Blue Flower

Οἱ Ἅγιοι αὐτοὶ Πατέρες ἀσκήτευαν στὴ Λαύρα τοῦ Ἁγίου Σάββα, στὴν περιοχὴ τῶν Ἱεροσολύμων καὶ εἶχαν συγκεντρωθεῖ ἐκεῖ ἀπὸ διάφορα μέρη. Ὅμως Ἄραβες λῃστὲς ἐπιτέθηκαν κατὰ τῆς μονῆς καὶ συνέλαβαν τοὺς Πατέρες αὐτῆς, ποὺ δὲν μπόρεσαν ἢ δὲν θέλησαν νὰ φύγουν. Καὶ ἀφοῦ τοὺς βασάνισαν μὲ διάφορους τρόπους, γιὰ νὰ ὑποδείξουν στοὺς λῃστὲς τοὺς κρυμμένους θησαυροὺς τῆς μονῆς, τοὺς θανάτωσαν. Ἄλλους τούς ἀποκεφάλισαν, ἄλλους τοὺς τεμάχισαν καὶ ἄλλους τοὺς κατατρύπησαν μὲ τὰ ξίφη τους. Καὶ μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο, εὐχαριστώντας τὸν Θεὸ καὶ προσευχόμενοι, παρέδωσαν οἱ Ἅγιοι τὶς μακάριες ψυχές τους στὸν Κύριο, ἀπολαμβάνοντας τὴν αἰώνια ζωὴ τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν, γιὰ τὴν ὁποία ὑπέμειναν πρόθυμα τοὺς μακροὺς ἀγῶνες τῆς ἀσκήσεως καὶ τὸ μαρτύριο τῆς ἐπίπονης ἀθλήσεως.
Τὴν φρικτὴ ἐκείνη σφαγὴ περιέγραψαν, ὁ Ὅσιος Στέφανος ὁ Σαββαΐτης ( 13 Ἰουλίου), ὁ ἀνεψιὸς τοῦ Ὁσίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ καὶ ὁ Ὅσιος Ἀντίοχος ὁ Πάνδεκτος ( 24 Δεκεμβρίου).
Μεταξὺ τῶν ἁγίων Ἀββάδων ἀναφέρεται καὶ ὁ Ὅσιος Θεόκτιστος.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.
ς το Σωτρος γιόλεκτοι ρνες, ξωρμημένοι κ χωρν διαφόρων, τ Ποίμνῃ συνεδράμετε Σάββα το σοφο· θεν θανατούμενοι, πηνείᾳ βαρβάρων, χαίροντες νήλθετε, πρς οράνιον μάνδραν, καθάπερ σιοι κα θληταί, κδυσωποντες, πρ τν ψυχν μν.

 

Κοντάκιον. Ἦχος β’. Τὴν ἐν πρεσβείαις.
Τὴν τῶν Ὁσίων θεόληπτον συνοδείαν, ταῖς τῶν Μαρτύρων διαλάμπουσαν ἀκτῖσι, πάντες τοῖς ᾄσμασι στεφανώσωμεν, τοὺς τῷ Χριστῷ τυθέντας, οἷάπερ θεῖα σφάγια· αὐτοὺς γὰρ ὁ Λόγος προσεδέξατο.

 

Μεγαλυνάριον.
Αἵμασιν οἰκείοις μαρτυρικῶς, τοὺς σαυτῶν χιτῶνας, πορφυρώσαντες ἱερῶς, πρὸς ὑπερκοσμίους, ἀνήλθετε ἐπαύλεις, φαιδρῶς κεκοσμημένοι, Πατέρες Ὅσιοι.

Οἱ Ἁγίες Ἀλεξανδρία, Εὐφημία, Εὐφρασία, Ἰουλιανή, Θεοδοσία, Κλαυδία καὶ Ματρώνη οἱ Μάρτυρες ἐν Ἀμινσῷ

Οἱ Ἁγίες ἑπτὰ Μάρτυρες ἄθλησαν κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ ἀσεβοῦς αὐτοκράτορα Μαξιμιανοῦ (286 – 305 μ.Χ.) στὴν πόλη Ἀμινσό, ὅταν ξεσηκώθηκε μεγάλος διωγμὸς κατὰ τῶν ἀνθρώπων ποὺ ὁμολόγησαν τὸν Χριστό.

Οἱ Ἁγίες συνελήφθησαν ἀπὸ τὸν ἄρχοντα τῆς Ἀμινσοῦ, ποὺ ἦταν εἰδωλολάτρης. Καὶ ὅταν στάθηκαν ἐνώπιόν του, ὁμολόγησαν ὅτι εἶναι Χριστιανὲς καὶ τὸν ἔλεγξαν μὲ παρρησία, ἀφοῦ τὸν ἀποκάλεσαν σκληρὸ καὶ ἄδικο καὶ ἐχθρὸ τῆς ἀλήθειας. Ὁ ἄρχοντας ἐξοργίσθηκε. Τότε ἔδωσε ἐντολὴ καὶ τὶς τοποθέτησαν σὲ δημόσιο μέρος γιὰ θέαμα, ὅπου ἄρχισαν νὰ τὶς χτυποῦν μὲ ραβδιά. Στὴν συνέχεια ἔκοψαν τοὺς μαστοὺς αὐτῶν μὲ ξίφη καί, ἀφοῦ τὶς κρέμασαν, τὶς ἔγδαραν τόσο πολύ, ὥστε φάνηκαν τὰ ἔντερά τους. Τέλος, τὶς ἔριξαν σὲ μεγάλο καμίνι φωτιᾶς καί, ἐνῷ ἔψαλλαν καὶ προσεύχονταν στὸν Θεό, παρέδωσαν τὶς ψυχές τους.
Τὸ μαρτύριό τους ἔγινε μεταξὺ τῶν ἐτῶν 303 – 305 μ.Χ.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

Ὁ Ἅγιος Μύρων ὁ Νεομάρτυρας ἀπὸ τὸ Ἡράκλειο Κρήτης

Ὁ Ἅγιος Νεομάρτυς Μύρων καταγόταν ἀπὸ τὸ Μεγάλο Κάστρο τῆς Κρήτης, τὸ σημερινὸ Ἡράκλειο καὶ γεννήθηκε ἀπὸ εὐσεβεῖς καὶ φιλόθεους γονεῖς. Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Δημήτριος καὶ ἦταν δίκαιος καὶ ἐνάρετος ἄνθρωπος. Ὁ Ἅγιος ἦταν σεμνὸς καὶ σώφρων καὶ ἀγαποῦσε ὑπερβολικὰ τὴν παρθενία καὶ τὴν ἄσκηση. Ἐργαζόμενος ὡς ράπτης στὸ Ἡράκλειο συκοφαντήθηκε ἀπὸ τοὺς Τούρκους, οἱ ὁποῖοι τὸν φθονοῦσαν, ὅτι δῆθεν ἀποπλάνησε μία Τουρκοπούλα. Στὸ δικαστήριο ὁ Ἅγιος ἀπέρριψε ἀπολογούμενος τὴ συκοφαντία, ἀλλὰ ἐτέθη σὲ αὐτὸν δίλημμα τοῦ ἐξισλαμισμοῦ ἢ τοῦ θανάτου. Ὁ Μάρτυρας Μύρων ἀποκρίθηκε μὲ παρρησία ὅτι δὲν ἀρνεῖται τὴν πίστη του, ἀλλὰ εἶναι ἕτοιμος νὰ ὑποστεῖ κάθε βασανιστήριο γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, καθ’ ὅσον γεννήθηκε Χριστιανὸς καὶ Χριστιανὸς θέλει νὰ πεθάνει.
Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ τὸν χτύπησαν ἀνηλεῶς καὶ τὸν ἔριξαν στὴ φυλακή. Ὅταν τὸν ἔβγαλαν ἀπὸ αὐτή, τὸν ὁδήγησαν καὶ πάλι ἐνώπιον τοῦ κριτοῦ, ὅπου ὁ Ἅγιος ἐπαναλάμβανε συνεχῶς ὅτι θέλει νὰ πεθάνει ὡς Χριστιανός. Ἔτσι καταδικάσθηκε στὸν διὰ ἀγχόνης θάνατο. Λίγο πρὶν τὸ μαρτύριο, ὁ Μάρτυρας Μύρων ζήτησε τὴν ἄδεια ἀπὸ τοὺς δημίους καὶ πλησίασε τὸν πατέρα του. Ἔπεσε στὰ πόδια του καὶ τοῦ φίλησε τὸ χέρι. Ἀφοῦ ἔλαβε τὴν εὐχή του προσῆλθε πρὸ τῶν δημίων καὶ μετὰ ἀπὸ λίγο δέχθηκε τὸ στέφανο τοῦ μαρτυρίου τὸ ἔτος 1793.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

Ὁ Ἅγιος Ἀκύλας ὁ Μάρτυρας ὁ Ἔπαρχος

Ὁ Ἅγιος Μάρτυς Ἀκύλας τελειώθηκε διὰ ξίφους. Δὲν ἔχουμε περισσότερες λεπτομέρειες γιὰ τὸν βίο τοῦ Ἁγίου.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

Ὁ Ἅγιος Ἐμμανουὴλ ὁ Μάρτυρας

Ὁ Ἅγιος Μάρτυς Ἐμμανουὴλ τελειώθηκε διὰ ξίφους. Δὲν ἔχουμε περισσότερες λεπτομέρειες γιὰ τὸν βίο τοῦ Ἁγίου.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

Ὁ Ἅγιος Λολλίων ὁ Μάρτυρας 

Ὁ Ἅγιος Μάρτυς Λολλίων τελειώθηκε μὲ χτυπήματα. Δὲν ἔχουμε περισσότερες λεπτομέρειες γιὰ τὸν βίο τοῦ Ἁγίου.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

Ὁ Ἅγιος Ροδιανὸς ὁ Μάρτυρας 

Ὁ Ἅγιος Μάρτυς Ροδιανὸς τελειώθηκε διὰ ξίφους. Δὲν ἔχουμε περισσότερες λεπτομέρειες γιὰ τὸν βίο τοῦ Ἁγίου.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

Ὁ Ὅσιος Κουθβέρτος ἐκ Βρετανίας 

Ὁ Ὅσιος Κουθβέρτος γεννήθηκε στὸ Λάντερντέϊλ τὸ ἔτος 634 μ.Χ. καὶ σὲ μικρὴ ἡλικία ἔμεινε ὀρφανός. Μία βραδιὰ τοῦ 651 μ.Χ., καθὼς βρισκόταν στοὺς λόφους κοντὰ στὴ μονὴ Λίντισφεϊρν, εἶδε ἕνα ὅραμα. Εἶδε τὴν ψυχὴ ἑνὸς ἀνθρώπου νὰ ἀνεβαίνει στὸν οὐρανὸ μέσα σὲ ὑπερκόσμιο φῶς. Μετὰ ἀπὸ λίγες ἡμέρες πληροφορήθηκε γιὰ τὴν κοίμηση τοῦ Ἁγίου Ἀϊδανοῦ, κτήτορα τῆς μονῆς καὶ κατάλαβε ποιὸν ἀφοροῦσε τὸ ὅραμα ποὺ εἶδε. Ὁ δεκαεπτάχρονος Κουθβέρτος μετὰ ἀπὸ αὐτὸ ἀποφάσισε νὰ γίνει μοναχός. Γι’ αὐτὸ κατέφυγε στὴ μονὴ Μέλροουζ καὶ ἔκανε ὑπακοὴ στὸν Ἅγιο Ἰάτα ( 640, τιμᾶται26 Ὀκτωβρίου).

Ἀπὸ πολὺ νωρὶς διαφάνηκε ἡ ἱεραποστολικὴ διάθεση τοῦ νέου μοναχοῦ, ποὺ τὸν ὠθοῦσε σὲ διάφορες ἱεραποστολικὲς ἐξορμήσεις, εἴτε μόνο του εἴτε ὡς συνοδὸ τοῦ Γέροντά του. Ἔδειξε μάλιστα ἐνδιαφέρον γιὰ τὶς πιὸ ἀπομακρυσμένες καὶ δυσπρόσιτες περιοχές.

Τὸ ἔτος 661 μ.Χ. ὁ βασιλέας Ἄλκριφθ προσκάλεσε τὸν Ἅγιο Ἰάτα, γιὰ νὰ ἱδρύσει μία μονή. Ὁ Ἅγιος ὄντως πῆγε καὶ ἵδρυσε μονὴ στὸ Ράϊπον, συνοδευόμενος ἀπὸ κάποιους ὑποτακτικούς του, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ ὁ Ἅγιος Κουθβέρτος. Καθὼς ὅμως ἡ Ἐκκλησία τῆς Βρετανίας συγκλονιζόταν ἀπὸ τὴν διαμάχη γιὰ τὸν ἑορτασμὸ τοῦ Πάσχα, οἱ Ἅγιοι Ἰάτα καὶ Κουθβέρτος ἐπέστρεψαν στὴ μονὴ τῆς μετάνοιάς τους, στὸ Μέλροουζ, ὅπου ὁ Ὅσιος Κουθβέρτος ἔγινε ἡγούμενος.

Μετὰ τὴν Σύνοδο τοῦ Γουΐντμπι καὶ τὴν ἐπικράτηση τῆς Ρωμαϊκῆς παραδόσεως, ὁ Ἅγιος Κολμάνος τῆς Λίντισφεϊρν ( 8 Αὐγούστου), σὲ ἔνδειξη διαμαρτυρίας γιὰ τὴν περιφρόνηση τῆς Κελτικῆς παραδόσεως σχετικὰ μὲ τὸν ἑορτασμὸ τοῦ Πάσχα, παραιτεῖται ἀπὸ τὴν Ἐπισκοπική του ἕδρα καὶ ἀποσύρεται στὴν Ἰρλανδία. Συνέπεια αὐτῆς τῆς ἐξελίξεως ἦταν νὰ γίνει Ἐπίσκοπος Λίντισφεϊρν ὁ Ἅγιος Ἰάτα, ἐνῷ ἡγούμενος τῆς μονῆς τῆς Λίντισφεϊρν ὁ Ὅσιος Κουθβέρτος.

Ἡ ἡγουμενία του διήρκησε δώδεκα χρόνια. Τὰ πράγματα δὲν ἦταν εὔκολα. Τὰ πνεύματα ἦταν ὀξυμένα. Ὁ νέος ἡγούμενος ἔπρεπε νὰ συμφιλιώσει τὶς δύο ἀντιτιθέμενες παρατάξεις μέσα στὸ μοναστήρι καὶ νὰ συνεχίσει τὴ ἱεραποστολική του δράση. Ὁ παροιμιώδης πραότητά του, ἡ ὑπομονὴ καὶ ἡ διάκρισή του κατόρθωσαν νὰ διασφαλίσουν τὴν ἑνότητα τῆς μονῆς. Αὐτὴ τὴν τόσο δύσκολη περίοδο, ὁ Ὅσιος ποὺ ἦταν ἐραστὴς τῆς ἡσυχίας καὶ τῆς προσευχῆς, ἀναζητοῦσε καταφύγιο σὲ μία βραχονησίδα κοντὰ στὸ μοναστήρι. Μέχρι σήμερα σώζονται σὲ αὐτὸ τὸ νησάκι τὰ ἴχνη τοῦ κελιοῦ του, στὴν θέση τοῦ ὁποίου βρίσκεται ἕνας ξύλινος σταυρός.

Καθὼς τὰ χρόνια περνοῦσαν, ὁ Ὅσιος λαχταροῦσε ὅλο καὶ περισσότερο τὴν ἀγαπημένη του ἡσυχία. Αὐτὴ ἡ δίψα τὸν ἔκανε νὰ ἀποσυρθεῖ βαθύτερα στὴ νησιωτικὴ ἔρημο τῶν νησιῶν Φέϊρν. Διάλεξε τὸ νησὶ Ἴννερ Φέϊρν, ἑπτὰ μίλια νοτιότερα  τῆς Λίντισφεϊρν. Ἐκεῖ παλαιότερα περνοῦσε ἡσυχαστικὰ τὴν περίοδο τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, ὁ Ἅγιος Ἀϊδανός.

Στὴν ἔρημο τῆς ἐσώτερης Φέϊρν, ὁ Ὅσιος εἶχε μοναδικὴ συντροφιὰ τὰ θαλασσοπούλια καὶ κυρίως μία ράτσα ἀγριόπαπιας ποὺ ζεῖ ἐκεῖ, τὴν ὁποία ὁ Ὅσιος μὲ ἰδιαίτερη στοργὴ φρόντιζε. Γι’ αὐτὸ ἄλλωστε θεωρεῖται καὶ ὁ πρῶτος ποὺ καθιέρωσε στὴν Βρετανία κανόνες οἰκολογικῆς εὐαισθησίας. Τὸ σεβάσμιο παρουσιαστικό του, τὰ ἄφθονα δάκρυά του κατὰ τὴν προσευχή, ἡ αὐστηρή του νηστεία, ποὺ θύμιζε τοὺς Ἀββάδες τῆς Αἰγυπτιακῆς Θηβαΐδος, τὸ προφητικό του χάρισμα, ἔκαναν τὸ ἀπόμακρο ἐρημικὸ νησί, τόπο εὐλογίας γιὰ τοὺς πιστούς, ποὺ προσέτρεχαν στὸν Ὅσιο γιὰ νὰ διδαχθοῦν ἢ νὰ θεραπευθοῦν σωματικὰ καὶ ψυχικά. Ὅσο αὐτὸς κρυβόταν στὴν ἔρημο, ἀποφεύγοντας ἀξιώματα καὶ διακρίσεις, τόσο ὁ λαὸς λαχταροῦσε νὰ τὸν συναντήσει καὶ νὰ βρεθεῖ κοντά του.

Τὸ ἔτος 684 μ.Χ., στὴν Σύνοδο τοῦ Τάϊφορντ, ἐκλέγεται Ἐπίσκοπος τοῦ Ἕξαμ. Στὸν τόπο ποὺ ἀσκήτευε ἐμφανίσθηκε ξαφνικὰ μία ὁμάδα ἀπὸ Ἐπισκόπους, κληρικοὺς καὶ λαϊκούς. Ἐπικεφαλῆς της ἦταν ὁ βασιλέας Ἴγκφριντ. Τοῦ ἀνακοίνωσαν τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν ἀπόφαση τῆς Συνόδου. Ὁ ἐρημίτης τῆς Φέϊρν ἀρνήθηκε νὰ ἀποχωριστεῖ τὴν ἡσυχία τῆς ἐρήμου του. Ὁ βασιλέας καὶ ἡ συνοδεία του τὸν πίεσαν. Μέσα του πάλευαν ἡ ἡσυχία καὶ ἡ ὑπακοή. Νίκησε ἡ δεύτερη. Ἔτσι, τὴν Κυριακὴ τοῦ Πάσχα τοῦ ἔτους 685 μ.Χ., χειροτονήθηκε Ἐπίσκοπος ἀπὸ τὸν Ἅγιο Θεόδωρο, Ἀρχιεπίσκοπο Καντουαρίας τὸν ἐκ Ταρσοῦ ( 19 Σεπτεμβρίου). Μετὰ ἀπὸ λίγο μετατίθεται στὴν ἐπισκοπὴ τῆς Λίντισφρεϊν, ἐνῷ ὁ Ἅγιος Ἰάτα ἀναλαμβάνει τὴν δική του.

Ὁ Ὅσιος Κουθβέρτος ἔζησε ὡς Ἐπίσκοπος δύο χρόνια. Κατὰ τὴν ἀρχιερατεία του στήριξε, παρηγόρησε, δίδαξε, προφήτευσε καὶ θαυματούργησε. Ταξίδεψε στὰ πιὸ ἀπόμακρα σημεῖα τῆς ἐπαρχίας του, γιὰ νὰ στηρίξει τὸ ποίμνιό του ποὺ τὸ θέριζε ἡ ἐπιδημία τῆς πανούκλας. Ποτὲ ὅμως δὲν ξέχασε τὴν ἀγαπημένη του ἔρημο. Δύο μῆνες πρὶν τὴν κοίμησή του προεῖδε τὸν θάνατό του καὶ ἐπέστρεψε στὴν ὑδάτινη ἔρημό του. Φεύγοντας ἀπὸ τὴν Λίντισφρεϊν γιὰ τὸ ἐρημικό του νησί, ἕνας μοναχὸς τὸν ρώτησε πότε θὰ ἐπιστρέψει καὶ ὁ Ὅσιος προφητικὰ τοῦ ἀπάντησε: «Ὅταν θὰ ξαναφέρετε τὸ σῶμα μου ἐδῶ». Ὁ Ἅγιος Βεδέας ( 27 Μαΐου) διασώζει τὰ τελευταία του λόγια: «Νὰ ἔχετε μεταξύ σας εἰρήνη καὶ θεῖο ἔλεος».
Ὁ Ὅσιος Κουθβέρτος κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη, τὸ ἔτος 687 μ.Χ., σὲ ἡλικία πενήντα τριῶν ἐτῶν. Τὸ σκήνωμά του μεταφέρθηκε στὸ μοναστήρι τοῦ Λίντισφρεϊν καὶ ἐνταφιάσθηκε στὸ ἱερὸ τοῦ ναοῦ τοῦ Ἁγίου Πέτρου. Μετὰ ἀπὸ ἕνδεκα χρόνια τὸ ἱερὸ λείψανό του βρέθηκε ἄφθορο. Μετὰ τὴν ἐπιδρομὴ τῶν Βίκινγκς, τὸ ἔτος 875 μ.Χ., οἱ μοναχοὶ τῆς Λίντισφρεϊν, παίρνοντας τὰ ἱερὰ λείψανα τῶν Ἁγίων Ἀϊδανοῦ καὶ Ὀσβάλδου ( 9 Αὐγούστου) καὶ τὸ ἄφθαρτο σκήνωμα τοῦ Ἁγίου Κουθβέρτου, κατέληξαν στὸ Ντάραμ, ὅπου τὰ τοποθέτησαν στὸν ἀνεγερθέντα καθεδρικὸ ναό.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

Ὁ Ἅγιος Νικήτας ὁ Ὁμολογητής Ἐπίσκοπος Ἀπολλωνιάδος

Ὁ Ὅσιος Νικήτας ἔζησε κατὰ τοὺς χρόνους τῆς εἰκονομαχίας. Ἦταν ἄνδρας εὐσεβὴς καὶ πρόμαχος τῆς ὀρθῆς πίστεως. Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ ἐξελέγη Ἐπίσκοπος Ἀπολλωνιάδος. Κατὰ τὴν διάρκεια τῆς ἀρχιερατείας του διακρίθηκε γιὰ τὴν ἐλεημοσύνη καὶ φιλανθρωπία του καὶ ἔγινε περιάκουστος στὰ εὐαγγελικὰ ἔργα καὶ λόγια.
Ἐπὶ τῆς εἰκονομαχίας, ἴσως ἐπὶ βασιλείας Λέοντος Ε’ τοῦ Ἰσαύρου (813 – 820 μ.Χ.) πιέσθηκε νὰ προχωρήσει στὴν αἵρεση τῶν εἰκονοκλαστῶν, ἀλλὰ μὲ παρρησία ἀρνήθηκε καὶ διεκήρυξε τὴν προσκύνηση τῶν ἱερῶν εἰκόνων, ἀψηφώντας τὶς ἀπειλὲς καὶ τὰ μαρτύρια. Γι’ αὐτὸ καὶ ἐξορίστηκε καί, μετὰ ἀπὸ ἀσθένεια, παρέδωσε τὸ πνεῦμα του στὸν Κύριο.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

 

Ὁ Ἅγιος Λουαρσάβος βασιλέας τῆς Γεωργίας 

Ἡ μνήμη του τιμᾶται τὴν 21η Ἰουνίου. Ἄγνωστο γιατί ἐπαναλαμβάνεται αὐτὴ τὴν ἡμέρα.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

Ὁ Ἅγιος Εὐφρόσυνος ὁ Ἱερομάρτυρας ἐκ Ρωσίας

Ὁ Ἱερομάρτυρας Εὐφρόσυνος (Σινοζέρσκϊυ), κατὰ κόσμο Ἐφραίμ, γεννήθηκε σὲ ἕνα χωριὸ τῆς Καρελίας, κοντὰ στὴν λίμνη Λάντοζσκοε, κατὰ τὸ δεύτερο ἥμισυ τοῦ 16ου αἰῶνος μ.Χ. Ἀρχικὰ μόνασε στὴ μονὴ τοῦ Βάλαμο τῆς Φιλανδίας, ἔπειτα στὴν περιοχὴ         Ντολὸκ τῆς ἐπαρχίας Νόβγκοροντ τῆς Ρωσίας καὶ στὴν συνέχεια κοντὰ στὴν λίμνη Σινίτσε. Χειροτονήθηκε Πρεσβύτερος στὴ μονὴ Οὐσπένσκι τῆς πόλεως Τιχβὶν καὶ τὸ ἔτος 1600 ἄρχισε τὴν ἐρημικὴ ζωὴ στοὺς ἄγριους βάλτους τῆς λίμνης Σινίτσε. Ὁ Ὅσιος ἔσκαψε ἕνα σπήλαιο, τοποθέτησε ἕνα Σταυρὸ καὶ ἔζησε ἐκεῖ δύο χρόνια. Τρεφόταν μόνο μὲ ἄγρια χόρτα. Ὅταν οἱ χωρικοὶ ἀντιλήφθηκαν τὴν παρουσία του, ἄρχισαν νὰ τὸν ἐπισκέπτονται καὶ νὰ τὸν συμβουλεύονται γιὰ πνευματικὰ θέματα.

Τὸ ἔτος 1612 τὰ Πολωνικὰ στρατεύματα λεηλατοῦσαν τὴν Ρωσία. Πολὺς κόσμος βρῆκε καταφύγιο στὴ μονὴ τοῦ Ὁσίου, ὁ ὁποῖος προέβλεψε τὴν ἐπίθεση τῶν Πολωνῶν στὴ μονή του καὶ προέτρεψε τοὺς ἀνθρώπους νὰ φύγουν. Καὶ ὅταν τὸν ρώτησαν: «Ἐσύ, γιατί δὲν φεύγεις;» ὁ Γέροντας ἀπάντησε: «Ἐγὼ ἦλθα ἐδῶ νὰ πεθάνω γιὰ τὸν Χριστό». Αὐτοὶ ποὺ ἄκουσαν τὴν συμβουλὴ τοῦ Ὁσίου σώθηκαν. Ὅσοι παρέμειναν βρῆκαν τρομερὸ θάνατο.

Κοντὰ στὸν Ὅσιο Εὐφρόσυνο ζοῦσε καὶ ὁ μοναχὸς Ἰωνᾶς. Τρομαγμένος ἀπὸ τὴν προφητεία τοῦ Ὁσίου θέλησε καὶ αὐτὸς νὰ φύγει. Ὅμως ὁ Ὅσιος τὸν σταμάτησε λέγοντας: «Ἀδελφὲ Ἰωνᾶ, ὅταν θὰ ἀρχίσει ἡ μάχη, πρέπει νὰ δείξουμε τὴν ἀνδρεία μας. Ἐμεῖς δώσαμε ὑπόσχεση νὰ ζήσουμε καὶ νὰ πεθάνουμε ὡς ἐρημῖτες. Ὀφείλουμε νὰ κρατήσουμε τὴν ὑπόσχεση τὴν ὁποία δώσαμε στὸν Θεό. Μόνο ὁ θάνατος φέρνει τὴν ἠρεμία. Ἄλλη περίπτωση οἱ λαϊκοί. Αὐτοὶ δὲν δεσμεύτηκαν μὲ μοναχικὲς ὑποσχέσεις καὶ πρέπει νὰ προστατεύσουν τὸν ἑαυτό τους γιὰ τὴν οἰκογένεια καὶ τὰ παιδιά τους».

Μετὰ ἀπὸ αὐτὸ ὁ Ὅσιος φόρεσε τὸ μοναχικὸ σχῆμα καὶ ὅλη τὴ νύχτα προσευχόταν. Τὴν ἑπόμενη ἡμέρα, 20 Μαρτίου, οἱ Πολωνοὶ ἐπιτέθηκαν κατὰ τῆς μονῆς. Ὁ Ὅσιος φορώντας τὸ μοναχικὸ σχῆμα βγῆκε ἔξω καὶ στάθηκε δίπλα στὸν Σταυρό, ποὺ εἶχε τοποθετήσει ὅταν πρωτοπῆγε στὴν περιοχὴ αὐτή. Οἱ ἐχθροὶ ζήτησαν ἀπὸ τὸν Ὅσιο τὴν περιουσία τῆς μονῆς. «Ὅλη ἡ περιουσία τῆς μονῆς καὶ ἡ δική μου, ἐπίσης, βρίσκεται στὸ ναὸ τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου», εἶπε ὁ Ἅγιος, ἐννοώντας τὴν ἀγάπη του πρὸς τὸν Θεό, τὴν ὁποία δὲν μπορεῖ κανένας νὰ ἀφαιρέσει ἀπὸ τὴν καρδιὰ τοῦ πιστοῦ. Οἱ κατακτητὲς δὲν κατάλαβαν τὰ λόγια του καὶ ἕνας ἀπὸ αὐτοὺς τὸν χτύπησε μὲ τὸ ξίφος στὸν λαιμό. Ὁ Ὅσιος ἔπεσε νεκρός. Ὅταν οἱ Πολωνοί, ὀργισμένοι ἀπὸ τὸ ὅτι δὲν βρῆκαν τίποτε, γύρισαν, ὁ δήμιος τοῦ Ὁσίου, σὰν νὰ μὴν ἦταν ἀρκετὸ τὸ πρῶτο θανατηφόρο χτύπημα, ἄνοιξε τὴν τίμια κεφαλὴ τοῦ Ὁσίου μὲ τσεκούρι.

Στὴ μονὴ βρισκόταν, ἐπίσης καὶ ἕνας χωρικὸς ποὺ ὀνομαζόταν Ἰωάννης Σουμά. Ὅταν οἱ ἐχθροὶ εἰσέβαλαν στὴ μονή, αὐτὸς βρισκόταν στὸ κελὶ τοῦ Ὁσίου. Παρ’ ὅλα τὰ βαριὰ τραύματα ἔμεινε ζωντανὸς καὶ διηγήθηκε ἀργότερα στὸν υἱό του αὐτὰ ποὺ συνέβησαν.
Ὁ Ὅσιος Εὐφρόσυνος ἐνταφιάσθηκε μὲ τιμὴ καὶ εὐλάβεια στὶς 28 Μαρτίου καὶ στὸν τόπο τοῦ ἐνταφιασμοῦ του, μετὰ ἀπὸ τριάντα τέσσερα χρόνια, κτίσθηκε ναὸς πρὸς τιμὴ τῆς Ἁγίας Τριάδος. Μὲ τὴν εὐλογία τοῦ Μητροπολίτη Νόβγκοροντ  Μακαρίου, στὶς 25 Μαρτίου τοῦ ἔτους 1655, τὰ ἱερὰ λείψανα τοῦ Ὁσίου Εὐφροσύνου μετεκομίσθησαν κάτω ἀπὸ τὸ κωδωνοστάσιο τοῦ ναοῦ.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

Η τρίτη Κυριακή των Νηστειών ονομάζεται «Κυριακή της Σταυροπροσκύνησης». Μετά από τη μεγάλη Δοξολογία στον όρθρο, ο Σταυρός μεταφέρεται σε μια σεμνή πομπή στο κέντρο του ναού και παραμένει εκεί όλη την υπόλοιπη εβδομάδα, οπότε στο τέλος κάθε ακολουθίας γίνεται προσκύνηση του Σταυρού.

Αξίζει να σημειωθεί ότι το θέμα του Σταυρού, που κυριαρχεί στην υμνολογία αυτής της Κυριακής, παρουσιάζεται όχι μέσα στα πλαίσια του πόνου, αλλά της νίκης και της χαράς.

Βρισκόμαστε στη μέση της Μεγάλης Σαρακοστής. Από τη μια πλευρά η φυσική και πνευματική προσπάθεια, αν είναι συστηματική και συνεχής, αρχίζει να μας γίνεται αισθητή, το φόρτωμα να γίνεται πιο βαρύ, η κόπωση πιο φανερή. Έχουμε ανάγκη από βοήθεια και ενθάρρυνση. Από την άλλη πλευρά, αφού αντέξουμε αυτή τη κόπωση και έχουμε αναρριχηθεί στο βουνό μέχρι αυτό το σημείο, αρχίζουμε να βλέπουμε το τέλος της πορείας μας και η ακτινοβολία του Πάσχα γίνεται πιο έντονη.
Η Σαρακοστή είναι η σταύρωση του εαυτού μας, είναι η εμπειρία - περιορισμένη βέβαια - που αποκομίζουμε από την εντολή του Χριστού που ακούγεται στο ευαγγελικό ανάγνωσμα αυτής της Κυριακής: «όποιος θέλει να με ακολουθεί, ας απαρνηθεί τον εαυτό του ας σηκώσει το σταυρό του, και έτσι ας με ακολουθεί» (Μαρκ.8,34).
Αλλά δεν μπορούμε να σηκώσουμε το σταυρό μας και ν' ακολουθήσουμε το Χριστό αν δεν ατενίζουμε το Σταυρό που Εκείνος σήκωσε για να μας σώσει. Ο δικός Του Σταυρός είναι εκείνος που δίνει νόημα αλλά και δύναμη στους άλλους. Αυτό μας εξηγεί το συναξάρι της Κυριακής:
Στη διάρκεια της νηστείας των σαράντα ημερών, κατά κάποιο τρόπο, και μείς σταυρωνόμαστε, νεκρωνόμαστε από τα πάθη, έχουμε την πίκρα της ακηδίας και της πτώσης, γι' αυτό υψώνεται ο τίμιος και ζωοποιός Σταυρός, για αναψυχή και υποστήριξή μας. Μας θυμίζει τα πάθη του Κυρίου και μας παρηγορεί.. Είμαστε σαν τους οδοιπόρους σε δύσκολο και μακρινό δρόμο που, κατάκοποι, κάθονται για λίγο να αναπαυθούν. Με το ζωοποιό Σταυρό γλυκαίνει την πίκρα που νοιώθουμε από τη νηστεία, μας ενισχύει στη πορεία μας στην έρημο εωσότου φθάσουμε στην πνευματική Ιερουσαλήμ με την ανάστασή Του.. Επειδή ο Σταυρός λέγεται Ξύλο Ζωής και είναι εκείνο το ξύλο που φυτεύτηκε στον Παράδεισο, γι' αυτό και οι θείοι Πατέρες τοποθέτησαν τούτο στο μέσο της Σαρακοστής, για να μας θυμίζει του Αδάμ την ευδαιμονία και την πτώση του από αυτή, να μας θυμίζει ακόμα ότι με τη συμμετοχή μας στο παρόν Ξύλο δεν πεθαίνουμε πια αλλά ζωογονούμαστε».

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος α’.
Σῶσον Κύριε τὸν λαόν σου, καὶ εὐλόγησον τὴν κληρονομίαν σου, νίκας τοῖς βασιλεῦσι, κατὰ βαρβάρων δωρούμενος, καὶ τὸν σὸν φυλάττων, διὰ τοῦ Σταυροῦ σου πολίτευμα.

Οἱ Ἅγιοι Χρύσανθος καὶ Δαρεία οἱ Μάρτυρες

Οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες Χρύσανθος καὶ Δαρεία ἔζησαν κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ βασιλέως Νουμεριανοῦ (243 – 284 μ.Χ.). Ὁ Ἅγιος Χρύσανθος καταγόταν ἀπὸ τὴν Ἀλεξάνδρεια καὶ ἦταν υἱὸς ἐπιφανοῦς εἰδωλολάτρου. Ὅμως κατηχήθηκε στὴν Χριστιανικὴ πίστη ἀπὸ κάποιον Χριστιανὸ καὶ βαπτίσθηκε. Ὅταν ὁ πατέρας του πληροφορήθηκε τὸ γεγονός, τὸν φυλάκισε καί, γιὰ νὰ τὸν ἀποσπάσει ἀπὸ τὴν χριστιανικὴ πίστη, τοῦ ἔδωσε γυναῖκα τὴν ὡραία Δαρεία, ἡ ὁποία καταγόταν ἀπὸ τὴν Ἀθήνα καὶ ἦταν εἰδωλολάτρισσα.

Ἀντὶ ὅμως νὰ προσελκύσει ἡ Δαρεία τὸν σύζυγό της Χρύσανθο στὴν εἰδωλολατρία, συνέβη τὸ ἀντίθετο. Πίστεψε καὶ αὐτὴ στὸν Χριστὸ καὶ βαπτίσθηκε. Τότε τοὺς κατήγγειλαν στὸν ἔπαρχο Κελερίνο, ὁ ὁποῖος τοὺς παρέδωσε στὸν τριβοῦνο Κλαύδιο. Τὸ μαρτύριο ἄρχισε. Ἀλλὰ ἡ καρτερία καὶ ἡ ὑπομονὴ τῶν Μαρτύρων ἐξέπληξε τὸν Κλαύδιο, ὁ ὁποῖος μαζὶ μὲ τὴν σύζυγό του Ἰλαρία, τοὺς υἱούς του Ἰάσονα καὶ Μαῦρο καὶ τοὺς στρατιῶτες του πίστεψε στὸν Χριστό.
Στὴν συνέχεια ἔριξαν τοὺς Ἁγίους Χρύσανθο καὶ Δαρεία μέσα σὲ λάκκο καὶ τοὺς ἐνταφίασαν ζωντανοὺς τὸ ἔτος 283 μ.Χ.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.

Θείας πίστεως, τῇ ἐπιγνώσει, πᾶσαν ἔλιπες, πατρῴαν πλάνην, καὶ Χριστῷ κατηκολούθησας Χρύσανθε, ᾧ καὶ προσάγεις Δαρείαν τὴν πάνσεμνον, καὶ σὺν αὐτῇ τὸν ἀγῶνα ἐτέλεσας. Μεθ' ἧς πρέσβευε, δοθῆναι τοῖς σὲ γεραίρουσι, πταισμάτων ἱλασμὸν καὶ μέγα ἔλεος.

 

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’.
Οἱ Μάρτυρές σου Κύριε, ἐν τῇ ἀθλήσει αὐτῶν, στεφάνους ἐκομίσαντο τῆς ἀφθαρσίας, ἐκ σοῦ τοῦ Θεοῦ ἡμῶν, σχόντες γὰρ τὴν ἰσχύν σου, τοὺς τυράννους καθεῖλον, ἔθραυσαν καὶ δαιμόνων, τὰ ἀνίσχυρα θράση. Αὐτῶν ταῖς ἱκεσίαις, Χριστὲ ὁ Θεός, σῶσον τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

 

Κοντάκιον. Ἦχος α’. Χορὸς Ἀγγελικός.
Ὡς κρίνον χρυσαυγές, τὴν ὀσμὴν εὐσεβείας, ἐμπνεύσας δαχιλῶς, Χρύσανθε Ἀθλοφόρε, πρὸς γνῶσιν σωτήριον, τὴν Δαρείαν ἐφείλκυσας, μεθ’ ἧς ἤθλησας, καὶ τὸν ἀρχέκακον ὄφιν, τροπωσάμενος, πρὸς ἀκηράτους παστάδας, ἀξίως ἐπήρθητε.

 

Μεγαλυνάριον.
Σύμφρονες ὁμόζυγοι Ἀθληταί, οἱ τοῦ Ζωοδότου, πειθαρχήσαντες τῷ ζυγῷ, χαίρετε ἀπαύστως, Χρύσανθε καὶ Δαρεία, τῆς παγκαλοῦς ἁγνείας, τερπνὰ ἀλάβαστρα.

Οἱ Ἅγιοι Κλαύδιος, Ἱλαρία, Ἰάσονας καὶ Μαῦρος οἱ Μάρτυρες καὶ οἱ σὺν αὐτοῖς Μαρτυρήσαντες

Ἡ Ἁγία Ἱλαρία ἦταν ἡ σύζυγος τοῦ Ἁγίου Κλαυδίου καὶ οἱ Ἅγιοι Ἰάσονας καὶ Μαῦρος, ἦταν τὰ τέκνα τους.

Οἱ Ἅγιοι αὐτοὶ Μάρτυρες ἦταν εἰδωλολάτρες καὶ πίστεψαν στὸν Χριστό, ὅταν ἔβλεπαν τὸ μαρτύριο τῶν Ἁγίων Χρυσάνθου καὶ Δαρείας. Ὁ Ἅγιος Κλαύδιος ἐρρίφθη στὴ θάλασσα, ἀφοῦ τὸν ἔδεσαν μὲ πέτρα καὶ ἔτσι τελείωσε τὸν δρόμο τοῦ μαρτυρίου. Οἱ υἱοὶ αὐτοῦ καὶ οἱ στρατιῶτες ἀποκεφαλίσθηκαν, τότε παρέλαβε τὰ ἱερὰ λείψανα αὐτῶν ἡ Ἰλαρία καὶ τὰ ἐνταφίασε μὲ εὐλάβεια. Ὅταν, κάποια μέρα, μετέβαινε στοὺς τάφους τῶν Ἁγίων Μαρτύρων, συνελήφθη ἀπὸ τοὺς στρατιῶτες, ποὺ εἶχαν σκοπὸ νὰ τὴν θανατώσουν. Τότε ζήτησε ἡ μακαρία Ἰλαρία νὰ ἐπιτρέψουν σὲ αὐτὴν νὰ προσευχηθεῖ γιὰ λίγο. Ἔτσι κι ἔγινε καὶ ἡ Ἁγία τὴν ὥρα τῆς προσευχῆς παρέδωσε τὸ πνεῦμα. Κατὰ ἄλλη παράδοση, τελειώθηκε διὰ ξίφους.
Οἱ ὑπηρέτριές της περισυνέλεξαν τὸ ἱερὸ λείψανο καὶ τὸ ἐνταφίασαν στοὺς τάφους τῶν τέκνων της.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

Ὁ Ἅγιος Παγχάριος ὁ Μάρτυρας 

Ὁ Ἅγιος Μάρτυρας Παγχάριος καταγόταν ἀπὸ τὴ Βιθλαπάτη ἢ Βιλλαπάτη καὶ γεννήθηκε ἀπὸ εὐσεβεῖς γονεῖς. Ὅταν ἦλθε στὴ Ρώμη, γνωρίσθηκε καὶ συνδέθηκε φιλικὰ μὲ τὸν αὐτοκράτορα Διοκλητιανὸ (284 – 305 μ.Χ.). Γιὰ τὶς ὑψηλὲς τιμές, τὰ ὁποῖες ἀπολάμβανε, ἀρνήθηκε τὴν πατρώα εὐσέβεια καί, γιὰ νὰ φανεῖ εὐάρεστος στὸν βασιλέα, ἀσπάσθηκε τὴν θρησκεία τῶν εἰδώλων.

Ὅταν ἡ μητέρα του πληροφορήθηκε τὴν ἄρνηση τοῦ υἱοῦ της καὶ τὴ μεταστροφή του στὴν εἰδωλολατρία, τοῦ ἔγραψε ἐπιστολὴ καὶ τὸν παρακαλοῦσε νὰ προσέλθει καὶ πάλι στὸ πῦρ τῆς εὐσέβειας. Οἱ συμβουλὲς καὶ ἡ προσευχὴ τῆς μητέρας του ὁδήγησαν τὸν Ἅγιο Παγχάριο σὲ μετάνοια καὶ θεογνωσία.

Ὅταν ὁ Διοκλητιανὸς ἔμαθε ὅτι ὁ Παγχάριος ὁμολόγησε τὸν Χριστό, τὸν βασάνισε, τὸν φυλάκισε καί, τέλος, τὸν ἐξόρισε στὴ Νικομήδεια, ὅπου μετὰ ἀπὸ μύριες θλίψεις καὶ κακουχίες, τὸ ἔτος 305 μ.Χ., ἀποκεφαλίσθηκε.
Ναὸς τοῦ Ἁγίου Παγχαρίου ὑπῆρχε στὴν Κωνσταντινούπολη πρὸ τοῦ 10ου αἰῶνος μ.Χ.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

Οἱ Ἅγιοι Διόδωρος καὶ Μαριανὸς οἱ Ἱερομάρτυρες

Οἱ Ἅγιοι Διόδωρος ὁ Πρεσβύτερος καὶ Μαριανὸς ὁ Διάκονος τελειώθηκαν, ἀφοῦ τοὺς ἔκλεισαν μέσα σὲ σπήλαιο.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

Ἡ Ὁσία Μαρία ἡ πριγκίπισσα 

Ἡ Ὁσία Μαρία ἢ Μάρθα (Σβάρνοβα) ἦταν πριγκίπισσα τοῦ Βλαντιμὶρ κατὰ τὴν περίοδο τοῦ μεγάλου πρίγκιπα Βσέβολοντ Γ’ Γεωργίεβιτς. Ἔγινε μοναχὴ στὴ μονὴ Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου τοῦ Βλαντιμὶρ καὶ κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 1206.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

Ὁ Ὅσιος Ἰννοκέντιος ὁ Θαυματουργός 

Ὁ Ὅσιος Ἰννοκέντιος γεννήθηκε στὴ Ρωσία καὶ ἀσκήτεψε στὴν περιοχὴ τοῦ Κόμελ καὶ Βολογκντά. Κοιμήθηκε ὁσίως μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 1521.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

Ὁ Ἅγιος Δημήτριος ὁ Νεομάρτυρας ὁ Τορναρᾶς

Περὶ τῆς καταγωγῆς καὶ τοῦ τόπου τοῦ μαρτυρίου τοῦ Ἁγίου Νεομάρτυρα Δημητρίου δὲν γνωρίζουμε τίποτα. Ὁ Χρυσόστομος Παπαδόπουλος στὸ ἔργο του «Οἱ Νεομάρτυρες» ἀναφέρει αὐτὸν μὲ τὸ ὄνομα Δημήτριος Τορναρᾶς ὡς μαρτυρήσαντα στὶς 19 Μαρτίου 1564.

Ὁ Νεομάρτυς Δημήτριος συναναστρεφόμενος καὶ συνομιλώντας μὲ τοὺς Τούρκους κίνησε κάποια μέρα τὸν φθόνο τους.
Τὸ ἐκβίαζαν νὰ ἀσπαστεῖ ἡ Μουσουλμανικὴ θρησκεία. Προσκρούοντες ὅμως στὴν πίστη καὶ τὴν θέληση τοῦ Μάρτυρα νὰ παραμείνει στὴν πατρώα εὐσέβεια, τὸν ὁδήγησαν στὸν κριτή, τὸν συκοφάντησαν γιὰ ἐξύβριση τῆς θρησκείας τοῦ Μωάμεθ καὶ πέτυχαν τὴν θανατικὴ καταδίκη του. Ἔτσι ὁ Νεομάρτυς Δημήτριος, μὴ ὑποκύπτοντας στοὺς βασανισμοὺς καὶ στοὺς δαρμούς, ποὺ τὸν ὑπέβαλαν οἱ Τοῦρκοι, δέχθηκε τὸ στέφανο τοῦ μαρτυρίου διὰ ἀποκεφαλισμοῦ.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

 

Σύναξις Ὑπεραγίας Θεοτόκου τῆς Τρυφερῆς, ἐν Σμόλενκ Ρωσίας 

Δὲν ἔχουμε λεπτομέρειες γιὰ τὸ γεγονός.                 

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

Ὁ Ἅγιος Νικόλαος ὁ Νεομάρτυρας ὁ Καραμάνος (ἢ Κασσέτης) 

Ὁ Ἅγιος Νεομάρτυς Νικόλαος Καραμάνος ἢ Κασσέτης, γεννήθηκε τὸ ἔτος 1623. Ἦταν ἔγγαμος καὶ ζοῦσε στὴ Σμύρνη.

Ὅταν κάποτε ἀγανάκτησε, εἶπε πάνω στὸν θυμό του ὅτι θὰ γίνει Τοῦρκος. Οἱ παρευρισκόμενοι Τοῦρκοι μόλις ἄκουσαν αὐτὸν τὸν λόγο, τὸν ἅρπαξαν καὶ τὸν ὁδήγησαν στὸν κριτή. Ἀνακρινόμενος στὸ κριτήριο ὁ Νικόλαος εἶπε μὲ παρρησία ὅτι δὲν θὰ ἀρνηθεῖ ποτὲ τὸν Ποιητὴ καὶ Σωτῆρα του, τὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό, ὁ Ὁποῖος μέλλει νὰ κρίνει ζῶντες καὶ νεκρούς. Παρὰ τὰ μαρτύρια, τοὺς ραβδισμοὺς καὶ τὴ φυλάκιση, ἀκόμη καὶ τὴν πίεση ποὺ τοῦ ἄσκησαν ἡ μητέρα του καὶ ἡ σύζυγός του, ὁ Ἅγιος παρέμεινε ἀμετάθετος στὴν πίστη. Ὁ κριτὴς τότε διέταξε καὶ ἔκαναν περιτομὴ στὸν Μάρτυρα μὲ τὴν βία. Ὁ Ἅγιος συνεχῶς ὁμολογοῦσε καὶ φυλακίσθηκε γιὰ δεύτερη φορά.
Ἡ ἀντοχὴ καὶ καρτερία τοῦ Ἁγίου Νικολάου κατέπληξε τοὺς πάντες. Μετὰ ἀπὸ σκληρὰ βασανιστήρια, τὰ ὁποῖα κράτησαν τριάντα ἕξι ἡμέρες, ὁ Ἅγιο ὁδηγήθηκε στὴν ἀγχόνη.
Ἔτσι τελειώθηκε μαρτυρικὰ τὴν ἡμέρα τῆς Μεγάλης Πέμπτης τοῦ ἔτους 1657.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

Ἀκολουθίες Ὄρθρου Σαββάτου Γ΄ Νηστειών - Κυρίλλου Πατριάρχου Ιεροσολύμων (18-03-2017), τροπάρια, ἀναγνώσματα Θείας Λειτουργίας, εδώ

Ἀκολουθίες Εσπερινου Σαββάτου και Ὄρθρου Κυριακής Γ΄ Νηστειών - Σταυροπροσκυνήσεως  (18-03-2017--19-03-2017), τροπάρια, ἀναγνώσματα Θείας Λειτουργίας, εδώ

Για να κατεβάσετε τον Κατνυκτικό εσπερινό της Κυριακής Γ΄ Νηστειών 19-03-2017 (Σταυροπροσκυνήσεως), πατήστε εδώ 

 Κανόνιον εδώ

Ας δούμε το Σταυρό του Κυρίου όχι απλά ως σύμβολο, αλλά ως τρόπο ζωής και βίωμα

Αγαπητοί μου Χριστιανοί, βρισκόμαστε στο μέσο της Μεγάλης Σαρακοστής και σήμερα, Κυριακή της Σταυροπροσκυνήσεως, η Εκκλησία μας υψώνει τον Τίμιο και Ζωοποιό Σταυρό στο μέσο του Ναού για να τον προσκυνήσουμε όλοι οι πιστοί. Με αυτό τον τρόπο θέλει η Εκκλησία να μας παρακινήσει σε περισσότερη προσπάθεια και πνευματικό αγώνα, ενώ ταυτόχρονα θέλει να δώσει κουράγιο και δύναμη στους οδοιπόρους της Σαρακοστής, προβάλλοντας το Σταυρό του Κυρίου ως σημείο νίκης και χαράς. 
Όμως σήμερα, Κυριακή της Σταυροπροσκυνήσεως, ο Χριστός θέλει να μας πει κάτι ακόμα πολύ σημαντικό. Θέλει να μας πει πως ο Σταυρός Του, δεν είναι απλά ένα σύμβολο, αλλά είναι τρόπος ζωής και βίωμα και ότι μπορούμε και εμείς εάν το θελήσουμε να συμμετέχουμε στο Σταυρό Του. – Τι σημαίνει αυτό για όλους εμάς; Σημαίνει ότι με τη συμμετοχή μας στο Σταυρό του Χριστού, μπορούμε να σωθούμε, να αναζωογονηθούμε και να νικήσουμε και εμείς τον θάνατο, όπως ακριβώς τον νίκησε Εκείνος. – Και πως μπορεί να επιτευχτεί αυτή η συμμετοχή μας στο Σταυρό του Κυρίου; 
Μας απαντάει ο ίδιος ο Χριστός μέσα από το σημερινό Ευαγγέλιο. «Όστις θέλει οπίσω μου ελθείν απαρνησάσθω εαυτόν και αράτω τον Σταυρόν αυτού και ακολουθήτω μοι». Εκείνος που θέλει να με ακολουθήσει και να είναι όπου είμαι και Εγώ, λέει προς εμάς ο Κύριος, ουσιαστικά πρέπει να κάνει τρία πράγματα. Να απαρνηθεί τον εαυτό του, να σηκώσει το σταυρό του και να με ακολουθήσει. 
Ας ξεκινήσουμε λοιπόν από το πρώτο βήμα. – Τι σημαίνει να απαρνηθώ τον εαυτό μου; Γράφει ένας Ρώσος Επίσκοπος, ότι η φράση «απαρνησάσθω εαυτόν» δεν σημαίνει βέβαια την αυτοκαταστροφή μας». Εδώ ο Κύριος μας καλεί να απαρνηθούμε τον αμαρτωλό μας εαυτό, το διεφθαρμένο μας εγώ. Να απαρνηθούμε τον παλιό άνθρωπο που συγκατοικεί με την αμαρτία. Να απαρνηθούμε τόσο τις μικρές όσο και τις μεγάλες μας εμπαθείς επιθυμίες. Ο Απόστολος Παύλος λέει στην προς Γαλάτας Επιστολή του: «πως όσοι άνθρωποι είναι του Χριστού, σταύρωσαν τον αμαρτωλό εαυτό τους μαζί με τα πάθη και τις κακές επιθυμίες τους». Το πρώτο, λοιπόν, στάδιο για όποιον θέλει να ακολουθήσει τον Σωτήρα, είναι στάδιο καθαρά αρνητικό. Διότι σκοπό έχει την κάθαρση από τα πάθη και τις αδυναμίες που υπάρχουν στον άνθρωπο, καθώς και την νέκρωση της αμαρτωλής ζωής. 
Και αυτό μεν, ως πρώτος όρος απαιτείται από εμάς. Δεύτερος όρος σπουδαιότερος του πρώτου, είναι να σηκώσει καθένας μας τον δικό του σταυρό. Είναι τέτοια η λάμψη που σκορπίζεται από το δράμα του Γολγοθά, ώστε αρκεί να πούμε «Σταυρόν», και το μυαλό μας πάει αμέσως στον Τίμιο Σταυρό του Χριστού μας. Ο Κύριος ποτέ δεν αρνήθηκε το Σταυρό Του. Αντίθετα βίωσε τον πόνο, την ταπείνωση και τον εξευτελισμό. 
Κι όμως, καταλαβαίνουμε ότι στο σημερινό Ευαγγέλιο ο Χριστός δεν κάνει λόγο για τον δικό Του Σταυρό, αλλά μιλά για σταυρούς άλλων ανθρώπων. Μιλάει για τα βάσανα και τις θλίψεις των ανθρώπων που κυκλώνουν τη ζωή τους από παντού. Γράφει ένας αγιορείτης μοναχός: «Ο πολύς πόνος στη ζωή των ανθρώπων είναι ένας μικρός ή μεγάλος σταυρός. Πόνος ποικίλος, διάφορος, πρόσκαιρος, μόνιμος, από σωματική ή ψυχική ασθένεια, δική μας ή αγαπητού μας προσώπου, από δυστυχία, κατηγορία, ειρωνεία, συκοφαντία, αδικία, αγνωμοσύνη, περιφρόνηση και άλλα. Όλα αυτά τα πικρά γεγονότα δεν είναι τυχαία, αλλά παιδαγωγικές δοκιμασίες που μπορούν να μας συσταυρώσουν, αλλά και να μας συναναστήσουν με το Χριστό. Αν δεν υπομείνουμε αγόγγυστα το σταυρό μας, δεν κερδίζουμε και χάνουμε τη χαρά της Ανάστασης». 
Και αφού, αδελφοί μου, απαρνηθούμε τον αμαρτωλό εαυτό μας και σηκώσουμε τον προσωπικό μας σταυρό, είμαστε πλέον έτοιμοι για το τρίτο και τελευταίο στάδιο, όπου ο Χριστός μας καλεί να τον ακολουθήσουμε. Μας λέει δηλαδή ότι Εκείνος πηγαίνει πάντα μπροστά και πως μας περιμένει. Έτσι μας δίνει κουράγιο και δύναμη. Γίνεται σύμφωνα με μια Αγία της Εκκλησίας μας, το κατάρτι μας που όσο το βαστάμε όρθιο, μπορούμε να πλέουμε άφοβα και χαρούμενα του βίου τη θάλασσα. 
Αδελφοί μου, έχοντας στο νου μας όλες αυτές τις αλήθειες ας πάρουμε την απόφαση στη ζωή μας, να δούμε το Σταυρό του Κυρίου όχι απλά ως σύμβολο, αλλά ως τρόπο ζωής και βίωμα. Μόνο τότε η προσκύνηση του Σταυρού θα μας οδηγήσει εκεί που θέλει ο Θεός, στην Ανάστασή. Αμήν.

Ὁ Ἅγιος Κύριλλος καταγόταν ἀπὸ τὴν Παλαιστίνη καὶ γεννήθηκε πιθανῶς τὸ ἔτος 313 μ.Χ. στὰ Ἱεροσόλυμα. Χειροτονήθηκε Πρεσβύτερος ὑπὸ τοῦ Ἐπισκόπου Ἱεροσολύμων Μαξίμου τοῦ Γ’ (333 – 348 μ.Χ.), τὸν ὁποῖο καὶ διαδέχθηκε στὴν ἐπισκοπικὴ ἕδρα κατὰ τὶς ἀρχὲς τοῦ ἔτους 348 μ.Χ., εἴτε διότι ὁ Μάξιμος ἀπομακρύνθηκε ἀπὸ τοὺς αἱρετικοὺς Ἀρειανούς, εἴτε διότι πέθανε.

Ὁ Ἅγιος ἀρχικὰ ἀδιαφοροῦσε γιὰ τὶς δογματικὲς «λεπτολογίες» καὶ ἀπέφευγε ἐπιμελῶς τὸν ὄρο «ὁμοούσιος». Γι’ αὐτὸ ὁ Ἀρειανὸς Μητροπολίτης Κασαρείας Ἀκάκιος ἐνέκρινε τὴν ἐκλογή του καὶ τὸν χειροτόνησε Ἐπίσκοπο. Ἀλλὰ συνέβη καὶ ἐδῶ, ὅτι ἀργότερα καὶ στὴν περίπτωση τοῦ Ἁγίου Μελετίου, Πατριάρχου Ἀντιοχείας ( 12 Φεβρουαρίου). Ὁ Ἅγιος δὲν ἔμεινε ἐκτὸς τοῦ κλίματος τῆς ἐποχῆς, ὡς πρὸς τοὺς δογματικοὺς ἀγῶνες καὶ ἀπὸ τοὺς πρώτους μῆνες τῆς ἀρχιερατείας του ἀποδείχθηκε μὲ τὶς περίφημες Κατηχήσεις του, ὑπερασπιστὴς τῶν Ἀποφάσεων καὶ τῶν Ὅρων τῆς Α’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου.

Τοὺς ἀγῶνες τοῦ Ἁγίου Κυρίλλου ἐξῆρε καὶ ἡ ἐν Κωνσταντινουπόλει Σύνοδος τοῦ ἔτους 382 μ.Χ.: «Τῆς δέ γε μητρὸς ἁπασῶν τῶν Ἐκκλησιῶν, τῆς ἐν Ἱεροσολύμοις, τὸν αἰδεσιμώτατον Κύριλλον ἐπίσκοπον εἶναι γνωρίζομεν. Κανονικῶς τε παρὰ τῶν τῆς ἐπαρχίας χειροτονηθέντα πάλαι καὶ πλεῖστα πρὸς τοὺς Ἀρειανοὺς ἐν διαφόροις τόποις ἀθλήσαντα».

Ἡ δογματικὴ τοποθέτηση τοῦ Ἁγίου Κυρίλλου ὑπῆρξε ἡ πρώτη αἰτία ρήξεως μὲ τὸν Ἐπίσκοπο Ἀκάκιο Καισαρείας, ὁ ὁποῖος στὴ συνέχεια ζητοῦσε διάφορες ἀφορμὲς γιὰ νὰ καταστρέψει τὸν Ἅγιο. Δεύτερη αἰτία ἦταν ἡ διαφορὰ σχετικὰ μὲ τὴν δικαιοδοσία τῶν δύο ἑδρῶν. Ὡς γνωστό, λόγω καταστροφῆς τῆς πόλεως τῶν Ἱεροσολύμων ἡ ἐκεῖ Χριστιανικὴ κοινότητα διασκορπίστηκε, μετὰ δὲ τὴν ἐπανοικοδόμηση αὐτῆς οἱ Χριστιανοὶ ἦταν λίγοι, γι’ αὐτὸ σὲ Μητρόπολη ἀναδείχθηκε ἡ πρωτεύουσα τῆς Παλαιστίνης, Καισάρεια. Μετὰ ἀπὸ λίγο, ὅταν οἱ Χριστιανοὶ τῶν Ἱεροσολύμων αὐξήθηκαν, ἡ Ἐπισκοπὴ Ἱεροσολύμων ζήτησε ἀποκατάσταση τῆς παλαιᾶς αὐτῆς θέσεως. Τὸ 325 μ.Χ. ἡ Α’ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος, διὰ τοῦ 7ου Κανόνος αὐτῆς, ὅριζε νὰ τιμᾶται ἰδιαίτερα κατὰ τὰ ἀρχαία ἔθιμα ὁ Ἐπίσκοπος Αἰλίας, δηλαδὴ Ἱεροσολύμων, ἡ δὲ Μητρόπολη Καισαρείας νὰ διατηρεῖ τὸ οἰκεῖο ἀξίωμα. Ἡ ἀσάφεια τῆς διατυπώσεως τοῦ Κανόνος προκάλεσε διένεξη μεταξὺ τοῦ Ἁγίου Κυρίλλου καὶ τοῦ Ἀκακίου.

Ὁ τελευταῖος ἦταν σὲ πλεονεκτικὴ θέση λόγω τῆς ὑποστηρίξεως αὐτοῦ ἀπὸ τὸν Ἀρειανὸ αὐτοκράτορα Κωνστάντιο (337 – 361 μ.Χ.) καὶ ἀφοῦ βρῆκε πρόφαση κατὰ τοῦ Ἁγίου Κυρίλλου, ὅτι σὲ καιρὸ λιμοῦ πούλησε ἱερὰ κειμήλια καὶ ἀναθήματα γιὰ νὰ προσφέρει τροφὴ σὲ ἄπορους, καθαίρεσε τὸν Ἅγιο διὰ Συνόδου, ἡ ὁποία συνῆλθε στὰ Ἱεροσόλυμα, τὸ ἔτος 357 μ.Χ. καὶ τὸν ἀπομάκρυνε ἀπὸ ἐκεῖ.

Ὁ Ἅγιος Κύριλλος ἐξορίσθηκε στὴν Ταρσὸ τῆς Κιλικίας καὶ ἔγινε δεκτὸς ὑπὸ τοῦ ἐκεῖ Ἐπισκόπου Σιλβανοῦ, ὁ ὁποῖος ἀπέρριψε τὴν ἀξίωση τοῦ Ἀκακίου νὰ διακόψει τὴν ἐπικοινωνία του μὲ τὸν Ἅγιο. Ὡστόσο ὁ Ἅγιος Κύριλλος ζητοῦσε νὰ διερευνηθεῖ ἡ ὑπόθεσή του ἀπὸ μεγαλύτερη Σύνοδο. Πράγματι, ἡ Σύνοδος ἡ ὁποία συνῆλθε τὸ ἔτος 359 μ.Χ. στὰ Ἱεροσόλυμα, τὸν ἀποκατέστησε καὶ τὸν ἀθώωσε, ἀλλὰ ὁ Ἀκάκιος, ἀφοῦ κατέφυγε στὴν Κωνσταντινούπολη, ματαίωσε τὶς ἀποφάσεις τῆς Συνόδου τῶν Ἱεροσολύμων δι’ ἄλλης Συνόδου, ἡ ὁποία συνῆλθε τὸ ἔτος 360 μ.Χ. στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ ἐπικύρωσε τὴν καθαίρεση καὶ ἐξορία τοῦ Ἁγίου Κυρίλλου.

Ὁ Ἅγιος Κύριλλος ἐπέστρεψε στὴν ἕδρα του, ὅπως καὶ οἱ λοιποὶ ἐξόριστοι Ἐπίσκοποι, τὸ ἔτος 361 μ.Χ., ἐπὶ αὐτοκράτορα Ἰουλιανοῦ τοῦ Παραβάτου, ὁ ὁποῖος θέλοντας νὰ ἔχει κοντά του ὅλους τοὺς ἐχθροὺς τοῦ αὐτοκράτορος Κωνστάντιου, ἀνακάλεσε τοὺς ἐξόριστους Ἀρχιερεῖς. Ὁ Ἅγιος αἰσθανόταν τὴν ἀνάγκη νὰ ἐπιδοθεῖ στὴ διαποίμανση τοῦ ποιμνίου του. Ἀλλὰ μετὰ τὸν θάνατο τοῦ Ἰουλιανοῦ τοῦ Παραβάτου, στὶς 26 Ἰουλίου 363 μ.Χ., ἐξορίσθηκε καὶ πάλι ἀπὸ τὸν αὐτοκράτορα Οὐάλη (364 – 378 μ.Χ.) γιὰ ἕνδεκα χρόνια καὶ ἐπανῆλθε στὰ Ἱεροσόλυμα μετὰ τὸν θάνατο τοῦ αὐτοκράτορος, τὸ ἔτος 378 μ.Χ.

Ὁ Ἅγιος Κύριλλος κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 387 μ.Χ.
Τὸ κύριο ἔργο του εἶναι οἱ Κατηχήσεις, οἱ ὁποῖες ἐκφωνήθηκαν κατὰ τὴν διάρκεια τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς καὶ τῆς Διακαινησίμου ἑβδομάδας τοῦ ἔτους 348 μ.Χ. στὴ βασιλικὴ τῆς Ἀναστάσεως. Σκοπὸς τῶν Κατηχήσεων ἦταν ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἡ εἰσαγωγὴ τῶν Κατηχουμένων στὶς θεμελιώδεις διδασκαλίες τῆς πίστεως καὶ τοῦ ἠθικοῦ βίου τῶν Χριστιανῶν, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἡ φανέρωση τῶν Μυστηρίων τῆς Ἐκκλησίας στοὺς Νεοβαπτισθέντες. Ἡ ἀξία τῶν Κατηχήσεων τοῦ Ἁγίου Κυρίλλου εἶναι ἀνυπολόγιστη. Κανένα ἔργο πρὸ αὐτοῦ δὲν ἐμφανίζει μὲ τόση παραστατικότητα σχεδὸν ὅλο τὸ τελετουργικὸ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, καθὼς καὶ τὸ μυστηριακὸ καὶ ἁγιαστικὸ σύστημα μὲ τόση καταπληκτικὴ ὁμοιότητα πρὸς τὰ μέχρι σήμερα τελούμενα στὸ ναό, ὥστε δικαιολογημένα νὰ θεωροῦμε ὅτι οἱ Κατηχήσεις τοῦ Ἁγίου Κυρίλλου ἀποτελοῦν ἔκτυπη ἀναπαράσταση καὶ στὴν πράξη διατήρηση αὐτῆς τῆς ἴδιας τῆς Ἀποστολικῆς Τελετουργικῆς Παραδόσεως.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Τὴν ὡραιότητα.

Στολὴν τὴν ἔνθεον, ἀμφιεσάμενος, στῦλος ὁλόφωτος, ὤφθης τῆς πίστεως, τῶν Ἀποστόλων ἐν Σιών, τὴν χάριν κεκληρωμένος· ὅθεν ἐνδιέπρεψας, εὐσέβειας τοῖς δόγμασι, καὶ πιστῶς ἐσκόρπισας, τῆς σοφίας τὸ τάλαντον. Καὶ νῦν ὑπὲρ ἡμῶν ἐκδυσώπει, Κύριλλε Πάτερ Ἱεράρχα.

 

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’.
Κανόνα πίστεως καὶ εἰκόνα πραότητος, ἐγκρατείας διδάσκαλον ἀνέδειξε σε τῇ ποίμνῃ σου, ἡ τῶν πραγμάτων ἀλήθεια· διὰ τοῦτο ἐκτήσω τῇ ταπεινώσει τὰ ὑψηλά, τῇ πτωχεία τὰ πλούσια, Πάτερ Ἱεράρχα Κύριλλε, πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, σωθήναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

 

Κοντάκιον. Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Φερωνύμως γέγονε, τῇ τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίᾳ, ὁ φωσφόρος λόγος σου, κῦρος οὐράνιον Πάτερ· γνῶσιν γάρ, τῆς ἀληθείας σοφῶς διδάσκων, ἔλλαμψιν, ἠθῶν ὁσίων καθυπογράφεις, καὶ παθῶν βραβεύεις λύσιν, τῇ σῇ πρεσβείᾳ, θεόφρον Κύριλλε.

 

Μεγαλυνάριον.
Ἔλλαμψιν πλουτήσας τὴν μυστικήν, ἐν Σιὼν τῇ θείᾳ, ὡς καθάρας σου τὴν ψυχήν, ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ δαβιτικῶς Ὁσίων, ἐκλάμπεις ὥσπερ λύχνος, παμμάκαρ Κύριλλε.

Οἱ Ἅγιοι μύριοι Μάρτυρες 

Εἶναι ἄγνωστο ποὺ καὶ πότε μαρτύρησαν οἱ Ἅγιοι αὐτοὶ Μάρτυρες. Ἴσως τελειώθηκαν διὰ ξίφους στὴ Νικομήδεια.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

Οἱ Ἅγιοι Εὐκαρπίων καὶ Τρόφιμος οἱ Μάρτυρες καὶ οἱ σὺν αὐτοῖς Μαρτυρήσαντες 

Οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες Τρόφιμος καὶ Εὐκαρπίων ἦταν στρατιῶτες καὶ ἔζησαν πιθανῶς κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορος Μαξιμιανοῦ (286 – 305 μ.Χ.). Στὴν ἀρχὴ κατεδίωκαν καὶ συλλάμβαναν τοὺς Χριστιανούς, τοὺς βασάνιζαν καὶ τοὺς ἀνέκριναν. Ἀλλὰ μετὰ ἀπὸ θεία ὀπτασία ποὺ εἶδαν ὅταν πήγαιναν γιὰ νὰ προβοῦν σὲ κάποια σύλληψη Χριστιανῶν, μετανόησαν, ἀποκήρυξαν τὸ ἀνίερο ἔργο τους, πίστεψαν στὸν Χριστὸ καὶ ἀφοῦ μετέβησαν στὶς φυλακές, ἀπελευθέρωσαν ὅλους τοὺς Χριστιανούς, τοὺς ὁποίους φιλοῦσαν ὡς ἀδελφούς.
Ὅταν ἄκουσε αὐτὰ ὁ ἄρχοντας τῆς Νικομήδειας, διέταξε νὰ τοὺς κρεμάσουν καὶ νὰ ξύνουν τὶς πληγές τους μὲ τρίχινα ὑφάσματα. Μετὰ ἀπὸ αὐτὸ τοὺς ἔριξαν σὲ ἀναμμένη κάμινο καὶ ἔτσι ἔλαβαν τοὺς στέφανους τοῦ μαρτυρίου τὸ ἔτος 300 μ.Χ.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

 

Ὁ Ὅσιος Ἀνανίας ὁ Θαυματουργός 

Ἡ μνήμη τοῦ Ὁσίου Ἀνανίου εἶναι ἄγνωστη στοὺς Συναξαριστὲς καὶ τὰ Μηναῖα καὶ ἀναφέρεται στὸ Λαυρεωτικὸ Κώδικα.

Ὁ Ὅσιος ἀφιερώθηκε στὸν Θεὸ ἀπὸ μικρὴ ἡλικία καὶ βάδισε τὴν ὁδὸ τῆς ἀσκήσεως καὶ τῆς ἀρετῆς μὲ νηστεῖες, ἀγρυπνίες, προσευχές, δάκρυα καὶ κακουχίες. Ὁ Ἅγιος Θεὸς τὸν ἀξίωσε τοῦ χαρίσματος τῆς θαυματουργίας. Ἔτσι διὰ προσευχῆς, δράκοντα ἀνέδειξε νεκρὸ καὶ νεκρὸ ἄνθρωπο ἀνέστησε, δαίμονες ἀπεδίωξε καὶ πολλοὺς ἀσθενεῖς καὶ πάσχοντες θεράπευσε μὲ τὴν ἐπίκληση τοῦ Ὀνόματος τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ.
Ὁ Ὅσιος Ἀνανίας, ἀφοῦ προεῖδε τὸ τέλος του, κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη καὶ παρέδωσε τὴν ψυχή του στὸν Κύριο, τὸν Ὁποῖο ἀπὸ βρέφος εἶχε ποθήσει.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

Ὁ Ἅγιος Ἐδουάρδος βασιλέας τῆς Ἀγγλίας 

Ὁ Ἅγιος Ἐδουάρδος ἦταν υἱὸς τοῦ βασιλέως τῆς Ἀγγλίας Ἔντγκαρ. Ὁ Ἅγιος, παρὰ τὸ γεγονὸς τοῦ μεγάλου ἀξιώματός του, διακρινόταν γιὰ τὴν ἁγνότητα καὶ εὐσέβειά του. Δολοφονήθηκε, μετὰ τριετία ἀπὸ τῆς ἀνόδου του στὸν θρόνο, ἀπὸ τὴν μητριά του Ἐλφρίδα καὶ ἐνταφιάσθηκε σὲ τόπο ἄγνωστο καὶ σὲ μεγάλο βάθος. Τὸ λείψανό του βρέθηκε ἀκέραιο, ὅταν ἐπάνω ἀπὸ τὸ σημεῖο τοῦ τάφου του ἔλαμπε οὐράνιο φῶς. Σήμερα τὸ λείψανο τοῦ Ἁγίου Ἐδουάρδου φυλάσσουν Ὀρθόδοξοι Ρώσοι μοναχοὶ τῆς Διασπορᾶς σὲ μονὴ κοντὰ στὸ Λονδίνο.
Ὁ Ἅγιος Ἐδουάρδος μαρτύρησε τὸ ἔτος 978 μ.Χ.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

Ὁ Ὅσιος Κύριλλος τοῦ Ἀστραχάν 

Ὁ Ὅσιος Κύριλλος ἔζησε κατὰ τὸν 16ο αἰώνα μ.Χ. στὴ Ρωσία. Ἀκολούθησε τὸν μοναχικὸ βίο καὶ ἐκάρη μοναχὸς στὴ μονὴ Ἁγίας Τριάδος Ἀστραχάν. Κατὰ τὸ 1568, ὅταν ἔγινε ἡγούμενος, ἀνακαίνισε τὴ μονὴ καὶ ἔκτισε τοὺς ναοὺς τῆς Ἁγίας Τριάδος, τῶν Εἰσοδείων τῆς Θεοτόκου καὶ τοῦ Ἁγίου Νικολάου. Ὁ Ὅσιος ἀπολάμβανε  τῆς τιμῆς καὶ τοῦ σεβασμοῦ ὄχι μόνο τῶν Χριστιανῶν ἀλλὰ καὶ τῶν Μουσουλμάνων τῆς περιοχῆς.
Ὁ Ὅσιος Κύριλλος κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 1576. Ἡ εἰκόνα τοῦ Ὁσίου εἰκονογραφήθηκε τὸ ἔτος 1676 σύμφωνα μὲ τὴν μαρτυρία τοῦ Αἰμιλιανοῦ Παφέντιεφ, τὸν ὁποῖο ὁ Ὅσιος εἶχε σώσει ἀπὸ πνιγμὸ στὸν ποταμὸ Βόλγα.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

Ἀκάθιστος Ὕμνος – Γ’ Στάσις

 

Νέαν ἔδειξε κτίσιν,
ἐμφανίσας ὁ Κτίστης,
ἡμῖν τοῖς ὑπ' αὐτοῦ γενομένοις·
ἐξ ἀσπόρου βλαστήσας γαστρός,
καὶ φυλάξας ταύτην,
ὥσπερ ἦν ἄφθορον,
ἵνα τὸ θαῦμα βλέποντες,
ὑμνήσωμεν αὐτὴν βοῶντες·
Χαῖρε, τὸ ἄνθος τῆς ἀφθαρσίας,
χαῖρε, τὸ στέφος τῆς ἐγκρατείας.
Χαῖρε, ἀναστάσεως τύπον ἐκλάμπουσα,
χαῖρε, τῶν Ἀγγέλων τὸν βίον ἐμφαίνουσα.
Χαῖρε, δένδρον ἀγλαόκαρπον, ἐξ οὗ τρέφονται πιστοί,
χαῖρε, ξύλον εὐσκιόφυλλον, ὑφ' οὗ σκέπονται πολλοί.
Χαῖρε, κυοφοροῦσα ὁδηγὸν πλανωμένοις,
χαῖρε, ἀπογεννῶσα λυτρωτὴν αἰχμαλώτοις.
Χαῖρε, Κριτοῦ δικαίου δυσώπησις,
χαῖρε, πολλῶν πταιόντων συγχώρησις.
Χαῖρε, στολὴ τῶν γυμνῶν παρρησίας,
χαῖρε, στοργὴ πάντα πόθον νικῶσα.
Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

Ξένον τόκον ἰδόντες,
ξενωθῶμεν τοῦ κόσμου, τὸν νοῦν εἰς οὐρανὸν μεταθέντες·
διὰ τοῦτο γὰρ ὁ ὑψηλὸς Θεός,
ἐπὶ γῆς ἐφάνη ταπεινὸς ἄνθρωπος·
βουλόμενος ἑλκύσαι πρὸς τὸ ὕψος,
τοὺς αὐτῷ βοώντας·
Ἀλληλούια.

Ὅλως ἦν ἐν τοῖς κάτω,
καὶ τῶν ἄνω οὐδόλως ἀπῆν,
ὁ ἀπερίγραπτος Λόγος·
συγκατάβασις γὰρ θεϊκή,
οὐ μετάβασις τοπικὴ γέγονε,
καὶ τόκος ἐκ Παρθένου θεολήπτου,
ἀκουούσης ταῦτα·
Χαῖρε, Θεοῦ ἀχωρήτου χώρα,
χαῖρε, σεπτοῦ μυστηρίου θύρα.
Χαῖρε, τῶν ἀπίστων ἀμφίβολον ἄκουσμα,
χαῖρε, τῶν πιστῶν ἀναμφίβολον καύχημα.
Χαῖρε, ὄχημα πανάγιον τοῦ ἐπὶ τῶν Χερουβείμ,
χαῖρε, οἴκημα πανάριστον τοῦ ἐπὶ τῶν Σεραφείμ.
Χαῖρε, ἡ τἀναντία εἰς ταὐτὸ ἀγαγοῦσα,
χαῖρε, ἡ παρθενίαν καὶ λοχείαν ζευγνῦσα.
Χαῖρε, δι' ἧς ἐλύθη παράβασις,
χαῖρε, δι' ἧς ἠνοίχθη παράδεισος.
Χαῖρε, ἡ κλεὶς τῆς Χριστοῦ βασιλείας,
χαῖρε, ἐλπὶς ἀγαθῶν αἰωνίων.
Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

Πᾶσα φύσις Ἀγγέλων,
κατεπλάγη τὸ μέγα,
τῆς σῆς ἐνανθρωπήσεως ἔργον·
τὸν ἀπρόσιτον γὰρ ὡς Θεόν,
ἐθεώρει πᾶσι προσιτὸν ἄνθρωπον,
ἡμῖν μὲν συνδιάγοντα,
ἀκούοντα δὲ παρὰ πάντων οὕτως·
Ἀλληλούια.

Ρήτορας πολυφθόγγους,
ὡς ἰχθύας ἀφώνους,
ὁρῶμεν ἐπὶ σοὶ Θεοτόκε·
ἀποροῦσι γὰρ λέγειν,
τὸ πῶς καὶ Παρθένος μένεις,
καὶ τεκεῖν ἴσχυσας·
ἡμεῖς δὲ τὸ μυστήριο ν θαυμάζοντες,
πιστῶς βοῶμεν·
Χαῖρε, σοφίας Θεοῦ δοχεῖον,
χαῖρε, προνοίας αὐτοῦ ταμεῖον.
Χαῖρε, φιλοσόφους ἀσόφους δεικνύουσα,
χαῖρε, τεχνολόγους ἀλόγους ἐλέγχουσα.
Χαῖρε, ὅτὶ ἐμωράνθησαν οἱ δεινοὶ συζητηταί,
χαῖρε, ὅτι ἐμαράνθησαν οἱ τῶν μύθων ποιηταί.
Χαῖρε, τῶν Ἀθηναίων τὰς πλοκὰς διασπῶσα,
χαῖρε, τῶν ἁλιέων τὰς σαγήνας πληροῦσα.
Χαῖρε, βυθοῦ ἀγνοίας ἐξέλκουσα,
χαῖρε, πολλοὺς ἐν γνώσει φωτίζουσα.
Χαῖρε, ὁλκὰς τῶν θελόντων σωθῆναι,
χαῖρε, λιμὴν τῶν τοῦ βίου πλωτήρων.
Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

Σῶσαι θέλων τὸν κόσμον,
ὁ τῶν ὅλων κοσμήτωρ,
πρὸς τοῦτον αὐτεπάγγελτος ἦλθε·
καὶ ποιμὴν ὑπάρχων ὡς Θεός,
δι' ἡμᾶς ἐφάνη καθ' ἡμᾶς ἄνθρωπος·
ὁμοίῳ γὰρ τὸ ὅμοιον καλέσας,
ὡς Θεὸς ἀκούει·
Ἀλληλούια.

Ὁ Ὅσιος Ἀλέξιος ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ

Ὁ Ὅσιος Ἀλέξιος γεννήθηκε στὴ Ρώμη κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορος Ἀρκαδίου (395 – 408 μ.Χ.) καὶ Ὀνωρίου (395 – 423 μ.Χ.) ἀπὸ εὐσεβεῖς καὶ εὔπορους γονεῖς. Ὁ πατέρας του Εὐφημιανὸς ἦταν συγκλητικός, φιλόπτωχος καὶ συμπαθής, ὥστε καθημερινὰ τρεῖς τράπεζες παρέθετε στὸ σπίτι του γιὰ τὰ ὀρφανά, τὶς χῆρες καὶ τοὺς ξένους ποὺ ἦταν πτωχοί. Ἡ γυναίκα του ὀνομαζόταν Ἀγλαΐς καὶ ἦταν ἄτεκνη. Στὴ δέησή της νὰ ἀποκτήσουν παιδί, ὁ Θεὸς τὴν εἰσάκουσε. Καὶ τοὺς χάρισε υἱό. Ἀφοῦ τὸ παιδὶ μεγάλωσε καὶ ἔλαβε τὴν κατάλληλη παιδεία, ἔγινε σοφότατος καὶ θεοδίδακτος. Ὅταν ἔφθασε στὴ νόμιμη ἡλικία, τὸν στεφάνωσαν μὲ θυγατέρα ἀπὸ βασιλικὴ καὶ εὐγενικὴ γενιά. Τὸ βράδυ ὅμως στὸ συζυγικὸ δωμάτιο ὁ Ἅγιος, ἀφοῦ πῆρε τὸ χρυσὸ δακτυλίδι καὶ τὴν ζώνη, τὰ ἐπέστρεψε στὴν σύζυγό του καὶ ἐγκατέλειψε τὸν κοιτώνα. Παίρνοντας ἀρκετὰ χρήματα ἀπὸ τὰ πλούτη του ἔφυγε μὲ πλοῖο περιφρονώντας τὴ ματαιότητα τῆς ἐπίγειας δόξας. Καταφθάνει στὴν Λαοδικία τῆς Συρίας καὶ ἀπὸ ἐκεῖ στὴν Ἔδεσσα τῆς Μεσοποταμίας. Ἐκεῖ ὁ Ὅσιος Ἀλέξιος μοίρασε τὰ χρήματα στοὺς πτωχούς, ἀκόμα καὶ τὰ ἱμάτιά του καί, ἀφοῦ ἐνδύθηκε μὲ κουρελιασμένα καὶ χιλιομπαλωμένα ροῦχα, κάθισε στὸ νάρθηκα τοῦ ναοῦ τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, ὡς ἕνας ἀπὸ τοὺς πτωχούς. Προτίμησε ἔτσι νὰ ζεῖ μὲ νηστεία ὅλη τὴν ἑβδομάδα καὶ νὰ μεταλαμβάνει τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων κάθε Κυριακή, ἐνῷ μόνο τότε ἔτρωγε λίγο ἄρτο καὶ ἔπινε λίγο νερό.

Οἱ γονεῖς του ὅμως τὸν ἀναζητοῦσαν παντοῦ καὶ ἔστειλαν τοὺς ὑπηρέτες τους νὰ τὸν βροῦν. Στὴν ἀναζήτησή τους ἔφθασαν μέχρι καὶ στὸ ναὸ τῆς Ἔδεσσας, χωρὶς ὡστόσο νὰ τὸν ἀναγνωρίσουν. Οἱ δοῦλοι ἐπέστρεψαν ἄπρακτοι στὴ Ρώμη, ἐνῷ ἡ μητέρα τοῦ Ἀλεξίου μὲ ὀδύνη, φορώντας πτωχὰ ἐνδύματα, καθόταν σὲ μία θύρα τοῦ σπιτιοῦ πενθώντας νύχτα καὶ ἡμέρα. Τὸ ἴδιο καὶ ἡ νύφη, ποὺ φόρεσε τρίχινο σάκο καὶ περίμενε κοντὰ στὴν πεθερά της.

Ὁ Ὅσιος Ἀλέξιος γιὰ δεκαεπτὰ χρόνια παρέμεινε στὸ νάρθηκα τοῦ ναοῦ τῆς Θεοτόκου εὐαρεστώντας τὸν Θεό. Καὶ μία νύχτα ἡ Θεοτόκος παρουσιάσθηκε στὸν προσμονάριο τοῦ ναοῦ σὲ ὄνειρο καὶ τοῦ ζήτησε νὰ τοῦ φέρει μέσα στὸ ναὸ τὸν ἄνθρωπο τοῦ Θεοῦ. Τότε ὁ προσμονάριος, ἀφοῦ βγῆκε ἀπὸ τὸ ναὸ καὶ δὲν βρῆκε κανέναν παρὰ μόνο τὸν Ἀλέξιο, δεήθηκε στὴν Θεοτόκο νὰ τοῦ ὑποδείξει τὸν ἄνθρωπο, ὅπως καὶ ἔγινε. Τότε πῆρε ἀπὸ τὸν Ὅσιο Ἀλέξιο καὶ τὸν εἰσήγαγε στὸ ναὸ μὲ κάθε τιμὴ καὶ μεγαλοπρέπεια.

Μόλις ὁ Ὅσιος κατάλαβε ὅτι ἔγινε γνωστὸς ἐκεῖ, ἔφυγε κρυφὰ καὶ σκέφθηκε νὰ πάει στὴν Ταρσό, στὸ ναὸ τοῦ Ἁγίου Παύλου τοῦ Ἀποστόλου, ὅπου ἐκεῖ θὰ ἦταν ἄγνωστος. Ἄλλα ὅμως σχεδίασε ἡ Θεία Πρόνοια. Γιατί βίαιος ἄνεμος ἅρπαξε τὸ πλοῖο καὶ τὸ μετέφερε στὴν Ρώμη. Βγαίνοντας ἀπὸ τὸ πλοῖο, κατάλαβε ὅτι ὁ Κύριος ἤθελε νὰ ἐπανέλθει ὁ Ἀλέξιος σπίτι του.

Ὅταν συνάντησε τὸν πατέρα του, ποὺ δὲν ἀναγνώρισε τὸν υἱό του, τοῦ ζήτησε νὰ τὸν ἐλεήσει καὶ νὰ τὸν ἀφήσει νὰ τρώει ἀπὸ τὰ περισσεύματα τῆς τράπεζάς του. Μὲ μεγάλη προθυμία ὁ πατέρας του δέχθηκε νὰ τὸν ἐλεήσει καὶ μάλιστα τοῦ ἔδωσε κάποιον ὑπηρέτη γιὰ νὰ τὸν βοηθάει. Κάποιοι βέβαια ἀπὸ τοὺς δούλους τῆς οἰκίας του τὸν πείραζαν καὶ τὸν κορόιδευαν, ὅμως αὐτὸν δὲν τὸν ἔνοιαζε. Ἔδινε τὴν τροφή του σὲ ἄλλους, παραμένοντας ὅλη τὴν ἑβδομάδα χωρὶς τροφὴ καὶ νερὸ καὶ μόνο μετὰ τὴν Κοινωνία τῶν Θείων καὶ Ἀχράντων Μυστηρίων δεχόταν λίγο ἄρτο καὶ νερό.

Ἔμεινε λοιπὸν γιὰ δεκαεπτὰ χρόνια στὸν πατρικὸ οἶκο χωρὶς νά τὸν γνωρίζει κανένας. Ὅταν ἔφθασε ὁ καιρὸς τῆς κοιμήσεώς του, τότε κάθισε καὶ ἔγραψε σὲ χαρτὶ ὅλο τὸν βίο του, τοὺς τόπους ποὺ πέρασε, ἀλλὰ καὶ κάποια ἀπὸ τὰ μυστήρια ποὺ γνώριζαν μόνο οἱ γονεῖς του. Κάποια Κυριακή, ὅταν ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἰννοκέντιος τελοῦσε τὴν Θεία Λειτουργία, ἀκούσθηκε φωνὴ ἀπὸ τὸ Ἅγιο Θυσιαστήριο, ποὺ καλοῦσε τοὺς συμμετέχοντες νὰ ἀναζητήσουν τὸν ἄνθρωπο τοῦ Θεοῦ. Τὴν Παρασκευὴ ὁ Ὅσιος Ἀλέξιος παρέδωσε τὸ πνεῦμα του στὰ χέρια τοῦ Θεοῦ, ἐνῷ τὸ ἀπόγευμα τῆς ἴδιας ἡμέρας οἱ πιστοὶ βασιλεῖς καὶ ὁ Ἀρχιεπίσκοπος, προσῆλθαν στὸ ναὸ γιὰ νὰ δεηθοῦν στὸν Θεὸ νὰ τοῦ ἀποκαλύψει τὸν ἅγιο ἄνθρωπο τοῦ Θεοῦ. Τότε μία φωνὴ τοὺς κατηύθυνε στὸ σπίτι τοῦ Εὐφημιανοῦ. Λίγο ἀργότερα οἱ βασιλεῖς μαζὶ μὲ τὸν Ἀρχιεπίσκοπο ἔφθασαν στὸ σπίτι τοῦ Εὐφημιανοῦ, προξενώντας μάλιστα τὴν ἀπορία τῆς γυναίκας καὶ τῆς νύφης του γιὰ τὴν παρουσία τους ἐκεῖ καὶ ρώτησαν τὸν Εὐφημιανό. Ὅμως ἐκεῖνος, ἀφοῦ πρῶτα ρώτησε τοὺς ὑπηρέτες, ἀποκρίθηκε ὅτι δὲν γνώριζε τίποτα. Στὴν συνέχεια ὁ ὑπηρέτης ποὺ φρόντιζε τὸν Ὅσιο Ἀλέξιο, παρακινούμενος ἀπὸ Θεία δύναμη, ἀνέφερε τὸν τρόπο τῆς ζωῆς τοῦ πτωχοῦ, τὸν ὁποῖο ἐξυπηρετοῦσε. Τότε ὁ Εὐφημιανὸς χωρὶς νὰ γνωρίζει ὅτι ὁ Ὅσιος εἶναι ἤδη νεκρός, ἀποκάλυψε τὸ πρόσωπο αὐτοῦ, ποὺ ἔλαμπε σὰν πρόσωπο ἀγγέλου. Στὸ χέρι τοῦ Ὁσίου μάλιστα, εἶδε χαρτὶ ποὺ δὲν μποροῦσε νὰ ἀποσπάσει. Στὴν συνέχεια ἀνέφερε στοὺς ἐπισκέπτες του ὅτι βρέθηκε ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ. Οἱ βασιλεῖς καὶ ὁ Ἀρχιεπίσκοπος τότε δεήθηκαν στὸν Ὅσιο νὰ τοὺς ἐπιτρέψει νὰ δοῦν τὸ χαρτὶ ποὺ εἶχε στὸ χέρι του. Μόλις ὁ ἀρχειοφύλακας πῆρε στὸ χέρι του τὸ χαρτί, ὁ Εὐφημιανὸς ἀντιλήφθηκε ὅτι πρόκειται γιὰ τὸν υἱό του, τὸν ὁποῖο ἀναζητοῦσε χρόνια τώρα, καὶ μεγάλο πένθος ἔπεσε στὴν οἰκογένειά του. Θρῆνος μεγάλος καὶ ἀπὸ τὴν γυναίκα του καὶ τὴ νύφη του.
Ὁ βασιλεὺς Ὀνώριος καὶ ὁ Ἀρχιεπίσκοπος μετέφεραν τὸ τίμιο λείψανο τοῦ Ὁσίου στὸ μέσο τῆς πόλεως καὶ κάλεσαν ὅλο τὸν λαό, γιὰ νὰ ἔλθει νὰ προσκυνήσει καὶ νὰ λάβει εὐλογία. Ὅσοι προσέρχονταν καὶ ἀσπάζονταν τὸ τίμιο λείψανο, ἄλαλοι, κουφοί, τυφλοί, λεπροί, δαιμονισμένοι, ὅλοι θεραπεύονταν. Βλέποντας αὐτὰ τὰ θαύματα οἱ πιστοὶ δόξαζαν τὸν Θεό. Ἦταν τόσος ὁ κόσμος ποὺ προσέρχονταν νὰ δεῖ τὸ τίμιο λείψανο, ποὺ δὲν μποροῦσαν νὰ τὸ μεταφέρουν στὸ ναὸ τοῦ Ἁγίου Βονιφατίου γιὰ νὰ τὸ ἐνταφιάσουν. Ἔριξαν ἀκόμη καὶ χρυσὸ καὶ ἄργυρο στὸν κόσμο γιὰ νὰ τοῦ ἀποσπάσουν τὴν προσοχή, ἀλλὰ μάταια. Ὅταν πιὰ μεταφέρθηκε τὸ τίμιο λείψανο στὸ ναό, γιὰ ἑπτὰ ἡμέρες ἑόρταζαν πανηγυρικὰ καὶ στὴν ἑορτὴ συμμετεῖχαν οἱ γονεῖς καὶ ἡ νύφη. Στὴ συνέχεια τοποθετήθηκε τὸ τίμιο λείψανο σὲ θήκη φτιαγμένη ἀπὸ χρυσό, ἄργυρο καὶ πολύτιμους λίθους. Ἀμέσως ἄρχισε νὰ εὐωδιάζει καὶ νὰ ἀναβλύζει μύρο, τὸ ὁποῖο καὶ ἔγινε ἴαμα καὶ θεραπεία γιὰ ὅλους.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Ἐκ ῥίζης ἐβλάστησας, περιφανοῦς καὶ κλεινῆς, ἐκ πόλεως ἤνθησας, βασιλικῆς καὶ λαμπρᾶς, Ἀλέξιε πάνσοφε· πάντων δ’ ὑπερφρονήσας ὡς φθαρτῶν καὶ ῥεόντων, ἔσπευσας συναφθῆναι, τῷ Χριστῷ καὶ Δεσπότῃ. Αὐτὸν οὖν ἐκδυσώπει ἀεί, ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν.

 

Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Ἀλεξίου σήμερον τοῦ πανολβίου, ἑορτὴν τὴν πάνσεπτον, ἐπιτελοῦντες εὐλαβῶς, αὐτὸν ὑμνήσωμεν λέγοντες· χαίροις Ὁσίων τερπνὸν ἐγκαλλώπισμα.

 

Μεγαλυνάριον.
Κλῆσιν τὴν οὐράνιον ἐσχηκώς, μόνος ἐν Ἁγίοις, Θεοῦ ἄνθρωπος θαυμαστός, Ἀλέξιε σὺ ὤφθης, τῷ ἰσαγγέλῳ βίῳ· διὸ τῆς τῶν Ἀγγέλων, χαρᾶς ἠξίωσαι.

Ὁ Ἅγιος Λάζαρος ὁ Δίκαιος, ὁ φίλος τοῦ Χριστοῦ

Στὸ Συναξάρι τῆς Κωνσταντινουπόλεως καὶ τὸ Λαυρεωτικὸ Κώδικα γίνεται μνεία τῆς ἀναστάσεως τοῦ Ἁγίου καὶ δικαίου Λαζάρου τοῦ φίλου τοῦ Χριστοῦ.( Σάββατο τοῦ Λαζάρου καὶ 17 Ὀκτωβρίου).

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

Ὁ Ἅγιος Μαρίνος 

Στοὺς Συναξαριστὲς ἀναφέρεται ὅτι ὁ Ἅγιος Μάρτυς Μαρίνος ἦταν ζηλωτὴς Χριστιανὸς καί, βλέποντας τοὺς Ἐθνικοὺς νὰ προσφέρουν θυσίες στοὺς ψεύτικους θεούς, κατέστρεψε τὸν βωμὸ καὶ καταπάτησε τὰ εἰδωλόθυτα ὀμολογώντας ὅτι εἶναι Χριστιανός. Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ τὸν συνέλαβαν καὶ τὸν κακοποίησαν μὲ πέτρες καὶ ρόπαλα. Τοῦ συνέτριψαν τὰ δόντια καὶ τὸν ἔσυραν ἀπὸ τὶς τρίχες τῆς κεφαλῆς. Στὸ τέλος τὸν παρέδωσαν δεμένο στὸν ἄρχοντα τοῦ τόπου, ὁ ὁποῖος, μετὰ ἀπὸ βασάνους ἀπέκοψε τὴν τίμια κεφαλὴ τοῦ Ἁγίου Μαρίνου.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

Ὁ Ἅγιος Πατρίκιος Ἀπόστολος τῆς Ἰρλανδίας 

Ὁ Ἅγιος Πατρίκιος γεννήθηκε στὴν πόλη Γκλέβουμ τῆς Σκωτίας, κοντὰ στὴν ἐκβολὴ τῶν ποταμῶν Σέβερν καὶ Ἄβον περὶ τὸ 380 μ.Χ. Καταγόταν ἀπὸ βρεττανορωμαϊκὴ οἰκογένεια. Ὁ πατέρας του ἦταν διάκονος καὶ δεκουρίονας καὶ ὀνομαζόταν Καλφουρίνος καὶ ὁ παππούς του ἱερέας καὶ ὀνομαζόταν Πότιτος. Τὸ ὄνομα τῆς μητέρας του ἦταν Κονκέσσα. Σὲ ἡλικία 16 ἐτῶν συνελήφθη αἰχμάλωτος καὶ μεταφέρθηκε στὴν Ἰρλανδία, ὅπου καὶ παρέμεινε ἕξι χρόνια. Οἱ ὧρες τῆς μοναξιᾶς, ὅταν ὡς σκλάβος ἔβοσκε τὸ κοπάδι του, περνοῦσαν μὲ προσευχὴ στὸν Θεό, τὸν Ὁποῖο μέσα στὴν δοκιμασία του ὁ Ἅγιος εἶχε ἀνακαλύψει. Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος θὰ μιλήσει στὸν Ἅγιο, ἐνῷ αὐτὸς κοιμόταν καὶ θὰ τοῦ πεῖ νὰ γυρίσει στὴν πατρίδα μὲ ἕνα πλοῖο ποὺ ἦταν ἕτοιμο γι’ αὐτόν. Αὐτὴ ἡ πρώτη φορὰ ποὺ τοῦ μίλησε ὁ Κύριος, δὲν θὰ εἶναι καὶ ἡ τελευταία. Θὰ ἀκολουθήσει μία σειρὰ ἀπὸ καθοριστικὲς ἐμφανίσεις τοῦ Κυρίου στὴν ζωή του. Οἱ ἐμφανίσεις αὐτὲς καθὼς καὶ οἱ προτροπὲς τοῦ Κυρίου εἶναι ἕνα στοιχεῖο ποὺ τονίζεται ἰδιαίτερα στὰ γραπτὰ τοῦ Ἁγίου.

Ὁ Ἅγιος, τὸ 402 μ.Χ., ἀπέδρασε ἀπὸ ἐκεῖ, ὅπως τοῦ προεῖπε ὁ Θεός, ἀλλὰ ἡ τρικυμία ὁδήγησε τὸ πλοῖο στὶς βορειοδυτικὲς ἀκτὲς τῆς Γαλατίας, στὴν Ἀρμορική. Τὸ πλοῖο ἔφθασε στὴν Γαλατία, ἀλλὰ ἐκεῖ τὸ πλήρωμά του δὲν στάθηκε δυνατὸ νὰ βρεῖ τροφή. Τότε ὁ καπετάνιος παρακάλεσε τὸν Ἅγιο νὰ προσευχηθεῖ στὸν Θεό, γιὰ νὰ τοὺς βοηθήσει. Ὁ Ἅγιος τοὺς μίλησε γιὰ τὴν παντοδυναμία καὶ τὴν φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ, καλώντας τους νὰ μεταστραφοῦν στὸν Κύριο καὶ νὰ μετανοήσουν καὶ τοὺς διαβεβαίωσε ὅτι τὴν ἴδια κιόλας ἡμέρα θὰ βροῦν τροφή. Πράγματι, ἔτσι κι ἔγινε. Ἡ περιπλάνηση τοῦ Ἁγίου συνεχίζεται στὰ νησιὰ τοῦ Τυρρηνικοῦ πελάγους. Τελικὰ ἐπέστρεψε στὴ Βρετανία, ἀλλὰ ἕνα ὅραμα ποὺ εἶδε τὸν κάλεσε νὰ γυρίσει καὶ πάλι στὴν Ἰρλανδία, γιὰ νὰ βοηθήσει τοὺς Χριστιανούς. Ἀμέσως μετὰ μετέβη στὴν Γαλλία, στὴν πόλη τῆς Ὠξέρρης, ὅπου παρέμεινε ἐπὶ πολλὰ ἔτη προετοιμαζόμενος γιὰ τὴν ἱεροσύνη. Λέγεται ὅτι γνώρισε τὸν Ἅγιο Μαρτίνο καὶ τὸν Ἅγιο Γερμανό, ὁ ὁποῖος τὸν ἀπέστειλε στὴν Ἰρλανδία τὸ 432 μ.Χ. ὡς Ἐπίσκοπο.

Τὸ κήρυγμά του ἐκεῖ, εἶχε μεγάλη ἀπήχηση στὸν λαό. Βάπτισε χιλιάδες πιστῶν, χειροτόνησε πολλοὺς ἱερεῖς, ἀνήγειρε ναοὺς καὶ ἐπισκοπή. Ἐνθάρρυνε τὸ μοναχισμό, ὁ ὁποῖος μέχρι τότε εἶχε κέλτικο χαρακτήρα. Κατὰ τὴν διάρκεια τῶν ἱεραποστολικῶν περιοδειῶν του, ὁ Ἅγιος συνήθιζε νὰ μὴν ταξιδεύει ἀπὸ τὸ βράδυ τοῦ Σαββάτου ἕως τὸ πρωὶ τῆς Δευτέρας. Προετοιμαζόταν γιὰ τὴν Θεία Λειτουργία τῆς Κυριακῆς καὶ ἀφιέρωνε τὸ χρόνο αὐτὸ στὸν Κύριο.
Ὁ λαὸς τῆς Ἰρλανδίας τὸν ἀγάπησε πολὺ καὶ ἑορτάζει τὴν μνήμη του μὲ λαμπρότητα. Ὁ Ἅγιος Πατρίκιος κοιμήθηκε ὁσίως μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 461 μ.Χ., στὸ Σάουτ τῆς Οὐλδίας.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

 

Ὁ Ὅσιος Θεοστήρικτος ὁ Ὁμολογητής 

Ὁ Ὅσιος Θεοστήρικτος, ὁ Ὁμολογητής, ἦταν ἡγούμενος τῆς μονῆς Πελεκητῆς. Φυλακίσθηκε ἀπὸ τὸν αὐτοκράτορα Κωνσταντίνο Ε’ τὸν Κοπρώνυμο (741 – 775 μ.Χ.), ὁ ὁποῖος κατέστρεψε τὴ μονὴ καὶ καταδίκασε τοὺς τριάντα ὀκτὼ μοναχοὺς αὐτῆς διὰ ἀσφυξίας θάνατο, ἐντὸς λουτροῦ στὴν Ἔφεσο.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Στηριγμὸς φερωνύμως τῶν πιστῶν ἐχρημάτισας, δι’ ὁμολογίας τῆς θείας, Θεοστήρικτε Ὅσιε· ὑπὲρ γὰς τῆς Εἰκόνος τοῦ Χριστοῦ, ὑπέμεινας κακώσεις καὶ δεσμά· διὰ τοῦτο καὶ Τριγλία ἡ σὴ πατρίς, τιμᾷ σε ἀνακράζουσα· δόξα τῷ δεδωκότι σοι ἰσχύν, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα τῷ χορηγοῦντι διὰ σοῦ, χάριν ἡμῖν καὶ ἔλεος.

 

Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Ὀρθοδόξοις δόγμασι, λελαμπρυσμένος, ὡς ἀστὴρ πολύφωτος ὁμολογίας τῷ φωτί, καταπυρσεύεις ἑκάστοτε, τοὺς σὲ τιμῶντας, σοφὲ Θεοστήρικτε.

 

Μεγαλυνάριον.
Χαίροις τῆς Τριγλίας θεῖος βλαστός, καὶ ὁμολογίας, Θεοστήρικτε λαμπηδών· χαίροις ὁ προστάτης, καὶ θεῖος ἀντιλήπτωρ, τῶν πίστει ἐκτελούντων, Πάτερ τὴν μνήμην σου.

Ὁ Ἅγιος Παῦλος ὁ Ὁσιομάρτυρας 

Ὁ Ἅγιος Ὁσιομάρτυς Παῦλος καταγόταν ἀπὸ τὴν Κρήτη καὶ μαρτύρησε ἐπὶ τοῦ ἀρχισατράπου τῆς νήσου Κρήτης, Θεοφάνους Λαρδοτύρου, ὅπως πληροφορούμαστε ἀπὸ τὸν βίο τοῦ Ἁγίου Στεφάνου τοῦ Νέου, τοῦ ὁποίου τὴν μνήμη τιμᾶ ἡ Ἐκκλησία στὶς 28 Νοεμβρίου.

Ὁ Στέφανος ἦταν μοναχὸς στὸ ὄρος Αὐξεντίου τῆς Βιθυνίας, συνελήφθη ὡς εἰκονόφιλος καὶ φυλακίσθηκε στὴν Κωνσταντινούπολη ἐπὶ αὐτοκράτορα Κωνσταντίνου Ε’ τοῦ Κοπρώνυμου (740 – 775 μ.Χ.). Μέσα στὴν φυλακὴ βρῆκε καὶ ἄλλους 342 μοναχούς, ποὺ εἶχαν φυλακισθεῖ γιὰ τὸν ἴδιο λόγο, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ ἕναν μοναχὸ ἀπὸ τὴν Κρήτη μὲ τὸ ὄνομα Ἀντώνιος. Αὐτὸς ἄρχισε νὰ διηγεῖται στοὺς ἄλλους φυλακισμένους μοναχοὺς περὶ τῆς ἀγριότητας τῶν διωγμῶν στὴν Κρήτη καὶ περὶ τοῦ μαρτυρίου τοῦ ἀββᾶ Παύλου.
Ὁ ἀρχισατράπης Θεοφάνης, ἀφοῦ ὁδήγησε τὸν Ἅγιο Παῦλο στὸ Πραιτώριο τοῦ Ἡρακλείου, τὸν ἐκβίαζε ἢ νὰ ποδοπατήσει τὴν εἰκόνα τοῦ Κυρίου, ὁ Ὁποῖος σταυρώθηκε γιὰ τὸν ἄνθρωπο, ἢ νὰ ἀκολουθήσει τὴν ὁδὸ τῶν βασανιστηρίων. Ὁ Ἅγιος ὄχι μόνο ἀρνήθηκε νὰ τὸ πράξει, ἀλλὰ γονάτισε καὶ ἀσπάσθηκε τὴν εἰκόνα. Ἐξαγριωμένος ὁ ἀρχισατράπης ἔδωσε ἐντολὴ νὰ γδύσουν τὸν Ἅγιο καὶ νὰ τὸν δέσουν μὲ σίδερα. Κατόπιν, ἀφοῦ τὸν κρέμασε, τὸν ἔκαψε ζωντανό. Τὸ μαρτύριό του τοποθετεῖται περὶ τὸ 765 ἢ τὸ 766 μ.Χ.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

 

Μνήμη Μεγάλου Σεισμοῦ 

Ὁ σεισμὸς ἔγινε τὸ ἔτος 790 μ.Χ., ἐπὶ αὐτοκράτορα Κωνσταντίνου τοῦ ΣΤ’ τοῦ Πορφυρογέννητου (780 – 798 μ.Χ.), υἱοῦ τῆς Εἰρήνης τῆς Ἀθηναίας.
Ὅπως ἀναφέρεται στὸ Λαυρεωτικὸ Κώδικα, ὅλη ἡ γῆ κλονιζόταν ἐπὶ πολλὲς ἡμέρες. Τότε κατέπεσε μεγάλο μέρος τῶν τειχῶν τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ράγισαν ναοὶ καὶ κατέπεσαν οἰκίες. Ὁ βασιλεὺς μαζὶ μὲ τὸν Πατριάρχη καὶ τὸν λαό, ἔκαναν λιτανεῖες μὲ τὸν Τίμιο Σταυρό, τὰ ἅγια λείψανα καὶ τὶς ἱερὲς εἰκόνες καὶ προσεύχονταν μὲ δάκρυα καὶ νηστεία νὰ τοὺς ἐλεήσει ὁ Θεὸς καὶ νὰ ἀποστρέψει τὴν ὀργή Του. Ὁ Κύριος ἔγινε ἐλπίδα γιὰ ὅλους καὶ κατάπαυσε τὸν τρόμο τῆς γῆς.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

 

Ὁ Ἅγιος Παῦλος ὁ Ὁσιομάρτυρας ὁ ἐν Κύπρῳ ἀθλήσας 

Εἶναι ἄγνωστο ποῦ καὶ πότε μαρτύρησε ἐπὶ τῶν εἰκονομάχων ὁ Ἅγιος Ὁσιομάρτυς Παῦλος, ὁ ὁποῖος τελειώθηκε διὰ πυρός.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

Ὁ Ὅσιος Μακάριος ἡγούμενος τῆς μονῆς Κολγιαζὶν τῆς Ρωσίας 

Ὁ Ὅσιος Μακάριος, κατὰ κόσμο Ματθαῖος, γεννήθηκε τὸ ἔτος 1402 στὸ χωριὸ Κοζίνο τῆς Ρωσίας, ποὺ βρισκόταν κοντὰ στὴν πόλη Καζίν. Ὁ πατέρας του Βασίλειος Κόζα, ἦταν στρατιωτικὸς στὴν ὑπηρεσία τοῦ πρίγκιπα Βασιλείου Β’ τοῦ Ὀσκούρου.

Κατόπιν ἐπιμονῆς τῶν γονέων του καὶ παρὰ τὴν μοναχική του κλίση, νυμφεύθηκε τὴν Ἑλένη Γιαχόντοβα. Τὰ ἑπόμενα τρία χρόνια πέθαναν οἱ γονεῖς του καὶ ἡ σύζυγός του. Ἔτσι ὁ Ὅσιος εἰσῆλθε στὴ μονὴ τοῦ Ἁγίου Νικολάου τοῦ Κολμπούκωφ, ὅπου ἐκάρη μοναχός. Μὲ τὴν εὐλογία τοῦ ἡγουμένου ἄφησε τὴ μονὴ καὶ ἀσκήτευε σὲ ἐρημικὴ περιοχὴ κοντὰ σὲ δύο λίμνες τῆς περιοχῆς τοῦ Καζίν.
Ἀργότερα ἔγινε ἡγούμενος τῆς μονῆς Κολγιαζίν. Ἐδῶ συνέχισε τὸν πνευματικό του ἀγώνα. Ἦταν ἁπλὸς καὶ πολλὲς φορὲς ἀποσυρόταν στὴν ἔρημο, γιὰ νὰ ζήσει ἡσυχαστικά. Μέσα στὸ δάσος συνομιλοῦσε μὲ τὰ ἄγρια θηρία, τὰ ὁποία ἔπαιρναν τὴν τροφή τους ἀπὸ τὸ χέρι τοῦ Ἁγίου.
Ὁ Ὅσιος Μακάριος κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 1483.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

Ὁ Ἅγιος Γαβριὴλ ὁ Ὁσιομάρτυρας ὁ Μικρός

Ὁ Ἅγιος Ὁσιομάρτυρας Γαβριήλ, ὁ ἐπονομαζόμενος Μικρός, ἔζησε στὴν Γεωργία κατὰ τὸ δεύτερο ἥμισυ τοῦ 18ου καὶ τὶς ἀρχὲς τοῦ 19ου αἰῶνος μ.Χ. Ἦταν ἐκκλησιαστικὸς γραμματεὺς καὶ καλλιγράφος. Μαρτύρησε τὸ ἔτος 1802 ἀπὸ τοὺς Μουσουλμάνους.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

Ὁ Ἅγιος Θεόδουλος ὁ Ἱερομάρτυρας ὁ Σιναΐτης

Ὁ Ἅγιος Ἱερομάρτυρας Θεόδουλος ἦταν ἀδελφὸς τῆς μονῆς Σινᾶ καὶ διακονοῦσε στὸ μετόχι τῆς μονῆς, στὸν Ἅγιο Γεώργιο Πυργώτου τῆς Κύπρου. Τελειώθηκε μαρτυρικὰ ἀπὸ τοὺς Τούρκους τὸ ἔτος 1822.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr