Blue Flower

Γεννήθηκε τὴν 1η Ὀκτωβρίου τοῦ 1846 στὴ Σηλυβρία τῆς Θράκης ἀπὸ τὸν Δῆμο καὶ τὴν Βασιλικὴ Κεφάλα καὶ ἦταν τὸ πέμπτο ἀπὸ τὰ ἕξι παιδιά τους. Τὸ κοσμικό του ὄνομα ἦταν Ἀναστάσιος.

Μικρός, 14 ἐτῶν, πῆγε στὴν Κωνσταντινούπολη, ὅπου ἐργάστηκε ὡς ὑπάλληλος καὶ κατόπιν ὡς παιδονόμος στὸ σχολεῖο τοῦ Μετοχίου τοῦ Παναγίου Τάφου. Κατόπιν πῆγε στὴν Χίο, ὅπου, ἀπὸ τὸ 1866 μέχρι τὸ 1876 χρημάτισε δημοδιδάσκαλος στὸ χωριὸ Λίθειο. Τὸ 1876 ἐκάρη μοναχὸς στὴ Νέα Μονὴ Χίου μὲ τὸ ὄνομα Λάζαρος καὶ στὶς 15 Ἰανουαρίου 1877 χειροτονήθηκε διάκονος, ὀνομασθεῖς Νεκτάριος, ἀπὸ τὸν Μητροπολίτη Χίου, Γρηγόριο (1860 – 1877), καὶ ἀνέλαβε τὴν Γραμματεία τῆς Μητροπόλεως.

Τὸ 1881 ἦλθε στὴν Ἀθήνα, ὅπου μὲ ἔξοδα τοῦ Πατριάρχη Ἀλεξανδρείας Σωφρονίου Δ’ (1870 – 1899), σπούδασε Θεολογία καὶ πῆρε τὸ πτυχίο του τὸ 1885. Ἔπειτα, ὁ ἴδιος προαναφερόμενος Πατριάρχης, τὸν χειροτόνησε τὸ 1886 πρεσβύτερο καὶ τοῦ ἔδωσε τὰ καθήκοντα τοῦ γραμματέα καὶ Ἱεροκήρυκα τοῦ Πατριαρχείου Ἀλεξανδρείας. Διετέλεσε ἐπίσης πατριαρχικὸς ἐπίτροπος στὸ Κάιρο.

Στὶς 15 Ἰανουαρίου 1889, χειροτονήθηκε Μητροπολίτης Πενταπόλεως. Ἡ δράση του ὡς Μητροπολίτου ἦταν καταπληκτικὴ καὶ ἕνεκα αὐτοῦ ἦταν βασικὸς ὑποψήφιος τοῦ πατριαρχικοῦ θρόνου Ἀλεξανδρείας. Λόγω ὅμως φθονερῶν εἰσηγήσεων (αἰσχρῶν συκοφαντιῶν), πρὸς τὸν Πατριάρχη Σωφρόνιο, ὁ ταπεινόφρων Νεκτάριος, γιὰ νὰ μὴ λυπήσει τὸν γέροντα Πατριάρχη, ἐπέστρεψε στὴν Ἑλλάδα (1889).

Διετέλεσε Ἱεροκήρυκας (Εὐβοίας) (1891 – 1893), Φθιώτιδος καὶ Φωκίδας (1893 – 1894) καὶ διευθυντὴς τῆς Ριζαρείου Ἐκκλησιαστικῆς Σχολῆς στὴν Ἀθήνα (1894 – 1904).

Μετὰ τὸν θάνατο τοῦ Πατριάρχη Ἀλεξανδρείας Σωφρονίου (1899), ὁ Νεκτάριος ἐκλήθη νὰ τὸν διαδεχθεῖ, ἀλλὰ ὁ Ἅγιος ἀρνήθηκε. Στὰ κηρύγματά του, πλῆθος λαοῦ μαζευόταν, γιὰ νὰ «ρουφήξει» τὸ νέκταρ τῶν ἱερῶν λόγων του. Τὸ 1904 ἵδρυσε γυναικεία Μονὴ στὴν Αἴγινα, τῆς ὁποίας ἀνέλαβε προσωπικὰ τὴν διοίκηση, ἀφοῦ ἐγκαταβίωσε ἐκεῖ τὸ 1908, μετὰ τὴν παραίτησή του ἀπὸ τὴ Ριζάρειο Σχολή.

Ἔγραψε ἀρκετὰ συγγράμματα, κυρίως βοηθητικὰ τοῦ θείου κηρύγματος. Ἡ ταπεινοφροσύνη του καὶ ἡ φιλανθρωπία του ὑπῆρξαν παροιμιώδεις.

Πέθανε τὸ ἀπόγευμα τῆς 8ης Νοεμβρίου 1920. Τόση δὲ ἦταν ἡ ἁγιότητά του, ὥστε ἐπετέλεσε πολλὰ θαύματα, πρὶν ἀλλὰ καὶ μετὰ τὸν θάνατό του. Ἐνταφιάστηκε στὴν Ι. Μονὴ Ἁγίας Τριάδος στὴν Αἴγινα.
Ἡ ἀνακομιδὴ τῶν Ἱερῶν λειψάνων τοῦ ἔγινε στὶς 3 Σεπτεμβρίου τοῦ 1953 καὶ στὶς 20 Ἀπριλίου τοῦ 1961 μὲ Πράξη τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, διακηρύχθηκε Ἅγιος της Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Σηλυβρίας τὸν γόνον καὶ Αἰγίνης τὸν ἔφορον, τὸν ἐσχάτοις χρόνοις φανέντα, ἀρετῆς φίλον γνήσιον, Νεκτάριον τιμήσωμεν πιστοί, ὡς ἔνθεον θεράποντα Χριστοῦ· ἀναβλύζει γὰρ ἰάσεις παντοδαπάς, τοῖς εὐλαβῶς κραυγάζουσι· δόξα τῷ σὲ δοξάσαντι Χριστῷ, δόξα τῷ σὲ θαυμαστώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργοῦντι διὰ σοῦ, πάσιν ἰάματα.

 

Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ’. Τῇ ὑπερμάχῳ.

Ὀρθοδοξίας τὸν ἀστέρα τὸν νεόφωτον

Καὶ Ἐκκλησίας τὸ νεόδμητον προτείχισμα

Ἀνυμνήσωμεν καρδίας ἐν εὐφροσύνῃ.

Δοξασθεὶς γὰρ ἐνεργείᾳ τῇ τοῦ Πνεύματος

Ἰαμάτων ἀναβλύζει χάριν ἄφθονον
Τοῖς κραυγάζουσι, χαίροις Πάτερ Νεκτάριε.

 

Μεγαλυνάριον.
Ὤφθης Ἐκκλησίας νέος ἀστήρ, ἐν ἐσχάτοις χρόνοις, τῇ ὁσίᾳ σου βιοτῇ· ὅθεν καταυγάζεις, πιστῶν τὰς διανοίας, ταῖς νοηταῖς ἀκτῖσι, Πάτερ Νεκτάριε.

Οἱ Ἅγιοι Ὀνησιφόρος καὶ Πορφύριος οἱ Μάρτυρες

Σχίστηκαν οἱ σάρκες τους καὶ πέθαναν βαπτισμένοι στὰ αἵματά τους, κατὰ τὸν διωγμὸ τοῦ Διοκλητιανοῦ. Καὶ οἱ δυὸ ὑπηρετοῦσαν σὲ διάφορα φιλανθρωπικὰ ἔργα τῆς Ἐκκλησίας. Συγχρόνως, ἀνήκαν στὴν ὁμάδα ποὺ ἀνίχνευε κατὰ τὴν διάρκεια τῆς νύκτας καὶ ἀνεύρισκε σώματα μαρτύρων, ποὺ ρίχνονταν στὶς χαράδρες. Τὰ μάζευαν καὶ τὰ παρέδιδαν νὰ ταφοῦν μὲ τὴν ἁρμόζουσα τιμή.
Κάποτε, ὅμως, τοὺς ἀνακάλυψαν καὶ τοὺς συνέλαβαν. Κατόπιν τοὺς ἐξεβίασαν νὰ ἀρνηθοῦν τὴν πίστη τους. Ἀλλὰ ἐκεῖνοι ἔμειναν σταθεροὶ στὴν ὁμολογία τῆς ἁγίας πίστης στὸν Χριστό, χωρὶς νὰ φοβηθοῦν τὶς ἀπειλὲς καὶ τὰ ἐπικείμενα μαρτύρια. Τοὺς ἔδεσαν, λοιπόν, πίσω ἀπὸ ἄγρια ἄλογα, τὰ ὁποῖα τοὺς ἔσυραν μὲ δυνατὸ καλπασμό, μέσα ἀπὸ ἀγκάθια καὶ πέτρες. Ὅταν τὰ ἄλογα σταμάτησαν κουρασμένα, μετὰ ἀπὸ ἀρκετὲς ὧρες δρόμου, τὰ σώματα τῶν μαρτύρων βρέθηκαν διαμελισμένα, πνιγμένα στὸ αἷμα. Καὶ ὅπως ἀναφέρει ἡ Ἀποκάλυψη, «εἶδον τὴν γυναίκα μεθύουσαν ἐκ τοῦ αἵματος τῶν ἁγίων καὶ ἐκ τοῦ αἵματος τῶν μαρτύρων Ἰησοῦ». Εἶδα δηλαδὴ τὴν γυναίκα, ποὺ εἶναι ἡ διεφθαρμένη εἰδωλολατρικὴ κοινωνία, νὰ μεθάει ἀπὸ τὸ αἷμα τῶν χριστιανῶν, ποὺ καταδίωκε, καὶ ἀπὸ τὸ αἷμα τῶν μαρτύρων τοῦ Ἰησοῦ. Ἄλλα ὁ Θεὸς «ἔκρινε τὴν πόρνην... καὶ ἐξεδίκασε τὸ αἷμα τῶν δούλων αὐτοῦ ἐκ χειρὸς αὐτῆς». Ἔπειτα, ὅμως, ὁ Θεός, ἔκρινε καὶ καταδίκασε τὴν πόρνη, τὴ νοητὴ Βαβυλώνα, καὶ ἐκδικήθηκε τὸ αἷμα τῶν δούλων του, ποὺ χύθηκε ἀπὸ τὰ χέρια της.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Θείαν ὄνησιν, ἰχνηλατοῦντες, πορφυρίζοντα, ὤφθητε κρίνα, Ὀνησιφόρε κλεινὲ καὶ Πορφύριε· ὅθεν ὡς ἅρμα τοῦ Λόγου χρυσήλατον, πρὸς τὴν οὐράνιον νύσσαν ἠλάσατε. Θεῖοι Μάρτυρες, Χριστῷ τῷ Θεῷ πρεσβεύσατε, δωρήσασθε ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

 

Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Τῆς Τριάδος πρόμαχοι τροπαιοφόροι, ἐν ἀθλήσει ὤφθησαν, Ὀνησιφόρος ὀ σοφός, σὺν Πορφυρίῳ κραυγάζοντες· Χριστῷ συμπάσχειν ζωῆς ἐστι πρόξενον.

 

Μεγαλυνάριον.
Ὄνησιν πηγάζει τὴν ἀληθῆ, ὑμῶν ἡ πρεσβεία, ὥσπερ κρήνη ὑπερχειλής, τοῖς ὑμῶν αἰνοῦσιν, Ὀνησιφόρε Μάρτυς, μετὰ τοῦ Πορφυρίου, τὰ κατορθώματα.

Ἡ Ὁσία Ματρῶνα

Ἔζησε στὰ χρόνια τῶν βασιλέων Μαρκιανοῦ (450 – 457) καὶ Λέοντα Θρακὸς ἢ Μακέλλη (457 – 474). Καταγόταν ἀπὸ τὴν Πέργη τῆς Παμφυλίας καὶ ἀνατράφηκε ἀπὸ γονεῖς πλούσιους καὶ εὐσεβεῖς.

Σὲ κατάλληλη ἡλικία παντρεύτηκε μὲ κάποιον Δομέτιο (κατ’ ἄλλους Δομετιανό), μὲ τὸν ὁποῖο ἀπόκτησε μία κόρη καὶ κατὰ τὰ χρόνια τοῦ Λέοντα τοῦ Θρακὸς ἦλθαν οἰκογενειακὰ στὴν Κωνσταντινούπολη. Ἐκεῖ συνδέθηκε μὲ μία εὐσεβὴ γυναίκα, τὴν Εὐγενία, καὶ σύχναζε στοὺς ἱεροὺς ναούς, ποθώντας νὰ ἀφιερωθεῖ ὁλοκληρωτικὰ στὴν λατρεία τοῦ θείου.

Ἔτσι ἐγκατέλειψε τὸν σύζυγό της, καὶ τὴν κόρη της ἀφοῦ τὴν ἐμπιστεύθηκε σὲ κάποια Σωσάννα, κατέφυγε στὴ Μονὴ τοῦ Βασιανοῦ, μεταμφιεσμένη μὲ τὸ ὄνομα Βαβύλας. Ἄλλα καταζητούμενη ἀπὸ τὸν ἄνδρα της καὶ ἀφοῦ ἀποκαλύφθηκε τὸ φύλο της, στάλθηκε ἀπὸ τὸν Βασιανὸ σὲ γυναικεία Μονὴ τῶν Ἱεροσολύμων.

Κατόπιν ἀναχώρησε καὶ ἀπὸ ἐκει καὶ πολλὰ μέρη ἀφοῦ ἐπισκέφθηκε, γριὰ πλέον, ἐπέστρεψε στὴν Κωνσταντινούπολη. Τοποθετήθηκε ἀπὸ τὸν Βασιανὸ σὲ ἰδιαίτερο μέρος (τῆς Ματρώνης ὀνομαζόμενο ἀργότερα), ὅπου ἔκτισε Μονή, στὴν ὁποία μαζεύτηκαν ἀρκετὲς μοναχές.
Στὴ Μονὴ αὐτὴ λοιπόν, ἔζησε μὲ μεγάλη ἀρετὴ καὶ πνευματικὴ τελειότητα. Ἀπεβίωσε εἰρηνικὰ σὲ ἡλικία 100 χρονῶν.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Χριστὸν ἀγαπήσασα, τῶν ἀγαθῶν τὴν πηγήν, Ἀγγέλων ἐζήλωσας, μετὰ σαρκὸς τὴν ζωήν, Ματρῶνα θεόπνευστε· σὺ γὰρ συνεύνου φίλτρον, παριδοῦσα ἐμφρόνως, ᾔσχυνας τὸν Βελίαρ, τῷ πανσόφῳ σου τρόπῳ· διὸ τῆς ἀκατάλυτου δόξης ἠξίωσαι.

 

Κοντάκιον. Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Ἀνδρικῷ ἐν σχήματι, μέσον ἀνδρῶν συμβιοῦσα, τῆς ψυχῆς τὸ φρόνημα, ἀνδρεῖον ἔδειξας Μῆτερ· ἔτρεψας, τὰς τῶν δαιμόνων φαλαγγαρχίας· εὔφρανας, τὰς τῶν Ἀγγέλων χοροστασίας, μεθ’ ὧν πρέσβευε Ματρῶνα, ὑπὲρ τῶν πίστει ἀνευφημούντων σε.

 

Μεγαλυνάριον.
Ἔρωτι τρωθεῖσα τῷ θεϊκῷ, συζύγου τὸν πόθον, ὑπερέδραμες εὐπετῶς, καὶ τοῦ Παρακλήτου, ἐπλούτησας τὴν χάριν, Ματρῶνα μακαρία, λαμπρῶς βιώσασα.

Ἡ Ὁσία Θεοκτίστη ἡ Λεσβία 

Μοναχὴ ἐνάρετη ἀπὸ τὴ Μήθυμνα τῆς Λέσβου καὶ ἔζησε στὰ χρόνια τοῦ βασιλιὰ Λέοντα τοῦ Σοφοῦ (816). Παιδὶ ἀκόμα ἔμεινε ὀρφανὴ καὶ ἀνατράφηκε σὲ παρθενῶνα τῆς πόλης.

Κάποια μέρα πῆγε νὰ ἐπισκεφθεῖ τὴν ἀδελφή της, ποὺ ἦταν σὲ μία κοντινὴ κωμόπολη. Τότε συνελήφθη μαζὶ μὲ τοὺς κατοίκους τῆς κωμόπολης αὐτῆς ἀπὸ τοὺς πειρατὲς τῆς Κρήτης καὶ μεταφέρθηκε μὲ τοὺς ἄλλους αἰχμαλώτους στὴν Πάρο γιὰ πώληση. Ἐκεῖ κατόρθωσε νὰ δραπετεύσει καὶ νὰ κρυφτεῖ στὰ βουνά, ὅπου καὶ παρέμεινε μόνη 35 χρόνια, τρεφόμενη μὲ χόρτα. Ἀνακαλύφθηκε τυχαῖα ἀπὸ ἕναν κυνηγό, ὁ ὁποῖος, μετὰ ἀπὸ παράκλησή της, ἔφερε σ’ αὐτὴν τὰ θεία μυστήρια.
Ὅταν δὲ κοινώνησε τῶν Ἄχραντων Μυστηρίων, πέθανε καὶ τάφηκε ἐκεῖ ἀπὸ τὸν ἴδιο κυνηγό. Γιὰ τὴν Ὁσία αὐτή, ὑπάρχει καὶ μία διήγηση τοῦ μονάχου Συμεὼν τοῦ Πάριου, ποὺ μοιάζει πολὺ μὲ αὐτὴ τῆς Ὁσίας Μαρίας τῆς Αἰγύπτιας καὶ εἶναι ἐντελῶς φανταστική.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Τὴν ὡραιότητα.
Ἡ Λέσβος βλάστημα, θεῖόν σε κέκτηται, τοῖς δὲ ἀγῶσί σου, Πάρος ἡγίασται, καὶ τῷ σῶ σκήνει τῷ σεπτῷ, πεπλούτισται Ἰκαρία. Ὅθεν ὡς παρθένον σε, καὶ Ὁσίαν γεραίρομεν, καὶ ἐπιβοώμεθα, τὴν θερμὴν προστασίαν σου, ἣν δίδου τοῖς βοῶσί σοι Μῆτερ· χαίροις Ὁσία Θεοκτίστη.

 

Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ’. Τῇ ὑπερμάχῳ.

Τῆς ἐγκρατείας τὴν τρυγόνα τὴν φιλέρημον

Καὶ παρθενίας τὴν ὑψίκομον κυπάρισσον

Θεοκτίστην εὐφημήσωμεν τὴν Ὁσίαν.

Ὑπὲρ φύσιν ἐν τῇ Πάρῳ γὰρ ἀσκήσασα

Ἐκκλησίας κατεφαίδρυνε τὸ πλήρωμα·
Ἧ βοήσωμεν, χαίροις Μῆτερ ἰσάγγελε.

 

Μεγαλυνάριον.
Χαίροις τὸ τῆς Λέσβου ἄνθος τερπνόν, τὸ τὴν εὐωδίαν, διαπνεῦσαν τὴν μυστικήν, ἐν τῇ νήσῳ Πάρῳ, θεόφρον Θεοκτίστη, ὀδμῆς τῆς θεοκτίστου, ἐξομοιώσεως.

Οἱ Ἁγίες Εὐσταλία καὶ Σωπάτρα 

Οἱ Ἁγίες Εὐσταλία καὶ Σωπάτρα ἔζησαν τὸν πέμπτο αἰώνα μ.Χ., κατὰ τὴν ἐποχὴ τοῦ αὐτοκράτορα Μαυρίκιου.

Ἡ Εὐσταλία καταγόταν ἀπὸ τὴ Ρώμη. Οἱ γονεῖς της ἦταν χριστιανοὶ καὶ ἰδιαίτερα εὔποροι. Ἔτσι μετὰ τὸν θάνατό τους ἀπέκτησε ἀρκετὴ περιουσία, τὴν ὁποία διέθεσε σὲ φιλανθρωπικὰ ἔργα. Ἀφοῦ ὑπηρέτησε στὴν Ρώμη τὶς κόρες ποὺ χρειάζονταν βοήθεια διότι εἶχαν πέσει σὲ παραπτώματα, μετέβηκε στὴν Κωνσταντινούπολη. Ἐκεῖ ἔγινε γνωστὴ γιὰ τὶς εὐεργεσίες της καὶ τὴν πνευματική της μόρφωση. Γι’ αὐτὸ πολλὲς νέες τὴν ἐπισκέπτονταν στὴ Μονή, ποὺ τὴν φιλοξενοῦσε. Μία ἀπὸ τὶς νέες αὐτὲς ἦταν καὶ ἡ κόρη τοῦ Μαυρίκιου, ἡ Σωπάτρα.
Ἡ Σωπάτρα, προτίμησε τὸ μοναχικὸ βίο ἀπὸ τὰ πλούτη τῶν ἀνακτόρων καὶ ἔτσι μόνασε δίπλα στὴν Εὐσταλία. Πρώτη ἀπῆλθε πρὸς τὸν Κύριο ἡ Εὐσταλία, τὸ ἔργο τῆς ὁποίας συνέχισε ἄξια ἡ Σωπάτρα μέχρι τὸ τέλος τῆς ζωῆς της.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

 

Ὁ Ὅσιος Συμεὼν ὁ Μεταφραστὴς 

Πατρίδα του ἦταν ἡ Κωνσταντινούπολη καὶ ἔζησε στὰ χρόνια του Βασιλιὰ Λέοντα τοῦ Σοφοῦ (886 – 912). Νεότερη ὅμως ἐκδοχὴ (1931), λέει ὅτι ὁ Συμεὼν ἔζησε στὰ χρόνια του Δούκα Παραπινάκη (1071 – 1078), ποὺ μᾶλλον εἶναι καὶ ἡ ἐπικρατέστερη. Προηγουμένως ὀνομαζόταν Νικήτας Παφλαγῶν καὶ λόγω τῆς μεγάλης του ἀρετῆς καὶ σοφίας πῆρε τὸ ἀξίωμα τοῦ Μαγίστρου καὶ Λογοθέτου. Τὸ κυριότερο ἔργο του, ἦταν ἡ ἐκκαθάριση τῶν ἀρχαίων ἁγιολογικῶν ὑπομνημάτων καὶ ἡ παράστασή τους σὲ ὁμαλότερο ὕφος. Ἀπ’ αὐτὸ λένε, ὅτι πῆρε τὴν ὀνομασία Μεταφραστής, ποὺ μᾶλλον δὲν φαίνεται καὶ τόσο πιθανό. Ἴσως νὰ ἦταν μεταφραστὴς ξενόγλωσσων ἐγγράφων στὴν ἑλληνικὴ γλώσσα καὶ τὸ ἀντίθετο.

Μερικοὶ νομίζουν, ὅτι στὸ τέλος τῆς ζωῆς του ἔγινε μοναχός, ἀλλὰ ὁ φίλος του Ψελλός, ποὺ ἔγραψε ἐγκώμιο καὶ Ἀκολουθία σ’ αὐτόν, δὲν ὑπαινίσσεται κάτι τέτοιο. Ἔζησε ὀσιακὰ καὶ ἔγραψε πολλὰ γιὰ τὴν Ἐκκλησία.
Ἀπεβίωσε εἰρηνικὰ καὶ ἡ μνήμη του ἀναφέρεται μόνο στὸν Συναξαριστὴ τοῦ Ἁγίου Νικόδημου τοῦ Ἁγιορείτη.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ἅγιος Ἀντώνιος ὁ Μάρτυρας

Καταγόταν ἀπὸ τὴν Συρία καὶ ἔκανε τὸ ἐπάγγελμα τοῦ λιθοξόου. Ὅταν γνώρισε τὸν Χριστό, ἐγκατέλειψε τὸ ἐπάγγελμα αὐτό, διότι σχετιζόταν καὶ μὲ τὴν εἰδωλολατρία καὶ ἀναχώρησε στὴν ἔρημο.

Ἐκεῖ βρῆκε τὸν εὐσεβὴ ἀναχωρητὴ Τιμόθεο καὶ μαζὶ μ’ αὐτὸν ἔζησε τρία χρόνια. Κατόπιν, μὲ τὶς εὐχὲς τοῦ γέροντα αὐτοῦ, κατέβηκε στὸ χωριό του καὶ σὲ στιγμὴ ἱερῆς ἀγανάκτησης συνέτριψε τοὺς βωμοὺς τῶν εἰδώλων.

Τότε οἱ εἰδωλολάτρες τὸν ἔδειραν σκληρὰ καὶ ὁ Ἅγιος πῆγε στὴν Ἀπάμεια τῆς Συρίας, ὅπου παρακάλεσε τὸν ἐπίσκοπο Ὅσιο (τὸ ὄνομά του εἶναι αὐτό) καὶ πῆρε τὴν ἄδεια νὰ κτίσει Ναὸ στὸ ὄνομα τῆς Ἁγίας Τριάδος.
Ὅταν λοιπὸν ἄρχισε τὴν οἰκοδομή, τὸ ἔμαθαν οἱ συγχωριανοί του εἰδωλολάτρες, οἱ ὁποῖοι ἦλθαν νύχτα καὶ μὲ ξύλα τὸν θανάτωσαν μὲ τὸν πιὸ ἄσπλαχνο τρόπο.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Οἱ Ἅγιοι Χριστόφορος καὶ Μαύρα οἱ Μάρτυρες

Μαρτύρησαν διὰ ξίφους.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Οἱ Ἅγιοι Ναρσὴς καὶ Ἀρτέμωνας οἱ Μάρτυρες 

Μαρτύρησαν διὰ ξίφους. Ὁ Ναρσὴς ἦταν Πέρσης καὶ ἴσος νὰ εἶναι ὁ ἴδιος μὲ αὐτὸν τῆς 9ης Δεκεμβρίου.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ὅσιος Ἰωάννης ὁ Βραχύσωμος ἢ Κολοβὸς

Καταγόταν ἀπὸ τὴ Θήβα τῆς Αἰγύπτου καὶ ὀνομάστηκε Κολοβὸς ἐπειδὴ ἦταν κοντὸς σωματικά.

Ὑπῆρξε ἀπὸ τοὺς μεγάλους ἀσκητὲς τῆς ἐρήμου καὶ διακρίθηκε κυρίως γιὰ τὴν ἐγκράτεια τῆς γλώσσας του καὶ γιὰ τὴν ταπεινοφροσύνη του.
Στοὺς Συναξαριστὲς βρίσκουμε ἀρκετὲς σοφὲς συμβουλές του. Ὁ Ὅσιος Ἰωάννης ἀπεβίωσε εἰρηνικά.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ὅσιος Ἑλλάδιος

Ἀπεβίωσε εἰρηνικά. Δὲν ἔχουμε περισσότερες λεπτομέρειες γιὰ τὸν βίο τοῦ Ὁσίου.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Οἱ Ὅσιοι Εὐθύμιος καὶ Νεόφυτος κτήτορες τῆς Μονῆς Δοχειαρίου Ἁγίου Ὄρους

Ὁ Ὅσιος Εὐθύμιος ἦταν θεῖος τοῦ Ὁσίου Νεοφύτου. Ὁ Εὐθύμιος λοιπόν, ποὺ καταγόταν ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολη, ἦταν γνώριμος καὶ φίλος τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου ἡγούμενου τῆς Μεγίστης Λαύρας.

Στὴν ἀρχὴ οἰκοδόμησε Μονύδριο στὸ ὄνομα τοῦ Ἁγίου Νικολάου, ἀλλὰ πειρατὲς τὸ κατέστρεψαν καὶ ὁ ἴδιος μετὰ βίας σώθηκε. Τότε ἦλθε στὴν τοποθεσία ποὺ σήμερα βρίσκεται ἡ Μονὴ Δοχειαρίου καὶ οἰκοδομεῖ πάλι Ναὸ στὸ ὄνομα τοῦ Ἅγιου Νικολάου. Κοντὰ δὲ στὸν ναὸ ἔκτισε καὶ κελιά.

Μετὰ ἀπὸ λίγο ἦλθε καὶ ὁ ἀνεψιός του, ποὺ τὸν ἔκειρε μοναχὸ καὶ τοῦ ἐμπιστεύθηκε τὴν ἡγουμενεία τῆς Μονῆς. Ὁ ἴδιος, ἀφοῦ πέρασε καὶ τὸ ὑπόλοιπο τῆς ζωῆς του μὲ ἡσυχία, ἀπεβίωσε σὲ ἡλικία 100 χρονῶν.

Ὁ δὲ ἀνεψιὸς τοῦ Νεόφυτος, ἦταν γιὸς δούκα στὰ χρόνια τῶν βασιλέων Νικηφόρου Φωκᾶ καὶ Ἰωάννη Τσιμισκὴ (963 – 976). Ἐπειδὴ εἶχε τὸ χάρισμα τῆς σοφίας, τὸν ἀγαποῦσαν ὅλοι καὶ ὁ βασιλιὰς τὸν ἔκανε πρῶτο γραμματέα του. Ἐπειδὴ ὅμως ὁ θεῖος τοῦ ἦταν στὸ Ἅγιο Ὄρος καὶ ἡγούμενος στὴ Μονὴ Δοχειαρίου, ἀγάπησε νὰ ἔλθει σ’ αὐτὸν καὶ νὰ γίνει μοναχός. Ἀφοῦ ἐγκατέλειψε τὰ ἐγκόσμια, ἦλθε στὴ Μονὴ καὶ ἀφιέρωσε ὅλα του τὰ χρήματα σ’ αὐτήν. Πράγματι, ἔκτισε μεγαλύτερη ἐκκλησία, φρούριο στὸ Μοναστήρι γιὰ τὴν ἀσφάλεια τῶν μοναχῶν ἀπὸ τοὺς πειρατὲς καὶ ἔγινε ἀργότερα Πρῶτος του Ἁγίου Ὄρους.
Μετὰ ἀπ’ αὐτὰ παραιτήθηκε τῆς ἡγουμενίας καὶ ἥσυχα ἀπεβίωσε.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ἡ Ἐκκλησία μας σήμερα γιορτάζει τὴν Σύναξη τῶν Ἀρχαγγέλων Μιχαὴλ καὶ Γαβριήλ, καθὼς καὶ τῶν ὑπολοίπων Ἀσωμάτων καὶ Οὐρανίων Ἀγγελικῶν Ταγμάτων. Ἡ Ἁγία Γραφή, ἀναφέρει σὲ πολλὰ σημεῖα τὴν ἐπικοινωνία τῶν ἀνθρώπων μὲ τοὺς ἀγγέλους καὶ ἰδιαίτερα μὲ τοὺς ἐπικεφαλεῖς τῶν ἀγγελικῶν ταγμάτων Μιχαὴλ καὶ Γαβριήλ.

Συγκεκριμένα, ὁ Ἀρχάγγελος Μιχαὴλ ἐμφανίσθηκε στὸν Ἀβραὰμ γιὰ νὰ σώσει τὸν Ἰσαάκ, τὸν ὁποῖο ἦταν ἕτοιμος νὰ θυσιάσει κατ’ ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ, ποὺ θέλησε νὰ δοκιμάσει ἔτσι τὴν πίστη τοῦ δούλου του Ἀβραάμ, στὸν Λῶτ, γιὰ νὰ τὸν σώσει ὅταν ὁ Θεὸς ἀποφάσισε νὰ καταστρέψει τὰ Γόμορα, στὸν Πατριάρχη Ἰακώβ, στὸν μάντη Βαρλαάμ, στὸν Ἰησοῦ τοῦ Ναυῆ. Ἐπίσης ὁ Μιχαήλ, ἦταν αὐτὸς ποὺ ὁδήγησε τὸν λαὸ τοῦ Ἰσραὴλ στὴ φυγὴ ἀπὸ τὴν Αἴγυπτο. Οἱ ἅγιες Γραφὲς ἀναφέρουν ἀκόμη πολλὰ θαύματα, τὰ ὁποία ἐπιτέλεσε ὁ ἀρχιστράτηγος Μιχαήλ.
Ὁ δὲ Γαβριὴλ ἦταν αὐτὸς ποὺ ἀνήγγειλε στὴν Παρθένο Μαρία τὸ χαρμόσυνο γεγονὸς τῆς γέννησης τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, τοῦ Σωτήρα τοῦ κόσμου. Καὶ σὲ ἄλλα σημεῖα τῆς Ἁγίας Γραφῆς, συναντᾶμε τοὺς Ἀγγέλους νὰ μεταφέρουν στοὺς εὐσεβεῖς ἀνθρώπους τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, ποὺ ἀποβλέπει πάντα στὴν προστασία καὶ στὴν λύτρωσή μας.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεῖς ἐν τῷ Σταυρῷ.

Τῶν οὐρανίων στρατιῶν Ἀρχιστράτηγοι, δυσωποῦμεν ὑμᾶς ἡμεῖς οἱ ἀνάξιοι, ἵνα ταῖς ὑμῶν δεήσεσι τειχίσητε ἡμᾶς, σκέπῃ τῶν πτερύγων, τῆς ἀΰλου ὑμῶν δόξης, φρουροῦντες ἡμᾶς προσπίπτοντας, ἐκτενῶς καὶ βοώντας· Ἐκ τῶν κινδύνων λυτρώσασθε ἡμᾶς, ὡς Ταξιάρχαι, τῶν ἄνω Δυνάμεων.

 

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον τῶν ἐννέα Ταγμάτων. Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Τῆς ἀνάρχου Τριάδος λειτουργοὶ οἱ ἀσώματοι, τῶν ἀκαταλύπτων οἱ πρῶτοι, μυστηρίων ἐκφάντορες, σὺν Θρόνοις Χερουβεὶμ καὶ Σεραφείμ, Δυνάμεις Ἐξουσίαι καὶ Ἀρχαί, Κυριότητες Ἀρχάγγελοι οἱ λαμπροί, καὶ Ἄγγελοι ὑμνείσθωσαν. Δόξα τῷ ὑποστήσαντι ὑμᾶς, δόξα τῷ καταλάμποντι, δόξα τῷ ὑμνουμένῳ δι’ ὑμῶν, τρισαγίοις ᾄσμασι.

 

Κοντάκιον. Ἦχος β’.
Ἀρχιστράτηγοι Θεοῦ, Λειτουργοὶ θείας δόξης, τῶν ἀνθρώπων ὁδηγοί, καὶ ἄρχηγοι Ἀσωμάτωv, τὸ συμφέροv ἡμῖv αἰτήσασθε, καὶ τὸ μέγα ἔλεος, ὡς τῶv Ἀσωμάτων Ἀρχιστράτηγοι.

 

Μεγαλυνάριον.
Πρόκριτοι Δυνάμεων νοερῶν, Μιχαὴλ πρωτάρχα, καὶ λαμπρόμορφε Γαβριήλ, σὺν ταῖς οὐρανίαις, αἰτεῖτε στρατηγίαις, ἠμῖν καταπεμφθῆναι, τὸ μέγα ἔλεος.

Ἰέρων, Νίκανδρος, Ἠσύχιος, Βαράχος (ἢ Βαράχιος), Μαξιμιανός, Καλλίνικος, Ξαντικὸς (ἢ Ξανθιᾶς), Ἀθανάσιος, Θεόδωρος, Δουκίτιος, Εὐγένιος, Θεόφιλος, Οὐαλέριος, Θεόδοτος, Καλλίμαχος, Ἰλάριος, Γιγάντιος, Λογγίνος, Θεμέλιος, Εὐτύχιος, Διόδοτος, Καστρίκιος, Θεαγένης, Μάμας, Νίκων, Θεόδουλος, Βοστρύκιος (ἢ Οὐστρίχιος), Οὐΐκτωρ, Δωρόθεος, Κλαυδιανός, Ἐπιφάνιος, Ἀνίκητος καὶ ἄλλος Ἰέρων

Ὁ πρῶτος ἀπ’ αὐτούς, ὁ Ἰέρων, ἦταν ἀπὸ τὰ Τύανα τῆς Καππαδοκίας. Ὁ πατέρας του πέθανε γρήγορα καὶ τὴν ἀνατροφή του, καθὼς καὶ τῶν δύο ἀδελφῶν του, Ματρωνιανοῦ καὶ Ἀντωνίου, ἀνέλαβε ἐξ ὁλοκλήρου ἡ μητέρα τους Στρατονίκη. Παρ’ ὅλο ποὺ ὁ Ἰέρων πῆρε ἀρκετὴ μόρφωση, ἀσχολήθηκε μὲ τὸ γεωργικὸ ἐπάγγελμα. Οἱ εἰδωλολάτρες τέτοιες ἐνασχολήσεις τὶς θεωροῦσαν ὑποτιμητικές. Ἀλλὰ οἱ χριστιανοὶ ἤξεραν ὅτι ὁ Χριστὸς δὲν ἀπαξίωσε τὸν ἱδρώτα τοῦ ταπεινοῦ ἐργάτη. Καὶ ὅτι κάθε τίμια ἐργασία εἶναι ἀρετὴ καὶ μόνο ἡ ἀργία, ποὺ φέρνει τὴν ἁμαρτία, ἀποτελεῖ γιὰ τὸν ἄνθρωπο στίγμα.

Ἄλλωστε, ὁ θεόπνευστος λόγος τῆς Ἁγίας Γραφῆς περιγράφοντας τὴν ζωὴ τῶν Ἀποστόλων καὶ κατ’ ἐπέκτασιν, ὅλων τῶν χριστιανῶν, λέει: «κοπιῶμεν ἐργαζόμενοι ταὶς ἰδίοις χερσί». Κοπιάζουμε, δηλαδή, ἐργαζόμενοι μὲ τὰ ἴδια μας τὰ χέρια.

Ὅταν ἐπὶ Διοκλητιανοὺ ἄρχισε ὁ διωγμὸς κατὰ τῶν χριστιανῶν, ὁ ἔπαρχος Ἀγρικόλας συνέλαβε τὸν Ἰέρωνα. Τὸν συνέλαβε μὲ τὴν κατηγορία ὅτι τὶς Κυριακὲς καὶ τὶς ἄλλες γιορτὲς περιφερόταν καὶ κήρυττε τὸν Χριστὸ στοὺς ἐργάτες, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ἀποσπάσει πολλοὺς ἀπὸ τὴν εἰδωλολατρία. Μαζί του συνελήφθησαν οἱ δυὸ ἀδελφοί του καὶ τριάντα ἀκόμα συνεργάτες του στὴν διακονία τοῦ Εὐαγγελίου.
Ἀφοῦ φυλακίστηκαν καὶ φρικτὰ βασανίστηκαν, τελικὰ ὁ ἔπαρχος Ἀγρικόλας τοὺς ἀποκεφάλισε ἔξω ἀπὸ τὴν πόλη Μελιτινῆ.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Θείῳ Πνεύματι, συντεταγμένοι, δῆμος ὤφθητε, τροπαιοφόρος, Ἀθλοφόροι τοῦ Σωτῆρος πανθαύμαστοι· ὁμοφροσύνῃ γὰρ γνώμης ἑνούμενοι, μαρτυρικῶς τὸν ἐχθρὸν ἐτροπώσασθε. Ἀλλ' αἰτήσασθε, Τριάδα τὴν Ὑπερούσιον, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

 

Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Χορὸς Μαρτύρων τηλαυγὴς καὶ φωσφόρος, ἐξανατείλας νοητῶς καταυγάζει, τὴν Ἐκκλησίαν σήμερον θαυμάτων βολαῖς· ὅθεν ἑορτάζοντες, τὴν σεπτὴν αὐτῶν μνήμην, αἰτοῦμέν σε Σωτὴρ ἡμῶν, ταὶς αὐτῶν ἱκεσίαις, ἐκ τῶν κινδύνων λύτρωσαι ἡμᾶς, ὡς ἐλεήμων Θεὸς καὶ φιλάνθρωπος.

 

Μεγαλυνάριον.
Χαίροις οὐρανία παρεμβολή, Μάρτυρες Κυρίου, οἱ τριάκοντα πρὸς τρισίν, οἱ τὰς μυριάδας, ἐχθρῶν τῶν νοουμένων, ἀθλήσεως τοῖς ὅπλοις, καταπαλαίσαντες.

Οἱ Ἅγιοι Ματρωνιανὸς καὶ Ἀντώνιος 

Ἦταν ἀδέλφια τοῦ Ἁγίου μάρτυρα Ἰέρωνα – τοῦ πρώτου ἀπὸ τοὺς 33 μάρτυρες ἐν Μελιτινῇ ποὺ ἑορτάζουν σήμερα – καὶ μαρτύρησαν καὶ αὐτοὶ διὰ ἀποκεφαλισμοῦ στὴν πόλη Μελιτινῆ.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Οἱ Ἅγιοι Μελάσιππος, Κασσίνη καὶ Ἀντώνιος

Οἱ Ἅγιοι Μελάσιππος, Κασσίνη καὶ Ἀντώνιος ἦταν ἀπὸ τὴν πόλη Ἄγκυρα τῆς Μικρᾶς Ἀσίας καὶ ἔζησαν κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἰουλιανοῦ τοῦ Παραβάτου. Ὁ Ἀντώνιος ἦταν γιὸς τοῦ Μελασίππου καὶ τῆς Κασσίνης. Ὄντως σωστοὶ χριστιανοί, ἀνάθρεψαν τὸν γιό τους μὲ μεγάλη ἐπιμέλεια καὶ τὸν ἀνέδειξαν σὲ ἄξιο μέλος τῆς κοινωνίας καὶ δόκιμο ἐργάτη τοῦ Εὐαγγελίου.

Ὅταν ὁ δούκας Ἀγριππῖνος πληροφορήθηκε τὴν χριστιανικὴ πίστη τους, πρόσταξε τὴν σύλληψή τους. Τοὺς μὲν γονεῖς προσπάθησε νὰ τοὺς νικήσει λέγοντάς τους ὅτι ἀπὸ αὐτοὺς ἐξαρτᾶται ἡ ζωὴ τοῦ παιδιοῦ τους καὶ ὅτι ἂν ἀπαρνιόντουσαν τὸν Κύριο θὰ χάριζε τὴν ζωὴ στὸν γιό τους. Τὸν δὲ Ἀντώνιο τὸν πίεζε ψυχολογικά, λέγοντάς του ὅτι μπορεῖ νὰ σώσει τοὺς γονεῖς του. Ἐκεῖνοι ὅμως δὲν φοβήθηκαν τὸν μαρτυρικὸ θάνατο καὶ ἡ καρδιά τους ἦταν ἕτοιμη νὰ πάει στὸν Κύριο.

Ὁ δούκας Ἀγριππῖνος θύμωσε ἀκούγοντάς τους νὰ ἐξυμνοῦν τὸν Ἰησοῦ, παρόλο τὶς ἀπειλές του καὶ διέταξε τὸν βασανισμό τους. Τὸν Μελάσσιπο καὶ τὴν Κασσίνη τοὺς θανάτωσε κρεμασμένους πάνω σὲ ξύλο. Τὸν δὲ Ἀντώνιο τὸν βασάνισαν φρικτὰ καὶ μετὰ τὸν ἔβαλαν μέσα σὲ ἀναμμένο κλίβανο.

Ὅμως μὲ τὴν βοήθεια τῆς Θείας Χάριτος, ὁ Ἅγιος ἔμεινε ἀβλαβής. Βλέποντας τὸ θαῦμα αὐτὸ πολλοὶ ἦλθαν στὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ. Ἔπειτα ἔριξαν τὸν Ἅγιο σὲ πυρακτωμένη κάμινο, πάλι ὅμως χάρη στὴ Θεία ἐπέμβαση ἔμεινε ἄφλεκτος. Ὕστερα ἀπὸ τὸ θαῦμα αὐτὸ πολλοὶ προσχώρησαν στὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ.

Τελικὰ οἱ δήμιοι τὸν ἀποκεφάλισαν καὶ ἔτσι ὁ Ἅγιος Ἀντώνιος ἐτελειώθη καὶ κοσμήθηκε ἀπὸ τὸν Κύριο, ὅπως οἱ γονεῖς του, τὸν ἀμάραντο στέφανο τοῦ μαρτυρίου.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Οἱ Ἅγιοι Αὖκτος, Ταυρίων καὶ Θεσσαλονίκη οἱ Μάρτυρες 

Οἱ Ἅγιοι αὐτοὶ μαρτύρησαν στὴν Ἀμφίπολη τῆς Μακεδονίας, ποὺ βρισκόταν κοντὰ στὴν Καβάλα.

Ἡ Θεσσαλονίκη ἦταν κόρη ἐνὸς ἱερέα τῶν εἰδώλων, ποὺ ὀνομαζόταν Κλέων καὶ ἦταν ἀρκετὰ πλούσιος. Ὅταν ἔμαθε ὅτι ἡ κόρη του ἔγινε χριστιανή, θερμὰ τὴν παρακάλεσε νὰ ἀρνηθεῖ τὸν Χριστό, πράγμα ποὺ δὲν κατόρθωσε.

Τότε τὴν γύμνωσαν καὶ τὴν μαστίγωσαν μὲ μαστίγια ἀπὸ ὠμὰ δέρματα, τέσσερις ἄνδρες. Ἔπειτα ἔσπασαν τὰ πλευρά της καὶ ἀφοῦ πῆραν τὴν περιουσία της τὴν ἐξόρισαν, ὅπου ὀμολογώντας τὸν Χριστὸ ἀπεβίωσε.

Οἱ δὲ Αὖκτος καὶ Ταυρίων, ἀφοῦ κατηγόρησαν τὸν ὠμὸ βασανιστὴ καὶ φονιὰ τῆς Θεσσαλονίκης, καταγγέλθηκαν στὸν ὑπατικὸ Θορύβιο. Αὐτὸς διέταξε τὸν λιθοβολισμό τους καὶ κατόπιν μιὰ σειρὰ φρικτῶν βασανιστηρίων.
Ἐπειδὴ ὅμως οἱ Ἅγιοι μὲ θαυματουργικὸ τρόπο βγῆκαν ἀπ’ ὅλα αὐτὰ σῶοι καὶ ἀβλαβεῖς, διατάχθηκε ὁ ἀποκεφαλισμός τους καὶ ἔτσι ἔλαβαν τὰ ἔνδοξα στεφάνια τοῦ μαρτυρίου.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

 

Ὁ Ἅγιος Ἀθηνόδωρος

Δὲν ἔχουμε λεπτομέρειες γιὰ τὸν βίο τοῦ Ἁγίου.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος

Τὸ μόνο ποὺ γνωρίζουμε γι’ αὐτὸν εἶναι ὅτι ἦταν ἀδελφὸς τοῦ Γρηγορίου τοῦ Θαυματουργοῦ.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ἅγιος Ἀλέξανδρος ὁ Μάρτυρας ἀπὸ τὴν Θεσσαλονίκη 

Ὑπῆρξε στὰ χρόνια του βασιλιὰ Μαξιμιανοῦ (298) καὶ καταγόταν ἀπὸ τὴν Θεσσαλονίκη.
Ὁδηγήθηκε στὸ βῆμα τοῦ τυράννου, ἐπειδὴ κλώτσησε τὸν βωμὸ τῶν εἰδώλων καὶ σκόρπισε τὰ εἰδωλόθυτα ποὺ ἦταν πάνω σ’ αὐτόν. Ἀμέσως τότε διατάχθηκε ὁ ἀποκεφαλισμός του καὶ ἔτσι ἔλαβε τὸ ἔνδοξο στεφάνι τοῦ μαρτυρίου.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ὅσιος Λάζαρος ὁ Θαυματουργός ὁ Γαλλησιώτης

Ὁ Ὅσιος Λάζαρος ἦταν ἀπὸ τὴν Μ. Ἀσία. Γεννήθηκε τὸν 11ο αἰώνα σ’ ἕνα χωριὸ κοντὰ στὴ Μαγνησία (πρὸς τὸν Νέανδρο Ποταμό), ἀπὸ γονεῖς εὐσεβεῖς, τὸν Νικήτα καὶ τὴν Εἰρήνη.

Ὅταν ἀκόμα ἦταν ἕξι χρονῶν, ἐπιδόθηκε στὸν πνευματικὸ στίβο μέσα στὸ μοναστήρι τῶν Ὀρόβων. Ἐκεῖ ἔμεινε ἐπὶ πέντε χρόνια διδασκόμενος. Ὅμως, ἀπὸ θεῖο ζῆλο κινούμενος, θέλησε νὰ προσκυνήσει τοὺς Ἁγίους Τόπους. Ἔτσι ἔφυγε κρυφὰ ἀπὸ τὴ Μονὴ καὶ πῆγε στὰ Ἱεροσόλυμα. Μετὰ τὴν προσκύνηση τῶν ἐκεῖ Ἱερῶν, ἐπισκέφθηκε τὴ μονὴ τοῦ Ἁγίου Σάββα, ὅπου κοινοβίασε ἀφοῦ ἔγινε μοναχὸς καὶ κατόπιν ἱερέας.

Κατὰ τὴν ἐπανάσταση τῶν Ἀράβων, ποὺ βεβήλωναν τὰ ἱερά, ἀναγκάστηκε καὶ ἔφυγε στὴν Ἔφεσο, σ’ ἕνα ἔρημο ὄρος ἀντίκρυ τῆς πόλης, ποὺ ὀνομαζόταν Γαλλήσιο. Ἐκεῖ, στὴν ἀρχὴ μόνος ζοῦσε σ’ ἕνα κελί, ἀλλὰ ἀργότερα μαζεύτηκαν γύρω του καὶ ἄλλοι μοναχοί. Ὁ δὲ Μονομάχος Κωνσταντῖνος (1042 – 1054), ἐξόριστος τότε στὴ Μυτιλήνη, ἄκουσε γιὰ τὴν ἁγιότητα τοῦ Ὁσίου καὶ ἔκτισε ὡραιότατο ναὸ τῆς Ἀναστάσεως στὸ Γαλλήσιο ὄρος, καὶ τὸν προίκισε μὲ πολλὰ ἱερὰ κειμήλια.

Ὁ δὲ Ὅσιος Λάζαρος, ἀνήγειρε κοντὰ στὸ ναὸ στυλό, ὅπου ἐγκαταστάθηκε στὴν κορυφή του καὶ ἀσκήτευε χειμώνα – καλοκαίρι, ἐκτεθειμένος σὲ καύσωνες καὶ παγωνιές. Ὁ Θεὸς ἐπίσης, ἔδωσε στὸν Ὅσιο Λάζαρο καὶ τὸ χάρισμα νὰ θαυματουργεῖ.
Ἔτσι αὐστηρὰ ἀσκητικὰ ἀφοῦ ἔζησε τὴν ζωή του, πέθανε μὲ ἁγιότητα σὲ βαθιὰ γεράματα (1054).

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. δ’. Ταῖς τῶν δακρύων σου.
Ταῖς ἐπαγρύπνοις προσευχαῖς, ἐν ὀχετοῖς δακρύων τὸν στῦλον κατέβρεχες, καὶ τοῖς ἐκ βάθους στεναγμοῖς, εἰς ἑκατὸν τοὺς πόνους ἐκαρποφόρησας· καὶ γέγονας ποιμήν, τοῖς προσιοῦσι νέμων συγχώρησιν, Λάζαρε Πατὴρ ἡμῶν Ὅσιε. Πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

 

Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ’. Τὴ ὑπερμάχω.

Τοὺς ὑπὲρ φύσιν σου σοφὲ πόνους καὶ σκάμματα

Αὐτοὶ οἱ Ἄγγελοι ἰδόντες κατεπλάγησαν,

Δι' ὧν εἴληφας θεόθεν καὶ τοὺς στεφάνους.

Ἀλλ’ ὡς ἔχων παρρησίαν πρὸς τὸν Κύριον,

Ἐκ παντοίων ἡμᾶς σῶζε περιστάσεων,
Ἵνα κράζωμεν, χαίροις Πάτερ ποιμὴν ἡμῶν.

 

Μεγαλυνάριον.
Ὕλην ἀπορρίψας τὴν γεηράν, ἔσοπτρον ἐδείχθης, τῆς ἀΰλου μαρμαρυγῆς, Λάζαρε παμμάκαρ, ἐν Γαλησίῳ Ὄρει, ὡς ἄϋλος βιώσας, Χριστοῦ τῷ ἔρωτι.

Ὁ Ὅσιος Ἀμβρόσιος 

Δὲν ἔχουμε λεπτομέρειες γιὰ τὸν βίο τοῦ Ὁσίου.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ἅγιος Παῦλος, ὁ Ὁμολογητὴς καταγόταν ἀπὸ τὴν Θεσσαλονίκη. Ὑπῆρξε γραμματέας τοῦ ἁγιοτάτου Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Ἀλεξάνδρου. Ὅταν ἀπεβίωσε ὁ Ἀλέξανδρος, ὁ Παῦλος ἐξελέγχθηκε Πατριάρχης.

Ὁ αὐτοκράτορας Κωνστάντιος, ὅταν τὸ πληροφορήθηκε δυσανασχέτησε, γιατὶ ἦταν ὀπαδὸς τῆς αἵρεσης τῶν Ἀρειανῶν. Ὅταν ὁ Κωνστάντιος ἐπέστρεψε ἀπὸ τὴν Ἀντιόχεια στὴν Κωνσταντινούπολη, ἀπομάκρυνε ἀπὸ τὸν πατριαρχικὸ θρόνο τὸν Παῦλο καὶ ἀνακήρυξε αὐθαίρετα Πατριάρχη, τὸν ἀρειανόφρονα Νικομηδείας Εὐσέβιο. Τότε ὁ Ἅγιος Παῦλος πῆγε στὴν Ρώμη. Ἐκεῖ βρῆκε τὸν Μέγα Ἀθανάσιο, τὸν ὁποῖο εἶχε ἀπομακρύνει ἀπὸ τὸ Πατριαρχεῖο Ἀλεξανδρείας ὁ Κωνστάντιος. Πληροφορηθεῖς τὰ γεγονότα, ὁ αὐτοκράτορας Κώνστας, ἔστειλε γράμμα στὸν ἀδελφό του τὸν Κωνστάντιο, διαμαρτυρόμενος γιὰ τὴν στάση του. Ἔτσι ὁ Παῦλος καὶ ὁ Ἀθανάσιος ἐπανῆλθαν στὸ ἀξίωμά τους. Δυστυχῶς μετὰ ἀπὸ λίγο καιρὸ ὁ Κώνστας πέθανε. Ἔτσι ὁ Κωνστάντιος διέταξε, ἀπὸ τὴν Ἀντιόχεια ποὺ ἦταν, νὰ ἀπομακρύνουν τὸν Παῦλο ἀπὸ τὸν Πατριαρχικὸ θρόνο. Μάλιστα τὸν ἐξόρισε στὴν Κουκουσὸ τῆς Ἀρμενίας.
Μία μέρα ποὺ τελοῦσε τὴν Θεία Λειτουργία ὅρμησαν καταπάνω του Ἀρειανοὶ καὶ τὸν ἔπνιξαν μὲ τὸ ἴδιο του τὸ ὠμοφόριο. Ἔτσι ὁ Ἅγιος ἐτελείωσε καὶ παρέδωσε τὴν ψυχή του στὸν Κύριο.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Αὐτόμελον.
Θείας πίστεως, ὁμολογία, ἄλλον Παῦλόν σε, τῇ Ἐκκλησίᾳ, ζηλωτὴν ἐν ἱερεῦσιν ἀνέδειξε. Συνεκβοᾷ σοι καὶ Ἄβελ πρὸς Κύριον, καὶ Ζαχαρίου τὸ αἷμα τὸ δίκαιον. Πάτερ Ὅσιε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

 

Κοντάκιον. Ἦχος β’. Τὰ ἄνω ζητῶν.
Ἀστράψας ἐν γῇ, ὡς ἄστρον οὐρανόφωτον, τὴν καθολικήν, φωτίζεις Ἐκκλησίαν νῦν, ὑπὲρ ἧς καὶ ἤθλησας, τὴν ψυχήν σου Παῦλε προθέμενος, καὶ ὡς Ζαχαρίου καὶ Ἄβελ τρανῶς, βοᾷ σου τὸ αἷμα πρὸς Κύριον.

 

Μεγαλυνάριον.
Ἄκτιστον ὁμότιμον τῷ Πατρί, τὸν Λόγον δοξάζων, καὶ τῷ Πνεύματι συμφυῇ, Παῦλε θεηγόρε, ὀμολογίας στόμα, κατῄσχυνας Ἀρείου, τὴν ἀθεότητα.

Ὁ Ὅσιος Λουκᾶς 

Ξένος πρὸς τὶς μάταιες κλήσεις καὶ ἐπιθυμίες, καταγινόταν ἥσυχα μὲ τὴν ἐργασία του καὶ τὸν ὑπόλοιπο καιρὸ χρησιμοποιοῦσε γιὰ λογικὴ ἀνάπαυση, μελέτη καὶ ἀγάπη πρὸς τὸν πλησίον του.

Ὁ Ὅσιος Λουκᾶς ἦταν ἀπὸ τὸ Ταυρομένιο τῆς Σικελίας καὶ ἀπὸ μικρὸ παιδὶ διακρινόταν γιὰ τὴν ζωντανὴ εὐσέβειά του. Ἀπὸ τὸν ἱδρώτα του ἔδινε στοὺς φτωχοὺς καὶ πολλὲς φορὲς ἀγρύπνησε κοντὰ στὰ κρεβάτια δυστυχισμένων, ποὺ χωρὶς οἰκογένεια περνοῦσαν τὴν ἀσθένεια μέσα στὴν θλίψη καὶ τὴν μόνωση. Οἱ γονεῖς του θέλησαν νὰ τὸν παντρέψουν, ἀλλὰ ὁ Λουκᾶς δὲν δέχτηκε. Δὲν περιφρονῶ, ἔλεγε τὸν γάμο, ἀφοῦ τόσο τὸν τίμησε ὁ Κύριος μας καὶ ἡ Ἐκκλησία. Ἀλλὰ εἶναι τάχα ἀνάγκη νὰ παντρευτοῦμε ὅλοι; Ὑπάρχουν τόσες διακονίες πρὸς τὸν πλησίον, ποὺ μπορεῖ νὰ ἐκτελεῖ ὁ ἄγαμος μὲ περισσότερη εὐκολία. Ἐπίσης εἶναι ὑποχρεωτικὸ νὰ ἀποκτήσει κανεὶς παιδιά; Καὶ μήπως τάχα δὲν εἶναι ἱερὸ καὶ ὡραῖο νὰ δώσει κανεὶς ψωμὶ καὶ νὰ φέρει κάποια ἀκτίνα παρηγοριὰς στὶς καρδιὲς ἀπόρων ὀρφανῶν;

Ἀργότερα ὁ Λουκᾶς ἔγινε μοναχὸς καὶ ἀσκήτευε σὲ κάποια τοποθεσία τῆς Αἴτνας. Στὴ συνέχεια ταξίδεψε στὸ Βυζάντιο, ὅπου ὑπῆρχαν τόσοι θησαυροὶ τῆς Ἐκκλησίας.
Τελικὰ τὸν τράβηξε ἡ Κόρινθος, ὅπου δίδασκε καὶ οἰκοδομοῦσε μὲ τὶς εὐσεβεῖς ὁμιλίες του καὶ τὶς πατρικὲς συμβουλές του. Ἐκεῖ ἐπίσης τὸν βρῆκε καὶ ὁ εἰρηνικὸς θάνατος τοῦ δικαίου.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ἅγιος Νίκανδρος ὁ Μάρτυρας 

Μαρτύρησε, ἀφοῦ θανατώθηκε μὲ μαχαίρι.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ὅσιος Παῦλος ὁ διὰ Χριστὸν Σαλός 

Δὲν γνωρίζουμε πῶς ἀπεβίωσε. Ξέρουμε μόνο ὅτι ἦταν ἀπὸ τὴν Κόρινθο καὶ ὅτι ἔγινε σημειοφόρος.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ὅσιος Ἀγάπιος ὁ Πρεσβύτερος 

Κατὰ κόσμον Ἀσημάκης Λεονάρδος, γνωστὸς ὡς Ἀγάπιος ὁ πρεσβύτερος. Διαπρεπὴς λόγιος καὶ ἐκκλησιαστικὸς συγγραφέας (Δημητσάνα 1740,  Ἄργος 1812).

Ὁ νεαρὸς Ἀσημάκης ἔμαθε τὰ πρῶτα του γράμματα στὴν ἰδιαίτερη πατρίδα του – πιθανῶς στὴ σχολὴ Φιλοσόφου, ποὺ βρισκόταν κοντὰ στὴ Δημητσάνα – καὶ ἀργότερα στὴν Τρίπολη, ὅπου ἄκουσε τὰ μαθήματα τοῦ ἱεροδιδάσκαλου Παρθενίου.

Τὸ 1759, σὲ ἡλικία 19 ἐτῶν, ἀναχώρησε γιὰ τὴν Κωνσταντινούπολη μὲ ἀντικειμενικὸ σκοπὸ τοῦ ταξιδιοῦ του τὸ Ἅγιον Ὄρος, ὅπου δίδασκε τότε ὁ Εὐγένιος Βούλγαρης. Τελικὰ ὅμως κατέληξε στὴ Σμύρνη, ὅπου σπούδασε στὴν τότε Εὐαγγελικὴ Σχολὴ τῆς ἰωνικῆς μεγαλουπόλεως. Ἐκάρη μοναχὸς καὶ πῆρε τὸ ἱερατικὸ ὄνομα Ἀγάπιος.

Ἵδρυσε τὸ 1764 μαζὶ μὲ τὸν συμπατριώτη του λόγιο Ἱερομόναχο Γεράσιμο Γούνα, τὴν σχολὴ τῆς Δημητσάνας, ποὺ κατὰ τὴν πρώτη περίοδό της λειτούργησε ὡς τὸ 1770. Τὸ ἔτος αὐτὸ ξέσπασαν στὴν Πελοπόννησο μεγάλοι διωγμοὶ καὶ ἄγρια τρομοκρατία ὡς ἀντίποινα γιὰ τὴν συμμετοχὴ τῶν ἑλληνικῶν πληθυσμῶν στὸ κίνημα τοῦ Ὀρλόφ. Στίφη Ἀλβανῶν διέτρεχαν τὸν Μοριά, λεηλατώντας καὶ ἐρημώνοντας τὴν χώρα. Ἀνάμεσα στὶς πόλεις ποὺ καταστράφηκαν τότε ἦταν καὶ ἡ Δημητσάνα. Ἡ σχολή της ἔκλεισε καὶ ὁ Ἀγάπιος κατέφυγε στὴν Ζάκυνθο, ἐνῶ ὁ Γεράσιμος στὴν Σμύρνη. Ἀπὸ τὴν Ζάκυνθο ὁ Ἀγάπιος πέρασε στὴν Πάργα, ὅπου καὶ δίδαξε.

Τὸ 1780, ὅταν στὴν Πελοπόννησο ἀποκαταστάθηκε σχετικὴ ἠρεμία, ἐπέστρεψε στὴ Δημητσάνα καὶ ἀνέλαβε πάλι τὰ διδακτικά του καθήκοντα στὴν ἀνασυσταθεῖσα σχολή της. Τὸν ἑπόμενο χρόνο τὸν κάλεσαν νὰ ἀναλάβει τὴ διεύθυνση τῆς Εὐαγγελικῆς Σχολῆς. Ἀλλὰ καὶ στὴν θέση αὐτὴ δὲν παρέμεινε γιὰ μεγάλο χρονικὸ διάστημα. Μεταξὺ 1783 – 1786 ἐπισκέφθηκε τοὺς Ἁγίους τόπους καὶ ἀπὸ τότε πῆρε καὶ τὴν προσωνυμία Χατζὴ – Ἀγάπιος.

Ἔκτοτε τὸ Ἱεραποστολικὸ ἔργο ἔγινε ὁ κύριος σκοπὸς τῆς ζωῆς του. Ἐπισκέφθηκε κατὰ καιροὺς τὴν Θεσσαλία, Μακεδονία, Θράκη, τὸ Ἅγιον Ὄρος, τὴν Μ. Ἀσία, Παλαιστίνη, Ἀραβία, Αἴγυπτο, Ἤπειρο, Πελοπόννησο καὶ νησιά.
Τὸ 1812 ἐπέστρεψε στὴ σχολὴ τῆς γενέτειράς του, ἔπειτα ἀποσύρθηκε στὸ Ἄργος, ὅπου καὶ πέθανε.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ἅγιος Δημητριανὸς Ἐπίσκοπος Κηθηρίας Κύπρου 

Ἀγωνιστὴς τίμιος καὶ ἡρωικός. Ἐμπνευστὴς καὶ ὁδηγὸς τοῦ καλοῦ. Ἄνθρωπος προσευχῆς καὶ οἰκονόμος τῶν Μυστηρίων τοῦ Θεοῦ. Μορφὴ ποὺ συνδύαζε τὴν ἀγάπη μὲ τὴν ζωὴ τῆς ἀπροσμέτρητης αὐτοθυσίας, γιὰ τοὺς ἄλλους. Κόσμημα ἀληθινὸ τῆς Κυπριακῆς Ἐκκλησίας. Νὰ ποιὸς ὑπῆρξε ὁ Ἅγιος Δημητριανός, ὁ ἐπίσκοπος Χύτρων.

 

Γεννήθηκε στὴν κωμόπολη Συκαὶ τῆς ἐπαρχίας Λευκωσίας, μιὰ κωμόπολη ἐρειπωμένη σήμερα, τὴν ἐποχὴ ποὺ στὴν Κωνσταντινούπολη βασίλευε ὁ αὐτοκράτορας Θεόφιλος (829 – 842) μ.Χ.

Ὁ πατέρας του ἦταν ἱερέας καὶ ἡ μητέρα του μιὰ πιστὴ καὶ θεοφοβούμενη γυναίκα. Ἀνῆκαν καὶ οἱ δυὸ στὴν ἁγία ἐκείνη παράταξη τῶν χριστιανῶν γιὰ τοὺς ὁποίους ἡ ἐπιστολὴ πρὸς Διόγνητο ἀναφέρει χαρακτηριστικά: «Ἐν σαρκὶ τυγχάνουσιν, ἀλλ’ οὗ κατὰ σάρκα ζώσιν. Ἐπὶ γῆς διατρίβουσιν, ἀλλ’ ἐν οὐρανῷ πολιτεύονται».

Στὸ εὐλογημένο περιβάλλον τοῦ χριστιανικοῦ σπιτιοῦ τους μεγάλωσε ὁ μικρὸς Δημητριανὸς μὲ τὸ ἄρωμα τῆς εὐωδίας τοῦ Χριστοῦ. Ἀπὸ νωρὶς ὁ εὐλαβὴς πατέρας ἔπαιρνε τὸ παιδί του στὴν ἐκκλησία καὶ τὸ συνήθιζε νὰ τὸν ὑπηρετεῖ στὰ καθήκοντά του, τὰ ἱερατικά. Κτυποῦσε τὸ σήμαντρο, ἄναβε τὰ καντήλια, ἑτοίμαζε τὸ θυμιατό.

Ἀργότερα, ὅταν ἄρχισε νὰ μαθαίνει γράμματα, ὁ πατέρας τὸν ἔβαζε νὰ τοῦ διαβάζει κάποιους ὕμνους καὶ ψαλμούς. Τὸ πρωὶ διάβαζε μὲ τὴν παιδικὴ κρυστάλλινη φωνή του τὰ ἀναγνώσματα τοῦ ὄρθρου καὶ τὸ βράδυ τοῦ ἑσπερινοῦ μὲ κατάνυξη συγκινητική. Ὅλοι στὴν κωμόπολη καμάρωναν τὸ καλὸ παιδὶ καὶ τὸ ἀγαποῦσαν.

Καὶ ἡ μανούλα ποὺ τὸ καμάρωνε καὶ αὐτὴ φρόντιζε τὸ παιδί της νὰ μένει πάντα ξένο στὴν ὁποιανδήποτε ὕποπτη ἀνατροφή. Τὰ λόγια τοῦ θείου Ἀποστόλου «φθείρουσιν ἤθη χρηστὰ ὁμιλίαι κακαί» (Α’ Κορ. ιε’ 33) κυκλοφοροῦσαν κάθε στιγμὴ στὸ μυαλό της. Γιὰ τοῦτο πρόσεχε.

Καὶ ὄχι μόνο αὐτό, ἀλλὰ καὶ προσπαθοῦσε τὶς ἐλεύθερες ὧρες τοῦ παιδιοῦ νὰ τὶς γεμίζει μὲ κάποια καλὴ ἀπασχόληση. Τὰ λόγια τοῦ σοφοῦ Σειρὰχ «τέκνα σοί ἐστι, παίδευσον αὐτά» (Σοφ. Σειρ. ζ’ 23) πολὺ συγκινοῦσαν τὴν εὐσεβὴ μητέρα. Ἔτσι ἀκούραστη ἀγωνιζόταν μὲ τὶς συμβουλὲς καὶ νουθεσίες της νὰ κατευθύνει μὲ ἐπιμέλεια καὶ προσοχὴ τὶς σκέψεις τοῦ παιδιοῦ της στὸν δρόμο τοῦ Θεοῦ.

Μαζί της τὸ ἔπαιρνε στὶς φιλανθρωπικές της ἐπισκέψεις. Μαζί της καὶ ὅταν πήγαινε νὰ προσφέρει στοὺς πονεμένους τὴν παρηγοριά. Μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ ἡ ἀτίμητη μάνα ἀσκοῦσε τὸ παιδὶ ἀπὸ τὴν μικρή του ἡλικία στὰ ἔργα τῆς ἀρετῆς. Καὶ τὸ ἀσκοῦσε μὲ τὰ λόγια της, μὰ πρὸ παντὸς μὲ τὴν ἁγία ζωή της.

Στὸ πρόσωπο τῶν ἀγαπημένων του γονιῶν ὁ Δημητριανὸς ἔβλεπε καὶ διάβαζε μίαν «ἐπιστολὴν Χριστοῦ». Γιατί καὶ τῶν δύο ἡ ζωὴ ἦταν στ’ ἀλήθεια «ἐπιστολὴ Χριστοῦ, γινωσκομένη καὶ ἀναγινωσκομένη ὑπὸ πάντων ἀνθρώπων» (Β’ Κορ. γ’ 2).

 

Ὅταν ὁ Δημητριανὸς ἐνηλικιώθηκε, οἱ γονεῖς του τὸν ἔπεισαν νὰ κάμει οἰκογένεια. Ὁ νέος δέχτηκε καὶ νυμφεύθηκε μία πολὺ φρόνιμη καὶ ἐνάρετη κόρη. Τρεῖς μῆνες ὅμως ὕστερα ἀπὸ τὸν γάμο του ὁ Δημητριανὸς ἔμεινε καὶ πάλι μόνος. Ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ κάλεσε στοὺς οὐρανοὺς τὴν πιστὴ καὶ ἁγνή του σύντροφο. Ἔφυγε ἡ ὑπέροχη γυναίκα ἁγνὴ καὶ παρθένος ὅπως ἁγνὸς καὶ παρθένος ἔμεινε καὶ ὁ σύντροφός της μέχρι τέλους. Τὸ πλῆγμα ἦταν βαρύ. Μὰ ἡ σκέψη πὼς στὸν κόσμο αὐτὸν τίποτα δὲν γίνεται χωρὶς νὰ τὸ παραχωρήσει ὁ Κύριος, βοήθησε τὸν νέο νὰ παρηγορηθεῖ. «Κύριος ἔδωκε, Κύριος ἀφείλετο» ἔλεγε καὶ ἐπανελάμβανε δοξολογώντας τὸν Θεό.

 

Ὕστερα ἀπὸ τὴν δοκιμασία αὐτὴ ὁ Δημητριανὸς ἀποφάσισε νὰ ἀκολουθήσει τὸν μοναχικὸ βίο στὸν ὁποῖο ἔτρεφε καὶ πρωτύτερα μιὰν ἀγάπη. Ἡ ζωὴ τῆς ἀσκήσεως, τῆς ἐγκρατείας καὶ τῆς προσευχῆς τὸν συγκινοῦσε ἀπὸ παιδί. Ντύθηκε λοιπὸν τὸ μοναχικὸ σχῆμα καὶ ἔφυγε ἀπὸ τὸ σπίτι.

 

Στὴν Κυθρέα κοντά, στὴν πλαγιὰ τοῦ βουνοῦ ἦταν ἕνα μοναστήρι, ποὺ λεγόταν Μοναστήρι τοῦ Ἁγίου Ἀντωνίου. Δυστυχῶς ἀπὸ τὸ μοναστήρι αὐτὸ δὲν ὑπάρχει σήμερα οὔτε σημάδι. Μόνο μία τοποθεσία ὑπάρχει, ποὺ λέγεται ἅγιος Ἀντώνιος καὶ ἴσως ἐκεῖ νὰ ἦταν παλιὰ κτισμένο τὸ μοναστήρι. Σ’ αὐτὰ φαίνεται ἔσπευσε νὰ καταφύγει ὁ φιλόθεος νέος. Οἱ πατέρες τῆς Μονῆς, ποὺ τὸν ἤξεραν ἀπὸ προηγούμενες ἐπισκέψεις, μὲ πολλὴ χαρὰ τὸν δέχθηκαν. Στὴν ἡσυχία καὶ τὴν γαλήνη τοῦ περιβάλλοντος τοῦ μοναστηριοῦ βρῆκε ὁ νέος ὅ,τι ζητοῦσε.

 

Ὁ πνευματικὸς ἀγώνας τὸν ἀπορροφοῦσε τόσο πολύ, ὥστε πολλὲς φορὲς ξεχνοῦσε καὶ τὸ φαγητό. Μὲ ἀπερίσπαστη τὴν καρδιὰ καὶ ἀσάλευτο τὸν νοῦ του, ἀγωνιζόταν κάθε μέρα προσεκτικὰ καὶ σταθερὰ νὰ ἀνεβεῖ τῆς ἀρετῆς τὰ σκαλοπάτια. Μὲ φόβο Θεοῦ καὶ ἱερὴ κατάνυξη παρακολουθοῦσε τὶς ἱερὲς ἀκολουθίες. Ἡ ἁγία ψυχή του τὶς ὧρες αὐτὲς φλογιζόταν ἀπὸ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ καὶ ἡ σκέψη του σκλάβα τῆς ἀγάπης του πετοῦσε σ’ ἄλλους κόσμους. Ἡ μελέτη τῆς Ἅγιας Γραφῆς τὸν συγκινοῦσε βαθύτατα. Σ’ αὐτὴν ἀφιέρωνε πολλὲς ὧρες τῆς ἡμέρας καὶ τῆς νύχτας. Καὶ τοῦτο, γιατί γνώριζε, ὅτι ὁ ἄνθρωπος ποὺ μελετάει τὰ λόγια του Θεοῦ «ἡμέρας καὶ νυκτός», μοιάζει μὲ τὸ δένδρο ποὺ εἶναι φυτεμένο κοντὰ στὰ τρεχούμενα νερὰ καὶ ποτίζεται συνέχεια. Γι’ αὐτὸ καὶ δίνει πλούσιούς τους καρπούς του στὸν κατάλληλο καιρό.

 

Πλούσιους καρποὺς τῆς ἐνάρετης ζωῆς του ἄρχισε νὰ δίνει καὶ ὁ μακάριος ἀσκητής. Μὲ τὴν αὐτοκυριαρχία του, τὴν βαθιά του ταπεινοφροσύνη καὶ τὸν ἁγιασμὸ τοῦ σώματος χαριτώθηκε ἀπὸ νωρὶς μὲ τὸ χάρισμα τὸ θαυματουργικό. Μὲ τὴν προσευχή του ἐπιτυγχάνει νὰ θεραπεύει κάθε ἀρρώστια καὶ νὰ ἀποδιώκει μὲ τὴν προσταγή του δαιμόνια. Ἡ φήμη του προσελκύει καθημερινὰ πλῆθος ἀπὸ ἐπισκέπτες στὴ Μονή, ποὺ ἔρχονται νὰ ἀκούσουν τὰ λόγια του καὶ νὰ λάβουν τὴν θεραπεία τους. Κανένας ἀπ’ τοὺς ἀρρώστους αὐτούς, ὅπως γράφει ὁ ἄγνωστος βιογράφος του, δὲν «ἀπεπέμπετο κενὸς ἐλπίδων, ἀλλὰ πάντες τῶν ποθούμενων δαψιλῶς ἀπολαύοντες τὰ οἰκεία κατελάμβαναν».

 

Ἡ πανθομολογούμενη εὐσέβεια καὶ ἀρετή του μὰ καὶ τὰ πολλὰ θαύματα ποὺ ἔκαμνε μὲ τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ, τράβηξαν καὶ τὴν προσοχὴ τοῦ τότε ἐπισκόπου τῆς Κυθρέας, τοῦ ἁγιωτάτου Εὐσταθίου, ποὺ τὸν κάλεσε κοντά του καὶ τὸν χειροτόνησε ἱερέα. Στὴν θέση αὐτὴ ὁ Δημητριανὸς φρόντισε νὰ γίνει ὁ πνευματικὸς πατέρας τῆς κοινότητός του. Καὶ τὸ πέτυχε. Τὸ πέτυχε χάρη στὴν πνευματικὴ ζωὴ ποὺ ζοῦσε, τὴν βαθιὰ εὐσέβεια, τὴν καλοσύνη, τὴν ταπείνωση, τὴν ἀγάπη του. Σὲ πολὺ λίγο καιρὸ ἡ σεβάσμια μορφή του ἔγινε τὸ κέντρο τοῦ ἐνδιαφέροντος ὁλόκληρης τῆς Κυθρέας. Μὰ ἡ ὄμορφη ζωὴ τοῦ μοναστηριοῦ τὸν τραβοῦσε. Γι’ αὐτὸ ὕστερα ἀπὸ χρόνια πέτυχε μὲ τὶς ἱκεσίες του νὰ συγκινήσει τὸν εὐλαβὴ ἐπίσκοπό του καὶ νὰ πάρει ἀπὸ αὐτὸν τὴν ἄδεια, νὰ ξαναγυρίσει στ’ ἀγαπημένο του μοναστήρι. Ὅταν ἔφτασε, βρῆκε τοὺς μοναχοὺς νὰ κλαῖνε τὸν θάνατο τοῦ ἡγουμένου τους. Σὰν τὸν εἶδαν, τὸ πρόσωπό τους φωτίστηκε ἀπὸ παρηγοριὰ καὶ ἡ καρδιά τους σκίρτησε ἀπὸ ἐλπίδα. Μὲ παρακλήσεις ἔπεσαν στὰ πόδια του καὶ μὲ σεβασμὸ τοῦ ζήτησαν νὰ ἀποδεχθεῖ νὰ γίνει ὁ διάδοχός του, ὁ πατέρας καὶ προστάτης τους. Παρὰ τὴν ἀγάπη ποὺ ἡ ψυχὴ τοῦ Δημητριανοῦ ἔνοιωθε στὴν ἁπλὴ καὶ μὴ διακρινόμενη ζωή, οἱ παρακλήσεις τῶν πατέρων καὶ συμμοναστῶν του τὸν ἔπεισαν ν’ ἀποδεχθεῖ καὶ νὰ ἀναλάβει τὴν ἡγουμενία τῆς Μονῆς. Στὴν ὑπηρεσία αὐτὴ ὁ ἀκούραστος ἀθλητὴς ἔδωκε πάλι ὅλο τὸν ἑαυτό του. Τὸ μοναστήρι τὴν ἐποχὴ αὐτὴ γνώρισε μέρες μεγάλης προόδου ὑλικῆς καὶ πνευματικῆς. Ὅλοι μιλοῦσαν μὲ τὰ καλύτερα λόγια γι’ αὐτὸ καὶ οἱ χριστιανοὶ στοὺς πνευματικούς του λόγους ἔβρισκαν τὴν γαλήνη καὶ τὴν χαρὰ τῆς καρδιᾶς τους. Ὄαση πνευματικὴ ἔγινε γιὰ τὰ γύρω χωριὰ μὲ τὰ λόγια τῶν πατέρων, τὴν διδασκαλία τους, τὸ παράδειγμά τους.

 

Τὸ ζηλευτὸ ἔργο τῆς Μονῆς ἦλθε νὰ διακόψει ὁ θάνατος τοῦ ἀρχιεπισκόπου τῆς Κωνστάντιας καὶ ἡ μετάθεση σ’ αὐτὸν τοῦ ἐπισκόπου της Κυθρέας, τοῦ ἁγίου Εὐσταθίου. Ὁ θρόνος τῆς Κυθρέας ποὺ κενώθηκε, ἔπρεπε νὰ βρεῖ τὸν κατάλληλο ἀντικαταστάτη. Κλῆρος καὶ λαὸς στράφηκαν τώρα στὸν Δημητριανὸ καὶ τὸν κάλεσαν νὰ διαδεχθεῖ τὸν ἱερὸ Εὐστάθιο στὸν θρόνο τῶν Χυτρῶν (τῆς Κυθρέας).

 

Ἡ φυσικὴ ἀποστροφὴ ποὺ ὁ εὐλαβὴς κληρικὸς ἔτρεφε πρὸς τὰ μεγάλα ἀξιώματα τὸν ἔκαμαν νὰ φύγει κρυφὰ ἀπὸ τὴν μονὴ καὶ ὅπως μᾶς λέγει ὁ βιογράφος του, «καταλαβῶν τὰ βορειότερα μέρη τοῦ ὄρους, τόπον ἀποκρυβὴς ἐαυτῶ περιεσκόπει, τὸ τῆς ἀρχιεροσύνης φεύγων ἐγχείρημα». Μὲ τὴν βοήθεια κάποιου ἐπιστήθιου φίλου τοῦ Παύλου, στὸν ὁποῖο εἶχε φανερώσει τὸν σκοπό του, προχώρησε σὲ μία σπηλιὰ κοντὰ στὴν θάλασσα καὶ ἐκεῖ ἀποκρύβηκε. Ὕστερα ἀπὸ λίγο καιρὸ οἱ ἄνθρωποι τοῦ Ἀρχιεπισκόπου τὸν ἀνακάλυψαν καὶ τὸν κάλεσαν νὰ τοὺς ἀκολουθήσει στὴν Κωνστάντια. Ὁ οὐρανοπολίτης ἀθλητὴς ὑπάκουος, καὶ παρὰ τὴν θέλησή του παρουσιάστηκε στὸν Ἀρχιεπίσκοπο Εὐστάθιο, ὁ ὁποῖος καὶ τὸν χειροτόνησε ἐπίσκοπο Χυτρῶν. Ἐπίσκοπο ἐνὸς θρόνου ἱστορικοῦ, ἑνὸς θρόνου ποὺ λάμπρυναν πρὶν ἀπ’ αὐτὸν τέσσερις ἐπίσκοποι, ποὺ ἀνακηρύχτηκαν ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία μας ἅγιοι.

 

Μὲ τὴν ἐκλογὴ καὶ τὴν χειροτονία του «ὁ λύχνος ἐτέθη ἐπὶ τὴν λυχνίαν». Στὸ πρόσωπο τοῦ Δημητριανοῦ οἱ χριστιανοὶ βρῆκαν τὸν ἄξιο ποιμένα, τὸν σοφὸ δάσκαλο, τὸν σπλαγχνικὸ πατέρα. Τὰ λόγια τοῦ Κυρίου μας «ὁ ποιμὴν ὁ καλὸς τὴν ψυχὴν αὐτοῦ τίθησιν ὑπὲρ τῶν προβάτων», ποὺ χαρακτηρίζουν τὸν γνήσιο ποιμένα καὶ ἄξιο κληρικό, βρῆκαν σ’ αὐτὸν τὸν πιστὸ καὶ ἀφοσιωμένο τηρητή. Κάτι περισσότερο. Τὰ λόγια αὐτὰ ὁ θεοφώτιστος ἐπίσκοπος τὰ ἔκαμε σκοπὸ καὶ σύνθημα τῆς ζωῆς του. Καὶ τὰ γεγονότα μᾶς τὸ μαρτυροῦν.

Τὴν ἐποχὴ αὐτὴ οἱ Ἄραβες (Σαρακηνοί), ἕνας λαὸς βάρβαρος ποὺ κατοικοῦσε στὴν Μεσοποταμία, κινήθηκαν πρὸς δυσμᾶς μέχρι τὸ νησί μας σὰν κατάρα θεϊκὴ μὲ ἀρχηγὸ ἕναν ἄγριο δυστυχῶς Ἕλληνα ἐξωμότη ποὺ λεγόταν Δαμιανός. Σ’ αὐτὴ τὴ ληστρικὴ ἐπιδρομὴ ποὺ ἔγινε γύρω στὸ 911 – 912 μ.Χ. καὶ ποὺ κράτησε τέσσερις μῆνες κούρσεψαν πόλεις καὶ χωριά, καὶ ὅταν ἔφθασαν στὴν ἐπαρχία τοῦ Ἁγίου, πῆραν μαζί τους ἑκτὸς ἀπὸ τὰ λάφυρα καὶ ἕνα μεγάλο ἀριθμὸ αἰχμαλώτων. Τὸν ἴδιο τὸν Ἅγιο δὲν τὸν πείραξαν. Τὸν σεβάστηκαν. Τοὺς αἰχμαλώτους ὅμως τοὺς πῆραν μαζί τους.

 

Καταλυπημένος ὁ στοργικὸς πατέρας ποὺ ἔχανε τὰ πνευματικὰ παιδιά του, «ἀφῆκε, ὡς τὸν καλὸ ποιμένα τοῦ Εὐαγγελίου, τὰ 99 πρόβατα καὶ ἀκολούθησε τὸ ἕνα». Ἀφῆκε τὴν ἐπαρχία του καὶ παρὰ τὰ γηρατειά του –  θὰ ἦταν τότε κάπου 77 – 78 χρόνων – πῆγε «ὀπισθότους» στὴν μακρινὴ καὶ ἄγνωστη ἐκείνη χώρα γιὰ νὰ ἐνισχύει καὶ νὰ παρηγορεῖ τὰ σκλαβωμένα παιδιά του.

 

Ἡ ζωή του στὸν ἀφιλόξενο τόπο ἦταν μία συνεχὴς προσευχὴ καὶ ἕνας ἀτέλειωτος θρῆνος γιὰ τοὺς χριστιανούς του. Προσεύχεται μὲ ὑπομονὴ, ἐπιμονὴ καὶ πίστη. Τὰ λόγια τοῦ Κυρίου «πάντα ὅσα ἐὰν αἰτήσητε ἐν τῇ προσευχῇ πιστεύοντες λήψεσθε» στριφογυρίζουν συνέχεια στὸ νοῦ του. Προσεύχεται καὶ περιμένει.

 

Μιὰ μέρα ἐπιζήτησε καὶ παρουσιάστηκε μπροστὰ στὸν ἀνώτατο ἄρχοντα τῶν Ἀράβων. Μὲ θάρρος καὶ παρρησία τοῦ ἐξέθεσε τὰ μαρτύρια τῶν χριστιανῶν ἀπὸ τὴν ἀδικαιολόγητη ληστρικὴ ἐπιδρομὴ τοῦ ἐξωμότη καὶ ζήτησε τὴν ἀπελευθέρωσή τους.

 

Ἡ Κύπρος τότε εἶχε ἕνα ἰδιότυπο καθεστὼς αὐτονομίας. Πλήρωνε φόρους καὶ στὸ Βυζάντιο καὶ στὸ Ἰσλάμ, ὅταν οἱ δυὸ αὐτὲς μεγάλες δυνάμεις τοῦ καιροῦ ἐκείνου ἦταν ἐμπόλεμες, ἡ Κύπρος ἔπρεπε νὰ παραμένει οὐδέτερη. Οὐδέτερη ἦταν ἡ Κύπρος καὶ ὅταν τῆς ἐπιτέθηκαν οἱ βάρβαροι. Ἀδικαιολόγητη λοιπὸν ἡ ἐπιδρομὴ καὶ ἄδικη ἡ κατάληψη, ἡ καταστροφὴ καὶ ἡ αἰχμαλωσία.

 

Τὰ λόγια τοῦ Δεσπότη καὶ τὰ δάκρυά του μαλάκωσαν τὴν καρδιὰ τοῦ ἄρχοντα τῶν Ἀράβων.

 

— Σταμάτα, Δημητριανέ, τοῦ εἶπε. Τὰ λόγια σου, τὰ δάκρυα καὶ οἱ προσευχές σου καὶ ἡ ἀγάπη σου γιὰ τοὺς συμπατριῶτες σου, τοὺς αἰχμαλώτους τῆς Κύπρου, μᾶς ἔχουν συγκινήσει. Ἂν δὲν ἤσουνα ἐδῶ, θὰ τοὺς κρατούσαμε γιὰ πάντα κοντά μας δούλους μας. Ἡ παρουσία σου μᾶς ἀναγκάζει νὰ δώσουμε ἕνα τέλος στὴν αἰχμαλωσία σας. Τὰ δάκρυά σου ὡς θεϊκὴ βροχὴ μαλάκωσαν τὴν καρδιά μας καὶ μᾶς κάμνουν νὰ πονᾶμε, ὅταν σᾶς βλέπουμε. Γι’ αὐτὸ σᾶς ἀφήνουμε ἐλεύθερους. Πάρε τοὺς ἀνθρώπους σου καὶ πήγαινε στὸ καλό. Ἐμεῖς γιὰ ἀσφάλειά σας θὰ σᾶς συνοδέψουμε μέχρι τὸ νησί σας.

 

Τὸ θαῦμα ἔγινε. Ἡ πίστη τοῦ Ἁγίου καὶ οἱ προσευχές του θαυματούργησαν. Οἱ αἰχμάλωτοι μὲ συνοδεία ξαναγύρισαν στὴν ἀγαπημένη τους πατρίδα.

 

Ἡ μεγαλειώδης τούτη πράξη τοῦ Ἁγίου φέρει στὴνμνήμη μας κάποιο ἄλλο γεγονός... Τὸ ἀναφέρουμε ἀπὸ σεβασμὸ καὶ σὰν μία πράξη δικαιοσύνης, ἀλλὰ καὶ σὰν ἕνα μνημόσυνο. Εἶναι τὸ γεγονὸς ποὺ ἔχει ὡς ἥρωά του ἕναν σύγχρονο κληρικὸ καὶ γνήσιο φίλο τῆς πολύπαθης Κύπρου μας, τὸν ἀείμνηστο μητροπολίτη Τρίκκης Διονύσιο Χαραλάμπους. Κατὰ τὴν διάρκεια τοῦ ἐπικοῦ ἀγῶνος τοῦ 40 εἶχε καὶ αὐτὸς συλληφθεῖ στὴν Μυτιλήνη ὅπου ἔμενε καὶ ὕστερα ἀπὸ πολλὲς ταλαιπωρίες εἶχε μεταφερθεῖ καὶ ἐγκλεισθεῖ στὸ στρατόπεδο τοῦ Παύλου Μελᾶ στὴν Μακεδονία. Ἀργότερα χάρη στὴν ἐπέμβαση μερικῶν ἰσχυρῶν φίλων, ποὺ ἐνήργησαν χωρὶς νὰ τὸ ξέρει ἀφέθηκε ἐλεύθερος, ἐνῶ οἱ συγκρατούμενοί του θὰ μεταφέρονταν στὰ χιτλερικὰ στρατόπεδα τῆς Γερμανίας. Ὁ ἀληθινὸς κληρικός, σὰν τὸ ἔμαθε ἀπέρριψε χωρὶς κανένα ἐνδοιασμὸ τὸ ἄγγελμα τῆς ἐλευθερίας του καὶ μὲ προθυμία καὶ αὐτοθυσία συγκινητικὴ ἔσπευσε ν’ ἀκολουθήσει τὸ ποίμνιό του στὴ νέα του περιπέτεια. Τὸ ποίμνιό του, δηλαδὴ τοὺς συγκρατούμενούς του, ποὺ γνώρισε στὸ στρατόπεδο. Τοὺς συνώδευε ἑκούσια στὴν αἰχμαλωσία, γιὰ νὰ τοὺς παρηγορεῖ καὶ νὰ τοὺς ἐνισχύει. Μερικὰ πολὺ συγκινητικὰ στιγμιότυπα τῆς θεληματικῆς αὐτῆς δοκιμασίας του μᾶς δίνει ὁ ἀείμνηστος πατὴρ στὸ βιβλίο του «Μάρτυρες». Μιμητὴς καὶ αὐτὸς τοῦ μεγαλόψυχου Ἁγίου μας, τοῦ Δημητριανοῦ, ποὺ ἔζησε μέχρι τὸ τέλος μία ζωὴ θυσίας καὶ ἀρετῆς, μιὰ ζωὴ ὑποδειγματική. Κοντὰ σ’ αὐτὸν ὅσο ζοῦσε ἔβρισκαν οἱ χῆρες καὶ τὰ ὀρφανὰ, τὸν προστάτη. Οἱ θλιμμένοι καὶ καταδιωγμένοι, τὸν παρηγορητή. Οἱ φυλακισμένοι καὶ ἀδικούμενοι, τὸν ἐλευθερωτή. Οἱ πονεμένοι καὶ ἄρρωστοι, τὸν ἰατρὸ καὶ θεραπευτή. Ναί. Τὸν ἀνάργυρο θεραπευτή. Γιατί ὁ Ἅγιος «τῷ χαρίσματι τῶν ἰαμάτων πάσαν ἀπήλαυνε νόσον καὶ μαλακίαν... οὗ τέχνη χρώμενος ἰατρικὴ τῶν ἐξ Ἱπποκράτους καὶ Γαληνοὺ βοηθημάτων, Χριστοῦ δὲ μόνον κλήσει καὶ τῇ τοῦ Σταυροῦ σφραγίδι ἡ δοθεῖσα τούτῳ χάρις τῶν ἰαμάτων ἐπηκολούθει».

 
Ὁ σεβάσμιος ἐπίσκοπος ἀφῆκε τὸν κόσμο γύρω στὰ 915 – 916 μ.Χ. σὲ ἡλικία 81 περίπου χρόνων. Οἱ πιστοὶ μὲ δάκρυα πόνου κήδεψαν τὸ σεπτὸ σκήνωμά του. Στὸ πρόσωπό του θρήνησαν τὸν ἀκλόνητο μαχητή, τὸν ἀλύγιστο ἀγωνιστή, τὸν στοργικὸ πατέρα καὶ ἀκάματο τῆς ἀρετῆς ἀθλητή.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ἀκολουθίες Εσπερινου Σαββάτου και Ὄρθρου Κυριακής, τροπάρια, ἀναγνώσματα Θείας Λειτουργίας, εδώ

Τυπικό εδώ

Κανόνιο εδώ

Κυριακή 6 Νοεμβρίου 2016 (Ζ´ ΛΟΥΚΑ) (Λουκ. η´ 41-56)

Στό δρόμο πρός τό σπίτι τοῦ Ἀρχισυναγώγου Ἰαείρου, ἀδελφοί μου, ἔγινε τό πρῶτο θαῦμα τοῦ σημερινοῦ εὐαγγελικοῦ ἀναγνώσματος. Ὁ Ἰάειρος εἶχε πέσει στά πόδια τοῦ Χριστοῦ καί τόν παρακαλοῦσε νά δεχθεῖ νά πάει στό σπίτι του, γιά νά θεραπεύσει τήν ἑτοιμοθάνατη δωδεκάχρονη κόρη του.  Καί ὁ Κύριος ἤδη βάδιζε πρός τά ἐκεῖ.

            Ἐκεῖ, λοιπόν, στό δρόμο κάποια γυναίκα Τόν ἄγγιξε. Ἦταν ἄρρωστη ἡ δύστυχη, ταλαιπωρημένη, αἱμορραγοῦσε συνεχῶς. Δώδεκα χρόνια βασανιζόταν ἀπό τήν ἀρρώστια, κι ἐνῶ εἶχε ξοδέψει ὅλη τήν περιουσία της στούς γιατρούς, γιατρειά δέν εὕρισκε. Τώρα πλησίασε τόν Κύριο μέ πίστη. Δέν Τοῦ εἶπε τίποτε. Ἐκεῖ ὅμως πού τά πλήθη συνωστίζονταν γύρω Του, βρῆκε τήν εὐκαιρία νά ἀγγίξει κρυφά τό κράσπεδο τοῦ ἱματίου Του, τήν ἄκρη τοῦ ἐνδύματός Του. Καί ἀμέσως τό αἷμα σταμάτησε. Ἔγινε καλά. Εὐτυχισμένη ἡ γυναίκα γύρισε νά φύγει, δέν τήν εἶχε πάρει εὐτυχῶς εἴδηση κανείς!

            “Τίς ὁ ἀψάμενός μου; ” Ποιός μέ ἄγγιξε; Τά ἀπρόσμενα τοῦτα λόγια τοῦ Κυρίου δημιουργοῦν ἀπορία μεγάλη. Κύριε, τοῦ λέει ὁ Πέτρος, τά πλήθη τοῦ λαοῦ σέ κυκλώνουν ἀπό παντοῦ καί σέ πιέζουν, καί ἐσύ λές “ποιός μέ ἄγγιξε;” Ἀλλά ὁ Κύριος ἐπιμένει: “Ἥψατό μού τις”. Κάποιος μέ ἄγγιξε, διότι ἐγώ ἔνιωσα νά βγαίνει δύναμη ἀπό πάνω μου. Ἡ γυναίκα κατάλαβε πόσο λάθος ἦταν νά νομίζει πώς θά ἔμενε ἀπαρατήρητη ἀπό τό βλέμμα τοῦ Κυρίου. Τρέμοντας ἦρθε μπροστά Του καί πέφτοντας στά πόδια Του τά ἐξήγησε ὅλα. Ἔχε θάρρος κόρη μου, τῆς εἶπε στό τέλος ὁ Κύριος. Ἡ πίστη σου σέ ἔσωσε. Πήγαινε στό καλό. Εἰρήνευε.

            “ Τίς ὁ ἀψάμενός μου;” Ποιός μέ ἄγγιξε;

            Ποιός νά σέ ἀγγίξει, Κύριε; Δύο χιλιάδες χρόνια ἀπό τότε ἐξακολουθοῦμε νά συνωστιζόμαστε γύρω σου, νά σέ σπρώχνουμε…Συγκεντρωνόμαστε στούς ναούς, τρέχουμε στά ἱερά προσκυνήματα, μερικές φορές σχεδόν πατᾶμε ὁ ἕνας ἐπάνω στόν ἄλλον, γιά νά κοινωνήσουμε, ἀλλά ποιοί ἀπό ἐμᾶς σέ ἐγγίζουν πραγματικά, παίρνουν δύναμη ἀπό σένα; Ποιοί ἀληθινά ἐπικοινωνοῦν μαζί σου, ἑνώνονται μέ σένα;

            Ναί, δέν ὑπάρχει ἀμφιβολία πώς ἀνάμεσα στούς τόσους πού σέ περικυκλώνουμε, ἀσφαλῶς ὑπάρχουν καί ἐκεῖνες οἱ ὑπέροχες ψυχές, πού σέ πλησιάζουν μέ ἕναν ἰδιαίτερο τρόπο, πού ἀγγίζουν τήν ἀνθρώπινη φύση σου καί ἔρχονται  σέ ἐπαφή μέ τήν ἀχώριστη ἀπό αὐτήν θεότητά σου, μέ σένα τόν ὕψιστο καί ὑπεράπειρο Δημιουργό καί Θεό μας. Ναί, ὑπάρχουν! Ἀλλά πόσες εἶναι; Γιατί πολλοί, Κύριε, σέ πλησιάζουμε χωρίς βαθειά συναίσθηση, χωρίς τόν ἅγιο καί ζωοποιό φόβο σου. Γι᾽ αὐτό καί δέν σέ ἀγγίζουμε. Δέν καταλαβαίνουμε πώς ἐκείνη τήν ὥρα ἔρχεσαι μέσα μας ἐσύ ὁ ἴδιος, ὁ ἀπρόσιτος Θεός. Γι᾽ αὐτό καί δέν παίρνουμε δύναμη, δέν θεραπευόμαστε ἀπό τίς ἀκατάσχετες πνευματικές αἱμορραγίες μας.

          Ἐνῶ ἀκόμη μιλοῦσε ὁ Κύριος πρός τήν εὐλογημένη ἐκείνη γυναίκα, ἡ ὑπόθεση τοῦ Ἰαείρου ἐξελίχθηκε σέ τραγωδία. Ἔφτασε κάποιος ἀπό τό σπίτι του καί τοῦ ἀνήγγειλε τό θάνατο τῆς κόρης του. Πέθανε ἡ κόρη σου, τοῦ εἶπε, μήν κουράζεις ἄδικα τό Διδάσκαλο. Ἦταν πράγματι φοβερό!

            Ὁ Κύριος ἀντιλήφθηκε ἀμέσως τήν δραματική τροπή τῶν πραγμάτων καί γυρνώντας πρός τόν Ἰάειρο τοῦ εἶπε: - Μή φοβᾶσαι× μόνον νά πιστεύεις καί θά σωθεῖ ἡ κόρη σου. Φτάνοντας στό σπίτι τοῦ Ἰαείρου, ὁ Κύριος δέν ἄφησε κανέναν νά μπεῖ μέσα παρά μόνο τόν Πέτρο, τόν Ἰάκωβο καί τόν Ἰωάννη, καί τόν πατέρα καί τήν μητέρα τοῦ κοριτσιοῦ. Θρῆνος καί κλαυθμός ἐκεῖ. Καί ὅταν ὁ Κύριος συνέστησε στούς συγκεντρωμένους συγγενεῖς καί γνωστούς νά μήν κλαῖνε, βεβαιώνοντάς τους πώς ἡ κόρη δέν πέθανε ἀλλά κοιμᾶται, ἄρχισαν νά τόν περιγελοῦν, διότι ἦταν βέβαιοι ὅτι τό κορίτσι ἦταν νεκρό. Δέν ἤξεραν τί ἔκαναν. Τό κορίτσι ἦταν ὄντως νεκρό, ἀλλά ὁ Κύριος τῆς ζωῆς καί τοῦ θανάτου ἦταν ἐκεῖ, καί γιά ἐκεῖνον ὁ θάνατος τῆς κόρης δέν διέφερε ἀπό ἁπλό ὕπνο.

            Καί πράγματι ἔπειτα ἀπό λίγο ὅλα εἶχαν τελειώσει. Ὁ Κύριος, ἀφοῦ ἔβγαλε ὅλους τούς ὀλιγόπιστους ἔξω, ἔπιασε τό χέρι τῆς κόρης καί τῆς φώναξε: Κόρη, σήκω ἐπάνω! Καί ἀμέσως ἡ ψυχή της ξαναγύρισε στό σῶμα, καί τήν ἴδια στιγμή ἀναστήθηκε. Τά ἔχασαν οἱ γονεῖς της. Ὁ Κύριος ὅμως, ἀφοῦ τούς συνέστησε νά τῆς δώσουν νά φάει, τούς παρήγγειλε νά μήν ἀνακοινώσουμε σέ κανέναν αὐτό τό θαῦμα, γιά νά μήν ἐρεθίσουν  περισσότερο τό φθόνο τῶν ἐχθρῶν Του.

            Η δραματική ἐξέλιξη αὐτοῦ τοῦ περιστατικοῦ τό κάνει ἀναμφιβόλως ἰδιαίτερα διδακτικό. Μποροῦμε νά φανταστοῦμε ἐκείνη τήν πραγματικά τραγική στιγμή πού ἄκουγε ὁ Ἰάειρος τήν εἴδηση τοῦ θανάτου τῆς κόρης του; Θά ἦταν κάτι σάν κεραυνός. Καί σίγουρα θά τόν ἔπνιξε στούς λογισμούς:  Ἄχ!   θά ἔλεγε , λίγα λεπτά νωρίτερα ἄν ἐπήγαινα στόν Κύριο...ἄν δέν καθυστεροῦσε μέ αὐτήν ἐδῶ τή γυναίκα...ἄν...ἄν..., θά γλύτωνε τό παιδάκι μου. Καί ἀπ᾽ αὐτά θέλησε ὁ Κύριος νά τόν γλυτώσει. Στράφηκε ἀμέσως πρός τό μέρος του καί τοῦ εἶπε:“μή φοβοῦ× μόνον πίστευε καί σωθήσεται”.

            Αὐτά τά “ἄν”! Τό φρικτό μαστίγωμα τῶν ψυχῶν πού ἔχουν λίγη πίστη! Ὅταν τούς ἔρθει κάποια θλίψη,  τρέχουν ἀμέσως στόν Κύριο. Ἐκεῖ λοιπόν πού ἡ θλιμμένη ψυχή περιμένει τήν ἐπέμβαση τοῦ Θεοῦ, βλέπει ξαφνικά καινούργια μπόρα νά πλησιάζει, κι ὥς νά ξεσπάσει αὐτή, ὁ οὐρανός ἔχει πάλι σκοτεινιάσει καί τά μαῦρα σύννεφα σέρνονται ἀπειλητικά πάνω ἀπό τό ρημαγμένο κιόλας σπιτικό της. Καί βέβαια τότε ἡ ψυχή ἀρχίζει νά λυγίζει. Εἶναι ἡ κρίσιμη ὥρα, ἡ ὥρα πού ρίχνεται μέσα στό φοβερό καμίνι τοῦ πειρασμοῦ. Εἶναι ἡ ὥρα τοῦ ἐχθροῦ. Ἡ ὥρα πού ἀρχίζουν τά “ἄν”.

            Λοιπόν, ἀδελφοί, δέν τήν ἀκοῦμε τή φωνή; Ἐκείνη τήν ἴδια, τήν γλυκιά φωνή, πού στοργικά μᾶς συνεφέρνει; “Μή φοβοῦ× μόνον πίστευε”, μᾶς λέει! Νά μή φοβόμαστε λοιπόν, ποτέ! Ποτέ νά μήν ἀφήνουμε νά κλονιστεῖ ἡ πίστη! Νά μήν ξεχνᾶμε ὅτι τό σκοτάδι πυκνώνει λίγο προτοῦ ροδίσει ἡ αὐγή× ὅταν τ᾽ ἀστέρια τρεμοσβήνουν καί τό φεγγάρι ἔχει χαθεῖ! Θά ἔρθει ἡ αὐγή, ἀδελφοί! Τά ἀδιέξοδα τῶν ἀνθρώπων εἶναι ἡ εὐκαιρία τοῦ Θεοῦ. Νά μή φοβόμαστε ποτέ. Νά μήν τά χάνουμε. Αὐτή τήν ὥρα τοῦ πειρασμοῦ, ὅπου πυκνώνει τό σκοτάδι, ἡ ψυχή δίνει τίς πιό μεγάλες ἐξετάσεις. Καλή ἐπιτυχία σ᾽αὐτές τίς πιό μεγάλες ἐξετάσεις, ἀδελφοί!

Πηγή: Ιερά Μητρόπολις Δράμας