Blue Flower

Ὁ Ἅγιος Σάββας ὁ ἡγιασμένος ἐγεννήθη τὸ ἔτος 439 ἀπὸ εὐσεβεῖς καὶ πλουσίους γονεῖς εἰς τὴν πόλιν Μουταλάσκην τῆς Καππαδοκίας. Ὁ πατήρ του, στρατιωτικὸς εἰς τὸ ἐπάγγελμα, ἠναγκάσθη νὰ μεταβῇ μετὰ τῆς συζύγου του Σοφίας, εἰς τὴν Ἀλεξάνδρειαν διὰ ὑπηρεσιακοὺς λόγους, ἀναθέτοντας τὴν ἀνατροφὴν τοῦ μικροῦ Σάββα ὁ ὁποῖος ἦταν μόλις πέντε ἐτῶν εἰς τὸν συγγενῆ του Ἑρμία. Μετὰ ἀπὸ λίγο χρονικὸ διάστημα, δυσαρεστηθεὶς ὁ Σάββας ἀπὸ τὴν συμπεριφορὰν τῆς συζύγου τοῦ θείου του καὶ ἀπὸ τὴν ἐπακολουθήσασαν διαμάχην μεταξὺ τῶν θείων του, Ἑρμίου καὶ Γρηγορίου, διὰ τὴν ἀνατροφήν του καὶ τὴν διαχείρισιν τῆς περιουσίας τῶν γονέων του, περιφρόνησε τὸν κόσμο καὶ εἰς ἠλικίαν ὀκτὼ ἐτῶν ἐνετάγη εἰς μοναστήριον ποὺ ἔφερε τὸ ὄνομα Φλαβιαναί. Ἐκεῖ ἐπεδόθη εἰς τὴν ἐκμάθησιν τοῦ ψαλτηρίου καὶ τῶν μοναχικῶν ὑποχρεώσεων καὶ ἀφ᾿ ἑτέρου εἰς τὴν ἄσκησιν τῶν θεοειδῶν ἀρετῶν καὶ διέπρεψεν εἰς τὴν ἐγκράτειαν τὴν σωματικὴν κακοπάθειαν, τὴν ταπεινοφροσύνην καὶ τήν ὑπακοήν. Ἀνεδείχθη ἀνώτερος ὅλων τῶν συμμοναστῶν του, πάνω ἀπό 65 τὸν ἀριθμόν. Θέλοντας ὁ Θεὸς νὰ προμηνύσῃ τὴν ἁγιότητα εἰς τὴν ὁποία θὰ ἔφθανε, τὸν χαρίτωσε μὲ ἀκράδαντον καὶ θαυματουργὸν πίστιν. Κάποτε εἰσῆλθεν εἰς ἀναμμένον φοῦρνον, ἀφοῦ ὁπλίσθηκε μὲ τὸ σημεῖον τοῦ Σταυροῦ ἔκβαλε, σῶος καὶ ἀβλαβὴς, τὰ ἐνδύματα τὰ ὁποῖα ὁ ἀρτοποιὸς εἶχε λησμονήσει.
Ἔχοντας συμπληρώσει εἰς τὸν χῶρον τῶν Φλαβιανῶν δέκα ἔτη ἀγώνων, ἐζήτησε τὴν εὐλογίαν τοῦ Ἡγουμένου, νὰ μεταβῇ ὁριστικῶς εἰς τὴν Ἁγίαν Πόλιν τῆς Ἱερουσαλήμ, ἀφοῦ ἐπιθυμοῦσε νὰ ἀνεβαίνῃ διαρκῶς ἀπὸ δόξαν εἰς δόξαν, ἡσυχάζοντας εἰς τὴν ἔρημο. Ὁ Ἡγούμενος τοῦ παρεῖχε τὴν ἄδειαν ἔπειτα ἀπὸ θεϊκὴν ὀπτασίαν, καὶ ἔτσι ὁ Σάββας, εἰς ἡλικία δεκαοκτὼ ἐτῶν, ἔφθασεν εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα καὶ φιλοξενήθηκε εἰς τὴν Μονὴν τοῦ Ἁγίου Πασσαρίωνος, ὅπου καὶ διέμεινε τὸν χειμῶνα τοῦ ἔτους 456 πρὸς 457. Παρὰ τὰς προτροπάς τοῦ Ἀρχιμανδρίτου Ἐλπιδίου καὶ ἄλλων ἀδελφῶν νὰ παραμείνῃ μαζί τους, ὁ Σάββας εἶχε διαρκῶς εἰς τὸ μυαλό του νὰ συναριθμηθῇ μὲ τοὺς ἀναχωρητάς, οἱ ὁποῖοι ἀσκοῦντο ὑπὸ τὴν ἐποπτεία τοῦ θαυματουργοῦ Εὐθυμίου τοῦ Μεγάλου, δι᾿ αὐτὸ ἒλαβε τὴν εὐλογίαν τοῦ Ἐλπιδίου καὶ πῆγε νὰ συναντήσῃ τὸν Μέγαν Εὐθύμιο.
Ὁ Εὐθύμιος ἀρνήθηκε νὰ κρατήσῃ τὸν Σάββαν εἰς τὴν Λαύρα του, ἀντιθέτως τὸν ἔστειλε εἰς τὴν Μονὴν τοῦ Ἀββᾶ Θεοκτίστου, λέγοντάς του νὰ φροντίζῃ τὸν Σάββα, διότι αὐτὸς θὰ διέπρεπε εἰς τὴν μοναστικὴν ζωήν. Αὐτὸ τὸ ἔκανε ὁ Μέγας Εὐθύμιος, διὰ νὰ δώσῃ τὸ παράδειγμα στὸν Σάββα νὰ μὴν δέχεται νέους ἀγενείους, ὅταν θὰ ἵδρυε τὴν δικήν του Λαύραν καὶ θὰ γινόταν νομοθέτης καὶ ἀρχηγὸς ὅλων τῶν ἀναχωρητῶν ἀπὸ τὴν Παλαιστίνην. Ὁ νεαρὸς Σάββας ἐδέχθη τὴν ὁδηγίαν τοῦ Μεγάλου Εὐθυμίου ὡς θέλημα Θεοῦ καὶ ὑπακούοντας τὸν Ἀββᾶ Θεόκτιστο ἐνίσχυσε τοὺς προτέρους ἀγῶνας του μὲ τὴν νηστείαν, τὴν ἀγρυπνίαν, τὴν ταπεινοφροσύνην καὶ τήν ὑπακοὴν προσθέτοντας τὴν ἀγάπην καὶ τήν ἐπιτηδειότηταν εἰς τὰς ἐκκλησιαστικάς ἀκολουθίας, τὴν ἀποδοτικωτάτην διακονίαν καὶ ἐξυπηρέτησιν τῶν ὑπολοίπων μοναχῶν, γενικῶς δηλαδὴ τελείως ἄψογην διαγωγήν.

Εἰς τοιαύτην θαυμαστὴν πολιτείαν διέμεινε ὁ Ἅγιος Σάββας δέκα ἔτη, μέχρι τὸν θάνατον τοῦ Ἁγίου Θεοκτίστου καὶ ἀκόμα δύο, μέχρι τὴν κοίμησιν τοῦ διαδόχου του Θεοκτίστου Μάριδος. Ἀπὸ τὸν νέον Ἡγούμενον Λογγίνον, ὁ Ἅγιος ζήτησε νὰ τοῦ ἐπιτρέψῃ τὴν ἡσυχαστικὴν ζωήν ἔχοντας ὁ Λογγίνος εἰς τὸ μυαλὸ του τὴν ὑψηλοτάτη ἀρετὴ τοῦ Σάββα, ἔχοντας λάβει καὶ τὴν γνώμην τοῦ Μεγάλου Εὐθυμίου, τοῦ τὴν ἐπέτρεψε. Ἀπὸ τότε καὶ διὰ πέντε ἔτη ὁ Ἅγιος Σάββας διέμενε τὰς πέντε ἡμέρας τῆς ἑβδομάδος νῆστις εἰς ἕνα σπήλαιον νότια τῆς Μονῆς, εἰς τὸ ὁποῖο προσευχόταν καὶ ἐργαζόταν καὶ μόνον τὰ Σάββατα καὶ τὰς Κυριακὰς ἐπέστρεφε στὴν Μονήν, γιὰ νὰ μεταφέρῃ τὰ ἐργόχειρά του καὶ νὰ λάβῃ μέρος εἰς τὰς κοινάς προσευχάς. Καθ᾿ ὅλην τήν διάρκειαν τῆς Τεσσαρακοστῆς, ὁ Ἅγιος Σάββας διέμενε μὲ τὸν Μέγαν Εὐθύμιον καὶ τὸν μακάριον Δομετιανόν, μαθητὴν ἐκείνου, εἰς τὴν πανέρημον τοῦ Ῥουβᾶ, μεταξὺ τοῦ Χειμάρρου τῶν Κέδρων καὶ τῆς Νεκρᾶς Θαλάσσης, μὲ νηστείαν, ὀλιγοποσίαν, προσευχὴν καὶ ἀγρυπνίαν. Τὴν συνήθειαν αὐτὴν διετήρησε ὁ Ἅγιος καὶ κατά τά μετέπειτα ἔτη. Στὶς 20 Ἰανουαρίου τοῦ 473 ὁ μέγας πατὴρ ἡμῶν Εὐθύμιος κοιμήθηκε ὁσιακῶς ἐν εἰρήνῃ.
Τότε ὁ Ἅγιος Σάββας, κατὰ τὸ τριακοστὸ πέμπτο ἔτος τῆς ἡλικίας του, δὲν θέλησε νὰ ἐπιστρέψῃ στὸ Κοινόβιο, ἀλλὰ κατευθύνθηκε πρὸς τὰς ἀνατολικάς ἐρήμους Ῥουβᾶ καὶ Κουτυλᾶ, τὴν ἴδια περίοδον κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ Ἅγιος Γεράσιμος ὁ Ἰορδανίτης ἔλαμπε εἰς τὴν ἔρημον τοῦ Ἰορδάνου. Εἰς τὰς ἐρήμους αὐτὰς συνεδέθη πνευματικῶς μὲ τὸν Ἅγιο Θεοδόσιον τὸν Κοινοβιάρχην μέσῳ τοῦ μοναχοῦ Ἄνθου, ὅπου διέμεινεν ὁ Ἅγιος Σάββας τέσσερα ἔτη. Τότε κέρδισε τὴν κατὰ τῶν δαιμόνων καὶ τῶν θηρίων πλήρην ἀφοβίαν, ἀλλὰ καὶ τὸν σεβασμὸν τῶν βαρβάρων, χάριν εἰς τὴν πίστιν εἰς τὸν Θεὸν καὶ τὴν ἀρετήν του. Μετὰ ἀπὸ αὐτὰ προσετάχθη ἀπὸ ἄγγελον πάνω εἰς τὸ ὂρος τῆς Εὐδοκίας, μετώκησε εἰς τὴν ἀνατολικὴ πλευρὰ τοῦ χειμάρρου τῶν Κέδρων, εἰς τὸ σπήλαιον τὸ ὁποῖον ἕως σήμερα δείκνυται ὡς τὸ σπήλαιον τοῦ Ἁγίου Σάββα, ἔναντι τῆς Λαύρας. Πέντε χρόνια μετὰ ἢρχισαν νὰ συναθρίζονται κοντά του ἐρημίται καὶ ἀναχωρηταί, ἕως ἑβδομήκοντα τὸν ἀριθμὸν, ἄνδρες οὐράνιοι καὶ χαριτοφόροι, οἱ ὁποῖοι ἀπετέλεσαν καὶ τὴν πρώτην συνοδείαν τῆς Λαύρας τὸ ἔτος 483. Μετὰ τὴν πρώτην ὀργάνωσιν τῆς Λαύρας καὶ τὴν ἀνάβλυσιν ἁγιάσματος θαυματουργικῶς μετὰ ἀπὸ προσευχὴν τοῦ Ἁγίου, ὁ Ἅγιος Σάββας εἶδε εἰς τὴν δυτικὴν ὄχθην, ἀπέναντι τοῦ σπηλαίου του, νὰ ὑψώνεται εἰς τὸν οὐρανὸν στύλος πύρινος. Ἀφοῦ ἐρεύνησε τὸν τόπον τοῦ θαύματος τὴν ἑπομένη μέρα, βρῆκε τὸ Θεόκτιστο σπήλαιον, τὸ ὁποῖο εἶχε κατάλληλην μορφὴν γιὰ νὰ γίνῃ ναός. Αὐτὸν κατέστησε κέντρο τῆς Λαύρας ὁ Ἅγιος Σάββας, ὀργανώνοντας καὶ τὰς ὑπολοίπους ὑπηρεσίας. Ἡ συνοδεία του ἔφτανε τότε τοὺς ἑκατὸν πεντήκοντα μοναχούς.

Θὰ ἦταν ὅμως ἀδύνατο νὰ μὴν ἐνταθοῦν οἱ πειρασμοὶ καὶ τὰ σκάνδαλα τοῦ διαβόλου, ἐναντίον ἑνὸς τόσου θεικοῦ σχεδίου. Ὁ Ἅγιος Σάββας ὑπέστη τὴν περιφρόνησιν καὶ τὴν συκοφαντίαν ἐκ μέρους τῶν δικῶν του μοναχῶν, οἱ ὁποῖοι ἐζήτησαν ἀπὸ τὸν Πατριάρχη Σαλλούστιον τὴν ἀντικατάστασίν του εἰς τὴν ἡγουμενία. Ὁ Πατριάρχης Σαλλούστιος ἀντὶ αὐτοῦ γνωρίζοντας τὴν ἁγιότητα τοῦ Σάββα, τὸν ἐχειροτόνησε πρεσβύτερον, καὶ ἀνακαίνισε τὴν Θεόκτιστη Ἐκκλησία τήν δωδεκάτην Δεκεμβρίου τοῦ 491.

ἐπὶ γῆς οὐράνια πολιτεία τοῦ Ἁγίου Σάββα συνεχιζόταν: προσέλευση μοναχῶν, καὶ ἰδιαιτέρως Ἀρμενίων, αὐξανόταν ὅπως ἐπίσης τὰ θαύματα καὶ ἄσκησις τοῦ Ἁγίου, ὁποῖος κατὰ τὴν Μεγάλη Τεσσαρακοστὴν ζοῦσε ὑπεράνθρωπα εἰς τὴν πανέρημον ζωήν. Εἰς τὴν Λαύρα προσῆλθε ὁ ὁσιώτατος Ἰωάννης, ἐπίσκοπος Κολωνίας, ὡς ἁπλὸς μοναχός, ὁ ὁποῖος ἀργότερα κατέστη περιβόητος διὰ τὴν ἀρετήν του. Τὸ 492 ὁ Ἅγιος Σάββας ἦλθε στὸ φρούριο τοῦ Καστελλίου, εἰς τὴν ἔρημο βορειοανατολικὰ τῆς Λαύρας καί, ἀφοῦ ἐξεδίωξε τοὺς δαίμονας οἱ ὁποῖοι ὑπῆρχαν ἐκεῖ, οἰκοδόμησε κοινόβιον καὶ τοποθέτησε μοναστικὴν ἀδελφότητα. Μετὰ ἀπὸ λίγον καιρὸν ὁ Πατριάρχης Σαλλούσιος ἀνέδειξε τὸν μὲν Σάββα ἄρχοντα καὶ νομοθέτην ὅλων τῶν ἀναχωρητῶν καὶ κελλιωτῶν, ποὺ ὑπαγόταν εἰς τὴν Ἁγία Πόλιν, τὸν δὲ Θεοδόσιον τὸν Κοινοβιάρχην ἀρχηγὸν καὶ ἀρχιμανδρίτην ὅλων τῶν κοινοβίων. Διὰ αὐτὸ ὁ Ἅγιος Σάββας ἔλεγε χαριέντως πρὸς τὸν Ἅγιον Θεοδόσιον ὅτι ὁ ἴδιος ἦταν «ἡγούμενος ἡγουμένων», ἐνῶ ὁ Θεοδόσιος «ἡγούμενος παιδίων», δηλαδὴ ἀρχαρίων.
Τὸ ἔτος 494 ἤρχισαν καὶ αἱ ἐργασίαι ἀνοικοδομήσεως τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας τῆς Θεοτόκου, τῆς ὁποίας ἔγιναν ἀρκετὰ ἔτη ἀργότερα, τὴν 1η Ἰουλίου τοῦ 501, διότι ὁ Θεόκτιστος Ναὸς καὶ ὁ μικρὸς εὐκτήριος οἶκος δὲν ἐπαρκοῦσαν διὰ τὰς λατρευτικὰς ἀνάγκας τῆς Λαύρας.

Ὡστόσο οἱ μαθηταί, οἱ ὁποῖοι πρό ὀλίγων ἐτῶν εἶχαν κατηγορήσει τὸν Ἅγιο, ἐστασίασαν καὶ πάλιν εἰς τέτοιον βαθμόν ὣστε νὰ ἀναγκασθῇ Ἅγιος Σάββας, καὶ νὰ μὴν τοὺς ἐνοχλήσῃ περισσότερον, νὰ ἀποχωρήσῃ ἀπὸ τὴν Λαύραν. Ἡ ἀπουσία του διήρκεσε πέντε ἔτη (503-508), κατὰ τὰ ὁποῖα συνέστησε δύο νέα κοινόβια εἰς τὰ Γάδαρα καὶ εἰς τὴν Νικόπολιν, εἰς τόπους ὅπου προσήρχοντο πρὸς αὐτόν πιστοί, διὰ νὰ μονάσουν κοντά του. Τελικῶς ἡ ἀποκατάστασίς του εἰς τὴν θέσιν τοῦ Ἡγουμένου εἶχε σὰν ἀποτέλεσμα τὴν φυγὴν τῶν στασιαστῶν ἀπὸ τὴν Μεγίστην καὶ τὴν ἐγκαταβίωσίν των εἰς τὴν Νέαν Λαύραν· καὶ ὅμως ὁ ἀνεξίκακος Ἅγιος καὶ ἐκεῖ τοὺς βοήθησε νὰ κτίσουν καὶ νά διοργανώσουν τὴν Λαύρα των ἐγκαθιστώντας εἰς αὐτοὺς ἡγούμενον τόν ἁγιώτατον Ἰωάννη.
Τὰ ἑπόμενα ἔτη ὁ Ἅγιος ἐπεδόθη εἰς τὴν καλλιέργεια τῶν πνευματικῶν του τέκνων. Συνέστησε μέχρι τὴν στιγμὴν τοῦ θανάτου του ἄλλας δύο Λαύρας, αὐτὴν τοῦ Ἐπταστόμου (512) καὶ αὐτὴ τοῦ Ἱερεμίου (531) ἀλλὰ καὶ ἄλλα δύο κοινόβια, τὸ τοῦ Σπηλαίου (509) καὶ τὸ τοῦ Σχολαρίου (512). Τὴν τελευταίαν εἰκοσαετία τῆς ζωῆς του ἐλάμπρυναν καὶ ἄλλαι θαυμασταί πράξεις αἱ ὁποῖαι εἶχαν τεράστια σημασία διὰ τὴν ἐκκλησιαστικὴν καὶ τὴν παγκόσμιαν ἱστορίαν. Ὑπὸ τὴν πίεσιν τῶν μεθοδεύσεων τοῦ μονοφυσίτου αὐτοκράτορα Ἀναστασίου (491-518) καὶ τῶν πρωτοστατῶν τοῦ Μονοφυσιτισμοῦ «Ἀκεφάλων» Σευήρου, Φιλοξένου καὶ Σωτηρίχου αἱ Ὀρθόδοξοι Ἐκκλησίαι τῆς Ἀνατολῆς περιήρχοντο σταδιακῶς εἰς τὰ χέρια μονοφυσιτῶν ἐπισκόπων. Ὁ Ἅγιος Σάββας μετὰ ἀπὸ παρακίνησιν τοῦ Ὀρθοδόξου Πατριάρχου Ἱεροσολύμων Ἠλία (494-516) μετέβη εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν τὸ 512 ὅπου κατόρθωσε μὲ τὴν φήμην καὶ τὴν ἁγιότητά του νὰ πείσῃ τὸν αὐτοκράτορα νὰ ἀναστείλῃ τὴν ἐξορία τοῦ Ἠλία. Ὅταν τὸ ἑπόμενο ἔτος ἡ ἐκτόπισις τοῦ Ὀρθοδόξου Πατριάρχου ἐτέθη ὑπὸ τοῦ αὐτοκράτορος εἰς ἐφαρμογή, ὁ Ἅγιος Σάββας συγκέντρωσε εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα ὅλους τούς μοναχούς τῆς ἐρήμου, διὰ νὰ προφυλάξῃ τὸν Ἠλία, καὶ ἀναθεμάτισε τοὺς αἱρετικοὺς ἀπεσταλμένους τοῦ αὐτοκράτορος. Παρόμοια κινητοποίησιν ἐφήρμοσε τρία ἔτη ἀργότερα, τὸ 516, διὰ νὰ στηρίξῃ εἰς τὴν Ὀρθοδοξίαν τὸν νέον Πατριάρχην Ἱεροσολύμων, Ἰωάννην τὸν Γ´ (516-524) βοηθούμενος ἀπὸ τὸν Ἅγιον Θεοδόσιον τὸν Κοινοβιάρχην. Ἡ κινητοποίησις αὐτὴ διεφύλαξε τὴν Ἐκκλησίαν τῶν Ἱεροσολύμων εἰς τὴν ὀρθὴν πίστιν, τὴν στίγμην κατὰ τὴν ὁποίαν αἱ Ἐκκλησίαι Κωνσταντινουπόλεως, Ἀλεξανδρείας καὶ Ἀντιοχείας εἶχον περιέλθει εἰς μονοφυσίτας Πατριάρχας. Ὕστερα ἀπὸ λίγο ἡ Ὀρθοδοξία ἀποκατεστάθη πλήρως.

δευτέρα μετάβασις τοῦ Ἁγίου Σάββα εἰς τὴν βασιλεύουσα ἔλαβε χώρα περίπου εἴκοσι ἔτη μετὰ τὴν πρώτην τὸ 530, ὅταν Ἅγιος ἦτο ἐνενήκοντα ἐτῶν. Ὁ Ἅγιος πέτυχε ἐκεῖ τὴν ἀπαλλαγὴν τῆς Παλαιστίνης ἀπὸ τὰ σκληρὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ὁ αὐτοκράτωρ Ἰουστινιανὸς ἤθελε νὰ ἐπιβάλῃ, συνεπείᾳ τῶν ταραχῶν, τὰς ὁποίας εἶχε προκαλέσει ἡ ἐξέγερσις Σαμαρειτῶν καὶ Ἰουδαίων (529). Ὁ Ἅγιος παρότρυνε ἀκόμη τὸν εὐσεβῆ βασιλέα, ὁ ὁποῖος εἶχε ἀντιληφθεῖ ὁ ἴδιος μὲ ὀπτασία τὴν ἁγιότητα τοῦ Σάββα, νὰ προβῇ εἰς τὴν δίωξιν τῶν αἱρέσεων τοῦ Ἀρείου, Νεστορίου καὶ Ὠριγένους καὶ εἰς τὰ κοινωφελῆ ἔργα εἰς τὴν Παλαιστίνη, ἔναντι τῶν ὁποίων θὰ ἀπεκόμιζε ἐπέκτασιν τῆς αὐτοκρατορίας εἰς τὴν Ἀφρικὴν καὶ Ἰταλίαν. Πράγματι ἡ εὐλογία καὶ ἡ προφητεία αὐτὴ τοῦ Ἁγίου Σάββα ἐξεπληρώθη. Αἱ νίκαι τῶν στρατηγῶν Βελισσαρίου καὶ Ναρσὴ ἔφεραν καὶ πάλιν τὰ δυτικὰ τμήματα τῆς Αὐτοκρατορίας ὑπὸ τοῦ αὐτοκράτορος τῆς Πόλεως. Τοιαύτη ἦτο ἡ προφητικὴ χάρις τοῦ Ἁγίου Σάββα. Πόσα ἐκ τῶν θαυμάτων τοῦ Ἁγίου μπορεῖ κάποιος νὰ διηγηθῇ καὶ ποιὸν νὰ θαυμάσῃ πρῶτον!

Ἡ χάρις του ἔφτασε καὶ ἕως ὅτου νὰ λύσῃ μὲ τὴν προσευχὴν του πενταετῆ ἀνομβρία στὰ Ἱεροσόλυμα, τὴν ὁποία εἶχε προκαλέσει ἡ ἄδικος ἐκτόπισις τοῦ Πατριάρχου Ἠλιοὺ καὶ ἡ ἐξ αἰτίας αὐτοῦ ὀργὴ Θεοῦ τὸ ἔτος 520. Ὅμως ἡ ἐπιστροφή του ἀπό τὴν Βασιλεύουσα σήμαινε καὶ τὴν ἀρχὴν τοῦ τέλους τῆς ἐπιγείου πολιτείας του. Ὁ Ὅσιος Σάββας ὁ Ἡγιασμένος ἀναπαύθηκε ἐκ τῶν κόπων του τήν 5ην Δεκεμβρίου τοῦ 532 μ.Χ. Εἶχε ζήσει εἰς τὸ Κοινόβιον τῶν Φλαβιανῶν δέκα ἔτη, ἕως τοῦ 18ου ἔτους τῆς ἡλικίας του, δεκαεπτὰ ἔτη εἰς τὸ κοινόβιο τοῦ Ἁγίου Θεοκτίστου εἰς τὴν Παλαιστίνη καὶ πεντήκοντα ἐννέα ἔτη εἰς τὴν ἔρημον καὶ στὴν Μεγίστην Λαύραν. Τὸ ἔτος 547 τὸ τίμιον λείψανόν του εὑρέθη ἐντὸς τοῦ μνήματος, σῶον καὶ ἀδιάλυτον, μεταφέρθηκε δὲ εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν πολλοὺς αἰῶνας ἀργότερα καὶ ἀπὸ ἐκεῖ ἀπὸ τοὺς Σταυροφόρους εἰς τὴν Βενετία τὸ 1204. Τὸ 1965 ἐπιστράφηκε ὁριστικῶς εἰς τὴ Μεγίστη Λαύρα. Ἡ πρωτοφανὴς ἀπήχησις τῆς ζωῆς του στοὺς πιστοὺς εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα τὴν συγγραφὴν τοῦ Βίου του ἀπὸ τὸν Κύριλλο τὸν Σκυθοπολίτη τὸ ἔτος 557. Ἐφ᾿ ὅσον κατὰ τοὺς ἀψευδεῖς λόγους τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ τὸ ποιὸν τῶν ἀνθρώπων γνωρίζεται ἀπὸ τοὺς καρποὺς τῶν κόπων τους. Ἡ περαιτέρω πορεία τῆς Ἱερᾶς καὶ Μεγίστης Λαύρας τοῦ Ὁσίου Σάββα ἀποτελεῖ καρπὸν τῆς θεϊκῆς ἀρετῆς τοῦ Ἁγίου καὶ ἀπόδειξις τῆς δόξης καὶ παρρησίας τῆς ὁποίας βρῆκε πλησίον τοῦ Θεοῦ, διὰ τῶν ὁποίων σώζει μέχρι σήμερα τὸ κυριώτερον μοναστικὸν καθίδρυμα τῆς ἐρήμου τῆς Ἰουδαίας. Ἀληθινὰ προκαλοῦν τὸν θαυμασμὸν τὰ ἀπειράριθμα θαύματα τοῦ Ὁσίου ἀλλὰ καὶ ἡ ἀπήχησις τῆς μοναστικῆς ζωῆς τῆς Λαύρας του, ἡ ὁποία ἀποτέλεσε πρότυπο καὶ καθοριστικὸ παράγοντα εἰς τὴν διαμόρφωσιν τῆς μοναστικῆς ζωῆς καὶ τῆς λατρευτικῆς τάξεως τῆς Ἐκκλησίας ἀνὰ τὴν Οἰκουμένη, ἐκτὸς τῶν ὁποίων προσέφερε πλῆθος Ἁγίων ἀνδρῶν γνωστῶν καὶ ἀγνώστων, ἀνάμεσα εἰς τοὺς ὁποίους διαλάμπει ἰδιαιτέρως ὁ μέγιστος Θεολόγος τοῦ 8ου αἰῶνα ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός. Ἡ τιμὴ τοῦ Ἁγίου Σάββα διαδόθηκε τάχιστα ἀπὸ τὴν Ρώμη ἕως καὶ τὴν Γεωργίαν τοῦ Καυκάσου. Οἱ διάδοχοί του εἰς τὴν ἡγουμενία ἀνέδειξαν τὴν Λαύραν προπύργιον τῆς Ὀρθοδοξίας εἰς τὴν Παλαιστίνη κατὰ τοῦ Ὠριγενισμοῦ, Μονοθελητισμοῦ, Εἰκονομαχίας καὶ Παπισμοῦ μὲ πανορθόδοξον ἐμβέλειαν. Μετὰ τοὺς μέσους χρόνους ἡ Λαύρα ἀνεδείχθη παιδευτήριον τῆς Ἁγιοταφιτικῆς Ἀδελφότητας, τὰ μέλη τῆς ὁποίας ἔπαιρναν ἀπὸ τὴν Λαύραν προπαίδειαν τῆς μοναχικῆς πολιτείας καὶ πεῖρα τῶν Ἐκκλησιαστικῶν πραγμάτων. Ὅλα αὐτὰ ὀφείλονται εἰς τὴν πρεσβείαν καὶ τὸ παράδειγμα τοῦ Ἁγίου Σάββα: «Λαμπρὰ τοῦ πεφωτισμένου πατρὸς ἡμῶν Σάββα τὰ θεῖα χαρίσματα· ἡ μὲν γὰρ πολιτεία ἔνδοξος, ὁ δὲ βίος ἐνάρετος καὶ ἡ πίστις Ὀρθόδοξος. Καὶ τοῦτο μὲν ἐκ μέρους ἤδη διὰ τῶν εἰρημένων ἀπεδείχθη».

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Τῶν Ὁσίων ἀκρότης καὶ Ἀγγέλοις ἐφάμιλλος, ὡς ἡγιασμένος ἐδείχθης, ἐκ παιδὸς Σάββα Ὅσιε· οὐράνιον γὰρ βίον ὑπελθών, πρὸς ἔνθεον ζωὴν χειραγωγεῖς, διὰ λόγου τε καὶ πράξεως ἀληθοῦς, τοὺς πίστει ἐκβοῶντάς σοι· δόξα τῷ δεδωκότι σοι ἰσχύν, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργοῦντι διὰ σοῦ, πᾶσιν ἰάματα.

 

Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ’. Τῇ ὑπερμάχῳ.

Ὡς ἀπὸ βρέφους τῷ Θεῷ θυσία ἄμωμος

Προσενεχθεῖς δι’ ἀρετῆς, Σάββα μακάριε

Τῷ σὲ πρὶν γεννηθῆναι ἐπισταμένω

Ἐχρημάτισας Ὁσίων ἐγκαλλώπισμα

Πολιστὴς τε τῆς ἐρήμου ἀξιέπαινος·
Διὸ κράζω σοι, χαίροις Πάτερ ἀοίδιμε.

 

Μεγαλυνάριον.
Ὤφθης ὑποτύπωσις καὶ κανών, θεοφόρε Σάββα, ὡς τοῦ Πνεύματος θησαυρός, ὁσίων πατέρων, ῥυθμίζων καὶ ἰθύνων, πρὸς κλῆρον ἀφθαρσίας, τοὺς πειθομένους σοι.

Ὁ Ἅγιος Ἀναστάσιος ὁ Μάρτυρας 

Ὁ Ἅγιος Ἀναστάσιος ἀφιερώθηκε στὴν ὑπηρεσία τῶν μαρτύρων τῆς πίστης. Τοὺς ἐπισκεπτόταν στὶς φυλακές, τοὺς ἔφερνε τροφὲς καὶ περιποιοῦνταν τὰ τραύματά τους. Ἐπίσης τοὺς παρακολουθοῦσε καὶ τοὺς ἐμψύχωνε κατὰ τὴν δίκη, τὰ μαρτύρια καὶ τὴν θανατικὴ ἐκτέλεση, προσευχόμενος γι’ αὐτοὺς καὶ τοὺς παρακαλοῦσε νὰ εὔχονται γι’ αὐτὸν στὸν Κύριο, ὥστε νὰ τὸν ἀξιώσει μὲ τὸ ἴδιο τέλος.
Μ’ αὐτὸν τὸν πόθο θερμαινόμενος, παρουσιάστηκε κάποια μέρα μὲ τὴν θέλησή του καὶ δήλωσε στὸν δικαστή, ποὺ εἶχε διατάξει νὰ βασανιστοῦν μερικοὶ χριστιανοί, ὅτι μάταια κοπιάζει μὲ τέτοια μέσα νὰ καταπνίξει τὸ ἔργο τοῦ Θεοῦ. Γι’ αὐτὸ βασανίστηκε ἀνελέητα, καὶ τέλος ἀποκεφαλίστηκε. Στὴν συνέχεια πῆραν τὸ σῶμά του καὶ τὸ ἔριξαν στὴν θάλασσα.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ὅσιος Γράτος 

Ἀπεβίωσε εἰρηνικά.
Σὲ ὁρισμένους Συναξαριστὲς ἀναφέρεται σὰν ἐπίσκοπος Ἐφέσου καὶ μαζὶ μὲ τὸν Ὅσιο Νόννο.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ἅγιος Διογένης ὁ Μάρτυρας 

Μαρτύρησε διὰ λιθοβολισμοῦ. Δὲν ἔχουμε περισσότερες λεπτομέρειες γιὰ τὸν βίο τοῦ Ἁγίου.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ἅγιος Ἀβέρκιος ὁ Μάρτυρας

Μαρτύρησε διὰ ξίφους.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

 

Ὁ Ὅσιος Νόννος 

Ἀπεβίωσε εἰρηνικά.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ὅσιος Νεκτάριος ὁ Ἀθωνίτης

Πατρίδα του ἦταν τὸ Μοναστήρι τῆς Μακεδονίας καὶ γεννήθηκε τὸ 1406. Σὲ κάποια ἐπιδρομὴ τῶν Ἀγαρηνῶν, γιὰ νὰ ἀποφύγουν οἱ γονεῖς του τὴν σύλληψη, κατέφυγαν σὲ κάποιο βουνό. Κατόπιν ὁ πατέρας τοῦ Νεκταρίου, μὲ τὴ συγκατάθεση τῆς γυναίκας του, πῆρε τὰ δυὸ ἀγόρια του καὶ ἔγινε μοναχὸς μὲ τὸ ὄνομα Παχώμιος, στὸ μοναστήρι τῶν Ἁγίων Ἀναργύρων, ποὺ βρισκόταν στοὺς πρόποδες τοῦ βουνοῦ ποὺ εἶχαν κρυφτεῖ.

Κατόπιν ὅμως, κάποιος μοναχὸς Διονύσιος Ἰάγαρις, ποὺ ἀνῆκε στὸ κελὶ τῶν Ἀρχαγγέλων, κοντὰ στὶς Καρυὲς τοῦ Ἅγιου Ὄρους, πῆρε τὸν Νικόλαο – αὐτὸ ἦταν τὸ βαπτιστικό του ὄνομα – καὶ τὸν πῆγε στὸ Ἅγιον Ὄρος. Ἐκεῖ ἔγινε μοναχὸς μὲ τὸν ὄνομα Νεκτάριος (1470) καὶ προσκολλήθηκε στὸν Πνευματικὸ Γέροντα Φιλόθεο, ποὺ εἶχε διορατικὸ χάρισμα.

Ἀπὸ τότε ὁ Νεκτάριος ἀρχίζει μία ἀξιοζήλευτη ἀσκητικὴ ζωή, ποὺ οἱ σπάνιες ἀρετές του ἔγιναν γνωστὲς σ’ ὅλο τὸ Ἅγιον Ὄρος. Ὁ σατανᾶς πολλὲς φορὲς θέλησε καὶ μέσω τῶν συνασκητῶν του, νὰ τὸν ρίξει στὴν ἁμαρτία, ἀλλὰ ὁ Νεκτάριος μὲ τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν μεγάλη του ταπεινοφροσύνη, κατόρθωνε καὶ ἀντιμετώπιζε τὶς δοκιμασίες αὐτές.
Ἀπεβίωσε εἰρηνικὰ στὶς 5 Δεκεμβρίου τοῦ 1500.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

 

Ὁ Ὅσιος Φιλόθεος ὁ Καρεώτης

Ὑπῆρξε πνευματικὸς πατέρας τοῦ πιὸ πάνω ὁσίου Νεκταρίου, εἶχε προορατικὸ χάρισμα καὶ ἀπεβίωσε εἰρηνικά.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Οἱ Ἅγιοι Ὁσιομάρτυρες τοῦ Ἁγίου Ὄρους

Ἦταν Ἁγιορεῖτες μοναχοί, ἀπὸ διάφορα κελιὰ (τῆς σκήτης τῶν Καρυῶν), οἱ ὁποῖοι ἀντιστάθηκαν στὸν βασιλιὰ Μιχαὴλ καὶ τὸν λατινόφρονα Πατριάρχη Ἰωάννη Βέκκο (1275 – 1282) καὶ ὑπέστησαν μαρτυρικὸ θάνατο.
Ὁ μὲν Πρῶτος του Ἁγίου Ὄρους ἀπαγχονίστηκε, οἱ δὲ ὑπόλοιποι ἀποκεφαλίστηκαν.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

 

Ἀποτελεῖ κόσμημα τῶν μαρτύρων τοῦ 3ου αἰώνα μ.Χ. Ὁ πατέρας της ἦταν ἀπὸ τοὺς πιὸ πλούσιους εἰδωλολάτρες τῆς Ἠλιουπόλεως καὶ ὀνομαζόταν Διόσκορος.

Μοναχοκόρη ἡ Βαρβάρα, διακρινόταν γιὰ τὴν ὀμορφιὰ τοῦ σώματός της, τὴν εὐφυΐα καὶ σωφροσύνη της. Στὴν χριστιανικὴ πίστη κατήχησε καὶ εἵλκυσε τὴν Βαρβάρα μία εὐσεβῆς χριστιανὴ γυναίκα. Τὴν ζωή της μέσα στὸ εἰδωλολατρικὸ περιβάλλον ἡ Βαρβάρα περνοῦσε «ἐν πάσῃ εὐσεβείᾳ καὶ σεμνότητι». Δηλαδὴ μὲ κάθε εὐσέβεια καὶ σεμνότητα.

Ὅμως τὸ γεγονὸς αὐτό, δὲν ἔμεινε γιὰ πολὺ καιρὸ μυστικό. Ὁ Διόσκορος ἔμαθε ὅτι ἡ κόρη του εἶναι χριστιανὴ καὶ ἐκνευρισμένος διέταξε τὸν αὐστηρὸ περιορισμό της. Ἀλλὰ ἡ Βαρβάρα κατόρθωσε καὶ δραπέτευσε. Ὁ πατέρας της τότε ἐξαπέλυσε ἄγριο κυνηγητὸ μέσα στὶς σπηλιὲς καὶ τὰ δάση, ὅπου κρυβόταν ἡ κόρη του. Τελικά, κατόρθωσε καὶ τὴν συνέλαβε.

Ἀλλὰ ὁ ἄσπλαχνος καὶ πωρωμένος εἰδωλολάτρης πατέρας, παρέδωσε τὴν κόρη του στὸν ἡγεμόνα Μαρκιανό. Αὐτός, ἀφοῦ στὴν ἀρχὴ δὲν κατόρθωσε μὲ δελεαστικοὺς τρόπους νὰ μεταβάλει τὴν πίστη της, διέταξε καὶ τὴν μαστίγωσαν ἀνελέητα. Κατόπιν τὴν φυλάκισε, ἀλλὰ μέσα ἐκεῖ ὁ Θεὸς θεράπευσε τὶς πληγὲς τῆς Βαρβάρας καὶ ἐνίσχυσε τὸ θάρρος της.
Τότε ὁ ἡγεμόνας θέλησε νὰ τὴ διαπομπεύσει δημόσια γυμνή. Ἀλλὰ ἐνῶ ἔβγαζαν τὰ ροῦχα της, ἄλλα ὡραιότερα ἐμφανίζονταν στὸ σῶμα της. Ὁ ἡγεμόνας βλέποντας τὸ θαῦμα, διέταξε νὰ ἀποκεφαλισθεῖ. Χωρὶς καθυστέρηση, ὁ ἴδιος ὁ κακοῦργος πατέρας της, ἀνέλαβε καὶ τὴν ἀποκεφάλισε.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Τῆς Τριάδος τὴν δόξαν ἀνακηρύττουσα, ἐν τῷ λουτρῷ τρεῖς θυρίδας ὑπεσημήνω σοφῶς, κοινωνίαν πατρικὴν λιποῦσα πάνσεμνε· ὅθεν ἠγώνισαι λαμπρῶς, ὡς παρθένος εὐκλεής, Βαρβάρα Μεγαλομάρτυς. Ἀλλὰ μὴ παύσῃ πρεσβεύειν, ἐλεηθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

 

Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεῖς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Τῷ ἐν Τριάδι εὐσεβῶς ὑμνουμένῳ, ἀκολουθήσασα σεμνὴ Ἀθληφόρε, τὰ τῶν εἰδώλων ἔλιπες σεβάσματα, μέσον δὲ τοῦ σκάμματος, ἐναθλοῦσα Βαρβάρα, τυράννων οὐ κατέπτηξας, ἀπειλὰς ἀνδρειόφρον, μεγαλοφώνως κράζουσα σεμνή· Τριάδα σέβω, τὴν μίαν Θεότητα.

 

Μεγαλυνάριον.
Πατέρα λιποῦσα τὂν δυσσεβῆ, ἐδείχθης θυγάτηρ, Βασιλέως τῶν οὐρανῶν, ὑπὲρ οὗ προθύμως, ἀθλήσασα Βαρβάρα, λυτροῦσαι πάσης νόσου, τοὺς προσιόντας σοι.

Ὁ Ὅσιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνὸς

Διαπρεπέστατος θεολόγος καὶ ποιητὴς τοῦ 8ου αἰώνα καὶ μέγας πατὴρ τῆς Ἐκκλησίας.

Γεννήθηκε στὴν Δαμασκὸ στὰ τέλη τοῦ 7ου αἰώνα καὶ ἔτυχε ἐπιμελημένης ἀγωγῆς ἀπὸ τὸν πατέρα του Σέργιο, ποὺ ἦταν ὑπουργὸς οἰκονομικῶν τοῦ ἄραβα χαλίφη Ἀβδοὺλ Μελὶκ τοῦ Α’. Δάσκαλός του ἦταν κάποιος πολυμαθὴς καὶ εὐσεβέστατος μοναχός, ποὺ ὀνομαζόταν Κοσμᾶς καὶ ἦταν ἀπὸ τὴ Σικελία. Ὁ Σικελὸς μοναχὸς πράγματι, ἐκπαίδευσε τὸν Ἰωάννη καὶ τὸν θετό του ἀδελφὸ Κοσμᾶ τὸν Μελῳδό, ἄριστα σ’ ὅλους τοὺς κλάδους τῆς γνώσης.

Ὅταν πέθανε ὁ Σέργιος, ὁ γιός του Ἰωάννης, διορίστηκε χωρὶς νὰ τὸ θέλει, πρωτοσύμβουλος τοῦ χαλίφη Βελιδᾶ (705 – 715). Ἀργότερα, ὅταν ὁ χαλίφης Ὀμὰρ ὁ Β’ ἐξήγειρε διωγμὸ κατὰ τῶν χριστιανῶν, ὁ Ἰωάννης μαζὶ μὲ τὸν θετό του ἀδελφὸ Κοσμᾶ (τὸν ἔπειτα ἐπίσκοπο Μαϊουμᾶ), ἔφυγαν ἀπὸ τὴν Δαμασκὸ καὶ πῆγαν στὴν Ἱερουσαλήμ. Ἐκεῖ ὁ Ἰωάννης ἔγινε μοναχὸς στὴν περίφημη Μονὴ τοῦ Ἁγίου Σάββα, ὅπου ἔμεινε σ’ ὅλη του τὴν ζωή, μελετώντας καὶ συγγράφοντας.

Στὸ διωγμὸ κατὰ τῶν ἁγίων εἰκόνων, ἐπὶ Λέοντος τοῦ Ἰσαύρου (726), πῆρε ἐνεργὸ μέρος. Καὶ ἐξαπέλυσε κατὰ τοῦ ἀσεβοῦς αὐτοκράτορα, τοὺς τρεῖς γνωστοὺς λόγους ὑπὲρ τῶν ἁγίων εἰκόνων, πράγμα ποὺ θορύβησε τὸν Λέοντα.
Ὁ Ἰωάννης κατανάλωσε ὅλη του τὴν ζωὴ γιὰ τὴ δόξα τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἄφησε σὲ μᾶς θησαυροὺς ἀνυπολόγιστης ἀξίας. Ἔζησε μὲ ὁσιότητα πάνω ἀπὸ ἑκατὸ χρόνια καὶ κοιμήθηκε εἰρηνικὰ τὸ 749. Τάφηκε στὴ Μονὴ τοῦ Ἁγίου Σάββα.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Θεῖον ὄργανον, τῆς Ἐκκλησίας, λύρα εὔσημος, τῆς εὐσεβείας, ἀνεδείχθης Ἰωάννη πανεύφημε· ὅθεν πυρσεύεις τοῦ κόσμου τὰ πέρατα, ταῖς τῶν σοφῶν σου δογμάτων ἐλλάμψεσι. Πάτερ Ὅσιε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

 

Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Τὸν ὑμνογράφον καὶ σοφὸν Ἰωάννην, τῆς Ἐκκλησίας παιδευτὴν καὶ φωστῆρα, καὶ τῶν ἐχθρῶν ἀντίπαλον ὑμνήσωμεν πιστοί· ὅπλον γὰρ ἀράμενος, τὸν Σταυρὸν τοῦ Κυρίου, πᾶσαν ἀπεκρούσατο, τῶν αἱρέσεων πλάνην· καὶ ὡς θερμὸς προστάτης εἰς Θεόν, πᾶσι παρέχει, πταισμάτων συγχώρησιν.

 

Μεγαλυνάριον.
Ὑψηλῶν δογμάτων ἐρμηναυτά, ἱερῶν ᾀσμάτων, θεορρῆμον ὑφηγητά, χαίροις Ἰωάννη, ὁ πάντας διεγείρων, τοῖς μελιχροῖς σου ὕμνοις, πρὸς θείαν αἴνεσιν.

Ὁ Ὅσιος Ἰωάννης ὁ Θαυματουργός Ἐπίσκοπος Πολυβότου

Ἔζησε στὰ τέλη τοῦ 7ου καὶ στὶς ἀρχὲς τοῦ 8ου αἰώνα μ.Χ. Ἀπὸ παιδὶ ἔμεινε καθαρὸς καὶ ἀκηλίδωτος σ’ ὅλη του τὴν ζωή.

Ἐπίσης ὑπῆρξε ἐγκρατής, φιλεύσπλαχνος, φιλελεήμων καὶ γνώστης τῶν ἁγίων Γραφῶν. Ἔτσι στὴν ἀρχὴ ἔγινε ἀναγνώστης, κατόπιν ὑποδιάκονος, διάκονος καὶ μετὰ πρεσβύτερος.

Στὸ ἀξίωμα αὐτό, διακρίθηκε γιὰ τὸ συστηματικὸ κήρυγμα τοῦ θείου λόγου καὶ γιὰ τὴν πρακτικότητα τῶν ὁμιλιῶν του. Ἀργότερα μὲ κοινὴ γνώμη λαοῦ καὶ κλήρου, ἀναδείχτηκε ἐπίσκοπος Πολυβότου (ἀρχαία πόλη τῆς Μικρᾶς Ἀσίας στὴ Φρυγία Σαλουτάρια, κοντὰ στὶς Συννάδες. Ἐρείπιά της σώζονται στὸ σημερινὸ Μπουλβαντίν, κοντὰ στὸ Ἀφιὸν Καρὰ Χισάρ). Ἀπὸ τὴν θέση αὐτὴ ὁ Ἰωάννης ὑπῆρξε ἄγρυπνος καὶ φιλόστοργος ποιμένας. Τὴν ἐποχὴ ποὺ ὁ βασιλιὰς Λέων ὁ Ἴσαυρος κίνησε πόλεμο κατὰ τῶν ἁγίων εἰκόνων, ὁ ἐπίσκοπος Ἰωάννης διακρίθηκε γιὰ τὰ ὀρθόδοξα φρονήματά του καὶ τὸ θάρρος του, παρὰ τὶς κακοποιήσεις ποὺ δέχτηκε ἀπὸ τὰ βασιλικὰ ὄργανα.

Ὅταν κάποτε στὸ Ἀμόριο τῆς Φρυγίας οἱ Ἀγαρηνοὶ ἅρπαξαν ἀρκετοὺς αἰχμαλώτους ἀπὸ τὸ ποίμνιό του, ὁ Ἰωάννης δὲν δίστασε νὰ πάει στὸ στρατόπεδό τους καὶ νὰ ζητήσει τοὺς αἰχμαλώτους. Αὐτοὶ δὲν δέχτηκαν, ἀλλὰ βαρεῖες ἀσθένειες ἄρχισαν νὰ πέφτουν στὸ στρατόπεδο καὶ τότε μὲ τὴν προσευχή του ὁ Ἰωάννης κατάφερε νὰ σταματήσει τὸ κακὸ καὶ ἔτσι οἱ Ἀγαρηνοὶ πρὸς ἀνταπόδοση, ἐλευθέρωσαν τὸ ποίμνιο τοῦ ἐπισκόπου Ἰωάννη.
Τὸ τέλος τοῦ ἄξιου αὐτοῦ Ἱεράρχη, ὑπῆρξε ἥσυχο καὶ εἰρηνικό. Τὸ δὲ τίμιο λείψανό του, ἔγινε αἰτία πολλῶν θαυμάτων.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ἡ Ἁγία Ἰουλιανὴ ἡ Μάρτυς 

Μαρτύρησε διὰ ξίφους. Δὲν ἔχουμε περισσότερες λεπτομέρειες γιὰ τὸν βίο τῆς Ἁγίας.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Οἱ Ἅγιοι Χριστόδουλος καὶ Χριστοδούλη οἱ Μάρτυρες

Μαρτύρησαν διὰ ξίφους. Σὲ ὁρισμένα Συναξάρια ἡ Χριστουδούλη, ἀναφέρεται μαζὶ μὲ τὴν Ἁγία Μυρώπη ( 2 Δεκεμβρίου).

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Μνήμη τῶν Δώδεκα Προφητῶν

Ἡ μνήμη αὐτὴ εἶναι σύμφωνα μὲ τὸ Ἱεροσολυμιτικὸ Κανονάριο.
Δὲν ἔχουμε λεπτομέρειες σχετικὰ μὲ τὸ γεγονός.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ἅγιος Σεραφεὶμ ὁ Νέος Ἱερομάρτυρας 

Γεννήθηκε στὸ χωριὸ Μπεζούλια τῆς ἐπαρχίας Ἀγράφων καὶ ἀνατράφηκε κατὰ Χριστὸν ἀπὸ τοὺς θεοσεβεῖς γονεῖς του, Σωφρόνιο καὶ Μαρία.

Ἀγάπησε τὴν μοναχικὴ ζωὴ καὶ πῆγε στὴ Μονὴ τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, τὴν ἐπονομαζόμενη Κορῶνα ἢ Κρύα Βρύση καὶ ἐπιδόθηκε στὴν ἄσκηση τῆς ἀρετῆς. Διακρίθηκε γιὰ τὴν ἄσκησή του καὶ ἔγινε ἡγούμενος τῆς Μονῆς. Ἀργότερα χειροτονήθηκε Ἀρχιεπίσκοπος Φαναριοῦ καὶ Νεοχωρίου.

Κατηγορήθηκε ὅτι πῆρε μέρος στὴν ἐπανάσταση τοῦ Διονυσίου Φιλοσόφου, συνελήφθη ἀπὸ τοὺς Τούρκους, ποὺ μάταια προσπάθησαν νὰ τὸν ἐξισλαμίσουν. Ἐξαγριωμένοι οἱ Τοῦρκοι μπροστὰ στὴ σταθερότητα τῆς πίστης τοῦ Ἱερομάρτυρα, ὑπέβαλαν σ’ αὐτὸν φρικτὰ βασανιστήρια, τὰ ὁποία μεγάλωναν, ἐφ’ ὅσον ὁ Σεραφεὶμ διαρκῶς ἀρνιόταν νὰ προδώσει τὴν ἑλληνοχριστιανικὴ πίστη του. Ἀφοῦ τοῦ ἔκοψαν τὴν μύτη καὶ ἐπανειλημμένα τὸν παρουσίασαν στὸν κριτή, ἀρνούμενος νὰ ἀλλαξοπιστήσει, τὸν ἐκτέλεσαν στὶς 4 Δεκεμβρίου 1601 μὲ σουβλισμὸ καὶ κατ’ ἄλλους μὲ ἀπαγχονισμό.
Ἡ τιμία κεφαλή του, ἐναποτέθηκε στὴ Μονὴ τῆς Κρύας Βρύσης, ὅπου εἶχε μονάσει ὁ Ἅγιος.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Τῶν Ἀγράφων τὸν γόνον, Φαναρίου τὸν πρόεδρον, καὶ Μονῆς Κορώνης τὸ κλέος, Σεραφεὶμ εὐφημήσωμεν· ἀθλήσας γὰρ λαμπρῶς ὑπὲρ Χριστοῦ, θαυμάτων ἐπομβρίζει δωρεάς, καὶ λυτροῦται νοσημάτων φθοροποιῶν, τοὺς πίστει ἀνακράζοντας· δόξα τῷ δεδωκότι σοι ἰσχύν, δόξα τῷ σὲ θαυμαστώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργοῦντι διὰ σοῦ, πᾶσιν ἰάματα.

 

Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ’. Τῇ ὑπερμάχῳ.

Τῆς Ἐκκλησίας τὸν ἀστέρα τὸν νεόφωτον

Καὶ Φαναρίου τὸν ποιμένα τὸν θεόκριτον

Ἀνυμνήσωμεν ἐν ᾄσμασι θεοφθόγγοις·

Ἀνατείλας γὰρ ἐσχάτως δι’ ἀθλήσεως

Καταυγάζει Ὀρθοδόξων τὰ πληρώματα,
Χαίροις λέγοντα, Σεραφεὶμ ἀξιάγαστε.

 

Μεγαλυνάριον.
Χρίσματι ἁγίῳ τελειωθείς, θερμῶς ἀναδέχῃ, τὸ μαρτύριον τοῦ Χριστοῦ· οὑ γὰρ ἐπῃσχύνθης, τὸν εὐαγῆ ἀγῶνα, ὦ Σεραφεὶμ διό σε, Χριστὸς ἐδόξασε.

 

Ὁ Ὅσιος Κασσιανὸς ὁ Μάρτυρας

Ἦταν ἕνας ἀπὸ τοὺς 300 Ἀλαμανοὺς Ἁγίους τῆς Κύπρου μας.
Δὲν ἔχουμε περισσότερες λεπτομέρειες γιὰ τὸν βίο τοῦ Ὁσίου.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ἅγιος Κρύσπος ὁ Ἀπόστολος ἐκ τῶν 70

Ἦταν Ἀπόστολος καὶ λέγεται ὅτι ὑπῆρξε ὁ ἱδρυτὴς τῆς Ἐκκλησίας τῆς νήσου Αἰγίνης. Ἦταν ἀρχισυνάγωγος Κορίνθου.
Ἡ μνήμη του ἀναφέρεται ἀπὸ ὁρισμένα Ἁγιολόγια καὶ τὴν 8η Δεκεμβρίου μαζὶ μὲ ἄλλους ἀποστόλους ἀπὸ τοὺς 70.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ἅγιος Δαμᾶσος (Πορτογάλος) 

Λεπτομέρειες γιὰ τὴν ζωὴ αὐτοῦ τοῦ Ἁγίου της ὀρθοδοξίας, μπορεῖ νὰ βρεῖ ὁ ἀναγνώστης στὸ βιβλίο «Ἡ ἐν Ὀρθοδοξίᾳ Ἡνωμένη Εὐρώπη», τοῦ Γ.Ε. Πιπεράκη, Ἐκδ. Ἑπτάλοφος, Ἀθῆναι 1997.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ἀκολουθίες Εσπερινου Σαββάτου και Ὄρθρου Κυριακής, τροπάρια, ἀναγνώσματα Θείας Λειτουργίας, εδώ

Τυπικό εδώ

Κανόνιο εδώ

Κυριακή Ι΄ Λουκᾶ (Λουκ. ιγ΄ 10-17) +Μητροπολίτου Σερβιών και Κοζάνης κυρού Διονυσίου

5 Δεκεμβρίου 1965

Ἀγαπητοὶ χριστιανοί,

Ὁ Θεὸς δὲν ἀγαπᾶ τίποτα πιὸ πολὺ ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο καὶ δὲ μισεῖ τίποτα πιὸ πολὺ ἀπὸ τὴν ὑποκρισία. Ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ὅταν ἦταν ἐδῶ στὴ γῆ, στάθηκε ἀπέναντι σ’ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους γεμάτος ἀγάπη καὶ μόνο ἦταν σκληρὸς ἀπέναντι στοὺς ὑποκριτάς. Τοὺς ἁμαρτωλούς, ποὺ ἐρχότανε ζητώντας τὸ ἔλεός του, τοὺς δεχότανε μὲ καλωσύνη· τοὺς ὑποκριτάς, ποὺ ἦσαν μέσ’ ἁμαρτωλοὶ κι ἔκαναν ἔξω τοὺς ἁγίους, τοὺς ἐμαστίγωνε ἀλύπητα. Ἂς ἀκούσουμε τί μᾶς λέγει τὸ σημερινὸ Εὐαγγέλιο.

Ἐκεῖνο τὸν καιρὸ ἐδίδασκε ὁ Ἰησοῦς σὲ μία ἀπὸ τὶς συναγωγὲς κι ἦταν ἡμέρα Σάββατο. Κι ἦταν ἐκεῖ μία γυναίκα, ποὺ εἶχε πονηρὸ πνεῦμα κι ἦταν ἄρρωστη δεκαοκτὼ χρόνια κι ἦταν σκυφτὴ καὶ δὲ μποροῦσε νὰ σηκώση τὸ κορμὶ της καθόλου. Κι ὅταν τὴν εἶδε, ὁ Ἰησοῦς τῆς μίλησε καὶ τῆς εἶπε· Γυναίκα, εἶσαι λυμένη ἀπὸ τὴν ἀρρώστια σου· κι ἀκούμπησε ἀπάνω της τὰ χέρια του κι ἀμέσως ἐκείνη ἀνασηκώθηκε καὶ δόξαζε τὸ Θεό. Καὶ ἀποκρίθηκε ὁ ἀρχισυνάγωγος μὲ ἀγανάκτηση, γιατί τὸ Σάββατο ἔκαμε τὴ θεραπεία ὁ Ἰησοῦς, κι ἔλεγε στὸ λαό. Ἕξη ἥμερες εἶναι, ὅπου σ’ αὐτὲς πρέπει νὰ ἐργαζώμαστε, σ’ αὐτὲς λοιπὸν νὰ ‘ρχεσθε καὶ νὰ θεραπευώσαστε κι ὄχι στὴν ἡμέρα τοῦ Σαββάτου. Τοῦ ἀποκρίθηκε λοιπὸν ὁ Κύριος καὶ εἶπε· Ὑποκριτή, ὁ καθένας σας τὸ Σάββατο δὲ λύνει τὸ βόδι του καὶ τὸν ὄνο ἀπὸ τὸ παχνὶ καὶ τὰ πάει καὶ τὰ ποτίζει; Κι αὐτὴ ἐδῶ ποὺ εἶναι κόρη τοῦ Ἀβραὰμ καὶ τὴν ἔδεσε ὁ Σατανᾶς δεκαοχτὼ χρόνια, δὲν ἔπρεπε νὰ λυθῆ ἀπὸ τοῦτο τὸ δέσιμο τὴν ἡμέρα τοῦ Σαββάτου; Κι ἐνῶ ἔλεγε τοῦτα ὁ Ἰησοῦς καταντροπιαζότανε ὅλοι οἱ ἐχθροὶ του· κι ὅλος ὁ λαὸς εἶχε χαρὰ γιὰ τὰ θαύματα ποὺ γινότανε ἀπ’ αὐτόν.

Αὐτὴ ἡ ἄρρωστη γυναίκα, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, ποὺ βρέθηκε κεῖνο τὸ Σάββατο στὴ συναγωγή, μᾶς εἶν’ ἕνα καλὸ παράδειγμα. Μᾶς διδάσκει πὼς κι ἐμεῖς τὴν Κυριακὴ πρέπει νὰ ἐρχώμαστε στὴν Ἐκκλησία γιὰ τὴν προσευχὴ καὶ γιὰ τὸ θεῖο κήρυγμα. Γι’ αὐτὰ τὰ δύο πῆγε στὴ συναγωγὴ ἐκείνη τὴν ἡμέρα ἡ συγκύπτουσα γιὰ νὰ ‘βρη παρηγοριὰ στὴν ταλαιπωρία της. Καὶ βρῆκε πολὺ περισσότερο ἀπ’ ὅ,τι περίμενε· λυτρώθηκε ἀπὸ τὴν ἀρρώστια ποὺ τὴν βασάνιζε δεκαοκτὼ χρόνια.

Θὰ πρέπει νὰ αἰσθανότανε κατάνυξη, καθὼς ἄκουε τὸν Ἰησοῦ Χριστὸ νὰ διδάσκη· θὰ πρέπει νὰ καθότανε ταπεινὴ σὲ κάποια γωνιά, βασανισμένη μέσα στὴν πολύχρονη ἀρρώστια της, ζητώντας τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ κι ἕτοιμη νὰ δεχθῆ τὴ θεία χάρη. Μετὰ τὸ κήρυγμα, πλησίασε τὸ Χριστὸ κι ἐκεῖνος ποὺ τὴν εἶδε, ὄχι μόνο μὲ σκυφτὸ καὶ καμπουριασμένο τὸ κορμί της, μὰ καὶ μὲ τὴν ψυχὴ της γονατιστὴ καὶ σκυμμένη, τῆς μίλησε καὶ τῆς εἶπε· «Εἶσαι λυμένη ἀπὸ τὴν ἀρρώστια σου». Καὶ γιὰ νὰ τῆς μεταδοθῆ ἡ θεία δύναμη, ἀκούμπησε τὰ χέρια του ἐπάνω της. Κι ἐπειδὴ ὁ θεῖος λόγος τὴν ἴδια ὥρα εἶναι καὶ ἔργο, ἡ γυναίκα ἔγινε ἀμέσως καλά.

Νά, χριστιανοί μου, ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, πῶς φανερώνεται καὶ πῶς ξεχύνεται στὸν ἄνθρωπο. Κανένα ἐμπόδιο δὲ μπορεῖ νὰ μπῆ ἀνάμεσα στὸ Θεὸ ποὺ ζητάει τὸν ἄνθρωπο καὶ στὸν ἄνθρωπο ποὺ ζητάει τὸ Θεό. Οὔτε καὶ τὸ Σάββατο. Γιατί παραπάνω ἀπ’ ὅλα εἶναι ὁ ἄνθρωπος, παραπάνω κι ἀπὸ τὸ νόμο καὶ τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ. Γιατί ὁ νόμος κι οἱ ἐντολὲς καὶ τὸ Σάββατο δόθηκαν ὅλα γιὰ τὸν ἄνθρωπο καὶ δὲν ἔγινε ὁ ἄνθρωπος γιὰ ὅλα ἐτοῦτα. Μέσα στὸ νόμο καὶ τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ ὑπάρχει ὁ ἄνθρωπος, ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ γιὰ τὸν ἄνθρωπο· καὶ μέσα σ’ ὅλους τοὺς νόμους τῶν ἀνθρώπων πρέπει νὰ ὑπάρχη ὁ ἄνθρωπος, ἀλλιῶς εἶναι ἄδικοι οἱ νόμοι καὶ ἀπάνθρωποι. Οἱ νόμοι εἶναι γιὰ τοὺς κακούς· γιὰ νὰ μὴν ἀφίνουν τοὺς κακοὺς νὰ κάνουν τὸ κακό. Γιὰ τοὺς καλοὺς δὲν ὑπάρχουν νόμοι. Ἕνας νόμος ὑπάρχει γιὰ τοὺς καλούς, ὁ νόμος τῆς ἀγάπης. Αὐτὸς ὁ νόμος λέγει, ὄχι νὰ μὴν κάνης τὸ κακό, μὰ παντοῦ καὶ πάντα νὰ κάνης τὸ καλό. Ἐμπόδιο δὲ μπορεῖ νὰ σταθῆ στὸ νόμο τοῦ καλοῦ.

Κι ὅμως πολλὰ ἐμπόδια, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, βγαίνουνε μπροστά, γιὰ νὰ σταματήσουν τὸ καλό. Πρῶτο ἀπὸ τὰ ἐμπόδια ἐτοῦτα εἶναι ἡ ὑποκρισία. Ὑποκρισία εἶναι νὰ φαίνεσαι ἐκεῖνο ποὺ δὲν εἶσαι, νὰ λὲς πὼς ἐνδιαφέρεσαι γιὰ τὸν νόμο καὶ γιὰ τὴν ἐντολή, μὲ σκοπὸ νὰ ματαίωσης τὸ καλό. Νὰ παρασταίνης τὸ φρουρὸ τοῦ θείου νόμου, νὰ κόβεσαι καὶ γιὰ τὸν ἀνθρώπινο νόμο, νὰ κάνης ἐπανάσταση, νὰ βάζης φωτιά, νὰ ξεθεμελιώνης τὰ πάντα, γιατί σὲ πῆρε ὁ πόνος γιὰ τὸ νόμο. Πὼς χάνονται ἄνθρωποι, πὼς ἀδικιέται ἡ ἀλήθεια, πὼς σταυρώνονται ἀθῶοι, πὼς γκρεμίζονται ἱεροὶ θεσμοί, πὼς χαίρουν οἱ ἐχθροί, πὼς χορεύει ὁ διάβολος, τίποτ’ ἀπ’ ὅλα ἐτοῦτα δὲ σὲ τρομάζει.

Ὁ ἀρχισυνάγωγος, χριστιανοί μου, ἐκείνη τὴν ἡμέρα στὴν συναγωγή, γιὰ χάρη τάχα τοῦ Σαββάτου, ἦταν ἕτοιμος, ἂν μποροῦσε, νὰ σφάξη καὶ τὸ Χριστὸ καὶ τὴ συγκύπτουσα. Δὲν τὸν συγκίνησε τὸ καλὸ ποὺ γίνηκε ἐμπρὸς στὰ μάτια του. Ἐκεῖνο ποὺ τὸν ἔτρωγε μέσα του ἦταν ὁ φθόνος, μὰ σκέπαζε τὸ πάθος του μὲ τέχνη κι ἔδειχνε πὼς γνοιάζεται γιὰ τὸ Σάββατο καὶ γιὰ τὴν ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ. Ὁποῖος δὲν τὸν ἤξερε θὰ τὸν πίστευε, μὰ ὁ Χριστὸς τὸν ξεσκέπασε καὶ τὸν ἀποστόμωσε. Τὸν εἶπε ὑποκριτή, ψεύτη δηλαδὴ καὶ θεατρίνο, ποὺ ἄλλα αἰσθανότανε κι ἄλλα ἔλεγε, ἄλλα εἶχε μέσα του κι ἄλλα ἔδειχνε στοὺς ἀνθρώπους.

Τέτοιους ὑποκριτάς, χριστιανοί, εἶναι πάντα γεμάτος ὁ κόσμος καὶ πρέπει νὰ τοὺς φυλαγώμαστε. Ἀπ’ ἔξω φαίνονται ἅγιοι καὶ μέσα τους εἶναι γεμάτοι μ’ ὅλες τὶς κακίες. Μὰ εἶναι τεχνίτες καὶ δὲν τὸ δείχνουνε· σκεπάζονται μὲ τὸ ἔνδυμα τῆς εὐσέβειας καὶ δὲν τὸ ‘χουνε γιὰ τίποτα νὰ κάμουνε κάθε κακό. Νὰ τοὺς πῆς λόγο, δὲν ἀκοῦνε· νὰ τοὺς κάμης καλό, δὲ συγκινοῦνται. Πάνω ἀπ’ ὅλα, λένε, εἶναι ὁ νόμος, οἱ ἐντολές, οἱ ἱεροὶ Κανόνες, ἡ τάξη κι ἡ ἀλήθεια. Ποιὸς τὸ ἀρνήθηκε; Μὰ ὁ νόμος κι οἱ ἐντολὲς κι οἱ Κανόνες εἶναι ὅλα γιὰ τὸν ἄνθρωπο. Ὅταν σκοτώνης τὸν ἄνθρωπο, τί σοῦ χρειάζεται ὁ νόμος; Ὅταν γκρεμίζης τὴν Ἐκκλησία, τί τοὺς θέλεις τοὺς κανόνες; Ὅσο γιὰ τὴν τάξη καὶ τὴν ἀλήθεια, ὅποιοι τὰ πολυφωνάζουνε αὐτὰ τὰ δυό, αὐτοὶ μήτε τὰ ξέρουν μήτε τὰ ‘μαθαν μήτε τὰ σεβάστηκαν ποτέ τους.

Ἀγαπητοὶ χριστιανοί,

Ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς ἀγάπησε ὅλους τοὺς ἁμαρτωλούς, ὅλους τοὺς κουρασμένους, ὅλους τοὺς ἀρρώστους, ὅλους τοὺς ταπεινούς, ὅλους τοὺς ἀνθρώπους. Μόνο τοὺς ὑποκριτὰς δὲν ἀγάπησε, γιατί δὲν τὸ ‘θελαν ἐκεῖνοι. Ἡ ἀγάπη δὲν πάει ποτὲ μαζὶ μὲ τὴν ὑποκρισία· ὅπου εἶναι ἡ ἀγάπη, δὲ μπαίνει ὑποκρισία κι ὅπου εἶναι ὑποκρισία δὲ βρίσκεις ἀγάπη. Ἐμεῖς ἂς ἔχουμε ἀγάπη μεταξὺ μας κι αὐτὸ φθάνει γιὰ νὰ δείξη πὼς ἀγαποῦμε καὶ τὸ Θεό. Ἂν σκοτωνώμαστε τάχα γιὰ τὸ Θεὸ καὶ μισοῦμε τοὺς ἀνθρώπους, εἴμαστε ὑποκριταί· στ’ ἀλήθεια μήτε τὸ Θεὸ ἀγαποῦμε, κι ἂς φωνάζουμε γιὰ τὸ νόμο του καὶ γιὰ τὶς ἐντολές του. Ὁ νόμος κι οἱ ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ κι οἱ Κανόνες τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἡ ἀγάπη. Ἂς ἔχουμε, χριστιανοί μου, ἀγάπη, γιὰ νὰ ‘χουμε ζωὴ καὶ σωτηρία. Ἀμήν.

Ἔζησε τὸν 7ο αἰώνα π.Χ., ἐπὶ βασιλέως Ἰωσίου.  Εἶναι ὁ ἔνατος ἀπὸ τοὺς μικροὺς λεγόμενους προφῆτες καὶ καταγόταν ἀπὸ τὴ φυλὴ τοῦ Συμεὼν ἢ κατ’ ἄλλους τοῦ Λευΐ. Τὸ ὄνομά του σημαίνει «ὁ Γιάχβε κρύπτει», δηλαδὴ περιφρουρεῖ, προστατεύει.

Τὸ προφητικό του βιβλίο διαιρεῖται σὲ τρία μικρὰ κεφάλαια. Στὸ πρῶτο ἀπειλεῖ τοὺς Ἰουδαίους, ποὺ παρεξέκλιναν ἀπὸ τὸν Κύριο στὴν εἰδωλολατρία. Στὸ δεύτερο προλέγει τὴν καταστροφὴ τῆς Γάζας, τῆς Ἀσκαλῶνος, τῆς Ἀζώτου, τῆς Δαμασκοῦ, τῆς Αἰθιοπίας, τῆς Ἀσσυρίας καὶ ἄλλων ἀκόμα χωρῶν. Στὸ τρίτο ἐλέγχει τὴν Ἱερουσαλὴμ γιὰ τὴ διαφθορά της, ἀλλὰ καὶ τὴν ὀνομάζει ἐπιφανή, σὰν κοιτίδα λυτρώσεως τοῦ ἀνθρωπίνου γένους.

Τέλος, χαιρετίζει μὲ ἀγαλλίαση τὴν μέλλουσα ἐμφάνιση τοῦ Κυρίου στὴ Σιῶν. Ἀλλὰ ὁ Θεὸς μίλησε μὲ τὸ Στόμα τοῦ προφήτη καὶ νὰ τί εἶπε γιὰ τοὺς ἄνομους ἀνθρώπους: «Ἐξάρω τοὺς ἀνόμους ἀπὸ προσώπου τῆς γῆς, λέγει Κύριος... Καὶ τοὺς ἐκκλίνοντας ἀπὸ τοῦ Κυρίου καὶ τοὺς μὴ ζητοῦντας τὸν Κύριον καὶ τοὺς μὴ ἀντεχομένους τοῦ Κυρίου. Θὰ ξεριζώσω, λέει ὁ Κύριος, τους ἀνόμους ἀπὸ τὸ πρόσωπο τῆς γῆς. Καὶ θὰ τιμωρήσω αὐτοὺς ποὺ παρεκκλίνουν ἀπὸ τὶς ἐντολὲς τοῦ Κυρίου, αὐτοὺς ποὺ δὲν ζητοῦν μὲ τὴν προσευχή τους τὸν Κύριο καὶ δὲν κρατοῦν Αὐτὸν σὰν στήριγμά τους».
Ὁ προφήτης Σοφονίας πέθανε εἰρηνικὰ καὶ τάφηκε στὸν τόπο τῶν πατέρων του.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Συνιεὶς φερωνύμως τῶν μελλόντων τὴν πρόγνωσιν, ἐκφαντορικῶς προεκφαίνεις, τὴν αἰώνιον λύτρωσιν. Σιὼν γὰρ βασιλέα τὸν Χριστόν, κηρύττεις Σοφονία ἐμφανῶς· παρ’ αὐτοῦ γὰρ ἐλυτρώθημεν τῆς ἀρᾶς, Προφῆτα οἱ βοῶντές σοι· δόξα τῷ σὲ δοξάσαντι Θεῷ, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα τῷ δωρουμένῳ διὰ σοῦ, πᾶσι συγχώρησιν.

 

Κοντάκιον. Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Ἐπαξίως σύνεσιν, προφητικὴν γεωργήσας, τὴν τοῦ Λόγου σάρκωσιν, προανεφώνησας κράζων· τέρφθητι, Σιὼν ἡ πόλις ἡ πανολβία, ἄνακτα, Χριστὸν ἐν πώλῳ εἰσδεχομένη· Ὃν δυσώπει Σοφονία, ὑπὲρ τῶν πίστει μακαριζόντων σε.

 

Μεγαλυνάριον.
Χαίροις τῶν ἐν Νόμῳ ἐκπληρωτά, καὶ τῶν ἐν τῇ Νέᾳ Διαθήκῃ προμηνυτά· χαίροις οὐρανίων, χαρίτων μυστηπόλε, Προφῆτα Σοφονία, ἀξιοθαύμαστε.

Ὁ Ἅγιος Θεόδωρος ὁ Ἱερομόναχος Ἀρχιεπίσκοπος Ἀλεξανδρείας 

Ἦταν Αρχιεπίσκοπος Ἀλεξανδρείας κατά τα ἔτη 607 – 609. Τὰ θερμά του κηρύγματα, ἡ ζωντανή του πίστη, ἡ ἀκούραστη φιλανθρωπία του πρὸς τοὺς φτωχούς, τοὺς ἀσθενεῖς καὶ τοὺς ἐγκαταλελειμμένους, τραβοῦσαν σὰν δίχτυα μεγάλο πλῆθος εἰδωλολατρῶν καὶ τοὺς ἔφερναν στοὺς κόλπους τῆς χριστιανικῆς Ἐκκλησίας.

Γι’ αὐτὸ κινήθηκαν μὲ θανάσιμο μίσος ἐναντίον του οἱ ἱερεῖς τῆς εἰδωλολατρίας, μαζὶ μὲ τοὺς ἄρχοντές τους. Καὶ κάποια μέρα, ὑποκίνησαν πλῆθος εἰδωλολατρῶν, μεταξὺ δὲ αὐτῶν μέθυσους καὶ ἐγκληματίες, καὶ ἐπετέθηκαν κατὰ τοῦ ἀρχιεπισκόπου Θεοδώρου, τὴν στιγμὴ ποὺ ἐπέστρεφε ἀπὸ συνοικία, ποὺ εἶχε πάει μὲ δύο ἱερεῖς γιὰ νὰ παρηγορήσει ψυχὲς καὶ νὰ μοιράσει ἐλεημοσύνη.

Ἀφοῦ λοιπὸν τὸν ἔπιασαν, τὸν ἔδειραν, τὸν ἔφτυσαν, τοῦ φόρεσαν ἀκάνθινο στεφάνι στὸ κεφάλι καὶ τὸν τριγυρνοῦσαν στοὺς δρόμους καὶ τὶς πλατεῖες. Ὅταν τὸ πληροφορήθηκαν οἱ ἀρχές, ἔστειλαν στρατιωτικὸ ἀπόσπασμα καὶ τὸν ὁδήγησαν στὸν κριτή. Αὐθημερόν, μετὰ τὴν τυπικὴ διαδικασία, ἐπειδὴ ὁ Θεόδωρος ἔμενε ἀμετακίνητος στὴν ὁμολογία τοῦ Χριστοῦ, καταδικάστηκε σὲ θάνατο. Καὶ βεβαίωσε τὴν πίστη καὶ τὴν ἀγάπη του, ἀφοῦ ὑπέστη καρτερικὰ καὶ γενναία, ὄχι μόνο τὰ προηγούμενα μαρτύρια, ἀλλὰ καὶ τὸ μαρτύριο τοῦ ἀποκεφαλισμοῦ.
Τὸ δὲ τίμιο λείψανό του, τάφηκε στὴ δική του πόλη τὴν Ἀλεξάνδρεια.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ὅσιος Θεόδουλος ὁ Κύπριος 

Ὁ Ὅσιος Θεόδουλος ὁ Κύπριος ἔζησε μὲ αὐταπάρνηση καὶ φιλαδέλφια, δείχνοντας ἀπεριόριστη καλοσύνη πρὸς τοὺς ἀνθρώπους. Ἦταν ἄνθρωπος πράος, ἐπιεικὴς καὶ διατελοῦσε μεγάλο φιλανθρωπικὸ ἔργο, δίνοντας στοὺς ἔχοντες ἀνάγκη, ἀπὸ τὰ ὑστερήματά του.

Ὁ Θεοδόσιος ὁ Κύπριος ἔγινε μοναχός, διατήρησε ὅμως τὴν ἀγάπη του πρὸς τοὺς ἀδύναμους στὸ σῶμα καὶ στὸ πνεῦμα. Ἐπειδὴ ἡ ὑπόληψή του σὰν Ἅγιος ἄνδρας διαδίδοταν μὲ μεγάλη ταχύτητα, πολλοὶ ἦταν αὐτοὶ ποὺ πήγαιναν νὰ τὸν συμβουλευτοῦν. Ὅταν οἱ πιὸ εὔποροι τὸν ρωτοῦσαν τί θὰ ἤθελε νὰ κάνουν γιὰ νὰ τὸν εὐχαριστήσουν, ὁ Ὅσιος τοὺς παρότρυνε γιὰ δύο πράγματα: νὰ προσέχουν τὸν ἑαυτό τους γιὰ νὰ μὴν ἁμαρτήσουν καὶ νὰ ἀγαποῦν τὸν πλησίον τους.
Ὁ Ὅσιος Θεόδουλος ὁ Κύπριος, ἀναπαύθηκε ἐν εἰρήνῃ.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ὅσιος Θεόδουλος ὁ ἀπὸ Ἐπάρχων 

Ὑπῆρξε πατρίκιος στὰ χρόνια τοῦ Θεοδοσίου τοῦ Μεγάλου (379 – 395) καὶ ἦταν ἄνδρας διάσημος γιὰ τὴν σύνεση, τὴν ἀρετὴ καὶ τὴν σεμνότητα τῆς ζωῆς του. Ἔτσι προήχθηκε στὸ ἀξίωμα τοῦ Ἐπάρχου ἀπὸ τὸν βασιλιὰ Θεοδόσιο.

Βλέποντας ὅμως τὶς ἀδικίες τῶν ἰσχυρῶν, ἀηδίασε καὶ ἀφοῦ παραιτήθηκε τοῦ ἀξιώματός του, ἰδιώτευε. Μετὰ δύο χρόνια ἀπὸ τὸν γάμο του, πέθανε ἡ σύζυγός του καὶ αὐτὸς πῆγε στὴν Ἔδεσσα, ἀφοῦ μοίρασε τὴν μεγάλη του περιουσία στοὺς φτωχοὺς καὶ εὐαγὴ ἱδρύματα.
Ἐκεῖ καὶ ἐνῶ ἦταν στὸ 42ο ἔτος τῆς ἡλικίας του, ἀνέβηκε πάνω σ’ ἕνα στύλο καὶ μὲ τὶς πιὸ ἀντίξοες συνθῆκες ἔκανε σκληρὴ ἄσκηση. Ἔτσι, μὲ ἄσκηση καὶ προσευχή, ἀφοῦ ἔζησε γιὰ ἄλλα 40 χρόνια πάνω στὸ στύλο, ἀπεβίωσε εἰρηνικά.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

 

Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Ἡσυχαστής, Ἐπίσκοπος Κολωνίας

Γεννήθηκε στὴ Νικόπολη τῆς Ἀρμενίας τὸ 454 ἀπὸ τὸν Ἐγκράτιο καὶ τὴν Εὐφημία καὶ ἐπὶ βασιλέως Μαρκιανοῦ (450 – 457). Μετὰ τὸν θάνατο τῶν γονέων του, οἰκοδόμησε ναὸ τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου καὶ μόναζε ἐκεῖ, μαζὶ μὲ 10 μοναχούς. Λόγω τῆς μεγάλης του ἀρετῆς, 28 χρονῶν, χειροτονήθηκε ἐπίσκοπος Κολωνίας. Γιὰ ἐννιὰ χρόνια ἀφοῦ διευθέτησε τὰ ἐκεῖ ἐκκλησιαστικὰ πράγματα, πῆγε στὰ Ἱεροσόλυμα καὶ κατέλαβε τὴν Μονὴ τοῦ Ἅγιου Σάββα. Ἐκεῖ ἀπέκρυψε τὸ ἀληθινό του ἀξίωμα καὶ ὁρίστηκε ἀπὸ τὸν Ἅγιο Σάββα σὰν ὑπηρέτης στὸν ξενώνα καὶ στὸ μαγειρεῖο, ὑπακούοντας μὲ κάθε ταπεινοφροσύνη. Βλέποντας ὁ Ἅγιος Σάββας τὴν μεγάλη του ἀρετή, σύστησε στὸν ἐπίσκοπο Ἱεροσολύμων Ἠλία, νὰ χειροτονήσει τὸν Ἰωάννη Διάκονο καὶ Πρεσβύτερο.
Τότε ὁ Ἰωάννης, χωρὶς νὰ μπορεῖ νὰ κάνει ἀλλιῶς, φανέρωσε τὸ ἀξίωμά του καὶ ἔμεινε στὴ Λαύρα 12 χρόνια καὶ στὴ Ρουθὰ ἕξι χρόνια. Κατόπιν πέρασε ἀσκητικὰ τὰ χρόνια του σὲ διάφορες ἔρημους γιὰ 48 ὁλόκληρα χρόνια καὶ ἀπεβίωσε εἰρηνικὰ 104 χρονῶν.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Οἱ Ἅγιοι Ἀγάπιος, Σελεῦκος, Μάμας, Ἰνδῆς, Δόμνα, Γλυκέριος καὶ 40 Μάρτυρες ἐν Σοφιαναῖς 

Μαρτύρησαν διὰ ξίφους.
(Ἡ μνήμη μερικῶν ἐξ αὐτῶν ἐπαναλαμβάνεται καὶ τὴν 28η Δεκεμβρίου).

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ἅγιος Γαβριὴλ ὁ Ἱερομάρτυρας Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως 

Ὁ Γαβριὴλ ἦταν ἐπίσκοπος Γάνου καὶ Χώρας. Βρέθηκε στὴν Κωνσταντινούπολη τὸ 1657 καὶ διαδέχτηκε ἀντικανονικὰ στὸν Πατριαρχικὸ θρόνο τὸν ἀπαγχονισθέντα, ἀπὸ τοὺς Τούρκους, Πατριάρχη Παρθένιο τὸν Γ’. Ἐπειδὴ ὅμως ἦταν ἀγράμματος, μετὰ 12 ἡμέρες, ἔφυγε ἀπὸ τὸν Οἰκουμενικὸ Θρόνο καὶ ἦλθε στὴν Προῦσα, ὅπου ἔγινε προεδρικὸς Μητροπολίτης Προύσας καὶ παρέμεινε γιὰ 10 χρόνια.

Ἐκεῖ κατηγορήθηκε ὅτι ἔφερε στὴν Χριστιανικὴ πίστη κάποιον Μουσουλμάνο καὶ ὁδηγήθηκε στὸ Σουλτάνο καὶ Βεζύρη. Αὐτοὶ ἀξίωσαν ἀπὸ τὸν Μάρτυρα ν’ ἀρνηθεῖ τὴν πίστη του καὶ νὰ δεχτεῖ τὸν Ἰσλαμισμό. Μὲ γενναιότητα ὁ Γαβριὴλ ἀπέρριψε τὴν πρόταση αὐτή, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ βασανιστεῖ σκληρά.
Τελικὰ τὸν ἀπαγχόνισαν στὴν Προῦσα στὶς 3 Δεκεμβρίου 1659.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ἅγιος Ἀγγελὴς ὁ Νεομάρτυρας γιατρὸς ἀπὸ τὸ Ἄργος

Εὐλαβής, φιλήσυχος, φιλακόλουθος καὶ εὐσεβῆς ὁ Ἀγγελής, ἔκανε τὸ ἐπάγγελμα τοῦ γιατροῦ στὸ Ἄργος. Σὲ κάποια θρησκευτικὴ συζήτηση μὲ ἕναν Γάλλο, ὑπεραμύνθηκε τὴν Χριστιανικὴ πίστη καὶ δέχτηκε νὰ μονομαχήσει χωρὶς ὅπλο μὲ τὸν Γάλλο, ποὺ ἦταν ὁπλισμένος. Ὁ Γάλλος μπροστὰ στὴν πίστη τοῦ Ἀγγελῆ δείλιασε καὶ ὁ Ἀγγελὴς ἀναδείχτηκε καὶ ἐπίσημα νικητής.

Μετὰ τὴ νίκη αὐτὴ ὁ Ἀγγελής, ἀποφάσισε νὰ μαρτυρήσει γιὰ τὸν Χριστό. Ἐγκατέλειψε λοιπὸν τὴν ἰατρικὴ καὶ κλείστηκε στὸ ὑπερῶο τοῦ σπιτιοῦ του. Ξαφνικὰ ὅμως, ἄγνωστο γιὰ ποιὸ λόγο, τὸ Σάββατο τοῦ Λαζάρου τοῦ ἔτους 1813, ἀρνήθηκε τὸν Χριστὸ καὶ ἔγινε Μουσουλμάνος! Ἐπειδὴ δημιούργησε ἐπεισόδιο σὲ καφενεῖο τοῦ Ναυπλίου, ἐνῶ βρισκόταν μεθυσμένος, οἱ ἀρχὲς τὸν ἐξόρισαν στὴ Χίο.
Ἐκεῖ μετανοημένος, ἔβρεχε κάθε μέρα μὲ δάκρυα μετανοίας τοὺς ναοὺς καὶ προσευχόταν. Ἐπίσης ἔδινε ἀφορμὲς στοὺς Τούρκους, ἐπιζητώντας τὸ μαρτύριο. Κάποτε μπῆκε σὲ κάποιο τελωνεῖο καὶ ὁμολόγησε ὅτι ἦταν Χριστιανός. Οἱ Τοῦρκοι τὸν ἔδειραν ἀνελέητα καὶ τὸν ἔκλεισαν σιδηροδέσμιο στὴ φυλακὴ τοῦ Κάστρου τῆς Χίου. Ἀλλ’ ἐπειδὴ παρέμεινε σταθερὸς στὴν Χριστιανικὴ ὁμολογία του, ἀποκεφαλίστηκε στὶς 3 Δεκεμβρίου 1813.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ο όσιος Γέρων Πορφύριος, κατά κόσμον Ευάγγελος Μπαϊρακτάρης, γεννήθηκε στις 7 Φεβρουαρίου 1906 μ.Χ., στην Εύβοια, στο χωριό Άγιος Ιωάννης της επαρχίας Καρυστίας. Οι γονείς του, Λεωνίδας Μπαϊρακτάρης και Ελένη, το γένος Αντωνίου Λάμπρου, ήταν ευσεβείς και φιλόθεοι άνθρωποι. Ο πατέρας του, μάλιστα, ήταν ψάλτης στο χωριό και είχε γνωρίσει προσωπικά τον Άγιο Νεκτάριο. Η οικογένειά του ήταν πολυμελής και οι γονείς, φτωχοί γεωργοί, δυσκολεύονταν να τη συντηρήσουν. Γι’ αυτό ο πατέρας υποχρεώθηκε να φύγει στην Αμερική, όπου δούλεψε στην κατασκευή της διώρυγας του Παναμά.

Ο μικρός Ευάγγελος ήταν το τέταρτο παιδί της οικογένειας. Φύλαγε πρόβατα στο βουνό και είχε παρακολουθήσει μόνο την πρώτη τάξη του δημοτικού, όταν αναγκάστηκε και αυτός λόγω της μεγάλης φτώχειας να πάει στη Χαλκίδα για να δουλέψει. Ήταν μόλις επτά χρονών. Εργάστηκε δύο τρία χρόνια σ
να κατάστημα. Μετά πήγε στον Πειραιά, όπου δούλεψε δύο χρόνια στο παντοπωλείο ενός συγγενούς.

Στα δώδεκά του χρόνια έφυγε κρυφά για το Άγιον Όρος, με τον πόθο να μιμηθεί τον Άγιο Ιωάννη τον Καλυβίτη, τον οποίο είχε ιδιαίτερα αγαπήσει, όταν παλαιότερα είχε διαβάσει το βίο του. Η χάρις του Θεού τον οδήγησε στην καλύβη του Αγίου Γεωργίου Καυσοκαλυβίων και στην υποταγή δύο Γερόντων, του Παντελεήμονος, ο οποίος ήταν και πνευματικός, και του Ιωαννικίου, αδελφών κατά σάρκα. Αφοσιώθηκε στους δύο Γέροντες, που κατά κοινή ομολογία ήταν ιδιαίτερα αυστηροί, με μεγάλη αγάπη και με πνεύμα απόλυτης υπακοής.

Έγινε μοναχός σε ηλικία δεκατεσσάρων ετών και πήρε το όνομα Νικήτας. Μετά από δύο χρόνια έγινε μεγαλόσχημος. Λίγο αργότερα ο Θεός του δώρισε το διορατικό χάρισμα.

Στα δεκαεννέα του χρόνια ο Γέροντας αρρώστησε πολύ σοβαρά, γεγονός που τον ανάγκασε να εγκαταλείψει οριστικά το Άγιον Όρος. Επέστρεψε τότε στην Εύβοια, όπου εγκαταβίωσε στη Μονή του Αγίου Χαραλάμπους Λευκών. Ένα χρόνο αργότερα, το έτος 1926 μ.Χ., σε ηλικία είκοσι ετών, χειροτονήθηκε ιερέας στον Άγιο Χαράλαμπο Κύμης από τον Πορφύριο Γ’ , Αρχιεπίσκοπο Σινά, ο οποίος του έδωσε το όνομα Πορφύριος. Στα είκοσι δύο του έγινε πνευματικός-εξομολόγος και λίγο αργότερα αρχιμανδρίτης. Για ένα διάστημα εργάστηκε ως εφημέριος στους Τσακαίους, χωριό της Εύβοιας.

Στην Εύβοια, στην Ιερά Μονή Αγίου Χαραλάμπους, έζησε δώδεκα χρόνια, διακονώντας τους ανθρώπους ως πνευματικός και εξολόγος, και τρία χρόνια στην Άνω Βάθεια, στην εγκαταλελειμμένη Μονή του Αγίου Νικολάου.

Το 1940 μ.Χ., παραμονές του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, ο Γέροντας Πορφύριος εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, όπου ανέλαβε καθήκοντα εφημερίου και πνευματικού στην Πολυκλινική Αθηνών. Όπως ο ίδιος έλεγε, έζησε εκεί τριάντα τρία χρόνια σαν μία μέρα, ασκώντας ακαταπόνητα το πνευματικό έργο και ανακουφίζοντας τον πόνο και την ασθένεια των ανθρώπων.

Από το 1955 μ.Χ. είχε εγκατασταθεί στα Καλλίσια, όπου είχε μισθώσει από την Ιερά Μονή Πεντέλης το εκεί ευρισκόμενο μονύδριο του Αγίου Νικολάου με την αγροτική περιοχή που το περιέβαλλε, την οποία καλλιεργούσε με μεγάλη επιμέλεια. Εδώ, παράλληλα εξασκούσε το πλούσιο πνευματικό του έργο.

Το καλοκαίρι του 1979 μ.Χ., εγκαταστάθηκε στο Μήλεσι με το όνειρο να χτίσει μοναστήρι. Εκεί ζούσε στην αρχή σε ένα τροχόσπιτο κάτω από ιδιαίτερα αντίξοες συνθήκες και μετά σε ένα απέριττο κελλάκι από τσιμεντόλιθους, όπου και υπέμενε αγόγγυστα τις πολλές δοκιμασίες της υγείας του. Το 1984 μ.Χ. μεταφέρθηκε σε κτίσμα του υπό ανέγερση μοναστηριού, για την ολοκλήρωση του οποίου ο Γέροντας, παρόλο που ήταν πολύ άρρωστος και τυφλός, εργαζόταν ακατάπαυστα και ακαταπόνητα. Με τη θεμελίωση του Καθολικού της Μονής Μεταμορφώσεως, στις 26 Φεβρουαρίου 1990 μ.Χ., αξιώθηκε να δει το όνειρό του να γίνεται πραγματικότητα.

Τα τελευταία χρόνια της επίγειας ζωής του άρχισε να προετοιμάζεται για την κοίμησή του. Επιθυμούσε να αποσυρθεί στο Άγιον Όρος, στα αγαπημένα του Καυσοκαλύβια, όπου μυστικά και αθόρυβα, όπως έζησε, θα έδιδε την ψυχή του στο Νυμφίο της. Πολλές φορές τον άκουσαν να λέει: «Επιδιώκω και τώρα που εγήρασα να πάω και να πεθάνω εκεί πάνω».

Πράγματι, τον Ιούνιο του 1991 μ.Χ., προαισθανόμενος το τέλος του, και μη θέλοντας να κηδευθεί με τιμές, αναχώρησε για το καλύβι του Αγίου Γεωργίου στα Καυσοκαλύβια του Αγίου Όρους, όπου είχε καρεί μοναχός πριν από περίπου 70 χρόνια και στις 4:31΄ το πρωί της 2ας Δεκεμβρίου 1991 μ.Χ. παρέδωσε το πνεύμα στον Κύριο, που τόσο αγάπησε στη ζωή του.

Τα τελευταία λόγια που ακούστηκαν από το στόμα του ήταν από την αρχιερατική προσευχή του Κυρίου, αυτά που τόσο αγαπούσε και πολύ συχνά επαναλάμβανε: «
να σιν ν».

Στην αγιοκατάταξη του Γέροντος Πορφυρίου προχώρησε η Αγία και Ιερά Σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου, κατά την συνεδρίαση της 27ης Νοεμβρίου 2013 μ.Χ., υπό τον Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο.

Τα κύρια χαρακτηριστικά του
Τα κύρια χαρακτηριστικά του Γέροντος Πορφυρίου σε όλη τη ζωή του ήταν η άκρα ταπείνωσή του, η τέλεια αγάπη του στον Χριστό και τον συνάνθρωπο, η αίσθηση του ότι ανήκει στην Εκκλησία, με μία απόλυτη υπακοή σ΄ αυτήν εν Χριστώ και με μία απόλυτη ενότητα με όλους και η βίωση της αθανασίας και της ελευθερίας από τον φόβο και την κόλαση από αυτή εδώ τη ζωή. Σ΄ αυτά πρέπει να προστεθούν η αγόγγυστη υπομονή του στους αφόρητους πόνους, η σοφή διάκρισή του, η ασύλληπτη διόρασή του, η απέραντη φιλομάθειά του, η εκπληκτική ευρύτητα των γνώσεων του που ήταν καρπός της Χάρης και δώρο Θεού και όχι αποτέλεσμα σπουδής, η ανεξάντλητη φιλοπονία και εργατικότητα του, η αδιάλειπτη ταπεινή και για τον λόγο αυτόν αποτελεσματική προσευχή του, το ακραιφνώς ορθόδοξο, αλλά όχι φανατικό φρόνημά του, οι επιτυχείς συμβουλές του, η πολυμέρεια των διδαχών του, η βαθύτατη ευλάβειά του, το ιεροπρεπέστατο των ακολουθιών που τελούσε, και η μεγάλη φροντίδα του να κρατηθεί μυστική η εκτεταμένη προσφορά του.

Τα ουσιώδη
Προσπαθώντας να εμβαθύνουμε στα ουσιώδη στοιχεία που συγκροτούσαν την προσωπικότητα του Γέροντος Πορφυρίου καταλήξαμε στο συμπέρασμα ότι αυτά ήταν: πρώτον, η ένταξή του στην Εκκλησία κατά έναν ουσιαστικό και όχι τυπικό τρόπο, δεύτερον, η απέραντη αγάπη του στον Χριστό και δι΄ Αυτού στον συνάνθρωπο, που συνοδευόταν από αγία ταπείνωση, τρίτον, η βίωση της εν Χριστώ μυστικής χαράς και τέταρτον η βίωση της εν Χριστώ αθανασίας.

α) Η ένταξη στην Εκκλησία
Ο Γέρων Πορφύριος έλεγε μαζί με όλους τους Αγίους ότι ο Χριστός πρέπει να είναι μέσα στην Εκκλησία. Αυτό σημαίνει ενωμένος με τον Χριστό και με όλους τους ανθρώπους του Χριστού και προπαντός με τον αρχιερέα Του, που επέχει τόπο και τύπο Χριστού. Αλλά αυτό, το να είναι κανείς μέσα στην Εκκλησία δεν είναι κάτι τυπικό. Αυτό άλλωστε πρέπει να σημαίνει η διαθήκη του, στην όποια μας εύχεται να μπούμε στην επίγεια άκτιστη Εκκλησία του Θεού, παρ΄ όλον που επιφανειακά σκεπτόμενοι θα του απαντούσαμε ότι είμαστε ήδη στην Εκκλησία, αφού είμαστε βαπτισμένοι.

Πράγματι είμεθα μέσα στην Εκκλησία, αλλά τόσο μόνο όσο είναι μέσα στην Ελλάδα ο ξένος ταξιδιώτης που πέρασε τα σύνορα της κατά ένα-δύο βήματα. Αυτός, αν και είναι στην Ελλάδα τυπικά και ουσιαστικά και μπορεί να ταξιδέψει παντού σ΄ αυτήν και να τη γνωρίσει όλη, όμως είναι σαν να μην είναι, αφού μόνο δυο βήματα πέρασε στο έδαφός της και τίποτε δεν ξέρει ακόμη από Ελλάδα. Έτσι και ο Χριστιανός που μια φορά πέρασε την πόρτα της Εκκλησίας και μπήκε μέσα σ΄ αυτήν, είναι ουσιαστικά σαν να μην μπήκε, άμα δεν προχωράει διαρκώς βαθύτατα σ΄ αυτήν μέχρι να φθάσει στον θρόνο του Θεού.

Ο Γέροντας είχε δει στην πράξη ότι η Χάρη του Θεού ενεργεί μέσα στην Εκκλησία, ότι οι πιστοί πρέπει να είναι μεταξύ τους ενωμένοι σαν ένα σώμα, το σώμα του Χριστού, ότι κανείς δεν μπορεί να σωθεί όταν ζητά μόνο την ατομική του σωτηρία, ότι η ενότητα ως αίτημα, πόθος και βίωμα του πιστού είναι βασικό στοιχείο της Εκκλησίας και προϋπόθεση της σωτηρίας και ότι η αγάπη, που ωθεί την ψυχή στην ενότητα, είναι απαραίτητη, για να μπει κανείς στην κοινότητα που συνιστά την επίγεια άκτιστη Εκκλησία και να σωθεί εκεί.

β) Η αγάπη
Η κινητήρια δύναμη για τη δημιουργία συμμέτοχων στην ύπαρξη και στη χαρά, για τη μετάδοση της ζωής, είναι η αγάπη. Αυτός που σκέπτεται ότι ο νέος άνθρωπος θα του στερήσει κάτι από την άνεσή του και τη χαρά του δεν σκέπτεται όπως ο Θεός, ο οποίος δημιούργησε το ανθρώπινο Γένος, παρ΄ όλον ότι αυτό Τον παρεπίκρανε (ανθρωποπαθώς μιλώντας). Η μόνη διάθεση, λοιπόν, που αρμόζει σε ανθρώπους πλασμένους εικόνα και καθ΄ ομοίωσιν Θεού, είναι η αγάπη, δηλαδή το άνοιγμα της καρδιάς στο άλλο πρόσωπο, στο Σύ του Θεού και στο σύ του συνανθρώπου.

Υπάρχουν πολλοί τρόποι με τους όποιους προσπαθεί η Εκκλησία να πείσει τους ανθρώπους να βαδίσουν στον σωστό δρόμο. Όμως ο βασιλικός δρόμος της ευαίσθητης, ποιητικής και ευγενικής ψυχής που σου υπεδείκνυε ο Γέρων Πορφύριος είναι ο δρόμος της αγάπης, του θείου έρωτα προς τον Ιησού Χριστό και η ανιδιοτέλεια, δηλαδή η αδιαφορία για το αν η αγάπη σου στον Χριστό συνεπάγεται χαρές ή οδύνες. Είναι δρόμος γεμάτος αρχοντιά και ανωτερότητα, χωρίς μιζέριες, υπολογισμούς και φόβους, λεβέντικος και άξιος του θείου μεγαλείου και της απόλυτης εμπιστοσύνης στη φιλική διάθεση του Χρίστου που μας αγαπά.

Αυτό συνεπάγεται και μία ωραία μεθόδευση του πνευματικού αγώνα του χριστιανού, την οποία συχνά-πυκνά και με πολλά παραδείγματα ανέπτυσσε. Ας θυμηθούμε μερικά:

- Όταν είσαι σ΄ ένα κατασκότεινο δωμάτιο, μη χτυπάς το σκοτάδι για να το διώξεις. Δεν φεύγει έτσι. Άνοιξε το παράθυρο στο φως, δηλαδή δώσου στην αγάπη του Χριστού και τότε χωρίς κόπο φεύγει το σκοτάδι.
- Όταν έρχεται ο κακός λογισμός, η μελαγχολική σκέψη, ο φόβος, ο πειρασμός να σε καταλάβει, μην πολεμάς μαζί τους να τα διώξεις. Άνοιξε τα χέρια σου στην αγάπη του Χριστού και σε παίρνει στην αγκαλιά του και χάνονται αυτά μόνα τους.
- Όταν ο κήπος της ψυχής σου είναι γεμάτος αγκάθια (πάθη), μην προσπαθείς να τα ξεριζώσεις και βρίσκεσαι διαρκώς τραυματισμένος και μολυσμένος από την ασχολία σου μαζί τους. Δώσε όλη τη δύναμη σου στα λουλούδια της ψυχής σου, πότισέ τα, και τότε τ΄ αγκάθια θα ξεραθούν μόνα τους. Και το καλύτερο λουλούδι είναι η αγάπη σου στον Χριστό. Αν ποτίσεις αυτήν και αναπτυχθεί, όλα τα αγκάθια μαραίνονται.

γ) Η χαρά
Ο Γέρων Πορφύριος αγαπούσε όλους με την αγάπη του Χριστού που είναι μοναδική για τον καθένα. Αλλά η πλούσια καρδιά του Χριστού και όσων ομοιώθηκαν μ΄ Αυτόν, μπορεί ν΄ αγαπά με μοναδικό τρόπο τον κάθε άνθρωπο, που είναι εικόνα του αγαπημένου Χριστού. Και η αγάπη αυτή ελκύει τη Θεία Χάρη, που επιπίπτει στον αγαπώντα σαν χαρά μεγάλη και ανεξάντλητη. Αυτός που αγαπά είναι χαρούμενος, γιατί η αγάπη είναι δόσιμο και το δόσιμο συνεπάγεται τη μακαριότητα, όπως είπε ο Κύριος («μακ
ριν στι μλλον διδναι λαμβνειν», Πράξ. 20,35). Έτσι ζούσε ο Γέροντας στη χαρά που κανείς, ούτε οι πόνοι ούτε οι θλίψεις, δεν αφαιρεί από εκείνον που είναι δοσμένος στην αγάπη του Χριστού. Ο Γέροντας Πορφύριος, ζώντας μέσα στην αγάπη του Χριστού είχε διαπιστώσει εμπειρικά αυτό που γράφει ο Άγιος Ιωάννης ο Ευαγγελιστής: « τελεα γπη ξω βλλει τν φβον» (Α’ Ίω. 4,18) και γι΄ αυτό λέει σε μια ηχογραφημένη συνομιλία του με έμφαση και με γεμάτη πραότητα βεβαιότητα «Ο φίλος, ο αδελφός (ο Χριστός)! Πώς το φωνάζει αυτό όμως…! και πόσο…! Τί βάθος κρύβεται μέσα σ’ αυτό…! Πολύ βάθος! Δηλαδή είναι το θάρρος. Δεν θέλει τον φόβο ο Χριστός, δεν τόνε θέλει τον φόβο!»

δ) Η αθανασία
Η νίκη πάνω στον θάνατο, η αίσθηση και η βεβαιότητα της αθανασίας είναι ένα βίωμα κοινό σε όλους τους Αγίους και στον Γέροντα Πορφύριο. Λέγει στην προαναφερθείσα ηχογραφημένη συνομιλία του: «Ο άνθρωπος του Χριστού πρέπει ν΄ αγαπήσει τον Χριστό, κι όταν αγαπήσει τον Χριστό απαλλάττεται από τον διάβολο, από την κόλαση και από τον θάνατο». Δεν είναι αυτά λόγια ειπωμένα από κάποιον που συνέλαβε αυτή την αλήθεια με τη σκέψη του. Είναι λόγια βγαλμένα από ένα αληθινό προσωπικό βίωμα και γι΄ αυτό έχουν την αξία μαρτυρίας αυτόπτη μάρτυρα. Δεν αλλάζει το πράγμα από το γεγονός ότι ο Γέροντας Πορφύριος από ταπείνωση και βαθιά αίσθηση της ανθρώπινης ασθένειάς μας λέγει ότι δεν έχει φθάσει σε αυτή την κατάσταση. Μάλλον ενισχύεται η αξιοπιστία του, διότι δεν είναι πλέον ένας που νομίζει ότι έφθασε κάπου. «Δεν έχω φθάσει, αυτό ζητάω, αυτό θέλω. Και στη σιωπή μου και παντού προσπαθώ να ζήσω σ΄ αυτά. Δεν τα ζω όμως, …προσπαθώ. Δηλαδή, πως να σου πω, πως να σας πώ; Δεν έχω πάει σ΄ ένα μέρος, έτσι… ή πήγα μια φορά, το είδα, τώρα δεν είμαι εκεί, αλλά το θυμάμαι, το λαχταράω, το θέλω. Να τώρα, αυτή τη στιγμή, αύριο, μεθαύριο, κάθε στιγμή μούρχεται και το θέλω. Θέλω να πάω εκεί, το ζητάω. Δεν είμαι όμως εκεί… Ναι, αλλά ζω μέσα σ΄ αυτή την προσπάθεια…»

Βεβαιοί ο Άγιος Γρηγόριος ότι το ευρείν τον Θεόν έγκειται εις το αεί Αυτόν ζητείν. Δεν υπάρχει καλύτερη και εγκυρότερη επιβεβαίωση ότι ο Γέρων Πορφύριος βρήκε τον Θεό, και ότι ο δρόμος της αγάπης που μας υποδεικνύει είναι ο συντομότερος, ο ασφαλέστερος και ο καλύτερος για να μας βρει και μας ο Θεός και να περιμαζέψει τον καθένα μας, σαν το ένα απολωλός πρόβατο, με χαρά και με αγάπη και να μας οδηγήσει από αυτήν εδώ τη ζωή στην επίγεια άκτιστη Εκκλησία Του, που είναι χώρα αγάπης, χαράς, ειρήνης και αθανασίας.

Επιστολή Γέροντος Πορφυρίου προς τα πνευματικά του παιδιά

«Αγαπητά πνευματικά μου παιδιά.

Τώρα που ακόμα έχω τας φρένας μου σώας θέλω να σας πω μερικές συμβουλές. Από μικρό παιδί όλο στις αμαρτίες ήμουνα. Και όταν με έστελνε η μητέρα μου να φυλάξω τα ζώα στο βουνό, γιατί ο πατέρας μου, επειδή ήμασταν φτωχοί είχε πάει στην Αμερική για να εργαστεί στην διώρυγα του Παναμά, για εμάς τα παιδιά του, εκεί, που έβοσκα τα ζώα συλλαβιστά διάβαζα τον βίο του αγίου Ιωάννου του Καλλυβίτου και πάρα πολύ αγάπησα τον Άγιο Ιωάννη και έκανα πάρα πολλές προσευχές σαν μικρό παιδί που ήμουνα 12-15 χρονών δεν θυμάμαι ακριβώς καλά και θέλοντας να τον μιμηθώ με πολύ αγώνα έφυγα από τους γονείς μου κρυφά και ήλθα στα Καυσοκαλύβια του Αγίου Όρους και υποτάκτηκα σε δυο γεροντάδες αυταδέλφους τον Παντελεήμονα και τον Ιωαννίκιο. Μου έτυχε να είναι πολύ ευσεβείς και ενάρετοι και τους αγάπησα πάρα πολύ και γι’ αυτό με την ευχή τους τους έκανα άκρα υπακοή. Αυτό με βοήθησε πάρα πολύ, αισθάνθηκα και μεγάλη αγάπη και προς τον Θεό και πέρασα πάρα πολύ καλά. Αλλά, κατά παραχώρηση του Θεού, για τις αμαρτίες μου αρρώστησα πολύ και οι Γεροντάδες μου μου είπαν να πάω στους γονείς μου στο χωριό μου εις τον Άγιον Ιωάννη Ευβοίας. Και ενώ από μικρό παιδί είχα κάνει πολλές αμαρτίες όταν ξαναπήγα στον κόσμο συνέχισα τις αμαρτίες οι οποίες μέχρι και σήμερα έγιναν πάρα πολλές. Ο κόσμος όμως με πήρε από καλό και όλοι φωνάζουνε ότι είμαι άγιος. Εγώ όμως αισθάνομαι ότι είμαι ο πιο αμαρτωλός άνθρωπος του κόσμου. Όσα ενθυμόμουνα βεβαίως τα εξομολογήθηκα, αλλά γνωρίζω ότι γι αυτά που εξομολογήθηκα με συγχώρησε ο Θεός, αλλ’ όμως τώρα έχω ένα συναίσθημα ότι και τα πνευματικά μου αμαρτήματα είναι πάρα πολλά και παρακαλώ όσοι με έχετε γνωρίσει να κάνετε προσευχή για μένα διότι και εγώ όταν ζούσα πολύ ταπεινά έκανα προσευχή για σας, αλλ’ όμως τώρα που θα πάω για τον ουρανό έχω το συναίσθημα ότι ο Θεός θα μου πεί: τι θέλεις εσύ εδώ; Εγώ ένα έχω να του πω. Δεν είμαι άξιος Κύριε για εδώ, αλλ’ ότι θέλει η αγάπη σου ας κάμει για μένα. Από εκεί και πέρα δεν ξέρω τι θα γίνει. Επιθυμώ όμως να ενεργήσει η αγάπη του Θεού. Και πάντα εύχομαι τα πνευματικά μου παιδιά να αγαπήσουν το Θεό, που είναι το πάν, για να μας αξιώσει να μπούμε στην επίγειο άκτιστο εκκλησία του. Γιατί από εδώ πρέπει να αρχίσουμε. Εγώ πάντα είχα την προσπάθεια να προσεύχομαι και να διαβάζω τους Ύμνους της Εκκλησίας, την Αγία Γραφή και τους βίους των Αγίων μας και εύχομαι και εσείς να κάνετε το ίδιο. Εγώ προσπάθησα με τη χάρη του Θεού να πλησιάσω τον Θεό και εύχομαι και εσείς να κάνετε το ίδιο. Παρακαλώ όλους σας να με συγχωρέσετε για ότι σας στεναχώρησα.

Ιερομόναχος Πορφύριος
Εν Καυσοκαλυβίοις τη 4/7 Ιουνίου 1991»

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

πολυτκιον. χοςπλ. α. Τν συνάναρχον Λόγον

χνηλάτης τν πάλαι πατέρων γέγονας, γιωνύμου το ρους σκήσας Σκήτ σεπτ, Τριάδος τς Ζωαρχικς, τν Καυσοκαλυβίων, βυσσος θείων δωρεν, λυτήρ δεινν σθενειν, δείχθης θεοφόρε. Πορφύριε οκουμένης, πάσης, ποιμήν μν καί στήριγμα.

τερον πολυτκιον. χος α. Τς ρήμου πολίτης. (π Εαγγέλου Καραδήμου)
Τ
ς Εβοίας τν γόνον, Οκουμένης γλάϊσμα (πρώτη γραφή: πανελλήνων τν Γέροντα), τς Θεολογίας τν μύστην κα Χριστο φίλον γνήσιον, Πορφύριον τιμήσωμεν, πιστοί, τν πλήρη χαρισμάτων κ παιδός. Δαιμονντας γρ λυτροται, κα σθενες ἰᾶται πίστει κράζοντας· δόξα τ δεδωκότι σοι σχύν, δόξα τ σ γιάσαντι, δόξα τ νεργοντι δι σο πσιν άματα.

τερον πολυτκιον. χος πλ. α. Τν συνάναρχον Λόγον. (π Χαραλάμπους Μπούσια)
Προγιγνώσκειν τ
μέλλον σοφς, Πορφύριε, ς ντιμίσθιον πόνων κα βιοτς εσεβος χάριν δέδωκέ σοι νωθεν Κύριος· νθος Εβοίας ερόν, κ το θω μυστικς πρς κήπους μετεφυτεύθης λήκτου δόξης πρεσβεύειν Χριστ πρ τν εφημούντων σε.

τερον πολυτκιον. χος πλ. δ. ρθοδοξίας δηγέ. (π δαμαντίας Πιπεράκη)
Φωτ
ς χωρίον το Θεο κα χαρισμάτων το Πνεύματος μπλεως, τν ερέων καλλονή, τν μοναστν κανν κριβέστατος, Πορφύριε σοφέ, τ διακρίσει λάμψας κα θαύμασι, Πατρ μν σιε, πρέσβευε Χριστ τ Θε, σωθναι τς ψυχς μν.

τερον πολυτκιον. χος δ. Ταχ προκατάλαβε.
(
γνώστου ποιητο - ερέθησαν στ κελλίον το Γέροντος ς χειρόγραφα, ς προσευχ γνώστων προσκυνητν κα πλς παρατίθενται δ, δν προτείνονται πρς ψαλμδησιν)
σίως διέπρεψας ν μέσ στει σοφέ, τν κλσιν δεξάμενος π κοιλίας μητρός· θεν προσκαρτεροντες τ πλήρωμα το χρόνου, προσέτι μαρτυρί πλείω τούτων δοθναι, να καταπαύστως τν δόξαν σου μνομεν, ατούμενοι λέους τ σ γιάσαντι.

τερον πολυτκιον. χος πλ. α. Τν συνάναρχον Λόγον.
(
γνώστου ποιητο - ερέθησαν στ κελλίον το Γέροντος ς χειρόγραφα, ς προσευχ γνώστων προσκυνητν κα πλς παρατίθενται δ, δν προτείνονται πρς ψαλμδησιν)
Πνευματέμφορος
λος κα παθέστατος, διακρίσεως φάρος φωτοειδέστατος, ερατεύων τ Χριστ, ς σάγγελος φθης. Προφήτης θαυμαστός, τ γγς κα τ μακράν, προβλέπεις σιε Πάτερ, Πορφύριε θεοφόρε, γίου ρους τ γαλλίαμα.

Κοντκιον. χος πλ. δ. Τ περμάχ. (π δαμαντίας Πιπεράκη)
ς παιδιόθεν τν Χριστν χαίρων γάπησας, κα τ το βίου γαθ παρνησάμενος, τν το θωνος κατέλαβες πολιτείαν, τν τς πτώσεως χιτνα κδυσάμενος, νεδείχθης τς Τριάδος νδιαίτημα κα πρεσβεύεις εί, Πάτερ σιε, σωθναι μς.

τερον Κοντκιον. χος πλ. δ. Τ περμάχ. (π Χαραλάμπους Μπούσια)
Τ
ν ακίνθ κα πορφύρ ταπεινώσεως, πακος τε κα γάπης στολισάμενον τς ψυχς ατο τ νδυμα κα φθέντα χαρισμάτων θείου πνεύματος κσφράγισμα εφημήσωμεν σοφίας ς διδάσκαλον νακράζοντες· Χαίροις, μάκαρ Πορφύριε.

τερον Κοντκιον. χος πλ. δ. Τ περμάχ. (π Εαγγέλου Καραδήμου)
Το
Παρακλήτου τν ναν τν γιώτατον κα τς πανάγνου Θεοτόκου προσφιλέστατον, νυμνήσωμεν Πορφύριον κ καρδίας. γαπ γρ κα ἰᾶται πάντας κα φρουρε κα πρεσβεύει πως τύχωμεν θεώσεως. θεν κράζομεν· χαίροις, πάτερ Πορφύριε.

τερον Κοντκιον. χος πλ. δ. Τ περμάχ.
γίων Πάντων χορός νν εφραινέσθωσαν καί ρθοδόξων τά πληρώματα χαιρέτωσαν, τι ρτι τ κκλησί, λαμπρός στήρ φάνη. Τριάδος τς γίας Σκήτης σεπτς, τν Καυσοκαλυβίων κόσμος φανείς. Διό κράζομεν, χαίροις πάτερ Πορφύριε.

Μεγαλυνριον
Χα
ρε καί εφραίνου Σκήτη λαμπρά, Καυσοκαλυβίων, ν σοί ηγασεν ληθς, στρον καταυγάσαν, τήν οκουμένην πάσαν, καί πάντας φυπνίζων, πρός βίον κρείττονα.

τερον Μεγαλυνριον. (π Εαγγέλου Καραδήμου)
Χαίροις χαρισμάτων
θησαυρς κα τν αμάτων πηγ θαυματουργός. Χαίροις προφήτης νέος κκλησίας, Πορφύριε, τρισμάκαρ, θωνος καύχημα.

τερον Μεγαλυνριον. (π Χαραλάμπους Μπούσια)
Χαίροις,
χαρίτων πλησθες πολλν ν σχάτοις χρόνοις κα θύνας πιστος καλς πρς λειμνας θείους, στρ θεοσοφίας κα κραιφνος γάπης, πάτερ Πορφύριε.

τερον Μεγαλυνριον. (π δαμαντίας Πιπεράκη)
Χαίροις τ
ς Εβοίας γόνος σθλός, κα περουσίου τς Τριάδος μυσταγωγός· χαίροις το κτίστου, φωτς το Θαβωρίου, αρέτης κα δοχεον, Πάτερ Πορφύριε. 

Ὁ Προφήτης Ἀββακούμ 

Ὁ Ἀββακούμ, ποὺ τὸ ὄνομά του σημαίνει «θερμὸς ἐναγκαλισμός», ἦταν ἀπὸ τὴ φυλὴ τοῦ Συμεὼν καὶ γιὸς τοῦ Σαφάτ.  Ὁ χρόνος ποὺ ἔδρασε τίθεται μεταξὺ 650 καὶ 672 π.Χ.

Στὸ προφητικό του βιβλίο, ποὺ διακρίνεται γιὰ τὴν ἀξιόλογη λογοτεχνική του χάρη, ἐλέγχει τὸν ἰουδαϊκὸ λαό, ἐπειδὴ παρεξέκλινε ἀπὸ τὴν ἀληθινὴ θρησκεία στὴν εἰδωλολατρία.

Νὰ τί συγκεκριμένα ἀναφέρει, σχετικὰ μὲ τὸ πῶς πρέπει κανεὶς νὰ πιστεύει στὸ Θεό:

«Ἐὰν ὑποστείληται, οὐκ εὐδοκεῖ ἡ ψυχή μου ἐν αὐτῷ· ὁ δὲ δίκαιος ἐκ πίστεώς μου ζήσεται. Ἐγὼ δὲ ἐν τῷ Κυρίῳ ἀγαλλιάσομαι, χαρίσομαι ἐπὶ τῷ Θεῷ τῷ σωτήρι μου».

Ποὺ σημαίνει, ἂν κανεὶς λιποψυχήσει καὶ ἀδημονήσει στὶς διάφορες δοκιμασίες, ἂς μάθει, λέει ὁ Κύριος, ὅτι δὲν ἐπαναπαύεται ἡ ψυχή μου σ’ αὐτόν. Ὁ δίκαιος ποὺ πιστεύει σ’ ἐμένα καὶ τηρεῖ τὸ Νόμο μου, θὰ σωθεῖ καὶ θὰ ζήσει. Ἐγὼ ὅμως, λέει ὁ Προφήτης, θὰ ἀγάλλομαι ἐλπίζοντας στὸν Κύριο. Θὰ γεμίσει χαρὰ ἡ καρδιά μου γιὰ τὸν σωτήρα μου Θεό.
Ὁ προφήτης Ἀββακοὺμ πέθανε εἰρηνικὰ καὶ τάφηκε στὸν τόπο τῶν πατέρων του.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Ὡς ὄρος προέγραψας, τὴν Θεοτόκον Ἁγνὴν, ἐξ ἧς ἡμῖν ἔλαμψεν, ὁ τῶν ἁπάντων Θεός, σαρκὸς ὁμοιώματι. Ὅθεν σε ὡς Προφήτην, θεηγόρον τιμῶντες, χάριτος οὐρανίου, μετασχεῖν δυσωποῦμεν, πρεσβείαις σου θεοδέκτοις, Ἀββακοὺμ ἔνδοξε.

 

Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ’. Τῇ ὑπερμάχῳ.

Τῆς προφητείας τὴν κιθάραν τὴν θεόφθογγον

Τὴν προηχήσασαν Χριστοῦ τὴν συγκατάβασιν

Ἀββακοὺμ ἀνευφημήσωμεν τὸν Θεόπτην.

Ἐμπνευσθεῖς γὰρ τῇ ἐλλάμψει τοῦ Θεοῦ ἡμῶν

Ἐμφανῶς προδιετύπωσε τὰ μέλλοντα,
Τούτῳ λέγοντες, χαῖρε σκεῦος τοῦ Πνεύματος.

 

Μεγαλυνάριον.
Τὸ φῶς ὡς προεῖπας τὸ Πατρικόν, ἐν ναῷ οἰκείῳ, καθωράθη σωματικῶς· ὅθεν οἱ τὴν αἴγλην, αὐτοῦ εἰσδεδεγμένοι, ἐν ὕμνοις Ἀββακούμ σε, φαιδροῖς δοξάζομεν.

Οἱ Ἅγιοι Ἰωάννης, Ἠρακλείμων, Ἀνδρέας καὶ Θεόφιλος οἱ Ἐρημίτες

Κατάγονταν ἀπὸ τὴν πόλη Ὀξύρρυγχο τῆς Κάτω Αἰγύπτου, στὴν δυτικὴ ὄχθη τοῦ ποταμοῦ Νείλου καὶ ἦταν γιοὶ γονέων χριστιανῶν. Διάβαζαν τὶς Ἅγιες Γραφὲς καὶ θέλησαν τὴν ἐρημικὴ ζωή.

Στὴν ἔρημο, γνώρισαν κάποιο ὑπέργηρο εὐσεβὴ ἐρημίτη καὶ ἔμειναν κοντά του ἕναν χρόνο, ἀσκούμενοι.

Ὅταν πέθανε ὁ γέροντάς τους, αὐτοὶ ἔμειναν ἐκεῖ γιὰ 60 ὁλόκληρα χρόνια μὲ πολλὴ ἄσκηση καὶ προσευχή.

Κάθε Σάββατο, πήγαιναν στοὺς πλησιέστερους συνοικισμοὺς καὶ κήρυτταν στοὺς ἀνθρώπους τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ.
Ἔτσι στήριζαν ψυχές, μέχρι ποὺ εἰρηνικὰ ἀπεβίωσαν.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ἡ Ἁγία Μυρώπη ἢ Μερόπη ἡ Μάρτυς 

Ἀπὸ τὶς πιὸ γενναῖες γυναῖκες, ποὺ μαρτύρησαν στὰ πρῶτα χρόνια τῆς χριστιανικῆς Ἐκκλησίας.

Ἔζησε στὰ μέσα του 3ου αἰώνα μ.Χ. καὶ γεννήθηκε στὴν πόλη Ἔφεσο.

Ἔχασε νωρὶς τὸν πατέρα της καὶ ἀνατράφηκε στὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ ἀπὸ τὴν μητέρα της, ποὺ καταγόταν ἀπὸ τὴ Χίο. Λέγεται ὅτι στὴν Ἔφεσο, ἡ Ἁγία πήγαινε καθημερινὰ στὸν τάφο τῆς Ἁγίας Ἐρμιόνης, θυγατέρας τοῦ Ἀποστόλου Φιλίππου καὶ ἔπαιρνε τὸ ἀναβλύζον ἀπ’ αὐτὸν μύρο καὶ τὸν ἔδινε μὲ ἀφθονία στοὺς πιστούς, γι’ αὐτὸ καὶ ὀνομάστηκε Μυρώπη.

Ὅταν ὁ Δέκιος ἐξαπέλυσε ἄγριο διωγμὸ κατὰ τῶν χριστιανῶν, ἡ Μυρώπη μὲ τὴν μητέρα της ἄφησε τὴν Ἔφεσο καὶ πῆγαν στὴ Χίο, ὅπου εὐεργετοῦσαν ἀπόρους ἀσθενεῖς. Ἀλλὰ ὁ διωγμὸς ἐξαπλώθηκε καὶ στὴν εἰρηνικὴ Χίο καὶ μεταξὺ τῶν θυμάτων ἦταν καὶ ὁ Ἅγιος Ἰσίδωρος ( 14 Μαΐου).

Ὁ εἰδωλολάτρης ἄρχοντας Νουμέριος, διέταξε νὰ μείνει ἄταφο τὸ σεπτὸ λείψανο τοῦ μάρτυρα. Ἀλλὰ ἡ Μυρώπη, ἀφοῦ διέφυγε τῆς προσοχῆς τοῦ φύλακα, μαζὶ μὲ τὶς ὑπηρέτριές της, πῆρε τὸ λείψανο καὶ τὸ ἔθαψε μὲ μεγάλη εὐλάβεια. Τότε ὁ Νουμέριος διέταξε νὰ τιμωρηθεῖ αὐστηρὰ ὁ φρουρός.

Ἡ εἴδηση συντάραξε τὴν φιλοδίκαια καὶ εἰλικρινὴ κόρη. Γι’ αὐτὸ καὶ παρουσιάστηκε χωρὶς δισταγμὸ καὶ εἶπε ὅλη τὴν ἀλήθεια στὸν ἄρχοντα.

Ὁ Νουμέριος, χωρὶς νὰ συγκινηθεῖ ἀπὸ τὴν εὐψυχία τῆς Μυρώπης, γεμάτος θυμὸ καὶ ἐκδίκηση, διέταξε νὰ τιμωρηθεῖ ἡ Μυρώπη μέχρι θανάτου. Τότε οἱ στρατιῶτες τὴν ξάπλωσαν στὴ γῆ καὶ τὴν ἔδειραν σκληρὰ μὲ χοντρὰ ραβδιά.

Ἡ ἀνδρεία τῆς Μυρώπης ὑπέμεινε τὶς θανατηφόρες πληγές, χωρὶς κραυγὴ καὶ λιποψυχία.

Εὔψυχη μὲ τὴν θεία χάρη, ἔμεινε ἀκλόνητη στὴν πίστη, καὶ παρέδωσε μετὰ ἀπὸ λίγο τὸ πνεῦμα της στὴν φυλακή, ἀνεβαίνοντας στὰ ἀθάνατα σκηνώματα τῶν δικαίων.
Στὸν Συναξαριστὴ τοῦ Delehaye ἡ μνήμη της γιορτάζεται στὶς 23 Νοεμβρίου.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

 

Ὁ Ἅγιος Ἄβιβος ὁ Μάρτυρας ὁ νέος

Ὑπῆρξε στὰ χρόνια του βασιλιὰ Λικινίου (307 – 323) καὶ ἦταν διάκονος στὴν πόλη Θαλσεΐ.

Ἐπειδὴ δίδασκε τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ περιφερόμενος πόλεις καὶ χωριά, συνελήφθη.

Ὁμολόγησε τὸν Χριστὸ μπροστὰ στὸν ἔπαρχο καὶ καταδικάστηκε νὰ καεῖ ζωντανὸς στὴ φωτιά.
Οἱ χριστιανοὶ ἀφοῦ πῆραν τὸ ἅγιο λείψανό του, μὲ τιμὲς τὸ ἔθαψαν μαζὶ μὲ αὐτὰ τῶν Ἁγίων Μαρτύρων Γουρία καὶ Σαμονᾶ ( 15 Νοεμβρίου) στὸ μέρος Βηθελακικλᾶ.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ἅγιος Μωϋσῆς (ἢ Μωσής) ὁ Ὁμολογητής 

Ἄγνωστος στὸν Συναξαριστὴ τοῦ Ἁγίου Νικόδημου.

Μνημονεύεται σὰν Ὁμολογητὴς τὴν 2α Δεκεμβρίου στὸν Συναξαριστὴ Delehaye.
Στὸν Παρισινὸ Κώδικα 1578 ἀναφέρεται τὴν 3η Δεκεμβρίου σὰν Μωϋσῆς ὁ Οἰκονόμος, ποὺ μᾶλλον θὰ εἶναι ὁ ἴδιος μὲ τὸν ὁμολογητή.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ὅσιος Κύριλλος ὁ Φιλεώτης

Γεννήθηκε τὸ 1015 στὸ χωριὸ Φιλέα τῆς ἐπαρχίας Δέρκων τῆς Θράκης. Κατὰ τὸ Ἅγιο Βάπτισμα ὀνομάστηκε Κυριάκος (Κύριλλος ὑπῆρξε ἔπειτα τὸ καλογερικό του ὄνομα) καὶ ἀπὸ μικρὸς διακρίθηκε στὰ ἱερὰ γράμματα. Στὸ εἰκοστὸ ἔτος τῆς ἡλικίας του παντρεύτηκε καὶ ἀπόκτησε παιδί.

Ἀλλὰ ἐπειδὴ εἶχε ζῆλο στὸν μοναχικὸ βίο, ὅπως ὅλοι της ἐποχῆς ἐκείνης, ἀποφάσισε νὰ ἐγκαταλείψει τὴν γυναίκα του καὶ τὸ παιδί του καὶ νὰ ἀποσυρθεῖ σὲ μοναστήρι, λέγοντας στὴν γυναίκα του: «ἢ νὰ χωρίσουμε, ἢ νὰ πᾶμε καὶ οἱ δυὸ σὲ μοναστήρι».

Ἡ γυναίκα του ὅμως δὲν δέχτηκε τίποτα ἀπὸ αὐτὰ καὶ ἔτσι ὁ Κύριλλος ἔμεινε στὸ σπίτι του ζώντας ἀσκητικά.

Ἔπειτα ἵδρυσε (1060) μοναστήρι στὸ χωριὸ ἐκεῖνο, τοῦ ὁποίου τὸ ναὸ ἀνήγειρε ὁ Ἀλέξιος Κομνηνός.
Ἔτσι αφοῦ ὁσιακὰ ἔζησε ὁ Κύριλλος, ἀπεβίωσε εἰρηνικὰ τὸ 1110.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Ὡς ξένος καὶ πάροικος, τῶν ἐπιγείων τερπνῶν, ζωὴν τὴν ἰσάγγελον, ἐπολιτεύσω σαφῶς, Πατὴρ ἡμῶν Κύριλλε· ὅθεν τὰς οὐρανίους, εἰληφὼς ἀντιδόσεις, πρέσβευε θεοφόρε, τῷ Σωτῆρι τῶν ὅλων, δοθῆναι τοῖς σὲ τιμῶσι, χάριν καὶ ἔλεος.

 

Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Ἀκολουθήσας τῷ Δεσπότῃ τῶν ὅλων, τῶν προσηκόντων ἀπηρνήσω τὴν σχέσιν, καὶ τὸν σταυρόν σου Κύριλλε ἐβάστασας στερρῶς· ὅθεν ἐχρημάτισας, τῆς Τριάδος δοχεῖον, καὶ Ὁσίων σύσκηνος, διὰ βίου ἐνθέου· μεθ’ ὧν δυσώπει πάντοτε Χριστόν, ὑπὲρ τῶν πίστει, τιμώντων σε Ὅσιε.

 

Μεγαλυνάριον.
Σύνοικον τὴν χάριν πεπλουτηκώς, συζύγου τὸν πόθον, ὑπερεῖδες θεοπρεπῶς, καὶ δικαιοσύνης, ἐργάτης ἀνεδείχθης, Κύριλλε θεοφόρε· διὸ δεδόξασαι.

Ὁ Ὅσιος Ἀθανάσιος ὁ Ἔγκλειστος ὁ ἐν τῷ Σπηλαίῳ (Ρῶσος) 

Δὲν ὑπάρχουν λεπτομέρειες γιὰ τὸν βίο τοῦ Ὁσίου.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ὅσιος Ἀββακοὺμ ὁ ἀσκητὴς

Ρώτησαν κάποτε ἕνα γέροντα ἀσκητὴ νὰ τοὺς πεῖ ἀπὸ τὴν πείρα του, πῶς μπορεῖ ἕνας ἄνθρωπος νὰ σωθεῖ.

Κι αὐτός, ἀφοῦ ἔσκυψε καὶ σκέφτηκε λίγο, σήκωσε τὸ κεφάλι καὶ ἀπήντησε:

— Ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ σωθεῖ μόνο σὰν βαδίσει τὸν σωστὸ δρόμο.

— Καὶ ποιὸς εἶναι, γέροντα, ὁ σωστὸς δρόμος;

 

Ὁ ἀσκητής, ἀφοῦ βυθίστηκε καὶ πάλι σὲ σκέψεις, τίναξε ξαφνικὰ τὸ κατάλευκο κεφάλι καὶ εἶπε ἀποφασιστικά:

 

– Ὁ ἀνήφορος.

 

Ναί! Ὁ ἀνήφορος εἶναι ὁ σωστὸς ἀλλὰ καὶ σωστικὸς δρόμος.

Αὐτὸν πρέπει νὰ πάρει καὶ νὰ βαδίσει μὲ ὑπομονὴ καὶ σταθερότητα καθένας, ποὺ ποθεῖ καὶ θέλει νὰ ἐπιτύχει τὴν σωτηρία του.

 

Τὸν ἀνήφορο διάλεξαν καὶ μὲ ὑπομονὴ καὶ ἐπιμονὴ βάδισαν ὅλοι οἱ Ἅγιοι καὶ Μάρτυρες τῆς πίστεως καὶ τῆς πατρίδος μας.

Τὸν ἀνήφορο βάδισε καὶ ὁ Ὅσιος Ἀββακούμ, ποὺ τὴν μνήμη του γιορτάζουμε στὶς 2 Δεκεμβρίου.

Γι’ αὐτὸν χαράσσονται καὶ οἱ παρακάτω λίγες γραμμές.

 

Ἄγνωστη ἡ πατρίδα του, ἄγνωστοι καὶ οἱ γονεῖς του. Ἐκεῖνο ποὺ ὑποτίθεται δι’ αὐτὸν εἶναι, πὼς ἦταν ἕνας ἀπὸ τοὺς 300 «Ἀλαμανούς» ἁγίους, ποὺ ἦρθαν στὴν Κύπρο ἀπὸ τὴν Παλαιστίνη καὶ ἀσκήτεψαν σὲ διάφορα μέρη τοῦ νησιοῦ μας. Οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ἤσαν Ἕλληνες ἐργάτες ποὺ δούλευαν στὴ Γερμανία ἢ «Ἀλαμανία» (Allemagne). Ἔλαβαν μέρος στὴ Β’ Σταυροφορία (1147 – 1149) καὶ μετὰ τὴν διάλυσή της, ἀφοῦ πῆγαν καὶ προσκύνησαν στὴν Ἱερουσαλήμ, ἀποφάσισαν νὰ ζήσουν τὴν μοναχικὴ ζωὴ στὴν ἔρημό του Ἰορδάνη. Ἐπειδὴ ὅμως ἐκεῖ οἱ Λατίνοι διαρκῶς τοὺς ἐνοχλοῦσαν, ἦρθαν στὴν Κύπρο καὶ διασκορπίστηκαν στὸ ὄμορφο νησί μας. Ὁ Ὅσιος Ἀββακούμ, ἀφοῦ ἐπισκέφθηκε διάφορους τόπους, ἐγκαταστάθηκε στὸ τέλος στὴν περιοχὴ τῆς Σολέας καὶ μάλιστα στὸ ὄρος τῆς Καλαμιθάσας, ποὺ εἶναι δυτικὰ ἀπὸ τὸ χωριὸ τῆς Πιτσιλιᾶς Φτερικούδι. Ἐκεῖ, σὲ μιὰ σπηλιά, ἔστησε τὸ ἀσκητήριό του καὶ ἄρχισε ἔντονα τὸν ἀγώνα του γιὰ τὴν ἠθική του τελείωση.

 

Τὰ λόγια τοῦ Κυρίου μας «ἀγωνίζεσθε εἰσελθεὶν διὰ τῆς στενῆς πύλης» (Λουκ. ιγ’ 24), ἔγιναν γιὰ τὸν ἅγιό μας ἕνα σύνθημα, μὰ καὶ ἕνας τρόπος ζωῆς. «Στενὴ ἡ πύλη καὶ τεθλιμμένη ἡ ὁδὸς ἡ ἀπάγουσα εἰς τὴν ζωήν» (Ματθ. ζ’ 14), σκεφτόταν. Πόσο στενὴ εἶναι ἡ θύρα καὶ γεμάτος δυσκολίες καὶ κινδύνους ὁ δρόμος ποὺ φέρει στὴν αἰώνια ζωή! Εἶναι δύσκολος ὁ δρόμος, γιατί ἐκεῖνος ποὺ θέλει νὰ τὸν βαδίσει, πρέπει νὰ ἔχει ὑπ’ ὄψην του πὼς πρέπει πολὺ νὰ παλέψει. Νὰ παλέψει μὲ τὸν ἑαυτό του πρῶτα καὶ ὕστερα μὲ τὸν κόσμο τῆς ἁμαρτίας. Μὲ τὶς κακὲς παρακινήσεις τῶν ἀνθρώπων ποὺ εἶναι γύρω του. Καὶ ἀκόμη μὲ τὸν πονηρὸ διάβολο. Τὰ γνωρίζει αὐτὰ ὁ φωτισμένος ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ, γι’ αὐτὸ καὶ ἀναλαμβάνει τὸν ἀγώνα του μὲ ζῆλο φλογερό. Μιὰ σκέψη καὶ ἕνας πόθος κυριαρχεῖ μέσα στὴν ψυχή του. Πῶς νὰ ἀρέσει στὸν Θεό. Τὰ προστάγματα τοῦ ἁγίου Εὐαγγελίου εἶναι πάντα μπροστά του. Καὶ εἶναι μπροστά του, γιατί ἡ μελέτη τοῦ ἁγίου αὐτοῦ βιβλίου, ὅσο καὶ ὁλόκληρης τῆς Ἁγίας Γραφῆς, ἔγιναν καθημερινὴ φροντίδα του. Τὴν σύσταση τοῦ Πνεύματος τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸν Ἰησοῦ τοῦ Ναυῆ, «οὐκ ἀποστήσεται ἡ Βίβλος τοῦ νόμου τούτου ἐκ τοῦ στόματός σου καὶ μελετήσεις ἐν αὐτῷ ἡμέρας καὶ νυκτός» (Ἰησ. τοῦ Ναυῆ α’ 8), τὴν θεωρεῖ σὰν σύσταση, ποὺ γίνεται σὲ κάθε πιστό. Κάθε πιστὸς ποὺ θέλει νὰ προχωρεῖ στὴν πνευματικὴ ζωὴ πρέπει νὰ μὴν ἀφήνει ἀπὸ τὰ χέρια του ποτὲ οὔτε καὶ ἀπὸ τὴν καρδιὰ καὶ ἀπὸ τὸ στόμα του τὸ βιβλίο τοῦ Θεοῦ, ποὺ δὲν εἶναι ἄλλο ἀπὸ τὴν Ἁγία Γραφή, τὴν Παλαιὰ δηλαδὴ καὶ τὴν Καινὴ Διαθήκη. Τὸ βιβλίο αὐτὸ κάθε συνειδητὸς πιστὸς πρέπει νὰ τὸ μελετάει τακτικά. Αὐτὸ κάνει καὶ ὁ ἀσκητής μας. Ἀπὸ τὴν Ἁγία Γραφὴ ἀντλεῖ τὰ ἐπιχειρήματά του γιὰ νὰ ἀντιμετωπίσει τοὺς ποικίλους πειρασμοὺς ποὺ ὁ διάβολος παρεμβάλλει στὸν ἀγώνα του μέρα καὶ νύκτα. Ἀπὸ τὴν Ἁγία Γραφὴ διδάσκεται καὶ πάλι πόση εὐτυχία γεμίζει τὴν ψυχὴ ἐκείνων ποὺ μὲ τὴν θέλησή τους ἀναλαμβάνουν τὴν ὑποταγὴ τοῦ ἐαυτοῦ τους στὸν «χρηστὸν ζυγὸν τοῦ Κυρίου».

 

Ὁ ἄνθρωπος πλάστηκε ἀπὸ τὸν Θεὸ γιὰ τὸν Θεό. Κοντὰ στὸν Θεὸ καὶ μόνο μπορεῖ νὰ βρεῖ αὐτὸς τῆς ψυχῆς του τὴν εἰρήνη, τὴν ἀληθινὴ χαρά, μὰ καὶ τὴν μακαριστὴ εὐτυχία. Ἐλεύθερος πλάστηκε ὁ ἄνθρωπος. Τὴν ἐλευθερία του ὅμως μπορεῖ νὰ τὴν διαφυλάξει μόνο σὰν ὑποτάξει τὴν θέλησή του στὴν θέληση τοῦ Θεοῦ. Σ’ αὐτὴ τὴν κατάσταση βρισκόταν ὁ ἄνθρωπος μέχρι τὴν ἡμέρα ποὺ ἁμάρτησε. Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ ζωή του ἦταν χωρὶς πόνους καὶ λύπες. Ζωὴ εὐλογημένη σὲ ὅλα. Δυστυχῶς ἡ ἁμαρτία ποὺ ἀντιστρατεύεται πάντα τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, μίλησε κακὰ στὴν ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου. Καὶ αὐτὸς παρασύρθηκε καὶ νικήθηκε καὶ ἔπεσε, καὶ ξέκοψε τὸ θέλημά του ἀπὸ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Τὸ ἀποτέλεσμά μας εἶναι γνωστό. Ὁ ἄνθρωπος τότε, ὅπως λέγει ἡ Ἁγία Γραφὴ καὶ βεβαιώνει καὶ ἡ ἱστορία, κατήντησε σὲ μία ἄθλια κατάσταση. Πόσο παραστατικὰ περιγράφει τὸ κατάντημα τοῦ ἀνθρώπου τῆς ἁμαρτίας ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ. «Ἄνθρωπος ἐν τιμῇ ὧν οὐ συνῆκε, παρασυνεβλήθη τοῖς κτήνεσι τοῖς ἀνοήτοις καὶ ὠμοιώθη αὐτοίς».

Ἡ ἁμαρτία ἀποκτήνωσε καὶ ἀποκτηνώνει τὸν ἄνθρωπο.

 

Ἀπὸ τὴν τρομερὴ αὐτὴ κατάσταση ἔβγαλε τὸν δυστυχισμένο ἄνθρωπο μὲ τὴν ἐνανθρώπησή του ὁ μονογενὴς Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ Κύριος μας. «Ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἀκολουθεὶν ἀπαρνησάσθω ἑαυτὸν καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ καὶ ἀκολουθείτω μοι» εἶναι τὸ σάλπισμά Του γιὰ μετάνοια. Ἀπόλυτη ἐμπιστοσύνη στὸ Πανάγιο πρόσωπό Του ζήτησε καὶ ζητᾶ ὁ Κύριος ἀπὸ τὸν καθένα μὲ τοῦτο τὸ προσκλητήριό του. Ἑκατομμύρια σαγηνεύτηκαν ἀπὸ αὐτὸ καὶ ἀπὸ τὰ λόγια τῆς ἀγάπης του. Ἀνάμεσά τους καὶ ὁ ἅγιός μας. Μελετᾶ μὲ ζῆλο τὰ λόγια Του καὶ ἀγωνίζεται μὲ πάθος ἐνάντια στὴν ἁμαρτία. Ὁλόκληρο τὸν ἑαυτόν του τὸν προσφέρει στὸν Κύριο. Συχνά –πυκνὰ ἐπαναλαμβάνει τοῦ ψαλμωδοῦ τὰ λόγια:

«Ἀποκάλυψαν τοὺς ὀφθαλμούς μου, καὶ κατανοήσω τὰ θαυμάσια ἐκ τοῦ νόμου σου».

Δηλαδή, Κύριε, ἀπομάκρυνε ἀπὸ τὰ μάτια τῆς ψυχῆς μου κάθε ἐμπόδιο καὶ φώτισε τὸ μυαλό μου, ὥστε νὰ μπορέσω νὰ κατανοήσω τὸ θαυμαστὸ βάθος τῆς σοφίας καὶ τὴν χρησιμότητα τοῦ νόμου σου.

Θέλει νὰ ἐμβαθύνει ἡ ἁγνὴ ἐκείνη ψυχὴ στὸ θέλημα τοῦ Κυρίου, γιὰ νὰ μπορεῖ νὰ βοηθᾶ καὶ ἄλλους. Πόσο εὐσεβὴς ὁ πόθος του! Μὰ καὶ πόσο διδακτικὸς γιὰ τοὺς χριστιανοὺς τῆς ἐποχῆς μας, οἱ ὁποῖοι γιὰ μύρια πράγματα ἐνδιαφέρονται καὶ φροντίζουν καὶ γιὰ ἕνα μονάχα ἀδιαφοροῦν. Γιὰ τὴν γνωριμία τους μὲ τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν κατανόησή του, ἀλλὰ καὶ τὴν προσφορά του στοὺς γύρω τους.

 

Ἕνας ποὺ γεύθηκε τὸ μέλι εἶναι φυσικὸ νὰ θέλει τὴ γλυκύτητά του νὰ τὴ γνωρίσουν καὶ ἄλλοι. Γεύθηκε τὸ μέλι τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ ὁ Ἅγιός μας. Τὴν εὐχαρίστηση καὶ χαρά, ποὺ δοκιμάζει ὁ ἴδιος μὲ τὴν καθημερινὴ περιπλάνησή του στοὺς χλοεροὺς λειμῶνες τῆς Ἁγίας Γραφῆς, δὲν τοῦ εἶναι εὔκολο νὰ τὴν κρατήσει μόνο γιὰ τὸν ἑαυτό του. Ἕνα ἔργο ἱεραποστολῆς ἀρχίζει μὲ ζῆλο στὰ γειτονικὰ χωριά, μὰ καὶ σ’ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι τὸν ἐπισκέπτονται στὸ ἀσκητήριό του καὶ μία παρότρυνση γιὰ ἔργα ἀγάπης.

 

Μὲ τὶς προτροπές του οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου Καλαμιθάσα, ποὺ βρισκόταν στοὺς πρόποδες τοῦ ὁμώνυμου ὄρους, ἀνέλαβαν νὰ κτίσουν μία ἐκκλησία πρὸς τιμὴ τοῦ προφήτου Ἀββακούμ. Στὸ κτίσιμο βοηθᾶ καὶ ὁ Ὅσιος. Κάθε μέρα κατεβαίνει ἀπὸ τὴν κορυφὴ τοῦ ὄρους ὅπου εἶχε τὸ ἀσκητήριό του, γιὰ νὰ προσφέρει τὶς ὑπηρεσίες του ὡς ἐργάτης. Μαζὶ μὲ τὴν ὑλικὴ αὐτὴ προσφορά του, δὲν ἀμελεῖ νὰ προσφέρει ἀπὸ τὸ πολύτιμο θησαυροφυλάκιο τῆς καρδιᾶς του καὶ τὰ πνευματικά. Σὰν φωτεινὴ λαμπάδα ξεχύνει τὸ ἱλαρὸ φῶς τοῦ Εὐαγγελίου στὶς σκοτισμένες καρδιὲς ποὺ ἐργάζονται μαζί του. Μὲ τὰ λόγια του, λόγια καλοσύνης καὶ ἀγάπης, λόγια φόβου Θεοῦ, οἱ πονεμένοι καὶ πολυβασανισμένοι ἐκεῖνοι ἄνθρωποι τῶν βουνῶν βρίσκουν ἀνακούφιση καὶ παρηγοριά, ἀλλὰ καὶ τὸν φωτισμὸ καὶ τὴ χειραγώγησή τους στὸν δρόμο τῆς ἀρετῆς καὶ τῆς ἀνθρωπιᾶς.

 

Ὅταν μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ ἡ μικρὴ ἐκκλησία τελείωσε, ὁ Ὅσιος ἔφτιαξε δίπλα σ’ αὐτὴν καὶ ἕνα μικρὸ δωμάτιο στὸ ὁποῖο καὶ ἐγκαταστάθηκε. Στὸ δωμάτιο αὐτὸ συνεχίζει τὴν ἀσκητικὴ ζωή του. Μιὰ ζωὴ ἐγκρατείας, νηστείας, ἀγρυπνίας καὶ ζωντανῆς προσευχῆς.

 

Τὸ ἀποτέλεσμα μιᾶς τέτοιας ζωῆς ὑπῆρξε ἄμεσο. Πλούσια «ἡ θεία χάρις, ἡ τὰ ἀσθενὴ θεραπεύουσα καὶ τὰ ἐλλείποντα ἀναπληροῦσα» ἐπεσκίασε τὸν Ὅσιό μας. Καθηγίασε τὶς ἱερές του προσπάθειες. Φώτισε τὸ νοῦ καὶ τὴν καρδιά του. Ἀλλὰ καὶ τὸν ἀνέδειξε ἐκλεκτὸ καὶ τιμημένο, ὅπως τὸν θέλει ὁ Κύριος. (Α’ Πέτρ. η’ 4).

 

Στὸ ταπεινὸ καὶ ἀπέριττο ἐκεῖνο δωμάτιο ἡ σεβάσμια καὶ ἐπιβλητικὴ μορφή του καὶ γενικὰ ἡ ἁγιότητά του τραβᾶ σὰν δυνατὸς μαγνήτης κοντά του πλήθη πιστῶν. Ὅλοι ἔρχονται γιὰ νὰ ἀκούσουν ἀπὸ αὐτὸν τὰ λόγια του, λόγια ζωῆς, μὰ καὶ νὰ πάρουν τὴν θαυματουργική του χάρη καὶ εὐλογία, γιατί πολὺ τὸν χαρίτωσε ὁ Κύριος καὶ μὲ τοῦτο τὸ δώρημα. Ὁ Ἅγιος θεραπεύει διάφορες ἀρρώστιες καὶ ἰδιαίτερα τὴν κωφότητα. Ἡ προθυμία του νὰ ἐξυπηρετήσει τὸν καθένα καὶ ἡ στοργή του πρὸς ὅλους ἦταν κάτι τὸ πολὺ συγκινητικό. Οἱ ἐπισκέπτες του φεύγουν ἀπὸ κοντὰ του πάντα γοητευμένοι, ἀνανεωμένοι καὶ μὲ καινούργιες ἀποφάσεις.

 

Ἔτσι πέρασε τὴν ζωή του ὁ ζηλωτὴς αὐτὸς λάτρης τῆς ἀγγελικῆς ζωῆς. Μέχρι τὴν τελευταία του πνοὴ βάστασε σταθερὰ μὲ ἔργα καὶ λόγια τὸν ζυγὸ τοῦ Κυρίου καὶ παρέδωκε τὴν ἁγία του ψυχὴ στὰ χέρια τοῦ ἀγωνοθέτου Χριστοῦ, ἀπὸ τὸν ὁποῖο καὶ ἔλαβε «τὸ βραβεῖον τῆς ἄνω κλήσεως τοῦ Θεοῦ ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ». (Φιλιπ. γ’ 14).

 

Οἱ χριστιανοὶ τῶν γύρω χωριῶν στὸ ἄκουσμα τοῦ θανάτου του ἔτρεξαν καὶ μὲ δάκρυα στοργῆς καὶ εὐγνωμοσύνης κήδεψαν τὸ ἅγιο σκήνωμά του μέσα στὴν ἐκκλησία. Ἀργότερα ἔκτισαν καὶ ναὸ πρὸς τιμή του καὶ μέσα σ’ αὐτὸν ἐναπέθεσαν καὶ τὸ ἅγιο λείψανό του.

 

Ὅταν οἱ Τοῦρκοι κατέλαβαν τὸ μαρτυρικὸ νησί μας, τὸ χωριὸ Καλαμιθάσα στὸ ὁποῖο βρισκόταν ὁ ναὸς καὶ τὸ ἅγιο λείψανο καταστράφηκε ἀπὸ αὐτούς. Ὅσοι ἀπὸ τοὺς χριστιανοὺς ἐπέζησαν, κατέφυγαν στὰ γύρω βουνά. Ἀργότερα κατὰ τὸν 19ο αἰώνα πολλοὶ Ἕλληνες ἦρθαν καὶ ἐγκαταστάθηκαν στὸ Φτερικούδι. Στὴν ἐκκλησία, ποὺ ἔκτισαν στὸ χωριὸ αὐτὸ, πρὸς τιμὴ τοῦ Ἁγίου Νικολάου, ἔφεραν καὶ τοποθέτησαν ἀπὸ τὸν κατεστραμμένο ναὸ τῆς Καλαμιθάσας διάφορες εἰκόνες, μεταξὺ τῶν ὁποίων μιὰ μεγάλη του προφήτου Ἀββακούμ. Στὸν ἴδιο ναό, ὁ κτήτοράς του ἀφιέρωσε καὶ μία μικρὴ εἰκόνα τοῦ Ὁσίου Ἀββακοὺμ μὲ διαστάσεις 0,95 Χ 0,167.

Στὴν εἰκόνα αὐτὴ ὁ Ὅσιος παρίσταται ὡς μοναχός. Στὸ δεξὶ χέρι κρατᾶ σταυρὸ καὶ στὸ ἀριστερὸ εἰλητάριο μὲ τὴν ἐπιγραφή:

«Ἰησοῦ μνήμη φωτίζει τὸν νοῦν».

 

Οἱ κάτοικοι τῶν γύρω χωριῶν τὴν ἡμέρα τῆς μνήμης τῶν Ἁγίων (2 Δεκεμβρίου), τοῦ Ὁσίου δηλαδὴ καὶ τοῦ Προφήτη Ἀββακούμ, συνέρχονται καὶ πανηγυρίζουν, μὰ καὶ ἀναλογίζονται μὲ συγκίνηση τὴν ἰδιαίτερη τιμὴ ποὺ τοὺς ἔχει γίνει ἀπὸ τὸν Πανάγαθο Θεὸ μὲ τὸν καθαγιασμὸ τῶν χωριῶν τους ἀπὸ τὴν Ἁγία μορφὴ τοῦ φλογεροῦ ἐργάτη τῆς ἀρετῆς, τοῦ Ὁσίου καὶ Θαυματουργοῦ Ἀββακούμ.

 

«Τιμὴ ἁγίου, μίμησις ἁγίου». Ὅσιοι χριστιανοὶ θεωροῦν καθῆκον τους νὰ συνεχίσουν νὰ προσφέρουν κάποια τιμὴ στὸν Ἅγιο Ἀββακούμ, ἂς προσπαθήσουν νὰ μιμηθοῦν τὴν ζωή του. Νὰ μιμηθοῦμε ὅλοι τὴν ἀγάπη του στὰ λόγια τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν μελέτη τῆς Ἁγίας Γραφῆς. Νὰ μιμηθοῦμε τὴν προσήλωσή του στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ καὶ τὸν ἀγώνα τῆς ἀρετῆς. Σ’ αὐτὸ πολὺ θὰ βοηθήσει καὶ ἐμᾶς ἡ ἐγκράτεια, ὁ σεβασμός μας στὸν θεσμὸ τῆς νηστείας, ποὺ εἶναι ἡ μητέρα τῆς σωφροσύνης, ἡ εἰλικρινὴς μετάνοια καὶ ἡ ἀδιάλειπτος προσευχή. Στὴ στοργικὴ φωνὴ τοῦ Σωτῆρος μας Χριστοῦ «δεῦτε πρὸς μὲ πάντες οἱ κοπιῶντες καὶ πεφορτισμένοι καγῷ ἀναπαύσω ὑμᾶς», ἂς σπεύσουμε νὰ ἀπαντήσουμε. Μάλιστα, Κύριε, ἐρχόμαστε. «Βοήθησον ἡμῖν καὶ λύτρωσαι ἡμᾶς ἕνεκεν τῆς δόξης τοῦ ὀνόματός σου» (Ψαλμ. μγ’ 27). Μὲ τοῦτο τὸν τρόπο θὰ ἀπαλλαγεῖ ἡ ζωή μας ἀπὸ κάθε σύγχυση καὶ ταραχή. Καὶ ἀκόμη ἡ γαλήνη καὶ ἡ πνευματικὴ χαρά, ποὺ ὅλοι ποθοῦμε καὶ νοσταλγοῦμε, δὲν θὰ μένει σὲ μᾶς μονάχα ἕνας νοσταλγικὸς πόθος καὶ μία διακαὴς ἐπιθυμία, ἀλλὰ θὰ γίνει μία ζωντανὴ πραγματικότητα. Ὅταν δὲ καὶ πάλι θὰ φύγουμε ἀπὸ τοῦτο τὸν κόσμο τὸν προσωρινὸ καὶ μάταιο, ἡ ψυχικὴ σωτηρία «ἡ ἀσφαλής τε καὶ βεβαία» (Ἑβρ. στ’ 19) θὰ προσφερθεῖ καὶ σὲ μᾶς σύμφωνα μὲ τὰ λόγια τοῦ Κυρίου μας, ποὺ βεβαιώνουν τὸ «εὐρήσετε ἀνάπαυσιν ταῖς ψυχαῖς ὑμῶν».

 
Δία τῶν πρεσβειῶν τοῦ Ὁσίου πατρὸς ἡμῶν Ἀββακούμ, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ὁ Θεὸς ἐλέησον καὶ σῶσον ἡμᾶς. Ἀμήν.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος α’.
Τῶν Κυπρῖων τὸ κλέος, Καλαμιθάσης τὸ καύχημα, καὶ θαυματουργὸς ἀνεδείχθης, Ἀββακοὺμ πατὴρ ἡμῶν, ὅσιε. Τῆς Σολέας ἀνεδείχθης φαεινός, ὡς λύχνος διαυγέστατος, σοφέ. Θεραπεύεις τοὺς νοσοῦντας καὶ τοὺς κωφεύοντας ἅμα, μακάριε. Δόξα τῷ δεδωκότι σοι ἰσχύν, δόξα τῷ σὲ θαυμαστώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργοῦντι διὰ σοῦ πᾶσιν ἰάματα.

Ὁ Ὅσιος Ἰσίδωρος 

Δὲν ὑπάρχουν λεπτομέρειες γιὰ τὸν βίο τοῦ Ἁγίου.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr