Blue Flower

Αποτέλεσμα εικόνας για άγιοσ γρηγόριοσ ε πατριάρχησ κωνσταντινουπόλεωσὉ Ἅγιος Γρηγόριος, κατὰ κόσμο Γεώργιος Ἀγγελόπουλος, γεννήθηκε στὴ Δημητσάνα τὸ ἔτος 1745, ἀπὸ εὐσεβεῖς καὶ ἐνάρετους γονεῖς, τὸν Ἰωάννη καὶ τὴν Ἀσημίνα. Τὸ 1767 μετέβη στὴ Σμύρνη, κοντὰ στὸν θεῖο του ἐκκλησιάρχη Μελέτιο, παρακολουθώντας μαθήματα στὴν Εὐαγγελικὴ Σχολή. Στὴ συνέχεια παρακολούθησε  μαθήματα φιλοσοφίας στὴν Πάτμο ἀπὸ τὸν Δανιὴλ Κεραμέα. Μετὰ τὶς σπουδές του ἦλθε στὴν αὐτοκρατορικὴ μονὴ τῆς Μεταμορφώσεως τῶν Στροφάδων νήσων, ὅπου ἐκάρη μοναχὸς λαμβάνοντας τὸ ὄνομα Γρηγόριος. Ἀπὸ ἐκεῖ τὸν κάλεσε ὁ Μητροπολίτης Σμύρνης Προκόπιος καὶ τὸν χειροτόνησε ἀρχιδιάκονό του. Ὅταν ἀργότερα χειροτονήθηκε πρεσβύτερος, ἐπέστρεψε στὴ Δημητσάνα καὶ ἔδωσε 1.500 γρόσια γιὰ τὴν στέγαση τῶν ἀπόρων φοιτητῶν.

Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος μυήθηκε στὴν Φιλικὴ ἑταιρεία ἀπὸ τὸν Ἰωάννη Φαρμάκη περὶ τὰ μέσα τοῦ ἔτους 1818 στὸ Ἅγιον Ὄρος. «Ἔδειξεν εὐθὺς ζωηρότατον ἐνθουσιασμὸν ὑπὲρ τοῦ πνεύματος αὐτῆς» καὶ «ηὐχήθη ἀπὸ καρδίας», γιὰ τὴν ἐπιτυχία τοῦ σκοποῦ της.

Στὶς 19 Αὐγούστου 1785 ἐκλέγεται οἰκουμενικὸς Πατριάρχης καὶ παραμένει στὸν πατριαρχικὸ θρόνο μέχρι τὸν Δεκέμβριο τοῦ 1798. Κατὰ τὸ ἔτος αὐτὸ καθαιρεῖται ἀπὸ τὴν Πύλη, διότι θεωρήθηκε ἀνίκανος νὰ διατηρήσει τὴν ὑποταγὴ τῶν Χριστιανικῶν λαῶν κάτω ἀπὸ τὸν Τουρκικὸ ζυγὸ καὶ ἐξορίζεται στὸ Ἅγιον Ὄρος. Τὸ 1818 κλήθηκε γιὰ τρίτη φορὰ στὸν Οἰκουμενικὸ θρόνο, στὸν ὁποῖο καὶ παρέμεινε μέχρι τὴν ἡμέρα τοῦ μαρτυρικοῦ του θανάτου.

Ὁ Κωνσταντίνος Κούμας ἀναφέρει ὅτι ὁ Ἅγιος Γρηγόριος δὲν ἦταν μόνο «σεμνὸς τὸ ἦθος, λιτὸς τὴν δίαιταν, ταπεινὸς τὴν στολήν, ζηλωτὴς τῆς πίστεως, δραστηριότατος εἰς ὅλα τὰ ἔργα του», ἀλλὰ ἦταν καὶ «ἄκαμπτος εἰς τὰς ἰδέας του καὶ δὲν τὸν ἔμελε διὰ κανὲν ἐναντίον, ὅταν ἀπεφάσιζε τίποτε». Καὶ ὁ Γρηγόριος ἀπεφάσισε. Ἔταξε ὡς σκοπὸ στὴν ζωή του νὰ ὑπηρετήσει πιστὰ τὸ δοῦλο Γένος καὶ νὰ βοηθήσει μὲ ὅλες τὶς δυνάμεις του καὶ μὲ τὴν ζωή του στὴν ἀπελευθέρωση ἀπὸ τὸν Τουρκικὸ ζυγό. Γιὰ τὴν πραγματοποίηση τοῦ σκοποῦ του χρησιμοποιοῦσε ὅλη του τὴ διπλωματικὴ δεξιοτεχνία.

Στὴν προσπάθειά του ὁ Ἐθνομάρτυρας νὰ διασώσει τὸν Ἑλληνικὸ πληθυσμὸ ἀπὸ τὴν σφαγὴ καὶ συγχρόνως νὰ παραπλανήσει τὸν Σουλτάνο καὶ νὰ δώσει τὴν εὐκαιρία στοὺς ἀγωνιστὲς νὰ ἐργάζονται ἀνενόχλητοι, ἀναγκάσθηκε νὰ ἀφορίσει τοὺς ἐπαναστάτες.

Συντριπτικὴ ἀπάντηση στοὺς κατήγορους τοῦ Γρηγορίου θὰ δώσει ὁ Ἀλέξανδρος Ὑψηλάντης μὲ τὶς ὁδηγίες ποὺ ἔστειλε ἀπὸ τὸ Κισνόβιο τῆς Βεσσαραβίας στοὺς ἀρχηγοὺς τῆς Πελοποννήσου: «Ὁ μὲν Πατριάρχης βιαζόμενος παρὰ τῆς Πόρτας σᾶς στέλλει ἀφοριστικὸ καὶ ἐξάρχους, παρακινώντας σας νὰ ἑνωθῆτε μὲ τὴν Πόρταν. Ἐσεῖς ὅμως νὰ θεωρῆτε ταῦτα ὡς ἄκυρα καθόσον γίνονται μὲ βίαν καὶ δυναστείαν καὶ ἄνευ θελήσεως τοῦ Πατριάρχου»«Ἂς μὴν λησμονήσωμεν ὅτι ὑπάρχουν περιστάσεις καθ’ ἃς ἀπαιτοῦνται θυσίαι μεγαλύτεραι καὶ αὐτῆς τῆς θυσίας τῆς ζωῆς καὶ ὅτι ἐνίοτε ἡ μαρτυρικὴ ζωὴ εἶναι πικρότερον ἀλλὰ πλέον ἐπιβεβλημένον καθῆκον καὶ αὐτοῦ τοῦ μαρτυρικοῦ θανάτου. Καὶ αὐτὴν τὴν ὑπέρτατην θυσίαν προσέφερεν ὁ ἀοίδιμος Πατριάρχης, ὅστις συνησθάνθη συναίσθημα πικρότερον καὶ αὐτοῦ τοῦ θανάτου, ὅταν θυσιάζων πάντα ἐγωισμὸν καὶ ἀποβλέπων εἰς τὸ ἀληθινὸν συμφέρον, ἠναγκάσθη νὰ θέση τὴν ὑπογραφὴν τοῦ κάτωθι ἐγγράφου καταδικάζοντας τὸ κίνημα, ὑπὲρ τῆς ἐπιτυχίας τοῦ ὁποίου ὁλοψύχως ηὔχετο καὶ εἰργάζετο. Ὑπογράφων, ἀπεμάκρυνε τὰς ὑπονοίας τῆς Πύλης περὶ συμμετοχῆς εἰς τὸ κίνημα ἐπισήμων κύκλων· μὴ ὑπογράφων, θὰ ἐπεβεβαίου τὰς ὑπονοίας, ὅτε δεινὴ ἐπιπίπτουσα ἡ τιμωρία τοῦ τυράννου κατὰ τῶν βυσσοδομούντων, θὰ ἐνέκρου τὸ κίνημα πρὶν ἢ ἐκραγῇ. Ἄλλως ὁ ἀοίδιμος Πατριάρχης μετὰ θαυμαστῆς ἐγκαρτερήσεως ὑπέστη τὸ μαρτύριον, ὅταν ἐπέστη τὸ μαρτύριον, ὅταν ἐπέστη ἡ ὥρα, καίτοι ἠδύνατο νὰ σωθῇ διὰ τῆς φυγῆς».

Εἶναι χαρακτηριστικὴ ἡ ἐπιστολὴ ποὺ ἔστειλε ὁ Ἅγιος Γρηγόριος στὶς 26 Δεκεμβρίου 1820 στὸν Ἐπίσκοπο Σαλώνων Ἡσαΐα καὶ πολύτιμη ἀπὸ ἱστορικὴ ἄποψη, γιατί ἀποδεικνύει πὼς ὁ Ἐθνομάρτυς παρακολουθοῦσε ὅλα ὅσα συνέβαιναν  στὴν Ἑλλάδα, σὲ ὅλες του τὶς λεπτομέρειες καὶ τὶς προετοιμασίες γιὰ τὴν ἐπανάσταση:

«Ἀμφοτέρας τὰς τιμίας ἐπιστολάς, διὰ τοῦ ἀγαθοῦ Φούντα Γαλαξειδιώτου, ἀσφαλῶς ἐδεξάμην καὶ τοὺς ἐν αὐταῖς τιμίους λόγους ἔγνων. Ἐχεμυθείας, ἀδελφέ, μεγίστη χρεία καὶ προφύλαξις περὶ πᾶν διάβημα, οἱ γὰρ χρόνοι πονηροί εἰσι καὶ ἐν ταῖς φιλοπατριώταις ἔστι καὶ μοχθηρῶν ζύμη, ἀφ’ ἧς ὡς ἀπὸ ψωραλέου προβάτου φυλάττεσθε. Κακὸν γὰρ πολλοὶ μηχανώνται διὰ τὸ τῆς φιλοπλουτίας ἔγκλημα. Διὸ τὴν ἀγαθὴν μερίδα ἐξελέξω κοινολογῶν μοι ἐμπιστευομένοις πατριώταις, τὰ ἐχεμυθείας δεόμενα. Οἱ Γαλαξειδιῶται, οὓς ἐπιστέλλεις μοι συνεχῶς, πεφροντισμένως ἐνεργοῦσι, καὶ ἀφ’ ὧν ἔγνω ἀδύνατον ἀντὶ παντὸς τιμίου οὐδ’ ἐλάχιστον λόγον ἕρκος ὀδόντων φυγεῖν· οὐ μόνον τὰ σά, ἀλλὰ καὶ τὰ τῶν ἐν Μορέᾳ ἀδελφῶν γράμματα κομίζουσί μοι. Ἡ τοῦ Παπανδρέα πρᾶξις πατριωτικὴ μὲν τοῖς γινώσκουσι τὰ μύχια, κατακρίνουσι δὲ οἱ μὴ εἰδότες τὸν ἄνδρα. Κρύφα ὑπερασπίζου αὐτόν, ἐν φανερῷ δὲ ἄγνοιαν ὑποκρίνου, ἔστι δ’ ὅτε καὶ ἐπίκρινε τοῖς θεοσεβέσιν ἀδελφοῖς καὶ ἀλλοφύλοις. Ἰδὶᾳ πράϋνον τὸν Βεζύρην λόγοις καὶ ὑπόσχεσιν· ἀλλὰ μὴ παραδοθήτω εἰς λέοντος στόμα. Ἄσπασον οὖν ταῖς ἐμαῖς εὐχαῖς τοὺς ἀνδρείους ἀδελφούς, προτρέπων εἰς κρυψίνοιαν διὰ τὸν φόβον τῶν Ἰουδαίων. Ἀνδρωθήτωσαν ὥσπερ λέοντες καὶ ἡ εὐλογία τοῦ Κυρίου κρατυνεῖ αὐτούς, ἐγγὺς δ’ ἔστι τοῦ Σωτῆρος τὸ Πάσχα. Αἱ εὐχαὶ τῆς ἐμῆς μετριότητος ἐπὶ τῆς κεφαλῆς σου, ἀδελφέ μου Ἡσαΐα. Γεωργοὶ ἀκαμάτως καὶ ὄλβια γεώργια δώσοι σοι ὁ Πανύψιστος».

Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος συνιστοῦσε τὸν ἀγῶνα γιὰ τὴν ἐλευθερία καὶ τὸν ἐνίσχυε μὲ κάθε μέσο. Ἦταν ἀποφασισμένος νὰ θυσιασθεῖ γιὰ τὴν Πατρίδα. «Χρεωστοῦμεν», ἔλεγε, «νὰ ποιμαίνωμεν καλῶς τὰ ποίμνιά μας καὶ χρείας τυχούσης νὰ κάμωμεν, ὅπως ἔκαμεν ὁ Ἰησοῦς δι’ ἡμᾶς διὰ νὰ μᾶς σώσῃ…».

Σὲ ἐπιστολὴ ποὺ ἔστειλε πρὸς τὸν Παλαιῶν Πατρῶν Γερμανό, ἔγραφε:

«Συλλειτουργὲ ἐν Χριστῷ καὶ λίαν ἀγαπητὲ ἀδελφέ. Ἔλαβον τὴν ἀπὸ 20 Ἀπριλίου ἐπιστολήν σου. Ἡ ἀπόφασίς μου περὶ μελετωμένης ἀνορθώσεως «σχολῆς» τῆς φιλτάτης πατρίδος εἶναι τοιαύτη, ὡς ἡ ἰδική σας, ὅπως θέλῃς μάθει καὶ παρὰ τοῦ ἰδίου. Τὸ κιβώτιον τοῦ ἐλέους πρέπει νὰ ἐμψυχωθῇ. Καὶ τὴν βουλὴν τοῦ Κυρίου ἀνθρώπιναι δυνάμεις δὲν δύνανται νὰ τὴν μεταβάλουν. Γενηθήτω τὸ θέλημά Του».

Κάτω ἀπὸ τὴν λέξη «σχολήν» ὑπονοοῦσαν τὴν Ἑλληνικὴ Ἐπανάσταση. Οἱ Φιλικοὶ μάλιστα ὀνόμασαν ἐπιστάτες τῆς σχολῆς τὸν Οἰκουμενικὸ Πατριάρχη Γρηγόριο καὶ τὸν Πατριάρχη Ἱεροσολύμων Πολύκαρπο.

Ὅταν σὲ μία συνεδρίαση τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, ὁ Μητροπολίτης Δέρκων Γρηγόριος προέτρεψε τὸν Πατριάρχη νὰ μεταβοῦν στὴν Πελοπόννησο γιὰ νὰ τεθοῦν ἐπικεφαλῆς τῆς Ἐπαναστάσεως, ὁ Γρηγόριος ὁ Ε’ ἀπάντησε: «Καὶ ἐγὼ ὡς κεφαλὴ τοῦ Ἔθνους καὶ ὑμεῖς ὡς Σύνοδος ὀφείλομεν νὰ ἀποθάνωμεν διὰ τὴν κοινὴν σωτηρίαν· ὁ θάνατος ἡμῶν θὰ δώσῃ δικαίωμα εἰς τὴν Χριστιανοσύνην νὰ ὑπερασπίσῃ τὸ Ἔθνος ἐναντίων τοῦ τυράννου. Ἀλλ’ ἂν ὑπάγωμεν ἡμεῖς νὰ θαρρύνωμεν τὴν Ἐπανάστασιν, τότε θὰ δικαιώσωμεν τὸν Σουλτάνον ἀποφασίσαντα νὰ ἐξολοθρεύσῃ ὅλον τὸ Ἔθνος».

Ὅταν μερικοὶ προσπάθησαν νὰ τὸν πείσουν νὰ φύγει ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολη καὶ νὰ σώσει τὸν ἑαυτό του, ὁ καλὸς ποιμένας ἀπάντησε:

«Μὲ προτρέπετε εἰς φυγήν. Μάχαιρα θὰ διέλθῃ τᾶς ρύμας τῆς Κωνσταντινουπόλεως καὶ λοιπῶν πόλεων τῶν χριστιανικῶν ἐπαρχιῶν. Ὑμεῖς ἐπιθυμεῖτε ὅπως ἐγὼ μεταμφιεζόμενος καταφύγω εἰς πλοῖον ἢ κλεισθῶ ἐν οἰκίᾳ οἱουδήποτε εὐεργετικοῦ ὑμῶν Πρεσβευτοῦ, ν’ ἀκούω δὲ ἐκεῖθεν πῶς οἱ δήμιοι κατακρεουργοῦσι τὸν χηρεύοντα λαόν. Οὐχί! Ἐγὼ διὰ τοῦτο εἶμαι Πατριάρχης, ὅπως σώσω τὸ Ἔθνος μου, οὐχὶ δὲ ὅπως θὰ θεωρήσωσιν ἀδιαφόρως πῶς ἡ πίστις αὐτῶν ἐξυβρίσθη ἐν τῷ προσώπῳ μου. Οἱ Ἕλληνες, οἱ ἄνδρες τῆς μάχης, θὰ μάχωνται μετὰ μεγαλυτέρας μανίας, ὅπερ συχνάκις δωρεῖται τὴν νίκην· εἰς τοῦτο εἶμαι πεπεισμένος. Βλέπετε μεθ’ ὑπομονῆς εἰς ὅτι καὶ ἂν μοῦ συμβῇ. Σήμερον (Κυριακὴ τῶν Βαΐων) θὰ φάγωμεν ἰχθεῖς, ἀλλὰ μετά τινας ἡμέρας καὶ ἴσως καὶ ταύτην τὴν ἑβδομάδα οἱ ἰχθεῖς θὰ μᾶς φάγωσιν… Ναί, ἂς μὴ γίνω χλεύασμα τῶν ζώντων· δὲν θὰ ἀνεχθῶ ὥστε εἰς τὰς ὁδοὺς τῆς Ὀδησσοῦ, τῆς Κερκύρας καὶ τῆς Ἀγκῶνος διερχόμενον ἐν μέσ τῶν ἀγυιῶν νὰ μὲ δακτυλοδείκτωσι λέγοντες: “Ἰδοὺ ἔρχεται ὁ φονεὺς Πατριάρχης”. Ἂν τὸ Ἔθνος μου σωθῇ καὶ θριαμβεύσῃ, τότε πέποιθα θὰ μοῦ ἀποδώση θυμίαμα ἐπαίνου καὶ τιμῶν, διότι ἐξεπλήρωσα τὸ χρέος μου… Ὑπάγω ὅπου μὲ καλεῖ ὁ νοῦς μου, ὁ μέγας κλῆρος τοῦ Ἔθνους καὶ ὁ Πατὴρ ὁ οὐράνιος, ὁ μάρτυς τῶν ἀνθρωπίνων πράξεων».

Ὁ Γρηγόριος ὁ Ε’, ὁ φλογερὸς αὐτὸς Ἱεράρχης, ἀκολούθησε τὸν δρόμο του. Σάρκωσε ὁλόκληρο τὸ ὑπόδουλο Γένος. Ἐπωμίσθηκε τὸ σταυρό του. Ἀνέβηκε τὸ Γολγοθά του. Δέχθηκε ραπίσματα, χλευασμούς, ἐμπτυσμοὺς καὶ τέλος τὸν θάνατο μὲ ἀπαγχονισμό. Μπροστὰ στὸ Πατριαρχεῖο, τὴν ἡμέρα τοῦ Πάσχα τοῦ 1821, οἱ Τοῦρκοι κρέμασαν τὸν Πατριάρχη.

Στὸ ἔγγραφο τῆς καταδίκης του (τουρκιστὶ “γιαφτάς”), ἀναφέρεται ἡ αἰτία τοῦ ἀπαγχονισμοῦ του: «…Ἀλλ’ ὁ ἄπιστος πατριάρχης τῶν Ἑλλήνων… ἐξ αἰτίας τῆς διαφθορᾶς τῆς καρδίας του, ὄχι μόνον δὲν εἰδοποίησεν οὐδ’ ἐπαίδευσε τοὺς ἀπατηθέντας, ἀλλὰ καθ’ ὅλα τὰ φαινόμενα ἦτο καὶ αὐτός, ὡς ἀρχηγός, μυστικὸς συμμέτοχος τῆς Ἐπαναστάσεως… ἀντὶ νὰ δαμάσῃ τοὺς ἀποστάτας καὶ δώσῃ πρῶτος τὸ παράδειγμα τῆς εἰς τὰ καθήκοντα ἐπιστροφῆς των, ὁ ἄπιστος οὗτος ἔγινεν ὁ πρωταίτιος ὅλων τῶν ἀνεφυεισῶν ταραχῶν.

»Εἴμεθα πληροφορημένοι ὅτι ἐγεννήθη ἐν Πελοποννήσῳ καὶ ὅτι εἶναι συνένοχος ὅλως τῶν ἀταξιῶν, ὅσας οἱ ἀποπλανηθέντες ραγιάδες ἔπραξαν κατὰ τὴν ἐπαρχίαν Καλαβρύτων…

»Ἐπειδὴ πανταχόθεν ἐβεβαιώθημεν περὶ τῆς προδοσίας του ὄχι μόνος εἰς βλάβην τῆς ὑψηλῆς Πύλης, ἀλλὰ καὶ εἰς ὄλεθρον αὐτοῦ τοῦ ἔθνους του, ἀνάγκη ἦτο νὰ λείψῃ ὁ ἄνθρωπος οὗτος ἀπὸ τοῦ προσώπου τῆς γῆς καὶ διὰ τοῦτο ἐκρεμάσθη πρὸς σωφρονισμὸ τῶν ἄλλων».

Ἕνα χρόνο μετὰ τὸν ἀπαγχονισμὸ καὶ τὴν μεταφορὰ τοῦ τιμίου λειψάνου του ἀπὸ τὸν πλοίαρχο Μ. Σκλάβο στὴν Ὁδησσὸ τῆς Ρωσίας, ὁ Ζακυνθινὸς ἱερωμένος Οἰκονόμος Νικόλαος Κοκκίνης, μετέπειτα Ἀρχιεπίσκοπος Ζακύνθου, ἐφημέριος τότε τοῦ παλαίφατου ναοῦ τῆς Ὁδηγήτριας καὶ φλογερότατος Φιλικός, εὐαισθητοποιημένος ἀπὸ τὴν θυσία τοῦ Πατριάρχη, συνθέτει Ἀκολουθία πρὸς τιμὴν τοῦ νέου Ἱερομάρτυρα, κάτι ποὺ ἀποδεικνύει περίτρανα ὅτι ὁ Ἅγιος Γρηγόριος στὴ συνείδηση τοῦ Γένους κατέκτησε ἀμέσως μὲ τὸ τίμιο αἷμα του, θέση Ἁγίου.
Τὸ 1871 ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος θεώρησε ἐπιβεβλημένο νὰ μετακομίσει τὸ τίμιο λείψανό του ἀπὸ τὴν Ὁδησσὸ στὴν ἀπελεύθερη Ἀθήνα. Γιὰ τὸν σκοπὸ αὐτὸ συστάθηκε Ἐπιτροπή, στὴν ὁποία συμμετεῖχαν ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ζακύνθου Νικόλαος Β’ ὁ Κατραμὴς καὶ  Ἀρχιμανδρίτης Ἀβέρκιος Λ. Λαμπίρης, Α’ γραμματεὺς τῆς Ἱερᾶς Συνόδου. Στὴν Ὁδησσὸ ἀπεδόθησαν ἀπὸ τὰ μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ τοὺς ἐκεῖ ὁμόδοξους τιμὲς Ἁγίου στὸ ἱερὸ λείψανο τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου. Κατὰ τὴν Πανυχίδα μάλιστα, ποὺ τελέσθηκε ἐκεῖ κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς μνήμης του, «ἐξεφώνισεν ἀπ’ ἄμβωνος, κατ’ ἐπίμονον τῶν ὁμογενῶν ἀπαίτησιν, λογύδριον ὁ Σεβασμιώτατος Ἀρχιεπίσκοπος Ζακύνθου». Τὸ ἱερὸ λείψανο ἔφθασε στὴν Ἀθήνα τὴν 25η Ἀπριλίου 1871, ὅπου οἱ Ἀθηναῖοι τοῦ ἐπεφύλαξαν πάνδημη ὑποδοχή. Μὲ κατάνυξη καὶ ἀγαλλίαση ἐναπετέθη στὸν Καθεδρικὸ Ναὸ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου, ὅπου φυλάσσεται μέχρι σήμερα σὲ περίβλεπτη λάρνακα.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.

Ὁσίως ἱέρευσας, τῷ ἐπὶ πάντων Θεῷ, καὶ θῦμα εὐπρόσδεκτον, ὡς ἐναθλήσας καλῶς,  Χριστῷ προσενήνεξαι. Ὅθεν ἡ σὴ ἀγχόνη, ἀληθῶς ἀνεδείχθη, λύτρον μακρᾶς δουλείας, τῶν Ἑλλήνων τῷ γένει· διὸ Ἱερομάρτυς, Γρηγόριε τιμῶμέν σε.

 

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον. Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Δημητσάνης τὸν γόνον Βυζαντίου τὸν πρόεδρον, καὶ τὸ τῆς Ἑλλάδος ἁπάσης γέρας θεῖον καὶ καύχημα, Γρηγόριον τιμήσωμεν πιστοί, ὡς Μάρτυρα Χριστοῦ πανευκλεῆ, ἵνα λάβωμεν πταισμάτων τὸν ἱλασμόν, παρὰ Θεοῦ κραυγάζοντες· δόξα τῷ δεδωκότι σου ἰσχύν, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ἐν εὐκλείᾳ οὐρανῶν, δοξάσαντί σε Ἅγιε.

 

Κοντάκιον. Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Ἱεράρχης ἔνθεος, γεγενημένος θεόφρον, τὴν ἀγχόνην ἤνεγκας, ὑπὲρ τῆς ποίμνης σου χαίρων. Ὅθεν σου, τῷ μαρτυρίῳ ἐγκαυχωμένη, ᾄδει σοι, Ἑλλὰς ἑόρτιον θεῖον ὕμνον, καὶ τὸ χαῖρέ σοι κραυγάζει, Ἱερομάρτυς Πάτερ Γρηγόριε.

 

Μεγαλυνάριον.
Χαίροις Βυζαντίου θεῖος ποιμήν· χαίροις τῆς Ἑλλάδος, ἐγκαλλώπισμα ἱερόν· χαίροις Ἱεράρχα, καὶ Μάρτυς τοῦ Κυρίου, Γρηγόριε παμμάκαρ, Ἀγγέλων σύσκηνε.

Ὁ Ἅγιος Ἀφρικανός, Θεόδωρος, ΜάἈναξιμένης, Δημοσθένης, Ἐπαμεινώνδας, Ἐτεοκλής, Ἠρακλῆς, Θησέας, Ἰσοκράτης, Μακάριος, Ὅμηρος, Παρμενίων, Πελοπίδας, Περικλῆς, Πολύβιος, Πολύνικος, Προμηθέας, Σοφοκλῆς, Φιλοποίμην, Φωκίωνξιμος, Πομπήιος καὶ Τερέντιος οἱ Μάρτυρες καὶ οἱ σὺν αὐτοῖς τριάντα ἐννέα Μάρτυρες 

Οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες Ἀφρικανός, Θεόδωρος, Μάξιμος, Πομπήιος καὶ Τερέντιος μ αρτύρησαν τὸ ἔτος 250 μ.Χ., ἐπὶ αὐτοκράτορος Δεκίου (249 – 251 μ.Χ.) καὶ ἡγεμόνος Φουρτουνιανοῦ, στὴν Καρθαγένη τῆς Ἀφρικῆς μαζὶ μὲ ἄλλους τριάντα ἐννέα Χριστιανούς, τῶν ὁποίων τὰ ὀνόματα εἶναι: Ἀνάξαρχος, Ἀναξιμένης, Ἀριστείδης, Δημάρατος, Δημοκλής, Δημοσθένης, Διονύσιος, Ἐπαμεινώνδας, Ἐτεοκλής, Ζήνων, Ἠλίας, Ἡρακλῆς, Ἡσαΐας, Ἡφαιστίων, Θεμιστοκλῆς, Θεόφραστος, Θησεύς, Θωμᾶς, Ἰσοκράτης, Λουκᾶς, Μακάριος, Μιλτιάδης, Μνήσαρχος, Ξενοφῶν, Ὅμηρος, Παρμενίων, Πελοπίδας, Περικλῆς, Πίνδαρος, Πολύβιος, Πολύνικος, Προμηθεύς, Σοφοκλῆς, Σωκράτης, Τιμόθεος, Τίτος, Φιλοποίμην, Φωκίων καὶ Χρόνιος.

Οἱ Ἅγιοι συνελήφθησαν, ἐπειδὴ ἦταν Χριστιανοὶ καὶ δοκιμάσθηκαν μὲ πολλὰ βασανιστήρια. Πρῶτα τοὺς χτύπησαν ὑπερβολικά, μέχρις ὅτου φάνηκαν τὰ σπλάγχνα τους, στὴν συνέχεια μὲ πυρωμένα καρφιὰ τοὺς τρύπησαν τὰ ἰσχία καὶ ἐπάνω σὲ αὐτὰ ἔριξαν ξύδι καὶ ἁλάτι. Ἀφοῦ ὅμως προσευχήθηκαν, κατέστρεψαν τὰ ξόανα, τοὺς βωμοὺς καὶ τοὺς ναοὺς τῶν εἰδωλολατρῶν. Στὸ τέλος, μετὰ τὶς φρικτὲς βασάνους, ἀποκεφαλίσθηκαν.
Ἡ Ἐκκλησία τιμᾶ τὴν μνήμη τους καὶ στὶς 28 Ὀκτωβρίου.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

 

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Στρατὸς θεοσύλλεκτος, πανευκλεῶν Ἀθλητῶν, στερρότητι πίστεως, ἐξ Ἀφρικῆς συνδραμών, γενναίως ἠγώνισται· σύμφρονες γὰρ τῇ γνώμῃ, καὶ τοῖς τρόποις ὀφθέντες, σύναθλοι ἐν ἀγῶσιν, ἀνεδείχθησαν πάντες. Καὶ νῦν καθικετεύουσι, σώζεσθαι ἅπαντας.

 

Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Ὡς Χριστοῦ ἀκόλουθοι οἱ Ἀθλοφόροι, ἐν σταδίῳ ἔλεγον, ἀγωνιζόμενοι στερρῶς· Μὴ δειλιάσωμεν σύναθλοι· τρυφὴ γὰρ μένει ὑμᾶς ἀδιάδοχος.

 

 

Μεγαλυνάριον.
Πλάνης καταπτύσαντες τῶν θεσμῶν, τῇ ὁμολογίᾳ, παρετάξασθε τοῦ Χριστοῦ, κατὰ τῶν ἀνόμων, γενναῖοι Ἀθλοφόροι· διὸ τῶν ἀϊδίων, γερῶν ἐτύχετε. 

Ἡ Ἁγία Ὄλδα ἡ Προφήτης 

Ἡ Ἁγία Ὄλδα ἢ Ὀλδὰ ἡ Προφήτιδα, μητέρα τοῦ Σελήμ, τοῦ υἱοῦ τοῦ Θεκουέ, τοῦ υἱοῦ τοῦ Ἀράας, ἀναφέρεται στὸ βιβλίο τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης Δ’ τῶν Βασιλειῶν. Ἡ Ἁγία κατοικοῦσε στὴν Ἱερουσαλὴμ κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ βασιλέως Ἰωσία, πρὸς τοὺς ἀπεσταλμένους τοῦ ὁποίου ἀπήντησε τὰ ἑξῆς: «Αὐτὰ λέγει ὁ Κύριος ὁ Θεὸς τοῦ Ἰσραήλ: Εἴπατε πρὸς τὸν ἄνδρα, ὁ ὁποῖος σᾶς ἀπέστειλε πρὸς ἐμέ. Αὐτὰ λέγει ὁ Κύριος: Ἰδού, ἐγὼ θὰ ἐπιφέρω μεγάλη καταστροφὴ στὸν τόπο τοῦτο καὶ τοὺς κατοικοῦντες σὲ αὐτόν, ἐφαρμόζων σὲ αὐτοὺς ὅλες τὶς τιμωρίες τοῦ βιβλίου τούτου, τὶς ὁποῖες διάβασε ὁ βασιλεὺς τοῦ βασιλείου τοῦ Ἰσραήλ. Καὶ τοῦτο θὰ γίνει διότι οἱ Ἰσραηλίτες μὲ ἐγκατέλειπαν προσφέροντες θυμίαμα σὲ ξένους θεούς, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ μὲ ἀναγκάσουν νὰ ὀργισθῶ γιὰ τὰ ἔργα αὐτὰ τῶν χειρῶν τους καὶ νὰ ἀνάψει ὁ θυμός μου ἐναντίων τοῦ τόπου τούτου καὶ νὰ μὴ σβεσθεῖ».

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Οἱ Ἅγιοι Ἰάκωβος καὶ Ἀζᾶς οἱ Ἱερομάρτυρες 

Οἱ Ἅγιοι Ἱερομάρτυρες Ἰάκωβος καὶ Ἀζᾶς μαρτύρησαν κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ βασιλέως τῶν Περσῶν, Σαβωρίου, στὴν Περσία. Ὁ μὲν Ἅγιος Ἰάκωβος ἦταν Πρεσβύτερος ἀπὸ τὴν πόλη Φαργαθᾶ, ὁ δὲ Ἅγιος Ἀζᾶ ἦταν Διάκονος ἀπὸ τὴν πόλη Βηθνηρῆ. Συνελήφθησαν καὶ οἱ δύο ὡς Χριστιανοὶ καὶ ὁδηγήθηκαν ἐνώπιον τοῦ ἀρχιμάγου Ἀρχωγαϊχάρ. Ἐκεῖνος ἀφοῦ τοὺς συνέλαβε τοὺς ἔριξε στὴ φυλακὴ καὶ τοὺς τιμώρησε μὲ πεῖνα γιὰ πολλὲς ἡμέρες. Στὴν συνέχεια τοὺς κρέμασε γυμνούς, ἐπειδὴ δὲν θυσίαζαν στὸν ἥλιο καὶ στὴ φωτιὰ καὶ τοὺς ἀποκεφάλισε. Ἔτσι ἄθλησαν οἱ δύο Ἱερομάρτυρες καὶ εἰσῆλθαν στὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

 

Ὁ Ἅγιος Μιλτιάδης πάπας Ρώμης 

Ὁ Ἅγιος Μιλτιάδης ἢ Μελχιάδης ἦταν πάπας Ρώμης (311 – 314 μ.Χ.). Καταγόταν ἀπὸ τὴν Ἀφρικὴ καὶ εἶναι γνωστὸς ὡς Μελχιάδης ὁ Ἀφρικανός. Ὑπ’ αὐτοῦ συγκλήθηκε τὸ ἔτος 313 μ.Χ. Σύνοδος στὸ Λατερανὸ τῆς Ρώμης, ἡ ὁποία καταδίκασε τὸν Δονάτο καὶ ἀθώωσε τὸν Ἐπίσκοπο Καρχηδόνος Καικιλιανό. Ἐπὶ τῆς ἐποχῆς του ἐξεδόθησαν τὰ περὶ ἀνεξιθρησκείας ἔδικτα (διατάγματα) τῶν Ρωμαίων αὐτοκρατόρων Γαλερίου, Κωνσταντίνου καὶ Λικινίου. Ὁ Ἅγιος Μιλτιάδης ἢ Μελχιάδης μαρτύρησε, κατὰ τὸ Ρωμαϊκὸ Μαρτυρολόγιο, ἐπὶ αὐτοκράτορος Μαξιμίνου (307 – 313 μ.Χ.) καὶ ἐνταφιάσθηκε στὴν Ἀππία ὁδό, κοντὰ στὴ νεκρόπολη τοῦ Ἁγίου Καλλίστου.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Οἱ Ἅγιοι ἐν τῇ μονῇ Νταοὺ Πεντέλης οἱ Ὁσιομάρτυρες 

Οἱ Ἅγιοι Ὁσιομάρτυρες τῆς μονῆς Νταοὺ Πεντέλης μαρτύρησαν περὶ τὰ τέλη τοῦ 17ου αἰῶνα μ.Χ., κατὰ τὴν ἐποχὴ ποὺ Ἀλγερινοὶ πειρατὲς λεηλατοῦσαν τὰ παράλια μέρη. Κάποιος ἀπὸ τοὺς ὑπηρέτες τῆς μονῆς, ὁ ὁποῖος μισοῦσε τοὺς μοναχούς, συνεννοήθηκε μὲ τοὺς πειρατὲς καὶ τοὺς ἔβαλε στὴ μονὴ τὴν ὥρα ποὺ οἱ Πατέρες ἑόρταζαν τὴν Ἀνάσταση. Οἱ πειρατὲς κατέσφαξαν τοὺς Πατέρες, λεηλάτησαν τὴ μονὴ καὶ ἔφυγαν. Σώθηκε μόνο ἕνας ἱερέας τῆς μονῆς μὲ τὸν ὑποτακτικό του, ποὺ εἶχε μεταβεῖ στὸ μετόχι Γεροτσακούλι, γιὰ νὰ τελέσει ἐκεῖ τὴν ἀκολουθία τῆς Ἀναστάσεως. Ὅταν ἐπέστρεψε, βρῆκε τὴν μονὴ κατεστραμμένη καὶ σφαγμένους ὅλους τοὺς Πατέρες. Ὁ ἱερέας ἀφοῦ περισυνέλεξε τὰ τίμια λείψανα, τὰ ἐνταφίασε μὲ εὐλάβεια καὶ τιμή.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Οἱ Ἅγιοι ἐν Καμπτακούιᾳ τῆς Γεωργίας Μάρτυρες 

Οἱ Ἅγιοι αὐτοὶ Μάρτυρες, μαρτύρησαν στὴ Γεωργία σὲ μία ἀπὸ τὶς ἐξολοθρευτικὲς ἐπιδρομὲς τῆς Μογγολικῆς ὀρδῆς, τῆς ὁποίας ἡγεῖτο ὁ Ταμερλάνος, τὸ ἔτος 1386, στὸ μοναστήρι τοῦ Καμπτακούια. Διεισδύοντας ὁ στρατὸς τοῦ Ταμερλάνου στὴν πόλη Κάρτλη (κεντρικὴ περιοχὴ τῆς Γεωργίας) λεηλάτησε ὅλη τὴν χώρα καὶ κατέστρεψε τὸ μοναστήρι τοῦ Καμπτακούια. Οἱ κάτοικοι τῶν γειτονικῶν χωριῶν εἶχαν κλειστεῖ μέσα στὸ μοναστήρι.

Μετὰ τὴν λεηλασία τοῦ μοναστηριοῦ, ὁ πολέμαρχος Ταμερλάνος συγκέντρωσε ὅλους τοὺς μοναχοὺς μαζὶ καί, ἐπιθυμώντας νὰ τοὺς ταπεινώσει καὶ νὰ τοὺς ἐξευτελίσει, τοὺς ἀνάγκασε νὰ τραγουδήδουν καὶ νὰ χορέψουν. Καὶ οἱ μοναχοὶ φώναζαν κλαίγοντας: «Συμφορά μας, συμφορά μας».
Οἱ στρατιῶτες τοῦ Ταμερλάνου τοὺς ὁδήγησαν στὸν καθεδρικὸ ναὸ τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, ποὺ ἦταν γεμάτος ἀπὸ αἰχμαλώτους Χριστιανούς. Συσσώρευσαν καυσόξυλα γύρω ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία καὶ ἔβαλαν φωτιά. Ἔτσι οἱ Ἅγιοι Ὁμολογητὲς μαρτύρησαν καὶ ἔλαβαν ἀπὸ τὸν Κύριο τῆς δόξας τὸ στέφανο τοῦ μαρτυρίου.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

 

Ὁ Ἅγιος Δημήτριος (ἢ Δῆμος) ὁ Νεομάρτυρας ὁ ἁλιεὺς 

Ὁ Ἅγιος Νεομάρτυς Δημήτριος ἢ Δῆμος, καταγόταν ἀπὸ τὸ χωριὸ Ὀζοῦν Κιοπροὺ (Μακρὰ Γέφυρα) τῆς ἐπαρχίας Ἀνδριανουπόλεως. Ἦταν ψαρὰς καὶ ἐργαζόταν σὲ ἰχθυοτροφεῖο τῆς Σμύρνης. Κάποια ἡμέρα ἦλθε σὲ προστριβὴ μὲ τὸν Τοῦρκο ἰδιοκτήτη τοῦ ἰχθυοτροφείου, ὁ ὁποῖος τὸν συκοφάντησε ὅτι ὁρκίσθηκε νὰ γίνει Τοῦρκος. Ἔτσι τὸν προσήγαγαν στὸν κριτὴ ἀνάμεσα σὲ ψευδομάρτυρες. Ὁ Ἅγιος ὅμως ἔμεινε σταθερὸς στὴν πίστη του. Γι’ αὐτὸ τὸν χτύπησαν ἀνηλεῶς καὶ τὸν ἔριξαν στὴ φυλακή, ὅπου τὸν βασάνισαν μὲ ξύλα, πλίνθους καὶ ἄλλα βασανιστικὰ μέσα. Τὸν ἔβγαλαν ἀπὸ τὴν φυλακὴ τρεῖς φορὲς μήπως καὶ ἀλλάξει στάση, συνέχεια ὅμως ὁ Ἅγιος ὁμολογοῦσε τὸν Χριστό. Ἡ καταδίκη ἦταν ἀναπόφευκτη. Ὁ κριτὴς ἔδωσε ἐντολὴ νὰ τὸν ἀποκεφαλίσουν στὴ Σμύρνη τὸ ἔτος 1763. Τὸ ἱερὸ λείψανο τοῦ Ἁγίου ἐνταφιάσθηκε μὲ τιμὴ καὶ εὐλάβεια στὸ ναὸ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου τῆς Σμύρνης καὶ ὁ τάφος του ἔγινε προσκύνημα τῶν πιστῶν, παρέχοντας σὲ αὐτοὺς πολλὰ ἰάματα.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ἅγιος Δημήτριος (ἢ Δῆμος) ὁ Νεομάρτυρας ὁ ἁλιεὺς 

Ὁ Ἅγιος Νεομάρτυς Δημήτριος ἢ Δῆμος, καταγόταν ἀπὸ τὸ χωριὸ Ὀζοῦν Κιοπροὺ (Μακρὰ Γέφυρα) τῆς ἐπαρχίας Ἀνδριανουπόλεως. Ἦταν ψαρὰς καὶ ἐργαζόταν σὲ ἰχθυοτροφεῖο τῆς Σμύρνης. Κάποια ἡμέρα ἦλθε σὲ προστριβὴ μὲ τὸν Τοῦρκο ἰδιοκτήτη τοῦ ἰχθυοτροφείου, ὁ ὁποῖος τὸν συκοφάντησε ὅτι ὁρκίσθηκε νὰ γίνει Τοῦρκος. Ἔτσι τὸν προσήγαγαν στὸν κριτὴ ἀνάμεσα σὲ ψευδομάρτυρες. Ὁ Ἅγιος ὅμως ἔμεινε σταθερὸς στὴν πίστη του. Γι’ αὐτὸ τὸν χτύπησαν ἀνηλεῶς καὶ τὸν ἔριξαν στὴ φυλακή, ὅπου τὸν βασάνισαν μὲ ξύλα, πλίνθους καὶ ἄλλα βασανιστικὰ μέσα. Τὸν ἔβγαλαν ἀπὸ τὴν φυλακὴ τρεῖς φορὲς μήπως καὶ ἀλλάξει στάση, συνέχεια ὅμως ὁ Ἅγιος ὁμολογοῦσε τὸν Χριστό. Ἡ καταδίκη ἦταν ἀναπόφευκτη. Ὁ κριτὴς ἔδωσε ἐντολὴ νὰ τὸν ἀποκεφαλίσουν στὴ Σμύρνη τὸ ἔτος 1763. Τὸ ἱερὸ λείψανο τοῦ Ἁγίου ἐνταφιάσθηκε μὲ τιμὴ καὶ εὐλάβεια στὸ ναὸ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου τῆς Σμύρνης καὶ ὁ τάφος του ἔγινε προσκύνημα τῶν πιστῶν, παρέχοντας σὲ αὐτοὺς πολλὰ ἰάματα.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ἅγιος Χρύσανθος ὁ Νεομάρτυρας ὁ Ξενοφωντινός

Ὁ Ἅγιος Νεομάρτυς Χρύσανθος, γέροντας στὴν ἡλικία, μαρτύρησε διὰ ξίφους στὴν Κωνσταντινούπολη, στὶς 10 Ἀπριλίου τοῦ 1821, κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ἡ Ὁσία Ἀναστασία ἡγουμένη τοῦ Οὔγκλιχ 

Ἡ Ὁσία Ἀναστασία ἔζησε κατὰ τὸν 17ο αἰῶνα μ.Χ. στὴ Ρωσία. Ἔγινε μοναχὴ καὶ ἀναδείχθηκε ἡγουμένη τῆς μονῆς τοῦ Οὔγκλιχ. Κοιμήθηκε ὁσίως μὲ εἰρήνη.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Μνήμη θαύματος Αγίου Μηνά στο Ηράκλειο της Κρήτης

Ακόμη από τα πολλά θαύματα του Αγίου Μηνά είναι και αυτό που έλαβε χώρα το 1826 μ.Χ. στο Ηράκλειο της Κρήτης, πόλη στην οποία ιδιαιτέρως τιμάται ο Άγιος.

Το 1821 μ.Χ., μετά την έκρηξη της μεγάλης Ελληνικής Επανάστασης εναντίον των Τούρκων, οι κατακτητές προχώρησαν σε σφαγές χιλιάδων αμάχων σε πολλές περιοχές. Από τους πρώτους που πλήρωσαν με το αίμα τους την επανάσταση ήταν και οι κάτοικοι της Κρήτης. Μεταξύ των χιλιάδων θυμάτων ήταν ο Μητροπολίτης Κρήτης, οι Επίσκοποι Χανίων, Κνωσού, Χεροννήσου, Λάμπης, Σητείας κ.α. οι οποίοι εσφάγησαν, την 24η Ιουνίου 1821 μ.Χ., στον περίβολο του Μητροπολιτικού Ναού του Ηρακλείου. Μάλιστα ο ιερουργών ιερέας εσφάγη πάνω στην Αγία Τράπεζα!
Πέντε χρόνια αργότερα, το 1826 μ.Χ., οι Τούρκοι του Ηρακλείου σχεδίαζαν να προβούν σε σφαγή των Χριστιανών, και πάλι στον Μητροπολιτικό Ναό του Αγίου Μηνά, στις 18 Απριλίου, ημέρα του Πάσχα, την ώρα της Αναστάσιμης Θείας Λειτουργίας για να πιάσουν τους Χριστιανούς απροετοίμαστους. Για αντιπερισπασμό έβαλαν φωτιά σε διάφορα απομακρυσμένα σημεία της πόλης, ενώ οπλισμένα στίφη είχαν συγκεντρωθεί έξω από το ναό, περιμένοντας την ώρα της αναγνώσεως του Ευαγγελίου για να εισβάλουν και να αρχίσουν την σφαγή.

Μόλις όμως άρχισε η ανάγνωση εμφανίσθηκε ένας ασπρομάλλης ηλικιωμένος ιππέας που έτρεχε γύρω από το ναό κραδαίνοντας το ξίφος του και κυνηγώντας τους επίδοξους σφαγείς οι οποίοι τράπηκαν πανικόβλητοι σε φυγή. Έτσι σώθηκαν οι πολύπαθοι Χριστιανοί του Ηρακλείου από τον φοβερό κίνδυνο.

 

Οι Τούρκοι νόμισαν ότι ο καβαλάρης ήταν μουσουλμάνος πρόκριτος απεσταλμένος από τον Διοικητή της πόλης για να ματαιώσει την σφαγή. Όταν διαμαρτυρήθηκαν στον Διοικητή, αυτός τους διαβεβαίωσε ότι δεν γνώριζε τίποτε και μάλιστα διαπιστώθηκε ότι ο συγκεκριμένος πρόκριτος δεν είχε βγει καθόλου από το σπίτι του.


Κατάλαβαν τότε οι Τούρκοι ότι επρόκειτο για θαύμα του Αγίου Μηνά, κοινοποίησαν το γεγονός στους Έλληνες και από τότε οι Mουσουλμάνοι ηυλαβούντο πολύ τον Άγιο, προσφέροντας μάλιστα και δώρα στο ναό του.
Το θαύμα αυτό του Αγίου Μηνά καθιερώθηκε να τιμάται στο Ηράκλειο την Τρίτη της Διακαινησίμου, οπότε και εκτίθεται σε προσκύνηση, κατά τον εσπερινό, λείψανο του Αγίου.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ἅγιος Μάρτυς Εὐψύχιος ἔζησε κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ δυσσεβοῦς αὐτοκράτορα Ἰουλιανοῦ τοῦ Παραβάτου (361 – 363 μ.Χ.) καὶ καταγόταν ἀπὸ τὴ χώρα τῆς Καππαδοκίας. Ἦταν ἄνθρωπος μὲ θεοφιλὴ βίο καὶ ἀγαθὴ κρίση καὶ εἶχε πολὺ πόθο γιὰ τὸν Χριστό. Ὅταν στὴν Καισάρεια τῆς Καππαδοκίας ὁ Ἰουλιανὸς ἔχτισε ναὸ τῆς θεᾶς Τύχης, στὸν ὁποῖο θυσίαζαν οἱ εἰδωλολάτρες, ὁ Εὐψύχιος πῆρε μαζί του καὶ μερικοὺς ἄλλους θαρραλέους νέους καὶ γκρέμισαν τὸ ναὸ ἀπὸ τὰ θεμέλια καθὼς καὶ τὸ εἴδωλο τῆς θεᾶς. Ὅταν ἔμαθε αὐτὰ ὁ βασιλέας ὀργίσθηκε ὑπερβολικὰ καὶ ἀπέστειλε στρατιῶτες γιὰ νὰ τοὺς συλλάβουν. Καὶ τοὺς ἄλλους, ἀφοῦ τοὺς στέρησε ἀπὸ τὴν περιουσία τους, τοὺς ὑπέβαλλε σὲ ποικίλα χτυπήματα καὶ τοὺς ἐξόρισε. Τὸν Μάρτυρα ὅμως, Εὐψύχιο, ἐπειδὴ κατὰ τὴν γνώμη του ὑπῆρξε ἡ αἰτία αὐτῆς τῆς ἐνέργειας, πρῶτα τὸν ἔκλεισε στὴ φυλακή, στὴν συνέχεια δὲ τὸν βασάνισε πολύ. Ἐπειδὴ ὅμως δὲν κατάφερνε νὰ τὸν πείσει νὰ ἀρνηθεῖ τὴν πίστη του στὸν Χριστό, ἔδωσε ἐντολὴ καὶ τὸν ἀποκεφάλισαν. Ἦταν τὸ ἔτος 363 μ.Χ. Ἔτσι ὁ Μάρτυς Εὐψύχιος κέρδισε ἀντὶ τῆς φθαρτῆς ζωῆς, τὸν ἄφθαρτο στέφανο τοῦ μαρτυρίου.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Τὴν ὡραιότητα.
Εὐψύχως ἤνυσας, δρόμον τὸν ἔνθεον, καὶ καταβέβληκας, ἐχθρὸν τὸν δόλιον, τὴν πανοπλίαν τοῦ Σταυροῦ, παμμάκαρ ἐνδεδυμένος· ὅθεν συνηρίθμησαι, τῶν Μαρτύρων ταῖς τάξεσι, δόξαν αἰωνίζουσαν, κεκτημένος Εὐψύχιε. Ἀλλὰ μὴ διαλείπῃς πρεσβεύων, σῶσαι ἡμᾶς τοὺς σὲ τιμῶντας.

 

Κοντάκιον. Ἦχος β’. Τοῖς τῶν αἱμάτων σου.
Ὡς εὐσεβείας θεόδμητον ἄγαλμα, τῆς ἀσεβείας καθεῖλες τὸ ἵδρυμα, καὶ εὔψυχος ὤφθης πρὸς ἄθλησιν, ἐν εὐψυχίᾳ τμηθεὶς τὸν αὐχένα σου· διό σε ὑμνοῦμεν Εὐψύχιε.

 

Μεγαλυνάριον.
Ναὸν τῶν ἀψύχων Μάρτυς θεῶν, καθελὼν εὐψύχως, ὡς Τριάδος ἔμπνους ναός, πρὸς ναὸν τὸν ἄνω, μαρτυρικαῖς βαθμῖσιν, Εὐψύχιε ἀνῆλθες, ὡς Μάρτυς ἔνθεος.

Ὁ Ἅγιος Αὐδιησοῦς ὁ Μάρτυρας καὶ οἱ σὺν αὐτῷ τριακόσιοι Μάρτυρες ἐν Περσίδι

Οἱ Ἅγιοι αὐτοὶ Μάρτυρες μαρτύρησαν κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ βασιλέως τῶν Περσῶν, Σαβωρίου Β’ (325 – 379 μ.Χ.). Ὁ Σαβώριος ἐξεστράτευσε κατὰ τῶν Βυζαντινῶν καὶ κυρίευσε τὴν πόλη Βιζάδη. Ἀμέσως ἐκτέλεσε τοὺς στρατιῶτες ποὺ βρίσκονταν μέσα σὲ αὐτή, καθὼς καὶ ὅσους ἔφεραν ὅπλα, ἐνῷ στὸ λαό, τὰ γυναικόπαιδα καὶ τοὺς γέροντες, τὸν Ἐπίσκοπο Ἡλιόδωρο καὶ τοὺς Πρεσβυτέρους Δησᾶ καὶ Μαριάβ, χάρισε τὴ ζωή.

Κατὰ τὸν χρόνο ἐκεῖνο, ἐπειδὴ ὁ Ἐπίσκοπος Ἡλιόδωρος προαισθάνθηκε τὸ τέλος του, χειροτόνησε Ἐπίσκοπο τὸν πρεσβύτερο Δησᾶ. Ἐνῷ λοιπὸν γινόταν ἡ Ἀκολουθία στὸ ναό, ὁ ἀρχιμάγος Ἀδεφὰρ ἀνέφερε στὸν βασιλέα Σαβώριο ὅτι οἱ Χριστιανοί, τοὺς ὁποίους ἄφησε νὰ ζήσουν, ἐξέλεξαν γιὰ Ἐπίσκοπό τους κάποιον ὀνόματι Δησᾶ καὶ καθυβρίζουν τὸ βασιλέα καὶ τὴν θρησκεία του.

Ἀμέσως τότε ὁ Σαβώριος ἔδωσε ἐντολὴ καὶ ὁδήγησαν ἐνώπιόν του τριακόσιους ἄνδρες Χριστιανοὺς καὶ τοὺς διέταξε νὰ προσκυνήσουν τὸν ἥλιο καὶ τὴ φωτιὰ καὶ νὰ θυσιάσουν στὰ εἴδωλα. Ἐκεῖνοι δὲν πειθάρχησαν στὴν προσταγὴ τοῦ βασιλέως, ἀλλὰ ἔμειναν ἀκλόνητοι στὴν πίστη τους. Τότε ἀποκεφαλίσθηκαν. Πέντε ὅμως ἀπὸ αὐτοὺς λιποψύχησαν. Ἀρνήθηκαν τὴν πατρώα εὐσέβεια καὶ προσκύνησαν τὰ εἴδωλα μὲ ἀποτέλεσμα νὰ χάσουν τὴν σωτηρία τῆς ψυχῆς τους.
Ἕνας δὲ ἀπὸ τοὺς ἀποκεφαλισθέντες Μάρτυρες, ὁ Αὐδιησούς, ἐπειδὴ τὸ χτύπημα τοῦ ξίφους δὲν ἦταν θανατηφόρο, δὲν πέθανε μαζὶ μὲ τοὺς ἄλλους, ἀλλὰ ἔζησε καὶ κήρυττε μὲ παρρησία καὶ ἐνθουσιασμὸ τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ. Γι’ αὐτὸ καὶ τὸν τελείωσαν μὲ μαχαίρι. Ἔτσι οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες εἰσῆλθαν στὴν αἰώνια ζωὴ τοῦ Θεοῦ στεφανωμένοι μὲ τὸ στέφανο τοῦ μαρτυρίου.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ὅσιος Ἀκάτιος Ἐπίσκοπος Ἀμίδης Μεσοποταμίας

Δὲν ἔχουμε λεπτομέρειες γιὰ τὸν βίο τοῦ Ὁσίου Ἀκατίου. 

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ἅγιος Βάδιμος ὁ Ὁσιομάρτυρας

Ὁ Ἅγιος Βάδιμος ἔζησε κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ βασιλέως τῆς Περσίας Σαβωρίου Β’ (325 – 379 μ.Χ.). Ἦταν Πέρσης καὶ καταγόταν ἀπὸ εὐγενὴ καὶ πλούσια οἰκογένεια τῆς πόλεως Βηθλαπάτης. Ἀφοῦ καταφρόνησε τὴ δόξα τοῦ κόσμου καὶ τὰ πλούτη, ἔγινε μοναχὸς καὶ ἔπειτα ἀρχιμανδρίτης καὶ εἶχε κοντά του ἑπτὰ μαθητές. Ἐπειδὴ ὅμως κήρυσσαν τὸν Χριστό, καταγγέλθηκαν ὅτι ἀποσποῦν τοὺς Πέρσες ἀπὸ τὴν θρησκεία τῶν εἰδώλων καὶ συνελήφθησαν. Παρὰ τὶς πιέσεις καὶ τὰ βασανιστήρια ὁ Ἅγιος Βάδιμος καὶ οἱ μαθητές του ὁμολογοῦσαν συνέχεια μὲ παρρησία καὶ ἀνδρεία τὸ Ὄνομα τοῦ Ἁγίου Θεοῦ. Τότε παρεδόθησαν στὸν δήμιο Νηρσᾶ, ὁ ὁποῖος μὲ τὸ σπαθί του θανάτωσε τὸν Ἅγιο καὶ ἀποκεφάλισε τοὺς μαθητές του.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Μετακομιδὴ Τιμίων Λειψάνων Ἁγίας Μόνικας εἰς Ρώμη 

Ἡ μνήμη τῆς Ἁγίας Μόνικας, μητέρας τοῦ ἱεροῦ Αὐγουστίνου τιμᾶται τὴν 4η Μαΐου, ὅπου καὶ τὰ βιογραφικὰ στοιχεῖα της.
Λεπτομέρειες γιὰ τὸ γεγονὸς τῆς μετακομιδῆς τῶν ἱερῶν λειψάνων της, δὲν ἔχουμε.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr               

Ὁ Ἀπόστολος Ἄγαβος, ὁ Προφήτης, εἶναι γνωστὸς ἀπὸ τὶς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων. Προφήτευσε περὶ τῆς συλλήψεως τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, τοῦ ὁποίου πῆρε τὴ ζώνη καὶ ἀφοῦ ἔδεσε μὲ αὐτὴν τὰ χέρια του καὶ τὰ πόδια του, εἶπε τὰ ἑξῆς προφητικὰ λόγια: «Αὐτὰ λέγει τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Τὸν ἄνδρα στὸν ὁποῖο ἀνήκει αὐτὴ ἡ ζώνη θὰ τὸν δέσουν στὰ Ἱεροσόλυμα οἱ Ἰουδαῖοι, ἔτσι ὅπως εἶμαι τώρα ἐγὼ δεμένος καὶ θὰ τὸν παραδώσουν στὰ χέρια τῶν εἰδωλολατρῶν Ρωμαίων». Ὁ ἴδιος προφήτευσε καὶ περὶ τοῦ μεγάλου λιμοῦ στὴν Ἱερουσαλήμ. Ἀργότερα ὁ Ἀπόστολος Ἄγαβος κήρυξε τὸ Εὐαγγέλιο σὲ διάφορα μέρη καὶ κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη.

Ὁ Ἀπόστολος Ἀσύγκριτος, Ἐπίσκοπος Ὑρκανίας ἢ Ὀρκανίας, πρὸς τὸν ὁποῖο πέμπει ἀσπασμὸ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος στὴ Ρώμη, τελειώθηκε μαρτυρικά.

Ὁ Ἀπόστολος Ἑρμῆς ἔγινε Ἐπίσκοπος Δαλματίας († 8 Μαρτίου) καὶ κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη.

Ὁ Ἀπόστολος Ἡρωδίων ἀνῆκε στὸν κύκλο τῶν Ἑβδομήκοντα Ἀποστόλων τοῦ Κυρίου. Ἀκολουθώντας τοὺς Ἁγίους Ἀποστόλους βοηθοῦσε αὐτοὺς στὸ κήρυγμα τοῦ Χριστοῦ, προσφέροντας ὑπηρεσίες σὲ ὅλους καὶ ὑποτασσόμενος ὡς μαθητὴς τοῦ Χριστοῦ, ποὺ ἔλεγε ὅτι αὐτὸς ποὺ θέλει νὰ εἶναι πρῶτος σὲ ὅλους, ἂς εἶναι ὑπηρέτης ὅλων καὶ διάκονος αὐτῶν. Στὴν συνέχεια χειροτονήθηκε ἀπὸ αὐτοὺς Ἐπίσκοπος τῆς πόλεως τῶν Νέων Πατρῶν καὶ ὁδήγησε στὴν ἀλήθεια τοῦ Εὐαγγελίου πολλοὺς Ἐθνικούς. Ἐπειδὴ ὅμως οἱ Ἰουδαῖοι τὸν φθόνησαν, συναθροίστηκαν ἐναντίων του μαζὶ μὲ τοὺς εἰδωλολάτρες, τὸν συνέλαβαν καὶ τὸν βασάνισαν ἀνηλεῶς. Τοῦ συνέτριψαν τὸ στόμα μὲ πέτρες καὶ τοῦ κτύπησαν τὴν κεφαλὴ πάνω σὲ ξύλα. Στὴν συνέχεια οἱ παράνομοι, ὡς ἄγριοι καὶ αἱμοβόροι κυνηγοί, τὸν κατάσφαξαν μὲ μαχαίρι. Ἔτσι παρέδωσε τὴν μακάρια ψυχή του στὸν Κύριο, γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Ὁποίου ὑπέστη μαρτυρικὸ θάνατο.

Ὁ Ἀπόστολος Ροῦφος, ποὺ καὶ αὐτὸν ὁ Ἀπόστολος Παῦλος τὸν μνημονεύει στὴν πρὸς Ρωμαίους Ἐπιστολή του, ἔγινε Ἐπίσκοπος στὴν πόλη τῶν Θηβῶν τῆς Ἑλλάδος καὶ τελειώθηκε μαρτυρικὰ τὸ ἔτος 64 μ.Χ., ἐπὶ αὐτοκράτορος Νέρωνος.
Ὁμοίως δὲ καὶ ὁ Ἀπόστολος Φλέγων, Ἐπίσκοπος Μαραθῶνος, τελειώθηκε μαρτυρικά.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος α’. Χορὸς Ἀγγελικός.
Ἑξάριθμος χορός, τῶν σοφῶν Ἀποστόλων, ὑμνείσθω ἱερῶς, μελῳδίαις ᾀσμάτων, Ἑρμᾶς καὶ Ἀσύγκριτος, Ἡρωδίων καὶ Ἄγαβος, σὺν τῷ Φλέγωντι, καὶ τῷ θεόφρονι Ῥούφῳ· τὴν Τριάδα γάρ, διηνεκῶς δυσωποῦσιν, ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν.

 

Κοντάκιον. Ἦχος β’. Τὰ ἄνω ζητῶν.
Ὡς μύσται Χριστοῦ, καὶ Ἀποστόλων σύσκηνοι, ἐν πάσῃ τῇ γῇ, τὴν τούτου συγκατάβασιν, Μαθηταὶ ἑξάριθμοι, ὡς λαμπὰς ἑξάφωτος φάναντες, ἐλύσατε σκότος δεινόν, πυρσεύοντες πᾶσιν,ἀληθείας τὸ φῶς.

 

Μεγαλυνάριον.
Τῆς θεογνωσίας ὑφηγηταί, καὶ τῶν ἀπορρήτων, οἰκονόμοι καὶ πορθμευταί, ἑξὰς ἡ θεόφρων, τῶν θείων Ἀποστόλων, ἐδείχθησαν τῷ κόσμῳ, οὓς μεγαλύνομεν. 

Ὁ Ἅγιος Παυσίλυπος ὁ Μάρτυρας 

Ὁ Ἅγιος Μάρτυς Παυσίλυπος ἢ Παυσολύπιος, ἔζησε κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ παράνομου καὶ ἀσεβοῦς βασιλέως Ἀδριανοῦ (117 – 138 μ.Χ.). Γεννήθηκε στὴ Ρώμη καὶ καταγόταν ἀπὸ εὐγενὴ καὶ πλούσια οἰκογένεια. Ὅταν ἔγινε γνωστὸ ὅτι πιστεύει στὸν Χριστὸ καὶ διδάσκει τὸ Ὄνομά Του, συνελήφθη καὶ ὁδηγήθηκε στὸν βασιλέα. Καὶ ἀφοῦ παρουσιάσθηκε σὲ αὐτόν, ἐρωτήθηκε ἂν ὁμολογεῖ Αὐτὸν ὡς Θεό. Ὁ Ἅγιος μὲ παρρησία κήρυξε Αὐτὸν ὡς ἀληθινὸ Θεὸ καὶ δημιουργὸ τοῦ παντός.
Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ παραδόθηκε στὸν Ἔπαρχο τῆς Εὐρώπης, ὁ ὁποῖος ἔδωσε ἐντολὴ νὰ τὸν ραβδίσουν τριακόσιες φορὲς χωρὶς ἔλεος. Ὁ Μάρτυς ἀνέχθηκε τὸ βασανιστήριο καὶ ἀρνήθηκε νὰ θυσιάσει στὰ εἴδωλα. Ἐπειδὴ δὲν ὑπάκουσε, δέθηκε καὶ ὁδηγήθηκε πρὸς ἀποκεφαλισμό. Στὸν δρόμο ὅμως, ἀφοῦ ἔσπασε τὰ δεσμά, ξέφυγε ἀπὸ τοὺς στρατιῶτες καὶ ἔτσι λυτρώθηκε ἀπὸ τὸν μαρτυρικὸ θάνατο. Ἔτσι, ὁ Ἅγιος, ἀφοῦ σώθηκε, στάθηκε σὲ κάποιο τόπο καὶ προσευχήθηκε στὸν Θεό. Ἐκεῖ παρέδωσε τὴν μαρτυρικὴ ψυχή του μὲ ἀγάπη στὸν Κύριο, ἀπολαμβάνοντας στέφανο ἀμάραντο καὶ ζωὴ ἀθάνατη.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Νεομάρτυρας ὁ ναύκληρος

Ὁ Ἅγιος Νεομάρτυς Ἰωάννης ὁ ναύκληρος καταγόταν ἀπὸ τὴν Κῶ. Ἐξισλαμίσθηκε διὰ τῆς βίας περιτμηθεὶς ὑπὸ τῶν Τούρκων. Ὅταν ἀντιλήφθηκε ὅτι εἶχε περιτμηθεῖ καὶ ἐνδυθεῖ μὲ τουρκικὰ ἐνδύματα, αἰσθάνθηκε μεγάλη λύπη καὶ ἀφοῦ ἔβγαλε τὰ ἐνδύματα αὐτά, ζοῦσε ὅπως καὶ πρότερα χριστιανικὸ βίο. Τότε οἱ Τοῦρκοι συνέλαβαν τὸν Μάρτυρα καὶ ἀφοῦ τὸν μαστίγωσαν ἀνηλεῶς, τὸν ἔκλεισαν στὴ φυλακή. Προσπαθώντας δὲ νὰ τὸν ἐπαναφέρουν στὴν πίστη τους, δέχονταν τὴν ὁμολογία αὐτοῦ, ποὺ ἔλεγε: «Ἐγὼ πιστεύω στὸν Κύριό μου Ἰησοῦ Χριστὸ καὶ Αὐτὸν ὁμολογῶ ὡς Θεὸ ἀληθινὸ ἐξ ὅλης μου τῆς ψυχῆς καὶ καρδίας. Τὴν δὲ ἰδική σας θρησκεία τὴν ἀποστρέφομαι καὶ εἶμαι ἕτοιμος νὰ ὑπομείνω ὅσα βάσανα καὶ ἂν μοῦ δώσετε γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ μου». Βλέποντας οἱ βασανιστὲς τὴν ἀμετάθετη γνώμη καὶ ἀκλόνητη πίστη τοῦ Μάρτυρα, τὸν προσήγαγαν στὸν κριτή, ὁ ὁποῖος ἔδωσε ἐντολὴ νὰ τὸν χτυπήσουν καὶ στὴν συνέχεια νὰ τὸν κάψουν ζωντανό. Ἔτσι μαρτύρησε ὁ ἀθλητὴς Ἰωάννης, τὸ ἔτος 1669 καὶ ἔλαβε ἀπὸ τὸν μισθαποδότη Κύριο τὸν ἀμαράντινο στέφανο τῆς δόξας.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Θεῖον βλάστημα, τῆς Κῶ ὑπάρχων, ταύτην εὔφρανας, τῇ σῇ ἀθλήσει, Ἰωάννη Νεομάρτυς πανεύφημε· τῶν Ἀθλητῶν γὰρ ζηλώσας τὰ σκάμματα, διὰ πυρὸς τὸν ἀγῶνα ἐτέλεσας. Μάρτυς ἔνδοξε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

 

Κοντάκιον. Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Μαρτυρίου ἤνυσας, ἀνδρειοφρόνως τὸν δρόμον, καὶ ὡς θῦμα τέθυσαι, διὰ πυρὸς τῷ Σωτῆρι· ὅθεν σε, ὁ Ἀθλοθέτης τῆς ἄνω δόξης, μέτοχον, καὶ κληρονόμον ἔδειξε Μάρτυς· Ὃν δυσώπει Ἰωάννη, ἡμῖν δοθῆναι πταισμάτων ἄφεσιν.

 

Μεγαλυνάριον.
Χαίροις Νεομάρτυς τοῦ Ἰησοῦ, τῆς Κῶ θεῖος γόνος, καὶ μεσίτης πρὸς τὸν Θεόν, μάκαρ Ἰωάννη, ὁ θάνατος ἀνδρείως, διὰ πυρὸς ἐνέγκας ὑπὲρ τοῦ Κτίστου σου.

Οἱ Ἅγιοι Ἰανουάριος, Μαξίμη καὶ Μακαρία οἱ Μάρτυρες

Οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες Ἰανουάριος, Μαξίμη καὶ Μακαρία μαρτύρησαν στὴν Ἀφρική. 

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ἅγιος Κελεστίνος πάπας Ρώμης 

Ὁ Ἅγιος Κελεστίνος γεννήθηκε στὴ Ρώμη καὶ ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Πρίσκος. Ἔζησε κατὰ τὴν περίοδο τοῦ αὐτοκράτορα Θεοδοσίου τοῦ Μικροῦ (408 – 450 μ.Χ.) καὶ ἀπὸ νεαρὴ ἡλικία, ὡς διάκονος, διακρίθηκε γιὰ τὴν εὐσέβεια, τὴ μόρφωσή του καὶ τὶς ἀρετές του. Μετὰ τὸν θάνατο τοῦ πάπα Βονιφατίου, τὸ ἔτος 422 μ.Χ., ἀνῆλθε στὸν ἐπισκοπικὸ θρόνο τῆς Ρώμης.

Ἔχοντας κατορθώσει συνέπεια λόγου καὶ ζωῆς, φανέρωσε τὸν ἑαυτό του σεβάσμιο σὲ ὅλους καὶ ἀξιοθαύμαστο. Παράλληλα ἀγωνίσθηκε μὲ ἐξαιρετικὸ τρόπο γιὰ τὴν ἀποτύπωση τῶν ὀρθῶν δογμάτων καὶ τὴν καταπολέμηση τῶν αἱρετικῶν. Μαζὶ μὲ τὸν Ἅγιο Κύριλλο Ἀλεξανδρείας καταδίκασε τὸ Νεστοριανισμὸ καὶ ἀναθεμάτισε τὸν αἱρετικὸ Νεστόριο, τὸν ὁποῖο οἱ Πατέρες τῆς Γ’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου ἀπομάκρυναν καὶ καθαίρεσαν, ἐπειδὴ βλασφημοῦσε τὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν Ὑπεραγία Θεοτόκο. Ὁ Ἅγιος ἐργάσθηκε, ἐπίσης, γιὰ τὴν ἀναίρεση τῶν κακοδοξιῶν τοῦ Πελαγιανισμοῦ στὴ Μεγάλη Βρετανία καὶ ἱεραποστολικὰ γιὰ τὸν εὐαγγελισμὸ τῶν κατοίκων τῆς Ἰρλανδίας.
Ὁ Ἅγιος Κελεστίνος κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 431 μ.Χ.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ἅγιος Ἀμάνδος 

Ὁ Ἅγιος Ἀμάνδος ἦταν Ἐπίσκοπος τῆς πόλεως Κόμο τῆς Ἰταλίας καὶ κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 440 μ.Χ.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ἅγιος Περπέτουος 

Ὁ Ἅγιος Περπέτουος καταγόταν ἀπὸ ἐπιφανὴ οἰκογένεια συγκλητικῶν καὶ χειροτονήθηκε Ἐπίσκοπος τῆς γαλλικῆς πόλεως τῆς Τουρώνης τὸ ἔτος 460 μ.Χ. Μεγάλωσε καὶ καλλώπισε τὸ ναὸ τοῦ Ἁγίου Μαρτίνου, στὸν ὁποῖο καὶ ἐνταφιάσθηκε. Κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 490 μ.Χ.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ἅγιος Νήφων ὁ Θαυματουργός Ἐπίσκοπος Νόβγκοροντ 

Ὁ Ἅγιος Νήφων γεννήθηκε στὴ Ρωσία καὶ ἔγινε μοναχὸς στὴ Λαύρα τῶν Σπηλαίων τοῦ Κιέβου κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ ἡγουμένου Τιμοθέου. Μοναδικὸ μέλημά του εἶχε τὸ στολισμὸ τῆς ψυχῆς του μὲ τὶς ἀρετές, γι’ αὐτὸ κοπίαζε στὴ νηστεία, τὴν ἀγρυπνία, τὴν προσευχὴ καὶ τὴν αὐστηρὴ ἄσκηση.

Ἡ φήμη τῆς θεοφιλοῦς πολιτείας του δὲν ἄργησε νὰ ξεπεράσει τὰ ὅρια τῆς Λαύρας. Ἔτσι, ὅταν τὸ ἔτος 1130 ὁ Ἐπίσκοπος τοῦ Νόβγκοροντ Ἅγιος Ἰωάννης († 7 Σεπτεμβρίου) παραιτήθηκε γιὰ νὰ ἐφησυχάσει σὲ μοναστήρι, ὁ Ἅγιος Νήφων ἐξελέγη διάδοχός του.

Μόλις ἀνέλαβε τὰ καθήκοντά του φρόντισε γιὰ τὴν ἀνέγερση ἱερῶν ναῶν καὶ ἐπιδόθηκε μὲ ἱερὸ ζῆλο στὸ κήρυγμα τοῦ Εὐαγγελίου. Πολλὲς φορὲς ἐπενέβη εἰρηνευτικὰ στὶς διενέξεις τῶν ἀρχόντων τῆς περιοχῆς, ποὺ τότε βρίσκονταν σὲ συνεχεῖς διαμάχες καὶ ἐμφύλιους πολέμους, πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ λαοῦ καὶ ὠφέλεια τῶν ψυχῶν τους.

Κατὰ τοὺς χρόνους τῆς ποιμαντορίας τοῦ Ἁγίου Νήφωνος οἱ κάτοικοι τοῦ Νόβγκοροντ ἐπαναστάτησαν καὶ ἔδιωξαν τὸν ἡγεμόνα τους Βσέβοβλοντ Μστισλάβιτς, καλώντας στὴν θέση του τὸν Σβιατοσλάβο Ὀλέγκοβιτς. Ὁ Σβιατοσλάβος, μόλις ἀνέλαβε τὴν ἡγεμονία, θέλησε νὰ συνάψει παράνομο γάμο. Ὁ Ἐπίσκοπος Νήφων, ὄχι μόνο ἀρνήθηκε νὰ τὸν τελέσει, ἀλλὰ ἀπαγόρευσε καὶ σὲ ὅλους τοὺς ἱερεῖς τῆς Ἐπισκοπῆς του νὰ ἐπευλογήσουν τὴν παρανομία.

Ὁ ἡγεμόνας ὅμως δὲν ἄλλαξε διάθεση. Ἐξανάγκασε κάποιους ἱερεῖς, ποὺ εἶχε φέρει μαζί του ὅταν ἦλθε στὸ Νόβγκοροντ, νὰ τελέσουν τὸ μυστήριο. Ἀλλὰ καὶ μετὰ ἀπὸ αὐτὸ ὁ Ἅγιος Νήφων δὲν ἔπαυσε νὰ στηλιτεύει μὲ παρρησία τὸν Σβιατοσλάβο.

Ἰδιαίτερα ἀξιοσημείωτη εἶναι ἡ μέριμνα τοῦ Ἁγίου Νήφωνος γιὰ τὴ διατήρηση τῆς κανονικῆς ἐξαρτήσεως τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας ἀπὸ τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο.

Ὅταν γιὰ ἄγνωστους λόγους ὁ Μητροπολίτης Κιέβου Μιχαήλ, ἀναχώρησε γιὰ τὸ Βυζάντιο, ὁ ἡγεμόνας τοῦ Κιέβου Ἰζιασλάβος Μστισλάβιτς, υἱὸς τοῦ μεγάλου ἡγεμόνος Μστισλάβου Βλαντιμίροβιτς, συγκάλεσε Σύνοδο τῶν Ρώσων Ἐπισκόπων καὶ τοὺς πρότεινε νὰ ἐκλέξουν Μητροπολίτη τὸν μοναχὸ Κλήμεντα (Σμολιάτιτς) τὸν Φιλόσοφο, χωρὶς τὴν ἔγκριση καὶ εὐλογία τοῦ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως. Στὴ θέληση τοῦ ἰσχυροῦ ἡγεμόνος ὑπέκυψαν τὰ περισσότερα μέλη τῆς Συνόδου. Ὁ Ἅγιος Νήφων δὲν συμφωνοῦσε μὲ κανένα τρόπο, οὔτε ἀνεγνώρισε  στὴ συνέχεια τὴν ἐκλογὴ καὶ χειροτονία τοῦ Κλήμεντος. Ὁ Ἰζιασλάβος τότε ἀπαγόρευσε στὸν Ἅγιο νὰ ἐπιστρέψει στὴν Ἐπισκοπή του καὶ τὸν περιόρισε στὴ μονὴ τῶν Σπηλαίων.

Ὡστόσο τὸν ἑπόμενο χρόνο ὁ ἡγεμόνας τῆς Σουζδαλίας Γεώργιος ὁ Μονομάχος κατέλαβε τὸ Κίεβο, ἔδιωξε τὸν Ἰζιασλάβο καὶ ἐλευθέρωσε τὸν Ἅγιο Νήφωνα. Ὁ δίκαιος Ἱεράρχης ἐπέστρεψε μὲ τιμὲς στὸ Νόβγκοροντ.
Ὁ Ἅγιος Νήφων, λίγο πρὶν τὴν ὁσιακὴ κοίμησή του, εἶδε σὲ ὅραμα τὸν Ὅσιο Θεοδόσιο τῶν Σπηλαίων. Δεκατρεῖς ἡμέρες μετά, τὸ Σάββατο τῆς Διακαινησίμου τοῦ ἔτους 1156, κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη καὶ ἐνταφιάσθηκε στὴ μονὴ τῶν Σπηλαίων, δίπλα στὰ ἄλλα ἱερὰ λείψανα τῶν κεκοιμημένων Πατέρων.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ἅγιος Μάρτυς Καλλιόπιος καταγόταν ἀπὸ τὴν Πέργη τῆς Παμφυλίας καὶ ἔζησε κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ βασιλέως Μαξιμιανοῦ (286 – 305 μ.Χ.). Σὲ πολὺ μικρὴ ἡλικία ἔμεινε ὀρφανὸς ἀπὸ πατέρα καὶ ἡ ἐνάρετη μητέρα του Θεόκλεια τὸν ἀνέθρεψε καὶ τὸν γαλούχησε μὲ τὰ νάματα τῆς Χριστιανικῆς πίστεως. Ἔτσι κατὰ τὴν περίοδο τῶν διωγμῶν ὁ νεαρὸς Καλλιόπιος ὄχι μόνο δὲν φοβήθηκε, ἀλλὰ ἀντιθέτως ἐμψύχωνε καὶ παρηγοροῦσε τοὺς ὀλιγόψυχους. Ἐνῷ ὁ διωγμὸς εἶχε κηρυχθεῖ, ὁ Ἅγιος ἀναχώρησε γιὰ τὴν Πομπηϊούπολη, ὅπου αὐτοβούλως παρουσιάσθηκε στὸν ἔπαρχο Μάξιμο, τὸν ὁποῖο ἔλεγξε γιὰ τὰ ἐγκλήματά του κατὰ τῶν Χριστιανῶν. Ὀργισμένος ὁ ἔπαρχος διέταξε νὰ τὸν συλλάβουν, νὰ τὸν βασανίσουν καὶ νὰ τὸν κλείσουν στὴ φυλακή. Μαζί του εἰσῆλθε στὴ φυλακὴ καὶ ἡ μητέρα του, ἡ ὁποία σπόγγιζε τὸ αἷμα τοῦ υἱοῦ της. Γιατί ἀφοῦ ἔδωσε ὅλο τὸν πλοῦτο της στοὺς πτωχούς, ἀκολούθησε τὸ παιδί της στὴν πορεία πρὸς τὸ μαρτύριο. Ἀφοῦ ἔβγαλαν ἀπὸ τὴν φυλακὴ τὸν Ἅγιο, τὸν καταδίκασαν σὲ σταυρικὸ θάνατο. Ἔτσι ἔγινε κοινωνὸς  μὲ τὸν Χριστὸ ὄχι μόνο στὸ Πάθος ἀλλὰ καὶ στὴν ἡμέρα ἀκόμη. Γιατί ἦταν Μεγάλη Παρασκευὴ ὅταν σταυρώθηκε. Ἡ μητέρα του ἔδωσε στοὺς δήμιους πέντε χρυσὰ νομίσματα καὶ τοὺς παρακάλεσε νὰ μὴν σταυρώσουν τὸν υἱό της ὅμοια μὲ τὸν Χριστό, ἀλλὰ μὲ τὸ κεφάλι πρὸς τὰ κάτω. Καὶ ἀφοῦ σταυρώθηκε τὴν Τρίτη ὥρα τῆς Παρασκευῆς, παρέδωσε τὸ πνεῦμα. Ἡ δὲ μητέρα του, ἀφοῦ ἔπεσε ἐπάνω στὸν ἐσταυρωμένο υἱό της, παρέδωσε τὴν ψυχή της.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr   

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Ἐκβλαστήσας ὡς ῥόδον Μάρτυς ἀμάραντον, ἀθλητικῶς κατευφραίνεις τὴν Ἐκκλησίαν Χριστοῦ, τῇ εὐπνοίᾳ τῶν λαμπρῶν κατορθωμάτων σου· σὺ γὰρ παθῶν ζωοποιῶν, ἀνεδείχθης κοινωνός, νομίμως ἀνδραγαθήσας, ὦ Καλλιόπιε μάκαρ, ὑπὲρ τῆς δόξης τοῦ Σωτῆρος ἡμῶν.

 

Κοντάκιον. Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Μαρτυρίου στίγμασι, σὲ ἱερῶς κοσμηθέντα, καὶ ἁγίοις πάθεσι, συμμορφωθέντα Κυρίῳ, βλέψασα, ἡ σὲ τεκοῦσα ἁγία μήτηρ, σύμψυχος, τῇ προαιρέσει Μάρτυς σοι ὤφθη, Καλλιόπιε θεόφρον, μεθ’ ἧς δυσώπει ἐλεηθῆναι ἡμᾶς.

 

Μεγαλυνάριον.
Λόγοις τοῖς μητρῴοις ἱκανωθείς, αὐτόκλητος ἧκες, πρὸς ἀγῶνας μαρτυρικούς, οὓς καὶ διανύσας, Πατρὸς τοῦ οὐρανίου, τέκνον ὡραῖον ὤφθης, ὦ Καλλιόπιε.

Οἱ Ἅγιοι Ἐπιφάνιος, Ρουφίνος καὶ Δονάτος οἱ Μάρτυρες καὶ οἱ σὺν αὐτοῖς μαρτυρήσαντες

Ὁ Ἅγιος Ἱερομάρτυς Ἐπιφάνιος, ὁ ὁποῖος ἦταν Ἐπίσκοπος καὶ οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες Ρουφίνος ὁ διάκονος καὶ Δονάτος, μαρτύρησαν μαζὶ μὲ ἄλλους Χριστιανοὺς στὴν Ἀφρική.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr   

Οἱ Ἅγιοι Ρουφίνος καὶ Ἀκυλίνη οἱ Μάρτυρες καὶ οἱ σὺν αὐτοὶς διακόσιοι Μάρτυρες 

Ὁ Ἅγιος Μάρτυς Ρουφίνος, ὁ διάκονος καὶ ἡ Ἁγία Μάρτυς Ἀκυλίνα μαρτύρησαν μαζὶ μὲ ἄλλους διακόσιους Χριστιανοὺς στὴ Σινώπη κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Δεκίου (249 – 251 μ.Χ.).

Ὄντας ἐκεῖνο τὸν καιρὸ ὁ Ἅγιος Ρουφίνος διάκονος τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, δίδασκε πολλοὺς στὸ Ὄνομα τοῦ Χριστοῦ. Γι’ αὐτὸ συνελήφθη καὶ κλείσθηκε στὴ φυλακή. Ἡ Χριστιανὴ Ἀκυλίνα, ἐπειδὴ τὸν ἐπισκέφθηκε, συνελήφθη καὶ ἡ ἴδια. Καὶ οἱ δύο, ἀφοῦ παρουσιάσθηκαν στὸν ἄρχοντα, ὁμολόγησαν τὴν πίστη τους στὸν Χριστὸ καὶ βασανίσθηκαν σκληρά. Ὅμως, μὲ τὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ θαυματούργησαν καὶ προετοίμασαν τοὺς παρευρισκόμενους διακόσιους στρατιῶτες νὰ πιστέψουν στὸν Χριστό. Ὁ ἄρχοντας ὀργισμένος διέταξε νὰ θανατωθοῦν ὅλοι μὲ μαχαίρι. Καὶ ἀφοῦ τοὺς ἔδεσαν οἱ δήμιοι, τοὺς ὁδήγησαν στὸν τόπο τῆς ἀθλήσεως καὶ τοὺς ἀποκεφάλισαν ὅλους. Ἔτσι οἱ Ἅγιοι αὐτοὶ Μάρτυρες ἔλαβαν ἀπὸ τὸν δωρεοδότη Κύριο τὸ στέφανο τῆς δόξας καὶ τοῦ μαρτυρίου.
Σύμφωνα μὲ τὸν Λαυριωτικὸ Κώδικα οἱ Ἅγιοι παρακολούθησαν τὸ μαρτύριο τοῦ Ἁγίου Χριστοφόρου.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr    

Ὁ Ἅγιος Γεώργιος ὁ Σημειοφόρος Ἐπίσκοπος Μυτιλήνης

Ὁ Ἅγιος Γεώργιος, Ἐπίσκοπος Μυτιλήνης, ἔζησε κατὰ τοὺς χρόνους τῆς εἰκονομαχίας. Ἀγωνίσθηκε σθεναρὰ κατὰ τῶν δυσσεβῶν εἰκονομάχων καὶ ἐξορίσθηκε σὲ κάποιο νησὶ τῆς Προποντίδος, ὅπου καὶ πέθανε ἀπὸ τὶς κακουχίες τὸ ἔτος 821 μ.Χ. σὲ ἡλικία σαράντα πέντε ἐτῶν. Τὸ τίμιο λείψανό του παρέμεινε ἐνταφιασμένο ἐπὶ εἴκοσι χρόνια στὸν τόπο τῆς ἐξορίας. Ἐπὶ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Μεθοδίου (842 – 847 μ.Χ.), μετὰ τὴν ἀποκατάσταση τῆς Ὀρθοδοξίας, ἔγινε ἡ ἀνακομιδὴ πολλῶν ἱερῶν λειψάνων Ἁγίων ποὺ πέθαναν στὴν ἐξορία, ὅπως τοῦ Θεοφύλακτου Νικομηδείας, τοῦ Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου καὶ τοῦ Νικηφόρου Κωνσταντινουπόλεως.

Τότε, καὶ συγκεκριμένα κατὰ τὰ ἔτη 846 – 847 μ.Χ., ἀνεκομίσθηκε στὴ Μυτιλήνη μὲ πολλὲς τιμὲς καὶ τὸ τίμιο σκήνωμα τοῦ Ἁγίου Γεωργίου. Νὰ πῶς περιγράφεται στὸ Βίο του τὸ γεγονὸς αὐτό: «Πάντες οἱ τῆς νήσου Μυτιλήνης οἰκήτορες, ἅμα πρεσβυτέροις καὶ παντὶ τῷ κλήρῳ παρεγένοντο ἔνθα κατέκειτο τὸ σῶμα τοῦ ὁσίου πατρὸς ἡμῶν καὶ ὁμολογητοῦ Γεωργίου, καὶ δι’ ὅλης τῆς νυκτὸς ἀγρυπνήσαντες, τῇ ἐπιούσῃ ἡμέρᾳ λαβόντες τὸ σῶμα μετὰ ψαλμῶν καὶ ὕμνων ἀπεκόμισαν αὐτὸ εἰς τὴν ἰδὶαν νῆσον καὶ κατέθεικαν αὐτὸ μετὰ καὶ τῶν λοιπῶν πατέρων, δόξαν ἀναπέμποντες τῷ Πατρὶ καὶ τῷ Υἱῷ καὶ τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι».
Εὐλαβὴς παράδοση, ποὺ διασώθηκε μέχρι τὶς ἡμέρες μας, θεωρεῖ ὡς τόπο ταφῆς τοῦ Ἁγίου τὴ θέση «Τρία Κυπαρίσσια» (Σαρῆ Μπαμπᾶ), κοντὰ στὸ παρεκκλήσι τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου. Κατὰ τὸν 18ο αἰώνα μ.Χ. ἐσώζετο καὶ τιμόταν στὴ Μυτιλήνη ἡ χεῖρα τοῦ Ἁγίου. Αὐτὴ πιθανῶς εἶναι ἡ δεξιὰ χεῖρα ποὺ σώζεται σήμερα στὸ Σκαλοχώρι καὶ φέρει ἐπιγραφὴ «Ἅγιος Γιόργις» καὶ κοινῶς θεωρεῖται ὡς χεῖρα τοῦ Ἁγίου Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr   

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Θείου Πνεύματος, καρποφορήσας, ὡς θεόφυτος λειμὼν τὴν χάριν, Ἱεράρχα τῶν ἀρρήτων Γεώργιε, τὰς τῶν ψυχῶν ἐγεώργησας αὔλακας, ὡς ἐπιπνοίας ἀΰλου γεώργιον. Πάτερ Ὅσιε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

 

Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ’. Τῇ ὑπερμάχῳ.

Ὡς εὐσεβείας γεωργὸς καὶ μύστης ἔνθεος

Καὶ τῆς σοφίας θεοφύτευτον γεώργημα

Φυτοκόμος ἐχρημάτισας τῶν ἀρίστων·

Τοῦ Χριστοῦ γὰρ τὴν Εἰκόνα σεβαζόμενος

Τῆς αἰρέσεως διήλεγξας τὸ φρόνημα·
Ὅθεν κράζομεν, χαίροις Πάτερ Γεώργιε.

 

Μεγαλυνάριον.
Χαίροις γεωργίας καινῆς βλαστός, καὶ τῆς Ἐκκλησίας, πνευματέμφορος γεωργός· χαίροις Μυτιλήνης, ὁ θεῖος ποδηγέτης, Γεώργιε παμμάκαρ, μύστα τῆς χάριτος.

Ὁ Ὅσιος Λεύκιος ἐκ Ρωσίας

Ὁ Ὅσιος Λεύκιος ἦταν ἱδρυτὴς καὶ ἡγούμενος τῆς μονῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου Βολοκολὰμσκ τῆς Ρωσίας, κοντὰ στὸν ποταμὸ Ρούζα. Κοιμήθηκε ὁσίως μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 1492.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr    

Ὁ Ὅσιος Δανιὴλ τοῦ Περεγιασλάβλ

Ὁ Ὅσιος Δανιήλ, κατὰ κόσμον Δημήτριος, γεννήθηκε μεταξὺ τῶν ἐτῶν 1459 – 1460 στὸ Περεγιασλάβλ – Ζελέσκϊυ τῆς Ρωσίας ἀπὸ εὐσεβεῖς καὶ φιλόθεους γονεῖς, τὸν Κωνσταντίνο καὶ τὴν Θεοδοσία, ἡ ὁποία ἀργότερα ἔγινε μοναχὴ μὲ τὸ ὄνομα Θέκλα. Ἀπὸ μικρὴ ἡλικία διδάχθηκε τὰ τῆς μοναχικῆς πολιτείας κοντὰ στὸν ἡγούμενο τῆς μονῆς Νικίτσκϊυ τοῦ Περεγιασλάβλ, Ἰωνᾶ. Ἔγινε μοναχὸς στὴ μονὴ τοῦ Ὁσίου Παφνουτίου (Μπορόβσκι) καὶ τὴν πνευματική του ζωὴ καθοδήγησε ὁ Ἅγιος Λεύκιος τοῦ Βολοκολὰμσκ ποὺ τιμᾶται τὴν ἴδια ἡμέρα (7 Ἀπριλίου).

Ὅταν ὁ Ὅσιος Δανιὴλ ἐπέστρεψε στὴν γενέτειρά του, ἀφιέρωσε τὸν ἑαυτό του στοὺς φτωχοὺς καὶ τὸν ἐνταφιασμὸ τῶν ἀστέγων. Στὴ συνέχεια ἵδρυσε μονὴ κοντὰ στὸ κοιμητήριο τῆς πόλεως καὶ κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 1540.
Ἡ Ἐκκλησία τιμᾶ, ἐπίσης, τὴν μνήμη του στὶς 28 Ἰουλίου καὶ στὶς 30 Δεκεμβρίου.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr   

Ὁ Ὅσιος Γεράσιμος ὁ Βυζάντιος

Ὁ Ὅσιος Γεράσιμος, ὁ διδάσκαλος, καταγόταν ἀπὸ εὐσεβὲς γένος. Γεννήθηκε στὴν Κωνσταντινούπολη, στὰ λεγόμενα Ὑψωμάθεια, ἀπὸ γονεῖς εὐσεβεῖς. Συναναστράφηκε στὴν πατρίδα του μὲ σοφοὺς ἄνδρες, ἦλθε στὴν Πάτμο, ὅπου μαθήτευσε κοντὰ στὸν πιὸ σοφὸ δάσκαλο τοῦ Γένους, τὸν Ὅσιο Μακάριο τὸν Καλογερά, στὴν περιώνυμη Πατμιάδα Σχολὴ καὶ ἀνέλαβε τὴν καθοδήγησή της μετὰ τὴν ὁσιακὴ κοίμηση τοῦ Ὁσίου Μακαρίου. Ἀφοῦ ἀπομακρύνθηκε ἀπὸ τὶς βιοτικὲς μέριμνες, ἔγινε μοναχὸς στὴ βασιλικὴ καὶ πατριαρχικὴ Μονὴ τοῦ Εὐαγγελιστοῦ καὶ Θεολόγου Ἰωάννου στὴν Πάτμο, στὴν ὁποία καὶ χειροτονήθηκε ἱερέας.

Πολιτεύθηκε μὲ ὅσιο καὶ καλὸ τρόπο, ὑπῆρξε ἄριστος παιδαγωγὸς τῶν νέων καὶ φώτισε τοὺς πάντες. Ἀφοῦ ἀρρώστησε ἀπὸ λιθίαση, ἀναχώρησε γιὰ τὴ Σμύρνη πρὸς θεραπεία τῆς ἀρρώστιας του. Ἐπειδὴ δὲν πέτυχε τὸν σκοπό του, πῆγε στὴν Κρήτη, ὅπου κοιμήθηκε ὁσιακῶς τὸ ἔτος 1770 καὶ τάφηκε στὴν Ἱερὰ Μονὴ τῆς Παναγίας Τριάδος, τὴν ἐπονομαζόμενη τῶν Τζαγκαρόλων. Μόλις ἔμαθαν οἱ μοναχοὶ στὴν Πάτμο τὴν κοίμηση τοῦ Ὁσίου κατέφθασαν μὲ πλοῖο στὴν Κρήτη, ζητώντας τὸ τίμιο λείψανό του. Ὅταν ἀρνήθηκαν οἱ Πατέρες τῆς Μονῆς τῆς Ἁγίας Τριάδος νὰ ἀποδώσουν τὸν πολύτιμο θησαυρὸ «ὃν ἀπέστειλεν αὐτοῖς ὁ Θεός» ἔγινε ἀγρυπνία καὶ κατὰ τὴν διάρκεια τοῦ χερουβικοῦ Ὕμνου ἐκόπη αὐτομάτως τὸ ἱερὸ δεξὶ χέρι τοῦ Ὁσίου, τὸ ὁποῖο ἔλαβαν καὶ μετέφεραν οἱ μοναχοὶ στὴν Πάτμο, ὅπου βρίσκεται μέχρι σήμερα, ἀναβλύζοντας τὶς δωρεὲς τῆς χάριτος σὲ ὅσους προσέρχονται σὲ αὐτὴ μὲ πίστη.
Τὸ χαριτόβρυτο λείψανο τοῦ Ὁσίου ποὺ φυλασσόταν κάτω ἀπὸ τὴν ἁγία Τράπεζα τοῦ Καθολικοῦ τῆς σεβασμίας Μονῆς τῶν Τζαγκαρόλων, μαζὶ μὲ τὸ λείψανο τοῦ ὁσίου πατρὸς ἡμῶν Ἀκακίου, ποὺ ἔζησε ὁσιακῶς στὴ  Μονὴ καὶ τελειώθηκε ὁ βίος του σὲ αὐτήν, παραδόθηκε στὴ φωτιὰ ἀπὸ μιαροὺς Ἀγαρηνοὺς ποὺ ἐπέδραμαν ἐναντίον τῆς Ἱερᾶς Μονῆς τὸ ἔτος 1720 καὶ τὴν ἔκαψαν. Χάθηκε ἔτσι ὁ σπουδαῖος αὐτὸς θησαυρὸς τῆς χάριτος.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr    

Ὁ Ὅσιος Ἀγαπητὸς ὁ Τυφλός

Ὁ Ὅσιος Ἀγαπητὸς ἀσκήτεψε θεοφιλῶς στὴ μονὴ Βάλαμο τῆς Φιλανδίας καὶ κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 1905.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr   

Ὁ Ὅσιος Σάββας ὁ Νέος ὁ ἐν Καλύμνῳ

Ὁ Ὅσιος Σάββας ὁ Νέος, κατὰ κόσμο Βασίλειος, γεννήθηκε τὸ ἔτος 1862 στὴν Ἡρακλείτσα τῆς περιφέρειας Ἀβδὶμ τῆς Ἀνατολικῆς Θράκης ἀπὸ πτωχοὺς καὶ ἁπλοϊκοὺς γονεῖς, τὸν Κωνσταντίνο καὶ τὴ Σμαραγδή.

Ὁ Βασίλειος μεγάλωσε ἔχοντας βαθιὰ πίστη καὶ μεγάλη εὐσέβεια καὶ προσπαθώντας νὰ μιμηθεῖ τὴν ἄσκηση τῶν Ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας μας. Σὲ ἡλικία δώδεκα ἐτῶν ὁ Βασίλειος διαπίστωνε καθημερινὰ ὅτι τὸ ἐπάγγελμα ποὺ ἀσκοῦσε δὲν ἦταν στὰ μέτρα του καὶ ποθοῦσε μία ἄλλη ζωή. Ἤθελε νὰ ζήσει μόνο γιὰ τὸν Χριστὸ καὶ νὰ ἀκολουθήσει τὴν ὁδὸ τῆς μοναχικῆς πολιτείας. Ἔτσι ἔλαβε πλέον τὴν ἀμετάκλητη ἀπόφαση νὰ φύγει, ἐγκαταλείποντας τὰ ἐγκόσμια καὶ κάνοντας πράξη τοὺς λόγους τοῦ Κυρίου, «ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν ἀπαρνησάσθω ἑαυτὸν καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ». Κατευθύνεται στὸ Ἅγιον Ὄρος, στὴν Ἱερὰ Σκήτη τῆς Ἁγίας Ἄννης, ὅπου ἐπὶ δώδεκα ἔτη ζεῖ πλέον μὲ προσευχὴ καὶ αὐστηρὴ ἄσκηση.

Ἔντονη ἦταν καὶ ἡ ἐπιθυμία τοῦ Ὁσίου νὰ ἐπισκεφθεῖ τοὺς Ἁγίους Τόπους, τὴν ὁποία πραγματοποιεῖ ἀφοῦ πρῶτα διέρχεται ἀπὸ τὴν γενέτειρά του. Δέος τὸν καταλαμβάνει καθὼς ἀντικρίζει τὸν Πανάγιο Τάφο. Ἐλπίζοντας πάντα στὴν βοήθεια τοῦ Θεοῦ, εἰσέρχεται στὴν ἱερὰ μονὴ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου Χοζεβᾶ, ὅπου ἔπειτα ἀπὸ τριετῆ ἐνάρετο βίο κείρεται μοναχὸς τὸ 1890 καὶ ἀργότερα, τὸ ἔτος 1894, ἀποστέλλεται ἀπὸ τὸν ἡγούμενο τῆς μονῆς, Καλλίνικο, στὴν Σκήτη τῆς Ἁγίας Ἄννης, κοντὰ στὸν ἀρχιμανδρίτη Ἄνθιμο, γιὰ νὰ ἀσκηθεῖ στὴν ἁγιογραφία. Τὸ 1902 χειροτονεῖται διάκονος καὶ τὸ ἑπόμενο ἔτος πρεσβύτερος. Διακονεῖ δὲ μέχρι τὸ ἔτος 1906 ὡς ἐφημέριος τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, ὅπου γνωρίζεται μὲ τὸν ἀρχιμανδρίτη Χρυσόστομο Παπαδόπουλο, τὸν μετέπειτα Ἀρχιεπίσκοπο Ἀθηνῶν καὶ πάσης Ἑλλάδος, ὁ ὁποῖος ἔλεγε γιὰ τὸν Ἅγιο Σάββα στὸν Καλύμνιο φίλο του Γεράσιμο Ζερβό, πρὶν ἀκόμη ὁ Ἅγιος κοιμηθεῖ: «Νὰ ξέρεις, Γεράσιμε, ὅτι ὁ πατὴρ Σάββας εἶναι ἅγιος ἄνθρωπος».

Τὸ ἔτος 1907 ἐπανέρχεται στὴ μονὴ Χοζεβᾶ, ὅπου διάγει βίο ἀσκητικὸ μὲ τέλεια ὑποταγὴ στοὺς ἀσκητικοὺς κανόνες, ἄκρα ταπείνωση, χαμαικοιτία, στέρηση παντὸς ὑλικοῦ ἀγαθοῦ, ἀκολουθώντας τὸ πατερικὸ «ὁ ἀκτήμων μοναχός, ὑψιπέτης ἀετός». Ἡ τροφή του ἦταν μία κουταλιὰ βρεγμένο σιτάρι καὶ νερὸ ἀπὸ τὸν ποταμό.

Τὸ ἔτος 1916 ἐπιστρέφει ὁριστικὰ στὴν Ἑλλάδα, μεταβαίνει στὴ νῆσο Πάτμο, ὅπου διαμένει δύο χρόνια καὶ ἱστορεῖ δύο εἰκόνες στὸ Καθολικὸ τῆς μονῆς. Ἔπειτα ἔρχεται στὴν Ἀθήνα, ὅπου πληροφορεῖται ὅτι τὸν ἀναζητεῖ ὁ Ἅγιος Νεκτάριος, Μητροπολίτης Πενταπόλεως. Μεταβαίνει στὴν Αἴγινα καὶ διακονεῖ τὸν Ἅγιο μέχρι τὴν ἡμέρα τῆς κοιμήσεώς του. Ἡ συγκαταβίωση μὲ τὸν Ἅγιο Νεκτάριο συνέβαλε στὴν πνευματική του πρόοδο. Γνώρισε τὴν αὐστηρὴ ἄσκηση τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου, τὴν παροιμιώδη ταπείνωσή του, τὴν ἁπλότητά του. Ἔζησε τὸ πρῶτο θαῦμα τοῦ Ἁγίου, ὅταν μετὰ τὴν κοίμησή του εἶδε τὸν Ἅγιο νὰ κλίνει τὴν κεφαλή του προκειμένου νὰ τοῦ φορέσει τὸ πετραχήλι του καὶ νὰ ἐπανέρχεται κατόπιν στὴν θέση της. Ἐπὶ τρεῖς συνεχεῖς ἡμέρες οἱ ἀδελφὲς τῆς μονῆς στὴν Αἴγινα ἄκουγαν συνομιλίες ἀπὸ τὸν τάφο τοῦ Ἁγίου, ὅταν δὲ πλησίασαν, εἶδαν ἐκεῖ τὸν Ὅσιο Σάββα νὰ συνομιλεῖ μὲ τὸν Ἅγιο Νεκτάριο. Ὁ Ὅσιος ἔμεινε ἔγκλειστος στὸ κελί του γιὰ σαράντα ἡμέρες. Κατὰ τὴν τεσσαρακοστὴ ἡμέρα ἐξῆλθε κρατώντας μία εἰκόνα τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου, τὴν ὁποία ἐνεχείρησε στὴν ἡγουμένη μὲ τὴν ἐντολὴ νὰ τὴν τοποθετήσει στὸ προσκυνητάρι. Ἡ ἡγουμένη ἀπάντησε ὅτι αὐτὸ δὲν ἦταν δυνατὸ νὰ γίνει, διότι ὁ Ἅγιος δὲν εἶχε ἀναγνωρισθεῖ ἐπίσημα ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία καὶ μία τέτοια ἐνέργεια ἴσως νὰ ἔθετε τὴ μονὴ σὲ διωγμό. Τότε ὁ Ὅσιος Σάββας τῆς εἶπε ἐπιτακτικά: «Ὀφείλεις νὰ κάνεις ὑπακοή. Νὰ πάρεις τὴν εἰκόνα, νὰ τὴν βάλεις στὸ προσκυνητάρι καὶ τὶς βουλὲς τοῦ Θεοῦ νὰ μὴν τὶς περιεργάζεσαι».

Στὴν Αἴγινα δὲν μπορεῖ πλέον νὰ μείνει, διότι προσέρχεται πολὺς κόσμος καὶ αὐτὸ κουράζει τὸν φιλήσυχο Ὅσιο. Μεταβαίνει στὴν Ἀθήνα καὶ κατόπιν στὴν Κάλυμνο, ὅπου μετὰ ἀπὸ περιπλάνηση στὶς μονὲς καὶ τὰ ἡσυχαστήρια τοῦ νησιοῦ, καταλήγει στὴ μονὴ τῶν Ἁγίων Πάντων. Ἐκεῖ ἀρχίζει μία ἔντονη πνευματικὴ ζωή. Ἁγιογραφεῖ, τελεῖ τὰ Θεία Μυστήρια καὶ τὶς Ἱερὲς Ἀκολουθίες, ἐξομολογεῖ, διδάσκει διὰ τοῦ στόματος καὶ διὰ τοῦ παραδείγματός του καὶ βοηθάει χῆρες, ὀρφανὰ καὶ φτωχούς. Ἦταν ἐπιεικὴς καὶ εὔσπλαχνος μὲ τὶς ἁμαρτίες τῶν ἄλλων, δὲν ἀνεχόταν ὅμως τὴν βλασφημία καὶ τὴν κατάκριση. Πολλὲς φορὲς δάκρυζε καὶ μὲ πόθο παρακαλοῦσε γιὰ τὴν μετάνοια τῶν πνευματικῶν του τέκνων, κατὰ δὲ τὴ Θεία Λειτουργία εἶχε τέλεια προσήλωση στὸ συντελούμενο μυστήριο. Ἀξιώθηκε τῆς εὐωδίας τοῦ σώματός του ἐν ζωῇ, καθὼς καὶ τὸ πέρασμά του ἦταν εὐῶδες, εὐωδία ἡ ὁποία θὰ ἐξέλθει καὶ ἀπὸ τὸ μνῆμα του μετὰ τὴν ἐκταφή του. Χρήματα δὲν κρατοῦσε ποτέ, ἡ ζωή του ἦταν μία συνεχὴς κατάσταση ἁγίας ὑπακοῆς. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπο συμπλήρωσε τὶς ἡμέρες τῆς ἐπίγειας ζωῆς του, μὲ ἄκρα περισυλλογὴ καὶ ἱερὰ κατάνυξη, ἐνῷ λίγο πρὶν τὸ τέλος ἡ τελευταία φράση του ἦταν «Ὁ Κύριος, ὁ Κύριος, ὁ Κύριος, ὁ Κύριος, ὁ Κύριος, ὁ Κύριος». Ἡ ὁμολογία αὐτὴ ἦταν ἡ βεβαίωση τῆς ἐν Χριστῷ πορείας του.

Μετὰ ἀπὸ δέκα ἔτη, ἔγινε ἡ ἀνακομιδὴ τῶν ἁγίων καὶ χαριτόβρυτων λειψάνων του, στὶς 7 Ἀπριλίου 1957, προεξάρχοντος τοῦ μακαριστοῦ Μητροπολίτου Λέρου, Καλύμνου καὶ Ἀστυπαλαίας κυροῦ Ἰσιδώρου, ἐνώπιον πλήθους λαοῦ. Ἕνα πυκνὸ νέφος θείας εὐωδίας κάλυψε ὁλόκληρη τὴν περιοχὴ καὶ τὸ νέο γιὰ τὸ θεϊκὸ σημεῖο ἔκανε ἀμέσως τὸ γύρο τοῦ νησιοῦ. Τὸ ἱερὸ λείψανο τοῦ Ὁσίου μεταφέρθηκε σὲ λάρνακα, στὸ παρεκκλήσιο τοῦ Ἁγίου Σάββα τοῦ Ἡγιασμένου.

Ἡ ἐπίσημη ἁγιοποίηση τοῦ Ὁσίου Πατρὸς ἡμῶν Σάββα τοῦ Νέου ἔγινε διὰ Πατριαρχικῆς
Συνοδικῆς Πράξεως τῆς 19ης Φεβρουαρίου 1992.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr   

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Τῆς Καλύμνου τὸ κλέος καὶ θεῖον ἔφορον, καὶ τῶν πάλαι Ὁσίων τὸν ἰσοστάσιον, εὐφημήσωμεν πιστοὶ Σάββαν τὸν Ὅσιον· ὅτι δεδόξασται λαμπρῶς, ὡς θεράπων τοῦ Χριστοῦ, θαυμάτων τῇ ἐνεργείᾳ, καὶ διανέμει τοῖς πᾶσι, παρὰ Θεοῦ χάριν καὶ ἔλεος.

 

Κοντάκιον. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Ἑορτάζει σήμερον, τῶν Καλυμνίων ἡ νῆσος, τὴν ἁγίαν μνήμην σου, ἀγαλλομένῃ καρδίᾳ· ἔσχε γὰρ, ὡς θεοδώρητον ὄντως πλοῦτον, σκῆνός σου, τὸ θεοδόξαστον Πάτερ Σάββα, ᾧ προστρέχουσα ἐν πίστει, ῥῶσιν λαμβάνει, ψυχῆς τε καὶ σώματος.

 

Μεγαλυνάριον.
Χαίροις τῆς Καλύμνου ὁ ἀρωγός, καὶ Δωδεκανήσου, λαμπαδοῦχος θεοφανής· χαίροις ὁ παρέχων, τοῖς πάσχουσι τὴν ῥῶσιν, ὦ Σάββα θεοφόρε, Ὁσίων σύσκηνε.

Ὁ Ἅγιος Εὐτύχιος γεννήθηκε τὸ ἔτος 512 μ.Χ. καὶ ἔζησε κατὰ τὴν ἐποχὴ τοῦ αὐτοκράτορος Ἰουστινιανοῦ Α’ τοῦ Μεγάλου. Καταγόταν ἀπὸ τὴν πόλη Θεία Κώμη τῆς Φρυγίας καὶ ἦταν υἱὸς τοῦ Ἀλεξάνδρου, σχολαρίου ὑπὸ τὸν στρατηγὸ Βελισσάριο καὶ τῆς Συνεσίας. Διδάχθηκε τὸ ἱερὸ Εὐαγγέλιο καὶ βαπτίσθηκε Χριστιανὸς ἀπὸ τὸν ἱερέα Ἡσύχιο, ὁ ὁποῖος ἦταν παππούς του καὶ λειτουργοῦσε στὴν Ἐκκλησία τῆς Αὐγουστοπόλεως. Σύμφωνα μὲ τὸ Συναξάρι ὁ Ἡσύχιος εἶχε τὸ ὀφφίκιο τοῦ σκευοφύλακος καὶ λόγω τῆς ἁγιότητας τοῦ βίου του εἶχε λάβει ἀπὸ τὸν Θεὸ τὸ χάρισμα τῆς θαυματουργίας.

Ὁ Ἅγιος χειροτονήθηκε ἀναγνώστης ἀπὸ τὸν τότε Ἐπίσκοπο Ἀμασείας στὸ ναὸ τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου Οὐρβικίου. Στὴν συνέχεια χειροτονήθηκε διάκονος καὶ πρεσβύτερος καὶ εἰσῆλθε σὲ μονὴ τῆς Ἀμασείας, ποὺ εἶχε ἱδρυθεῖ ἀπὸ τοὺς Ἀρχιερεῖς Μελέτιο καὶ Σέλευκο, τῆς ὁποίας ἀργότερα ἀνεδείχθη καὶ ἡγούμενος.

Τὰ χρόνια ποὺ ἀκολούθησαν δὲν ἦταν εἰρηνικὰ γιὰ τὴν Ἐκκλησία, λόγω τῶν αἱρετικῶν δοξασιῶν ποὺ δίδασκαν νέοι Ὠριγενιστὲς καὶ κρυπτομονοφυσίτες. Οἱ ἔριδες τῶν μοναχῶν τῆς Παλαιστίνης περὶ τοῦ Ὠριγένους ἀποτελοῦν τὴν Τρίτη καὶ τελευταία φάση τῶν ὠριγενιστικῶν ἐρίδων. Προοίμιο αὐτῶν ὑπῆρξε ἡ κατὰ τὸ ἔτος 507 μ.Χ. διάσταση λογίων μοναχῶν τῆς Μεγάλης Λαύρας πρὸς τὸν ἡγούμενο αὐτῆς, τὸν Ὅσιο Σάββα τὸν Ἡγιασμένο, ποὺ ἔφυγαν ἀπὸ τὴν Λαύρα καὶ ἵδρυσαν περὶ τὸ 514 μ.Χ. τὴ Νέα Λαύρα, ἡ ὁποία κατέστη κέντρο τοῦ ὠριγενισμοῦ. Οἱ ἀντιωριγενιστὲς μοναχοὶ ἔκαναν ἔκκληση πρὸς τὸν αὐτοκράτορα Ἰουστινιανὸ νὰ καταδικάσει τὸν Ὠριγένη. Τὴν αἴτηση αὐτὴ ὑποστήριξε ὁ Πατριάρχης Μηνᾶς.

Ἔτσι, τὸ ἔτος 543 μ.Χ., συνῆλθε στὴν Κωνσταντινούπολη Ἐνδημοῦσα Σύνοδος, ὕστερα ἀπὸ πρόσκληση τοῦ Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Μηνᾶ, μὲ σκοπὸ τὴν εἰρήνευση τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὴν καταδίκη τῶν αἱρετικῶν. Διὰ διατάγματος ποὺ ἐκδόθηκε τὸ ἔτος 543 μ.Χ. ὁ Ἰουστινιανὸς ἐστράφη κατὰ τῶν αἱρετικῶν. Καταδίκασε τὶς κακοδοξίες τοῦ Ὠριγένους, θεώρησε τὰ συγγράμματα αὐτοῦ κακόδοξα καὶ καταδίκασε αὐτὸ τὸ πρόσωπο τοῦ Ὠριγένους. Διὰ τρίτου διατάγματος ὁ Ἰουστινιανός, τὸ ἔτος 544 μ.Χ., καταδίκασε τὰ «Τρία Κεφάλαια», δηλαδὴ α) τὸν Θεόδωρο Μοψουεστίας καὶ τὰ αἱρετικά του συγγράμματα, β) τὰ κατὰ τοῦ Ἁγίου Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας καὶ τῆς Γ’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου καὶ ὑπὲρ τοῦ Νεστορίου συγγράμματα τοῦ Θεοδωρήτου Κύρου καὶ γ) τὴν ἐπιστολὴ τοῦ Ἴβα Ἐδέσσης πρὸς τὸν Πέρση Μάρη.

Ὅταν τὸ ἔτος 552 μ.Χ. κοιμήθηκε ὁ Πατριάρχης Μηνᾶς, ὁ Ἅγιος Εὐτύχιος ἦλθε ἀπὸ τὴν Ἀμάσεια στὴ Βασιλεύουσα καὶ ἐξελέγη Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως.

Οἱ ταραχὲς ὅμως τῶν αἱρετικῶν συνεχίζονταν καὶ ταλάνιζαν τὴν Ἐκκλησία. Ἡ Ε’ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος, ἡ ὁποία συνῆλθε στὴν Κωνσταντινούπολη, τὸ ἔτος 553 μ.Χ. ὑπὸ τὴν προεδρία τοῦ Ἁγίου Εὐτυχίου, ἐπικύρωσε τὴν ἀπόφαση τῆς Ἐνδημούσης Συνόδου καὶ προέβη στὴν καταδίκαση τῶν «Τριῶν Κεφαλαίων». Ὁ σκοπὸς ὅμως τῆς καταδίκης τῶν «Τριῶν Κεφαλαίων» δὲν ἐπετεύχθη, διότι οἱ μονοφυσίτες ἐνέμεναν στὴν ἀπόσχιση καὶ στὶς αἱρετικὲς δοξασίες τους. Ἕνεκα τούτου ὁ Ἰουστινιανὸς τὸ ἔτος 564 μ.Χ. ἐξέδωσε διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπέβαλε τὸν ἀφθαρτοδοκητισμό. Ἡ διδασκαλία αὐτὴ εἶχε διατυπωθεῖ ἀπὸ τὸν καταφυγόντα στὴν Αἴγυπτο μονοφυσίτη Ἐπίσκοπο Ἁλικαρνασσοῦ Ἰουλιανό. Συγκεκριμένα ὁ Ἰουλιανὸς δίδασκε ὅτι τὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ἤδη ἀπὸ τῆς συλλήψεως καὶ γεννήσεως Αὐτοῦ, ἀπηλλάγη τῆς φθορᾶς καὶ ἑπομένως τῶν φυσικῶν ἀναγκῶν (πείνας, δίψας, καμάτου, ἱδρῶτος, δακρύων κ.τ.λ) – τῶν λεγομένων «ἀδιαβλήτων παθῶν» – καὶ μόνο «κατ’ οἰκονομίαν» καὶ «κατὰ χάριν» φαινόταν ὑποκείμενο σὲ αὐτά. Ὁ Ἅγιος Εὐτύχιος καὶ οἱ λοιποὶ Πατριάρχες τῆς Ἀνατολῆς, πρὸς τοὺς ὁποίους ἀπευθύνθηκε, δὲν δέχθηκαν τὸ δυσσεβὲς  διάταγμα. Γι’ αὐτὸ τὸν λόγο ὁ Ἅγιος, τὸ ἔτος 565 μ.Χ., καθαιρέθηκε ἀπὸ τὸν πατριαρχικὸ θρόνο ὑπὸ Συνόδου ἐρήμην, ἀφοῦ ἀρνήθηκε νὰ παρουσιασθεῖ καὶ ἐξορίσθηκε ἀρχικὰ στὴν Πρίγκηπο. Στὸ Συναξάρι του ἀναφέρεται ὅτι μετὰ κατέφυγε σὲ μοναστήρι τῆς Ἀμασείας στὸ ὁποῖο ζοῦσε ἀσκητικὰ καὶ ἀξιώθηκε ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ ἐπιτελεῖ θαύματα.

Μετὰ ἀπὸ δώδεκα χρόνια ἐξορίας, ὁ αὐτοκράτορας Ἰουστίνος ὁ Β’, τὸ ἔτος 577 μ.Χ., ἀποθανόντος τοῦ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Ἰωάννου τοῦ Γ’, ἐπανέφερε μὲ τιμὴ καὶ δόξα τὸν Ἅγιο στὸν πατριαρχικὸ θρόνο. Κατὰ τὴν δεύτερη πατριαρχία του ὁ Ἅγιος μὲ τὴν προσευχή του ἔσωσε τὸν λαὸ ποὺ μαστιζόταν ἀπὸ θανατηφόρα ἐπιδημία. Τὸ ὀρθόδοξο φρόνημά του καὶ ὁ ἀγώνας του γιὰ τὴν ἀκεραιότητα τῆς πίστεως τὸν ὁδήγησαν σὲ ἀντίθεση μὲ τὸν ἀποκρισάριο τῆς Ρώμης Γρηγόριο, τὸν μετέπειτα Πάπα, λόγῳ τῶν δοξασιῶν του περὶ ἀναστάσεως σαρκός.

Ὁ Ἅγιος Εὐτύχιος κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 582 μ.Χ. Τὸ ἱερὸ λείψανό του ἐναποτέθηκε στὸ θυσιαστήριο τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, μετὰ τὴν κρηπίδα τῆς Ἁγίας Τραπέζης, ὅπου κατέκειντο καὶ τὰ ἱερὰ λείψανα Ἀνδρέου, Τιμοθέου καὶ Λουκᾶ τῶν Ἀποστόλων.
Σώζονται ἀποσπάσματα τοῦ ἔργου αὐτοῦ «Περὶ Εὐχαριστίας»«Ἐπιστολὴ πρὸς Πάπαν Βιγίλιον περὶ τῶν Τριῶν Κεφαλαίων» καὶ «Συνοδικὴ Ἐπιστολή». Τρία ἄλλα ἔργα του χάθηκαν, ἤτοι τὸ «Περὶ ἀναστάσεως σαρκός», τὸ «Κατὰ Ἀφθαρτοδοκητῶν» καὶ τὸ «Κατὰ τῆς μονοφυσιτικῆς διασκευῆς τοῦ Τρισαγίου». Τὸν Βίο τοῦ Ἁγίου συνέταξε ὁ μαθητής του Εὐστράτιος.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr   

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’ . Τὴν ὡραιότητα.
Βίον οὐράνιον, Πάτερ κτησάμενος, σκεῦος ἐπάξιον, ὤφθης τῆς χάριτος, λόγῳ καὶ πράξει βεβαιῶν, τὴν θείαν σοι χορηγίαν· ὅθεν ἱεράτευσας, ἰσαγγέλως τῷ Κτίσαντι, ἔνδοξε Εὐτύχιε, Ἐκκλησίας ὡράϊσμα, ἣν φύλαττε ταῖς σαῖς προστασίαις, πάσης ἀνάγκης ἀνωτέραν.

 

Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Εὐκληρίας χάριτας θεοδωρήτου, ἱερὲ Εὐτύχιε, ἀναβλυστάνεις δαψιλῶς, τοῖς ἐν αἰνέσει κραυγάζουσι· χαίροις Πατέρων φαιδρὸν ἀγαλλίαμα.

 

Μεγαλυνάριον.
Ὤφθης εὐτυχίας πνευματικῆς, ἀμάραντον δένδρον, Ἱεράρχα καρποδοτοῦν, ἀμοιβῶν τὴν χάριν, ὥσπερ Ἀγγέλων βρῶσιν, Εὐτύχιε τρισμάκαρ, τοῖς σὲ γεραίρουσι.

Ἡ Ὁσία Πλατωνὶς ἡ ἐν Νισίβει 

Ἡ Ὁσία Πλατωνὶς ἀσκήτεψε στὴν περιοχὴ τῆς Νισίβεως καὶ κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη περὶ τὸ ἔτος 300 μ.Χ.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr   

Οἱ Ἅγιοι ἑκατὸν εἴκοσι Μάρτυρες ἐν Περσίδι

Οἱ Ἅγιοι αὐτοὶ Μάρτυρες μαρτύρησαν ἐπὶ βασιλέως τῆς Περσίας Σαβωρίου (325 – 379 μ.Χ.). Ὁ ἀσεβὴς βασιλέας τῶν Περσῶν, ἀφοῦ κυρίευσε τὴν ἐπικράτεια τῶν Βυζαντινῶν καὶ κατέστρεψε πολλὰ κάστρα καὶ χῶρες, συνέλαβε πολλοὺς αἰχμαλώτους ἀπὸ τοὺς Χριστιανούς. Ἀπὸ αὐτοὺς ἄλλοι σφαγιάσθηκαν καὶ ἄλλοι πέθαναν στὸν δρόμο ἀπὸ κακουχίες. Οἱ ἑκατὸν εἴκοσι Μάρτυρες ὁδηγήθηκαν στὴν Περσία δεμένοι μὲ ἁλυσίδες καὶ κλείσθηκαν στὴ φυλακή. Ἐπειδὴ οἱ Ἅγιοι ὁμολόγησαν τὴν πίστη τους στὸν Χριστὸ καὶ ἀρνοῦνταν νὰ θυσιάσουν στὰ εἴδωλα, ὁ Σαβώριος τοὺς ἔριξε μέσα σὲ φωτιὰ καὶ ἔτσι τελειώθηκε ὁ βίος τους.
Τὸ μαρτύριο τῶν Ἁγίων ἔγινε μεταξὺ τῶν ἐτῶν 344 – 347 μ.Χ.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr   

Ἡ Ἁγία Πλατωνὶς ἡ Μάρτυς καὶ οἱ δύο σὺν αὐτῇ Μάρτυρες 

Ἡ Ἁγία Μάρτυς Πλατωνὶς μαρτύρησε μαζὶ μὲ ἄλλους δύο Χριστιανοὺς στὸν Ἀσκάλωνα τῆς Παλαιστίνης.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr   

Ὁ Ἅγιος Εἰρηναῖος ὁ Ἱερομάρτυρας Ἐπίσκοπος Σιρμίου 

Ἡ Ἐκκλησία ἑορτάζει τὴν μνήμη τοῦ Ἁγίου Ἱερομάρτυρος Εἰρηναίου τὴν 26η Μαρτίου καθὼς καὶ τὴν 23η Αὐγούστου, ὅπου καὶ ὁ Βίος τοῦ Ἁγίου. Σήμερα τιμᾶται ὁ Ἅγιος Εἰρηναῖος ὑπὸ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Ρουμανίας.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr   

Οἱ Ἅγιοι Τιμόθεος καὶ Διογένης οἱ Μάρτυρες

Οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες Τιμόθεος καὶ Διογένης μαρτύρησαν στὴ Μακεδονία, πιθανῶς τὸ ἔτος 345 μ.Χ., θανατούμενοι ἀπὸ αἱρετικοὺς Ἀρειανούς.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr   

Ὁ Ἅγιος Τερβίλλιος ὁ πρίγκιπας 

Ὁ Ἅγιος Τερβίλλιος γεννήθηκε τὸ ἔτος 566 μ.Χ. στὴν Οὐαλία καὶ ἦταν υἱὸς τοῦ βασιλέως Ἰωὴλ τοῦ Β’. Ἀκολούθησε τὸν ἐρημικὸ βίο στὴν περιοχὴ τοῦ Λάντερφελ καὶ κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 660 μ.Χ.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr   

Ὁ Ὅσιος Γρηγόριος ὁ Βυζάντιος

Ὁ Ὅσιος Γρηγόριος καταγόταν ἀπὸ τὸ Βυζάντιο, γι’ αὐτὸ καὶ ἔλαβε τὸ ἐπώνυμο Βυζάντιος. Ἀφοῦ ἦλθε στὸ Ἅγιον Ὄρος, μόνασε στὰ ὅρια τῆς μονῆς Μεγίστης Λαύρας. Διὰ τῆς συντόνου ἀσκήσεως, τῆς ἄκρας ἡσυχίας καὶ τῆς νοερᾶς προσευχῆς, τῆς ὁποίας ὑπῆρξε θερμὸς μύστης, ἔφθασε σὲ ὕψος τελειότητας καὶ δεχόταν τροφὴ ἀπὸ Ἄγγελο. Ὁ Ὅσιος, ποὺ ἦταν διδάσκαλος τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ στὴ νηπτικὴ φιλοσοφία, κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 1310.
Συνεορτάζει μετὰ τῶν λοιπῶν Ἁγιορειτῶν Πατέρων τὴν Β’ Κυριακὴ τοῦ Ματθαίου, ἀναφερόμενος στὸ β’ τροπάριο τῆς γ’ Ὠδῆς τοῦ Κανόνος τῆς κοινῆς αὐτῶν Ἀκολουθίας.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr   

Ὁ Ὅσιος Γρηγόριος ὁ Σιναΐτης 

Ὁ Ὅσιος Γρηγόριος ὁ Σιναΐτης ὀφείλει τὴν ἐπωνυμία του στὸ ὄρος Σινᾶ, ὅπου ἔλαβε τὸ μοναχικὸ σχῆμα. Γεννήθηκε τὸ ἔτος 1255 στὸ χωριὸ Κούκουλο, πλησίων τῶν Κλαζομενῶν τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, ἀπὸ εὐλαβεῖς καὶ πλούσιους γονεῖς, ἀπὸ τοὺς ὁποίους, παράλληλα μὲ τοὺς εὐσεβεῖς διδασκάλους του, ἔμαθε τὰ πρῶτα ἱερὰ γράμματα. Κατόπιν πῆγε στὴν Κύπρο, ὅπου ἔζησε γιὰ μικρὸ χρονικὸ διάστημα κοντὰ σὲ κάποιον ἐνάρετο μοναχὸ καὶ ἔγινε καὶ ὁ ἴδιος δόκιμος καὶ στὴ  συνέχεια μετάβη στὸ ὄρος Σινᾶ. Ἐκεῖ ἔλαβε τὴ μοναχικὴ κουρὰ καὶ ἔζησε ἀσκώντας τὴν ὑπακοὴ καὶ τὴν ταπεινοφροσύνη, μὲ αὐστηρὴ νηστεία, ἀγρυπνία καὶ προσευχή. Ἀπὸ τὸ Σινᾶ ἀναχώρησε γιὰ τὰ Ἱεροσόλυμα, ὡς ἐπισκέπτης καὶ προσκυνητὴς τοῦ Παναγίου Τάφου καὶ τῶν λοιπῶν προσκυνημάτων τῆς Παλαιστίνης καὶ κατόπιν ἦλθε στὴν Κρήτη, στοὺς Καλοὺς Λιμένες, ὅπου διδάχθηκε τὴ νοερὰ προσευχὴ ἀπὸ τὸν ἐρημίτη Ἀρσένιο τὸν Ἁγιοφαραγγίτη.

Στὴν συνέχεια μετέβη μὲ πλοῖο στὸ Ἅγιον Ὄρος. Ἐκεῖ, ἀφοῦ ἐπισκέφθηκε ὅλες τὶς μονές, τὶς σκῆτες καὶ τὰ κελιά, καθὼς καὶ τοὺς δύσβατους καὶ ἐρημικοὺς τόπους του, κατοίκησε κατ’ ἀρχὴν στὴ σκήτη τοῦ Μαγουλᾶ, ποὺ βρισκόταν ἀπέναντι ἀπὸ τὴν ἱερὰ μονὴ Φιλοθέου καὶ μετὰ στὶς Καρυὲς καὶ σὲ ἄλλα σημεῖα τοῦ Ἄθω.

Σὲ ὅλα αὐτὰ τὰ μέρη, ὅπως ἐπίσης καὶ στὴν περιοχὴ τῆς Μεγίστης Λαύρας, ἔχτιζε κελιὰ γιὰ ὅσους ἔρχονταν πρὸς αὐτόν. Αὐτοὶ ἦταν στὸ σύνολό τους ἐπιφανεῖς ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι ἐπιθυμοῦσαν νὰ ἀκούσουν τὴν ψυχωφελέστατη διδασκαλία του καὶ νὰ μονάσουν κοντά του. Ἀλλά, ἐπειδὴ ἀκριβῶς ἀγαποῦσε τὴν ἀναχώρηση καὶ δὲν ἤθελε «οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν νὰ ἀποχωρισθῇ ἀπὸ τὴν θεωρίαν», μετέβαινε σὲ δύσβατα καὶ ἀπόκρημνα μέρη, ὅπου ἦταν δύσκολο νὰ τὸν πλησιάσουν πολλοὶ ἄνθρωποι καὶ νὰ τοῦ ἐκφράσουν τὴν εὐλάβειά τους, διαταράζοντας ἔτσι τὴν ἡσυχία ποὺ τόσο ποθοῦσε.

Ὁ Ὅσιος, λοιπόν, ὑπῆρξε ἐξαιρετικὴ φυσιογνωμία στὴν ἐποχή του καὶ διακρίθηκε προπαντὸς ὡς ὁ πρῶτος καὶ μεγάλος συστηματικὸς δάσκαλος τῆς νοερᾶς προσευχῆς: «Κύριε, Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με τὸν ἁμαρτωλόν».

Φεύγοντας ἀπὸ τὸ Ἅγιον Ὄρος, ἐξ αἰτίας κυρίως τῶν Καταλανῶν πειρατῶν ποὺ ἐπανειλημμένως τὸ λυμαίνονταν ἐκείνη τὴν ἐποχή, μετέβη στὴν Σερβία καὶ Βουλγαρία, στὶς πόλεις Κωνσταντινούπολη, Θεσσαλονίκη καὶ Ἀλεξανδρούπολη καὶ στὰ νησιὰ Χίο καὶ Μυτιλήνη, μεταφέροντας παντοῦ τὸ μήνυμα τῆς ἀθωνικῆς μοναστικῆς πολιτείας. Στὴν Κωνσταντινούπολη ἀπὸ ταπεινοφροσύνη, ὁ Ὅσιος Γρηγόριος, δὲν ἱκανοποίησε τὴν ἐπιθυμία τοῦ αὐτοκράτορος Ἀνδρονίκου Β’ τοῦ Παλαιολόγου (1282 – 1328) νὰ προσέλθει στὰ ἀνάκτορα.

Ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολη ἦλθε στὸ Κατακεκρυωμένον ὄρος τῆς Θράκης, στὰ σύνορα Βυζαντίου καὶ Βουλγαρίας, ἀγωνιζόμενος τὸν ἡσυχαστικὸ ἀγώνα. Τελικὰ ἐπανῆλθε στὸ Ἅγιον Ὄρος, γενόμενος πανηγυρικὰ δεκτὸς ἀπὸ τοὺς μοναχοὺς τῆς Μεγίστης Λαύρας. Ἔπειτα μετέβη καὶ πάλι στὸ ὄρος Κατακεκρυωμένον, ἵδρυσε πολλὰ μοναστήρια καὶ ἔγινε εἰσηγητὴς τοῦ ἡσυχασμοῦ καὶ στοὺς Σλάβους καὶ τοὺς Βούλγαρους, ὅταν ἐγκαταστάθηκε στὰ Παρόρια τὸ 1331 καὶ πάλι τὸ 1335.

Σκοπὸς τῆς ζωῆς τοῦ Ὁσίου Γρηγορίου ἦταν ἡ συνειδητοποίηση τῆς Χάριτος τοῦ Βαπτίσματος, ποὺ χορηγήθηκε στὸν ἄνθρωπο ἀλλὰ βρίσκεται κρυμμένη ἀπὸ τὴν ἁμαρτία. «Οἱ περισσότεροι ἀπὸ ἐμᾶς πέφτουν στὴν ἁμαρτία ἀπὸ ἀμέλεια καὶ ἁμαρτωλὴ συνήθεια στὴν ἀναισθησία καὶ στὴν τύφλωση καὶ δὲν ξέρουμε πιὰ ἀκόμη καὶ ἂν ὑπάρχει Θεός, ποιοὶ εἴμαστε, τί μποροῦμε νὰ φθάσουμε, νὰ γίνουμε παιδιὰ τοῦ Θεοῦ, παιδιὰ φωτός, παιδιὰ καὶ μέλη Χριστοῦ. Εἴχαμε βαπτισθεῖ σὲ ὥριμη ἡλικία; Δὲν διακρίναμε παρὰ τὸ νερὸ καὶ ὄχι τὸ Πνεῦμα. Κι ἂν ἀκόμη εἴμαστε ἀναγεννημένοι μὲ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, πιστεύουμε μὲ νεκρὴ καὶ ἀδρανὴ πίστη… Καταντήσαμε σάρκα καὶ συμπεριφερόμαστε ἀκολουθώντας τὴ σάρκα… Ὑπάρχουν δύο τρόποι νὰ ἀνακαλύψουμε τὴν ἐνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ποὺ δεχθήκαμε μυστηριακὰ μὲ τὸ Ἅγιο Βάπτισμα: α) Ἡ δωρεὰ αὐτὴ ἀποκαλύπτεται μὲ τρόπο γενικὸ ἀπὸ τὴν ἄσκηση τῶν ἐντολῶν καὶ μὲ θυσία ἐπίπονων προσπαθειῶν καὶ β) Ἐκδηλώνεται στὴ ζωὴ ὑποταγῆς (στὸν πνευματικὸ πατέρα), μὲ τὴν μεθοδικὴ καὶ ἐξακολουθητικὴ ἐπίκληση τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ, δηλαδὴ τὴν μνήμη τοῦ Θεοῦ. Ἡ πρώτη ὁδὸς εἶναι ἡ πιὸ μακρινή, ἐνῷ ἡ δεύτερη ἡ πιὸ σύντομη, μὲ τὸν ὅρο νὰ ἔχεις μάθει νὰ ἀνασκάπτεις τὴ γῆ θαρραλέα καὶ ἐπίμονα γιὰ νὰ ἀποκαλύψεις τὸ χρυσάφι».

Ἡ κυριότερη ἀπασχόληση τοῦ Ὁσίου ἦταν νὰ προφυλάξει τοὺς μαθητές του ἀπὸ φανταστικὲς ὀπτασίες, ποὺ ὄχι μόνο προέρχονται ἀπὸ τὴν ἀνθρώπινη φύση, ἀλλὰ ἀκόμη συχνότερα προκαλοῦνται ἀπὸ τὸ δαίμονα. «Ἐραστὴ τοῦ Θεοῦ, νὰ εἶσαι πολὺ προσεκτικός. Ὅταν, ἀπασχολούμενος στὴν ἐργασία σου, βλέπεις ἕνα φῶς ἢ μία φλόγα, μέσα σου ἢ ἔξω ἀπὸ ἐσένα, τὴν αὐτολεγόμενη εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ, Ἀγγέλους ἢ Ἁγίους, μὴν τὴν παραδεχθεῖς. Θὰ κινδυνεύσεις νὰ τὴν πάθεις. Μὴν ἐπιτρέπεις, πολὺ περισσότερο, στὸ πνεῦμα σου νὰ ἐνδυναμωθεῖ ἀπὸ αὐτή. Ὅλοι οἱ ἐξωτερικοὶ αὐτοὶ ἐπίπλαστοι σχηματισμοὶ ἔχουν ἀποτέλεσμα νὰ πλανήσουν τὴν ψυχή. Ἡ ἀληθινὴ ἀρχὴ τῆς προσευχῆς εἶναι ἡ θέρμη τῆς καρδιᾶς ποὺ κατακαίει τὰ πάθη, προκαλεῖ τὴν εὐφροσύνη καὶ τὴν χαρὰ στὴν ψυχὴ καὶ συμμορφώνει τὴν καρδιὰ σὲ μία βέβαιη ἀγάπη καὶ ἕνα συναίσθημα ἀδιαφιλονίκητης πληρότητος».

Ὁ Ὅσιος Γρηγόριος ὁ Σιναΐτης «ἐπιμένει ἐδῶ, πάνω σὲ οὐσιῶδες χαρακτηριστικὸ τῆς Ὀρθόδοξης μυστικῆς παράδοσης. Ἡ φαντασία κάτω ἀπὸ ὅλες τὶς ἑκούσιες καὶ ἀκούσιες μορφὲς εἶναι ὁ πιὸ ἐπικίνδυνος ἐχθρὸς τῆς ἑνώσεως μὲ τὸν Θεό».

Ἀπὸ τοὺς πολυπληθεῖς μαθητὲς καὶ διαδόχους τοῦ Ὁσίου Γρηγορίου τοῦ Σιναΐτου, ποὺ συγκεντρώθηκαν κοντά του πολὺ νωρίς, ἰδιαίτερα ὅταν βρισκόταν στὴν περιοχὴ τοῦ χειμάρρου Χρέντελι, μᾶς εἶναι γνωστοὶ οἱ ἑξῆς: ὁ Ὅσιος Γεράσιμος ὁ ἐξ Εὐβοίας, ὁ συμπολίτης του Ἰωσὴφ ποὺ ἀγωνίσθηκε κατὰ τῶν Λατίνων, ὁ ἀββᾶς Νικόλαος ἐξ Ἀθηνῶν ποὺ ἀντιστάθηκε ἐπίσης κατὰ τῶν Λατίνων καὶ μάλιστα κατὰ τοῦ λατινόφρονα αὐτοκράτορα Μιχαὴλ Η’ τοῦ Παλαιολόγου καὶ ὑπέστη γι’ αὐτὸ πολλὰ δεινά, ὁ Μᾶρκος ἀπὸ τὶς Κλαζομενὲς ποὺ ὑπῆρξε θεωρητικὸς καὶ ἐνάρετος ἀσκητὴς καὶ μαρτυρεῖται ὅτι εἶδε τὴν Παναγία νὰ σκεπάζει τὸ Ἅγιον Ὄρος δορυφορούμενη ἀπὸ Ἀρχαγγέλους καὶ Ἀγγέλους, ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Κάλλιστος ὁ Α’, ὁ Ἰάκωβος ὁ ὁποῖος ἐξαιτίας τῆς ἀρετῆς του ἔγινε Ἐπίσκοπος, ὁ Ἀαρῶν καὶ ὁ Κλήμης.

Ὅλοι αὐτοὶ διέπρεψαν μὲ τὴ στάση τους στὴν ἄσκηση τῆς ἀρετῆς καὶ τῆς ἁγιότητας, γι’ αὐτὸ καὶ μερικοὶ ἔφθασαν μέχρι τὰ ἀνώτατα ἀξιώματα τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱεραρχίας. Κάποιοι ἄλλοι μάλιστα ἀποτέλεσαν καὶ τοὺς πρώτους μοναχοὺς τῆς μονῆς Γρηγορίου, καθὼς κατέβηκαν ἀπὸ τὴ δύσβατη περιοχὴ ὅπου βρίσκονταν πρὸς τὴν παραλία, στὴ σημερινὴ θέση της, προβαίνοντας ταυτόχρονα στὴν ἵδρυση καὶ τὴν τέλεια ἀποκατάστασή της σὲ κοινόβιο.

Μετὰ ἀπὸ μικρὴ ἀσθένεια ὁ Ὅσιος Γρηγόριος κοιμήθηκε στὶς 27 Νοεμβρίου 1347. Ἡ Ἐκκλησία ἑορτάζει τὴ μνήμη του, ἐπίσης, στὶς 11 Φεβρουαρίου καὶ στὶς 27 Νοεμβρίου.

Τὰ Νηπτικὰ Ἔργα τοῦ Ὁσίου Γρηγορίου διασώζονται στὴν Πατρολογία καὶ στὴ Φιλοκαλία.
Μεταξὺ τῶν συγγραμμάτων του πρέπει νὰ μνημονευθοῦν δύο δοκίμια, τὸ «Περὶ ἡσυχίας καὶ περὶ τῶν δύο τρόπων τῆς προσευχῆς» καὶ τὸ «Περὶ τοῦ πῶς δεῖ καθέζεσθαι τὸν ἡσυχάζοντα εἰς τὴν εὐχήν».

Πηγή: http://www.synaxarion.gr   

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Θείας χάριτος, ὤφθης ταμεῖον, διὰ νήψεως, νοὸς παμμάκαρ, καὶ προσευχῆς νοερᾶς λύχνος ἄσβεστος· ὅθεν ἡμᾶς διεγείρεις Γρηγόριε, πρὸς ἐργασίαν αὐτῆς θείοις λόγοις σου. Πάτερ Ὅσιε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

 

Κοντάκιον. Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Ἐν Σιναίῳ πρότερον, ἀγγελικῶς βιοτεύσας, ἐν τῷ Ἄθῳ ὕστερον, περιφανῶς διαλάμπεις· πάντας γὰρ πρὸς προσευχῆς θείας κτῆσιν, λόγῳ σου, σοφῶς καὶ ἔργῳ Πάτερ διδάσκεις· διὰ τοῦτό σε τιμῶμεν, ὡς θείας δόξης σκεῦος Γρηγόριε.

 

Μεγαλυνάριον.
Γρήγορος ἐν πᾶσιν ἀναδειχθείς, προσευχῆς ἁγίας, ὤφθης θεῖος ὑφηγητής, πρὶς ἣν ἡμᾶς πάντας, ὀτρύνεις τῷ σῷ λόγῳ, Γρηγόριε παμμάκαρ ἀξιοθαύμαστε.

Ὁ Ὅσιος Ροῦφος ὁ Ἀσκητὴς

Ὁ Ὅσιος Ροῦφος ἔζησε ὡς ἐρημίτης στὴ μονὴ τῶν Σπηλαίων τοῦ Κιέβου κατὰ τὸν 14ο αἰώνα μ.Χ. Διακρινόταν γιὰ τὴν ὑπακοή του καὶ τιμόταν ὡς λάτρης τῆς ἐργασίας καὶ τῆς νηστείας. Κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη καὶ ἐνταφιάσθηκε στὶς μακρινὲς Σπηλιὲς τῆς Λαύρας.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr    

Ὁ Ἅγιος Ἀφώνιος Ἐπίσκοπος Νόβγκοροντ 

Ὁ Ἅγιος Ἀφώνιος γεννήθηκε στὴ Ρωσία καὶ ἦταν ἡγούμενος στὴ μονὴ τῶν Ἁγίων Βόριδος καὶ Γκλὲμπ τῆς περιοχῆς Περεγιασλὰβ – Ζαλέσκϊυ. Τὸ ἔτος 1635 ἐξελέγη Μητροπολίτης Νόβγκοροντ, ἀλλὰ ἐξαιτίας τοῦ γήρατος καὶ μιᾶς ἀσθένειας, τὸ 1649, ἄφησε τὴν ἐπισκοπικὴ ἕδρα καὶ ἐγκαταστάθηκε στὸ μοναστήρι Τσουτύνσκϊυ.
Ὁ Ἅγιος κοιμήθηκε τὸ ἔτος 1652 καὶ ἐνταφιάσθηκε στὸ προαύλιο τοῦ καθεδρικοῦ ναοῦ τῆς Ἁγίας Σοφίας. Ἐπάνω στὸν τάφο του ἐτελεῖτο ἡ Ἀκολουθία τῶν κεκοιμημένων.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr   

Ὁ Ἅγιος Γεννάδιος ὁ Ὁσιομάρτυρας

Ὁ Ἅγιος Ὁσιομάρτυς Γεννάδιος ἦταν μοναχὸς στὴ μονὴ τοῦ Ἁγίου Διονυσίου τοῦ Ἁγίου Ὄρους καὶ μετέβη στὴν Κωνσταντινούπολη μὲ προτροπὴ τοῦ ἡγουμένου αὐτῆς, ὡς συνοδίτης τῶν μοναχῶν Βονιφατίου καὶ Εὐδοκίμου ποὺ ὅδευαν πρὸς τὸ μαρτύριο. Οἱ δύο αὐτοὶ μοναχοί, ἀφοῦ δείλιασαν πρὸ τῶν βασάνων καὶ ἀρνήθηκαν τὸν Χριστό, κατήγγειλαν ὡς αἴτιο τῆς πορείας τους πρὸς τὸ μαρτύριο, τὸν Γεννάδιο. Ἔτσι ὁ Ἅγιος συνελήφθη ἀπὸ τοὺς Τούρκους, κλείσθηκε στὴ φυλακὴ καὶ βασανίσθηκε ἀνηλεῶς. Ἐπειδὴ δὲν ἀρνήθηκε τὸν Χριστό, καταδικάσθηκε, τὸ ἔτος 1818, στὸν διὰ ἀποκεφαλισμοῦ θάνατο καὶ ἔλαβε ἔτσι τὸ ἁμαράντινο στέφανο τῆς δόξας.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr   

Οἱ Ἅγιοι Μανουήλ, Θεόδωρος, Γεώργιος, Μιχαὴλ καὶ Γεώργιος οἱ Νεομάρτυρες ἐκ Σαμοθράκης

Οἱ Ἅγιοι Νεομάρτυρες Μανουήλ, Θεόδωρος, Γεώργιος καὶ ὁ νεότερος Γεώργιος κατάγονταν ἀπὸ τὴ Σαμοθράκη, ὁ δὲ Μιχαὴλ ἀπὸ τὴν Κύπρο.

Κατὰ τὴν ἐπανάσταση τοῦ 1821 ἡ νῆσος Σαμοθράκη κατελήφθη ἀπὸ τοὺς Ἀγαρηνούς, ποὺ ἦλθαν ἀπὸ τὴν Ἄβυδο καὶ τὴν Τένεδο καὶ φόνευσαν τοὺς Χριστιανοὺς κατοίκους, τὶς δὲ γυναῖκες καὶ τὰ παιδιὰ διαμοίρασαν στὴν Ἀνατολὴ καὶ στὴν Αἴγυπτο. Τότε συνέλαβαν καὶ τοὺς τέσσερις Μάρτυρες μαζὶ μὲ τὸν Μιχαήλ, ὁ ὁποῖος ὅμως φοβήθηκε καὶ ἀλλαξοπίστησε καὶ τοὺς πούλησαν σὲ Τούρκους σὲ διάφορα μέρη. Ὅταν ἡ Ἑλλάδα ἐλευθερώθηκε, οἱ πέντε Νεομάρτυρες ἐπέστρεψαν στὴ Σαμοθράκη καὶ ἀκολούθησαν τὸ χριστιανικὸ βίο.

Ἐκείνη τὴν περίοδο διορίσθηκε στὸ ὑπουργεῖο τοῦ καδῆ τῆς Μάκρης κάποιος σκληρὸς Ἀπτουρραχμὰν ἀφέντης λεγόμενος, ἀπάνθρωπος καὶ ζηλωτὴς τῆς θρησκείας τοῦ Μωάμεθ. Αὐτός, τὸ ἔτος 1836, συνέλαβε τοὺς Μάρτυρες, τοὺς ὁποίους φυλάκισε καὶ βασάνισε. Παρὰ τὶς κολακεῖες καὶ τὰ φρικώδη βασανιστήρια οἱ Μάρτυρες ὁμολογοῦσαν τὴν πίστη τους στὸν Χριστό. Τότε ὁ καδῆς ἔγραψε στὴν Κωνσταντινούπολη πρὸς τὸν ἀφέντη τῆς Βασάφ, ὁ ὁποῖος ἦταν μυστικὸς γραμματεὺς τοῦ σουλτάνου Μαχμούτ, τὰ σχετικὰ μὲ τοὺς Μάρτυρες καὶ ὅτι ἀρνήθηκαν τὴν θρησκεία τοῦ Μωάμεθ. Ἡ ἀπόφαση ποὺ ἦλθε ἦταν καταδικαστική. Πρῶτος μαρτύρησε ὁ γέροντας Μιχαήλ, τὸν ὁποῖο κατέκοψαν σὲ κομμάτια μὲ τὰ ξίφη τους. Οἱ Ἅγιοι Θεόδωρος καὶ Γεώργιος κρεμάστηκαν καὶ ἔτσι ἔλαβαν τὸ στέφανο τῆς ἀθλήσεως. Τὸν δὲ πολυπαθὴ Μανουὴλ τὸν ἔριξαν πάνω σὲ σιδερένια τσιγκέλια καὶ καρφώθηκε σταυρωειδῶς. Ἔτσι ἔριξαν καὶ τὸν μακάριο μικρὸ Γεώργιο, ἀλλὰ ὢ τοῦ θαύματος! Τὰ καρφιὰ λύγισαν καὶ δὲν καρφώθηκε κανένα στὸ σῶμα τοῦ Ἁγίου. Μετὰ ἀπὸ αὐτὸ τὸν ἔριξαν πάνω σὲ σιδερένια σουβλιὰ καὶ τὸν πατοῦσαν γιὰ νὰ καρφωθεῖ τὸ σῶμα του. Μὲ αὐτὸ τὸν τρόπο ὁ Μάρτυρας Μανουὴλ σύντομα παρέδωσε τὴν ἁγία του ψυχὴ στὰ χέρια τοῦ Θεοῦ, ὁ δὲ Μάρτυς Γεώργιος ἔμεινε καρφωμένος εἴκοσι τέσσερις ὧρες μὲ ὀδύνη ἀφόρητη. Οἱ Ἀγαρηνοί, ὅταν εἶδαν ὅτι μετὰ ἀπὸ τόσο διάστημα ἀκόμα ζεῖ, τὸν πυροβόλησαν στὴν κεφαλὴ καὶ ἔτσι τελείωσε τὸν βίο του καὶ αὐτὸς ὁ ἀοίδιμος.

Οἱ Χριστιανοί, ἀφοῦ ἔλαβαν τὴν ἄδεια, ἐνταφίασαν τὰ λείψανα τῶν Μαρτύρων στὸν τόπο τοῦ μαρτυρίου αὐτῶν.
Ἡ Σύναξή τους ἑορτάζεται καὶ τὴν Κυριακὴ τοῦ Θωμᾶ.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr   

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Σαμοθράκης λαμπτῆρες καὶ τῆς Μάκρης ἀγλάϊσμα, Νεομάρτυρες θεῖοι ἀληθῶς ἀνεδείχθητε, ἀθλήσαντες στερρῶς ὑπὲρ Χριστοῦ, καὶ λύσαντες τὴν πλάνην τοῦ ἐχθροῦ, Μανουὴλ σὺν Θεοδώρῳ καὶ Μιχαήλ, καὶ οἱ διττοὶ Γεώργιοι· δόξα τῷ ἐνισχύσαντι ὑμᾶς, δόξα τῷ στεφανώσαντι, δόξα τῷ χορηγοῦντι δι’ ὑμῶν, ἡμῖν χάριν καὶ ἔλεος.

Αυτή τη Κυριακή τιμάμε τη μνήμη της οσίας Μητέρας μας η οποία εορτάζεται και κατά την 1η Απριλίου. Το «Ωρολόγιο» γράφει ότι «Πλησιάζοντας το τέλος της αγίας Σαρακοστής, τάχθηκε να εορτάζεται σήμερα η αγία προς τόνωση των ραθύμων και αμαρτωλών σε μετάνοια.

Όταν ήταν δώδεκα ετών η αγία, έφυγε μακριά από τους γονείς της και πήγε στην Αλεξάνδρεια όπου έζησε για 17 χρόνια ασώτως. Έπειτα από περιέργεια ξεκίνησε με πολλούς προσκυνητές για τα Ιεροσόλυμα, να παραβρεθεί στην ύψωση του Τιμίου Σταυρού, όπου όμως συνέχισε την ακολασία και παρέσυρε πολλούς στην απώλεια.

Θέλησε μάλιστα να μπει στην Εκκλησία τη μέρα της υψώσεως του Τιμίου Σταυρού, αλλά αισθάνθηκε τέσσερις φορές κάποια αόρατο δύναμη να την εμποδίζει να εισέλθει στο Ναό, ενώ όλοι οι άλλοι έμπαιναν ανεμπόδιστα. Πληγώθηκε αφάνταστα η καρδιά της από το γεγονός αυτό και παρεκάλεσε τη Παναγία να της επιτρέψει και ότι θα αλλάξει ζωή. Αμέσως μπήκε μέσα, προσκύνησε το Τίμιο Ξύλο και έφυγε από τα Ιεροσόλυμα, πέρασε τον Ιορδάνη και προχώρησε στα βάθη της ερήμου, προσευχομένη και ζώντας σκληρή ζωή μετανοίας για 47 χρόνια.
Όταν έφθασε το τέλος της ζωής της συνάντησε ένα ερημίτη που τον έλεγαν Ζωσιμά στον οποίο ζήτησε και εξομολογήθηκε όλη τη ζωή της και τον παρεκάλεσε να τη κοινωνήσει των Αχράντων Μυστηρίων. Αυτό έκανε εκείνος ο ερημίτης το επόμενο έτος τη Μεγάλη Πέμπτη. Το μεθεπόμενο έτος επανήλθε ο Ζωσιμάς να την ξανακοινωνήσει, αλλά την βρήκε νεκρή και με ένα σημείωμα που έγραφε: «Αββά Ζωσιμά, θάψε μου εδώ το σώμα της αθλίας Μαρίας. Πέθανα την ίδια μέρα που με κοινώνησες των Αχράντων Μυστηρίων. Να εύχεσαι για μένα.»

Πρέπει να ήταν τότε το έτος 378 ή κατ' άλλους το 437.»
Η οσία Μαρία είναι ζωντανό παράδειγμα της δυνάμεως της μετανοίας. Παρά το ότι βυθίσθηκε μέχρι το κεφάλι στη λάσπη της αμαρτίας, έπειτα μετανοήσει και με τη Χάρη του ελέους του Θεού, έφθασε στη καθαρότητα των Αγγέλων.

Μπορούμε να γίνουμε όλοι κατάλευκοι, όπως ήμασταν προ του βαπτίσματος, αρκεί να μετανοήσουμε.

Η Εκκλησία μας ψάλλει σήμερα για την οσία Μαρία το ακόλουθο τροπάριο:
”Αφού διέφυγες από το σκότος της αμαρτίας και φωτίσθηκες από το φώς της μετανοίας, προσέφερες, ω δοξασμένη αγία Μαρία, τη καρδιά σου στο Χριστό. Εκείνος δε τη δέχθηκε, γιατί εσύ έβαλες να μεσιτεύσει προς Αυτόν η ακηλίδωτος και αγία Μητέρα Του, η γεμάτη από συμπάθεια. Γι' αυτό όχι μόνο απαλλάχθηκες από τις αμαρτίες σου, αλλά και ευφραίνεσαι αιώνια μαζί με τους Αγγέλους”.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Φωτισθεῖσα ἐνθέως Σταυροῦ τῇ χάριτι, τῆς μετανοίας ἐδείχθης φωτοφανὴς λαμπηδών, τῶν παθῶν σου τὸν σκοτασμὸν λιποῦσα πάνσεμνε· ὅθεν ὡς ἄγγελος Θεοῦ, Ζωσιμᾷ τῷ ἱερῷ, ὡράθης ἐν τῇ ἐρήμῳ Μαρία Ὁσία Μῆτερ· μεθ’ οὗ δυσώπει ὑπὲρ πάντων ἡμῶν.

 

Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Τῆς ἁμαρτίας τὴν ἀχλὺν ἐκφυγοῦσα, τῆς μετανοίας τῷ φωτὶ αὐγασθεῖσα, τὴν σὴν καρδίαν ἔνδοξε προσῆξας τῷ Χριστῷ, τούτου τὴν Πανάμωμον, καὶ ἁγίαν Μητέρα, πρέσβυν συμπαθέστατον, προσενέγκασα· ὅθεν, καὶ τῶν πταισμάτων εὗρες ἀποχήν, καὶ σὺν Ἀγγέλοις, ἀεὶ ἐπαγγέλλεσαι.

 

Μεγαλυνάριον.
Αἴγυπτον φυγοῦσα τὴν τῶν παθῶν, δάκρυσιν ἐκπλύνεις, ἁμαρτίας τὸν μολυσμόν, καὶ ἐν τῇ ἐρήμῳ τοῦ Ἰορδάνου Μῆτερ, ὡς ἄγγελος Μαρία, ὄντως ἠγώνισαι.

Οἱ Ἅγιοι Οὐϊκτωρίνος, Οὐΐκτωρ, Νικηφόρος, Κλαύδιος, Διόδωρος, Σαραπίων καὶ Παπίας οἱ Μάρτυρες

Ἡ κυρίως μνήμη τους ἑορτάζεται τὴν 31η Ἰανουαρίου, ὅπου καὶ ὁ βίος τους.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr   

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Θείας πίστεως, τῇ ἀναλάμψει, ὁ ἑπτάριθμος, Μαρτύρων δῆμος, ὡς λυχνία ἀνεδείχθη ἑπτάφωτος, ταῖς τῶν ἀγώνων ἐνθέοις λαμπρότησι, φωταγωγοῦντες τοὺς πίστει κραυγάζοντας· Θεῖοι Μάρτυρες, Χριστῷ τῷ Θεῷ πρεσβεύσατε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

 

Κοντάκιον. Ἦχος β’. Τοῖς τῶν αἱμάτων σου.
Ὡς στατιῶται Χριστοῦ ἀκατάπληκτοι, τὰς ἐναντίας ἀρχὰς ἐτροπώσασθε, φαιδρῶς συνημμένοι τῷ πνεύματι, καὶ ὁμοφώνως κραυγάζοντες Μάρτυρες· Χριστὸς τῶν ἀθλούντων ὁ στέφανος.

 

Μεγαλυνάριον.
Κλαύδιον Οὐΐκτωρα τὸν σεπτόν, σὺν Οὐϊκτωρίνῳ, καὶ Παππίᾳ τῷ ἱερῷ, καὶ σὺν Διοδώρῳ, τὸν θεῖον Νικηφόρον, ὁμοῦ καὶ Σεραπίωνα μακαρίσωμεν.

Οἱ Ἅγιοι Δίδυμος καὶ Θεοδώρα οἱ Μάρτυρες

Οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες Δίδυμος καὶ Θεοδώρα ἄθλησαν κατὰ τοὺς χρόνους τῶν διωγμῶν ἐπὶ Διοκλητιανοῦ (284 – 305 μ.Χ.) καὶ Μαξιμιανοῦ (286 – 305 μ.Χ.) καὶ ἐπὶ ἄρχοντος Ἀλεξανδρείας Εὐστρατίου. Ἡ Ἁγία Θεοδώρα συνελήφθη, ἐπειδὴ ἦταν Χριστιανὴ καί, ἀφοῦ ὁμολόγησε ἐνώπιον ὅλων τὸν Χριστό, κλείσθηκε στὴ φυλακή. Μετὰ ἀπὸ λίγες ἡμέρες βγῆκε ἀπὸ τὴν φυλακή, ἀνακρίθηκε ἐκ νέου καὶ ὁδηγήθηκε σὲ πορνεῖο γιὰ διαφθορά. Ἀλλά, κατὰ θεία οἰκονομία, ὁ πρῶτος ποὺ εἰσῆλθε, ὁ στρατιωτικὸς Δίδυμος, θέλοντας νὰ τὴν ἀπαλλάξει ἀπὸ τὴν ντροπὴ καὶ τὸν ψυχικὸ θάνατο τὴν ἕντυσε μὲ τὴν στρατιωτικὴ στολή του καὶ τὴν ἔβγαλε ἔξω. Ἕνας δὲ ἀπὸ τοὺς ἀκόλαστους νέους, ὅταν εἰσῆλθε στὸ πορνεῖο καὶ βρῆκε ἀντὶ τῆς Θεοδώρας γυμνὸ τὸν Δίδυμο, ἐξεπλάγη καὶ κατήγγειλε τὸ γεγονὸς στὸν ἄρχοντα, ὁ ὁποῖος ἔδωσε ἐντολὴ νά συλλάβουν τὸν Ἅγιο Δίδυμο. Ἐκεῖνος ἐνώπιον τοῦ ἡγεμόνος ὁμολόγησε τὴν πίστη του στὸ Ὄνομα τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ. Ἔτσι τὸν ἀποκεφάλισαν καὶ ἔκαψαν τὸ ἱερὸ λείψανό του. Τὸ ἴδιο τέλος ὑπέστη καὶ ἡ Ἁγία Θεοδώρα, ποὺ τελειώθηκε διὰ πυρός.
Ἔτσι, ἀφοῦ οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες τελειώθηκαν, ἔλαβαν τὸν ἁμαράντινο στέφανο τῆς δόξας ἀπὸ τὸν μισθαποδότη Κύριο.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr   

Ἡ Ὁσία Θεοδώρα ἡ ἐν Θεσσαλονίκῃ 

Ἡ Ὁσία Θεοδώρα ἀπὸ νεαρὴ ἡλικία ἀσπάσθηκε τὸ μοναχικὸ βίο καί ἀσκήθηκε στὸν ἀγώνα τῶν μοναχικῶν ἀρετῶν, τῆς ὑπακοῆς, τῆς φιλαδελφίας καὶ τῆς παρθενίας, ἀφοῦ εἰσῆλθε σὲ μοναστήρι. Πολλὰ χρόνια μετὰ τὴν ὁσιακὴ κοίμησή της, ἀνοίχθηκε ὁ τάφος της γιὰ νὰ ἐναποτεθεῖ σὲ αὐτὸν καὶ τὸ σκήνωμα τῆς ἡγουμένης της. Τότε, μὲ θαυμαστὸ τρόπο, «ἡ πρὸ πολλοῦ νεκρὰ κειμένη Θεοδώρα τῇ μητρὶ [ἐννοεῖ τὴν ἡγουμένη] ὥσπερ ζῶσα, συνέσφιγξεν ἑαυτὴν τόπον δοῦσα». Ἔκτοτε τὸ τίμιο λείψανο τῆς Ὁσίας Θεοδώρας δὲν ἔπαυσε νὰ ἐπιτελεῖ ποικίλα θαύματα.

Πρέπει ὅμως νὰ ἀναφέρουμε ἕνα ἀκόμη Συναξάρι, τὸ ὁποῖο παραθέτει ὁ Σωφρόνιος Εὐστρατιάδης μὲ βάση τὸ Λαυριωτικὸ Κώδικα Ι 70 καὶ τὸ ὁποῖο δὲν ἐμφανίζει καμιὰ σύγκλιση μὲ τὰ ἀνωτέρω.

Ἡ Ἁγία Θεοδώρα, σύμφωνα μὲ αὐτὸ τὸ Συναξάρι, ἦταν ἀπὸ τὴ νεανική της ἡλικία πόρνη, ἀλλὰ μετὰ τὴν παρέλευση ἀρκετῶν ἐτῶν μετανόησε. Διένειμε τὴν περιουσία της στοὺς φτωχοὺς καὶ εἰσῆλθε σὲ ἕνα βαθὺ λάκκο ἀναμένοντας κάποια θεϊκὴ ἐντολή. Ἀφοῦ διέμεινε ἐντὸς τοῦ ὀρύγματος ἐπὶ πέντε ἔτη «προσκαρτεροῦσα ἐν νηστείᾳ καὶ προσευχῇ καὶ γυμνότητι σαρκὸς καὶ ταλαιπωρίᾳ», τῆς γνωστοποιήθηκε μὲ ἀγγελικὸ ὅραμα ἡ συγχώρεση τῶν ἁμαρτιῶν της. Στὴν συνέχεια ἔχτισε ἕνα μικρὸ κελί, ὅπου ἐγκαταβίωσε γιὰ τὴν ὑπόλοιπη ζωή της, ἐνῷ μετὰ τὴν κοίμησή της ἐπιτέλεσε πλῆθος θαυμάτων. Ἴσως πρόκειται περὶ ἄλλης ὁμωνύμου ἐκ τῆς αὐτῆς πόλεως, περὶ τῆς ὁποίας ὅμως οἱ Συναξαριστὲς σιωποῦν.

Πρόσφατα, ἐν τούτοις, ἀποδείχθηκε ὅτι τὰ γλωσσικὰ δεδομένα τοῦ Συναξαρίου τῆς 5ης Ἀπριλίου συγκλίνουν μὲ αὐτὰ τοῦ Βίου καὶ τῆς Διηγήσεως γιὰ τὴ μετακομιδὴ τοῦ λειψάνου τῆς Ὁσίας Θεοδώρας τῆς Μυροβλύτιδος († 29 Αὐγούστου). Ἐπιπλέον , ἐντοπίσθηκαν καὶ ἐσωτερικὰ στοιχεῖα τοῦ Συναξαρίου, ποὺ καταδεικνύουν τὴ νοηματικὴ σχέση του μὲ τὰ δύο κείμενα τοῦ Γρηγορίου κληρικοῦ καὶ τὴν ἐξάρτησή του ἀπὸ αὐτά, γεγονὸς ποὺ ὁδηγεῖ στὴν ἀνεπιφύλακτη ταύτιση τῆς Ὁσίας Θεοδώρας τοῦ Συναξαρίου μὲ τὴν Ὁσιομυροβλύτιδα Θεοδώρα.
Ἕνα, ἐπίσης, σοβαρὸ πρόβλημα ποὺ συνδέεται μὲ τὴν ταύτιση ἢ τὸν διαχωρισμὸ τῶν δυὸ ὁμωνύμων Ὁσίων εἶναι τὸ ὑμνογραφικὸ καὶ συγκεκριμένα ὁ Κανόνας πρὸς τιμὴν τῆς Ὁσίας Θεοδώρας, ποὺ ἀποδίδεται στὴ γραφίδα τοῦ Ὁσίου Ἰωσὴφ τοῦ Ὑμνογράφου. Ὁ Κανόνας αὐτός, ὁ ὁποῖος ἀντλεῖ ἀπὸ τὸ Συναξάρι τῆς 5ης Ἀπριλίου, ἐπιγράφεται σὲ ἕνα μεγάλο ὑμνογράφο τῆς Ἐκκλησίας, ὁ ὁποῖος διέμεινε καὶ στὴ Θεσσαλονίκη καὶ συνέγραψε Κανόνες πρὸς τιμὴν ἀρκετῶν Θεσσαλονικέων Ἁγίων, ἀλλὰ κοιμήθηκε σύμφωνα μὲ τὴν ἐπικρατοῦσα ἄποψη τὸ ἔτος 886 μ.Χ., δηλαδὴ ἕξι χρόνια πρὶν ἀπὸ τὴν κοίμηση τῆς Ὁσίας Θεοδώρας τῆς Μυροβλύτιδος. Ἡ μοναδικὴ ἀπάντηση ποὺ μπορεῖ νὰ δοθεῖ στὸ σοβαρὸ αὐτὸ πρόβλημα, τὸ ὁποῖο παραμένει ἀνοικτό, εἶναι ἡ ἀπόδοση τοῦ Κανόνος σὲ κάποιο μαθητή του, πιθανότατα τὸν Θεοφάνη τὸν Σικελό, πολλοὶ Κανόνες τοῦ ὁποίου, ὅπως ἔχει διαπιστωθεῖ ἀπὸ τὴν ἔρευνα, φέρουν στὴν ἀκροστιχίδα τους τὸ ὄνομα τοῦ Ἰωσήφ.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr   

Ὁ Ἅγιος Ζήνων ὁ Μάρτυρας 

Εἶναι ἄγνωστο ποῦ καὶ πότε ἄθλησε ὁ Ἅγιος Μάρτυς Ζήνων, τὸν ὁποῖο, ἀφοῦ ἄλειψαν μὲ πίσσα, τὸν ἔριξαν στὴ φωτιὰ καὶ τὸν θανάτωσαν μὲ δόρυ.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr   

Ὁ Ἅγιος Θέρμος ὁ Μάρτυρας 

Ὁ Ἅγιος Μάρτυς Θέρμος τελειώθηκε διὰ πυρός. 

Πηγή: http://www.synaxarion.gr   

Οἱ Ἁγίες κυρία καὶ δούλη οἱ Μάρτυρες 

Οἱ Ἁγίες τελειώθηκαν διὰ ξίφους. 

Πηγή: http://www.synaxarion.gr   

Οἱ Ἅγιοι Μάξιμος καὶ Τερέντιος οἱ Μάρτυρες

Οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες Μάξιμος καὶ Τερέντιος τελειώθηκαν μὲ ξίφος. 

Πηγή: http://www.synaxarion.gr   

Οἱ Ἁγίες Πέντε Μάρτυρες νεάνιδες ἀπὸ τὴν Λέσβο 

Οἱ Ἁγίες αὐτὲς τελειώθηκαν διὰ ξίφους. Ποῦ καὶ πότε καὶ ὑπὸ ποῖες συνθῆκες δὲν γνωρίζουμε. Στὸ ὄρος Λίβανος τῆς Λέσβου ὑπῆρχε μονὴ τῶν Ἁγίων Πέντε, μαρτυρούμενη ἤδη ὑπὸ συνοδικῆς ἀποφάσεως τοῦ ἔτους 1331. Στὴ θέση τῆς μονῆς σήμερα ὑπάρχει χτισμένος μικρὸς ναός, στὸν ὁποῖο ἔχουν ἐντοιχισθεῖ παλαιοχριστιανικὰ ἀρχιτεκτονικὰ μέλη. Στὸ μέρος αὐτὸ πρέπει νὰ ἀναγνωρισθεῖ ὁ τόπος τοῦ μαρτυρίου ἢ τῆς τιμῆς τῶν Πέντε Μαρτύρων νεανίδων τῆς Λέσβου.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr   

Ὁ Ἅγιος Πομπήιος ὁ Μάρτυρας 

Ὁ Ἅγιος Μάρτυς Πομπήιος τελειώθηκε διὰ ξίφους. 

Πηγή: http://www.synaxarion.gr   

Ἡ Ἁγία Ὑπομονὴ ἡ Μάρτυς

Ἡ μνήμη τῆς Ἁγίας Μάρτυρος Ὑπομονῆς ἀναφέρεται στὸ Βατοπαιδινὸ Κώδικα 1104 φ. 98β καὶ στὸ Συναξάριον τῆς Κωνσταντινουπόλεως στὶς 9 Ἀπριλίου.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr   

Ὁ Ἅγιος Μπέκαν ὁ ἐξ Ἰρλανδίας 

Ὁ Ἅγιος Μπέκαν ἔζησε κατὰ τὸν 6ο αἰώνα μ.Χ. καὶ ἦταν γόνος τῆς βασιλικῆς οἰκογένειας τῆς Ἰρλανδίας. Ὅταν ἔχτιζε τὴν ἐκκλησία του παρέμενε πολλὲς φορὲς γονυπετὴς καί, ἐνῷ τὰ χέρια του ἐργάζονταν, τὰ χείλη ψέλλιζαν εὐχὲς καὶ ἀπὸ τὰ μάτια του ἔρρεαν ἀκατάπαυστα δάκρυα. Συγκαταλέγεται μεταξὺ τῶν δώδεκα ἱεραποστόλων τῆς Ἰρλανδίας.
Ὁ Ἅγιος Μπέκαν κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr   

Μετακομιδὴ Τιμίων Λειψάνων Ἁγίου Ἰὼβ Πατριάρχου Μόσχας καὶ πάσης Ρωσίας

Ἡ μνήμη του τιμᾶται ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία μας την 2α Ἰουλίου.
Τὸ ἱερὸ λείψανο τοῦ Ἁγίου Ἰώβ, Πατριάρχου Μόσχας καὶ πάσης Ρωσίας, μετακομίσθηκε τὸ ἔτος 1652 μὲ ἀπόφαση τοῦ Μητροπολίτου Νόβγκοροντ Νίκωνος ἀπὸ τὴ μονὴ Σταρίτσα τῆς Μόσχας στὸν καθεδρικὸ ναὸ τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου, στὸ Κρεμλίνο.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr   

Ὁ Ἅγιος Γεώργιος ὁ Νεομάρτυρας ἐκ χώρας Σάμου

Ὁ Ἅγιος Νεομάρτυς Γεώργιος γεννήθηκε ἀπὸ Σάμιο πατέρα στὴ Νέα Ἔφεσο τὸ ἔτος 1756 μ.Χ. Ἀκολούθησε τὸν ἔγγαμο βίο καὶ ἀπέκτησε τέκνα. Ὅμως, κατὰ τὸν Ἰούλιο τοῦ ἔτους 1798, εὑρισκόμενος σὲ κατάσταση μέθης, παρασύρθηκε στὸν Ἰσλαμισμὸ καὶ ἀρνήθηκε τὸν Χριστό. Ἐπειδὴ γιὰ τὴν πράξη του αὐτὴ ἔνιωσε ντροπή, ἀφοῦ ἀποκήρυξε τὸν Ἰσλαμισμό, ἔφυγε ἀπὸ τὴν Ἔφεσο καὶ ἦλθε στὴ Σάμο.
Κατὰ τὸ διάστημα τῆς ἀπουσίας του οἱ Χριστιανοὶ ἄρχισαν νὰ χτίζουν ναὸ στὴν Ἔφεσο, ἀφοῦ πρῶτα ἔλαβαν τὴ σχετικὴ ἄδεια ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολη. Οἱ Τοῦρκοι, φέροντες βαρέως ὅτι ἀνεγειρόταν ναὸς τῶν Ὀρθοδόξων καὶ μάλιστα μὲ βασιλικὴ ἄδεια, διέβαλαν τοὺς Χριστιανοὺς ὅτι φόνευσαν τὸν Γεώργιο ὡς ἀποστάτη τῆς πίστεώς τους καὶ ἔκρυψαν τὸ λείψανό του στὰ θεμέλια τοῦ ἀνεγειρόμενου ναοῦ. Ὅμως ὁ Γεώργιος βρέθηκε ἀργότερα καὶ ὁδηγήθηκε μὲ τὴν βία στὴν Ἔφεσο, ὅπου οἱ Τοῦρκοι τὸν πίεζαν νὰ ἐπανέλθει στὴν μωαμεθανικὴ θρησκεία. Κατόρθωσε ὅμως νὰ φυγαδευτεῖ καὶ πάλι στὴ Σάμο, ὅπου συνελήφθη ἐκ νέου καὶ ὁδηγήθηκε στὴ φυλακή. Μὲ τὴν διαμεσολάβηση ὅμως τῶν δημογερόντων τῆς Σάμου τὸν ἄφησαν πάλι ἐλεύθερο. Ἐν τῷ μεταξὺ οἱ ταραχὲς καὶ οἱ ἀνωμαλίες στὴν Ἔφεσο συνεχίζονταν. Τότε ὁ Γεώργιος, ἀφοῦ μετανόησε καὶ ἦλθε στὸν ἑαυτό του, ἔλαβε τὴν ἀπόφαση τοῦ μαρτυρίου. Ἀπομάκρυνε τὴν οἰκογένειά του, γιὰ νὰ τὴν προφυλάξει ἀπὸ τὸν φανατισμὸ τῶν Τούρκων καὶ παρουσιάσθηκε ἐνώπιον τοῦ Τούρκου ἱεροδικαστοῦ, στὸν ὁποῖο ὁμολόγησε τὴν πίστη του στὸν Χριστό. Οἱ Τοῦρκοι τότε ἄρχισαν τὶς κολακεῖες καὶ τὶς ἀπειλές. Καὶ ὅταν εἶδαν τὴν σταθερότητα τοῦ Ἁγίου στὴν πατρώα εὐσέβεια, τὸν ἀποκεφάλισαν. Ἦταν τὸ ἔτος 1801, ἡμέρα Παρασκευή. Οἱ Χριστιανοὶ παρέλαβαν τὸ ἱερὸ λείψανό του καὶ τὸ ἐνταφίασαν μὲ εὐλάβεια στὸν τάφο τοῦ Ἁγίου Νεομάρτυρα Πολυδώρου.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr   

Ἡ Ἁγία Ἀργυρὴ ἡ Νεομάρτυς 

Ἡ Ἁγία Ἀργυρὴ ἐγεννήθηκε, τὸ 1688 στὴν Προύσσα τῆς Βιθυνίας, ἀπὸ ἐνάρετους καὶ εὐλαβεῖς γονεῖς, τὸν Γεώργιο καὶ τὴν Σωσάννα. Κοντὰ στὸ σπίτι τῆς Ἀργυρῆς, κατὰ κακὴ τύχη βρισκόταν τὸ σπίτι κάποιου ἀλλόθρησκου προύχοντα, τοῦ ὁποίου ὁ υἱὸς μόλις εἶδε τὴν Ἀργυρή, τόσο θαμπώθηκε άπὸ τὴν ὀμορφιά της, ὥστε θέλησε να δημιουργήσει μαζί της σχέσεις ἐρωτικές καὶ νὰ τὴν κάνει νὰ ἀλλαξοπιστήσει.

Μία ἡμέρα, συναντᾶ τὴν Ἀργυρὴ στὸ δρόμο καὶ τῆς ἀποκαλύπτει τὰ αἰσθήματά του, ἀλλὰ ἡ Ἀργυρὴ ἀτάραχη καὶ σταθερὴ ἀπομακρύνθηκε ἀπὸ αὐτὸν, πρᾶγμα ποὺ τὸν ἔκανε ἔξω φρενῶν καὶ δυνάμωσε τὸ πάθος του. Ὁπότε ἄρχισε νὰ ἐνοχλεῖ καὶ τοὺς γονεῖς της, ἀπειλώντας τους μὲ τὴν ζωὴ τῆς κόρης τους, ἂν δὲν ἀλλαξοπιστήσει. Ἡ Ἀργυρὴ τότε ἀναφέρει στοὺς γονεῖς της τὰ τρέχοντα, ὁπότε οἱ δύστυχοι τρομοκρατημένοι, ἀποφασίζουν νὰ τὴν παντρέψουν μὲ ἕναν Χριστιανὸ νέο, γιὰ νὰ γλυτώσουν ἀπὸ τὶς κακὲς ἐπιθυμίες καὶ τὶς πιέσεις τοῦ ἀλλόθρησκου.

Πράγματι, σὲ ἡλικία δέκα ἑπτὰ ἐτῶν, μετὰ ἀπὸ λίγες ἡμέρες, ὁδηγεῖται νύμφη ὡραιοτάτη στὴν ἐκκλησία γιὰ νὰ παντρευτεῖ ὀρθόδοξο νέο συγχωριανό της. Ἀλλὰ ὅμως ὁ γάμος τῆς Ἀργυρῆς δὲν ἔσβησε τὸ πάθος τοῦ ἀλλόθρησκου. Καὶ ὅταν μετὰ ἀπὸ δέκα πέντε ἡμέρες ἡ νεόνυμφος ὁδηγεῖται ἀπὸ τὸ σύζυγό της στὴν ἐκκλησία, κατὰ τὸ ἔθιμο, γιὰ νὰ γίνει παράκληση, ἐμφανίζεται μπροστά της ὁ υἱὸς τοῦ προύχοντα μαζὶ μὲ εἴκοσι ἄλλους ἀλλόθρησκους νέους κακῆς διαγωγῆς, καὶ ἁρπάζουν τὴ νύμφη ἀπὸ τὸ μέσον τῶν γονέων καὶ τῶν συγγενῶν της καὶ τοῦ συζύγου της. Ἡ Ἀργυρὴ ἀντὶ νὰ βρεθεῖ στὴν ἐκκλησία βρίσκεται στὸ δικαστήριο μὲ τὴ νυμφική της ἐνδυμασία καὶ μὲ μία ἀναφορὰ ἐναντίον της, ποὺ ἔγραφε ὅτι ἡ Ἀργυρὴ θυγατἐρα τοῦ Γεωργίου καὶ τῆς Σωσάννας, εἶχε ὑποσχεθεῖ στὸν υἱὸ τοῦ προύχοντα ὅτι θὰ ἀλλαξοπιστήσει.

Ὁ κριτής, ποὺ ἦταν καὶ ὁ πατέρας τοῦ ἀλλοθρήσκου, καταδικάζει τὴν Ἀργυρὴ νὰ ἀλλαξοπιστήσει καὶ νὰ παντρευτεῖ τὸν υἱό του. Ἡ Ἀργυρὴ ἐστάθηκε μπροστὰ στὴν ἀπόφαση τοῦ κριτοῦ ἀμετάπεισθη, ἀλύγιστη καὶ ἄφοβη. Ὁργισμένος ὁ δικαστὴς διέταξε νὰ τὴ δέσουν καὶ νὰ τὴ φυλακίσουν.

Οἱ δύστυχοι γονεῖς μὴ μπορώντας νὰ παρηγορηθοῦν ἀπὸ τὴ στέρηση τῆς μονάκριβης θυγατρός τους, ἔσπευσαν μέσῳ τοῦ Μητροπολίτου Προύσσης νὰ εἰδοποιήσουν τὸν Πατριάρχη στὴν Κωνσταντινούπολη. Μετέβηκαν καὶ οἱ ἴδιοι μὲ τὸν ἀντιπρόσωπο τοῦ Μητροπολίτου νὰ διαμαρτυρηθοῦν στὴν τουρκικὴ κυβέρνηση, ἀλλὰ τὸ μόνο ποὺ κατάφεραν ἦταν νὰ μεταφερθεῖ ἀπὸ τὴ φυλακὴ ἡ Ἀργυρὴ σὲ δωμάτιο τοῦ σπιτιοῦ τοῦ κριτοῦ, μέχρις ὅτου δικασθεῖ σὲ ἀνώτατο δικαστήριο στὴν Κωνσταντινούπολη.

Τὴν ἐπαύριο, ἀδύνατη καὶ ταλαιπωρημένη, ἡ Ἀργυρὴ ὁδηγεῖται στὶς φυλακὲς τῆς Κωνσταντινουπόλεως μέχρις ὅτου ὁρισθεῖ ἡ δίκη. Δύο χρόνια ὁ σύζυγος καὶ οἱ γονεῖς της ἀγωνίζονται νὰ ὁρισθεῖ ἡ ἡμέρα τῆς δίκης. Τέλος, ὁδηγεῖται στὸ δικαστήριο, ἀλλὰ ἡ ἀπόφαση εἶναι ἡ ἴδια μὲ τοῦ κριτοῦ τῆς Προύσσης, ποὺ ἔλεγε: «Ἡ Χριστιανὴ Ἀργυρὴ ἢ θὰ ἀλλαξοπιστήσει νὰ παντρευθεῖ τὸν υἱὸ τοῦ προύχοντα ἢ θὰ κλεισθεῖ σὲ ἰσόβεια δεσμά.

Καὶ πάλι ὁ ἐρωτομανὴς ἀλλόθρησκος ὁργισμένος μὲ τὴν ἀλύγιστη στάση τῆς Ἀργυρῆς κατόρθωσε ὥστε νὰ τὴν ἁλυσοδέσουν καὶ νὰ τὴν ὁδηγήσουν στὴ φυλακή.

Ἡ ἀκλόνητη καὶ ἀληθινὴ πίστη πρὸς τὸ Σωτῆρα Ἰησοῦ Χριστὸ δὲν ὑποχωρεῖ οὔτε μπροστὰ στὸ φοβερώτατο θάνατο.

Ἔτσι καταδικάσθηκε ἡ Ἀργυρὴ νὰ σαπίζει στὴ φυλακή, δεμένη μὲ ἁλυσίδες, ἀνάμεσα σὲ αἰσχρὲς καὶ ἀνήθικες γυναῖκες, ποὺ τὶς διέταξαν νὰ βασανίζουν τὴν Ἀργυρὴ, ἡμέρα καὶ νύκτα, γιὰ νὰ τὴν ἀναγκάσουν νὰ ἀλλαξοπιστήσει. Κάθε ἡμέρα τὴ βασάνιζαν μὲ σκληροὺς ραβδισμούς, σκληραγωγίες καὶ νηστεῖες.

Ἡ δύστυχη μητέρα της, Σωσάννα, μὴ ἀντέχοντας τὰ βασανιστήρια τῆς ἀγαπημένης της μοναχοκόρης μετὰ δύο χρόνια πέθανε καὶ αὐτὴ μέσα στὴ φυλακή.

Τὰ βάσανα, οἱ ραβδισμοί, οἱ ἀγρυπνίες καὶ οἱ νηστεῖες ἀδυνάτιζαν καὶ ἔφθειραν σιγὰ - σιγὰ τὴν Ἀργυρή. Τέλος, ἀφοῦ κατάλαβε ὅτι τὸ τέλος ἐπλησίαζε, θέλησε νὰ ἐκτελέσει τὸ τελευταῖο καθῆκόν της πρὸς τὸν προσφιλῆ Σωτῆρα Ἰησοῦ Χριστό, νὰ κοινωνήσει τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων, πρᾶγμα ὅμως πολὺ δύσκολο μέσα στὴ φυλακή. Ἀλλὰ ἡ Θεία Χάρις τῆς ὑπέδειξε τὸν τρόπο.

Μέσα στὴ φυλακὴ ἦταν κλεισμένος ἕνας γέρος γιὰ χρέη στὸ κράτος, καὶ ἐπειδὴ ἦταν μέσα πολλὰ χρόνια καὶ ὅλοι τὸν ἐγνώριζαν, τὸν ἄφηναν πότε – πότε νὰ κινεῖται περισσότερο ἐλεύθερα. Αὐτὸν κρυφὰ κατόρθωσε νὰ φωνάξει ἡ Ἀργυρὴ καὶ νὰ τοῦ ἐμπιστευθεῖ τὴ θέλησή της. Καὶ αὐτὸς βρῆκε τὸν προϊστάμενο τῆς ἐκκλησίας τῆς φυλακῆς, καὶ τοῦ ἀνέφερε τὴν ἐπιθυμία τῆς Ἀργυρῆς. Ὁ προϊστάμενος, ὅπως ἐσυνηθίζετο τότε σὲ τέτοιες περιστάσεις, ἔβαλε μέσα σὲ μία σταφίδα τὰ Ἄχραντα Μυστήρια καὶ ὁ γέροντας τὰ μετέφερε μὲ σεβασμὸ στὸ βάθος τῆς φυλακῆς ὅπου ἐβρισκόταν ἁλυσοδεμένη ἡ Ἀργυρή. Ἐκείνη, ἀφοῦ πρῶτα ἐπροσευχήθηκε, ἐκοινώνησε καὶ μετὰ ἀπὸ 24 ὧρες παρέδωσε τὴν ἁγία της ψυχὴ στὰ χέρια τοῦ Πλάστη καὶ Θεοῦ της μετὰ ἀπὸ 16 χρόνων φρικτὰ μαρτύρια. Ἡ Ἀργυρὴ τὴν 5 Ἀπριλίουμ 1721 ἐνταφιάζεται κατὰ τὴν ἐπιθυμία της σὲ μία ἄκρη στὸν περίβολο τοῦ ναοῦ τῆς Ὁσιομάρτυρος Ἁγίας Παρασκευῆς στὸ Χάσκιοϊ (Πικρίδιο), ποὺ ἦταν τότε νεκροταφεῖο.

Ὁ γέροντας ποὺ τὴν ἐκοινώνησε, τὴν ἀκολουθεῖ ἔως τὸν ἐνταφιασμό της καὶ θέτει πάνω στὸν τάφο της ἕνα κιονίσκο μὲ ἕνα σταυρὸ χαραγμένο ἐπάνω.

Στὶς 30 Ἀπριλίου 1725 ἐτελεῖται ἡ ἀνακομιδὴ τῶν λειψάνων της, ἐπειδὴ ζήτησε τοῦτο πολὺς κόσμος ποὺ ἐγνώριζε τὰ βάσανα ποὺ ὑπέφερε ἐπὶ τόσα χρόνια ἡ Ἀργυρή. Κατὰ τὴν ἀνακομιδή, τὴ βρῆκαν ὁλόσωμη νὰ εὐωδιάζει. Ἀμέσως εἰδοποίησαν τὸν Πατριάρχη Παΐσιο, ὁ ὁποῖος ἀφοῦ ἐρεύνησε αὐτοπροσώπως καὶ εἶδε μὲ τὰ μάτια του τὸ θαῦμα, ἐλειτούργησε μὲ ὅλη τὴν Ἱερὰ Σύνοδο καὶ διέταξε νὰ θέσουν τὸ ἅγιο λείψανό της σὲ ἰδιαίτερη λάρνακα.

Ἰδοὺ τί γράφει καὶ ὁ Πατριάρχης: «Ὢ, τῶν θαυμασίων σου Χριστέ. Ἀφοῦ ἀνοίξαμεν τὸν τάφον εἶδα νὰ μένει σῶο καὶ ἄφθορο τὸ ἅγιο αὐτῆς σκῆνος, νὰ ἀναβλύζει δὲ θαυμασίαν εὐωδίαν καὶ νὰ κάνει σὲ ὅλους θαύματα».

Ἕνα ἀπὸ αὐτὰ ἀναφέρει τὰ ἑξῆς: Κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς μνήμης της, ὁπότε ἀπὸ παντοῦ ἐφθαναν πλήθη Χριστιανῶν, ἦρθε καὶ μία Χριστιανὴ εὐλαβὴς μέχρι φανατισμοῦ, ποὺ ἀφοῦ προσκύνησε, θέλησε νὰ λάβει ἔνα δάκτυλο ἀπὸ τὸ χέρι τοῦ λειψάνου, τὸ ὁποῖο καὶ ἔκαμε. Τότε, τὴν ἴδια στιγμή, θαμπώνουν τὰ μάτια της, δὲ βλέπει τίποτε καὶ μήτε μπορεῖ νὰ ἀπομακρυνθεῖ ἀπὸ τὴ λάρνακα. Ὁμολογεῖ σὲ ὅλους τὴν ἁμαρτία της, ζητεῖ συγχώρεση καὶ ἐπιστρέφει τὸ ἱερὸ δάκτυλο ποὺ εἶχε  κόψει. Ἔμεινε 40 ἡμέρες κοντὰ στὴν ἁγία λάρνακα μὲ νηστεῖες καὶ προσευχὲς γιὰ νὰ ἐλευθερωθεῖ ἀπὸ τὴν ἀσθένειά της, πρᾶγμα ποὺ ἔγινε. Τὸ ἴδιο ἔπαθε καὶ μία ἄλλη ποὺ θέλησε νὰ ἀποσπάσει μία τρίχα ἀπὸ τὰ μαλλιὰ τῆς Ἁγίας.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr   

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Τυράννους κατῄσχυνας ἐν τοῖς βασάνοις σεμνή, δειχθεῖσα πολύαθλε, ὥσπερ ἀδάμας στερρός, Χριστοῦ μάρτυς ἔνδοξε, ἔδειξας ἐναθλοῦσα πρὸς τὸν Χριστὸν τὸν Σωτῆρα, ἔρωτά τε καὶ ζῆλον καὶ ἀκόρεστον πόθον, δι’ ὅ σε, Ἀργυρή, αὐτὸς ἀξίως ἐδόξασε.

Ὁ Ἅγιος Παναγιώτης ὁ Νεομάρτυρας 

Ὁ Ἅγιος Νεομάρτυς Παναγιώτης μαρτύρησε στὴν Ἱερουσαλὴμ ὁμολογώντας τὸν Χριστό, σύμφωνα μὲ τὴν μαρτυρία τοῦ Ἄγγλου Ἱεραποστόλου Ἰωσὴφ Wolff, ποὺ διασώζεται σὲ ἐπιστολὴ αὐτοῦ τῆς 2ας Ἀπριλίου 1839.
Ὁ Νεομάρτυς Παναγιώτης ὑπηρετοῦσε κοντὰ σὲ ἕνα Τοῦρκο εὐγενὴ ποὺ ὀνομαζόταν Ὀσμὰν Ἐφέντης. Ὅταν αὐτὸς μετέβη στὸ τέμενος τοῦ Ὀμάρ, ποὺ βρίσκεται στὴν Ἱερουσαλήμ, ὁ Ἅγιος τὸν συνόδευσε καὶ εἰσῆλθε μαζὶ μὲ τὸν κύριό του στὸ τέμενος. Ἡ εἴσοδος αὐτὴ τοῦ Ἁγίου στὸ τέμενος προκάλεσε τὴν ὀργὴ καὶ τὴν κατ’ αὐτοῦ κατηγορία κάποιων φανατικῶν Τούρκων πρὸς τὸν πασᾶ τῆς Δαμασκοῦ, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία ὁ Ἅγιος μίανε τὸ τουρκικὸ τέμενος. Ὁ πασᾶς ζήτησε ἀπὸ τὸν Νεομάρτυρα Παναγιώτη, γιὰ νὰ ἀποφύγει τὸν θάνατο, νὰ ἀσπασθεῖ τὸν Ἰσλαμισμό. Μὲ τὸ ἄκουσμα τῆς προτάσεως αὐτῆς ὁ Ἅγιος, μὲ πνευματικὴ ἀνδρεία καὶ θάρρος, ὁμολόγησε τὴν πίστη του ἐνώπιον τοῦ ἄρχοντος λέγοντας: «Ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ τοῦ Ζῶντος. Θανάτωσέ με, δὲν φοβᾶμαι. Χριστὸς Ἀνέστη!». Ἔτσι ὁδηγήθηκε στὴν πύλη τοῦ Δαβίδ, ὅπου γονάτισε καὶ ἔψαλε τὸ «Χριστὸς Ἀνέστη» ἐνώπιον πλήθους Μουσουλμάνων. Ἐκεῖ δέχθηκε τὸ στέφανο τοῦ μαρτυρίου, ἀφοῦ τοῦ ἀπέκοψαν τὴν τίμια κεφαλή. Τὸ ἱερὸ λείψανο τοῦ Νεομάρτυρα Παναγιώτη τὸ ἀγόρασαν μοναχοὶ τῆς Ἑλληνικῆς μονῆς τῶν Ἱεροσολύμων ἀντὶ 5.000 γροσίων καὶ τὸ ἐνταφίασαν μὲ τιμὲς καὶ εὐλάβεια.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr