Ο θείος αυτός πατέρας, καταγόταν από την Ασία και ανετράφη από παιδί στην βασιλική αυλή της Κωνσταντινούπολης. Τελείωσε τις σπουδές του στη φιλοσοφία, ρητορική και φυσική. Στη λογική, κατά την αποφοιτήριο διάλεξή του ενώπιον του αυτοκράτορα και των αξιωματούχων, ο πρύτανης του πανεπιστημίου ανεφώνησε με θαυμασμό ότι αν ήταν παρών και ο ίδιος Aριστοτέλης θα τον επαινούσε.

Μετά τις σπουδές του όμως, απέρριψε τη προσφορά υψηλών αξιωμάτων του αυτοκράτορα, εγκατέλειψε τα βασίλεια και από είκοσι χρονών ασκήτευσε στο Άγιον Όρος. Πρώτα στην Λαύρα του Βατοπεδίου κατόπιν στη Λαύρα του Αθανασίου καθώς και στην ερημική τοποθεσία Γλωσσία, σημερινή Προβάτα. Αναχώρησε από το Όρος για τα Ιεροσόλυμα, αλλά στην Θεσσαλονίκη είδε σε όραμα τον Άγιο Δημήτριο που του απαίτησε να μείνει και να μονάσει εκεί κοντά. Μόνασε τότε στη Βέροια και τριάντα χρονών έγινε ιερέας. Εκεί πλήθη μοναχών και λαϊκών προσέτρεχαν να τον συμβουλευθούν. Μετά πέντε χρόνια και λόγω εισβολής των Σέρβων επέστρεψε στον Άθωνα σε κοντινό κελί της Μεγίστης Λαύρας, όπου έφθασε σε μεγάλα ύψη φωτισμού και εκεί σε όραμα έλαβε εντολή να ασχοληθεί με δογματικά θέματα. Κατόπιν λόγω της φήμης του αναγκάσθηκε να γίνει ηγούμενος για ένα χρόνο στη μονή Εσφιγμένου. Αργότερα έγινε και αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης για δώδεκα χρόνια, αλλά μόνο στα μισά παρέμεινε λόγω περιπετειών, από τη δράση του, μέχρι και φυλακής.

Παραστάθηκε στις συγκροτηθείσες συνόδους του 1341 και 1347 και πολέμησε τις κακοδοξίες των δυτικόφρονων Βαρλαάμ και Ακινδύνου.
Έγραψε πολλά θεολογικά συγγράμματα ιδιαίτερα δογματικά για να καταπολεμήσει τους αιρετικούς, όπως περί του Αγίου Πνεύματος, καθώς και επιστολές στους αντιησυχαστές, επίσης διάφορα ομολογιακά κείμενα. Είναι ο θεολόγος της χάριτος, του ακτίστου φωτός.

Μετά στασιμότητα πολλών αιώνων ο Γρηγόριος πέτυχε να ανανεώσει την θεολογική ορολογία και να δώσει νέες κατευθύνσεις στη θεολογική σκέψη. Ξεκίνησε από προσωπικές εμπειρίες και απέδειξε ότι το έργο της θεολογίας είναι ασύγκριτα ανώτερο από της φιλοσοφίας και επιστήμης. Αξιολογεί την έξω σοφία ως περιορισμένη, αναφέροντας δύο γνώσεις, την θεία και την ανθρώπινη και δύο Θεϊκά δώρα, τα φυσικά για όλους και τα υπερφυσικά ή πνευματικά που δίδονται όποτε θέλει ο Θεός και μόνο στους καθαρούς και αγίους, στους τελείους. Η θεολογία ολοκληρώνεται δια της θεοπτίας.

Οι αντίπαλοι του Παλαμά πίστευαν στο χωρίο του Ιωάννου ότι «τον Θεόν ουδείς εώρακε πώποτε» και κατηγορούσαν τους μοναχούς που είχαν θεοπτία, ως ομφαλοσκόπους. Ο Γρηγόριος αντέτεινε ότι ο Κύριος είπε: «οι καθαροί στην καρδία τον Θεόν όψονται» (Ματθ. 5,8). Θεμελιώδης προσφορά του Γρηγορίου στην θεολογία είναι η διάκριση στην ουσία και ενέργεια του Θεού. Η ύπαρξη του Θεού συνίσταται σε δύο. Στην ουσία Του, η οποία είναι άκτιστη, ακατάληπτη και αυθύπαρκτη και ονομάζεται κυριολεκτικά θεότης (εδώ αναφέρεται το ουδείς εώρακε) και στις ενέργειές Του, οι λεγόμενες ιδιότητες ή προσόντα που είναι μεν άκτιστες, αλλά καταληπτές. Άλλο λοιπόν η θεότης και άλλο η βασιλεία, η αγιότης κ.λ.π.
Ο άνθρωπος είναι μίγμα δύο διαφόρων κόσμων και συγκεφαλαιώνει όλη την κτίση. Ακολουθώντας την Πατερική γραμμή σε σύγκριση με τη πλατωνική και βαρλααμική ανθρωπολογία, θεωρεί ότι το σώμα του ανθρώπου δεν είναι πονηρό, αλλά αποτελεί κατοικία του νου, αφού μάλιστα καθίσταται και του Θεού κατοικία, έτσι μαζί με τη ψυχή καθιστά τον άνθρωπο ενιαίο και αδιάσπαστο σύνολο. Η αναγέννηση του ανθρώπου γίνεται με το βάπτισμα και η ανακαίνιση με την θεία Ευχαριστία. Είναι τα δύο θεμελιώδη μυστήρια, της θείας οικονομίας.
Το ουσιωδέστερο στοιχείο της διδασκαλίας του αγίου Γρηγορίου Παλαμά συνίσταται στην ανύψωση του ανθρώπου υπεράνω αυτού του κόσμου. Η εμπειρία της θεώσεως είναι δυνατή από εδώ με την παράδοξο σύνδεση του ιστορικού με του υπεριστορικού. Το φως που είδαν οι μαθητές του Χριστού στο Θαβώρ, το φως που βλέπουν οι καθαροί ησυχαστές σήμερα και η υπόστασις των αγαθών του μέλλοντος αιώνος αποτελούν τις τρείς φάσεις ενός και του αυτού πνευματικού γεγονότος, σε μια υπερχρόνια πραγματικότητα.
Προβάλλει λοιπόν η Εκκλησία την μνήμη του στη δεύτερη Κυριακή, ως συνέχεια, τρόπον τινά και επέκταση της πρώτης Κυριακής, της Ορθοδοξίας. Η μνήμη του αγίου Γρηγορίου Παλαμά είναι ένα είδος δευτέρας «Κυριακής της Ορθοδοξίας»
Κοιμήθηκε σε ηλικία 63 χρονών στις 14 Νοεμβρίου από ασθένεια και αγιοποιήθηκε σύντομα. Το ιερό του λείψανο σώζεται σήμερα στη μητρόπολη της Θεσσαλονίκης.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. δ’.
Ὀρθοδοξίας ὁ Φωστήρ, Ἐκκλησίας τὸ στήριγμα καὶ διδάσκαλε, τῶν Μοναστῶν ἡ καλλονή, τῶν Θεολόγων ὑπέρμαχος ἀπροσμάχητος, Γρηγόριε Θευματουργέ, Θεσσαλονίκης τὸ καύχημα, κῆρυξ τῆς χάριτος, ἱκέτευε διὰ παντός, σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

 

Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ’. Τῇ ὑπερμάχω.

Τὸ τῆς σοφίας ἱερὸν καὶ θεῖον ὄργανον

Θεολογίας τὴν λαμπρὰν συμφώνως σάλπιγγα

Ἀνυμνοῦμέν σε Γρηγόριε θεορρῆμον·

Ἀλλ’ ὡς νοῦς Νοΐ τῷ πρώτῳ παριστάμενος

Πρὸς αὐτὸν τὸν νοῦν ἡμῶν Πάτερ ὁδήγησον,
Ἵνα κράζωμεν, χαῖρε κῆρυξ τῆς χάριτος.

 

Μεγαλυνάριον.
Χαίροις Ἐκκλησίας θεῖος φωστήρ, καὶ Θεσσαλονίκης ποιμενάρχης ὁ εὐκλεής· χαίροις τοῦ ἀκτίστου, φωτὸς πάνσοφον στόμα, Γρηγόριε παμμάκαρ, πιστῶν ἑδραίωμα.

Ὁ Ὅσιος Θεοφάνης ὁ Ὁμολογητής Ἐπίσκοπος Σιγριανής

Ὁ Ὅσιος Θεοφάνης ὁ Ὁμολογητής, γεννήθηκε περὶ τὸ ἔτος 760 μ.Χ. ἀπὸ εὐσεβεῖς καὶ φιλόθεους γονεῖς, τὸν Ἰσαὰκ καὶ τὴν Θεοδότη. Σὲ ἡλικία ὀκτὼ ἐτῶν ἔμεινε ὀρφανὸς ἀπὸ πατέρα καὶ ἡ μητέρα του ἀνέλαβε τὸ δύσκολο ἔργο τῆς ἀνατροφῆς, τῆς διαπαιδαγωγήσεως καὶ τῆς μορφώσεως τοῦ υἱοῦ της Θεοφάνους.

Ὁ Ὅσιος, κατὰ παράκληση τῆς μητέρας του, νυμφεύθηκε σὲ νεαρὴ ἡλικία τὴν εὐσεβὴ καὶ πλούσια Μεγαλώ. Ὁ γάμος αὐτός, ποὺ ἦταν ἀντίθετος γιὰ τὴ μοναχικὴ ζωὴ ποὺ ἐπιθυμοῦσε ὁ Ὅσιος, διαλύθηκε. Ἡ μὲν σύζυγος αὐτοῦ ἔγινε μοναχὴ στὴ μονὴ τῆς Πριγκίπου καὶ μετονομάσθηκε Εἰρήνη, ὁ δὲ Ὅσιος κατέφυγε, τὸ 781 μ.Χ., στὴ μονὴ τοῦ Μεγάλου Ἀγροῦ στὴ Σιγριανὴ καὶ ἐκεῖ ἐκάρη μοναχὸς ὑπὸ τοῦ ἡγουμένου αὐτῆς.
Ἀπὸ τὴ μονὴ αὐτή, ὡς λόγιος καὶ ἐνάρετος μοναχός, προσκλήθηκε μαζὶ μὲ ἄλλους ἡγουμένους διαπρεπεῖς, τὸν ἡγούμενο τῆς μονῆς Σακουδίωνος Πλάτωνα, τοὺς μοναχοὺς Νικηφόρο καὶ Νικήτα ἀπὸ τὴ μονὴ Μηδικίου, τὸ μοναχὸ Χριστόφορο ἀπὸ τὴ μονὴ τοῦ Μικροῦ Ἀγροῦ, στὴν Ἑβδόμη Οἰκουμενικὴ Σύνοδο τῆς Νίκαιος, τὸ ἔτος 787 μ.Χ. Ὅταν ἐπανῆλθε στὴ μονή του, ἐγκατέστησε ἡγούμενο τὸν μοναχὸ Στρατήγιο καὶ ἐκεῖνος ἀποσύρθηκε στὴν ἀπέναντι νῆσο Καλώνυμον, ὅπου ἵδρυσε μεγάλη μονὴ καὶ ἐκεῖ, ἀφοῦ ἐγκαταβίωσε ἐπὶ ἑξαετία, ἀσχολήθηκε μὲ τὴν καλλιγραφία καὶ τὶς συγγραφές. Ἀλλὰ ἀτυχῶς ἡ ὑγεία του προσβλήθηκε ἀπὸ ὀξεῖα λιθίαση. Σὲ αὐτὴ τὴν χαλεπὴ κατάσταση δὲν παρέλειψε νὰ μεταβεῖ στὴν Κωνσταντινούπολη, ὅταν προσκλήθηκε ὑπὸ τοῦ Λέοντος τοῦ Ἀρμενίου (813 – 820 μ.Χ.), ὁ ὁποῖος προσπάθησε διὰ τοῦ Πατριάρχη Ἰωσὴφ τοῦ εἰκονομάχου νὰ ἑλκύσει αὐτὸν στὴν αἵρεση τῆς εἰκονομαχίας. Ὁ Ὅσιος φυσικὰ δὲν ἦταν δυνατὸ νὰ ἀποδεχθεῖ μία τέτοια πρόταση καὶ νὰ προδώσει τὴν Ὀρθόδοξη πίστη. Ἔτσι τὸν ἔκλεισαν σὲ σκοτεινὸ μέρος καὶ στὴν συνέχεια τὸν ἐξόρισαν στὴ Σαμοθράκη, ὅπου μετὰ ἀπὸ εἴκοσι τρεῖς ἡμέρες κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 815 ἢ κατ’ ἄλλους τὸ 818 μ.Χ. Ἀργότερα οἱ μαθητές του μετεκόμισαν τὰ ἱερὰ λείψανα αὐτοῦ, τὸ ἔτος 822 μ.Χ., στὴ μονή του, ὅπου ἐτελεῖτο ἡ Σύναξη αὐτοῦ, ὅπως καὶ στὴ Μεγάλη Ἐκκλησία.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.

Θεῷ τῷ ἐν σώματι, ἐπιφανέντι ἡμῖν, ὁσίως ἐλάτρευσας δι' ἐνάρετου ζωῆς, Θεόφανες Ὅσιε· πᾶσαν γὰρ τὴν προσοῦσαν, ὕπαρξιν ἀπορρίψας, ἄθλους ὁμολογίας, τῇ ἀσκήσει συνάπτεις· ἐντεῦθεν δι' ἀμφοτέρων, φαίνεις τοῖς πέρασι.

 

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. δ’.
Ὀρθοδοξίας ὁδηγέ, εὐσεβείας διδάσκαλε καὶ σεμνότητος, τῆς οἰκουμένης ὁ φωστήρ, τῶν μοναζώντων θεόπνευστον ἐγκαλλώπισμα, Θεόφανες σοφέ· ὑπὲρ εἰκόνων ἁγίων ἤθλησας, λύρα τοῦ Πνεύματος, Πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

 

Κοντάκιον. Ἦχος πλ. β’. Τὴν ὑπὲρ ἡμῶν.

Τῆς ζωαρχικῆς, τοῦ Λόγου θεοφανείας, σκεῦος ἐκλεκτόν, Θεόφανες καὶ θεράπων, τῷ ἐνθέῳ σου βίῳ, θεόφρον γενόμενος, τὴν Εἰκόνα τὴν ἐνσώματον, τοῦ Χριστοῦ σεπτῶς ἐτίμησας, ὁμιλήσας πολλαῖς θλίψεσιν· ἀνθ’ ὧν θαυμάτων πηγήν, εἴληφας ἐκ Θεοῦ.

 

Ἕτερον Κοντάκιον. Ἦχος β’. Τὰ ἄνω ζητῶν.
Ἐξ ὕψους λαβῶν, τὴν θείαν ἀποκάλυψιν, ἐξῆλθες σπουδῇ, ἐκ μέσου τῶν θορύβων, καὶ μονάσας Ὅσιε· ἐνεργείας θαυμάτων εἴληφας, καὶ προφητείας χαρίσματα, συμβίου καὶ πλούτου στερούμενος.

 

Μεγαλυνάριον.
Τῆς θεοφανείας τῆς μυστικῆς, βίῳ ὑπερτέρῳ, θησαυρίσας τὴν μετοχήν, θέσει ἐθεώθης, Θεοφάνες θεόφρον, καὶ ὤφθης Ἐκκλησίας, στῦλος θεόφωτος.

Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Διάλογος πάπας Ρώμης

Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Διάλογος, γεννήθηκε περὶ τὸ ἔτος 540 μ.Χ. καὶ ἔζησε στὴ Ρώμη, κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορος Ἰουστινιανοῦ Α’ τοῦ Μεγάλου (527 – 565 μ.Χ.). Ὀνομάσθηκε δὲ Διάλογος, ἐπειδὴ τὰ περισσότερα ἔργα του τὰ ἔγραψε μὲ διαλογικὸ τρόπο, δηλαδὴ μὲ ἐρωτήσεις καὶ ἀποκρίσεις. Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Γορδιανὸς καὶ ἡ μητέρα του Συλβία. Τόσο οἱ γονεῖς του ὅσο καὶ οἱ δύο ἀδελφὲς τοῦ πατέρα του, ἡ Ταρσίλα καὶ ἡ Αἰμιλιανή, διακρίνονταν γιὰ τὴν εὐσέβειά τους καὶ ἐπέδρασαν εὐεργετικὰ στὴν διαμόρφωση τῆς προσωπικότητας τοῦ Γρηγορίου. Ὡς γόνος πλούσιας οἰκογένειας ὁ Γρηγόριος ἔλαβε καλὴ μόρφωση, ἰδιαίτερα στὴ νομική. Βέβαια ἔζησε σὲ μία ἐποχὴ ὄπου ἡ καλλιέργεια τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας καὶ τῶν ἑλληνικῶν γραμμάτων στὴ Ρώμη εἶχε σβήσει. Ὁ Γρηγόριος μᾶλλον ἦταν κάτοχος μόνο τῆς λατινικῆς γλώσσας, γεγονὸς ποὺ δὲν τοῦ ἐπέτρεπε νὰ μελετήσει τὴν πλούσια θεολογικὴ γραμματεία τῶν Ἑλλήνων Πατέρων.

Περὶ τὸ ἔτος 570 μ.Χ. διορίσθηκε ἀπὸ τὸν αὐτοκράτορα Ἰουστινιανὸ Β’ (565 – 576 μ.Χ.) στὸ ἀξίωμα τοῦ πραίτορος τῆς πόλεως τῆς Ρώμης. Δὲν παρέμεινε ὅμως γιὰ μακρὺ χρονικὸ διάστημα στὴν θέση αὐτή. Μετὰ τὸν θάνατο τοῦ πατέρα του διέθεσε τὸ μέγιστο μέρος τῆς περιουσίας ποὺ κληρονόμησε σὲ φιλανθρωπικὰ ἔργα καὶ στὴν ἵδρυση μονῶν. Ἵδρυσε ἕξι μοναστήρια στὴ Σικελία καὶ περὶ τὸ ἔτος 575 μ.Χ. μετέτρεψε τὴν οἰκία του στὴν Ρώμη σὲ μοναστήρι ἀφιερωμένο στὸν Ἀπόστολο Ἀνδρέα. Ὁ ἴδιος ἔγινε μοναχὸς αὐτῆς τῆς μονῆς καὶ ἀργότερα ἀναδείχθηκε ἡγούμενός της. Στὸ μοναστήρι ζοῦσε μία πολὺ ἀσκητικὴ ζωὴ καὶ ἀφιερώθηκε στὴν προσευχὴ καὶ στὴ μελέτη τῆς Ἁγίας Γραφῆς καὶ τῶν Πατέρων.

Δὲν ἔμελλε ὅμως νὰ παραμείνει γιὰ πολὺ καιρὸ στὴ μονή του, γιατί χειροτονήθηκε διάκονος καὶ τὸ ἔτος 579 μ.Χ. ἐστάλη στὴν αὐτοκρατορικὴ αὐλὴ τῆς Κωνσταντινουπόλεως ὡς ἀποκρισιάριος, δηλαδὴ ἀντιπρόσωπος, τοῦ Πάπα Ρώμης. Στὴν Κωνσταντινούπολη ὁ Ἅγιος Γρηγόριος, μαζὶ μὲ τοὺς μοναχοὺς ποὺ τὸν συνόδευσαν ἀπὸ τὴν Ρώμη, ζοῦσε μοναστικὴ ζωή. Εἶχε ὅμως τὴν εὐκαιρία νὰ γνωρίσει ἀπὸ κοντὰ τὰ πολιτικὰ καὶ ἐκκλησιαστικὰ προβλήματα τῆς αὐτοκρατορίας καὶ νὰ συνάψει γνωριμίες μὲ σημαίνοντα πρόσωπα τῆς αὐτοκρατορικῆς αὐλῆς, μὲ τὰ ὁποία διατήρησε ἀλληλογραφία μετὰ τὴν ἀναχώρησή του ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολη. Ἀνάμεσα στὰ πρόσωπα αὐτὰ ἦταν ἡ Θεοκτίστη, ἀδελφὴ τοῦ αὐτοκράτορα Μαυρικίου (582 – 602 μ.Χ.), ὁ πατρίκιος Ναρσής, ὁ ἰατρὸς τοῦ αὐτοκράτορα Θεόδωρος κ.ἄ. Στὴν Κωνσταντινούπολη ἐπίσης, γνώρισε τὸν Ἐπίσκοπο Σεβίλλης Λέανδρο, ὁ ὁποῖος ταξίδευε κατὰ τὸ ἴδιο χρονικὸ διάστημα στὴν πρωτεύουσα τῆς αὐτοκρατορίας καὶ μὲ τὸν ὁποῖο διατήρησε ἀδελφικὴ φιλία καὶ ἀλληλογραφία στὰ κατοπινὰ χρόνια.

Περὶ τὸ ἔτος 586 μ.Χ. ὁ Γρηγόριος μετακαλεῖται στὴν Ρώμη. Ὑπάρχει ἡ ἄποψη ὅτι μὲ τὴν ἐπανάκαμψή του στὴν Ρώμη ἐπέστρεψε στὸ μοναστήρι του καὶ τότε ἦταν ποὺ ἔγινε ἡγούμενός του. Μία ἄλλη ἄποψη ὑποστηρίζει ὅτι ὁ Γρηγόριος μετὰ τὴν ἐπάνοδό του στὴν Ρώμη δὲν ἐπέστρεψε στὴ μονή, ἀλλὰ ὑπηρέτησε ὡς διάκονος τῆς Ρωμαϊκῆς Ἐκκλησίας καὶ σύμβουλος τοῦ Πάπα Πελαγίου Β’. Σύμφωνα μὲ τὴν ἄποψη αὐτή, ὁ Γρηγόριος ἔγινε ἡγούμενος πρὶν τὴν χειροτονία του σὲ διάκονο καὶ τὴ ἀποστολή του στὴν Κωνσταντινούπολη.

Τὸ ἔτος 590 μ.Χ. ὁ Πάπας Πελάγιος Β’ ἀσθένησε ἀπὸ ἐπιδημικὴ ἀσθένεια καὶ πέθανε. Παρὰ τὸ ὅτι τόσο ὁ κλῆρος ὅσο καὶ ὁ λαὸς τῆς Ρώμης ζητοῦσαν τὸν Γρηγόριο γιὰ Ἐπίσκοπό τους μετὰ τὴν κοίμηση τοῦ Πελαγίου Β’, ἡ ἀπροθυμία τοῦ ἰδίου νὰ ἀνέλθει στὸν ἐπισκοπικὸ θρόνο ἦταν ἔκδηλη. Ἡ στάση του αὐτὴ προερχόταν ἀπὸ τὴν συναίσθηση τοῦ βάρους τῆς εὐθύνης τοῦ ἐπισκοπικοῦ ἀξιώματος καὶ ἀπὸ τὴν ταπεινὴ πεποίθηση ὅτι οἱ δικές του δυνάμεις δὲν ἦταν ἐπαρκεῖς γιὰ ἕνα τόσο σπουδαῖο ἔργο. Ὅταν ὁ Ἐπίσκοπος Ραβέννας Ἰωάννης μὲ ἐπιστολή του τὸν ἔψεξε γιὰ τὴν διστακτικότητά του αὐτή, ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ἀποφάσισε νὰ τοῦ ἀπαντήσει μὲ τὴν συγγραφὴ μιᾶς ὁλόκληρης πραγματείας γιὰ τὸ βαρυσήμαντο ἔργο τοῦ Ἐπισκόπου καὶ γιὰ τὰ προσόντα ποὺ αὐτὸς πρέπει νὰ ἔχει. Ἐπρόκειτο δηλαδὴ γιὰ μία ἀπολογία τοῦ Γρηγορίου σχετικὰ μὲ τοὺς ἐνδοιασμούς του νὰ ἀναλάβει τὸ βάρος τοῦ ἐπισκοπικοῦ ἀξιώματος.

Ὁ Γρηγόριος, παρὰ τοὺς ἔντονους προσωπικούς του ἐνδοιασμούς, ἀνῆλθε στὸν ἐπισκοπικὸ θρόνο τῆς Ρώμης ὡς Πάπας Γρηγόριος Α’. Ἡ κατάσταση ποὺ εἶχε νὰ ἀντιμετωπίσει ἦταν πολὺ δυσχερής. Ἀφ’ ἑνὸς ἡ ἐπιδημία λυμαινόταν τὶς ζωὲς τῶν ἀνθρώπων καὶ ἀφ’ ἑτέρου μία φοβερὴ πλημμύρα τοῦ ποταμοῦ Τίβερη εἶχε καταστρέψει σημαντικὸ ἀριθμὸ περιουσιῶν καὶ σιτηρῶν. Σημαντικότερο ἀκόμη πρόβλημα ἦταν ἡ παρουσία τῶν Λομβαρδῶν ὡς εἰσβολέων στὴν Ἰταλία, οἱ ὁποῖοι κατεῖχαν τὸ μεγαλύτερο μέρος τῆς Βόρειας Ἰταλίας καὶ μεγάλο μέρος τῆς Νότιας Ἰταλίας. Οἱ Λομβαρδοὶ ἦταν αἰτία συνεχοῦς ἀναστατώσεως στὴν Ἰταλία καὶ ἀπειλοῦσαν νὰ καταλάβουν καὶ τὰ ὑπόλοιπα ἐδάφη της (Ρώμη, Ραβέννα, Νεάπολη, Βενετία, Σικελία, Σαρδηνία, Κορσική), τὰ ὁποία ἀνῆκαν στὴ Βυζαντινὴ αὐτοκρατορία καὶ ἐποπτεύονταν ἀπὸ τὸν ἔξαρχο τοῦ αὐτοκράτορα, ὁ ὁποῖος εἶχε τὴν ἕδρα του στὴ Ραβέννα.

Μὲ τὴν ἀνάληψη τοῦ ἐπισκοπικοῦ ἀξιώματος ὁ Γρηγόριος ἀναλώθηκε στὴν ὑπηρεσία τοῦ ποιμνίου του καὶ τῆς Ἐκκλησίας στὸ σύνολό της. Φρόντισε μὲ θαυμαστὴ ἐπιμέλεια τὸ φιλανθρωπικὸ ἔργο στὴ Ρώμη καὶ μερίμνησε μὲ ἐπιτυχία γιὰ τὸν ἐκχριστιανισμὸ τῶν Ἀγγλοσαξόνων, ἀποστέλλοντας στὴ Βρετανία ἀπὸ τὴν μονὴ τοῦ Ἀποστόλου Ἀνδρέου, ὁμάδα σαράντα μοναχῶν, ὡς ἱεραποστόλων, μὲ ἐπικεφαλῆς τὸν Αὐγουστίνο τῆς Καντουαρίας. Ἐπίσης ἐνδιαφέρθηκε γιὰ τὴν ἀξιοποίηση, τὴν ὀργάνωση τῆς καλλιέργειας καὶ τὴν ὀρθὴ διάθεση τῶν προσόδων τῶν γαιῶν τοῦ παπικοῦ θρόνου. Ἀξιοσημείωτο εἶναι ὅτι ἐπέμενε νὰ δίνει ὁδηγίες στοὺς κατὰ τόπους ὑπευθύνους τῶν παπικῶν κτημάτων νὰ μεριμνοῦν γιὰ τὴν ἀποφυγὴ κάθε ἀδικίας καὶ παράνομου πλουτισμοῦ στὸ διαχειριστικό τους ἔργο.

Ὁ Ἅγιος προσκαλοῦσε κατὰ διαστήματα τοὺς πιὸ πτωχοὺς τῆς πόλεως καὶ ἔτρωγε μαζί τους. Κάποτε ἔδωσε ἐντολὴ νὰ ἔλθουν στὴν Ἐπισκοπὴ δώδεκα πτωχοί, γιὰ νὰ τοὺς προσφέρει φαγητό. Τὴν ὥρα ποὺ ἔτρωγαν, ὁ Ἅγιος ἔβλεπε δεκατρεῖς προσκεκλημένους καὶ ὁ ἕνας ἀπὸ αὐτοὺς ἦταν διαφορετικὸς στὴν ὄψη. Εἶχε πρόσωπο φωτεινὸ καὶ πότε ἔμοιαζε μὲ γέροντα στὴν ἡλικία, πότε μὲ νέο. Ὅταν οἱ ἄλλοι ἔφυγαν, τὸν ρώτησε ποιὸς εἶναι καὶ ἐκεῖνος ἀπάντησε: «Εἶμαι Ἄγγελος Κυρίου. Σὲ ἔχω ἐπισκεφθεῖ καὶ ἄλλη φορά, ὅταν ἤσουν μοναχὸς καὶ μοῦ ἔδωσες ἐλεημοσύνη. Ὁ Θεὸς θέλησε νὰ δοκιμάσει τὴν προαίρεσή σου καὶ μὲ τὸ παράδειγμά σου νὰ διδάξει καὶ ἄλλους. Μάλιστα, ἀπὸ τότε ἔλαβα ἐντολὴ νὰ εἶμαι πάντα μαζί σου, γιὰ νὰ σὲ προστατεύω. Ὅτι θελήσεις ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ μοῦ τὸ πεῖς καὶ θὰ τὸ μεταφέρω».

Ἐπειδὴ ἡ Ρώμη ἦταν ὁ μόνος Πατριαρχικὸς θρόνος σὲ ὅλη τὴ Δύση, ὁ Γρηγόριος προσπαθοῦσε νὰ ἐπιλύσει κατὰ τὸν καλύτερο δυνατὸ τρόπο τὸ πολλαπλὰ προβλήματα ποὺ παρουσίαζαν οἱ Ἐκκλησίες τῆς Ἰταλίας, τῆς Γαλατίας, τῆς Ἱσπανίας καὶ τῆς Βρετανίας. Ἕνα ἀπὸ τὰ πιὸ σημαντικὰ προβλήματα ποὺ εἶχε νὰ ἀντιμετωπίσει, ἦταν τὸ σχίσμα τῶν Ἐπισκόπων τῆς Λιγουρίας, τῆς Ἰστρίας καὶ τῆς Βενετίας, οἱ ὁποῖοι δὲν δέχονταν τὴν Ε’ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, ποὺ συνῆλθε στὴν Κωνσταντινούπολη, τὸ ἔτος 553 μ.Χ. Ἡ αἰτία τοῦ προβλήματος ἦταν ὅτι ἡ Σύνοδος αὐτὴ εἶχε καταδικάσει ὡς νεστοριανικὰ τὰ γνωστὰ ὡς «Τρία Κεφάλαια», δηλαδὴ τὸ πρόσωπο καὶ τὰ ἔργα τοῦ Θεοδώρου Μοψουεστίας, τὰ ἔργα τοῦ Θεοδωρήτου Κύρου κατὰ τοῦ Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας καὶ τὴν ἐπιστολὴ τοῦ Ἴβα Ἐδέσσης πρὸς Μάριν τὸν Πέρση. Οἱ διαφωνοῦντες δυτικοὶ Ἐπίσκοποι θεωροῦσαν ὅτι ἡ καταδίκη αὐτὴ προωθοῦσε ἕνα συμβιβασμὸ μὲ τοὺς Μονοφυσίτες, ἀναιρώντας ἔτσι τὴν πίστη τῆς Δ’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ἡ ὁποία συνῆλθε στὴν Χαλκηδόνα, τὸ ἔτος 451 μ.Χ. Ἐπειδὴ ἡ Ρώμη, παρὰ τὶς ἀρχικὲς ἀντιδράσεις της, εἶχε ἀποδεχθεῖ τὴν Ε’ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο καὶ τὴν καταδίκη τῶν «Τριῶν Κεφαλαίων», οἱ διαφωνοῦντες δυτικοὶ Ἐπίσκοποι εἶχαν διακόψει τὴν ἐκκλησιαστικὴ κοινωνία τους μὲ τὴν Ρώμη. Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος προσπάθησε ἐπανειλημμένως νὰ πείσει τοὺς διαφωνοῦντες Ἐπισκόπους ὅτι ἡ Ε’ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος δὲν ἐρχόταν σὲ ἀντίθεση μὲ τὸ δόγμα τῆς Χαλκηδόνας. Πραγματικὰ κατόρθωσε νὰ μεταστρέψει τὴ γνώμη μερικῶν ἀπὸ αὐτούς, ἀλλὰ ἡ ἄρση τοῦ σχίσματος ἔγινε μετὰ τὴν κοίμησή του.

Στὸ μεγάλο πρόβλημα τῆς ἀντιμετωπίσεως τῶν προκλήσεων τῶν Λομβαρδῶν, οἱ ὁποῖοι ἀπειλοῦσαν νὰ καταλάβουν τὴν Ρώμη, ὁ Γρηγόριος, παρὰ τῆς ἐπανειλημμένες ἐκκλήσεις του, δὲν κατέστη δυνατὸ νὰ λάβει βοήθεια γιὰ ἀναχαίτιση τοῦ ἐχθροῦ ἀπὸ τὸν αὐτοκράτορα τῆς Κωνσταντινουπόλεως Μαυρίκιο καὶ ἀπὸ τὸν Βυζαντινὸ ἔξαρχο τῆς Ραβέννας Πατρίκιο. Βέβαια ὁ αὐτοκράτορας Μαυρίκιος βρισκόταν σὲ δεινὴ θέση, γιατί ἐκτὸς ἀπὸ τοὺς Λομβαρδοὺς εἶχε νὰ ἀντιμετωπίσει σὲ διαφορετικὰ μέτωπα τοὺς Πέρσες, τοὺς Σλάβους, τοὺς Ἀβάρους καὶ τοὺς Μαυρούσιους. Ἔτσι ὁ Γρηγόριος ἀναγκάστηκε νὰ ἀναλάβει ὁ ἴδιος πολιτικὴ πρωτοβουλία καὶ νὰ συνάψει συνθήκη μὲ τοὺς Λομβαρδούς, πληρώνοντάς τους ἕνα μεγάλο ποσὸ χρημάτων καὶ δίνοντας σὲ αὐτοὺς ἐτήσιο φόρο πολυτελείας.

Εἶναι πράγματι λυπηρὸ τὸ ὅτι ἡ Βυζαντινὴ αὐτοκρατορία ἀδυνατοῦσε νὰ προασπίσει ἀποτελεσματικὰ τὶς δυτικὲς κτήσεις της στὰ δύσκολα ἐκεῖνα χρόνια. Αὐτὸ εἶχε ὀδυνηρὲς συνέπειες τόσο γιὰ τὴν Πολιτεία ὅσο καὶ γιὰ τὴν Ἐκκλησία. Οἱ Λατῖνοι βυζαντινοὶ ὑπήκοοι σταδιακὰ ἀποξενώθηκαν ἀπὸ τὸ κέντρο τῆς αὐτοκρατορίας, ποὺ ἀδυνατοῦσε νὰ τοὺς βοηθήσει, οἱ δυτικὲς κτήσεις τοῦ Βυζαντινοῦ κράτους ἔπεσαν στὰ χέρια τῶν βαρβαρικῶν φύλων, ἐνῷ ὁ Ἐπίσκοπος Ρώμης ἀνέλαβε πολιτικὲς ἐξουσίες, συνεργάστηκε μὲ τοὺς ἡγεμόνες τῶν βαρβαρικῶν φύλων καὶ σταδιακὰ ἔγινε ὁ ἴδιος κοσμικὸς ἄρχοντας.

Βέβαια ὁ Ἅγιος Γρηγόριος δὲν φέρει καμία εὐθύνη γιὰ τὴν μετὰ ἀπὸ αἰῶνες ἐξέλιξη τοῦ παπικοῦ θρόνου σὲ κοσμικὴ ἐξουσία, οὔτε γιὰ τὴν συνεργασία μεταγενέστερων παπῶν μὲ τοῦ Φράγκους. Ὁ ἴδιος ἔκανε αὐτὸ ποὺ θεωροῦσε καθῆκον καὶ ὑποχρέωσή του γιὰ τὴν προάσπιση τοῦ ποιμνίου καὶ τῆς πατρίδος του στοὺς χαλεποὺς ἐκείνους καιρούς. Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος μπορεῖ σὲ ὁρισμένα θέματα νὰ διαφωνοῦσε μὲ τὸν Βυζαντινὸ αὐτοκράτορα, ἀλλὰ αὐτὸ συνέβαινε συχνότατα καὶ μὲ τοὺς Πατριάρχες τῆς Ἀνατολῆς. Ὅπως ὅμως φαίνεται μέσα ἀπὸ τὰ γραπτὰ κείμενά του, θεωροῦσε τὸν ἑαυτό του πιστὸ ὑπήκοο τοῦ Βυζαντινοῦ κράτους. Οὐδέποτε ἀμφισβήτησε τὴν ἐξουσία τοῦ Βυζαντινοῦ αὐτοκράτορα καὶ συμβούλευε τοὺς πιστοὺς νὰ ἀναπέμπουν προσευχὲς γι’ αὐτόν.

Ὡς συγγραφέας ὁ Ἅγιος Γρηγόριος διακρίθηκε κυρίως στὴ συγγραφὴ ἐξηγητικῶν καὶ ἠθικοπρακτικῶν ἔργων. Ἐκτὸς ἀπὸ τὸν Ποιμαντικὸ Κανόνα, συνέγραψε Ὑπόμνημα εἰς τὸν ἸὼβἨθικά, σαράντα Ὁμιλίες σὲ εὐαγγελικὲς περικοπὲς καὶ εἴκοσι δύο Ὁμιλίες στὸν Προφήτη Ἰεζεκιήλ, ὅπως ἐπίσης τὸ ἔργο Βιβλία δ’ διαλόγων περὶ τοῦ βίου καὶ τῶν θαυμάτων Ἰταλιωτῶν πατέρων καὶ περὶ αἰωνιότητος τῶν ψυχῶν.

Στὸν Ποιμαντικὸ Κανόνα ἐκτίθενται ὑπὸ μορφὴ διαλόγου μεταξὺ τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου καὶ τοῦ διακόνου Πέτρου βίοι Ἁγίων, θαύματα, ἐμφανίσεις κεκοιμημένων, γιὰ νὰ ἀποδειχθεῖ ἡ ἀθανασία τῆς ψυχῆς καὶ ἄλλα. Ἀσχολήθηκε, ἐπίσης, μὲ τὴ συγγραφὴ λειτουργικῶν ὕμνων καὶ εὐχῶν. Σὲ αὐτὸν ἀποδίδονται ἕνα εἴδος λειτουργικοῦ ἐγχειριδίου καὶ ἕνα βιβλίο μὲ ὕμνους τῆς Θείας Λειτουργίας. Ἀκόμη μία παράδοση ἀποδίδει στὸν Γρηγόριο τὴ συγγραφὴ τῆς Λειτουργίας τῶν Προηγιασμένων. Σώζεται, ἐπίσης, μεγάλος ἀριθμὸς Ἐπιστολῶν τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου, στὶς ὁποῖες παρουσιάζεται τόσο ἡ εὐλάβεια καὶ τὸ ἦθος τοῦ ἀνδρὸς ὅσο καὶ ἡ ἀκαταπόνητη ἐπισκοπικὴ δραστηριότητά του.

Στὸ ὅλο γραπτὸ ἔργο τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου δύο εἶναι τὰ σημεῖα ποὺ παρουσιάζουν σημαντικὲς θεολογικὲς ἀδυναμίες. Κατ’ ἀρχὴν στὸ ἔργο Διάλογοι ἀναπτύσει τὴν περὶ καθαρτηρίου πυρὸς δοξασία. Σύμφωνα μὲ αὐτὴν μετὰ θάνατον οἱ ψυχὲς ποὺ βαρύνονται μὲ συγγνωστὰ ἁμαρτήματα ἢ μὲ ἐπιτίμια ποὺ δὲν ἐπρόφθασαν νὰ ἐκτελέσουν ὅσο βρίσκονταν ἐν σώματι, ὑφίστανται μιὰ δοκιμασία πρόσκαιρων ποινῶν ὑπὸ τύπον ἠθικῆς καθάρσεως καὶ συγχωρήσεως. Ἡ δοξασία αὐτὴ ἀπορρίπτεται ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Βέβαια ὡς πρὸς τὸ θέμα αὐτὸ πρέπει νὰ ἔχουμε ὑπ’ ὄψη μας τὰ ἑξῆς:

α) Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος παρουσιάζει τὶς ἀντιλήψεις αὐτὲς ὄχι μέσα στὰ πλαίσια μιᾶς θεολογικῆς πραγματείας, ἀλλὰ μέσα σὲ ἕνα πολὺ ἐκλαϊκευμένο βιβλίο ἐντυπωσιακῶν διηγήσεων, θαυμάτων καὶ ὁραμάτων. Σὲ τέτοιου εἴδους κείμενα δὲν μποροῦμε νὰ ἀναζητοῦμε αὐστηρὴ θεολογικὴ ἀκρίβεια.

β) Ἡ δοξασία γιὰ τὸ καθαρτήριο πῦρ ἔχει ἐρείσματα στὴ λατινικὴ χριστιανικὴ γραμματεία ποὺ προηγήθηκε τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου. Σχετικὲς ἀναφορὲς ὑπάρχουν στὶς Πράξεις τῶν Ἁγίων Περπέτουας καὶ Φιλικητάτης, στὸν Τερτυλλιανό, στὸν Ἅγιο Κυπριανὸ Καρθαγένης καὶ στὸν ἱερὸ Αὐγουστίνο. Μπορεῖ βέβαια οἱ ἀναφορὲς αὐτὲς νὰ μὴν εἶναι διεξοδικές, εἶναι ὅμως πολὺ πιθανὸ ὅτι πάνω σὲ αὐτὲς ἐστηρίχθηκε ὁ Ἅγιος Γρηγόριος.

Ἕνα δεύτερο προβληματικὸ σημεῖο στὸ γραπτὸ ἔργο τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου εἶναι ἡ ἐκ μέρους του ὑποστήριξη τῆς ἐσφαλμένης ἀντιλήψεως ὅτι ὁ Ἐπίσκοπος Ρώμης δικαιοῦται στὴν Οἰκουμενικὴ Ἐκκλησία ὄχι ἁπλῶς πρωτεῖο τιμῆς ἀλλὰ πρωτεῖο ἐξουσίας, ἀφοῦ κατέχει τὸ θρόνο τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου, ὁ ὁποῖος – κατὰ τὴν ἄποψη αὐτὴ – ἦταν κορυφὴ τῶν Ἀποστόλων καὶ στὸν ὁποῖο ἐμπιστεύθηκε ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς τὴ φροντίδα τῆς Ἐκκλησίας Του. Σύμφωνα μὲ τὴ θεωρία αὐτὴ ὁ Ἀπόστολος Πέτρος ἐξακολουθεῖ νὰ ζεῖ στὰ πρόσωπα τῶν διαδόχων του, δηλαδὴ τῶν Ἐπισκόπων τῆς Ρώμης, καὶ νὰ ἀσκεῖ τὴ δικαιοδοσία του σὲ ὅλη τὴν ἀνὰ τὴν οἰκουμένη Ἐκκλησία. Πρόκειται ἀσφαλῶς γιὰ ἀπόδοση στὸν Ἀπόστολο Πέτρο ἑνὸς ἱστορικὰ καὶ θεολογικὰ ἀνυπόστατου ρόλου, ἀλλὰ καὶ γιὰ μιὰ ἐκκλησιολογικὰ ἀδικαιολόγητη παραδοχὴ τοῦ Πάπα Ρώμης ὡς ἐνσαρκωτὴ καὶ συνεχιστὴ τοῦ ρόλου αὐτοῦ διὰ μέσου τῶν αἰώνων.

Ἡ ἄποψη περὶ τοῦ πρωτείου ἐξουσίας τοῦ Ἐπισκόπου Ρώμης δὲν ἀποτελεῖ ἐπινόηση τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου. Τὴν ἐκληρονόμησε ἀπὸ προγενέστερούς του καὶ συγκεκριμένα ἀπὸ τοὺς Πάπες Γελάσιο Α’ (492 – 496), Λέοντα Α’ (440 – 461) καὶ Ὁρμίσδα (514 – 523). Αἰῶνες μετὰ ἀπὸ τὸν Ἅγιο Γρηγόριο ἡ θεωρία αὐτὴ ἐξελίχθηκε σὲ μείζονα θεολογικὴ καὶ ἐκκλησιαστικὴ παρέκκλιση.

Πρέπει νὰ σημειώσουμε ὅτι μετὰ τὴν ἄνοδό του στὸν παπικὸ θρόνο ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ἀπέστειλε πρὸς τοὺς Πατριάρχες τῆς Ἀνατολῆς τὴν καθιερωμένη ὁμολογία πίστεως, ἀναγράφοντας τὴ σειρὰ τῶν Πατριαρχείων, ὅπως αὐτὴ καθορίσθηκε μὲ βάση τὰ πρεσβεῖα τιμῆς. Δηλαδή, ἔθεσε πρῶτα τὸ θρόνο τῆς Κωνσταντινουπόλεως καὶ κατόπιν τοὺς θρόνους Ἀλεξανδρείας, Ἀντιοχείας καὶ Ἱεροσολύμων. Αὐτὸ δηλώνει ὅτι δεχόταν τὰ πρεσβεῖα τιμῆς ποὺ ἀποδόθηκαν στὴν Κωνσταντινούπολη.

Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ἦταν ἄνθρωπος ταπεινοῦ φρονήματος. Παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι ἀποδεχόταν χωρὶς κριτικὴ ἐξέταση τὴ θεωρία περὶ τοῦ παπικοῦ πρωτείου, ὁ ἴδιος ἀρνιόταν κατηγορηματικὰ  γιὰ τὸν ἑαυτό του τὸν τίτλο τοῦ «οἰκουμενικοῦ πάπα», τὸν ὁποῖο τοῦ πρότεινε ὁ Πατριάρχης Ἀλεξανδρείας Εὐλόγιος (579/580 – 607 μ.Χ.) καὶ μὲ εἰλικρίνεια προτιμοῦσε τὸν τίτλο «δοῦλος τοῦ Θεοῦ». Τόνιζε μάλιστα ἐμφαντικὰ – καὶ ἐν πολλοῖς τὸ ἀποδείκνυε στὴν πράξη – ὅτι σεβόταν τὰ δικαιώματα καὶ τὴν ἐκκλησιαστικὴ δικαιοδοσία τῶν ἄλλων Ἐπισκόπων.
Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος κοιμήθηκε ἀπὸ ἀρθριτικὴ νόσο, τὸ ἔτος 604 μ.Χ.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Θείας Πίστεως.
Στόμα γρήγορον καταπλουτήσας, νομεὺς ἄριστος τοῦ θείου λόγου, ἀνεδείχθης Ἱεράρχα Γρηγόριε· τῶν ἀρετῶν γὰρ ἐκφάντωρ γενόμενος, δικαιοσύνης ἐκφαίνεις τὴν ἔλλαμψιν· Πάτερ Ὅσιε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

 

Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ’. Τῇ ὑπερμάχῳ.

Τῆς Ἐκκλησίας τὴν κιθάραν τὴν θεόπνευστον

Καὶ τῆς σοφίας γλῶσσαν ὄντως τὴν θεόληπτον

Τὸν Διάλογον ὑμνήσωμεν ἐπαξίως·

Ἀποστόλων γὰρ τὸν ζῆλον μιμησάμενος

Ἠκολούθησε σαφῶς αὐτῶν τοῖς ἴχνεσι·
Τούτῳ λέγοντες, χαίροις Πάτερ Γρηγόριε.

 

Μεγαλυνάριον.
Νᾶμα θεηγόρε ζωοποιόν, ἐκ πηγῶν ἀΰλων, ἀρυσάμενος μυστικῶς, βλύζεις ἐκ χειλέων, ὡς ὕδωρ ἀφθαρσίας, τοῦ Πνεύματος τὴν χάριν, Πάτερ Γρηγόριε.

Ὁ Ἅγιος Φινεὲς ὁ Δίκαιος 

Ὁ δίκαιος Φινεὲς ἦταν ἱερέας τῶν Ἑβραίων ἀπὸ τὴ φυλὴ τοῦ Ἀαρών, περὶ τοῦ ὁποίου διαβάζουμε στὴν Π. Διαθήκη: «Ὁ Κύριος ὡμίλησε πρὸς τὸν Μωϋσὴν καὶ εἶπεν: ὁ Φινεές, ὁ υἱὸς τοῦ Ἐλεάζαρ υἱοῦ τοῦ Ἀαρών, ἔπαυσε τὸν θυμόν του κατὰ τῶν Ἰσραηλιτῶν, διότι οὗτος μὲ ἱερὰν ἀγανάκτησιν, διὰ τὴν ἁμαρτίαν τῶν Ἰσραηλιτῶν, φονεύσας τοὺς ἐνόχους πρωταιτίους καὶ οὕτω δὲ κατέστρεψα ἐν τῇ ἱερᾷ μου ἀγανακτήσει ὅλους τοὺς Ἰσραηλίτας. Ἕνεκεν τῆς τοιαύτης διαγωγῆς του δηλῶ: Νά! Συνάπτω μετ’ αὐτοῦ ἐγὼ ὁ Θεὸς συμβόλαιον ἰδιαιτέρων εἰρηνικῶν σχέσεων. Ὑπόσχομαι νὰ δώσω εἰς αὐτὸν καὶ εἰς τοὺς ἀπογόνους του ἔπειτα ἀπὸ αὐτὸν τὴν ἱεροσύνην παντοτεινήν, ἐπειδὴ ἔδειξε ζῆλον ὑπὲρ ἐμοῦ τοῦ Θεοῦ καὶ ἐξιλέωσε τὸν θυμόν μου κατὰ τῶν Ἰσραηλιτῶν».
Ὁ Φινεὲς διαδέχθηκε στὴν ἀρχιερωσύνη τὸν δίκαιο Ἐλεάζαρ. Ὡς πρὸς τοὺς ἀπογόνους του, ἐκτὸς μιᾶς διακοπῆς ἀπὸ τοῦ Ἠλὶ μέχρι τοῦ Δαβίδ, οἱ ἀπόγονοί του ἔγιναν οἱ κληρονομικοὶ διάδοχοι τῆς ἀρχιερωσύνης μέχρι τῆς καταστροφῆς τοῦ Ἰουδαϊκοῦ ἔθνους. Ἡ μνήμη του ἑορτάζεται καὶ στὶς 2 Σεπτεμβρίου μετὰ τοῦ δικαίου Ἐλεάζαρ.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

Ὁ Ἅγιος Ἀαρών 

Ὁ Ἅγιος Ἀαρὼν εἶναι ὁ πρῶτος ἀρχιερέας τῶν Ἰσραηλιτῶν, ἀπὸ τὴ φυλὴ τοῦ Λευΐ, πρεσβύτερος ἀδελφὸς τοῦ Προφήτου Μωϋσῆ, στὸν ὁποῖο προσέφερε πολύτιμη συνδρομὴ κατὰ τὴν ἀπελευθέρωση τοῦ λαοῦ τοῦ Ἰσραὴλ ἀπὸ τὴ δουλεία στὴν Αἴγυπτο. Εὔγλωττος καὶ θαρραλέος, ὑποδείχθηκε ὑπὸ τοῦ Θεοῦ ὡς συνεπίκουρος στὸν Προφήτη Μωϋσῆ, ὅταν αὐτὸς δίσταζε νὰ ἀναλάβει τὸ μέγα ἔργο, νὰ ἐξαγάγει τὸν Ἰσραηλιτικὸ λαὸ ἀπὸ τὴ δουλεία, προφασιζόμενος μεταξὺ τῶν ἄλλων καὶ τὴ βραδυγλωσσία του. Πράγματι, ὁ Ἀαρὼν, ὅταν πληροφορήθηκε ἀπὸ τὸν Μωϋσῆ τὴ θεία ἐντολή, συγκέντρωσε τοὺς πρεσβυτέρους τῶν υἱῶν Ἰσραὴλ καὶ διαβίβασε τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους λάλησε ὁ Κύριος πρὸς τὸν Μωϋσῆ. Ἀφοῦ ὁ λαὸς πίστεψε στοὺς λόγους του, ὁ Μωϋσῆς καὶ ὁ Ἀαρὼν μετέβησαν στὸν Φαραὼ καὶ διαβίβασαν τὴν διαταγὴ τοῦ Θεοῦ, νὰ ἀποστείλει τὸν Ἑβραϊκὸ λαὸ νὰ ἑορτάσει στὴν ἔρημο. Ἐνώπιον μάλιστα τοῦ βασιλέως ὁ Ἀαρὼν μετέβαλε τὴν ράβδο του σὲ φίδι καὶ κατόπιν τὴν ἐπανέφερε στὴν πρώτη κατάσταση.

Ὁ Φαραὼ ὅμως, ὄχι μόνο δὲν ὑπάκουσε, ἀλλὰ κατέστησε ἀκόμη πιὸ βαριὰ τὴν δουλεία. Ἡ καρδιά του σκλήρυνε. Οἱ Ἑβραῖοι ἄρχισαν τότε νὰ γογγύζουν καὶ νὰ διαμαρτύρονται κατὰ τῶν δύο ἀνδρῶν. Πάλι ὅμως ὁ Ἀαρὼν ἐμφανίσθηκε ἐνώπιον τοῦ Φαραὼ ὡς πληρεξούσιος τοῦ Μωϋσῆ καὶ ζήτησε ἀπὸ αὐτὸν νὰ ἀφήσει τὸν Ἰσραηλιτικὸ λαὸ νὰ ἀπέλθει ἀπὸ τὴν Αἴγυπτο. Ὅταν δὲ ὁ Φαραὼ ζήτησε θαύματα ἀπὸ τοὺς δύο ἀπεσταλμένους τοῦ Θεοῦ γιὰ νὰ πεισθεῖ, ὁ Ἀαρὼν ἐξετέλεσε πάλι τὰ θαύματα αὐτά. Ἐπακολούθησαν οἱ ἑπτὰ πληγὲς τοῦ Φαραώ, ὁ ὁποῖος τελικὰ ἀναγκάσθηκε νὰ ἀφήσει τοὺς Ἑβραίους νὰ φύγουν ἀπὸ τὴν Αἴγυπτο.

Καθ’ ὅλο τὸ διάστημα τῆς ἐξόδου τοῦ λαοῦ ἀπὸ τὴν Αἰγυπτιακὴ δουλεία καὶ τὴν περιπλάνηση στὴν ἔρημο, ὁ Ἀαρὼν ἦταν πρόθυμος συνεργάτης τοῦ Μωϋσῆ στὸ δυσχερέστατο ἔργο τῆς διοικήσεως τοῦ λαοῦ, ποὺ ὑπέφερε μύριες στερήσεις καὶ κακουχίες.

Ἦλθε ὅμως ἡ στιγμὴ κατὰ τὴν ὁποία ὁ Ἀαρὼν δὲν μπόρεσε νὰ συγκρατήσει τὸν ἐξεγερθέντα λαό. Ὁ Μωϋσῆς εἶχε ἀνέλθει στὸ ὄρος Σινᾶ, γιὰ νὰ λάβει τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ ἄργησε νὰ κατέλθει. Ὁ λαὸς τότε ἐγκατέλειψε τὸν Θεὸ καὶ ζήτησε τὴ σωτηρία του σὲ ψεύτικους θεούς. Συνάχθηκε λοιπόν, γύρω ἀπὸ τὸν Ἀαρὼν καὶ τοῦ ζήτησε νὰ κατασκευάσει σὲ αὐτὸν ὁμοιώματα θεῶν. Τότε κατασκευάσθηκε ὁ χρυσὸς μόσχος.

Ὁ Ἅγιος Ἀαρὼν κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη, ὅπως ὁ Μωϋσῆς, πρὶν εἰσέλθει στὴ γῆ τῆς ἐπαγγελίας, σὲ ἡλικία 123 ἐτῶν. Ἐνταφιάσθηκε στὸ ὄρος Χὸρ ἢ Ὤρ, κοντὰ στὴν Πέτρα, πρωτεύουσα τῶν Ἰδουμαίων.
Ἡ μνήμη του ἑορτάζεται, ἐπίσης, τὴν Κυριακὴ τῶν Προπατόρων.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

Οἱ Ἅγιοι Ἐννέα Μάρτυρες οἱ ἐν Περσίδι 

Οἱ Ἅγιοι αὐτοὶ Μάρτυρες μαρτύρησαν διὰ πυρός. Ἴσως εἶναι οἱ ἴδιοι ποὺ μαρτύρησαν μαζὶ μὲ τὸν Ἅγιο Ἐπίσκοπο Αὐδᾶ ἢ Ἀβιδᾶ στὴν Περσία. Ἡ μνήμη αὐτῶν ἑορτάζεται στὶς 16 Μαΐου.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

Ὁ Ὅσιος Συμεὼν ὁ Νέος Θεολόγος 

Ὁ Ἅγιος Συμεὼν ὁ Νέος Θεολόγος, γεννήθηκε τὸ ἔτος 949 μ.Χ. στὴ Γαλάτη τῆς Παφλαγονίας ἀπὸ γονεῖς εὐσεβεῖς καὶ εὔπορους, τὸν Βασίλειο καὶ τὴν Θεοφανώ. Ὁ θεῖος του Βασίλειος, ὁ ὁποῖος κατεῖχε ὑψηλὴ θέση στὸν αὐτοκρατορικὸ οἶκο τῆς Κωνσταντινουπόλεως, προσέλαβε νωρὶς τὸν ἀνεψιό του κοντά του, ὅπου, ὅπως ἦταν φυσικό, ἔτυχε καλῆς παιδείας. Ὅμως ὁ Ὅσιος δὲν ἔδινε προσοχὴ καὶ δὲν ἔδειχνε ἐνδιαφέρον γιὰ μάθηση.

Κατὰ τὴν ἐποχὴ αὐτὴ ὁ Συμεὼν γνωρίστηκε μὲ ἕναν μοναχὸ τῆς περιωνύμου μονῆς Στουδίου, ὁ ὁποῖος ὀνομαζόταν, ἐπίσης, Συμεών. Ὁ μοναχὸς αὐτὸς ἔγινε ἀπὸ τὴν ἀρχὴ ὁ πνευματικός του πατέρας. Ὅταν κατὰ τὸ ἔτος 963 μ.Χ. πέθανε ὁ θεῖος του, ὁ Συμεὼν προσῆλθε στὴ μονὴ τοῦ Στουδίου, ὅπου ζητοῦσε «τὸν ἐκ νεότητος αὐτοῦ χρηματίσαντα πατέρα πνευματικὸν καὶ διδάσκαλον». Ὁ ἴδιος ὁ Ὅσιος Συμεὼν παρομοιάζει τὸν θεῖο του μὲ τὸν Φαραώ, τὴ διαμονή του στὸν αὐτοκρατορικὸ οἶκο μὲ τὴν αἰχμαλωσία τῶν Ἰσραηλιτῶν στὴν Αἴγυπτο καὶ τὸν πνευματικό του πατέρα μὲ τὸν Μωϋσῆ.

Κάποτε ὁ Γέροντάς του, τοῦ ἔδωσε ἕνα βιβλίο μὲ τὰ συγγράμματα τῶν Ἁγίων Μάρκου τοῦ Ἐρημίτου καὶ Διαδόχου Φωτικῆς. Ζωηρὴ ἐντύπωση τοῦ προξένησε τὸ ἀκόλουθο ἀπόφθεγμα ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Ἁγίου Μάρκου τοῦ Ἀσκητοῦ, ποὺ εἶχε τὸν τίτλο «Περὶ Νόμου Πνευματικοῦ»:

«Ἐὰν ζητᾶς ὠφέλεια, ἐπιμελήσου τὴ συνείδησή σου,

κάνε ὅσα σοῦ λέει καὶ θὰ εὕρεις τὴν ὠφέλεια».

Ὁ Ὅσιος Συμεὼν ἦταν σὰν νὰ ἄκουσε τὸ λόγο αὐτὸ ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ Θεοῦ καὶ ἄρχισε ἀμέσως νὰ κάνει ὅτι τὸν πρόσταζε ἡ συνείδησή του. Καὶ αὐτή, ποὺ εἶναι κάτι θεϊκό, τὸν παρακινοῦσε συνεχῶς στὰ ἀνώτερα, ἔτσι ὥστε αὔξησε τὴν προσευχὴ καὶ τὴν μελέτη του μέχρι τὴν ὥρα ποὺ ἄρχιζε νὰ λαλεῖ ὁ πετεινός, δηλαδὴ μέχρι τὰ χαράματα. Σὲ αὐτὸ τὸν βοηθοῦσε καὶ ἡ συνεχὴς νηστεία. Ἔτσι, ἀκόμα καὶ πρὶν φύγει ἀπὸ τὸν κόσμο, ζοῦσε σχεδὸν ἀσώματο βίο. Δὲν τοῦ χρειάστηκε λοιπὸν πολὺς καιρός, γιὰ νὰ ἐκδημήσει ἐντελῶς ἀπὸ τὰ ὁρώμενα καὶ νὰ εἰσδύσει στὰ ἀόρατα θεία θεάματα.

Κάποια νύχτα, λοιπόν, ποὺ προσευχόταν καὶ μὲ καθαρὸ νοῦ ἐπικοινωνοῦσε μὲ τὸν Θεό, εἶδε ξαφνικὰ νὰ λάμπει ἄπλετο φῶς ἀπὸ τοὺς οὐρανοὺς καὶ νὰ κατεβαίνει πρὸς αὐτόν. Φώτισε τὰ πάντα καὶ τὰ μετέβαλε σὲ μία ὁλοκάθαρη ἡμέρα. Καθὼς ἦταν καὶ ὁ ἴδιος τυλιγμένος  ἀπὸ αὐτὸ τὸ φῶς, τοῦ φαινόταν σὰν νὰ ἐξαφανίσθηκε ὁλόκληρη ἡ οἰκία μαζὶ μὲ τὸ δωμάτιό του, ἐνῷ ὁ ἴδιος εἶχε ἁρπαγεῖ στὸν ἀέρα, νιώθοντας σὰν νὰ μὴν εἶχε καθόλου σῶμα. Κατάπληκτος ἀπὸ τὸ μέγα τοῦτο μυστήριο κραύγαζε μὲ μεγάλη φωνὴ τὸ «Κύριε, ἐλέησον». Καθὼς βρισκόταν μέσα σὲ αὐτὸ τὸ θεῖο φῶς, βλέπει στὰ ὕψη τοῦ οὐρανοῦ μία ὁλόφωτη νεφέλη, ἄμορφη καὶ ἀσχημάτιστη, γεμάτη ἀπὸ τὴν ἄρρητη δόξα τοῦ Θεοῦ. Στὰ δεξιά της ἔστεκε ὁ πνευματικός του πατέρας Συμεὼν ὁ Εὐλαβής. Ἔμεινε σὲ αὐτὴ τὴν ἐκστατικὴ κατάσταση γιὰ πολύ, χωρὶς νὰ αἰσθάνεται, καθὼς βεβαίωνε ἀργότερα, ἐὰν ἦταν μέσα στὸ σῶμα ἢ ἐκτὸς τοῦ σώματος. Ὅταν κάποτε ἐκεῖνο τὸ φῶς σιγὰ – σιγὰ ὑποχώρησε, ἦλθε στὸν ἑαυτό του καὶ κατάλαβε πὼς βρίσκεται μέσα στὸ δωμάτιο.

Μετὰ ἀπὸ αὐτὴ τὴ θεωρία, ὁ Ὅσιος Συμεὼν ἱκέτευε συνεχῶς τὸ Γέροντά του νὰ τὸν κείρει μοναχό.

Ἀλλὰ ὁ πνευματικός του πατέρας τὸν ἀναχαίτισε, ἐπειδὴ ἦταν νέος στὴν ἡλικία καὶ ἔτσι ὁ Ὅσιος ἐπέστρεψε στὴν οἰκία τοῦ θείου του, ὅπου ἄρχισε μὲ ἐπιμέλεια νὰ μελετᾶ.  Βαθιὰ ἐντύπωση ἀπεκόμισε ἀπὸ τὰ ἔργα τῶν Ἁγίων Μάρκου τοῦ Ἀσκητοῦ καὶ Διαδόχου Φωτικῆς, τὰ ὁποία ἔλαβε ἀπὸ τὰ χέρια τοῦ πνευματικοῦ του.

Κατὰ τὸ ἔτος 970 μ.Χ. ὁ Συμεὼν ἐπισκέφθηκε τοὺς γονεῖς του καὶ τοὺς ἀνακοίνωσε τὴν κλίση του γιὰ τὸν μοναχικὸ βίο. Μάταια ἐκεῖνοι προσπάθησαν νὰ μεταβάλλουν τὴν ἀπόφαση τοῦ μονάκριβου υἱοῦ τους. Ἡ ἀπόφαση τοῦ Συμεὼν ἦταν σταθερή. Ἀρνήθηκε ἐγγράφως τὴν πατρικὴ περιουσία ποὺ τοῦ ἀνῆκε καὶ κατέφυγε στὴ μονὴ τοῦ Στουδίου. Λίγο ἀργότερα μεταβαίνει στὴ μονὴ τοῦ Ἁγίου Μάμαντος τοῦ Ξηροκέρκου, ὑπὸ τὸν ἡγούμενο Ἀντώνιο, ποὺ βρισκόταν κοντὰ στὴ μονὴ τοῦ Στουδίου. Μετὰ ἀπὸ μία διετία ἐκάρη ἐδῶ μοναχός, γιὰ νὰ φωτίζει ὅλους τοὺς πιστοὺς μὲ τὸ φῶς τῆς γνώσεως, ποὺ φώτιζε τὸν ἑαυτό του. Ὅταν μετὰ ἀπὸ λίγο πέθανε ὁ ἡγούμενος τῆς μονῆς, ὁ Ὅσιος Συμεὼν χειροτονήθηκε πρεσβύτερος καὶ μὲ τὴν εὐλογία τοῦ Πατριάρχη Νικολάου τοῦ Χρυσοβέργη (984 – 995 μ.Χ.) καὶ τὴν ἔγκριση τῶν μοναχῶν τοῦ Ἁγίου Μάμαντος, ἔγινε ἡγούμενος τῆς μονῆς.

Ὡς ἡγούμενος ὁ Ὅσιος ἔπρεπε νὰ ἀντιμετωπίσει πολλὲς δυσάρεστες καταστάσεις. Ὄχι μόνο τὴν κατεστραμμένη μονή, ἀλλὰ πρὸ πάντων τὸ ἀνθρώπινο στοιχεῖο. Ἡ μονὴ παρομοιαζόταν μὲ κατάλυμα κοσμικῶν καὶ νεκρῶν σωμάτων. Καὶ ἡ μὲν μονὴ ὡς οἰκοδόμημα κατελαμπρύνθηκε, ἡ πνευματικὴ ὅμως συγκρότηση τῶν μοναχῶν ἀπαιτοῦσε πολλὲς ἀνυπέρβλητες προσπάθειες. Ἡ διδασκαλία του συνάντησε τὴν μεγάλη ἀδιαφορία ὁρισμένης ὁμάδας μοναχῶν, οἱ ὁποῖοι ἔφθασαν στὸ σημεῖο, κατὰ τὴν διάρκεια μία πρωϊνῆς κατηχήσεως, νὰ ἐπιτεθοῦν κατὰ τοῦ Γέροντός τους. Κατὰ τὴν ὥρα τῆς ἐπιθέσεως ὁ Ὅσιος, «τὰς χεῖρας δεσμεύσας πρὸς ἑαυτὸν καὶ εἰς οὐρανὸν ἄρας αὐτοῦ τὴν διάνοιαν, ἐπὶ χώρας ἄσειστος ἔστη, ὑπομειδιῶν καὶ φαιδρὸν ἀτενίζων πρὸς τοὺς ἀλάστορας».

Αὐτὸ ἦταν ἀρκετὸ νὰ ἀφοπλίσει τελείως τοὺς τριάντα ἐκείνους μοναχούς, οἱ ὁποῖοι ἐπέδειξαν αὐτὴ τὴν συμπεριφορά. Ὁ Πατριάρχης Σισίννιος ὁ Β’ (996 – 998 μ.Χ.) πρὸς τὸν ὁποῖον κατέφυγαν ἀμέσως, γιὰ νὰ δικαιωθοῦν προφανῶς ἀπὸ αὐτόν, ἐξεπλάγη ἀπὸ τὴν μανία καὶ τὸν φθόνο τῶν ἀσύνετων μοναχῶν καὶ διέταξε νὰ ἐξορισθοῦν. Ὅμως ὁ Ὅσιος Συμεὼν παρακάλεσε θερμῶς τὸν Πατριάρχη νὰ τοὺς συγχωρέσει.

Ὁ Ὅσιος, παρὰ τὰ πολλὰ καθήκοντά του στὴ μονή, εὕρισκε καιρὸ νὰ γράφει «τῶν θείων ὕμνων τοὺς ἔρωτες», τοὺς «λόγους τῶν ἐξηγήσεων», τοὺς «κατηχητικοὺς λόγους», τὰ «Πρακτικά, Γνωστικὰ καὶ Θεολογικὰ Κεφάλαια».

Δυσάρεστα ζητήματα ἐναντίων τοῦ Ὁσίου δημιούργησε ὁ σύγκελλος τοῦ Πατριάρχη, Μητροπολίτης Νικομήδειας Στέφανος. Ἀφορμὴ γι’ αὐτὸ ἦταν ἡ ἀγαθὴ φήμη τοῦ Ὁσίου. Ἐπειδὴ ὁ σύγκελλος δὲν μποροῦσε νὰ βρεῖ στὸν βίο τοῦ Ὁσίου κάποια κατηγορία, στράφηκε πρὸς τὸ πρόσωπο τοῦ κοιμηθέντος  ἤδη Γέροντός του. Ἡ κατηγορία τοῦ σύγκελλου ἦταν ὅτι ὁ Ὅσιος ὑμνοῦσε τὸν πνευματικό του πατέρα ὡς Ἅγιο. Τελικὰ ἔπεισε τὴν Σύνοδο νὰ διερευνήσει τὸ ζήτημα. Καὶ μετὰ τὴν διαδικασία αὐτή, ὅλοι ἀναγνώρισαν, ἐκτὸς τοῦ σύγκελλου, τὸ δίκαιο τοῦ Συμεών. Τότε ὁ σύγκελλος συνεργάστηκε μὲ μοναχοὺς ποὺ ἐχθρεύονταν τὸν Ὅσιο καὶ ἔκλεψε ἀπὸ τὴ μονὴ τὴν εἰκόνα ἐπὶ τῆς ὁποίας εἶχε ἁγιογραφηθεῖ ὁ πνευματικὸς πατέρας τοῦ Ὁσίου μαζὶ μὲ τὸν Χριστὸ καὶ ἄλλους Ἁγίους. Ὁ Ὅσιος διατάχθηκε νὰ προσέλθει στὴ Σύνοδο, γιὰ νὰ ἀπολογηθεῖ. Καὶ πάλι βρέθηκε ἀθῶος.

Ὁ Ὅσιος παρέμεινε ἐπὶ εἴκοσι πέντε χρόνια ὡς ἡγούμενος καὶ τὸ ἔτος 1005 ἀποσύρθηκε σὲ ἡσυχαστήριο στὸ ἀντίπερα ἐρημόκαστρο τῆς Χρυσουπόλεως, ποὺ ἐκαλεῖτο Παλουκητὸν καὶ ἡσύχαζε στὴ μονὴ τῆς Ἁγίας Μαρίνας. Στὴν ἡγουμενία τὸν διαδέχθηκε ὁ μαθητής του Ἀρσένιος. Κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 1022.

Ἡ Σύναξη αὐτοῦ ἐτελεῖτο στὴ μονὴ τοῦ Στουδίου, στὴ μονὴ τοῦ Ἁγίου Μάμαντος καὶ στὴ μονὴ τῆς Ἁγίας Μαρίνας.

Ὁ Ὅσιος Συμεὼν ἐδίδασκε ὅτι ἡ πρὸς Θεὸν εἰλικρινὴς ἀγάπη καὶ ἡ μετάνοια ἦσαν ἀσφαλεῖς ὁδοὶ πρὸς τὴ θέωση. Ἡ τριαδολογικὴ βάση τῆς θεώσεως τοῦ ἀνθρώπου ἀπολήγει ἱστορικὰ στὰ χριστολογικὰ πλαίσια τῆς σωτηρίας καὶ τῆς λυτρώσεως, μὲ σαφεῖς ἐκκλησιολογικὲς ἀλλὰ καὶ ἐσχατολογικὲς προεκτάσεις πρὸς τὴν ὁλοκλήρωση καὶ πλήρωση τῆς τελειώσεώς του. Τὸ φῶς τῆς Ἁγίας Τριάδος ἀποκαθαίρει τὴν καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου,  διαστέλει «τὸν μέτοχον αὐτοῦ» ἀπὸ τὸν κόσμο τοῦ σκότους καὶ τῆς πτώσεως καὶ δημιουργεῖ τὶς προϋποθέσεις, ὥστε οἱ πιστοὶ ἀπὸ τώρα νὰ ἀρχίσουν νὰ γεύονται τὴ μέλλουσα δόξα τους. Γράφει χαρακτηριστικὰ ὁ Ὅσιος Συμεών: «Τὸ φῶς τῆς Ἁγίας Τριάδος φαῖνον ἐν καθαρᾷ καρδία παντὸς ἀφιστᾷ τοῦ κόσμου καὶ τὸν μέτοχον αὐτοῦ ἀπ’ ἐντεῦθεν ἤδη ἐμφορεῖσθαι περὶ τῆς μελλούσης δόξης». Ἐδὼ ἡ θέωση σχετίζεται ἄμεσα μὲ τὸ ἱστορικὸ καὶ ἐσχατολογικὸ ἔργο τῆς Θείας Οἰκονομίας, ἀφοῦ τελικὸς σκοπὸς εἶναι ἡ σωτηρία καὶ ἡ δοξοποίηση τοῦ ἀνθρώπου. Αὐτοῦ τοῦ σωτηριολογικοῦ ἔργου «ἀπαρχή», «μεσότης» καὶ «τελειότης» εἶναι ὁ Χριστός.

Ἡ τελείωση καὶ ἡ θέωση ὁλοκληρώνεται στὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Ἀναφέρει σχετικὰ ὁ Ὅσιος ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι ἡ Βασιλεία καὶ ἡ Ἐδέμ. «Σὺ βασιλεία οὐρανῶν, σὺ γῆ, Χριστέ, πραέων, σὺ χλόης παράδεισος, σὺ ὁ νυμφὼν ὁ θεῖος».
Γιὰ τὴ θεολογική του κατάρτιση καὶ δεινότητα, ὁ Ὅσιος Συμεὼν ὀνομάσθηκε Νέος Θεολόγος, «ὁ Θεολόγος τοῦ φωτός»«ὁ Ἅγιος τοῦ φωτός». Κατὰ τὶς πνευματικὲς ἀναβάσεις τοῦ Ἁγίου, ἐπιδιδόμενος στὴν ἡσυχία, ἐλευθερωνόταν ἀπὸ τὴν ὕλη, ἡ γλῶσσα του γινόταν γλῶσσα πυρός, συνέθετε καὶ θεολογοῦσε θείους ὕμνους, γινόταν ὁλόκληρος πῦρ, ὁλόκληρος φῶς καὶ θεωνόταν κατὰ χάριν. Ἄλλοτε, μαρτυρεῖται ὅτι βρισκόταν ἐπάνω στὴ γῆ καὶ ἔχοντας τὰ χέρια ὑψωμένα καὶ προσευχόμενος, ἦταν «ὅλος φωτὸς καὶ ὅλος λαμπρότητος».

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

Ὁ Ὅσιος Συμεὼν ὁ Εὐλαβής

Ἡ μνήμη τοῦ Ὁσίου Συμεὼν δὲν ἀναφέρεται στοὺς Συναξαριστές, ἀλλὰ μνημονεύεται στὸ Βυζαντινὸν Ἑορτολόγιον. Ἔζησε περὶ τὰ μέσα τοῦ 10ου αἰῶνος μ.Χ. καὶ ἦταν διδάσκαλος τοῦ Ἁγίου Συμεὼν τοῦ Νέου Θεολόγου, ποὺ συνέθεσε καὶ τὴν ἀκολουθία πρὸς τιμὴν τοῦ Ὁσίου, ἡ ὁποία ὅμως δὲν σώζεται.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

Ὁ Ἅγιος Λαυρέντιος ὁ Μάρτυρας 

Ὁ Ἅγιος Μάρτυς Λαυρέντιος κατατάσσεται μεταξὺ τῶν τριακοσίων Μαρτύρων καὶ Ὁσίων τῆς Κύπρου, οἱ ὁποῖοι ἐπονομάζονται Ἀλαμανοί. Ὅμως δὲν πρόκειται οὔτε γιὰ Ἀλαμανούς, οὔτε γιὰ Φράγκους, ἀλλὰ οἱ Ἅγιοι ἦταν μοναχοί, οἱ ὁποῖοι κατάγονταν ἀπὸ τὴν Παλαιστίνη καὶ τὴ Συρία καὶ ἦλθαν στὴν Κύπρο λόγω τῶν διώξεων ἐκ μέρους τῶν Ἀράβων, κατὰ τὰ Βυζαντινὰ χρόνια καὶ πρὶν ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τῶν Σταυροφοριῶν. Πιθανότατα δὲν ἦλθαν ὅλοι μαζί, ἀλλὰ λίγοι – λίγοι, σὲ διαφορετικοὺς χρόνους. Τὴ μὴ δυτικὴ καταγωγὴ τους μαρτυροῦν καὶ αὐτὰ τὰ ἴδια τὰ ὀνόματά τους.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

 

Ὁ Ἅγιος Δημήτριος βασιλεὺς τῆς Γεωργίας 

Ὁ Ἅγιος Δημήτριος ὁ Β’, ὁ Θυσιαζόμενος, ἦταν υἱὸς τοῦ βασιλέως τῆς Γεωργίας Δαβὶδ ( 1269) καὶ καταγόταν ἀπὸ τὴ δυναστεία τῶν Βαγρατιδῶν. Μαρτύρησε τὸ ἔτος 1289 ἀπὸ τοὺς Τούρκους, ἐπὶ σουλτάνου Ἀργκοῦν.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς

 δεύτερη Κυριακὴ τῶν Νηστειῶν εἶναι ἀφιερωμένη στὸν γίγαντα τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, στὸν ἅγιο Γρηγόριο Παλαμᾶ, Ἀρχιεπίσκοπο Θεσσαλονίκης, ποὺ ἀνεδείχθη ἀστέρας λαμπερὸς τῆς προσευχῆς καὶ μύστης τῆς θεώσεως, θεολόγος μέγας, ἐφάμιλλος τῶν τριῶν ἱεραρχῶν,  ὁποῖος μὲ τοὺς ἀγῶνες του ὑπὲρ τῆς ἀληθείας, διεφύλαξε τὸ ὀρθόδοξο πλήρωμα ἀπὸ τοὺς λατινόφρονες καὶ τοὺς ἠθικολόγους αἱρετικοὺς φιλοσόφους τοῦ δεκάτου τετάρτου αἰῶνος.

Ἐπειδὴ ἴσως ὁ ἅγιος εἶναι ἄγνωστος σὲ πολλούς, θὰ ἀναφέρουμε σύντομα κάποια στοιχεῖα ἀπὸ τὸ βίο καὶ τὴ θεολογία του.

Ὁ ἅγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς γεννήθηκε στὴν Κωνσταντινούπολη ἀπὸ εὐσεβεστάτους καὶ ἁγίους γονεῖς. Ὑπῆρξε τὸ πρῶτο ἀπὸ τὰ ἕξι παιδιὰ τῆς οἰκογενείας, τῆς ὁποίας τὴν ἁγιότητα προσφάτως ἀνεγνώρισε τὸ Οἰκουμενικό μας Πατριαρχεῖο. Ἔλαβε σπουδαῖα μόρφωση, σὲ σημεῖο ὥστε οἱ αὐτοκράτορες ἐπιθυμοῦσαν νὰ τὸν προωθήσουν σὲ ἀνώτατα πολιτικὰ ἀξιώματα. Ὅμως ἐκεῖνος ἐπιθυμοῦσε τὴ μοναχικὴ ζωή, ἡ ὁποία εἶναι ἡ ἀνώτερη φιλοσοφικὴ ὁδός, ποὺ ὁδηγεῖ στὴν ἀληθινὴ γνώση, τὴ γνώση τοῦ Θεοῦ. Ἀσκήτευσε στὴν περιοχὴ τῆς Θράκης, στὸ Ἅγιον Ὄρος, ἀλλὰ καὶ στὴ Βέροια γιὰ μία πενταετία μαζὶ μὲ τὶς δύο ἀδελφὲς καὶ τοὺς δύο ἀδελφούς του. Μετὰ ἀπὸ πολλοὺς ἀγῶνες σὲ συνόδους, ταλαιπωρίες, ἄδικες φυλακίσεις, ἐκλέχθηκε Ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης.

Ἑκατομμύρια σελίδες κι ἂν γραφτοῦν γιὰ τὸν ἅγιο, θὰ εἶναι πράγματι λίγες, γιὰ νὰ ἀποδώσουν τὸ μέγεθος τῆς ἁγιότητός του καὶ τὸ μεγαλεῖο τῆς θεολογίας του. Ἐντούτοις θὰ περιοριστοῦμε νὰ ἀναφέρουμε ἐπιγραμματικὰ τὴν πεμπτουσία ἀπὸ ὅσα βίωσε καὶ ἔγραψε.

Ἡ θεολογία τοῦ ἁγίου συνίσταται στὴ δυνατότητα τοῦ ἀνθρώπου νὰ μετάσχῃστὴ θεωτικὴ ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ. Σκοπὸς τοῦ ἀνθρώπου δὲν εἶναι νὰ γίνῃ καλὸς ἄνθρωπος ἢ νὰ πλησιάσῃ τὸν Θεὸ μὲ τὴν μόρφωση καὶ τὴν φιλοσοφία, ἀλλὰ μὲ τὴν οἰκείωση τῆς θείας χάριτος, τὴν ὁποία ἐνορᾶ ὡς φῶς ἄκτιστο, θεϊκό, ὄχι ὑλικό, ὅπως τὸ φῶς τοῦ ἡλίου, ἀφοῦ πρωτίστως καθαρθῇ ἀπὸ τὰ ψυχικὰ καὶ πνευματικὰ πάθη διὰ τῆς προσευχῆς, τῆς ἐγκρατείας καὶ γενικῶς διὰ τῆς ἀσκήσεως. Τὸ ἄκτιστο φῶς εἶναι τὸ φῶς τῆς Μεταμορφώσεως καὶ Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ, γι’ αὐτὸ καὶ μέσα σὲ τοῦτο τὸ φῶς ὁ ἄνθρωπος μεταμορφώνεται καὶ γίνεται ἕνα μὲ τὸν ἀναστάντα Χριστό. Γίνεται κατὰ χάριν θεός καὶ λάμπει στὸ πνευματικὸ στερέωμα.

Σίγουρη, ἂν καὶ ὄχι μοναδική, μέθοδος γιὰ νὰ δῇ ὁ ἄνθρωπος τὸ ἄκτιστο φῶς τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ διὰ τῆς ἡσυχίας συνεχὴς προσευχὴ καὶ ἐπίκληση τοῦ ὀνόματος τοῦ Χριστοῦ, τὸ «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με, τὸν ἁμαρτωλόν», σὲ συνδυασμὸ μὲ τὴ συμμετοχὴ στὰ μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας, ἔργο ποὺ δὲν περιορίζεται στοὺς ἀσκητὲς καὶ μοναχούς, ἀλλὰ μπορεῖ νὰ ἐπεκτείνεται στὴν καθημερινὴ ζωὴ τῶν λαϊκῶν ἀνὰ πᾶσα στιγμή.

Μὲ τὴ θεολογία τοῦ ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ, καθὼς καὶ τοῦ ὑποστηρικτοῦ, βιογράφου καὶ ὑμνογράφου του, τοῦ ἁγίου Φιλοθέου Κοκκίνου, Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως, λύνεται καὶ ἡ μεγάλη λατινικὴ πλάνη τοῦ φιλιόκβε. Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ἐκπορεύεται ἀπὸ τὸν Πατέρα, ἀλλὰ αὐτὸ ποὺ πέμπεται καὶ ἀπὸ τὸν Υἱό, ὅπως φυσικὰ καὶ ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, εἶναι ἡ ἄκτιστη τριαδικὴ ἐνέργεια, ἡ ὁποία, ἐπειδὴ ἐνίοτε καλεῖται καὶ «Πνεῦμα», ἔχει γίνει ἀντικείμενο παρανόησης ἀπὸ τοὺς θεολόγους τῆς αἱρετικῆς παπικῆς ἐκκλησίας. Οἱ ἅγιοί μας ξεκαθάρισαν τὸ αὐτονόητο, ἀλλὰ τόσο δυσνόητο ἀπὸ τοὺς πλανεμένους λατίνους καὶ λατινόφρονες τῆς ἐποχῆς τους, ὅτι δηλαδὴ ὁ Χριστός, ὅταν λέγῃ «λάβετε Πνεῦμα Ἅγιο», δὲν μεταδίδῃ οὔτε τὴν οὐσία, οὔτε τὴν ὑπόσταση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, διότι ὄχι μόνον ἡ ἄκτιστη οὐσία τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀκοινώνητη ἀπὸ τὰ κτιστὰ ὄντα, ἀλλὰ καὶ οἱ ὑποστάσεις ἀκόμη καὶ μέσα στὴν τριαδικὴ κοινωνία. Ὁ κτιστὸς ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ γίνῃ κοινωνὸς μονάχα τῆς θείας ἐνέργειας, τῆς θείας χάριτος, ποὺ δημιουργεῖ, ζωοποιεῖ, λογοποιεῖ, μεταμορφώνει καὶ θεώνει τὰ κτιστὰ λογικὰ ὄντα.

Ἡ μνήμη τοῦ ἁγίου Γρηγορίου κανονικὰ τελεῖται στὶς 14 Νοεμβρίου. Ἡ Ἐκκλησία μας ὅμως μὲ τὴν σημερινὴ ἡμέρα ἐπιθυμεῖ νὰ μᾶς ὑπενθυμίσῃ τοὺς ἀγῶνες τοῦ μεγάλου ἁγίου γιὰ τὴν διαφύλαξη τῆς ὀρθοπραξίας μέσα ἀπὸ μία πορεία ποὺ ξεκινᾶ ἀπὸ τὴν κάθαρση τῶν παθῶν μας, διέρχεται μέσα ἀπὸ τὸν φωτισμὸ καὶ στοχεύει στὴν θέωση, τὴν ὁμοίωσή μας μὲ τὸν Ἰησοῦ Χριστό, τὸν σαρκωθέντα Θεό.

Ἂς ἐπικαλούμαστε τὸν θαυματουργὸ αὐτὸ ἅγιο τῆς οἰκουμενικῆς καὶ τοπικῆς μας Ἐκκλησίας, ζητῶντας νὰ πρεσβεύῃ στὸν Κύριο γιὰ τὴν κάθαρση, τὸν φωτισμὸ καὶ τὴν σωτηρία μας.

 

π. Στυλιανός Μακρής

Ἀκολουθίες Ὄρθρου Σαββάτου Β΄ Νηστειών - Σωφρονίου Ιεροσολύμων (11-03-2017), τροπάρια, ἀναγνώσματα Θείας Λειτουργίας, εδώ

Ἀκολουθίες Εσπερινου Σαββάτου και Ὄρθρου Κυριακής Β΄ Νηστειών - Γρηγορίου Παλαμά (11-03-2017--12-03-2017), τροπάρια, ἀναγνώσματα Θείας Λειτουργίας, εδώ

Για να κατεβάσετε τον Κατνυκτικό εσπερινό της Κυριακής Β΄ Νηστειών 12-03-2017 (Γρηγορίου του Παλαμά), πατήστε εδώ 

 Κανόνιον εδώ

Ὁ Ἅγιος Σωφρόνιος γεννήθηκε στὴν Δαμασκὸ τῆς Συρίας περὶ τὸ ἔτος 580 μ.Χ. καὶ ἦταν υἱὸς εὐσεβῶν καὶ ἐνάρετων γονέων, τοῦ Πλινθᾶ καὶ τῆς Μυροῦς. Λόγω τῆς καταγωγῆς του ἀποκαλεῖται καὶ Δαμασκηνός. Κατὰ τὴν νεαρή του ἡλικία ἐπισκέφθηκε τοὺς Ἁγίους Τόπους καὶ ἐκάρη μοναχὸς στὴ μονὴ τοῦ ἀββᾶ Θεοδοσίου, ὅπου συνδέθηκε πνευματικὰ μὲ τὸν ἐκεῖ ἀσκούμενο Ἰωάννη τὸν Μόσχο, ἀπὸ τὸν ὁποῖο διδάχθηκε πολλά. Μὲ τὴν συνοδεία αὐτοῦ ἐπισκέφθηκε τὴν Αἴγυπτο, ὅπου συνδέθηκε μὲ τὸν κύκλο τοῦ Ἁγίου Ἰωάννη τοῦ Ἐλεήμονος καὶ τὴ Ρώμη. Τότε πέθανε καὶ ὁ Ἰωάννης ὁ Μόσχος (620 μ.Χ.). Ὁ Σωφρόνιος μετακόμισε τὸ λείψανο αὐτοῦ στὰ Ἱεροσόλυμα καί, ἀφοῦ τὰ ἐνταφίασε στὴ μονὴ τοῦ Ὁσίου Θεοδοσίου, ἐπανέκαμψε στὴν Ἀλεξάνδρεια. Ἐκεῖ προσβλήθηκε τότε ἀπὸ ἀνίατη ἀσθένεια τῶν ὀφθαλμῶν. Ἐπισκέφθηκε τότε τὸ ναὸ τῶν Ἁγίων Ἀναργύρων Κύρου καὶ Ἰωάννου στὸ Ἀμπουκὶρ καὶ θεραπεύθηκε. Τὸ θαῦμα αὐτὸ περιέλαβε σὲ ἐγκώμιό του πρὸς τοὺς Ἁγίους αὐτούς.

Στὴν συνέχεια ἐπισκέφθηκε τὴν Κωνσταντινούπολη μὲ τὴν ἐλπίδα νὰ προσεταιρισθεῖ τὸν Πατριάρχη Σέργιο Α’ (610 – 638 μ.Χ.) στὶς θέσεις του κατὰ τῶν Μονοφυσιτῶν καὶ νὰ ἐκφράσει τὶς διαφωνίες του κατὰ τοῦ ἑνωτικοῦ σχεδίου, τὸ ὁποῖο ὁ Πατριάρχης Ἀλεξανδρείας Κύρος ὁ ἀπὸ Φάσιδος (630 – 643 μ.Χ.) ἑτοίμαζε γιὰ νὰ σιγάσει τὴν διαμάχη μεταξὺ Ὀρθοδόξων καὶ Μονοφυσιτῶν. Ἀλλὰ ἀπέτυχε καὶ ἀπογοητευμένος ἐπανῆλθε στὰ Ἱεροσόλυμα.

Ὅταν πέθανε ὁ Ἅγιος Μόδεστος, Πατριάρχης Ἱεροσολύμων ( 16 Δεκεμβρίου), ὁ Ἅγιος Σωφρόνιος, γιὰ τὴν ὑπερβάλλουσα ἀρετή του, ἀνῆλθε τὸ ἔτος 634 μ.Χ. στὸν πατριαρχικὸ θρόνο τῆς Σιωνίτιδος Ἐκκλησίας. Ἡ κατάσταση ἦταν θλιβερή. Ἐσωτερικὰ ἡ Ὀρθοδοξία ὑπέφερε ἀπὸ τὴν αἵρεση τοῦ μονοφυσιτισμοῦ. Ἐξωτερικὰ οἱ Ἄραβες περιέσφιγγαν τὴν πόλη τῶν Ἱεροσολύμων. Ἤδη κατεῖχαν τὴ Βηθλεὲμ καὶ ὁ Ἅγιος Σωφρόνιος μὴ δυνάμενος, κατὰ τὸν Δεκέμβριο τοῦ ἔτους 634 μ.Χ., νὰ μεταβεῖ ἐκεῖ γιὰ νὰ γιορτάσει τὴν γέννηση τοῦ Θεανθρώπου, θρηνεῖ. Γιὰ τὴν ἀποκατάσταση κάποιας ἠρεμίας στὸ ποίμνιό του, συγκαλεῖ Σύνοδο καὶ καταδικάζει τὸν Μονοφυσιτισμό. Γιὰ τὴν ἀπόκρουση τῶν Ἀράβων ὀργανώνει τὴν ἄμυνα τῆς πόλεως. Τὸ ἔτος 637 μ.Χ. ὅμως ἀναγκάζεται νὰ παραδώσει τὴν πόλη τῶν Ἱεροσολύμων στὸν χαλίφη Ὀμάρ.

Ὁ Ἅγιος Σωφρόνιος κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἑπόμενο ἔτος, 638 μ.Χ.
Τὸ συγγραφικό του ἔργο εἶναι σαφῶς καὶ καθαρὰ ποιητικό. Διακρίθηκε κυρίως στὴν συγγραφὴ ἰδιομέλων καὶ τοῦ βίου τῶν Ἁγίων Ἀναργύρων, Ἰωάννου τοῦ Ἐλεήμονος καὶ Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

Ἀπολυτίκιο. Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Σωφροσύνης τὴν αἴγλην πλουτήσας Ὅσιε, τῆς εὐσέβειας ἐκφαίνεις τὸν ὑπὲρ νοῦν φωτισμόν, ταῖς τῶν λόγων ἀστραπαῖς Πάτερ Σωφρόνιε· σὺ γὰρ σοφίας κοινωνός, διὰ βίου γεγονώς, στηρίζεις τὴν Ἐκκλησίαν, ὡς εὐκλεὴς Ἱεράρχης, καὶ πρεσβευτὴς ἡμῶν πρὸς Κύριον.

 

Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Λαμπρυνθεὶς τοῦ Πνεύματος τῇ ἐπιπνοίᾳ, Ἱεράρχης ὅσιος, ὡς Ἀποστόλων μιμητής, ἐν τῇ Σιὼν ἐχρημάτισας, Πάτερ παμμάκαρ, Σωφρόνιε πάνσοφε.

 

Μεγαλυνάριον.
Αἴγλην γλωσσοπύρσευτον εἰληφώς, ἐν Σιὼν τῇ θείᾳ, προσφοιτήσασαν μυστικῶς, ὤφθης Ἐκκλησίας, θεοειδὴς ἐκφάντωρ, καὶ στόμα θεῖον ὄντως, Πάτερ Σωφρόνιε.

Ὁ Ἅγιος Σωφρόνιος γεννήθηκε στὴν Δαμασκὸ τῆς Συρίας περὶ τὸ ἔτος 580 μ.Χ. καὶ ἦταν υἱὸς εὐσεβῶν καὶ ἐνάρετων γονέων, τοῦ Πλινθᾶ καὶ τῆς Μυροῦς. Λόγω τῆς καταγωγῆς του ἀποκαλεῖται καὶ Δαμασκηνός. Κατὰ τὴν νεαρή του ἡλικία ἐπισκέφθηκε τοὺς Ἁγίους Τόπους καὶ ἐκάρη μοναχὸς στὴ μονὴ τοῦ ἀββᾶ Θεοδοσίου, ὅπου συνδέθηκε πνευματικὰ μὲ τὸν ἐκεῖ ἀσκούμενο Ἰωάννη τὸν Μόσχο, ἀπὸ τὸν ὁποῖο διδάχθηκε πολλά. Μὲ τὴν συνοδεία αὐτοῦ ἐπισκέφθηκε τὴν Αἴγυπτο, ὅπου συνδέθηκε μὲ τὸν κύκλο τοῦ Ἁγίου Ἰωάννη τοῦ Ἐλεήμονος καὶ τὴ Ρώμη. Τότε πέθανε καὶ ὁ Ἰωάννης ὁ Μόσχος (620 μ.Χ.). Ὁ Σωφρόνιος μετακόμισε τὸ λείψανο αὐτοῦ στὰ Ἱεροσόλυμα καί, ἀφοῦ τὰ ἐνταφίασε στὴ μονὴ τοῦ Ὁσίου Θεοδοσίου, ἐπανέκαμψε στὴν Ἀλεξάνδρεια. Ἐκεῖ προσβλήθηκε τότε ἀπὸ ἀνίατη ἀσθένεια τῶν ὀφθαλμῶν. Ἐπισκέφθηκε τότε τὸ ναὸ τῶν Ἁγίων Ἀναργύρων Κύρου καὶ Ἰωάννου στὸ Ἀμπουκὶρ καὶ θεραπεύθηκε. Τὸ θαῦμα αὐτὸ περιέλαβε σὲ ἐγκώμιό του πρὸς τοὺς Ἁγίους αὐτούς.

Στὴν συνέχεια ἐπισκέφθηκε τὴν Κωνσταντινούπολη μὲ τὴν ἐλπίδα νὰ προσεταιρισθεῖ τὸν Πατριάρχη Σέργιο Α’ (610 – 638 μ.Χ.) στὶς θέσεις του κατὰ τῶν Μονοφυσιτῶν καὶ νὰ ἐκφράσει τὶς διαφωνίες του κατὰ τοῦ ἑνωτικοῦ σχεδίου, τὸ ὁποῖο ὁ Πατριάρχης Ἀλεξανδρείας Κύρος ὁ ἀπὸ Φάσιδος (630 – 643 μ.Χ.) ἑτοίμαζε γιὰ νὰ σιγάσει τὴν διαμάχη μεταξὺ Ὀρθοδόξων καὶ Μονοφυσιτῶν. Ἀλλὰ ἀπέτυχε καὶ ἀπογοητευμένος ἐπανῆλθε στὰ Ἱεροσόλυμα.

Ὅταν πέθανε ὁ Ἅγιος Μόδεστος, Πατριάρχης Ἱεροσολύμων ( 16 Δεκεμβρίου), ὁ Ἅγιος Σωφρόνιος, γιὰ τὴν ὑπερβάλλουσα ἀρετή του, ἀνῆλθε τὸ ἔτος 634 μ.Χ. στὸν πατριαρχικὸ θρόνο τῆς Σιωνίτιδος Ἐκκλησίας. Ἡ κατάσταση ἦταν θλιβερή. Ἐσωτερικὰ ἡ Ὀρθοδοξία ὑπέφερε ἀπὸ τὴν αἵρεση τοῦ μονοφυσιτισμοῦ. Ἐξωτερικὰ οἱ Ἄραβες περιέσφιγγαν τὴν πόλη τῶν Ἱεροσολύμων. Ἤδη κατεῖχαν τὴ Βηθλεὲμ καὶ ὁ Ἅγιος Σωφρόνιος μὴ δυνάμενος, κατὰ τὸν Δεκέμβριο τοῦ ἔτους 634 μ.Χ., νὰ μεταβεῖ ἐκεῖ γιὰ νὰ γιορτάσει τὴν γέννηση τοῦ Θεανθρώπου, θρηνεῖ. Γιὰ τὴν ἀποκατάσταση κάποιας ἠρεμίας στὸ ποίμνιό του, συγκαλεῖ Σύνοδο καὶ καταδικάζει τὸν Μονοφυσιτισμό. Γιὰ τὴν ἀπόκρουση τῶν Ἀράβων ὀργανώνει τὴν ἄμυνα τῆς πόλεως. Τὸ ἔτος 637 μ.Χ. ὅμως ἀναγκάζεται νὰ παραδώσει τὴν πόλη τῶν Ἱεροσολύμων στὸν χαλίφη Ὀμάρ.

Ὁ Ἅγιος Σωφρόνιος κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἑπόμενο ἔτος, 638 μ.Χ.
Τὸ συγγραφικό του ἔργο εἶναι σαφῶς καὶ καθαρὰ ποιητικό. Διακρίθηκε κυρίως στὴν συγγραφὴ ἰδιομέλων καὶ τοῦ βίου τῶν Ἁγίων Ἀναργύρων, Ἰωάννου τοῦ Ἐλεήμονος καὶ Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας.

 

 

Ἀπολυτίκιο. Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Σωφροσύνης τὴν αἴγλην πλουτήσας Ὅσιε, τῆς εὐσέβειας ἐκφαίνεις τὸν ὑπὲρ νοῦν φωτισμόν, ταῖς τῶν λόγων ἀστραπαῖς Πάτερ Σωφρόνιε· σὺ γὰρ σοφίας κοινωνός, διὰ βίου γεγονώς, στηρίζεις τὴν Ἐκκλησίαν, ὡς εὐκλεὴς Ἱεράρχης, καὶ πρεσβευτὴς ἡμῶν πρὸς Κύριον.

 

Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Λαμπρυνθεὶς τοῦ Πνεύματος τῇ ἐπιπνοίᾳ, Ἱεράρχης ὅσιος, ὡς Ἀποστόλων μιμητής, ἐν τῇ Σιὼν ἐχρημάτισας, Πάτερ παμμάκαρ, Σωφρόνιε πάνσοφε.

 

Μεγαλυνάριον.
Αἴγλην γλωσσοπύρσευτον εἰληφώς, ἐν Σιὼν τῇ θείᾳ, προσφοιτήσασαν μυστικῶς, ὤφθης Ἐκκλησίας, θεοειδὴς ἐκφάντωρ, καὶ στόμα θεῖον ὄντως, Πάτερ Σωφρόνιε.

Ὁ Ἅγιος Πιόνιος ὁ Μάρτυρας ὁ Πρεσβύτερος

Ὁ Ἅγιος Μάρτυρας Πιόνιος ἔζησε κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Δεκίου (249 – 251 μ.Χ.) καὶ ἦταν πρεσβύτερος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Σμύρνης. Ἔλεγχε τοὺς Ἰουδαίους καὶ τοὺς Ἐθνικοὺς καὶ τοὺς ἔπειθε ἀπὸ τὶς θεῖες Γραφὲς ὅτι ἕνας μόνο εἶναι ὁ Θεὸς ὁ ἀληθινός, ὁ Δημιουργὸς τῶν πάντων καὶ ὁ μονογενής Του Υἱὸς Ἰησοῦς Χριστὸς καὶ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον καὶ κήρυττε ὅτι ὅλοι οἱ ἁμαρτωλοὶ καὶ οἱ ἄπιστοι θὰ τιμωρηθοῦν καὶ θὰ παραδοθοῦν στὸ πῦρ τὸ αἰώνιο. Ἔτσι συνελήφθη ἀπὸ τοὺς εἰδωλολάτρες μαζὶ μὲ ἄλλους Χριστιανούς. Καὶ πρῶτα παραδόθηκε ἁλυσοδεμένος στὸν Πολέμωνα, τὸν ἱερέα τῶν εἰδώλων καὶ στὸν ἄρχοντα τῆς πόλεως Ἐλπίδιο. Ἔπειτα ὁδηγήθηκε στὸν ἡγεμόνα τῆς χώρας, ἀνθύπατο Κοντυλιανό, ὁ ὁποῖος ἔδωσε ἐντολὴ νὰ τὸν βασανίσουν. Τὸν κτύπησαν ἀνηλεῶς μέχρι θανάτου καὶ ἀφοῦ τὸν κρέμασαν σὲ ξύλο, κατέκαψαν τὰ πλευρά του μὲ ἀναμμένες δάδες φωτιᾶς. Στὴν συνέχεια τὸν ἔριξαν μέσα σὲ καμίνι καὶ ὁ Ἅγιος προσευχόμενος μέσα σὲ αὐτό, τελείωσε μαρτυρικὰ τὸν βίο του.
Ἡ Σύναξή του ἐτελεῖτο στὸ Λιθόστρωτο, ὅπου ὑπῆρχε ναὸς ἀφιερωμένος στὸν Ἅγιο.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

 

Ἡ Ἁγία Σαβίνα ἡ Μάρτυς 

Ἡ μνήμη τῆς Ἁγίας Σαβίνας εἶναι ἄγνωστη στοὺς Συναξαριστές. Τμᾶται μαζὶ μὲ τὸν Ἅγιο Πιόνιο. Ἡ κοινὴ μνήμη τῶν Ἁγίων ἀναφέρεται στὸν Βατοπαιδινὸ Κώδικα ὅπου φαίνεται ὅτι ἡ Ἁγία Μάρτυς Σαβίνα συνεμαρτύρησε μετὰ τοῦ Ἁγίου Πιονίου. Στοὺς δύο αὐτοὺς Μάρτυρες τῆς πίστεως συνέθεσε Κανόνα ὁ ὑμνογράφος Θεοφάνης.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

Οἱ Ἅγιοι Θαλλὸς καὶ Τρόφιμος οἱ Μάρτυρες 

Οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες Τρόφιμος καὶ Θαλλὸς κατάγονταν ἀπὸ τὴν Στρατονίκη. Συνελήφθησαν, ἐπειδὴ ἦταν Χριστιανοί, κατὰ τὸν ἐκραγέντα διωγμὸ ἐπὶ αὐτοκρατόρων Διοκλητιανοῦ (284 – 305 μ.Χ.) καὶ Μαξιμιανοῦ (285 – 305 μ.Χ.) καὶ ἄρχοντος τῆς Λαοδικείας τῆς Φρυγίας, Ἀσκληπιοῦ. Τοὺς κρέμασαν γυμνοὺς ἐπάνω σὲ ξύλο καὶ τοὺς ξέσκισαν τὶς σάρκες. Ἐπειδὴ δέ, διεκωμώδησαν τὰ εἴδωλα, ὁ ἡγεμόνας Ἀσκληπιὸς διέταξε νὰ κρεμαστοῦν ἐπὶ σταυροῦ, ἐπάνω στὸν ὁποῖο οἱ Μάρτυρες παρέδωσαν τὸ πνεῦμα. Ἦταν τὸ ἔτος 298 μ.Χ.
Οἱ Χριστιανοὶ περισυνέλεξαν τὰ Ἅγια Λείψανα καὶ τὰ κατέθεσαν στὸ ναό. Ἐκεῖ προσῆλθε ἡ σύζυγος τοῦ Ἀσκληπιοῦ καὶ ράντισε μὲ μύρα τὴ θήκη τῶν Μαρτύρων, ἀπλώνοντας πάνω σὲ αὐτὴ ὕφασμα πολύτιμο. Ἀργότερα δύο εὐσεβεῖς συμπολίτες τῶν Ἁγίων, ὁ Ζώσιμος καὶ ὁ Ἀρτέμιος, μετεκόμισαν τὰ ἱερὰ λείψανα στὴ γενέτειρα τῶν Ἁγίων καὶ κατέθεσαν αὐτὰ ἔξω ἀπὸ τὴν πόλη, στὰ Λατομεῖα.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

Οἱ Ἅγιοι Θαλλὸς καὶ Τρόφιμος οἱ Μάρτυρες 

Οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες Τρόφιμος καὶ Θαλλὸς κατάγονταν ἀπὸ τὴν Στρατονίκη. Συνελήφθησαν, ἐπειδὴ ἦταν Χριστιανοί, κατὰ τὸν ἐκραγέντα διωγμὸ ἐπὶ αὐτοκρατόρων Διοκλητιανοῦ (284 – 305 μ.Χ.) καὶ Μαξιμιανοῦ (285 – 305 μ.Χ.) καὶ ἄρχοντος τῆς Λαοδικείας τῆς Φρυγίας, Ἀσκληπιοῦ. Τοὺς κρέμασαν γυμνοὺς ἐπάνω σὲ ξύλο καὶ τοὺς ξέσκισαν τὶς σάρκες. Ἐπειδὴ δέ, διεκωμώδησαν τὰ εἴδωλα, ὁ ἡγεμόνας Ἀσκληπιὸς διέταξε νὰ κρεμαστοῦν ἐπὶ σταυροῦ, ἐπάνω στὸν ὁποῖο οἱ Μάρτυρες παρέδωσαν τὸ πνεῦμα. Ἦταν τὸ ἔτος 298 μ.Χ.
Οἱ Χριστιανοὶ περισυνέλεξαν τὰ Ἅγια Λείψανα καὶ τὰ κατέθεσαν στὸ ναό. Ἐκεῖ προσῆλθε ἡ σύζυγος τοῦ Ἀσκληπιοῦ καὶ ράντισε μὲ μύρα τὴ θήκη τῶν Μαρτύρων, ἀπλώνοντας πάνω σὲ αὐτὴ ὕφασμα πολύτιμο. Ἀργότερα δύο εὐσεβεῖς συμπολίτες τῶν Ἁγίων, ὁ Ζώσιμος καὶ ὁ Ἀρτέμιος, μετεκόμισαν τὰ ἱερὰ λείψανα στὴ γενέτειρα τῶν Ἁγίων καὶ κατέθεσαν αὐτὰ ἔξω ἀπὸ τὴν πόλη, στὰ Λατομεῖα.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

Οἱ Ἅγιοι Ἡρακλῆς καὶ Ζωσιμᾶς οἱ Μάρτυρες

Οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες Ἡρακλῆς καὶ Ζωσιμᾶς μαρτύρησαν στὴν Καρθαγένη. Δὲν ἔχουμε περισσότερες λεπτομέρειες γιὰ τὸν βίο καὶ τὸ Μαρτύριο τῶν Ἁγίων.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

Οἱ Ἅγιοι Σύριοι Μάρτυρες 

Οἱ Ἅγιοι αὐτοὶ Μάρτυρες μαρτύρησαν κατὰ τὸν 4ο αἰώνα μ.Χ. Δὲν ἔχουμε περισσότερες λεπτομέρειες γιὰ τὸ Μαρτύριο τῶν Ἁγίων.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

Ὁ Ὅσιος Γεώργιος ὁ Σιναΐτης 

Ὁ Ὅσιος Γεώργιος ἔζησε τὸν 6ο αἰώνα μ.Χ. Ἦταν μοναχὸς τοῦ ὄρους Σινᾶ κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἰουστινιανοῦ Α’ τοῦ Μεγάλου (527 – 565 μ.Χ.). Στὸ Συναξάρι του ἀναφέρεται ὅτι ἐπισκέφθηκε τοὺς Ἁγίους Τόπους, ἐπὶ Πατριάρχη Ἱεροσολύμων Πέτρου Α’ (524 – 552 μ.Χ.), χωρὶς νὰ μετακινηθεῖ ἀπὸ τὸ ὄρος Σινά! Ὅταν ὁ Πατριάρχης Πέτρος τὸν εἶδε στὰ Ἱεροσόλυμα, τὸν κάλεσε στὴν Τράπεζα. Καὶ ἐπειδὴ ὁ Ὅσιος δὲν πῆγε, ὁ Πατριάρχης ἔγραψε παραπονούμενος στοὺς Σιναΐτες Πατέρες, χαρακτηρίζοντας τὸν ὡς ἀπειθή. Ἀλλὰ οἱ Σιναΐτες Πατέρες καὶ ὁ ἴδιος ὁ Ὅσιος τὸν βεβαίωσαν ὅτι ἐπὶ ἑβδομήντα χρόνια ἀσκούμενος δὲν ἐξῆλθε τοῦ Σινᾶ, οὔτε ποτὲ μετέβη στὰ Ἱεροσόλυμα.

Πῶς, ὅμως, ἀφοῦ ὁ Ὅσιος δὲν ἐξῆλθε ποτὲ ἀπὸ τὸ ὄρος Σινᾶ, τὸν εἶδε ὁ Πατριάρχης στὰ Ἱεροσόλυμα καὶ κατήγγειλε γιὰ ἀπείθεια τὸν καλὸ ἀσκητή; Τὸ γεγονὸς αὐτὸ ἐκλήφθηκε ὡς μέγα χάρισμα, τὸ ὁποῖο δόθηκε ἀπὸ τὸν Θεὸ στὸν Ὅσιο.
Ὁ Ὅσιος Γεώργιος κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

 

Ὁ Ἅγιος Κωνσταντίνος ὁ βασιλεὺς

Ὁ Ἅγιος Κωνσταντίνος γεννήθηκε τὸ ἔτος 570 μ.Χ. καὶ ἦταν υἱὸς τοῦ βασιλέως Ρίντερχ Χέελ, τοῦ Στρὰθ Κλάιντ καὶ τῆς βασιλίσσης Λανγκουορέφης. Καθοδηγήθηκε στὸν Χριστιανισμὸ ἀπὸ τὸν Ἅγιο Κολούμπα καὶ ἀγωνίσθηκε ὑπὲρ τῆς Ὀρθόδοξης πίστης στὴν Ἀγγλία καὶ στὴν Ἰρλανδία. Ὁ Ἅγιος Κωνσταντίνος κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη περὶ τὸ ἔτος 640 μ.Χ.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

Ὁ Ἅγιος Εὐλόγιος ὁ Ἱερομάρτυρας καὶ οἱ σὺν αὐτῷ ἐν Κορδούῃ Ἱσπανίας

Ὁ Ἅγιος Ἱερομάρτυς Εὐλόγιος γεννήθηκε στὴν πόλη Κορδούη τῆς Ἱσπανίας κατὰ τὸν 8ο αἰώνα μ.Χ. ἀπὸ εὐσεβὴ καὶ ἀριστοκρατικὴ οἰκογένεια. Ἀπὸ τὴν παιδική του ἡλικία ἀνατράφηκε μὲ τὰ νάματα τῆς χριστιανικῆς πίστεως.

Τὰ χρόνια ὅμως ἐκεῖνα ἦταν δύσκολα. Ἡ ἀραβικὴ κατοχὴ τῆς χώρας (711 μ.Χ.) εἶχε ἐπιφέρει πολλὰ δεινὰ στὴν Ἐκκλησία, ποὺ ἦταν διαιρεμένη σὲ τρεῖς ἐπαρχίες μὲ εἴκοσι ἐννέα Ἐπισκόπους καὶ προσπαθοῦσε νὰ ἀνταπεξέλθει στοὺς διωγμοὺς τῶν Μωαμεθανῶν κατακτητῶν ἀλλὰ καὶ στοὺς ἐκ τῶν ἔσω πειρασμούς, ὅπως οἱ αἱρέσεις. Πολλοὶ κληρικοὶ καὶ μοναχοί, ἐξ’ αἰτίας τῆς ἐπιδρομῆς τῶν ἀλλοφύλων ἐγκαταστάθηκαν στὴν Γαλλία μεταφέροντας μαζί τους τὸ βησιγοτθικὸ ἐκκλησιαστικὸ πνεῦμα καὶ τὸ μοζαραβικὸ τυπικό. Παρ’ ὅλα αὐτὰ στὴν Ἱσπανία, ἡ μοζαραβικὴ Ἐκκλησία διατήρησε τὴν παράδοση καὶ τὴν ὀργάνωσή της μέχρι τὴν ἐποχὴ τῆς «πλήρους ἐπανακτήσεως» (15ος αἰώνας μ.Χ.), ὁπότε, δυστυχῶς, ἡ σχισματικὴ Ρώμη εἶχε πιὰ ἐπιβάλει παντοῦ στὰ ἐπανακτώμενα μέρη μαζὶ μὲ τὴ λατινικὴ παράδοση καὶ τὸ τυπικὸ καὶ τὴν αἱρετικὴ διδασκαλία της.

Καρπὸς τῶν διωγμῶν κατὰ τὴν ἐποχὴ τῆς ἀραβοκρατίας, ὑπῆρξε ἡ παρουσία πολλῶν Μαρτύρων. Ἡ Κορδούη, τόπος ἰσλαμικῆς λατρείας μὲ τὸ μεγάλο τέμενος τῶν χιλίων καὶ ἑνὸς κιόνων, πῆρε τὴν πρώτη θέση στὸ ἱσπανικὸ μαρτυρολόγιο τοῦ 9ου αἰώνα μ.Χ.

Ὁ Εὐλόγιος εἶχε μελετήσει σὲ βάθος τοὺς Πατέρες, τὴν Παράδοση καὶ τὴ Θεολογία τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ ζωή του ἦταν ἀπολύτως σύμφωνη μὲ τὰ ὅσα μελετοῦσε καθημερινὰ καὶ δίδασκαν οἱ Θεῖες Γραφές. Ἡ ἄσκηση, ἡ προσευχὴ καὶ ἡ νηστεία, καθάριζαν τὴν ψυχή του, ποὺ ἔλαμπε ὡς φωτεινὸς λύχνος διαλύοντας τὰ σκοτάδια τῆς ἀπιστίας. Τὸ ἔτος 850 μ.Χ. ξέσπασε διωγμὸς κατὰ τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἱσπανίας. Οἱ Μαυριτανοὶ ἀγρίεψαν. Ὁδηγημένοι ἀπὸ ἕναν ἀποστάτη Ἐπίσκοπο συνέλαβαν καὶ ἔκλεισαν στὴν φυλακὴ ὅλους τοὺς ἱερεῖς τῆς Κορδούης μαζὶ μὲ τὸν Ἐπίσκοπό τους. Μέσα στὴν φυλακὴ ὁ Εὐλόγιος ἔδινε θάρρος στοὺς ἀδελφοὺς νὰ ἀντέξουν μὲ ὑπομονὴ καὶ καρτερία τὴ δοκιμασία. Τὰ λόγια του ἐκεῖνα στήριξαν δύο μαθήτριες, πνευματικά του παιδιά, νὰ ὑποστοῦν μὲ πνευματικὴ ἀνδρεία τὸ μαρτύριο, λίγο μετὰ τὴν ἔξοδό τους ἀπὸ τὴ φυλακή, τὸ ἔτος 851 μ.Χ. Οἱ δύο παρθένες πέρασαν στὸ Ὀρθόδοξο Μαρτυρολόγιο ἀνώνυμα, ὅμως τὰ ὀνόματά τους τὰ γνωρίζει ὁ Ἀγωνοθέτης καὶ Στεφανωτής τους Χριστός. Ὁ Ἅγιος Εὐλόγιος συνέταξε τὸ Συναξάριό τους, γιὰ νὰ προτρέψει καὶ τοὺς ἄλλους διωκόμενους Χριστιανοὺς νὰ τὶς μιμηθοῦν. Τὰ γραπτὰ καὶ προφορικά του κηρύγματα κράτησαν πολλοὺς Χριστιανοὺς στὴν πατρώα εὐσέβεια καὶ τοὺς διεφύλαξαν ἀπὸ τὴν ἀποστασία καὶ τὴν ἄρνηση τοῦ Χριστοῦ. Μάλιστα ὁ Ἅγιος συνέγραψε τρία βιβλία μὲ τὶς πράξεις καὶ τὸ τέλος τῶν Νεομαρτύρων τοῦ διωγμοῦ τῆς ἐποχῆς αὐτῆς.

Ὅλα αὐτὰ συνετέλεσαν, ὥστε ὁ Εὐλόγιος νὰ θεωρηθεῖ ὡς ἡ πιὸ σημαντικὴ ἐκκλησιαστικὴ προσωπικότητα τοῦ καιροῦ του καὶ ἡ Ἐκκλησία νὰ τὸν ἐκλέξει στὸ ἐπισκοπικὸ ἀξίωμα τὸ ἔτος 858 μ.Χ. Ὁ νέος Ἐπίσκοπος Κορδούης, πρὶν ἀναλάβει τὰ καθήκοντά του, πρὶν γίνει ἡ ἐνθρόνισή του, συνελήφθη καὶ πάλι καὶ ὁδηγήθηκε στὴν φυλακή. Ἡ κατηγορία ἦταν ὅτι περιέθαλψε καὶ ἔκρυψε μία νεαρὴ Χριστιανή, τὴν Λεωκρητία, ποὺ οἱ ἴδιοι οἱ γονεῖς της ἤθελαν νὰ ἀσπαστεῖ τὴν θρησκεία τοῦ Μωάμεθ. Ὁ Εὐλόγιος κατηγορήθηκε ὄχι μόνο γιὰ ἀπαγωγή, ἀλλὰ καὶ γιὰ διαφθορὰ τῆς νεαρῆς Λεωκρητίας. Στὴν ἀπολογία του εἶπε πὼς κανεὶς ποιμένας δὲν ἀρνήθηκε τὴν συμπαράστασή του σὲ ὁποιοδήποτε μέλος τοῦ ποιμνίου του καὶ ἀκόμη κάτι πιὸ σημαντικό: τὸ καθῆκον τοῦ ἱερέως τοῦ Χριστοῦ εἶναι νὰ διδάξει στοὺς πιστοὺς πὼς ἂν ἔχουν νὰ διαλέξουν μεταξὺ Θεοῦ καὶ γονέων, νὰ διαλέγουν τὸν Θεό. Ὁ Ἅγιος Εὐλόγιος δὲν σταμάτησε ἐκεῖ. Πρότεινε στὸν Μουσουλμάνο δικαστὴ νὰ συζητήσουν, γιὰ νὰ τοῦ ἀποδείξει τὴν ἀπάτη τῆς θρησκείας τοῦ Μωάμεθ.

Ὁ Ἅγιος, μετὰ ἀπὸ αὐτά, ὁδηγήθηκε στὸ συμβούλιο τῆς αὐλῆς τοῦ κατακτητοῦ βασιλέως καὶ ἐκεῖ συνέχισε πάλι, μὲ πνευματικὴ ἀνδρεία καὶ παρρησία, τὴ χριστιανικὴ ἀπολογητική του. Τὸ ἀποτέλεσμα ἦταν νὰ καταδικαστεῖ σὲ θάνατο διὰ ἀποκεφαλισμοῦ.

Στὸν δρόμο τοῦ μαρτυρίου ὁ Ἅγιος Εὐλόγιος δέχθηκε, ὅπως καὶ ὁ Κύριός του στὸν δρόμο πρὸς τὸν Γολγοθά, ἕνα ράπισμα ἀπὸ ἕναν εὐνοῦχο τῆς συνοδείας τῶν δημίων του. Ἀμέσως ὁ Ἅγιος ἔστρεψε καὶ τὸ ἄλλο μάγουλο χωρὶς νὰ διαμαρτυρηθεῖ. Ὁ ἄπιστος κτύπησε καὶ πάλι γιὰ δεύτερη φορά.

Στὴν συνέχεια, σιωπηλὰ πάντοτε καὶ προσευχόμενος γιὰ τοὺς διῶκτες του καὶ τὸ λαό του, ἔσκυψε τὸ κεφάλι του κάτω ἀπὸ τὸ μαχαίρι τοῦ δημίου. Πλῆθος Ἀγγέλων ὁδήγησε τὴν ψυχή του στὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Ἦταν τὸ ἔτος 859 μ.Χ.
Ἡ Λεωκρητία ἀποκεφαλίσθηκε τὴν ἑπόμενη Τετάρτη, ὅπως διασώζουν τὰ Συναξάρια καὶ πρόσθεσε ἕνα ἀκόμη στέφανο δόξας στὸ Μαρτυρολόγιο τῆς Ὀρθοδόξου Ἱσπανικῆς Ἐκκλησίας.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

 

Ὁ Ἅγιος Γεώργιος ὁ Νεοφανὴς ὁ ἐν Διϊπίῳ 

Ὁ Ὅσιος Γεώργιος ἔζησε κατὰ τὸν 10ο αἰώνα μ.Χ. Κατὰ τὸν Παρισινὸ Κώδικα ἤκμασε ἐπὶ Ἰωάννου Α’ τοῦ Τσιμισκῆ (969 – 976 μ.Χ.), κατὰ δὲ τὸν Κώδικα τῆς Βιέννης ἐπὶ Ρωμανοῦ καὶ Κωνσταντίνου τῶν Πορφυρογέννητων (956 – 963 μ.Χ.). Ἡ μνήμη του ἀναφέρεται, ἐπίσης, στὸν Λαυρεωτικὸ Κώδικα.
Ὁ Ὅσιος Γεώργιος εἶχε γυναίκα καὶ παιδιά, τὰ ὁποία ἐγκατέλειψε καὶ περιφερόταν ἀπὸ τόπο σὲ τόπο, ἀπὸ τὶς πόλεις στὴν ἔρημο, ταλαιπωρούμενος καὶ κακουχούμενος. Κατὰ τὶς τελευταῖες ἑπτὰ ἡμέρες τῆς ζωῆς του ἦλθε στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ κατέφυγε στὸ ναὸ τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου στὸ Διΐπιον, ὅπου καὶ κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη. Τότε ἐκεῖνοι ποὺ τὸν εὐτρέπισαν γιὰ τὴν ταφή, εἶδαν μὲ ἔκπληξη ὅτι στὸ σῶμα του εἶχε δεμένα βαρύτατα σίδερα, ἀπὸ τὰ ὁποία καταδαπανήθηκε ὅλο του τὸ σῶμα. Ἀφοῦ κατενόησαν ἀπὸ αὐτό, ὅτι πρόκειται περὶ ἀσκητοῦ ἀνδρός, κατασκεύασαν λίθινη λάρνακα καὶ τὸν ἐνταφίασαν στὸ νάρθηκα τοῦ ναοῦ. Μετὰ τὸν ἐνταφιασμὸ του ὁ Ὅσιος Γεώργιος ποίησε πολλὰ θαύματα σὲ ἐκείνους ποὺ προσέτρεχαν σὲ αὐτὸν μὲ πίστη καὶ εὐλάβεια.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

Ἀνακομιδὴ Τιμίων Λειψάνων Ἁγίου Μάρτυρος Ἐπιμάχου εἰς Κωνσταντινούπολη

Ἡ μνήμη τοῦ Ἁγίου Μάρτυρος Ἐπιμάχου, τιμᾶται στις 31 Ὀκτωβρίου.
Τὰ ἱερὰ λείψανα τοῦ Ἁγίου Μάρτυρος Ἐπιμάχου μετεκομίσθησαν στὴν Κωνσταντινούπολη ἀπὸ τὴν Ἀλεξάνδρεια.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

Ἡ Ὁσία Θεοδώρα ἡ βασίλισσα Ἄρτης 

Ἡ Ἁγία Θεοδώρα γεννήθηκε περὶ τὸ ἔτος 1210 πιθανότατα στὴν Θεσσαλονίκη καὶ ὑπῆρξε γόνος τῆς μεγάλης καὶ ἀρχοντικῆς βυζαντινῆς οἰκογένειας Πετραλείφα (νορμανδικῆς καταγωγῆς), ἡ ὁποία ἐγκατεστημένη ἀρχικὰ στὸ Διδυμότειχο προσέφερε πολλὲς καὶ σημαντικὲς ὑπηρεσίες στὴν αὐτοκρατορία καὶ τιμήθηκε μὲ ὑψηλὰ ἀξιώματα. Ὁ πατέρας της Ἰωάννης εἶχε τὸν τίτλο τοῦ σεβαστοκράτορος καὶ ἦταν διοικητὴς Θεσσαλίας καὶ Μακεδονίας.

Κοντὰ στοὺς εὐσεβεῖς καὶ ἐνάρετους γονεῖς της ἀνατράφηκε «ἐν παιδείᾳ καὶ νουθεσίᾳ Κυρίου» ἀντλώντας ἀπὸ τὴν ζωή τους τὸ πρῶτο φωτεινὸ παράδειγμα ἐνάρετης ζωῆς, παράδειγμα ποὺ θὰ χαραχθεῖ ἀνεξίτηλα καὶ στὴν δική τους ζωή.

Ὁ πατέρας της πέθανε γρήγορα ἀφήνοντας τὴ Θεοδώρα σὲ μικρὴ ἀκόμα ἡλικία, ὀρφανή. Τὴν προστασία τῆς οἰκογένειας ἀνέλαβε ὁ Δούκας τῆς Ἠπείρου Θεόδωρος (θεῖος της), ὁ ὁποῖος τὴν ἐποχὴ αὐτὴ εἶχε καταλάβει τὴν Θεσσαλονίκη καὶ ἐπέκτεινε τὸ κράτος του μέχρι τὴν Ἀδριανούπολη.

Ἡ Θεοδώρα ἔζησε καὶ μεγάλωσε στὰ Σέρβια τῆς Κοζάνης, μία σημαντικὴ πόλη μὲ στρατηγικὴ θέση τὴν ἐποχὴ αὐτή. Ἀνατρέφεται μαζὶ μὲ τὰ ἀδέλφια της ἀπὸ τὴν εὐσεβὴ μητέρα της Ἑλένη καὶ μαθαίνει καλὰ γιὰ τὸν σκοπὸ τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ δὲν εἶναι ἄλλος παρὰ ἡ ἁγιότητα καὶ ἡ «κατὰ Θεὸν ὁμοίωσις». Γνωρίζει καὶ πιστεύει ὅτι τὸ ἀληθινὸ νόημα τῆς σύντομης ζωῆς μας κρύβεται στὴν ἐπιτυχία τῆς αἰώνιας ζωῆς καὶ Βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Διδάσκεται ἀπὸ τὴν ἀγαθὴ μητέρα της ὅτι τὰ ἀληθινὰ κοσμήματα ποὺ πρέπει νὰ στολίζουν τὴν γυναῖκα, εἶναι ἡ ἀγάπη πρὸς τὸν Θεὸ καὶ τὸν ἄνθρωπο, ἡ ταπεινοφροσύνη, ἡ πραότητα, ἡ εὐσπλαχνία, ἡ ἐλεημοσύνη, ἡ προσευχὴ καὶ ἡ ἀληθινὴ πίστη, ποὺ μὲ τὸν δικό της ἀγώνα καὶ τὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ μποροῦν νὰ πραγματοποιηθοῦν καὶ νὰ φανερωθοῦν καὶ στὴ δική τους ζωή.

Ἡ πνευματικὴ καλλιέργεια καὶ ὡριμότητα τῆς νεαρῆς Θεοδώρας, καθὼς ἐπίσης καὶ τὸ κάλλος της ἐντυπωσιάζουν τὸν Μιχαὴλ Β’, ποὺ στὸν δρόμο του γιὰ τὴν Ἄρτα τὴν συναντᾶ στὰ Σέρβια, ἐνῷ βρισκόταν ὑπὸ τὴν προστασία τοῦ θείου της Θεοδώρου.

Τὴν ζητὰ ἀμέσως σὲ γάμο, ὁ ὁποῖος καὶ τελεῖται μὲ κάθε μεγαλοπρέπεια καὶ ἐπισημότητα στὰ Σέρβια τὸ ἔτος 1230. Μὲ λαμπρὴ καὶ μεγάλη συνοδεία, φτάνουν στὴν Ἄρτα, τὴν πρωτεύουσα τοῦ κράτους τῆς Ἠπείρου, στὴν ὁποία ὁ Μιχαὴλ Β’ ἀνακηρύσσεται μετὰ ἀπὸ λίγο Δεσπότης.

Ὁ Μιχαήλ, ἰσχυρὴ προσωπικότητα, πνεῦμα ἀνήσυχο καὶ φιλόδοξο, ἀρχίζει νὰ φροντίζει γιὰ τὴν ἑδραίωση καὶ ἐξάπλωση τοῦ κράτους του. Ἡ νεαρὰ δούκισσα Θεοδώρα ἀναδεικνύεται πρώτη κυρία τοῦ Δεσποτάτου. Στὴν μεγάλη αὐτὴ καὶ ἔνδοξη θέση ποὺ ἀνέβηκε ἡ Θεοδώρα, δὲν παρασύρθηκε ἀπὸ τὴν δόξα καὶ τὸ μεγαλεῖο τοῦ ἀξιώματός της, οὔτε, παρὰ τὴ νεότητά της, τράπηκε σὲ ὑλιστικὲς ἀπολαύσεις καὶ τρυφηλὴ ζωή. Καὶ ὅπως μᾶς πληροφορεῖ ὁ βιογράφος της Ἰὼβ μοναχός, τώρα πιὸ πολὺ κατάλαβε ὅτι πρέπει νὰ φροντίζει νὰ ζεῖ μὲ πιὸ πολλὴ ἀρετὴ καὶ σωφροσύνη, μὲ ταπεινοφροσύνη καὶ ἀγάπη, μὲ ἀοργησία καὶ συμπάθεια, μὲ ἐλεημοσύνη καὶ πραότητα καὶ γενικά, ὁλόψυχα νὰ δίδεται καὶ νὰ ὑπηρετεῖ τὸν Θεὸ καὶ τοὺς ἀνθρώπους.

Μὲ τὴν ζωὴ αὐτὴ ἡ Θεοδώρα ἀναδείχθηκε ἀληθινὰ κατὰ τὸν λόγο τοῦ Κυρίου, λύχνος φωτεινὸς ἐπάνω στὴν λυχνία ποὺ φωτίζει καὶ καθοδηγεῖ καὶ τὴν ζωὴ τῶν ἄλλων ἀνθρώπων στὸν Χριστό.

Λίγες ἦταν οἱ εὐτυχισμένες στιγμὲς τοῦ ζευγαριοῦ. Ὁ μισόκαλος διάβολος φθονώντας τὴν εὐτυχία τους καὶ τὴν ἀρετὴ τῆς Θεοδώρας καὶ μὴν μπορώντας νὰ ὑποτάξει τὴν ἴδια, ρίχνει τὰ φαρμακερὰ βέλη του ἐναντίων της μὲ ἄλλον τρόπο: «θηλυμανίας τὸν ἄνδρα καταμαλάξας , πειρασμὸν τῇ μακαρίᾳ ἐγείρει δεινώτατον». Ὁ Μιχαὴλ παρασύρεται σὲ πορνεία καὶ ἀκολασία ἀπὸ μία Ἀρτινὴ ἀρχόντισσα, τὴν Γαγγρινή. Αὐτὴ μὲ τὴν βοήθεια τοῦ διαβόλου κατορθώνει νὰ σκλαβώσει ψυχικὰ τὸν Μιχαὴλ καὶ νὰ βάλει μίσος ἄσπονδο στὴν καρδιά του, ἐναντίων τῆς καλῆς καὶ Ἁγίας συζύγου του. Μὲ τὴν ἐντολή του πρὸς ὅλους ἀπαγορεύει κάθε βοήθεια καὶ συμπαράσταση πρὸς τὴν Ἁγία καὶ ὁρίζει αὐστηρὰ νὰ μὴν κάνουν λόγο γι’ αὐτὴν στὰ ἀνάκτορα, οὔτε τὸ ὄνομά της κὰν νὰ προφέρουν στὰ χείλη τους.

Σὲ αὐτὲς τὶς δύσκολες στιγμὲς τῆς ζωῆς της, φάνηκαν οἱ καρποὶ τῆς ἀληθινῆς πνευματικῆς καλλιέργειας τῆς Θεοδώρας. Ὅπως μέσα στὴν δόξα καὶ τὴν καλοπέραση τοῦ παλατιοῦ δὲν παρασύρθηκε καὶ δὲν ἀλλοιώθηκε, ἔτσι καὶ τώρα μέσα στὴν φουρτουνιασμένη συζυγικὴ ζωὴ ἡ Θεοδώρα δὲν κάμφθηκε καὶ δὲν λιποψύχησε, ἀλλὰ φάνηκε πιὸ πολὺ ὁ ἀδαμάντινος χαρακτήρας της καὶ ἡ ἀκεραιότητα τῆς πίστεώς της.

Στὴν αὐθαιρεσία τοῦ ἄνδρα της ἀντέταξε τὴν ὑπομονὴ καὶ τὸ ταπεινό της φρόνημα. Παρὰ τὶς συκοφαντίες καὶ τὸν διωγμό της ἀπὸ τὰ ἀνάκτορα, λαμπρύνθηκε μὲ τὴν σιωπὴ καὶ τὴν ἑκούσια μόνωσή της.

Χωρὶς καμιὰ ἀνθρώπινη βοήθεια, ὁπλισμένη ὅμως μὲ τὴν ἀκαταίσχυντη ἐλπίδα στὸν Θεό, ἐγκαταλείπει – ἔγκυο ἤδη – τὰ ἀνάκτορα. Πέντε χρόνια μαζὶ μὲ τὸν πρωτότοκο υἱό της, τὸ Νικηφόρο, ποὺ γεννήθηκε στὴν ἐξορία, ταλαιπωρεῖται στὸ κρύο καὶ στὴν ζέστη, στὴν πείνα καὶ τὴ δίψα, στὴν ἐγκατάλειψη καὶ τὴν μοναξιά. Ἄγνωστη, πικραμένη καὶ κακοντυμένη περνοῦσε λόφους καὶ γκρεμοὺς ἀποφεύγοντας τὴν μανία τοῦ ἄνδρα της.

Στὴν μεγάλη αὐτὴ δοκιμασία βρίσκει λίγη παρηγοριὰ κοντὰ στὸν ἱερέα τῆς Πρένιστας. Μία μέρα ποὺ μάζευε λάχανα, γιὰ νὰ φάει αὐτὴ καὶ τὸ μικρό της παιδί, τὴν συναντᾶ ὁ ἱερέας καὶ μετὰ ἀπὸ ἐπίμονη προσπάθεια νὰ μάθει ποιὰ εἶναι, ἡ Θεοδώρα τοῦ φανερώνεται. Ἔτσι γιὰ λίγο διάστημα βρίσκει προστασία στὸ σπίτι τοῦ καλοῦ αὐτοῦ ἱερέως.

Ἡ ἀλήθεια ὅμως καὶ ἡ ἀρετὴ ὅσο καὶ ἂν σπιλώνονται, ὅσο καὶ ἂν παραθεωροῦνται, δὲν ἀργοῦν νὰ φανοῦν. Οἱ εὐγενεῖς ἄρχοντες τῆς Ἄρτας ἀγανακτισμένοι ἀπὸ τὴν ἔκλυτη ζωὴ τοῦ Δούκα Μιχαὴλ καὶ τὴν ἀλαζονεία τῆς πόρνης Γαγγρινῆς ἀντιδροῦν δυναμικά: διώχνουν τὴν Γαγγρινὴ ἀπὸ τὰ ἀνάκτορα καὶ ἀπαιτοῦν ἀπὸ τὸν βασιλέα νὰ ἀλλάξει ζωή.

Ὁ Μιχαὴλ συγκλονίζεται, «ἔρχεται εἰς ἐαυτόν» καὶ ἀμέσως στέλνει ἔμπιστους ἀνθρώπους νὰ βροῦν καὶ νὰ φέρουν πίσω τὴν Θεοδώρα.

Πράγματι μὲ πολλὴ μετάνοια καὶ ἀγάπη, μὲ ἐπισημότητα καὶ λαμπρότητα ὑποδέχεται τὴ νόμιμη καὶ μόνη κυρία καὶ βασίλισσα στὰ ἀνάκτορα καὶ στὴ ζωή του.

Ὁ Μιχαήλ, σὲ ἀνάμνηση τοῦ γεγονότος αὐτοῦ καὶ σὲ ἔνδειξη τῆς μετάνοιάς του, ἀνεγείρει τὴν σεβάσμια καὶ περικαλλὴ μονὴ τῆς Κάτω Παναγιᾶς. Στὴ βόρεια καμάρα ἐξωτερικὰ ὑπάρχει χαραγμένη ἡ ἐπιγραφὴ τῆς μετάνοιάς του, τὴν ὁποίας τὸ πανομοιότυπο καὶ τὴ μεταγραφὴ ἔδωσε ὁ Ἀναστάσιος Ὀρλάνδος:

 

«Πύλας ἡμῖν ἄνοιξον, ὦ Θ(ε)οῦ μ(ῆ)τερ, τῆς μετανοίας, τοῦ φωτὸς οὖσα πύλη.

Δ(εσπότῃ) Μ(ιχαήλ) π(αράσχου) Ρ(ύσιν) ἁμαρτημάτων».

 

Κατὰ τὴν παράδοση καὶ σὲ ἀνάμνηση τοῦ ἴδιου γεγονότος κτίζει, ἐπίσης, τὴ μονὴ Παντανάσσης, κοντὰ στὴν Φιλιππιάδα καὶ τὴ μονὴ τοῦ Σωτῆρος στὸ Γαλαξείδι, ὅπως ἀναφέρεται στὸ «Χρονικὸν τοῦ Γαλαξειδίου».

Μὲ τὴν ἴδια διάθεση ὁ Μιχαὴλ χαρίζει προνόμια καὶ ἀπαλλάσσει ἀπὸ φορολογία ναοὺς καὶ μονὲς τοῦ κράτους του καθ’ ὅλη τὴν διάρκεια τῆς βασιλείας του. Ἔτσι π.χ. μὲ χρυσόβουλλο τοῦ Ἰανουαρίου τοῦ ἔτους 1346 ἀπαλλάσσει «πάσης ἀγγαρείας καὶ παραγγαρείας» τοὺς 32 πρεσβυτέρους τῆς πόλεως τῆς Κερκύρας καὶ μὲ ἄλλο χρυσόβουλλο τοῦ Φεβρουαρίου τοῦ ἴδιου ἔτους, δίνει προνόμια στοὺς 33 πρεσβυτέρους τῶν ἀγρῶν τῆς νήσου. Μὲ χρυσόβουλλο ἐπίσης, ἀποκαθιστᾶ τὴ νόμιμη δικαιοδοσία τοῦ Κωνσταντίνου Μαλιασηνοῦ τὸ μοναστήρι τοῦ κυρ-Ἱλαρίωνος, ποὺ βρισκόταν στὴν χώρα τοῦ Ἁλμυροῦ κάτω ἀπὸ «τὸ Ρωμαιοβόρον φῦλον τῶν Λατίνων».

Ἀποστέλλει πλούσια δῶρα σὲ πολλὲς μονὲς καὶ ἐκτὸς τοῦ κράτους του, ὅπως π.χ. στὶς Ἁγιορείτικες μονὲς τοῦ Δοχειαρίου καὶ τοῦ Ἁγίου Παύλου. Ἡ πόλη καὶ τὸ κράτος λαμπρύνονται μὲ ἔργα πίστεως καὶ φιλανθρωπίας γιὰ χάρη τοῦ ἀγαπητοῦ λαοῦ τῆς Θεοδώρας. Ἄλλα τέσσερα παιδιὰ ἔρχονται στὴν ζωή: ὁ Ἰωάννης, ὁ Δημήτριος (Μιχαήλ), ἡ Ἑλένη καὶ ἡ Ἄννα.

Δυναμωμένη ἀπὸ τὴ δοκιμασία καὶ ἐνισχυμένη ἀπὸ τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ, ἡ Θεοδώρα γίνεται ὁδηγὸς ψυχικῆς σωτηρίας τοῦ ἄνδρα της καὶ μετέχει ἐνεργὰ πλέον στὴν διακυβέρνηση τοῦ κράτους, βοηθώντας τον στὰ πολλὰ καὶ ποικίλα ἐσωτερικὰ καὶ ἐξωτερικὰ κυρίως προβλήματα τοῦ Δεσποτάτου καὶ βάζοντας τὴν προσωπική της σφραγίδα στὴν πολιτική του. Συμπαραστέκεται στὰ ἔργα εἰρήνης, ἀλλὰ καὶ ἀκολουθεῖ τὶς πολεμικὲς περιπέτειες καὶ ἀποτυχίες τοῦ συζύγου της. Τὸ ἔτος 1234 ἐνισχύουν τὴν παιδεία τοῦ Δεσποτάτου μὲ τὴν ἵδρυση ἀνώτερης σχολῆς. Τὸ 1259 – 60, μὲ τὴν ἧττα τῶν στρατευμάτων τοῦ Μιχαὴλ Β’ στὴν μάχη τῆς Πελαγονίας, καταφεύγουν στὴν Βόνιτσα, Λευκάδα καὶ Κεφαλονιά, διωγμένοι ἀπὸ τὰ στρατεύματα τοῦ αὐτοκράτορα τῆς Νίκαιας, Μιχαὴλ Η’ Παλαιολόγου (1259 – 1282).

Πρῶτο μέλημα τῆς Ἁγίας ἦταν ἡ διαφύλαξη τῆς ἐδαφικῆς, κυρίως ὅμως τῆς πνευματικῆς ἀκεραιότητας καὶ ὑποστάσεως τοῦ κράτους. Ἔτσι μεγάλη της φροντίδα στάθηκε ἡ διαφύλαξη τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως, ποὺ τὴν ἐποχὴ αὐτὴ ἀπειλεῖτο ἀπὸ τὸν παπισμὸ καὶ τὴν λατινικὴ προπαγάνδα, ἡ ὁποία εἶχε ὡς στόχο τὴν «ἕνωση» τῶν Ἐκκλησιῶν. Ἡ Ἁγία ἀντιτάχθηκε σ’ αὐτὴ τὴν προοπτική. Τὸ Δεσποτάτο, ποὺ ἀπὸ τὸ 1204 εἶχε δεχθεῖ ὡς πρόσφυγες σημαντικὲς προσωπικότητες ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολη καὶ εἶχε κρατήσει αὐστηρὴ ὀρθόδοξη πολιτικὴ ἐπὶ Θεοδώρου Δούκα καὶ Μητροπολίτου Ναυπάκτου καὶ Ἄρτης Ἰωάννου Ἀπόκαυκου, ἔγινε τελικὰ καταφύγιο ὅλων τῶν ζηλωτῶν Ὀρθοδόξων τῆς πρώην ἑνιαίας Βυζαντινῆς αὐτοκρατορίας.

Σὲ ἀντίθεση μὲ τὴν φιλενωτικὴ πολιτικὴ τῆς αὐτοκρατορίας τῆς Νίκαιας – καὶ ἀργότερα τῆς ἐπανακτημένης Κωνσταντινουπόλεως – ἡ πολιτικὴ τοῦ Δεσποτάτου παρέμεινε καθαρὰ καὶ αὐστηρὰ Ὀρθόδοξη. Ὅταν δὲ τὸ ἔτος 1275 γίνεται Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης ὁ ἑνωτικὸς Ἰωάννης ΙΑ’ Βέκκος (1275 – 1282), πολλοὶ ὀρθόδοξοι κληρικοὶ καὶ μοναχοὶ βρίσκουν προστασία στὸ Δεσποτάτο τῆς Ἠπείρου. Σὰν ἀντιστάθμισμα τῆς Συνόδου τῆς Κωνσταντινουπόλεως τοῦ ἔτους 1276 καὶ τῆς καταδίκης ὅλων τῶν ἀνθενωτικῶν, τὸ ἔτος 1277 γίνεται Σύνοδος στὶς Νέες Πάτρες (σημερινὴ Ὑπάτη), ὅπου καταδικάζονται καὶ ἀφορίζονται ὅλοι οἱ ἑνωτικοὶ καὶ ὁ Πατριάρχης Ἰωάννης Βέκκος.

Γιὰ τὸν ἴδιο σκοπὸ – τὴν διαφύλαξη δηλαδὴ τῆς Ὀρθοδοξίας – ἡ Ἁγία προχωρεῖ μὲ ὀξυδέρκεια, πέρα βέβαια καὶ ἀπὸ τὶς ποικίλες πολιτικὲς σκοπιμότητες ποὺ ὑπεισέρχονται σὲ ἀνάλογες περιπτώσεις, στὸν γάμο τῶν δύο θυγατέρων της. Ἔτσι τὴν Ἄννα τὴν νυμφεύει μὲ τὸν πρίγκιπα τῆς Ἀχαΐας Γουλιέλμο Βιλλεαρδουΐνο (1258) καὶ τὴν Ἑλένη μὲ τὸν Μεμφρέδο, βασιλέα τῆς Σικελίας καὶ φανατικὸ ἐχθρὸ τοῦ Πάπα. Μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ ἡ Θεοδώρα προσπαθεῖ νὰ θέσει φραγμὸ στὰ σχέδια τῶν παπικῶν γιὰ ὑποταγὴ τῶν Ὀρθοδόξων, ἀλλὰ καὶ μὲ τοὺς συγγενικοὺς δεσμοὺς ποὺ ἔγιναν, νὰ ὑποχωρήσουν οἱ κατακτητικὲς διαθέσεις τῶν Δυτικῶν ἐναντίων τοῦ κράτους τῆς Ἠπείρου.

Στὸ σημεῖο αὐτὸ ἀξίζει νὰ ἀναφέρουμε ὅτι ἡ Ἑλένη μετὰ τὸν θάνατο τοῦ συζύγου της, τὸ ἔτος 1266, δέχθηκε ὅλο τὸ μίσος τοῦ Πάπα Κλήμεντος Δ’ (1265 – 1268). Φυλακίζεται αὐτὴ καὶ τὰ παιδιά της γιὰ ἀρκετὰ χρόνια στὸ ὑγροσκότεινο καὶ ἀπομονωμένο φρούριο τῆς Βουκερίας. Ἡ Ἑλένη παραμορφωμένη ἀπὸ τὶς κακουχίες – διατηρώντας ὅμως τὴν εὐγένεια καὶ τὴν ἁγιότητα τῆς Βυζαντινῆς ἀρχόντισσας, ἔτσι ὅπως ἀκριβῶς τὰ διδάχθηκε καὶ τὰ παρέλαβε ἀπὸ τὴν Ἁγία της μητέρα – βγαίνει ἀπὸ τὴν φυλακὴ καὶ πεθαίνει σὲ ἡλικία περίπου τριάντα ἐτῶν.

Οἱ προσπάθειες ποὺ ἔγιναν γιὰ τὴν ἀπελευθέρωσή της ἀπὸ τοὺς γονεῖς της Μιχαὴλ Β’ καὶ Θεοδώρα, ἀπέτυχαν. Μία τελευταία προσπάθεια ποὺ ἐπιχειρήθηκε, νὰ δοθεῖ δηλαδὴ ὡς σύζυγος στὸν υἱὸ τοῦ Φερδινάνδου Γ’ τῆς Ἱσπανίας, τὸν Ἐρρίκο, βρῆκε τὴν Ἑλένη ἀντίθετη, καθὼς δὲν ἐπιθυμοῦσε οὔτε νὰ προδώσει τὴν μνήμη τοῦ συζύγου της παίρνοντας σύζυγο κάποιον ἀπὸ τοὺς ἀντιπάλους του, οὔτε μὲ τὴν συγκατάθεσή της σὲ τέτοιον γάμο νὰ ἐνισχύσει τὰ μεγαλεπήβολα σχέδια τοῦ ἀνίερου συνασπισμοῦ Πάπα καὶ Καρόλου τοῦ Ἀνδεγαυοῦ ἐναντίων τῶν Ἑλληνικῶν χωρῶν καὶ τῆς Ὀρθοδοξίας.

Δεύτερος σημαντικὸς στόχος τῆς Ἁγίας ἦταν ἡ εἰρήνη μεταξὺ τῶν Ἑλληνικῶν κρατῶν τῆς ἐποχῆς (Φραγκοκρατία) καὶ ἡ συνεργασία τους – πέρα ἀπὸ τὶς ἀτομικὲς φιλοδοξίες τῶν ἡγεμόνων καὶ τὴν κοντόφθαλμη πολιτική τους – γιὰ τὴν ἀπελευθέρωση τῆς Κωνσταντινουπόλεως καὶ τὴν ἀνασύσταση τῆς αὐτοκρατορίας τῶν Ρωμαίων. Τὸ ἐπιχείρημα αὐτὸ στάθηκε δύσκολο, ἂν λάβουμε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι τὰ δύο σημαντικὰ κράτη, τὸ Δεσποτάτο τῆς Ἠπείρου καὶ ἡ αὐτοκρατορία τῆς Νίκαιας, βρίσκονταν πάντοτε σὲ ἀντιζηλία, ἐχθρότητα, προστριβὲς καὶ πόλεμο μεταξύ τους.

Ἔτσι, τὸ ἔτος 1249, ταξιδεύει στὴ Νίκαια μὲ τὸν υἱό της Νικηφόρο, τὸν ὁποῖο μνηστεύει μὲ τὴν Μαρία, ἐγγονὴ τοῦ αὐτοκράτορα τῆς Νίκαιας Ἰωάννου Γ’ Βατάτζη (1222 – 1254). Μετὰ ἀπὸ κάποιες περιπέτειες καὶ ὑπαναχωρήσεις ἡ Ἁγία Θεοδώρα ταξιδεύει πάλι μέχρι τὸν Ἕβρο καὶ τελικὰ τὸν Ὀκτώβριο τοῦ 1256 γίνονται μὲ λαμπρότητα στὴ Θεσσαλονίκη οἱ γάμοι τοῦ Νικηφόρου καὶ τῆς Μαρίας ἀπὸ τὸν Πατριάρχη Ἀρσένιο Αὐτωρειανὸ (1255 – 1260). Μία ἄλλη πληροφορία ἀναφέρει ὅτι ἡ Θεοδώρα μὲ τὸν υἱό της Νικηφόρο ἔρχονται στὸ Βολερό, «εἰς τὴν χώραν τοῦ Λετζᾶ», (νότια τῆς Ἀδριανουπόλεως), ὅπου συναντῶνται μὲ τὸν αὐτοκράτορα τῆς Νίκαιας Θεόδωρο Β’ Λάσκαρι (1254 – 1258) τὸν Σεπτέμβριο τοῦ 1256 – 7.

Ἐκεῖ ἔμειναν τρεῖς μέρες καὶ ἀφοῦ ἑόρτασαν τὴν Ὕψωση τοῦ Τιμίου Σταυροῦ – πιθανότατα στὸν περίλαμπρο ναὸ τῆς Παναγίας Κοσμοσώτειρας Φερρῶν (Ἕβρου) – ξεκίνησαν γιὰ τὴν Θεσσαλονίκη, ὅπου ἔγιναν οἱ γάμοι τοῦ Νικηφόρου καὶ τῆς Μαρίας ἀπὸ τὸν Πατριάρχη Ἀρσένιο, ὁ ὁποῖος ἦλθε γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ ἀπὸ τὴ Νίκαια.

Μέσα ὅμως σὲ σύντομο χρονικὸ διάστημα καὶ μετὰ τὸν ἐρχομό τους στὴν Ἄρτα, ἡ Μαρία πέθανε.

Μία νέα προσπάθεια εἰρήνης καὶ συμφιλιώσεως μὲ τὴν ἀνορθωμένη πλέον Βυζαντινὴ αὐτοκρατορία γίνεται καρποφόρα, ὅταν ὁ Νικηφόρος νυμφεύεται τὴν ἀνεψιὰ τοῦ αὐτοκράτορα Μιχαὴλ Η’ Παλαιολόγου (1259 – 1282), Ἄννα. Ἡ Ἄννα Παλαιολογίνα εἶναι ἡ τρίτη θυγατέρα τοῦ Ἰωάννου Καντακουζηνοῦ καὶ τῆς Εἰρήνης ἢ Εὐλογίας, τῆς ἀγαπημένης ἀδελφῆς τοῦ Μιχαὴλ Η’. Στὶς ἀρχὲς τοῦ ἔτους 1265 ὁ αὐτοκράτορας στέλνει τὴν ἀνεψιά του μὲ λαμπρὴ συνοδεία στὴν Ἄρτα, ὅπου τὸ ἴδιο ἔτος γίνονται καὶ οἱ γάμοι.

Πέρα ὅμως ἀπὸ αὐτό, πολλὲς ἦταν οἱ ἐνέργειες τῆς Ἁγίας γιὰ τὴν εἰρήνη τῆς περιοχῆς καὶ τὴν εἰρηνικὴ συνύπαρξη τῶν Ἑλληνικῶν κρατῶν. Ἀνάλωσε τὴν ζωή της στὴν προσπάθεια νὰ ξεπεραστοῦν τὰ ἐμπόδια γιὰ τὴν ἀνασύσταση τῆς αὐτοκρατορίας. Γι’ αὐτὸ δίκαια ὀνομάσθηκε ἡ Θεοδώρα «Εἰρηνοποιὸς Ἁγία».

Μετὰ ἀπὸ σαράντα περίπου χρόνια ἔγγαμου βίου, ὁ Δεσπότης Μιχαὴλ Β’, «καλῶς καὶ θεοφιλῶς βιώσας», κοιμήθηκε ἐν Κυρίῳ.

Ἡ Θεοδώρα ἀμέσως ἔτρεξε στὸ μοναστήρι. Δέκα περίπου χρόνια ζεῖ ὡς μοναχὴ στὸ μοναστήρι τοῦ Ἁγίου Γεωργίου (σημερινὴ μονὴ Ἁγίας Θεοδώρας). Ἡ ζωή της ἀσκητικὴ καὶ τὸ πολίτευμά της ἀγγελικό. Γιὰ τὸ διάστημα αὐτὸ τοῦ βίου της γράφει ὁ βιογράφος της, ὅτι ζοῦσε σηκώνοντας τὸ βάρος τῶν πόνων καὶ τῆς ἀσκήσεως, αὐξάνοντας τοὺς καρποὺς τῶν ἀρετῶν της, παραμένοντας νύχτα καὶ ἡμέρα στὴν ἀδιάλειπτη νοερὰ προσευχὴ καὶ συνομιλία μὲ τὸν Θεὸ μὲ ψαλμοὺς καὶ ὕμνους, ἐξαγνίζοντας τὸ σῶμα της μὲ νηστεία καὶ ὑπηρετώντας μὲ προθυμία τὶς ἀδελφὲς μοναχές. Ἦταν ὁ προστάτης τῶν ἀδικουμένων καὶ τὸ στήριγμα τῶν χηρῶν καὶ ὀρφανῶν, βοηθοῦσε τοὺς πτωχούς, παρηγοροῦσε τοὺς θλιβομένους. Φροντίζει γιὰ τὴν ἀνέγερση νέων ναῶν καὶ μοναστηριῶν καὶ ἐνδιαφέρεται γιὰ τὴν ζωὴ τῶν μοναχῶν. Ἔχει μεγάλη εὐλάβεια στοὺς Ὁσίους ἀσκητὲς τῆς περιοχῆς πρὸς τοὺς ὁποίους τρέφει ἰδιαίτερη τιμή, ὅπως φανερώνεται στὸν βίο τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέου τοῦ Ἐρημίτου ( 15 Μαΐου). Ὁ Ὅσιος Ἀνδρέας ἀσκήτεψε τὴν ἐποχὴ αὐτὴ σὲ ἕνα σπήλαιο στὴν περιοχὴ τῶν σημερινῶν Χαλκιόπουλων. Ὅταν ὁ Ὅσιος κοιμήθηκε μὲ θαυμαστὸ τρόπο περὶ τὰ ἔτη 1281 – 2 μ.Χ., ἡ βασίλισσα μοναχὴ μὲ ὅλη τὴν Σύγκλητο πῆγε στὸ ἀσκητήριο τοῦ Ἁγίου, προσκύνησε τὸ ἁγιασμένο του λείψανο καὶ μὲ ἐντολή της κτίσθηκε στὸ σπήλαιο τοῦ Ἁγίου, λαμπρὸς ναΐσκος καὶ λάρνακα πρὸς τιμήν του.

Ὁ ναὸς καὶ ὁ τάφος τοῦ Ἁγίου σώζονται μέχρι σήμερα ἐντυπωσιάζοντας μὲ τὶς θαυμασίας τέχνης ἁγιογραφίες του (τέλη 13ου αἰῶνος μ.Χ.) καὶ τὶς λόγιες ἐπιγραφές του, προερχόμενες πιθανότατα ἀπὸ λόγιους ἀνθρώπους τοῦ κύκλου τῆς Ἁγίας Θεοδώρας καὶ τῶν ἀνακτόρων.

Ἔφθασε ὅμως καὶ γιὰ τὴν Ἁγία Θεοδώρα τὸ τέλος τῆς ἐπίγειας ζωῆς καὶ ἡ ἀρχὴ τῆς ἀπολαύσεως τῆς ἄνω ζωῆς. Στὴν Ὁσία ἀποκαλύπτεται ἡ ἡμέρα τοῦ θανάτου της, ὅπως συμβαίνει σὲ πολλοὺς Ἁγίους. Θερμὰ παρακαλεῖ τὴν Κυρία Θεοτόκο καὶ τὸν μεγαλομάρτυρα Ἅγιο Γεώργιο νὰ μεσιτεύουν πρὸς τὸν Κύριο νὰ τῆς δοθεῖ παράταση ζωῆς ἕξι μηνῶν «πρὸς τὴν τοῦ ναοῦ τελείαν ἀπάρτισιν». Ἔτσι κι ἔγινε.

Καὶ ὅταν ἔφθασε πλέον ἡ ὥρα νὰ παραδώσει τὴν Ἁγία της ψυχὴ στὸν Κύριο, συγκεντρώνει τὶς ἀδελφὲς μοναχές. Γιὰ τελευταία φορὰ τὶς συμβουλεύει μὲ ἀγάπη καὶ τὶς καθοδηγεῖ πῶς νὰ ζοῦν καὶ νὰ ἀγωνίζονται ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι, αὐτὴ ποὺ ἦταν τὸ ζωντανὸ παράδειγμα μιᾶς ἄλλης βιοτῆς. Προσεύχεται γιὰ τὴν σωτηρία τους καὶ δίνοντας τὶς τελευταῖες ἐντολές της «χαίρουσα, τὸ πνεῦμα εἰς χεῖρας Θεοῦ παρέθετο» σὲ ἡλικία περίπου 70 ἐτῶν. Δὲν γνωρίζουμε δυστυχῶς τὸν χρόνο τοῦ θανάτου τῆς Ἁγίας, τοποθετεῖται ὅμως στὸ χρονικὸ διάστημα ἀπὸ τὸ 1281 – 1285 μ.Χ.
Τὸ ἅγιο καὶ χαριτόβρυτο σῶμα της ἐνταφιάσθηκε στὸ νάρθηκα τοῦ καθολικοῦ της μονῆς της, ὅπου μέχρι σήμερα βρίσκεται σὲ εὐλογία ὅλων τῶν πιστῶν ὁ σεπτός της τάφος.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Βασιλείου ἀξίας παριδοῦσα τὴν εὔκλειαν, ἐγκρατείᾳ καὶ πόνοις καὶ ἀσκήσει ἐβίωσας, καὶ θείων ἐπληρώθης δωρεῶν, Ὁσία Θεοδώρα ἀληθῶς. Διὰ τοῦτό σε ἡ Ἄρτα χαρμονικῶς, γεραίρει ἀνακράζουσα· δόξα τῷ σὲ δοξάσαντι Χριστῷ, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργοῦντι διὰ σοῦ, πᾶσιν ἰάματα.

 

Κοντάκιον. Ἦχος β’. Τοὺς ἀσφαλεῖς.
Βασιλικὴν τιμὴν καὶ δόξαν καταλέλοιπας, καὶ ἐν ἀσκήσει τὴν ζωὴν διήνυσας, Θεοδώρα παμμακάριστε, γέρας τῆς Ἄρτης καὶ διάδημα· διό σου τῇ σεπτῇ θήκῃ προσπίπτοντες, ἁγιασμὸν ἐκ ταύτης κομιζόμεθα, ὑμνοῦντες Χριστὸν τὸν σὲ δοξάσαντα.

 

Μεγαλυνάριον.
Χαίροις βασιλίδων ἡ καλλονή, χαίροις τῶν Ἀρταίων, ἐγκαλώπισμα ἱερόν· χαίροις δωρημάτων, ταμεῖον οὐρανίων, Ὁσία Θεοδώρα, ἀξιοθαύμαστε.

Ὁ Ἅγιος Εὐθύμιος ὁ Θαυματουργός Ἀρχιεπίσκοπος Νόβγκοροντ

Ὁ Ἅγιος Εὐθύμιος, κατὰ κόσμο Ἰωάννης, ἦταν υἱὸς ἐνὸς ἱερέα τοῦ Νόβγκοροντ, τοῦ Θεοδώρου καὶ τῆς Ἄννας. Καθὼς εἶχε συλληφθεῖ μετὰ ἀπὸ χρόνια στειρότητας, οἱ γονεῖς του τὸν ἀφιέρωσαν στὸν Θεὸ πρωτοῦ γεννηθεῖ. Ὁ νεαρὸς Ἰωάννης μεγάλωσε μὲ εὐσέβεια, ἀφιερωμένος στὴν μελέτη καὶ σὲ ἡλικία δέκα πέντε ἐτῶν εἰσήχθη στὴ μονὴ τοῦ Ἁγίου Νικολάου στὸ Βγιαζίσκι, κοντὰ στὸ Νόβγκοροντ, ὅπου ἔλαβε τὸ μοναχικὸ σχῆμα καὶ ὀνομάσθηκε Εὐθύμιος.

Ἔπειτα ἀσκήτεψε ὁρισμένο χρονικὸ διάστημα στὴ μονὴ τοῦ Ἁγίου Βαρλαὰμ τοῦ Τσυτύν. Νωρίς, ὁ Ἀρχιεπίσκοπος τοῦ Νόβγκοροντ Συμεών, θαυμάζοντας τὰ πνευματικὰ χαρίσματα τοῦ Ἁγίου, τὸν διορίζει γενικὸ οἰκονόμο καὶ τὸ ἔτος 1429 ἐπιλέγεται ὡς Ἀρχιεπίσκοπος τῆς πόλεως. Συνέχισε, παρ’ ὅλα αὐτά, νὰ ζεῖ αὐστηρὴ μοναστικὴ ζωὴ προσευχῆς καὶ μετάνοιας, παρέχοντας μὲ ἀγάπη καὶ συμπάθεια βοήθεια στοὺς ἄπορους καὶ ἐπιδεικνύοντας καλλιτεχνικὴ εὐαισθησία μὲ τὴν ἀνέγερση καὶ ἁγιογράφηση ναῶν, τὴν ἀντιγραφὴ ἱερῶν κωδίκων καὶ βιβλίων.

Λίγο καιρὸ προτοῦ πεθάνει ἔγραψε μία ἐπιστολὴ στὸν Μητροπολίτη Μόσχας Ἰωνᾶ, ἐπικαλούμενος τὴ συγχώρηση γιὰ τὴ «μεγάλη ἀνυπόφορη ἀδυναμία» του στὸν κόσμο καὶ ἀποσύρθηκε στὴ μονὴ Βγιαζίσκι, ὅπου κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 1458.
Ἡ ἁγιοποίησή του ἔγινε τὸ ἔτος 1547. Τὸ εἰκονογραφικὸ ἐγχειρίδιο τὸν ἀπεικονίζει «γκριζομάλλη, μὲ γενειάδα σὰν τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου, ἀλλὰ πιὸ ἀραιή, μὲ τὸν σκοῦφο καὶ τὴν ἐπισκοπικὴ ἐνδυμασία, τὸ ὠμοφόριο καὶ τὸ Εὐαγγέλιο».

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

 

Ὁ Ἅγιος Παῦλος τσάρος τῆς Ρωσίας 

Ὁ Ἅγιος Παῦλος (Πέτροβιτς), αὐτοκράτορας τῆς Ρωσίας, γεννήθηκε τὸ ἔτος 1754. Ἦταν υἱὸς τοῦ δολοφονηθέντος τσάρου Πέτρου Γ’ καὶ τῆς Αἰκατερίνης Β’, ἀλλὰ διατελοῦσε πάντοτε ὑπὸ τὴν δυσμένεια τοῦ αὐτοκράτορα, ὁ ὁποῖος οὐδέποτε ἀναγνώρισε αὐτὸν ὡς υἱό του. Τὸ ἔτος 1773 νυμφεύθηκε τὴν πριγκίπισσα τῆς Ἕσσης – Δαρμστάτης καὶ μετὰ τὸν θάνατό της, τὸ 1776, τὴν πριγκίπισσα Δωροθέα τῆς Βυρτεμβέργης.
Ὅταν στὶς 19 Νοεμβρίου 1796 διαδέχθηκε τὴν μητέρα του, ἄρχισε τὴν βασιλεία του διὰ τῆς ἀκυρώσεως τοῦ περὶ διαδοχῆς οὐκαζίου τοῦ Μεγάλου Πέτρου καὶ τῆς ἀποκαταστάσεως τῆς κληρονομικῆς ἀρχῆς κατὰ τάξιν πρεσβειῶν ἀπὸ ἄρρενος πρὸς ἄρρενα. Ἐπιχείρησε, ἐπίσης, τὴ μεταρρύθμιση τῶν δημοσίων οἰκονομικῶν, τὰ ὁποία εἶχαν διαταράξει οἱ διαρκεῖς πόλεμοι καὶ ἡ σπατάλη τῆς αὐλῆς. Οἱ διαταγὲς καὶ ἀποφάσεις του εἶχαν δυσαρεστήσει τὴν αὐλή του, ἡ δὲ Ρωσικὴ ἀριστοκρατία ἀποδοκίμαζε τὴν πολιτεία αὐτοῦ. Ὁ στρατιωτικὸς διοικητὴς τῆς Ἁγίας Πετρουπόλεως κόμης Πάχλεν ἔγινε ἡ ψυχὴ τῆς συνωμοσίας. Τὴ νύχτα τῆς 23ης πρὸς τὴν 24η Μαρτίου 1801 εἰσῆλθαν στὸν κοιτώνα τοῦ τσάρου ἀξιωματικοὶ τῆς φρουρᾶς, οἱ ὁποῖοι ὑπὸ τὴν ἀπειλὴ ξίφους ἀπαίτησαν ἀπὸ τὸν Παῦλο νὰ ὑπογράψει πράξη παραιτήσεως. Ὁ αὐτοκράτορας ἀρνήθηκε καὶ στραγγαλίσθηκε.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

 

Ὁ Ὅσιος Σωφρόνιος ὁ Ἔγκλειστος

Ὁ Ὅσιος Σωφρόνιος ἔζησε στὴν Ρωσία κατὰ τὸν 13ο αἰώνα μ.Χ. καὶ ἀσκήτεψε στὴ Λαύρα τοῦ Ἁγίου Θεοδοσίου τοῦ Κιέβου. Κοιμήθηκε ὁσίως μὲ εἰρήνη.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

Ὁ Ἅγιος Σωφρόνιος ὁ Διδάσκαλος Ἐπίσκοπος Βράτσης τῆς Βουλγαρίας

Ὁ Ἅγιος Σωφρόνιος γεννήθηκε τὸ ἔτος 1739. Κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 1813.
Ἡ Συνοδικὴ πράξη τῆς ἁγιοποιήσεώς του ἔγινε ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία τῆς Βουλγαρίας στὶς 31 Δεκεμβρίου 1964.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

Ὁ Ὅσιος Ἀλέξιος ἐκ Ρωσίας 

Ὁ Ὅσιος Ἀλέξιος, κατὰ κόσμο Βλαδίμηρος Ἰβάνοβιτς Σεπέλεφ, γεννήθηκε στὶς 14 Ἀπριλίου 1840 στὸ Κίεβο ἀπὸ μία εὐγενὴ οἰκογένεια. Ἦταν ἐκ γενετῆς μουγκός, θεραπεύθηκε ὅμως κατὰ θαυματουργικὸ τρόπο σὲ ἡλικία 12 ἐτῶν ἀπὸ τὸν Ἅγιο Φιλάρετο, Ἐπίσκοπο Κιέβου ( 19 Νοεμβρίου). Ἀπὸ βρέφος ἔλαβε ἐκκλησιαστικὴ ἀγωγὴ καὶ ἡ μητέρα του τὸν δίδαξε τὴν ἐλεημοσύνη καὶ τὴ γενναιοδωρία πρὸς τοὺς πτωχούς, τοὺς φυλακισμένους καὶ τοὺς ἀσθενεῖς.

Μὲ συμβουλὴ τοῦ Ἁγίου Φιλαρέτου, ὁ Βλαδίμηρος ἐστάλη ἀπὸ τὴν μητέρα του στὴ Λαύρα τῶν Σπηλαίων τοῦ Κιέβου καὶ ἀπὸ τὸ 1853 ἔζησε ἐκεῖ ὑπὸ τὴν πνευματικὴ καθοδήγηση τοῦ Ἁγίου. Ἐπίσης, ρόλο σημαντικὸ στὴν διαμόρφωση τῆς προσωπικότητάς του ἔπαιξε καὶ ὁ Παρθένιος τοῦ Κιέβου.  Τὸ ἔτος 1857, πρὶν ἀπὸ τὴν κοίμηση τοῦ Ἁγίου Φιλαρέτου, ὁ Βλαδίμηρος ἔγινε ἐπίσημα δεκτὸς ὡς δόκιμος στὴ Λαύρα τῶν Σπηλαίων τοῦ Κιέβου. Τὸ ἔτος 1872 ἔλαβε τὸ μικρὸ σχῆμα μὲ τὸ ὄνομα Ἀλέξιος καὶ τὸν ἴδιο χρόνο χειροτονήθηκε διάκονος. Τὸ ἔτος 1875 χειροτονήθηκε πρεσβύτερος καὶ ἀνέλαβε τὸ διακόνημα τοῦ μυστηρίου τῆς Θείας Ἐξομολογήσεως στοὺς διάφορους ναοὺς τῆς Λαύρας.

Εἶχε τὴν φήμη τοῦ Προφήτου, ἀλλὰ ἡ δραστηριότητα τοῦ Ὁσίου ἀμαυρώθηκε ἀπὸ τὶς συκοφαντίες διαφόρων, οἱ ὁποῖοι τὸν κατηγόρησαν γιὰ κλέφτη, χωρὶς νὰ χάσουν τὴν εὐκαιρία νὰ τοῦ ἀποδώσουν σκανδαλώδεις λοιδορίες καὶ νὰ τὸν κυνηγήσουν ἀκόμα καὶ κατὰ τὴν διάρκεια τῆς Θείας Λειτουργίας.

Γιὰ νὰ παύσουν ὅλα αὐτά, τὸ ἔτος 1891, ὁ Ὅσιος Ἀλέξιος ἔφυγε καὶ ἐγκαταστάθηκε στὴν ἔρημο τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος, στὴν ἴδια Λαύρα καὶ τὸ ἔτος 1895 στὴν ἔρημο τοῦ Γκολοσέεβο, ὅπου προσέτρεχαν σὲ αὐτόν, γιὰ νὰ ἐξομολογηθοῦν καὶ νὰ ζητήσουν πνευματικὲς συμβουλές, πιστοὶ ἀπὸ ὅλη τὴν Οὐκρανία, τὴν Ἁγία Πετρούπολη, τὴν Μόσχα, τὰ Οὐράλια, τὸν Καύκασο καὶ τὴν Σιβηρία. Ἀκόμα καὶ Ἐπίσκοποι, συγκεκριμένα οἱ Μητροπολίτες τοῦ Κιέβου, εἶχαν Πνευματικὸ τὸν Ἅγιο.

Στὸ λειτούργημα τῆς πνευματικῆς καθοδηγήσεως ὁ Ὅσιος ἄφηνε πάντοτε τὰ ἴχνη τῆς μεγάλης ἀγάπης του πρὸς τοὺς μετανοοῦντες. Προκειμένου νὰ ἀπαιτήσει ἀπὸ τὰ πνευματικά του τέκνα ὑπακοή, ἐνεργοῦσε μὲ ὅπλο τὴν προσευχή. Εἶχε τὴν φήμη τοῦ φλογεροῦ ἱεροκήρυκα καὶ εἶχε ἐπιδοθεῖ σὲ ἀναρίθμητα ἔργα φιλανθρωπίας.
Ὁ Ὅσιος Ἀλέξιος κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 1917 καὶ ἐνταφιάσθηκε στὴν ἔρημο Γκολοσέεβο. Ἡ τιμὴ πρὸς τὸν Ἅγιο ἐκφράστηκε ἀμέσως μετὰ τὴν κοίμησή του καὶ ὁ τάφος του παρέμεινε πόθος προσκυνήματος ἀκόμα καὶ στὰ πιὸ σκληρὰ χρόνια τῶν διωγμῶν.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

Ἀκάθιστος Ὕμνος – Β’ Στάσις

 

Ἤκουσαν oἱ ποιμένες,
τῶν Ἀγγέλων ὑμνούντων,
τὴν ἔνσαρκον Χριστοῦ παρουσίαν·
καὶ δραμόντες ὡς πρὸς ποιμένα,
θεωροῦσι τοῦτον ὡς ἀμνὸν ἄμωμον,
ἐν γαστρὶ τῆς Μαρίας βοσκηθέντα,
ἥν ὑμνοῦντες εἶπον·
Χαῖρε, Ἀμνοῦ καὶ Ποιμένος Μῆτερ,
χαῖρε, αὐλὴ λογικῶν προβάτων.
Χαῖρε, ἀοράτων ἐχθρῶν ἀμυντήριον,
χαῖρε, Παραδείσου θυρῶν ἀνοικτήριον.
Χαῖρε, ὅτι τὰ οὐράνια συναγάλλεται τῇ γῇ,
χαῖρε, ὅτι τὰ ἐπίγεια συγχορεύει οὐρανοῖς.
Χαῖρε, τῶν Ἀποστόλων τὸ ἀσίγητον στόμα,
χαῖρε, τῶν Ἀθλοφόρων τὸ ἀνίκητον θάρσος.
Χαῖρε, στερρὸν τῆς πίστεως ἔρεισμα,
χαῖρε, λαμπρὸν τῆς Χάριτος γνώρισμα.
Χαῖρε, δι' ἧς ἐγυμνώθη ὁ Ἅδης,
χαῖρε, δι' ἧς ἐνεδύθημεν δόξαν.
Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

Θεοδρόμον ἀστέρα,
θεωρήσαντες Μάγοι,
τῇ τούτου ἠκολούθησαν αἴγλῃ·
καὶ ὡς λύχνον κρατοῦντες αὐτόν,
δι' αὐτοῦ ἠρεύνων κραταιὸν Ἄνακτα,
καὶ φθάσαντες τὸν ἄφθαστον,
ἐχάρησαν αὐτῷ βοῶντες·
Ἀλληλούια.

Ἴδον παῖδες Χαλδαίων,
ἐν χερσὶ τῆς Παρθένου,
τὸν πλάσαντα χειρὶ τοὺς ἀνθρώπους·
καὶ Δεσπότην νοοῦντες αὐτόν,
εἰ καὶ δούλου μορφὴν ἔλαβεν,
ἔσπευσαν τοῖς δώροις θεραπεῦσαι,
καὶ βοῆσαι τῇ Εὐλογημένῃ·
Χαῖρε, ἀστέρος ἀδύτου Μήτηρ,
χαῖρε, αὐγὴ μυστικῆς ἡμέρας.
Χαῖρε, τῆς ἀπάτης τὴν κάμινον σβέσασα,
χαῖρε, τῆς Τριάδος τοὺς μύστας φωτίζουσα.
Χαῖρε, τύραννον ἀπάνθρωπον ἐκβαλοῦσα τῆς ἀρχῆς,
χαῖρε, Κύριον φιλάνθρωπον ἐπιδείξασα Χριστόν.
Χαῖρε, ἡ τῆς βαρβάρου λυτρουμένη θρησκείας,
χαῖρε, ἢ τοῦ βορβόρου ρυομένη τῶν ἔργων.
Χαῖρε πυρὸς προσκύνησιν παύσασα,
χαῖρε, φλογὸς παθῶν ἀπαλλάττουσα.
Χαῖρε, πιστῶν ὁδηγὲ σωφροσύνης,
χαῖρε, πασῶν γενεῶν εὐφροσύνη.
Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

Κήρυκες θεοφόροι,
γεγονότες οἱ Μάγοι,
ὑπέστρεψαν εἰς τὴν Βαβυλῶνα,
ἐκτελέσαντές σου τὸν χρησμόν,
καὶ κηρύξαντές σε τὸν Χριστὸν ἅπασιν,
ἀφέντες τὸν Ἡρώδην ὡς ληρώδη,
μὴ εἰδότα ψάλλειν·
Ἀλληλούια.

Λάμψας ἐν τῇ Αἰγύπτῳ,
φωτισμὸν ἀληθείας ἐδίωξας,
τοῦ ψεύδους τὸ σκότος·
τὰ γὰρ εἴδωλα ταύτης Σωτήρ,
μὴ ἐνέγκαντά σου τὴν ἰσχὺν πέπτωκεν,
οἱ τούτων δὲ ρυσθέντες,
ἐβόων πρὸς τὴν Θεοτόκον·
Χαῖρε, ἀνόρθωσις τῶν ἀνθρώπων,
χαῖρε, κατάπτωσις τῶν δαιμόνων.
Χαῖρε, τὴν ἀπάτης τὴν πλάνην πατήσασα,
χαῖρε, τῶν εἰδώλων τὴν δόξαν ἐλεγξασα.
Χαῖρε, θάλασσα ποντίσασα Φαραὼ τὸν νοητόν,
χαῖρε, πέτρα ἡ ποτίσασα τοὺς διψῶντας τὴν ζωὴν.
Χαῖρε, πύρινε στῦλε ὁδηγῶν τοὺς ἐν σκότει,
χαῖρε, σκέπη τοῦ κόσμου πλατυτέρα νεφέλης.
Χαῖρε, τροφὴ τοῦ μάνα διάδοχε,
χαῖρε, τρυφῆς ἁγίας διάκονε.
Χαῖρε, ἡ γῆ τῆς ἐπαγγελίας,
χαῖρε, ἐξ ἧς ρέει μέλι καὶ γάλα.
Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

Μέλλοντος Συμεῶνος,
τοῦ παρόντος αἰῶνος,
μεθίστασθαι τοῦ ἀπατεῶνος,
ἐπεδόθης ὡς βρέφος αὐτῷ,
ἀλλ' ἐγνώσθης τούτω καὶ Θεὸς τέλειος·
διόπερ ἐξεπλάγη σου τὴν ἄρρητον σοφίαν,
κράζων·
Ἀλληλούια.

 Για να κατεβάσετε την ακολουθία της Β΄ Στάσις του Ακάθιστου ύμνου πατήστε εδώ

Ὁ Ἅγιος Κοδράτος ὁ Μάρτυρας καὶ οἱ σὺν αὐτῷ 

Οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες Κοδράτος, Ἄνεκτος, Παῦλος, Διονύσιος, Κυπριανὸς καὶ Κρήσκης ἦταν φίλοι καὶ μαρτύρησαν κατὰ τὸν διωγμὸ τῶν αὐτοκρατόρων Δεκίου (249 – 251 μ.Χ.) ἢ Οὐαλεριανοῦ (253 – 259 μ.Χ.) στὴν Κόρινθο, ὅταν ἡγεμόνας τῆς Ἑλλάδος ἦταν ὁ Ἰάσων.

Στὸ Μηνολόγιον τοῦ αὐτοκράτορος Βασιλείου Β’ ἀναφέρεται ὅτι ἀπὸ τοὺς Χριστιανούς, ὅσοι μὲν εἶχαν συλληφθεῖ σφαγιάζονταν, ὅσοι ὅμως ἔφευγαν κρύβονταν στὰ ὄρη, γιὰ ὅσο διάστημα χρειαζόταν. Ἔτσι καὶ ἡ μητέρα τοῦ Κοδράτου, ποὺ καταγόταν ἀπὸ τὴν πόλη τῶν Κορινθίων, ἔφυγε γιὰ τὸ ὄρος καὶ κρυβόταν. Καὶ καθὼς ἦταν ἔγκυος, γέννησε υἱὸ ποὺ τὸν ὀνόμασε Κοδράτο. Στὴν συνέχεια, ἀφοῦ ἔζησε γιὰ λίγο, πέθανε, ἐγκαταλείποντας τὸν υἱό της βρέφος. Αὐτὸς τρεφόταν ἀπὸ τὰ νέφη ποὺ συνενώνονταν ἐπάνω ἀπὸ αὐτὸν καὶ τὸν πότιζαν. Ὁ Κοδράτος, ἀφοῦ μεγάλωσε, δίδασκε τὴν Χριστιανικὴ πίστη στὸν Ἄνεκτο, τὸν Κρήσκεντα, τὸν Κυπριανό, τὸν Παῦλο καὶ τὸν Διονύσιο, ποὺ εἶχαν στὸ μεταξὺ καταφύγει κοντά του. Ὅμως οἱ Ἅγιοι Ἄνεκτος, Κρῆσκος, Κυπριανὸς καὶ Παῦλος συνελήφθησαν ἐπειδὴ ἦταν Χριστιανοί. Ὁ ἡγεμόνας Ἰάσων προσπάθησε μὲ διάφορους τρόπους νὰ τοὺς δελεάσει καὶ νὰ τοὺς πείσει νὰ ἀπαρνηθοῦν τὴ χριστιανικὴ τους πίστη καὶ νὰ θυσιάσουν στὰ εἴδωλα. Ἐκεῖνοι ὁμολόγησαν μὲ πνευματικὴ ἀνδρεία τὸν Χριστό, βασανίσθηκαν καὶ τέλος ἀποκεφαλίσθηκαν.

Ἔτσι εἰσῆλθαν οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες στὴ χαρὰ τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ καὶ Κυρίου μας.
Ὁ Ἅγιος Μάρτυρας Διονύσιος κατηγορήθηκε στὸν ἡγεμόνα τῆς Κορίνθου ὅτι δὲν ὑπακούει στὴν διαταγὴ τῶν βασιλέων καὶ ὅτι περιφρονεῖ τοὺς θεούς, κηρύττοντας κάποιον ἄλλον Θεὸ Ἐσταυρωμένο καὶ λέγοντας ὅτι Αὐτὸς εἶναι ὁ Δημιουργὸς τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς καὶ τῆς θάλασσας καὶ ὅλων ὅσων ὑπάρχουν μέσα σὲ αὐτά, Αὐτὸς ποὺ πρόκειται νὰ ἔλθει ἀπὸ τὸν οὐρανὸ καὶ νὰ κρίνει μὲ δόξα ζωντανοὺς καὶ νεκροὺς καὶ νὰ ἀνταποδώσει στὸν καθένα σύμφωνα μὲ τὰ ἔργα του. Γι’ αὐτό, ἀφοῦ συνελήφθη καὶ δέθηκε μὲ ἁλυσίδες, παρουσιάσθηκε στὸν ἄρχοντα, ὁ ὁποῖος προσπαθοῦσε νὰ τὸν ἐξαναγκάσει, πότε μὲ κολακεῖες καὶ πότε μὲ ἀπειλές, νὰ ἀπαρνηθεῖ τὸν Χριστὸ καὶ νὰ θυσιάσει στὰ εἴδωλα. Ὅμως ὁ Μάρτυρας τοῦ Χριστοῦ Διονύσιος ὁμολογοῦσε τὸν Χριστὸ μὲ μεγάλη φωνή. Ἔτσι σφαγιάσθηκε μὲ μαχαίρι καὶ τελειώθηκε ὁ πρόσκαιρος βίος του.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος α’. Τὸν τάφον σου Σωτήρ.
Ἐξάριθμος χορός, τῶν Χριστοῦ Ἀθλοφόρων, ὑμνείσθω εὐσεβῶς, μελωδίαις ᾀσμάτων, Κοδρᾶτος καὶ Ἄνεκτος, Παῦλος καὶ Διονύσιος, καὶ σὺν Κρήσκεντι, Κυπριανὸς ὁ θεόφρων· τὴν Τριάδα γάρ, διηνεκῶς δυσωποῦσιν, ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν.

 

Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Ὡς λαμπὰς ἑξάφωτος, ἐν τῇ Κορίνθῳ, καρτερῶς ἀθλήσαντες, ὤφθητε Μάρτυρες σοφοί, φωταγωγοῦντες ταῖς χάρισι, τῆς Ἐκκλησίας, ἀπαύστως τὸ πλήρωμα.

 

Μεγαλυνάριον.
Ἑξάστερος ὥσπερ λαμπρὰ πλειάς, τῷ τῆς Ἐκκλησίας, διαλάμπετε οὐρανῷ, Μάρτυρες Κυρίου, καὶ ἄθλων διαυγείᾳ, ἡμῶν τὰς διανοίας, καταπυρσεύετε.

Ἡ Ἁγία Ἀναστασία ἡ Πατρικία 

Ἡ Ἁγία Ἀναστασία ἔζησε στὴν Κωνσταντινούπολη κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἰουστινιανοῦ τοῦ Μεγάλου (527 – 565 μ.Χ.) καὶ καταγόταν ἀπὸ πλούσιους καὶ εὐγενεῖς γονεῖς. Ἦταν πρώτη Πατρικία τοῦ βασιλέως καὶ φοβούμενη τὸν Θεό. Οἱ ἀρετές της κίνησαν σὲ φθόνο τὴν βασίλισσα καὶ ἔτσι ἡ Ἁγία ἀναγκάστηκε νὰ παραλάβει μέρος τῆς περιουσίας της καὶ νὰ καταφύγει στὴν Ἀλεξάνδρεια, ὅπου ἔκτισε στὴν θέση ποὺ καλεῖται Πέμπτον μονή, ἡ ὁποία ὀνομάστηκε καὶ τῆς Πατρικίας καὶ ζοῦσε ἀσκητικά. Ὅταν πληροφορήθηκε ὅτι ὁ αὐτοκράτορας Ἰουστινιανὸς τὴν ἀναζητεῖ, ἐγκατέλειψε τὴν μονὴ καὶ προσῆλθε στὴν σκήτη τοῦ ἀββᾶ Δανιήλ, στὸν ὁποῖο ἐμπιστεύθηκε τὰ κατ’ αὐτήν. Ὁ ἀββᾶς τὴν ἔνδυσε μὲ ἀνδρικὰ ἐνδύματα καὶ τὴν μετονόμασε σὲ Ἀναστάσιο. Ὅρισε δὲ καὶ ἕναν ἀπὸ τοὺς ὑποτακτικοὺς τῆς σκήτης, γιὰ νὰ προσκομίζει σὲ αὐτὴν τὰ ἀπαραίτητα, ἔτσι ὥστε νὰ μὴν ἐξέρχεται ἀπὸ τὸ σπήλαιο μέσα στὸ ὁποῖο ἀσκήτευε.
Ἐκεῖ ἡ Ἁγία Ἀναστασία παρέμεινε κλεισμένη ἐπὶ εἴκοσι ὀκτὼ ὁλόκληρα χρόνια. Ὅταν προεῖδε τὸ τέλος της, προσκάλεσε τὸν ἀββᾶ Δανιὴλ καὶ ἀφοῦ κοινώνησε τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

 

Ὁ Ἅγιος Μαρκιανὸς ὁ Μάρτυρας

Ὁ Ἅγιος Μάρτυρας Μαρκιανὸς τελειώθηκε ἀφοῦ τὸν κτύπησαν μέχρι θανάτου μὲ ξύλα. Δὲν ἔχουμε περισσότερες λεπτομέρειες γιὰ τὸν βίο τοῦ Ἁγίου Μάρτυρα.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

Ὁ Ὅσιος Ἀγάθων

Ὁ Ὅσιος Ἀγάθων ἀσκήτεψε στὴ μονὴ τοῦ Ἁγίου Συμεὼν κοντὰ στὸ Χαλέπιον τῆς Συρίας καὶ κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

Ὁ Ὅσιος Ἰωάννης ἐκ Γεωργίας

Ὁ Ὅσιος Ἰωάννης ἔζησε καὶ ἀσκήτεψε στὴ Γεωργία κατὰ τὸ δεύτερο ἥμισυ τοῦ 10ου αἰῶνος καὶ τὸν 11ο αἰώνα μ.Χ. Κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

Ὁ Ἅγιος Μιχαὴλ ὁ Νεομάρτυρας ὁ Μαυρουδής

Ἡ μνήμη τοῦ Νεομάρτυρος Μιχαὴλ τιμᾶται τὴν 21 Μαρτίου ὅπου καὶ ὁ βίος του. Ἄγνωστο γιατί ἀναφέρεται και σήμερα.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Σοφίᾳ τῇ θεόθεν δεδομένῃ κοσμούμενος, ἐκήρυξας εὐτόλμως τοῦ Σωτῆρος τὸ ὄνομα, καὶ τούτῳ ὡς θυσία καθαρά, προσήχθης τῷ πυρὶ τελειωθείς· διὰ τοῦτο Νεομάρτυς σε Μιχαήλ, τιμῶμεν ἀνακράζοντες· δόξα τῷ παρασχόντι σοι ἰσχύν, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα τῷ χορηγοῦντι διὰ σοῦ, ἡμῖν πταισμάτων ἄφεσιν.

 

Κοντάκιον. Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Ἀθλητὴς θεόσοφος, καὶ στρατιώτης γενναῖος, Μιχαὴλ μακάριε, Χριστοῦ ἀθλήσας ἐδείχθης· πᾶσαν γάρ, καταπατήσας ἐχθροῦ μανίαν, ἤνεγκας, τὸν ἐν πυρὶ θάνατον χαίρων, καὶ ὡς θεῖον ἱερεῖον, Χριστῷ προσήχθης, τῷ σὲ δοξάσαντι.

 

Μεγαλυνάριον
Χαίροις ὁ Γρανίτσης θεῖος βλαστός, ὁ Χριστὸν δόξασας, δι’ ἀθλήσεως θαυμαστῆς· χαίροις ὁ Κυρίῳ προσενεχθεὶς ὡς θῦμα, ὦ Μιχαὴλ ἐνέγκας, πυρὸς τὴν ἔκκαυσιν.

Οἱ Ἅγιοι Τεσσαράκοντα Μάρτυρες, οἱ ὁποῖοι κατάγονταν ἀπὸ διάφορους τόπους καὶ μαρτύρησαν στὴν λίμνη τῆς Σεβαστείας, τὸ ἔτος 320 μ.Χ., εἶναι οἱ : Ἀγγίας, Ἀγλάϊος, Ἀειθαλᾶς, Ἀέτιος, Ἀθανάσιος, Ἀκάκιος, Ἀλέξανδρος, Βιβιανός, Γάϊος, Γοργόνιος, Γοργόνιος, Δομετιανὸς ἢ Δομέτιος, Δόμνος, Ἐκδίκιος, Εὐνοϊκός, Εὐτύχιος, Ἠλιάδης ἢ Ἠλίας, Ἡράκλειος, Ἡσύχιος, Θεόδουλος, Θεόφιλος, Ἰωάννης ἢ Κάνδιδος, Κλαύδιος, Κύριλλος, Κυρίων, Λεόντιος, Λυσίμαχος, Μελίτων, Νικόλαος, Ξανθίας, Οὐαλέριος, Οὐάλης, Πρίσκος, Σακερδὼν ἢ Σακεδών, Σεβηριανός, Σισίνιος, Σμάραγδος, Φιλοκτήμων, Φλάβιος καὶ Χουδίων.

Οἱ Ἅγιοι ἦταν στρατιῶτες ἐπὶ αὐτοκράτορα Λικινίου (308 – 323 μ.Χ.) καὶ ἡγεμόνος Ἀγρικολάου. Ἐπειδὴ ἀρνήθηκαν νὰ θυσιάσουν στὰ εἴδωλα, συνελήφθησαν καὶ ὁμολόγησαν ὅτι ἦταν Χριστιανοί. Καὶ ἐπειδὴ δὲν πείσθηκαν νὰ ἀρνηθοῦν τὴν πίστη τους, τοὺς συνέτριψαν μὲ πέτρες τὰ σώματά τους καὶ σὲ καιρὸ χειμῶνος τοὺς καταδίκασαν νὰ στέκονται ὅλη τὴν νύχτα μέσα στὴν λίμνη ποὺ εἶχε παγώσει ἀπὸ τὸ κρύο καὶ εἶχε κρυσταλλώσει.

Ἐκεῖ, ὅταν ἕνας λιποψύχησε καὶ ἔτρεξε πρὸς τὸ κοντινότερο λουτρὸ γιὰ νὰ ζεσταθεῖ, ὁ καπικλάριος ποὺ τοὺς φύλαγε, ὅταν εἶδε ἀπὸ τὸν οὐρανὸ νὰ κατεβαίνουν οἱ στέφανοι γιὰ τοὺς τριάντα ἐννέα Μάρτυρες καὶ ἕνα στεφάνι νὰ περισσεύει, τὸ ὁποῖο ἀνῆκε σὲ ἐκεῖνον ποὺ λιποψύχησε, ἀφοῦ ἀπέβαλε τὴν στολή του, ἔτρεξε πρὸς τοὺς Ἁγίους καὶ πίστεψε στὸν Χριστό. Τὸ πρωί, ὅσους δὲν εἶχαν πεθάνει ἀκόμη, ἀφοῦ οἱ φύλακες τοὺς ὁδήγησαν στὴν ἀκτὴ καὶ τοὺς ἔσπασαν τὰ πόδια, τοὺς ἔκαψαν καὶ ἔριξαν τὰ ἱερὰ σκηνώματά τους στὴν λίμνη. Τὰ μαρτυρικὰ λείψανα εὑρέθησαν ἀπὸ τοὺς Χριστιανοὺς σὲ κάποιο γκρεμό, ὅπου εἶχαν συναχθεῖ κατὰ θεία οἰκονομία καὶ ἐνταφιάσθηκαν μὲ εὐλάβεια.

Στὸν Εὐεργετινὸ ἀναφέρεται ὅτι ἐνῷ οἱ Ἅγιοι Τεσσαράκοντα Μάρτυρες βρίσκονταν στὸ στάδιο τῆς ἀθλήσεως ἔχοντας παραμείνει ὅλη τὴ νύχτα μέσα στὴν παγωμένη λίμνη καὶ καθὼς τοὺς ἔσερναν στὸν αἰγιαλὸ γιὰ νὰ τοὺς συντρίψουν τὰ σκέλη, ἡ μητέρα ἑνὸς Μάρτυρος παρέμενε ἐκεῖ πάσχουσα μὲ αὐτούς, βλέποντας τὸ παιδί της ποὺ ἦταν νεότερο στὴν ἡλικία ἀπὸ ὅλους, μήπως καὶ λόγω τοῦ νεαροῦ τῆς ἡλικίας καὶ τῆς ἀγάπης πρὸς τὴν ζωή, δειλιάσει καὶ βρεθεῖ ἀνάξιο τῆς τιμῆς καὶ τῆς τάξεως τῶν στρατιωτῶν τοῦ Χριστοῦ. Στεκόταν λοιπόν, ἐκεῖ καὶ ἅπλωνε τὰ χέρια της πρὸς τὸ παιδί της λέγοντας: «Παιδί μου γλυκύτατο, ὑπόμεινε γιὰ λίγο καὶ θὰ καταστεῖς τέκνο τοῦ Οὐράνιου Πατέρα. Μὴν φοβηθεῖς τὶς βασάνους. Ἰδού, παρίσταται ὡς βοηθός σου ὁ Χριστός. Τίποτε δὲν θὰ εἶναι ἀπὸ ἐδῶ καὶ πέρα πικρό, τίποτα τὸ ἐπίπονο δὲν θὰ ἀπαντήσεις. Ὅλα ἐκεῖνα παρῆλθαν, διότι ὅλα αὐτὰ τὰ νίκησες μὲ τὴ γενναιότητά σου. Χαρὰ μετὰ ἀπὸ αὐτά, ἄνεση, εὐφροσύνη. Ὅλα αὐτὰ θὰ τὰ γεύεσαι, διότι θὰ εἶσαι κοντὰ στὸν Χριστὸ καὶ θὰ πρεσβεύεις εἰς Αὐτὸν καὶ γιὰ μένα ποὺ σὲ γέννησα».

Τὰ λείψανα τῶν Ἁγίων βρῆκε μὲ θεία ὀπτασία, τὸ ἔτος 438 μ.Χ., ἡ αὐτοκράτειρα Πουλχερία κρυμμένα στὸ ναὸ τοῦ Ἁγίου Θύρσου, πίσω ἀπὸ τὸν ἄμβωνα, στὸν τάφο τῆς διακόνισσας Εὐσέβειας σὲ δύο ἀργυρὲς θῆκες, οἱ ὁποῖες κατὰ τὴν διαθήκη τῆς Εὐσέβειας, εἶχαν ἐναποτεθεῖ στὸν τάφο της στὸ μέρος τῆς κεφαλῆς της. Στὴν συνέχεια ἡ Πουλχερία οἰκοδόμησε ναὸ ἔξω ἀπὸ τὰ τείχη τῶν Τρωαδησίων.

Σπουδαία ἀπὸ ἱστορικῆς ἀπόψεως θεωρεῖται ἀπὸ νεότερους ἐρευνητὲς ἡ Διαθήκη τῶν Ἁγίων Τεσσαράκοντα Μαρτύρων, ἡ ὁποία ἀποσκοπεῖ στὸ νὰ παρεμποδίσει τὸν διασκορπισμὸ τῶν ἱερῶν λειψάνων τους μεταξὺ τῶν Χριστιανῶν, πράγμα συνηθισμένο στὴν Ἀνατολὴ κατὰ τοὺς χρόνους ἐκείνους. Γι’ αὐτὸ ἐκρίναμε σκόπιμο νὰ παραθέσουμε στὴ νεοελληνικὴ γλώσσα τὸ κείμενο τῆς Διαθήκης:

 

Διαθήκη τῶν Ἁγίων καὶ ἐνδόξων Σαράντα Μαρτύρων τῶν ὁποίων ὁ βίος ἐτελειώθηκε στὴ Σεβαστεία

 

«Ὁ Μελέτιος, ὁ Ἀέτιος καὶ ὁ Ἡσύχιος, οἱ δοῦλοι τοῦ Χριστοῦ, χαίρουν ἐν Χριστῷ ἀνάμεσα σὲ ὅλους τοὺς Ἁγίους ἐπισκόπους καὶ πρεσβυτέρους καὶ διακόνους καὶ ὁμολογητὲς καὶ τοὺς ὑπολοίπους ἐκκλησιαστικοὺς ἄνδρες σὲ ὅλη τὴν πόλη καὶ τὴ χώρα.

1 Ὅταν μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ καὶ τὶς κοινὲς προσευχὲς ὅλων τελέσουμε τὸν προκαθορισμένο σὲ ἐμᾶς ἀγώνα καὶ φθάσουμε στὰ βραβεῖα τῆς ἄνω κλήσεως, τότε αὐτὸ τὸ θέλημά μας γιὰ τὴν ἀνακομιδὴ τῶν λειψάνων μας θέλουμε νὰ κυριαρχήσει στοὺς ἀνθρώπους γύρω ἀπὸ τὸν πρεσβύτερο καὶ πατέρα μας Πρόϊδο καὶ τοὺς ἀδελφούς μας Κρισπίνο καὶ Γόρδιο μαζὶ μὲ τὸ λαὸ ποὺ τοὺς ἀκολουθεῖ, καὶ τὸν Κύριλλο, τὸν Μάρκο καὶ τὸν Σαπρίκιο, τὸ υἱὸ τοῦ Ἀμμωνίου, μὲ σκοπὸ νὰ μετατεθοῦν τὰ λείψανά μας ἀπὸ τὴν πόλη Ζήλων στὸ χωριὸ Σαρείμ. Γιατὶ ἂν καὶ ὅλοι καταγόμαστε ἀπὸ διαφορετικὰ μέρη, ὅμως προτιμοῦμε τὸν ἕνα καὶ ἴδιο τόπο ἐνταφιασμοῦ γιὰ τὴν αἰώνια ἀνάπαυση. Γιατὶ ἀφοῦ ἀγωνισθήκαμε τὸν κοινὸ ἀθλοφόρο ἀγώνα, συμφωνήσαμε ὅτι θὰ ἔχουμε κοινὸ τόπο ἐνταφιασμοῦ στὸν προαναφερθέντα τόπο. Αὐτὰ λοιπὸν ἐφάνηκαν σωστὰ κατὰ τὸ ἅγιο Πνεῦμα, καὶ φάνηκαν καλὰ καὶ σὲ ἐμᾶς.

Ἐξ αἰτίας αὐτοῦ ἐμεῖς οἱ συγγενεῖς τοῦ Ἀετίου καὶ τοῦ Εὐτυχίου καὶ τῶν ὑπολοίπων ἐν Χριστῷ ἀδελφῶν παρακαλοῦμε τοὺς κυρίους γονεῖς μας καὶ τοὺς ἀδελφούς μας νὰ μείνουν μακριὰ ἀπὸ κάθε ταραχὴ καὶ λύπη, νὰ τιμήσουν δὲ τὸν ὅρο τῆς φιλάδελφης συμμετοχῆς τους καὶ νὰ συμβαδίσουν μὲ προθυμία στὴ θέλησή μας, γιὰ νὰ ἀποκτήσουν τὸ μεγάλο μισθὸ τῆς ὑπακοῆς καὶ τῆς συμπάθειας ἀπὸ τὸν κοινὸ πατέρα μας.

Ἀκόμη ἀξιώνουμε ἀπὸ ὅλους, κανεὶς νὰ μὴ θησαυρίσει γιὰ τὸν ἑυατό του τὰ περισυλλεγέντα λείψανα ἀπὸ τὸ καμίνι, ἀλλὰ ἀφοῦ φροντίσει γιὰ τὴ συγκέντρωσή τους στὸ ἴδιο μέρος, νὰ τὰ ἀποδώσει στοὺς προαναφερθέντες, μὲ σκοπὸ νὰ ἀποκομίσει τὸ κέρδος τῆς φιλευσπλαχνίας τῶν ἴδιων του κόπων, ἀφοῦ ἐπιδείξει ἰσχυρὸ ζῆλο καὶ ἀληθινὴ εὐγνωμοσύνη. Ὅπως ἀκριβῶς ἡ Μαρία, ἡ ὁποία ἀφοῦ ἐπερίμενε καρτερικὰ στὸν τάφο καὶ εἶδε πρώτη ἀπὸ ὅλους τὸν Κύριο, πρώτη ἐδέχθηκε καὶ τὴ χάρη τῆς χαρᾶς καὶ τῆς εὐλογίας.

Ἂν κάποιος ἐναντιωθεῖ στὸ θέλημα τὸ δικό μας, ἂς εἶναι ξένος ἀπὸ τὸ θεῖο κέρδος, ἔνοχος κάθε παρακοῆς, ἀφοῦ μὲ ἐπιπόλαιη σκέψη ἔχασε τὸ δίκαιό του, ἐπειδὴ ἐξαναγκαζόταν, ὅσο ἐξαρτιόταν ἀπὸ αὐτόν, νὰ κατατεμαχίσει ἐμᾶς, τοὺς ὁποίους ὁ Ἅγιος Σωτήρας μας μὲ τὴν προσωπικὴ χάρη και πρόνοια συνέδεσε μὲ πίστη.

Ἂν ὅμως καὶ τὸ παιδί, ὁ Εὐνοϊκός, μὲ τὴ συγκατάνευση τοῦ φιλάνθρωπου Θεοῦ φθάσει στὸ ἴδιο τέλος τοῦ ἀγῶνος, ἀξίωσε νὰ ἔχει τὴν ίδια μὲ ἐμᾶς διαμονή. Ἂν βέβαια διαφυλαχθεῖ ἀβλαβὴς μὲ τὴ Χάρη τοῦ Χριστοῦ καὶ δοκιμασθεῖ στὸν κόσμο, παραγγέλλουμε νὰ ἀσχοληθεῖ αὐτὸς ἐλεύθερα μὲ τὸ μαρτύριό μας καὶ παρακαλοῦμε νὰ διαφυλάττει τὶς ἐντολὲς τοῦ Χριστοῦ, μὲ σκοπὸ νὰ μετέχει τῆς ἀπολαύσεως μαζὶ μὲ ἐμᾶς κατὰ τὴ μεγάλη ἡμέρα τῆς Ἀναστάσεως, ἐπειδὴ καὶ ὅσο εὑρισκόταν στὸν κόσμο ὑπέμεινε τὶς ἴδιες θλίψεις.

Γιατὶ ἡ εὐγνωμοσύνη πρὸς τὸν ἀδελφὸ ἀποβλέπει στὴ δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ, ἡ παρακοὴ ὅμως πρὸς τοὺς ὁμόφυλους καταπατᾶ τὴν ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ. Γιατὶ ἔχει γραφεῖ ὅτι: αὐτὸς ποὺ ἀγαπᾶ τὴν ἀδικία, μισεῖ τὴν ψυχή του.

2 Ἑπομένως ἀξιώνω ἀπὸ ἐσᾶς, ἀδελφὲ Κρισπίνε, καὶ παραγγέλω νὰ μείνετε μακριὰ ἀπὸ κάθε κοσμικὴ τρυφὴ καὶ πλάνη. Γιατὶ εἶναι ἐσφαλμένη καὶ ὄχι ἰσχυρὴ ἡ δόξα τοῦ κόσμου, ἡ ὁποία γιὰ λίγο μὲν ἀκμάζει καὶ πάλι μαραίνεται σὰν χόρτο, ἀφοῦ δέχεται τὸ τέλος πιὸ γρήγορα ἀπὸ τὴν ἀρχή. Νὰ θελήσετε ὅμως νὰ προσφύγετε στὸν φιλάνθρωπο Θεό, ὁ ὁποῖος παρέχει σὲ ὅσους προστρέχουν σὲ Αὐτὸν πλοῦτο ἀδιάκοπο, καὶ βραβεύει μὲ ζωὴ αἰώνια ὅσους πιστεύουν σὲ Αὐτόν.

Εἶναι ἡ στιγμὴ κατάλληλη γιὰ ὅσους θέλουν νὰ σώζονται καὶ γιὰ ὅσους δὲν τὸ ἀναβάλλουν γιὰ τὸ μέλλον, παρέχοντας ἄφθονη διορία γιὰ μετάνοια καὶ τὴ χωρὶς δισταγμὸ ἐνέργεια τῆς πολιτείας. Γιατὶ οἱ ἀλλαγὲς τῆς ζωῆς εἶναι ἀπρόοπτες. Ἀλλὰ ἂν ἔχεις γνώση, πρόσεξε μέσα σὲ αὐτὴ τὴ ζωὴ νὰ ἐμφανίσεις τὴν ὠφέλεια καὶ τὴν ἁγνότητα τοῦ σεβασμοῦ πρὸς τὸν Θεό, μὲ σκοπὸ ἀφοῦ γίνεις κύριος αὐτῆς νὰ ἐξαλείψεις τὸ χειρόγραφο κείμενο τῶν προπατορικῶν ἁμαρτημάτων: γιατὶ θὰ σὲ βρῶ σὲ αὐτό, ἐν τῷ μεταξὺ καὶ θὰ σὲ κρίνω.

Ἀσχοληθεῖτε, λοιπόν, σοβαρὰ μὲ τὶς ἐντολὲς τοῦ Χριστοῦ γιὰ νὰ εὑρεθεῖτε ἄμεμπτοι, μὲ σκοπὸ νὰ ἀποφύγετε τὸ ἀκοίμητο καὶ αἰώνιο πῦρ. Γιατὶ ὁ καιρὸς εἶναι περιορισμένος ἀπὸ παλιά, φωνάζει ἡ θεία φωνή.

Προπαντὸς λοιπὸν ἀποδώσατε τιμὴ στὴν ἀγάπη. Γιατὶ αὐτὴ μόνη τιμᾶ μὲ νόμο τὸ δίκαιο τῆς ἀδελφικῆς ἀγάπης ὑπακούοντας στὸν Θεό. Καὶ γιατὶ μέσῳ τοῦ ἀδελφοῦ ποὺ εἶναι ὁρατὸς τιμᾶται ὁ ἀόρατος Θεός. Καὶ τὰ λόγια αὐτὰ στρέφονται πρὸς τοὺς ὁμομήτριους ἀδελφούς, ἡ ἄποψη αὐτὴ ὅμως ἀπευθύνεται σὲ ὅλους τοὺς φιλόχριστους. Καὶ ἰσχυρίστηκε ὁ Ἅγιος Σωτήρας μας καὶ Θεὸς ὅτι ἐκεῖνοι εἶναι ἀδελφοί, ὄχι ὅσοι μετέχουν τῆς ἴδιας φύσεως, ἀλλὰ ὅσοι συνδέονται μὲ ἄριστες πράξεις, μὲ τὴν πίστη καὶ ἐκπληρώνουν τὸ θέλημα τοῦ Πατέρα μας ποὺ εὑρίσκεται στὸν οὐρανό.

3 Χαιρετίζουμε τὸν κύριό μας τὸν πρεσβύτερο Φίλιππο καὶ τὸν Προκλιανὸ καὶ τὸν Διογένη μαζὶ μὲ τὴν ἁγία Ἐκκλησία. Χαιρετίζουμε τὸν Μάξιμο μὲ τὴν Ἐκκλησία. Χαιρετίζουμε τὸν Δόμνο μὲ τοὺς συγγενεῖς του, τὸν Ἴλη τὸν πατέρα μας καὶ τὸν Οὐάλη μὲ τὴν Ἐκκλησία. Χαιρετίζω καὶ ἐγώ, ὁ Μελέτιος, τοὺς συγγενεῖς μου Λουτάνιο, Κρίσπο καὶ τὸν Γόρδιο μὲ τοὺς συγγενεῖς τους, τὸν Ἐλπίδιο μὲ τοὺς συγγενεῖς του, τὸν Ὑπερέχιο μὲ τοὺς συγγενεῖς του.

Χαιρετίζουμε καὶ ὅσους εὑρίσκονται στὸ χωριὸ Σαρείμ, τὸν πρεσβύτερο μὲ τοὺς συγγενεῖς του, τοὺς διακόνους μὲ τοὺς συγγενεῖς τους, τὸν Μάξιμο μὲ τοὺς συγγενεῖς του, τὸν Ἡσύχιο μὲ τοὺς συγγενεῖς του, τὸν Κυριακὸ μὲ τοὺς συγγενεῖς του. Χαιρετίζουμε ὅλους ὅσοι εὑρίσκονται στὸ Χαδουθὶ ὀνομαστικά. Ζαιρετίζουμε ὀνομαστικὰ ὅλους ὅσοι εὑρίσκονται στὴ Χαρισφώνη. Χαιρετίζω καὶ ἐγὼ ὁ Ἀέτιος τοὺς συγγενεῖς μου Μάρκο καὶ Ἀκυλίνα καὶ τὸν πρεσβύτερο Κλαύδιο καὶ τοὺς ἀδελφούς του Μάρκο, Τρύφωνα, Γόρδιο καὶ Κρίσπο καὶ τὶς ἀδελφές μου καὶ τὴ σύζυγό μου Δόμνα μὲ τὸ παιδί μου.

Χαιρετίζω καὶ ἐγὼ ὁ Εὐτύχιος ὅσους εὑρίσκονται στὰ Ξίμαρα, τὴ μητέρα μου Ἰουλία καὶ τοὺς ἀδελφούς μου Κύριλλο, Ροῦφο, Ρίγλο καὶ Κυρίλλα καὶ τὴ νύμφη μου Βασιλεία καὶ τοὺς διακόνους Κλαύδιο καὶ Ρουφίνο καὶ Πρόκλο. Χαιρετίζουμε καὶ τοὺς ὑπηρέτες τοῦ Θεοῦ, τὸν Σαπρίκιο, τὸν υἱὸ τοῦ Ἀμμωνίου, καὶ τὸν Γενέσιο, καὶ τὸν Σωσάννα μὲ τοὺς δικούς του.

Χαιρετίζουμε λοιπὸν ὅλους ἐσᾶς, ποὺ εἶστε κύριοί μας, ὅλοι ἐμεῖς οἱ σαράντα ἀδελφοὶ καὶ συγκρατούμενοι, ὁ Μελέτιος, ὁ Ἀέτιος, ὁ Εὐτύχιος, ὁ Κυρίων, ὁ Κάνδιδος, ὁ Ἀγγίας, ὁ Γάιος, ὁ Χουδίων, ὁ Ἡράκλειος, ὁ Ἰωάννης, ὁ Θεόφιλος, ὁ Σισίνιος, ὁ Σμάραγδος, ὁ Φιλοκτήμων, ὁ Γοργόνιος, ὁ Κύριλλος, ὁ Σεβηριανός, ὁ Θεόδουλος, ὁ Νίκαλλος, ὁ Φλάβιος, ὁ Ξάνθιος, ὁ Οὐαλέριος, ὁ Ἡσύχιος, ὁ Δομετιανός, ὁ Δόμνος, ὁ Ἡλιανός, ὁ Λεόντιος, ὁ ὀνομαζόμενος καὶ Θεόκτιστος, ὁ Εὐνοϊκὸς, ὁ Οὐάλης, ὁ Ἀκάκιος, ὁ Ἀλέξανδρος, ὁ Βικράτιος, ὁ ὀνομαζόμενος καὶ Βιβιανός, ὁ Πρίσκος, ὁ Σακέρδων, ὁ Ἐκδίκιος, ὁ Ἀθανάσιος, ὁ Λυσίμαχος, ὁ Κλαύδιος, ὁ Ἴλης, καὶ ὁ Μελίτων. Ἐμεῖς λοιπὸν οἱ σαράντα δοῦλοι τοῦ κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ ὑπογράψαμε μὲ τὸ χέρι τοῦ Μελετίου γιὰ τὸν καθένα ἀπὸ ἐμᾶς, καὶ ἐπικυρώσαμε ὅλα ὅσα ἐγράφησαν πρὶν, καὶ ἐφάνηκε καλὸ σὲ ὅλους ἐμᾶς. Μὲ τὴν ψυχή μας καὶ τὸ θεῖο πνεῦμα προσευχόμαστε νὰ τύχουμε ὅλοι τὰ αἰώνια ἀγαθὰ τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν Βασιλεία Του τώρα καὶ στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν».

Οἱ γονεῖς τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, ποὺ κατεῖχαν «κόνιν» καὶ τεμάχια τῶν ἱερῶν λειψάνων τῶν Ἁγίων Τεσσαράκοντα Μαρτύρων, ἀνήγειραν τὸν πρῶτο ναὸ στὴν Ἀνατολὴ εἰς τιμὴν τῶν Ἁγίων, ὅπου καὶ ἐτάφησαν, σὲ κτῆμα τους στὸν Πόντο.

Ναὸς ἀφιερωμένος στοὺς Ἁγίους Τεσσαράκοντα Μάρτυρες ὑπῆρχε στὴν περιοχὴ Μέση τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ποὺ εἶχε ἀνεγερθεῖ ἀπὸ τὸν αὐτοκράτορα Τιβέριο Α’ (579 – 582 μ.Χ.) καὶ συμπληρωθεῖ ἀπὸ τὸν αὐτοκράτορα Μαυρίκιο (582 – 602 μ.Χ.). Τὸ ναὸ κατεκόσμησε ὁ Ἀνδρόνικος ὁ Κομνηνός (1183 – 1185 μ.Χ.). Στὸ ναὸ αὐτὸ ἐλειτουργοῦνταν κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς μνήμης τῶν Ἁγίων Μαρτύρων οἱ αὐτοκράτορες. Ἄλλοι ναοὶ ὑπῆρχαν α) στὸ παλάτι, καὶ ὁ ὁποῖος πανηγύριζε στὶς 27 Αὐγούστου, β) στὴ νῆσο Πλάτη, ἢ Πλατεία, γ) στὴ μονὴ τῆς Χώρας, δ) στὴν Ἔμμεσα τῆς Συρίας.
Ἡ Σύναξη αὐτῶν ἐτελεῖτο στὸ ἁγιότατο Μαρτύριό τους πλησίον τοῦ Χαλκοῦ Τετραπύλου.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

Ἀπολυτίκιο. Ἦχος γ’. θείας πίστεως.

Θείῳ Πνεύματι, συγκροτηθέντες, δῆμος ὤφθητε, τροπαιοφόρος, Ἀθλοφόροι Χριστοῦ Τεσσαράκοντα· διὰ πυρὸς γὰρ καὶ ὕδατος ἔνδοξοι, δοκιμασθέντες λαμπρῶς ἐδοξάσθητε. Ἀλλ' αἰτήσασθε, Τριάδα τὴν Ὑπερούσιον, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

 

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον. Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Τοὺς γενναίους ὁπλίτας τοῦ τῶν ὅλων δεσπόζοντος, τοὺς συγκροτηθέντας ἐν πίστει, ὁμοφώνος τιμήσωμεν· Χριστῷ γὰρ στρατευθέντες εὐσεβῶς, δι’ ὕδατος διῆλθον καὶ πυρός, καὶ πρὸς θείαν εἰσέλθοντες ἀναψυχήν, προΐστανται τῶν βοώντων· δόξα τῷ ἐνισχύσαντι ὑμᾶς, δόξα τῷ στεφανώσαντι, δόξα τῷ θαυμαστώσαντι ὑμᾶς, Τεσσαράκοντα Μάρτυρες.

 

Κοντάκιον. Ἦχος πλ. β’. Τὴν ὑπὲρ ἡμῶν.

Πᾶσαν στρατιὰν, τοῦ κόσμου καταλιπόντες, τῷ ἐν οὐρανοῖς Δεσπότῃ προσεκολλήθητε, Ἀθλοφόροι Κυρίου Τεσσαράκοντα· διὰ πυρὸς γὰρ καὶ ὕδατος, διελθόντες μακάριοι, ἐπαξίως ἐκομίσασθε, δόξαν ἐκ τῶν οὐρανῶν, καὶ στεφάνων πληθύν.

 

Ἕτερον Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ’. Τῇ ὑπερμάχῳ.

Συντεταγμένοι εὐσεβείᾳ καὶ στερρότητι

Μαρτυρικῶς τὸν δυσμενῆ ἐθριαμβεύσατε,

Τεσσαράκοντα γενναῖοι Χριστοῦ ὁπλῖται·

Ἀλλ’ ὡς σύμμορφοι ἐν ἄθλοις καὶ ἐν χάριτι,

Ἐν ἀγάπῃ καὶ εἰρήνῃ συντηρήσατε
Τοὺς κραυγάζοντας, χαίροις ἅγιον σύνταγμα.

 

Μεγαλυνάριον.
Τὸ τετραδεκάριθμον καὶ λαμπρόν, σύνταγμα τοῦ Λόγου, εὐφημήσωμεν ἐν ᾠδαῖς· κρύει καὶ πυρὶ γάρ, στερρῶς δοκιμασθέντες, ἐστέφθησαν ἀξίως, οἱ Τεσσαράκοντα.

Ὁ Ἅγιος Οὐρπασιανὸς ὁ Μάρτυρας

Ὁ Ἅγιος Μάρτυρας Οὐρπασιανὸς ἦταν συγκλητικὸς καὶ μαρτύρησε μεταξὺ τῶν ἐτῶν 286 – 305 μ.Χ. ἐπὶ αὐτοκράτορα Μαξιμιανοῦ.

Ὡς συγκλητικὸς ἀκολούθησε τὸν βασιλέα στὴν Νικομήδεια σὰν κρυφὸς Χριστιανός. Κάποια μέρα ὁ Μαξιμιανός, ἐπάνω στὴν μανία του κατὰ τῶν Χριστιανῶν, κάλεσε ὅλους τοὺς ἄρχοντες καὶ συγκλητικοὺς στὰ ἀνάκτορα τῆς Νικομήδειας καὶ τοὺς εἶπε: «Ἐὰν κάποιος ἀπὸ ἐσᾶς εἶναι Χριστιανὸς καὶ μένει ἀμετανόητος, ἂς λύσει ἐνώπιον ὅλων τὴν ζώνη του καὶ ἂς ἀποχωρήσει ἀπὸ τὰ ἀνάκτορα, διότι ἡ πόλη αὐτὴ ἀπὸ τούς προγόνους της διδάχθηκε νὰ λατρεύει τοὺς θεοὺς καὶ ὄχι ἕναν Θεὸ καὶ τοῦτον ἐσταυρωμένο».

Τότε ὁ Οὐρπασιανὸς σηκώθηκε καὶ ἔριξε κατὰ πρόσωπο τοῦ βασιλέως τὴν χλαμύδα καὶ τὴν ζώνη του λέγοντας πρὸς τὸν αὐτοκράτορα: «Λάβε τὴν ζώνη καὶ τὴν τιμὴ καὶ τὴν δόξα. Ἐγὼ σήμερα στρατεύομαι μὲ τὸν ἐπουράνιο καὶ ἀθάνατο Βασιλέα».

Μόλις ὁ Μαξιμιανὸς ἄκουσε αὐτὰ τὰ λόγια, ἀλλοιώθηκε στὸ μυαλὸ καὶ ἔμεινε ἐμβρόντητος. Μόλις συνῆλθε ἀπὸ τὴν ταραχὴ καὶ τὴν ἔκπληξη, διέταξε νὰ κρεμάσουν τὸν Μάρτυρα, νὰ τοῦ ξεσκίσουν τὶς σάρκες καὶ νὰ τὸν κλείσουν στὴ φυλακή, μήπως καὶ ἀλλάξει. Ὅμως ὁ Ἅγιος Οὐρπασιανὸς ἔμενε σταθερὸς στὴν πίστη του. Τότε τὸν ἔκλεισαν σὲ σιδερένιο κλουβὶ καὶ τὸν ἔκαψαν μέσα ἐκεῖ ζωντανό. Ἀφοῦ κάηκαν οἱ σάρκες καὶ τὰ ὀστὰ τοῦ Ἁγίου, ὁ Μαξιμιανὸς διέταξε νὰ τὰ συλλέξουν καὶ νὰ τὰ ρίξουν στὴν θάλασσα.
Ἔτσι μαρτύρησε ὁ Ἅγιος Οὐρπασιανὸς καὶ ἔλαβε τὸ ἁμαράντινο στέφανο τῆς δόξας τοῦ Θεοῦ ἀψηφώντας τὴν δόξα τοῦ κόσμου καὶ τὶς βασάνους.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

Ὁ Ἅγιος Καισάριος 

Ὁ Ἅγιος Καισάριος γεννήθηκε ἀπὸ τὸν Ἅγιο Γρηγόριο καὶ τὴν Ἁγία Νόννα καὶ ἦταν ἀδελφὸς τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου. Σπούδασε στὴν Ἀλεξάνδρεια καὶ στὴν συνέχεια μετέβη στὴν Κωνσταντινούπολη, ὅπου ἄσκησε τὸ ἐπάγγελμα τοῦ ἰατροῦ. Τόση ἦταν ἡ φήμη του, ὥστε προσλήφθηκε ὡς ἰατρὸς τῶν ἀνακτόρων. Ὁ ἀδελφός του Ἅγιος Γρηγόριος, μετὰ τὸ πέρας τῶν σπουδῶν του στὴν Ἀθήνα, ἦλθε μεταξὺ τῶν ἐτῶν 358 – 360 μ.Χ. στὴν Κωνσταντινούπολη, ὅπου συνάντησε τὸν Καισάριο καὶ ἔτσι ἐπέστρεψαν μαζὶ καὶ οἱ δυὸ ἀδελφοὶ στὴν ἰδιαίτερή τους πατρίδα, τὴ Ναζιανζό. Ἀλλὰ ὁ Καισάριος ἐπέστρεψε καὶ πάλι στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ προσλήφθηκε ὡς ἰατρὸς τῆς βασιλικῆς αὐλῆς. Τὴ θέση αὐτὴ διατήρησε καὶ μετὰ τὴν ἀνάρρηση στὸν αὐτοκρατορικὸ θρόνο, τὸ ἔτος 361 μ.Χ., τοῦ Ἰουλιανοῦ τοῦ Ἀποστάτου. Ὁ Καισάριος, ποὺ εἶχε ἀνατραφεῖς χριστιανοπρεπῶς, δὲν ἦταν δυνατὸν νὰ ἐπηρεαστεῖ ἀπὸ τὸν χριστιανομάχο Ἰουλιανό, ὥστε νὰ ἐνδώσει στὶς παροτρύνσεις καὶ τὶς πιέσεις πρὸς ἄρνηση τῆς χριστιανικῆς πίστεως καὶ ἐπέστρεψε στὴν γενέτειρά του. Ἀλλὰ καὶ πάλι, μετὰ τὸν θάνατο τοῦ Ἰουλιανοῦ, τὸ ἔτος 363 μ.Χ., ἐπανῆλθε στὴν πρωτεύουσα τοῦ Βυζαντίου. Ἐπὶ αὐτοκράτορα δὲ Οὐάλεντος (364 – 378 μ.Χ.) καὶ Οὐαλεντινιανοῦ (364 – 374 μ.Χ.) διορίστηκε ἐπιμελητὴς θησαυρῶν καὶ ταμίας τῶν δημοσίων χρημάτων στὴ Νίκαια τῆς Βιθυνίας.
Ἐκεῖ, στὴ Βιθυνία, σώθηκε ὡς ἐκ θαύματος, στὸν σεισμὸ ποὺ ἔγινε τὸ ἔτος 368 μ.Χ. καὶ μετὰ ἀπὸ λίγο κοιμήθηκε ὁσίως μὲ εἰρήνη τὸ ἴδιο ἔτος ἢ στὶς ἀρχὲς τοῦ 369 μ.Χ. Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος ὁμιλεῖ στὰ ἔργα του γιὰ τὴν εὐσέβεια καὶ τὴ σωφροσύνη τοῦ Ἁγίου Καισαρίου.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

Οἱ Ἅγιοι πάππος, μάμμη, πατέρας, μητέρα καὶ τὰ δύο τέκνα αὐτῶν οἱ Μάρτυρες 

Οἱ Ἅγιοι αὐτοὶ Μάρτυρες τελειώθηκαν διὰ ξίφους. Δὲν ἔχουμε περισσότερες λεπτομέρειες ἀπὸ τὸν βίο τῶν Ἁγίων.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

Ὁ Ὅσιος Βιτάλιος ἐκ Σικελίας 

Ὁ Ὅσιος Βιτάλιος γεννήθηκε στὴν πόλη Καστρόνοβο τῆς Σικελίας κατὰ τὸν 10ο αἰώνα μ.Χ. ἀπὸ γονεῖς εὔπορους καὶ εὐσεβεῖς, τὸν Σέργιο καὶ τὴν Χρυσονίκη, οἱ ὁποῖοι φρόντισαν γιὰ τὴν κατὰ Θεὸν ἀνατροφή του καὶ τὴν παιδεία του.

Ὁ Ὅσιος ἀπὸ νεαρὴ ἡλικία ἀγάπησε τὸν Χριστὸ καὶ τὴν μοναχικὴ πολιτεία, γι’ αὐτὸ καὶ ἔφυγε στὴ μονὴ τοῦ Ἁγίου Φιλίππου στὴν Ἄγκυρα. Ἐκεῖ ἐκάρη μοναχὸς καὶ ἔλαβε τὸ ἀγγελικὸ σχῆμα ζωντας μὲ ἄσκηση καὶ προκόπτοντας στὴν ἀρετὴ ἐπὶ δεκαπέντε χρόνια.

Κατὰ τὴν διάρκεια τῶν χρόνων αὐτῶν ἐπισκέφθηκε γιὰ προσκύνημα τὴν Ρώμη, τὴν Καλαβρία καὶ ἄλλους ἱεροὺς τόπους. Τελικὰ ἐπέστρεψε στὴν Καλαβρία καὶ ἀσκήτεψε στὸ ὄρος τοῦ Λιποράχου. Ἐκεῖ συνάντησε τὸν ἀσκητὴ Ἀντώνιο καὶ ἔζησε μαζί του γιὰ λίγο χρόνο. Στὴν συνέχεια μετακινεῖται ἀπὸ ὄρος σὲ ὄρος, γιὰ νὰ καταλήξει στὴ μονὴ τοῦ Ἁγίου Ἠλία.

Μετὰ τὴν πάροδο ἀρκετοῦ χρόνου, πηγαίνει σὲ ἕνα σπήλαιο μεταξὺ τῶν ὀρέων Τοῦρρι καὶ Ἀρμέντο. Ὁ Ὅσιος ἀγωνίζεται μέρα καὶ νύκτα προσευχόμενος καὶ φθάνει σὲ πνευματικὰ ὕψη. Ἀκόμη καὶ τὰ ἄγρια θηρία τοῦ βουνοῦ τὸν πλησιάζουν ἤρεμα, γιὰ νὰ λάβουν τὴν εὐλογία του.

Ἐκεῖ τὸν ἐπισκέπτεται καὶ ὁ Ὅσιος Λουκᾶς τοῦ Ντέμενα τῆς Σικελίας ( 13 Ὀκτωβρίου), μαζὶ μὲ τὸν ὁποῖο συζητοῦν πνευματικὰ θέματα καὶ προσεύχονται.

Ἀργότερα ὁ Ὅσιος μεταβαίνει στὸ Μπάρι καὶ μαζὶ μὲ τὸν ἀνεψιό του Ἠλία καταλήγει στὸ ὄρος Τοῦρρι, ὅπου κτίζει μία ἐκκλησία. Τελικὸς σταθμὸς τοῦ Ὁσίου Βιταλίου εἶναι ἡ περιοχὴ τῆς Ράπολλα, στὴν ὁποία ἀνήγειρε μονή. Σὲ αὐτὴν διῆλθε τὸ ὑπόλοιπο τοῦ ἀσκητικοῦ βίου του, συγκεντρώνοντας γύρω του πλῆθος μοναχῶν.
Ὁ Ὅσιος Βιτάλιος κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 994 μ.Χ.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

Ὁ Ὅσιος Κλεόπας ἐκ Ρωσίας 

Ὁ Ὅσιος Κλεόπας ἦταν μαθητὴς τοῦ Ὁσίου Παϊσίου Βελιτσκόφσκυ ( 15 Νοεμβρίου) καὶ κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 1778.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

Σύναξις Ὑπεραγίας Θεοτόκου «τοῦ Ἔνσαρκου Λόγου» ἐν Ἀλμπαζὶν τῆς Ρωσίας 

Δὲν ἔχουμε λεπτομέρειες γιὰ τὸ γεγονός.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr