Blue Flower

Μὲ τὸ ὄνομα Ζωοδόχος Πηγὴ τοῦ Μπαλουκλὶ ἢ Παναγία ἡ Μπαλουκλιώτισσα φέρεται ἱερὸ χριστιανικὸ ἁγίασμα ποὺ βρίσκεται στὴ Κωνσταντινούπολη ἔξω ἀπὸ τὴ δυτικὴ πύλη τῆς Σηλυβρίας, ὅπου ὑπῆρχαν τὰ λεγόμενα «παλάτια τῶν πηγῶν» στὰ ὁποῖα οἱ Βυζαντινοὶ αὐτοκράτορες παραθέριζαν τὴν Ἄνοιξη. Πῆρε τὴν ὀνομασία του ἀπὸ τὸ τουρκικὸ ὄνομα Balik (=ψάρι) καὶ περιλαμβάνει τὸ μοναστήρι, τὴν ἐκκλησία καὶ τὸ ἁγίασμα. 

Γιὰ τὴν ἀποκάλυψη τοῦ Ἁγιάσματος ὑπάρχουν δύο ἐκδοχές:

α) Ἡ πρώτη, ποὺ ἐξιστορεῖ ὁ Νικηφόρος Κάλλιστος ἀναφέρει ὅτι: Ὁ μετέπειτα αὐτοκράτορας Λέων ὁ Θρὰξ ἢ Λέων ὁ Μέγας (457 – 474 μ.Χ.), ὅταν ἐρχόταν ὡς ἁπλὸς στρατιώτης στὴν Κωνσταντινούπολη, συνάντησε στὴ Χρυσὴ Πύλη ἕναν τυφλὸ ποὺ τοῦ ζήτησε νερό. Ψάχνοντας γιὰ νερό, μιὰ φωνὴ τοῦ ὑπέδειξε τὴν πηγή. Πίνοντας ὁ τυφλὸς καὶ ἐρχόμενο τὸ λασπῶδες νερὸ στὰ μάτια τοῦ θεραπεύτηκε. Ὅταν ἀργότερα ἔγινε αὐτοκράτορας, τοῦ εἶπε ἡ προφητικὴ φωνή, πὼς θὰ ἔπρεπε νὰ χτίσει δίπλα στὴν πηγὴ μία Ἐκκλησία. Πράγματι ὁ Λέων ἔκτισε μία μεγαλοπρεπὴ ἐκκλησία πρὸς τιμὴ τῆς Θεοτόκου στὸ χῶρο ἐκεῖνο, τὸν ὁποῖο καὶ ὀνόμασε «Πηγή». Ὁ Κάλλιστος περιγράφει τὴ μεγάλη αὐτὴ Ἐκκλησία μὲ πολλὲς λεπτομέρειες, ἂν καὶ ἡ περιγραφὴ ταιριάζει περισσότερο στὸ οἰκοδόμημα τοῦ Ἰουστινιανοῦ. Ἱστορικὰ πάντως εἶναι ἐξακριβωμένο, ὅτι τὸ 536 μ.Χ. στὴ Σύνοδο τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ὑπὸ τὸν Πατριάρχη Μηνᾶ 536 – 552 μ.Χ., λαμβάνει μέρος καὶ ὁ Ζήνων, ἡγούμενος «τοῦ Οἴκου τῆς ἁγίας ἐνδόξου Παρθένου καὶ Θεοτόκου Μαρίας ἐν τῇ Πηγῇ».

β) Ἡ δεύτερη, ποὺ ἐξιστορεῖ ὁ ἱστορικὸς Προκόπιος, τοποθετεῖται στὶς ἀρχὲς τοῦ 6ου αἰώνα καὶ ἀναφέρεται στὸν Ἰουστινιανό. Ὁ Ἰουστινιανὸς κυνηγοῦσε σ’ ἕνα θαυμάσιο τοπίο μὲ πολὺ πράσινο, νερὰ καὶ δένδρα. Ἐκεῖ, σὰν σὲ ὅραμα, εἶδε ἕνα μικρὸ παρεκκλήσι, πλῆθος λαοῦ καὶ ἕναν ἱερέα μπροστὰ σὲ μιὰ πηγή. «Εἶναι ἡ πηγὴ τῶν θαυμάτων» τοῦ εἶπαν. Καὶ ἔχτισε ἐκεῖ μοναστήρι μὲ ὑλικὰ ποὺ περίσσεψαν ἀπὸ τὴν Ἁγιὰ Σοφιά. Ὁ Ἰ. Κεδρηνὸς ἀναφέρει ὅτι χτίστηκε τὸ 560 μ.Χ.

 

Γράφοντας τὸν 14ο αἰ. μ.Χ. γιὰ τὸ ἁγίασμα τῆς Πηγῆς ὁ Νικηφόρος Κάλλιστος παραθέτει, ἀπὸ διάφορὲς πηγές, ἕναν κατάλογο 63 θαυμάτων, ἀπὸ τὰ ὁποῖα τὰ 15 φθάνουν ὡς τὴν ἐποχή του.

 

Σήμερα στὴν αὐλὴ τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς βρίσκονται οἱ τάφοι τῶν Οἰκουμενικῶν Πατριαρχῶν. Τὸ δὲ ἁγίασμα βρίσκεται στὸν ὑπόγειο Ναὸ καὶ ἀποτελεῖται ἀπὸ μαρμαρόκτιστη πηγή, τὸ νερὸ τῆς ὁποίας θεωρεῖται ἁγιασμένο. Ἀπὸ ἐδῶ διαδόθηκε ὁ τύπος τῆς Παναγίας Ζωοδόχου Πηγῆς σὲ ὅλο τὸν ὀρθόδοξο κόσμο. Εἶναι ἀξιοσημείωτο ὅτι ψηφιδωτὴ παράσταση τῆς εἰκόνας σώζεται στὸν ἐσωνάρθηκα τῆς Μονῆς τῆς Χώρας.

 

Ὁ Ναὸς αὐτὸς ἔμεινε γνωστὸς στὴν ἱστορία ὡς τὸ ἁγίασμα τοῦ «Μπαλουκλί». «Μπαλούκ» στὰ τουρκικὰ σημαίνει ψάρι καὶ ἡ παράδοση μᾶς λέει πὼς ἐκεῖ δίπλα στὸ ἁγίασμα, στὶς 23 Μαΐου 1453 μ.Χ. ἕνας καλόγερος τηγάνιζε ψάρια, ὅταν κάποιος τοῦ ἔφερε τὴν εἴδηση πὼς πῆραν τὴν Πόλη οἱ Τοῦρκοι. Ὁ καλόγερος ἀπάντησε πὼς μόνο ἂν τὰ ψάρια ποὺ τηγάνιζε ἔφευγαν ἀπ’ τὸ τηγάνι καὶ ἔπεφταν μέσα στὸ ἁγίασμα θὰ πίστευε ὅτι ἔγινε κάτι τέτοιο. Καὶ πραγματικὰ τὰ ψάρια ζωντάνεψαν καὶ ἔπεσαν μέσα στὴν πηγὴ τοῦ ἁγιάσματος. Μέχρι σήμερα δέ, μέσα στὴν δεξαμενὴ τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς διατηροῦνται ἑπτὰ ψάρια καὶ μάλιστα σὰν νὰ εἶναι μισοτηγανισμένα ἀπ’ τὴν μιὰ πλευρά.

Σὲ ἀνάμνηση τῶν ἐγκαινίων τοῦ Ναοῦ ἀπὸ τὸν Αὐτοκράτορα Λέοντα ἡ Ἐκκλησία καθιέρωσε τὴν κάτ’ ἔτος ἑορτὴ τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς, τὴν Παρασκευὴ τῆς Διακαινήσιμου Ἑβδομάδας.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Τὴν ὡραιότητα.
Τὸν ὑπερούσιον, ὄμβρον κυήσασα, πηγὴ ζωήρρυτος, Παρθένε πέφυκας, ἀναπηγάζουσα ἡμῖν, τὸ νέκταρ τὸ ἀθάνατον, ὕδωρ τὸ ἁλλόμενον, εἰς ζωὴν τὴν αἰώνιον, νάματα γλυκύρροα, ἐκ τῆς Κρήνης σου πάντοτε, ἐξ ὧν ἐπεντρυφῶντες βοῶμεν· Χαῖρε Πηγὴ ἡ ζωηφόρος.

 

Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ’. Τῇ ὑπερμάχῳ.

Ἐξ ἀκενώτου σου πηγῆς Θεοχαρίτωτε

Ἐπιβραβεύεις μοι πηγάζουσα τὰ νάματα

Ἀενάως τῆς σῆς χάριτος ὑπὲρ λόγον·

Τὸν γὰρ Λόγον ὡς τεκοῦσα ὑπὲρ ἔννοιαν

Ἱκετεύω σε δροσίζειν με σῇ χάριτι,
Ἵνα κράζω σοι, Χαῖρε ὕδωρ σωτήριον.

 

Μεγαλυνάριον.
Ὕδωρ τὸ ζωήρρυτον τῆς Πηγῆς, μάννα τὸ προχέον, τὸν ἀθάνατον δροσισμόν, τὸ νέκταρ τὸ θεῖον, τὴν ξένην ἀμβροσίαν, τὸ μέλι τὸ ἐκ πέτρας, πίστει τιμήσωμεν.

 

Οἱ Ἅγιοι Ἰανουάριος, Πρόκλος, Σῶσσος, Φαῦστος, Δησιδέριος, Ἀκούτιος καὶ Εὐτύχιος οἱ Μάρτυρες 

Οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες Ἰανουάριος, Ἐπίσκοπος Βενεβέντου, Πρόκουλος ἢ Πρόκλος, Σῶσσος, Φαῦστος, Ἀκουτίων ἢ Ἀκουστίων καὶ Εὐτύχιος, ἔζησαν κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορος Διοκλητιανοῦ (284 – 305 μ.Χ.), ὅταν ἡγεμόνας στὴν Καμπανία τῆς Ἰταλίας ἦταν ὁ Τιμόθεος.

Οἱ Ἅγιοι συνελήφθησαν ἐπειδὴ ἦσαν Χριστιανοὶ καὶ ὑποβλήθηκαν σὲ φρικτὰ βασανιστήρια. Ἔμειναν ὅμως σταθεροὶ καὶ ἀκλόνητοι στὴν πίστη τους στὸν Χριστό. Γιὰ τὸν λόγο αὐτό, ἀφοῦ πρῶτα τοὺς ἔριξαν σὲ καμίνι μὲ φωτιά, τοὺς ἀποκεφάλισαν.
Στὸ Συναξάρι τοῦ Ἁγίου Ἰανουαρίου ἀναφέρεται ὅτι μία γυναίκα, ποὺ ὀνομαζόταν Μαξιμίνα καὶ ἦταν χήρα, εἶχε τὴν ἀτυχία νὰ χάσει τὸ μονάκριβο παιδί της. Κάποια στιγμή, ἐνῷ θρηνοῦσε, συνῆλθε γιὰ λίγο καὶ κοιτάζοντας ψηλά, εἶδε πάνω ἀπὸ τὴν πύλη τοῦ ναοῦ ἕνα ὕφασμα κρεμασμένο, στὸ ὁποῖο ἦταν ζωγραφισμένη ἡ εἰκόνα τοῦ Ἁγίου Ἰανουαρίου. Τότε ἡ γυναίκα ἔφερε στὸ νοῦ της ἐκεῖνο ποὺ κάποτε ἔκανε ὁ προφήτης Ἐλισσαῖος, ὅταν ἀνέστησε τὸν υἱὸ τῆς Σωμανίτιδος. Ἀφοῦ κινήθηκε λοιπὸν ἡ Μαξιμίνα ἀπὸ θεῖο φωτισμό, ἔκανε καὶ αὐτὴ τὸ ἴδιο. Σχημάτισε δηλαδὴ κατάλληλα τὸν υἱό της καὶ ἀκολούθως σχημάτισε  τὸ ὁμοίωμα τοῦ Ἁγίου Ἰανουαρίου. Στὴ συνέχεια δέ, στὰ μάτια τοῦ παιδιοῦ της προσάρμοσε τὰ μάτια τῆς εἰκόνας τοῦ Ἁγίου. Τὸ ἴδιο ἔκανε καὶ μὲ τὰ αὐτιά, τὸ στόμα καὶ μὲ τὰ ὑπόλοιπα μέλη. Κάνοντας τὸ ἔργο αὐτὸ ἡ γυναίκα προσευχόταν θερμὰ πρὸς τὸν Ἅγιο Ἰανουάριο λέγοντας: «Δοῦλε τοῦ Θεοῦ, ἐλέησε με καὶ ἀνάστησε τὸν υἱό μου, γιατί εἶναι τὸ μόνο μου παιδί, δὲν ἔχω ἄλλο». Καὶ πραγματικά, ὁ Ἅγιος ἄκουσε τὴν παράκληση τῆς Μαξιμίνας καὶ ἀνέστησε τὸν υἱὸ αὐτῆς.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Ὡς Ἱεράρχης καὶ σοφὸς θεηγόρος, τύπος ἐγένου πρὸς ἀθλήσεως πόνους, Πάτερ Ἰανουάριε τοῖς περὶ σεαυτόν. Σῶσος γὰρ καὶ Πρόκουλος, Δισιδέριος Φαῦστος, καὶ σὺν Ἀκουτίωνι, ὁ Εὐτύχιος ἅμα, σὺν σοὶ ἀθλοῦσι μάκαρ εὐσεβῶς· μεθ' ὧν δυσώπει, ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν.

 

Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Ἐν τῷ κόσμῳ λάμψαντες ὥσπερ λυχνία, μυστικῶς ἑπτάφωτος, καταφωτίζετε ἡμᾶς, Ἰανουάριε ἔνδοξε, σὺν τοῖς συνάθλοις, μεθ’ ὧν εὐφημοῦμέν σε.

 

Μεγαλυνάριον.
Ἰανουαρίου τοῦ θαυμαστοῦ, τοὺς λαμπροὺς ἀγῶνας, τὶς οὐ μέλψει τῶν εὐσεβῶν; Δεῦτε οὖν σὺν τούτῳ, καὶ τῶν συναθλησάντων, τὰς θείας ἀριστείας, ἐγκωμιάσωμεν.

 

Ἡ Ἁγία Ἀλεξάνδρα ἡ βασίλισσα καὶ οἱ θεράποντες αὐτῆς Ἀπολλώ, Ἰσαάκιος καὶ Κοδράτος οἱ Μάρτυρες

Ἡ Ἁγία Ἀλεξάνδρα ἦταν σύζυγος τοῦ αὐτοκράτορος Διοκλητιανοῦ (284 – 305 μ.Χ.). Ἐντελῶς διαφορετικὴ ἀπὸ ἐκεῖνον, ποὺ ἦταν τραχὺς στὰ αἰσθήματα καὶ φίλος τῆς βίας καὶ τοῦ αἵματος, διακρινόταν γιὰ τὴν ἤρεμη ψυχική της διάθεση, τὴν εὐσπλαχνία καὶ τὴν φιλάνθρωπη ζωή της. Καὶ ἡ Χάρη τοῦ Κυρίου αὔξανε μέσα της τὸν φωτισμό. Καὶ τὸ θεῖο ἔλεος τὴν καταξίωσε κατὰ τὴν διάρκεια τοῦ μαρτυρίου τοῦ Ἁγίου Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου νὰ αἰσθανθεῖ μέσα της τὴν πνοὴ καὶ τὴν ὁρμὴ τῆς πίστεως στὸν Χριστό. Τότε, ἀφοῦ στράφηκε πρὸς τὸν αὐτοκράτορα, τὸν παρακάλεσε νὰ διατάξει τὴν παύση τῶν μαρτυρικῶν βασανιστηρίων. Ἐκεῖνος ὑπέθεσε ὅτι ἡ αὐτοκράτειρα, ἀσυνήθιστη σὲ τέτοιου εἴδους θεάματα, κατελήφθη ἀπὸ οἶκτο ἀσυνείδητο καὶ ἀπερίσκεπτο. Τῆς εἶπε λοιπὸν νὰ ἀποσυρθεῖ. Ἀλλὰ ἔλαβε μεγαλόφωνη τὴν ἀπάντηση ὅτι μία τέτοιου εἴδους σκηνὴ εἶναι ἀπάνθρωπη καὶ ἀνάξια τοῦ στέμματος.

Καὶ ὅταν ὁ αὐτοκράτορας ἔβρισε τὸ Ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, ἐκείνη μὲ ἀνδρεία φωνὴ διακήρυξε ὅτι καταγγέλλει ἐνώπιον τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ τοὺς διῶκτες τῶν Χριστιανῶν καὶ ὁμολογεῖ καὶ αὐτὴ τὴν πίστη της στὸν Ἰησοῦ Χριστό.

Ὁ αὐτοκράτορας θέλησε νὰ ἑρμηνεύσει τὴν δήλωσή της ὡς διανοητικὴ διατάραξη. Ἀλλὰ ἐκείνη διαμαρτυρήθηκε καὶ ἐπανέλαβε τὴν ὁμολογία της. Ὁ Διοκλητιανὸς τότε ἐξεμάνη. Ἐνῷ αὐτὸς ζητοῦσε νὰ ἐξοντώσει τοὺς Χριστιανούς, ἡ κατάκτησή τους εἰσῆλθε καὶ στὰ ἀνάκτορα καὶ ἡ ἴδια ἡ βασίλισσα προέβαλε φανερὰ τὴν ἴδια πίστη καὶ ἦταν συνήγορός τους. Διέταξε λοιπὸν τὴν ἀπαγωγὴ καὶ τὴ φυλάκισή της.

Στὴν φυλακὴ ἡ Ἁγία πέρασε τὴ νύχτα μὲ προσευχὴ γιὰ τὸν ἑαυτό της καὶ παρακαλώντας τὸν Κύριο γιὰ τὴν Ἐκκλησία Του, ἡ ὁποία τόσο σφοδρὰ κλυδωνιζόταν. Γιὰ τὴν ζωή της δὲν ἐνδιαφερόταν καθόλου. Ἐπιθυμοῦσε μάλιστα νὰ ἐλάμβανε μαρτυρικὸ θάνατο, ἀλλὰ ἀναχαιτιζόταν ἀπὸ ἕνα δισταγμό. Γνώριζε ὅτι γιὰ τὸν σύζυγό της δὲν ὑπῆρχε ἔλεος ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ ποὺ ἦταν δίκαιος κριτής, δὲν ἤθελε ὅμως νὰ ἐπιβαρυνθεῖ ἡ ἐνοχή του γιὰ τὸ ἔγκλημα  μὲ τὸν δικό της φόνο καὶ δεήθηκε πρὸς τὸν Ὕψιστο νὰ παραλάβει τὴν ψυχή της ἀπὸ τὴν φυλακὴ ἐκείνη καὶ νὰ φανεῖ εὐσπλαχνικὸς πρὸς αὐτή, γιὰ τὸ ὅτι ἐπὶ τόσο καιρὸ ἐκείνη παρακολουθοῦσε ἀπαθὴς τοὺς διωγμοὺς τῶν Χριστιανῶν κοντὰ στὸ πλευρὸ τοῦ διώκτη αὐτῶν.

Ἡ δέησή της εἰσακούσθηκε. Δύο ἡμέρες πρὶν τὴν θανάτωση τοῦ Μεγαλομάρτυρα Γεωργίου, τὸ ἔτος 303 μ.Χ., παρέδιδε τὴν τελευταία της πνοὴ στὴ φυλακή. Τὸ παράδειγμα τῆς βασίλισσας ἀκολούθησαν καὶ οἱ τρεῖς ἀπὸ τοὺς ἀκόλουθούς της, ὁ Ἀπολλώ, ὁ Ἰσαάκιος καὶ ὁ Κοδράτος. Τίμιοι καὶ ἐνάρετοι ὑπηρέτες, ἀφοσιωμένοι ἀπὸ καρδιὰ στὴν αὐτοκράτειρά τους, τῆς ὁποίας γνώριζαν τὴν ἀγαθότητα, σκέφθηκαν ὅτι ἡ ἀπόφασή της καὶ ἡ πίστη της στὸν Χριστὸ ἔπρεπε νὰ τοὺς κάνει νὰ ἐξετάσουν καὶ αὐτοὶ χωρὶς προκατάληψη τὴν πίστη στὸν ἀληθινὸ Θεὸ καὶ νὰ κανονίσουν ἀναλόγως τὴ διαγωγὴ τους στὸ μέλλον. Πῆγαν λοιπὸν σὲ ἕναν Χριστιανὸ ἱερέα, τὸν ἄκουσαν καὶ ἀποχώρησαν ἀπὸ τὸ σπίτι του ἔνθερμοι πιστοί, φωτισμένοι ἀπὸ τὴ Χάρη τοῦ Παρακλήτου, μὲ τὴν ἀπόφαση νὰ ἀκολουθήσουν τὸ παράδειγμα τῆς βασίλισσάς τους. Καὶ κάποια ἡμέρα ὁμολόγησαν καὶ αὐτοὶ τὴν πίστη τους.
Ὁ Διοκλητιανὸς διέταξε τὴν θανάτωσή τους. Καὶ τὸν μὲν Κοδράτο τὸν ἀποκεφάλισαν, τοὺς δὲ Ἀπολλὼ καὶ Ἰσαάκιο τοὺς ὑπέβαλαν στὸν θάνατο διὰ τῆς πείνας καὶ τῆς δίψας. Τὸ βασανιστήριο αὐτὸ ὑπῆρξε ὀδυνηρότατο. Ἀλλὰ τὸ ἀντιμετώπισαν μὲ ἀνδρεία, παρηγορούμενοι ἀπὸ τὴν ἐλπίδα ὅτι ἐπρόκειτο νὰ συναντηθοῦν στὰ σκηνώματα τῆς δικαιοσύνης καὶ τῆς μακαριότητας μαζὶ μὲ τὴν Ἁγία βασίλισσα. Ἡ ἐλπίδα τους ἱκανοποιήθηκε. Ἡ Ἐκκλησία τιμώντας τὴν μνήμη τους, τοὺς συνεορτάζει μαζί της τὴν ἴδια ἡμέρα.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Τῷ Χριστῷ προσελθοῦσα Ἀλεξάνδρα πανεύφημε, διὰ τῶν μεγίστων θαυμάτων Γεωργίου τοῦ Μάρτυρος, κατέλιπες τιμὰς βασιλικάς, καὶ ὤφθης τῶν Μαρτύρων κοινωνός· μεθ’ ὧν πρέσβευε ἀπαύστως ὑπὲρ ἡμῶν, τῶν πίστει ἐκβοώντων σοι· δόξα τῷ δεδωκότι σοι ἰσχύν, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα τῷ σὺν Ἁγίοις Ἀθληταῖς, λαμπρῶς σε ἀριθμήσαντι.

 

Κοντάκιον. Ἦχος β’. Τὰ ἄνω ζητῶν.
Μαρτύρων Χριστοῦ, ἐδείχθης ἰσοστάσιος, δεχθεῖσα λαμπρῶς, τὸ φῶς τῆς θείας πίστεως, ὦ Ἀλεξάνδρα πάνσεμνε· διὰ τοῦτο πιστῶς ἐκβοῶμέν σοι· τὸν βασιλέα τῆς δόξης Χριστόν, δυσώπει ὑπὲρ τῶν εὐφημούντων σε.

 

Μεγαλυνάριον.
Αἴγλῃ λαμπρυνθεῖσα τῇ θεϊκῇ, σεμνὴ Ἀλεξάνδρα, ὡμολογήσας τὸν Χριστὸν, καὶ αὐτοῦ τῆς δόξης, συμμέτοχος ἐγένου, ὑπὲρ αὐτοῦ θανοῦσα, γνώμης στερρότητι.

Ὁ Ἅγιος Μαξιμιανὸς Ἐπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως

Ὁ Ἅγιος Μαξιμιανὸς ἢ Μάξιμος γεννήθηκε στὴ Ρώμη καὶ ἦταν ἄνδρας πολυμαθὴς καὶ εὐφυής. Ἐκεῖ ἔλαμψε μὲ τὶς πλούσιες ἀρετές του, τὴν αὐστηρότητα τοῦ βίου του καὶ τὸ ἀπαράμιλλο ἦθος του. Χειροτονήθηκε πρεσβύτερος ὑπὸ τοῦ Πατριάρχου Σισινίου (426 – 431 μ.Χ.). Ὃταν ἀργότερα κοιμήθηκε ὁ Σισίνιος, τὸν διαδέχθηκε στὸν Πατριαρχικὸ θρόνο ὁ αἱρετικὸς Νεστόριος (428 – 431 μ.Χ.), ἐναντίων τῶν αἱρετικῶν δοξασιῶν τοῦ ὁποίου ἀντέδρασε σθεναρὰ ὁ Ἅγιος Μαξιμιανός. Μετὰ τὴν καθαίρεση καὶ τὴν ἐξορία τοῦ Νεστορίου στὸ θρόνο ἀνῆλθε, στὶς 25 Ὀκτωβρίου 431 μ.Χ., ὁ Ἅγιος Μαξιμιανός, ἔχοντας τὴν θερμὴ ὑποστήριξη τόσο τοῦ αὐτοκράτορα Θεοδοσίου Β’ τοῦ Μικροῦ ὅσο καὶ τοῦ πιστοῦ λαοῦ τῆς Βασιλεύουσας.
Ὁ Ἅγιος Μαξιμιανός, ἀφοῦ ἐργάσθηκε γιὰ τὴν εἰρήνη τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἀνέπτυξε πλούσιο φιλανθρωπικὸ ἔργο, κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη, τὸ ἔτος 434 μ.Χ. Ἡ Σύναξή του ἐτελεῖτο στὸ ναὸ τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ὅσιος Ἀναστάσιος ὁ Ὁμολογητής ὁ Σιναΐτης

Ὁ Ὅσιος Ἀναστάσιος ἔζησε τὸν 7ο αἰώνα μ.Χ. καὶ καταγόταν ἀπὸ εὐγενὴ οἰκογένεια. Γρήγορα ὅμως ἐγκατέλειψε τὸν κόσμο καὶ τὰ βιοτικὰ πράγματα καὶ ἐκάρη μοναχός. Ἀργότερα ἐπισκέφθηκε τὴν Συρία, τὴν Αἴγυπτο καὶ τὰ Ἱεροσόλυμα, γιὰ νὰ προσκυνήσει τοὺς Ἁγίους Τόπους καὶ κατέληξε στὴ μονὴ τῆς Ἁγίας Αἰκατερίνης στὸ ὄρος Σινᾶ, τῆς ὁποίας διετέλεσε ἡγούμενος. Ὁ Ὅσιος διακρίθηκε γιὰ τοὺς ἀγῶνες του κατὰ τῶν αἱρετικῶν Μονοφυσιτῶν, γι’ αὐτὸ καὶ ὀνομάσθηκε Ὁμολογητής. Ἐτιμᾶτο ἰδιαίτερα ἀπὸ τοὺς σύγχρονούς του, οἱ ὁποῖοι τὸν ἀποκαλοῦσαν καὶ «νέον Μωυσέα». Κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη σὲ βαθὺ γῆρας περὶ τῆς ἀρχὲς τοῦ 8ου αἰῶνος μ.Χ.
Ὁ Ὅσιος Ἀναστάσιος ἦταν ἀπὸ τοὺς πολυγραφότερους συγγραφεῖς τῆς ἐποχῆς του. Τὰ ἔργα του εἶναι τὰ ἀκόλουθα: α) «Ὁδηγός». Τὸ ἔργο αὐτὸ ἀποτελεῖται ἀπὸ 24 κεφάλαια καὶ ὀνομάσθηκε ἔτσι διότι ἦταν προορισμένο νὰ χρησιμεύσει ὡς ὁδηγὸς πρὸς ὑποστήριξη τῆς Ὀρθοδοξίας ἐναντίον τοῦ Μονοφυσιτισμοῦ, β) «Ἐρωτήσεις καὶ ἀποκρίσεις περὶ διαφόρων κεφαλαίων καὶ διαφόρων προσώπων». Στὸ ἔργο αὐτὸ ὁ Ὅσιος Ἀναστάσιος, ἀκολουθώντας τὴ μέθοδο τοῦ Ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ, τῶν ἐρωτήσεων καὶ τὸν ἀποκρίσεων, ἐπιλύει διάφορα ζητήματα δογματικά, πρακτικὰ καὶ ἐκκλησιαστικά, γ) «Λόγος περὶ τῆς ἁγίας συνάξεως καὶ περὶ τοῦ μὴ κρίνειν καὶ μνησικακεῖν», ὅπου ἀναφέρεται στὴ Θεία Εὐχαριστεία., δ) «Θεωρίαι ἀναγωγικαὶ εἰς τὴν ἑξαήμερον». Τὸ ὅλο ἔργο ἀποτελεῖται συνολικὰ ἀπὸ δώδεκα βιβλία, ε) «Ἐκ τοῦ κατ’ εἰκόνα». Δύο λόγοι περὶ τῆς κατ’ εἰκόνα Θεοῦ δημιουργίας τοῦ ἀνθρώπου, στ) «Χρήσεις ἄχρηστοι μιαρῶν δυσσεβῶν Ἀρειανῶν ἀθετοῦσαι τὴν ὁμοούσιον θεότητα τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ καὶ κτίσμα τὸν Κτίστην τῶν ἁπάντων λέγουσα». Τὸ βιβλίο αὐτὸ περιέχει ἀποσπάσματα ἀπὸ συλλογὴ χωρίων Πατέρων ἐναντίων τῶν αἱρετικῶν. Ἐκτὸς ἀπὸ τὰ προαναφερθέντα ἔργα ἔχουν γραφεῖ καὶ ἄλλα ἀπὸ τὸν Ὅσιο Ἀναστάσιο.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ἅγιος Θεόδωρος ὁ Μάρτυρας ὁ Φιλόσοφος

Ὁ Ἅγιος Μάρτυς Θεόδωρος τῆς Κάμα, ὁ ἐπονομαζόμενος Φιλόσοφος, μαρτύρησε τὸ ἔτος 1323 ἀπὸ τοὺς Μογγόλους.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ὅσιος Ἰάκωβος 

Ὁ Ὅσιος Ἰάκωβος ἔζησε τὸν 14ο αἰώνα μ.Χ. καὶ ασκήτεψε στὴ μονὴ τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου τοῦ Στρομύν, κοντὰ στὴ Μόσχα. Κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη περὶ τὸ ἔτος 1392.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Σύναξις Ὑπεραγίας Θεοτόκου ἐν Μοζντὸκ τῆς Ρωσίας 

Ἡ ἱερὴ εἰκόνα τῆς Θεοτόκου τοῦ Μοζντὸκ εἶναι ἀντίγραφο τῆς εἰκόνος τῆς Παναγίας τῆς Ἰβηριτίσσης ( 12 Φεβρουαρίου). Ἀπεστάλη κατὰ τὸν 13ο αἰώνα μ.Χ. ἀπὸ τὴν Ἁγία βασίλισσα Ταμάρα ( 1 Μαΐου) ὡς δῶρο πρὸς τοὺς νεοφώτιστους Χριστιανοὺς τοῦ χωριοῦ Ὀσέτιαν Ὂλ τοῦ Μάργιαμ – Κάντου.
Τὸ ἔτος 1768, ἡ εἰκόνα θαυματουργικὰ ἐμφανίσθηκε στὶς ἐκβολὲς τοῦ ποταμοῦ Τέρεκ, κοντὰ στὸ Μοζντόκ. Ὁ Ἐπίσκοπος Γάιος ἔκτισε ἕναν μικρὸ ναὸ πρὸς τιμὴν τῆς εἰκόνος. Κατὰ τὰ ἔτη 1796 – 1797 στὴ θέση τοῦ παρεκκλησίου ἀνεγέρθηκε πρὸς τιμὴν τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου μεγάλος ναὸς καὶ ἱδρύθηκε γυναικεία μονή.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Σύναξις Ὑπεραγίας Θεοτόκου τῆς Παλαιοκαστρίτισσας στὴν Κέρκυρα 

Τὸ Μοναστήρι τῆς Παναγίας τῆς Παλαιοκαστρίτισσας πῆρε τὸ ὄνομά του ἀπὸ τὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας ποὺ εἶχε βρεθεῖ στὸν ἀπέναντι λόφο ποὺ λεγόταν Παλαιὸ Κάστρο. Τὸ Μοναστήρι σύμφωνα μὲ τὴν παράδοση καὶ τὶς λίγες γραπτὲς μαρτυρίες πρέπει νὰ κτίστηκε τὸ 1228 μ.Χ. Πανηγυρίζει τὴν Παρασκευὴ τῆς Διακαινησίμου, τῆς Ζωοδοόχου Πηγῆς καὶ ἀνήκει στὴν Ἱερὰ Μητρόπολη Κερκύρας.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr