιγραφὴ τῆς τοιχογραφίας (ὁ Ἅγιος Διονύσιος ὁ Ἐλεήμων Ἀρχιεπίσκοπος [λαρίσις]), μαρτυρεῖ ὅτι ὁ Ἅγιος καταξιώθηκε στὴ συνείδηση τοῦ πιστοῦ ποιμνίου του καὶ συγκαταριθμήθηκε στὴν τιμητικὴ χορεία τῶν τοπικῶν Ἁγίων τῆς περιοχῆς. Ἀκόμη, ἡ ἐπωνυμία Ἐλεήμων ποὺ τοῦ ἀποδόθηκε, ἀποδεικνύει ἀναντίρρητα τὴν πλούσια προσφορά του, τόσο στὸν Ἐκκλησιαστικὸ ὅσο καὶ στὸν κοινωνικὸ τομέα, ὡς φιλεύσπλαχνου διακόνου σὲ ὅσους βρίσκονταν σὲ χαμηλὴ κοινωνικὴ κατάσταση καὶ ὡς παρηγορητὴ σὲ ἐκείνους ποὺ ἔπασχαν.

Μὲ βάση τὴν χρονολογικὴ σειρὰ τῶν παραπάνω ἑπτὰ Ἁγίων Μητροπολιτῶν τῆς Λάρισας, ἡ ἀρχιερατεῖα τοῦ Ἁγίου Διονυσίου τοῦ Ἐλεήμονος, πρέπει νὰ τοποθετηθεῖ μετὰ τὸ 1489 – 1490 καὶ πρὶν τὸ 1499 καὶ ὁπωσδήποτε θὰ ἦταν μικρῆς διάρκειας. Περὶ τὸ ἔτος 1499 ὁ Ἅγιος Διονύσιος παραιτήθηκε ἀπὸ τὸ ἀξίωμά του καὶ τὴν θέση του κατέλαβε ὁ Ἅγιος Μᾶρκος ὁ Ἡσυχαστής. Μετὰ τὴν παραίτησή του ἀποσύρθηκε καὶ μόνασε στὴ μονὴ Ἁγίου Νικολάου τοῦ Ἀναπαυσᾶ, τῆς ὁποίας ὑπῆρξε καὶ ὁ νεότερος κτίτορας.

Ἐπίσης ὁ Ἅγιος Διονύσιος Λαρίσης μνημονεύεται πολλὲς φορὲς στὸ «Σύγγραμμα Ἱστορικόν» ἢ «Χρονικὸν τῶν Μετεώρων», τὸ ὁποῖο πρέπει νὰ γράφτηκε λίγο μετὰ τὸ ἔτος 1529. Σύμφωνα λοιπόν, μὲ τὸ κείμενο αὐτό, ὁ Ἅγιος Διονύσιος ἦταν ἐκεῖνος ποὺ πρῶτος ἔδωσε τὸν τίτλο τοῦ ἡγουμένου στὸν «πατέρα» τῆς μονῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Μετεώρου, ἱερομόναχο Ἰωάσαφ, ὁ ὁποῖος δὲν εἶχε καμία σχέση πρὸς τὸν ὁμώνυμο κτίτορα τῆς μονῆς βασιλέα Ἰωάννη Οὔρεση Παλαιολόγο – Ἰωάσαφ μοναχό, καὶ κατόπιν τὸν χειροτόνησε Ἐπίσκοπο Φαναρίου.
Ὁ Ὅσιος Διονύσιος κοιμήθηκε ὁσίως μὲ εἰρήνη, τὴν Μεγάλη Πέμπτη τοῦ ἔτους 1510.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr