Blue Flower

Ἡ μνήμη τοῦ Ἁγίου Κυρίλλου, Ἀρχιεπισκόπου Ἀλεξανδρείας, τιμᾶται ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία στὶς 18 Ἰανουαρίου, ὅπου καὶ ὁ Βίος του. Στὸν Κώδικα 227 Πετρουπόλεως κατὰ τὴν 9η Ἰουνίου σημειώνεται ἡ «μνήμη ἀνακομιδῆς τοῦ Ἁγίου Κυρίλλου». Κατὰ τὴν ἡμέρα αὐτὴ τῆς μνήμης τοῦ Ἁγίου ἀναφέρονται τὰ ἀκόλουθα δίστιχα:

«Κύριλλον ὑμνῶ τοῦ Κυρίου μου φίλον

καὶ Κυρίας πρόμαχον Ἀειπαρθένου».

 

«Θανὼν Κύριλλος τῆς Ἀλεξάνδρου Πάπας
πρὸς Κύριον μετῆλθε πάντων Κυρίων».

 

Ὁ Ἅγιος Κύριλλος ἔζησε κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Θεοδοσίου τοῦ Μικροῦ (408 – 450 μ.Χ.) καὶ γεννήθηκε περὶ τὸ 370 ἢ 375 μ.Χ. στὴν Ἀλεξάνδρεια ἀπὸ εὔπορους γονεῖς τῆς ἑλληνικῆς κοινωνίας τῆς πόλεως. Ἦταν θερμοῦ καὶ ζωηροῦ χαρακτῆρος, ἀνήσυχος, τολμηρός, ἐνεργητικὸς καὶ πολὺ δραστήριος. Διακρινόταν γιὰ τὴν εὐστροφία, τὴν ταχύτητα καὶ ἀποφασιστικότητα  τῶν ἐνεργειῶν του καί, κυρίως, γιὰ τὴν ἐπιμονή, ὁρμητικότητα καὶ τὸ ἀνυποχώρητο στὶς ἐπιδιώξεις τῶν σκοπῶν γιὰ τοὺς ὁποίους ἀγωνιζόταν. Εἶχε ἰσχυρὸ τὸ αἴσθημα τῆς ὀρθοδόξου ἐκκλησιαστικῆς παραδόσεως καὶ τὴν ἀγάπη του γιὰ τὴν εἰρήνη καὶ ἐκκλησιαστικὴ ἑνότητα, ἡ δὲ συναίσθηση τοῦ καθήκοντος καὶ ὁ ἁγνὸς ἐνθουσιασμός του γιὰ τὴν ἀλήθεια τὸν καθιστοῦσαν ἄφοβο στὴν ἐπιτέλεση τῆς διακονίας του καὶ ἱκανὸ ἀγωνιστὴ ὑπὲρ τῆς ἀλήθειας μέχρι θανάτου. Γιὰ ὅλα αὐτὰ τὰ χαρίσματα δικαίως θεωρεῖται ὡς ἕνας ἀπὸ τοὺς Μεγάλους Πατέρες καὶ Διδασκάλους τῆς Ἐκκλησίας καὶ ὁ κατ’ ἐξοχὴν ὑπερασπιστὴς τῆς ἱερᾶς παραδόσεως.

Ἦταν ἀνεψιὸς τοῦ Πατριάρχου Ἀλεξανδρείας Θεοφίλου, τὸν ὁποῖο πάντοτε εὐγνωμόνως ἀνέφερε. Ἔλαβε εὐρεία μόρφωση στὴν Ἀλεξάνδρεια καὶ μάλιστα στὴν περιώνυμο Κατηχητικὴ Σχολή, ὅπου παρακολουθοῦσε παραδόσεις τοῦ μεγάλου διδασκάλου τῆς Σχολῆς αὐτῆς Διδύμου τοῦ Τυφλοῦ. Φοίτησε, ἀκόμη, στὶς φιλοσοφικὲς σχολὲς τῆς Ἀλεξάνδρειας καὶ συμπλήρωσε τὶς σπουδές του μὲ ἐπιπλέον ἰδιαίτερες μελέτες τῆς θύραθεν καὶ τῆς χριστιανικῆς φιλοσοφίας, ὅπως τοῦτο προκύπτει ἀπὸ τοὺς λόγους καὶ τὰ συγγράμματά του.

Ὅταν μελετοῦσε τὴν Ἁγία Γραφὴ ἐφάρμοζε τὴν ὑγιὴ καὶ ὀρθὴ ἑρμηνευτικὴ μέθοδο, διὰ τῆς ὁποίας ἀναζητοῦσε πάντοτε νὰ ἐρευνᾶ τὴν σύνθεση τοῦ κειμένου καὶ κατόπιν νὰ ἀναζητεῖ τὰ νοήματά του. Κατὰ τὴν ἑρμηνεία τῆς Ἁγίας Γραφῆς καὶ γενικῶς τὴν ἔκθεση τῶν δογμάτων προτιμοῦσε περισσότερο τὴν πίστη, ἔχοντας ὡς κριτήριο τῆς Ὀρθοδοξίας τὴν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας, ὅπου ὅμως θεωροῦσε ἀναγκαῖο χρησιμοποιοῦσε καὶ τὸν λόγο.

Γιὰ τὴν καλύτερη πνευματικὴ ἀνάπτυξή του καὶ τὸν πληρέστερο καταρτισμό του, κατέφυγε σὲ μονὲς τῆς Αἰγύπτου, ὅπου ἀσκήτευε γιὰ ἕνα χρονικὸ διάστημα. Ἔλεγε μάλιστα σχετικά: «Εἰς χείρας πατέρων τεθράμμεθα ὀρθοδόξων καὶ ἁγίων». Μάλιστα κατὰ τοὺς χρόνους ἐκείνους, ὁ μοναχικὸς βίος τῆς Αἰγύπτου βρίσκονταν σὲ μεγάλη ἀκμή, ἀπὸ τὴν ὁποία εἶχε ἀρχίσει νὰ ἐξασθενεῖ, ἰδίως μετὰ τὶς βίαιες ἐπιθέσεις, τὶς ὁποῖες ἐξαπέλυσε ἐναντίων του ὁ Θεόφιλος, λόγῳ τῶν ὠρεγινιστικῶν ἐρίδων.

Μάλιστα, σύμφωνα μὲ κάποιες πληροφορίες, ὁ Ἅγιος Κύριλλος, ἀπεστάλη ἀπὸ τὸν θεῖο του Θεόφιλο, μετὰ τὶς σπουδές του, στὶς μονὲς τῆς Νιτρίας ὅπου διέμενε ἐπὶ πενταετία στὴ μονὴ τοῦ Ἁγίου Μακαρίου, μελετώντας τὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ ἀσκούμενος ὑπὸ τὴν καθοδήγηση τοῦ γέροντος Σεραπίωνος.

Δὲν εἶναι γνωστὸ πότε ἀκριβῶς εἰσῆλθε στὶς τάξεις τοῦ ἱεροῦ κλήρου, ἀλλὰ πάντως μετὰ τὴν συμπλήρωση τοῦ 26ου ἔτους, χειροτονήθηκε ἀναγνώστης καὶ στὴ συνέχεια χειροτονήθηκε διάκονος καὶ πρεσβύτερος ἀπὸ τὸν θεῖο του Θεόφιλο.

Μετὰ τὸν θάνατο τοῦ Θεοφίλου, στὶς 15 Ὀκτωβρίου 412 μ.Χ., προβλήθηκε ὡς διάδοχός του, ὅπως καὶ ὁ ἀρχιδιάκονος Τιμόθεος, ὁ ὁποῖος ἦταν ἀξιόλογος κληρικὸς καὶ μάλιστα ἀρεστὸς στὴν ἀριστοκρατία τῆς ἀλεξανδρινῆς κοινωνίας καθὼς καὶ στὴ δημόσια διοίκηση τῆς πόλεως. Τελικὰ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀλεξανδρείας ἐξελέγη ὁ Ἅγιος Κύριλλος, ποὺ ἐνθρονίσθηκε στὶς 17 Ὀκτωβρίου 412 μ.Χ. καὶ διεποίμανε τὴν Ἐκκλησία τῆς Ἀλεξανδρείας ἐπὶ 32 ἔτη, ἔχοντας πάντοτε τὴ βαριὰ συναίσθηση ὅτι κατεῖχε τὸ θρόνο τοῦ Εὐαγγελιστοῦ Μάρκου.

Ὁ Ἅγιος Κύριλλος, ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἔλεγχε τὴν κοινωνικὴ ἀνισότητα, καυτηρίαζε τὴν ἀναλγησία τῶν πλουσίων καὶ τὶς κακὲς συνήθειες, καθὼς καὶ πολλὰ ἄλλα φαινόμενα τῆς εὐημερούσης κοινωνίας, ἀφ’ ἑτέρου δὲ προέβαλλε στοὺς πιστοὺς τὸ ἰδεῶδες τῆς χριστιανικῆς ζωῆς καὶ ἀγάπης καὶ τοὺς συνιστοῦσε νὰ ζοῦν ζωὴ σύμφωνη μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ καὶ τὸ χριστιανικό τους ὄνομα.

Ὁ Ἅγιος θεώρησε βασικὸ καθῆκον του τὴν ἀντιμετώπιση διαφόρων αἱρέσεων καὶ σχισμάτων, ὑπολείμματα τῶν ὁποίων διασώζονται ἀκόμη, ὅπως καὶ τῶν Ἀρειανῶν, Μαρκίωνος, Παύλου Σαμοσατέως, Ναυατιανῶν. Ἐπίσης στράφηκε καὶ κατὰ τῶν Ἐθνικῶν, οἱ ὁποῖοι ἐπηρέαζαν τὸ λαὸ διὰ τῆς μαγείας, τῆς ἀστρολογίας καὶ τὶς δεισιδαιμονίες καὶ τοῦ μαντείου τους στὸ Μένουθις. Τὸ μαντεῖο αὐτὸ ἀντιμετώπισε διὰ τῆς μεταφορᾶς τῶν ἱερῶν λειψάνων τῶν Μαρτύρων Κύρου καὶ Ἰωάννου καὶ τῶν Παρθένων Θεοκτίστης, Εὐδοξίας καὶ τῆς μητέρας τους Ἀθανασίας στὸ ναὸ τῶν Εὐαγγελιστῶν, τὸν ὁποῖο ἀνήγειρε ὁ Θεόφιλος καὶ τὰ ὁποῖα λείψανα εἶχαν εὑρεθεῖ σὲ ἀρχαῖο χριστιανικὸ ναὸ τοῦ Ἀποστόλου Μάρκου.

Ὁ Ἅγιος Κύριλλος στράφηκε καὶ κατὰ τῶν Ἰουδαίων, ἐπειδὴ εἶχαν τὴ μεροληπτικὴ ὑπὲρ αὐτῶν στάση τοῦ ἔπαρχου Ὀρέστη καὶ συμπεριφέρονταν προκλητικὰ στοὺς χριστιανούς. Ὁ Ἅγιος ἐπίσης, ἀντιμετώπισε τὶς αἱρετικὲς δοξασίες τοῦ Πελαγίου καὶ τέλος τοῦ Νεστορίου. Ὁ ἀγώνας του κατὰ τοῦ Νεστορίου ἢ τοῦ Μονοφυσιτισμοῦ γέμισε τὴν ἱστορία τοῦ Μεγάλου αὐτοῦ Πατρὸς τῆς Ἐκκλησίας.

Ὁ Νεστόριος, Ἀρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως ἀπὸ τὸν Ἀπρίλιο τοῦ ἔτους 428 μ.Χ., δημιούργησε τὴν αἵρεση τοῦ Μονοφυσιτισμοῦ. Ἀρνιόταν δηλαδὴ τὴν καθ’ ὑπόσταση ἕνωση τῶν δύο ἐν Χριστῷ φύσεων, θείας καὶ ἀνθρώπινης, ἀποδεχόταν μόνο ἐνοίκηση ἢ συνάφειά τους καὶ θεωροῦσε τὴν Παναγία ὄχι Θεοτόκο, ἀλλὰ «Χριστοτόκο» ἢ «ἀνθρωποτόκο». Ὁ Ἅγιος Κύριλλος διαφύλαξε τὴ Χριστολογία τῆς Ἐκκλησίας, ἀπὸ τὴν πλάνη τῶν αἱρετικῶν, διδάσκοντας τὴν ἀλήθεια τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ Χριστὸς κατὰ τὴν Θεία Του φύση χαρακτηρίζεται ἀπὸ τὸν Ἅγιο Κύριλλο ὡς «τοῦ Πατρὸς φύσει Υἱὸς καὶ ὑπὲρ ἡμᾶς Λόγος», «ἐκ Θεοῦ Λόγος», «ἄνωθεν ἐκ Θεοῦ Πατρός», ὁ ὁποῖος εἶναι Θεῖος Λόγος καὶ ὁ ὁποῖος «οἰκονομικῶς κατεφοίτησε δι’ ἡμᾶς εἰς ἀνθρωπότητα», «γέγονε σάρξ» καὶ «καθ’ ἡμᾶς ἄνθρωπος», «ἡνώθη κατὰ φύσιν καὶ καθ’ ὑπόστασιν τῇ σαρκί». Ἔτσι, ἡ Παναγία εἶναι Θεοτόκος, διότι στὸν Ὅρο αὐτὸ συμπεριλαμβάνεται καὶ τὸ πραγματικὸ τῆς Θείας ἐνανθρωπήσεως τοῦ Λόγου, τῆς κατὰ σάρκα γεννήσεως τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὴν Παρθένο καὶ τῆς ὑποστατικῆς ἑνώσεως τῶν δυὸ φύσεων στὸ πρόσωπό του. Ὁ Ὅρος Θεοτόκος συνοψίζει ἄριστα τὴν ἑνότητα τοῦ προσώπου τοῦ Χριστοῦ.

Τὸ 430 μ.Χ., ἡ Σύνοδος ποὺ συγκάλεσε στὴν Ἀλεξάνδρεια ὁ Ἅγιος Κύριλλος, διατύπωσε σὲ 12 ἀναθεματισμούς, τὶς διδασκαλίες ποὺ ὄφειλε νὰ ἀποκηρύξει ὁ Νεστόριος. Τὸ σκάνδαλο ποὺ δημιουργήθηκε καὶ ἀναστάτωσε τὴν Ἐκκλησία ἀπὸ τὴ διδασκαλία τοῦ Νεστορίου ἦταν μεγάλο. Αὐτὸ ἀνάγκασε τὸν αὐτοκράτορα Θεοδόσιο τὸν Β’ νὰ συγκαλέσει στὶς 7 Ἰουνίου τοῦ ἔτους 431 μ.Χ., στὴν Ἔφεσσο, τὴν Γ’ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο. Ἡ Σύνοδος συνῆλθε στὶς 22 Νοεμβρίου 431 μ.Χ. ὑπὸ τὴν προεδρία τοῦ Ἁγίου Κυρίλλου. Ὁ Νεστόριος δὲν ἐμφανίσθηκε. Ἡ Σύνοδος καταδίκασε τὴ δυσσεβὴ διδασκαλία τοῦ Νεστόριου καὶ τὸν ἴδιο τὸν αἱρεσιάρχη καὶ ἐξακολούθησε τὶς ἐργασίες της ἐπὶ ἄλλων θεμάτων. Μὲ καθυστέρηση ἔφθασε καὶ ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀντιοχείας καὶ οἱ περὶ αὐτὸν Ἐπίσκοποι. Ὅταν ἔμαθαν τὴν καταδίκη τοῦ Νεστόριου, συνῆλθαν σὲ δική τους Σύνοδο, ἀφόρισαν ὅλα τὰ μέλη τῆς Γ’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου καὶ καθαίρεσαν τὸν Ἅγιο Κύριλλο καὶ τὸν Ἐπίσκοπο Ἐφέσου Μέμνονα. Μὲ αὐτοκρατορικὸ διάταγμα, ποὺ ἐκδόθηκε μετὰ ἀπὸ ὑπόμνημα τῶν βασιλικῶν ἐπιτρόπων, ποὺ ἦσαν φίλοι τοῦ Νεστορίου, φυλακίστηκαν ὁ Ἅγιος Κύριλλος καὶ ὁ Ἐπίσκοπος Ἐφέσου. Μὲ ἐπέμβαση τῆς εὐσεβοῦς Πουλχερίας, ἀδελφῆς τοῦ αὐτοκράτορα, ὁ Θεοδόσιος Β’ κάλεσε νὰ ἐμφανισθοῦν ἐνώπιών του ἀντιπρόσωποι τῶν δύο πλευρῶν. Τοὺς ἄκουσε καὶ ἀποδέχθηκε τὶς θέσεις τῶν Ὀρθοδόξων. Τότε ἐπικυρώθηκαν ἀπὸ ὅλους τὰ Πρακτικὰ τῆς Γ’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου.

Ὁ Ἅγιος Κύριλλος κοιμήθηκε ὁσίως μὲ εἰρήνη, στὶς 27 Ἰουνίου τοῦ ἔτους 444 μ.Χ. Δικαίως ὁ Ἅγιος Ἀναστάσιος ὁ Σιναΐτης τὸν προσονόμασε «σφραγίδα τῶν Πατέρων».

Ἡ Ἐκκλησία θέλησε νὰ ἀδελφώσει τὴν μνήμη τῶν δυὸ Μεγάλων Πατέρων αὐτῆς καὶ Ἀρχιεπισκόπων Ἀλεξανδρείας, τοῦ Μεγάλου Ἀθανασίου, πρωταγωνιστὴ κατὰ τοῦ Ἀρειανισμοῦ, καὶ τοῦ Ἁγίου Κυρίλλου, πρωταγωνιστὴ κατὰ τοῦ Νεστοριανισμοῦ καὶ ὅρισε τὸ συνεορτασμό τους στὶς 18 Ἰανουαρίου.
Ἡ Σύναξη τῶν Ἁγίων Ἀθανασίου καὶ Κυρίλλου ἐτελεῖτο στὴ Μεγάλη Ἐκκλησία.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

 

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.

Ὡς κῦρος οὐράνιον, θεολογία ἡ σή, βραβεύει ἐν Πνεύματι, τῇ Ἐκκλησίᾳ Χριστοῦ, τὴν χάριν τὴν ἔνθεον· σὺ γὰρ καθυπογράψας τῆς Τριάδος τὴν δόξαν, μύστης τῆς Θεοτόκου, καὶ ὑπέρμαχος ὤφθης, παρ’ ἧς λαμπρῶς δεδόξασαι, Ἱεράρχα Κύριλλε.

 

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Τῇ σοφίᾳ τῇ θείᾳ καλλωπιζόμενος, τῆς Συνόδου τῆς τρίτης ἐδείχθης ἔξαρχος, καὶ καθεῖλες τὸν δεινὸν Πάτερ Νεστόριον, καὶ Θεοτόκον τὴν Ἁγνήν, ἀνεκήρυξας λαμπρῶς, ὦ Κύριλλε Ἱεράρχα, Ἀλεξανδρέων ἡ δόξα, τῆς Ἐκκλησίας ὁ διδάσκαλος.

 

Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.

Τὰς τῶν αἱρέσεων πλοκὰς διαρρήξας, ἐν τῇ δυνάμει τοῦ Χριστοῦ θείοις λόγοις, τὴν Ἐκκλησίαν Κύριλλε ἐπλούτισας, πάντα τὰ ζιζάνια, Νεστορίου ἐκκόψας· ὅθεν καὶ παρίστασαι, σὺν Ἀγγέλων χορείαις, Χριστῷ πρεσβεύων μάκαρ ἐκτενῶς, πᾶσι πταισμάτων, δωρήσασθαι ἄφεσιν.

 

Ἕτερον Κοντάκιον. Ἦχος πλ. β’. Τὴν ὑπὲρ ἡμῶν.
Ἄβυσσον ἡμῖν, δογμάτων θεολογίας, ἔβλυσας σαφῶς, ἐκ τῶν πηγῶν τοῦ Σωτῆρος, τὰς αἱρέσεις κατακλύζουσαν μακάριε, καὶ τὸ ποίμνιον ἀλώβητον, τρικυμίαις διασώζουσαν· τῶν περάτων καὶ γὰρ Ὅσιε, ὑπάρχεις καθηγητής, ὡς τὰ θεῖα σοφῶν.

 

Μεγαλυνάριον.
Ρήτωρ εὐσεβείας ἀναδειχθείς, δογμάτων τὸν λόγον, θεηγόρως διατρανοῖς, καὶ τὴν τοῦ Σωτῆρος, πανάφθορον Μητέρα, κηρύττεις Θεοτόκον, πάνσοφε Κύριλλε.

Ὁ Ἅγιος Ἀλέξανδρος ὁ Ἱερομάρτυρας Ἐπίσκοπος Προύσης 

Ὁ Ἅγιος Ἱερομάρτυς Ἀλέξανδρος, Ἐπίσκοπος Προύσης, ἐτελειώθηκε διὰ ξίφους. Κατὰ τὴν 22α Ὀκτωβρίου φέρεται ἀορίστως μνήμη Ἀλεξάνδρου Ἐπισκόπου μὲ σύντομο συναξαριστικὸ ὑπόμνημα καὶ ὁ Σωφρόνιος Εὐστρατιάδης θέτει τὸ ἐρώτημα μήπως πρόκειται περὶ τοῦ αὐτοῦ προσώπου.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ἅγιος Ἀνανίας ὁ Μάρτυρας 

Ὁ Ἅγιος Μάρτυς Ἀνανίας ἐτελειώθηκε διὰ ξίφους. 

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Οἱ Ἅγιοι Διομήδης, Ὀρέστης καὶ Ρόδων οἱ Μάρτυρες 

Εἶναι ἄγνωστο ποῦ καὶ πότε ἄθλησαν οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες Διομήδης, Ὀρέστης καὶ Ρόδων. Στὸν Κώδικα 1575 φ. 112 τῆς Παρισινῆς Βιβλιοθήκης καὶ τὸν τῆς Λαύρας Δ 10 φ.15 εὑρίσκεται πλήρης Ἀκολουθία αὐτῶν, ποιήμα τοῦ ὑμνογράφου Ἰωσήφ.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Οἱ Ἅγιοι Φηλικιανὸς καὶ Πρίμος οἱ Μάρτυρες οἱ αὐτάδελφοι 

Οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες Φηλικιανὸς καὶ Πρίμος ἐμαρτύρησαν στὴ Ρώμη, τὸ 286 μ.Χ., ἐπὶ αὐτοκράτορος Διοκλητιανοῦ (284 – 305 μ.Χ.). Ὁ Ἅγιος Φηλικιανὸς ἦταν σὲ ἡλικία ἐνενήντα ἐτῶν. Τὸ 640 μ.Χ., ὁ Πάπας Θεόδωρος Α’ ἀνεκόμισε τὰ ἱερὰ λείψανα αὐτῶν καὶ τὰ κατέθεσε στὸ ναὸ τοῦ Ἁγίου Στεφάνου Ρώμης.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Οἱ Ἁγίες Μάρθα, Μαρία, Μαριάμνη, Θέκλα καὶ Ἐνναθὰ οἱ Ὁσιομάρτυρες 

Οἱ Ἁγίες Ὁσιομάρτυρες Μάρθα, Μαρία, Μαριάμνη, Θέκλα καὶ Ἐνναθὰ ἢ Ἐννεὶμ κατάγονταν ἀπὸ τὴν πόλη Ἀζᾶ τῆς Περσίας καὶ ἀπὸ γονεῖς πλουσιώτατους. Ἄθλησαν κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορος Κωνσταντίνου τοῦ Μεγάλου (306 – 337 μ.Χ.) καὶ βασιλέως τῶν Περσῶν Σαβωρίου Β’ (310 – 379 μ.Χ.). Ἀσπασθεῖσες τὸ Χριστιανισμὸ ἔγιναν Κανονικές (κατηγορία μοναζουσῶν, οἱ ὁποῖες δὲν ἀποχωροῦσαν ἀπὸ τὸν κόσμο ἀλλὰ ἐζοῦσαν μακριὰ τῶν κοσμικῶν ἀπολαύσεων, ἀφιερωμένες στὴ διακονία τοῦ Χριστοῦ καὶ τοῦ πλησίον), ἀπεῖχαν ἀπὸ κάθε κοσμικὴ ἐπίδειξη καὶ εἶχαν τεθεῖ ὑπὸ τὴν Πνευματικὴ καθοδήγηση κάποιου ἱερέως ὀνομαζομένου Παύλου. Αὐτὸς ὅμως κατακρατοῦσε τὰ χρήματα τοῦ ναοῦ, στὸ ὁποῖο ὑπηρετοῦσαν καὶ οἱ πέντε Κανονικὲς παρθένοι, καθὼς καὶ κάθε ἄλλη προσφορὰ ποὺ ἐγινόταν γιὰ φιλανθρωπικοὺς σκοπούς, γενόμενος ἔτσι πλουσιώτατος.

Κατὰ τὸν κινηθέντα διωγμὸ ἐναντίων τῶν Χριστιανῶν ὑπὸ τοῦ βασιλέως Σαβωρίου, καταγγέλθηκαν ἀπὸ κάποιον Πέρση, ποὺ ὀνομαζόταν Νιρσῆς, καὶ ἔτσι ὁ Παῦλος καὶ οἱ Κανονικὲς συνελήφθησαν καὶ ὁδηγήθηκαν ἐνώπιον τοῦ βασιλέως, ὁ ὁποῖος τοὺς ἀπείλησε μὲ θανάτωση καὶ δήμευση τῶν περιουσιῶν τους, ἐὰν δὲν ἀρνοῦνταν τὴ Χριστιανικὴ πίστη τους. Πτοηθεὶς ἀπὸ τὴν ἀπειλὴ ὁ φιλοχρήματος ἱερεὺς Παῦλος, ἀσπάσθηκε τὴν εἰδωλολατρικὴ θρησκεία.
Οἱ Κανονικὲς παρθένοι ὅμως ἀρνηθεῖσες νὰ προδώσουν τὴν πατρώα εὐσέβειά τους καταδικάσθηκαν σὲ θάνατο καὶ ἐξετελέσθηκαν διὰ χειρὸς τοῦ τέως πνευματικοῦ τους ὁδηγοῦ καὶ ἤδη ἐξομώτου φιλάργυρου Παύλου. Ἀλλὰ καὶ αὐτοῦ ἡ τύχη ὑπῆρξε οἰκτρότερη. Τὴ νύχτα, ἔμπιστοι ὑπηρέτες τοῦ ἀρχιμάγου τὸν ἀπαγχόνισαν καὶ ἔτσι ἀπώλεσε καὶ τὴν ψυχή του καὶ τὰ χρήματα, ἕνεκα τῶν ὁποίων διέπραξε τὸ εἰδεχθέστερο  ἔγκλημα. Ἡ μνήμη τῶν Ἁγίων ἑορτάζεται ἰδιαίτερα στὴν Κρήτη καὶ ἡ Ἐκκλησία τιμᾶ αὐτὲς καὶ στὶς 26 Σεπτεμβρίου.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Οἱ Ἁγίες Τρεῖς Παρθενομάρτυρες ἐκ Χίου

Οἱ Ἁγίες τρεῖς Παρθενομάρτυρες κατάγονταν ἀπὸ τὴ Χίο καὶ ἐμαρτύρησαν διὰ ξίφους. 

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ὅσιος Ἰουλιανὸς ὁ ἐν Συρίᾳ ἀσκήσας 

Ὁ Ὅσιος Ἰουλιανὸς ἔζησε τὸν 4ο αἰώνα μ.Χ. καὶ καταγόταν ἀπὸ τὴ Δύση. Πουλήθηκε ὡς σκλάβος στὴ Συρία, ἀλλὰ ὅταν ἀπέκτησε τὴν ἐλευθερία του ἔγινε μοναχὸς ὑπὸ τὴν πνευματικὴ καθοδήγηση τοῦ Ὁσίου Ἐφραίμ ( 28 Ἰανουαρίου). Μετὰ ἀπὸ θεοφιλὴ μοναχικὸ βίο, ἐκοιμήθηκε μὲ εἰρήνη, τὸ 370 μ.Χ.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ὅσιος Μαξιμιανὸς ὁ ἐκ Συρακουσῶν 

Ὁ Ὅσιος Μαξιμιανὸς ἐγεννήθηκε στὴ Σικελία καὶ ἔζησε τὸν 6ο αἰώνα μ.Χ. Ἦταν μοναχὸς στὴ μονὴ τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέου τῆς Ρώμης, ὑπὸ τὴν πνευματικὴ καθοδήγηση τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Διαλόγου, Ἐπισκόπου Ρώμης ( 12 Μαρτίου). Ὁ Μαξιμιανὸς ὑπηρέτησε ὡς ἀποκρισάριος στὴν Κωνσταντινούπολη κατὰ τὴν ἐποχὴ τῶν Ἐπισκόπων Ρώμης Πελαγίου Β’ (579 – 590 μ.Χ.) καὶ Γρηγορίου Α’ τοῦ Διαλόγου (590 – 604 μ.Χ.). Ὁ Γρηγόριος τὸν ἐκάλεσε νὰ ἐπιστρέψει πίσω στὴ Ρώμη καὶ τὸν ἐξέλεξε, τὸ 591 μ.Χ., Ἐπίσκοπο Συρακουσῶν.
Ὁ Ἅγιος Μαξιμιανὸς ἐποίμανε γιὰ τρία ἔτη τὸ ποίμνιό του θεοφιλῶς καὶ ἐκοιμήθηκε μὲ εἰρήνη, τὸ 594 μ.Χ.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ὅσιος Κύρος 

Ὁ Ὅσιος Κύρος ἐκοιμήθηκε μὲ εἰρήνη. Στὸν Πατμιακὸ Κώδικα 266, στὶς 12 Νοεμβρίου, ἀναγράφεται: «Τὰ ἐγκαίνια τοῦ εὐκτηρίου τοῦ ἀββᾶ Κύρου ἐν τῷ Σπαρακίῳ».

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ὅσιος Κολούμπα ὁ Ἱεραπόστολος ἐξ Ἰρλανδίας 

Ὁ Ὅσιος Κολούμπα ἐγεννήθηκε στὴν πόλη Γκάρταν τῆς Δονεγάλης στὴν Ἰρλανδία στὶς 7 Δεκεμβρίου τοῦ 521 μ.Χ. καὶ καταγόταν ἀπὸ βασιλικὴ οἰκογένεια. Ἐμαθήτευσε πλησίον διακεκριμένων διδασκάλων καὶ ἐνωρὶς ἀπεφάσισε νὰ ἀκολουθήσει τὸ μοναχικὸ βίο. Μετὰ τὴν εἰς πρεσβύτερον χειροτονία του ἐργάσθηκε ὡς ἱεραπόστολος στὴν Ἰρλανδία καὶ ἵδρυσε μοναστήρια στὶς περιοχὲς Ντέρρυ καὶ Ντάροου.

Ἡ παράδοση ἀναφέρει ὅτι ἀναγκάσθηκε νὰ ἐγκαταλείψει τὴν πατρίδα του γιὰ τοὺς ἑξῆς λόγους. Κάποτε παρεκάλεσε τὸν παλαιό του διδάσκαλο Φιννιανὸ νὰ τοῦ ἐπιτρέψει νὰ ἀντιγράψει τὸ Ψαλτήριό του, ἀλλ’ ὁ Φιννιανός, ἄγνωστο γιατί, ἀρνήθηκε νὰ ἱκανοποιήσει τὴν ἐπιθυμία του. Ὁ Κολούμπα τὸ ἀντέγραψε χωρὶς τὴν ἄδεια τοῦ Φιννιανοῦ, ὁ ὁποῖος, ὅταν ἀνεκάλυψε τὴν πράξη τοῦ μαθητοῦ του, ἐζήτησε νὰ κρατήσει τὸ ἀντίγραφο γιὰ τὸν ἑαυτό του. Τὸ γεγονὸς ἔλαβε διαστάσεις καὶ ἔφθασε πρὸς ἐκδίκαση μέχρι τοῦ βασιλέους Ντέρμοτ, ὁ ὁποῖος ἀποφάνθηκε ὑπὲρ τοῦ Φιννιανοῦ. Ὁ Ὅσιος δυσαρεστήθηκε ἀκόμη περισσότερο, ὅταν ὁ βασιλεὺς Ντέρμοτ διέταξε τὴν ἐκτέλεση κάποιου ἐχθροῦ του, πρὸς τὸν ὁποῖο ὁ Ὅσιος εἶχε προσφέρει ἄσυλο ἐντὸς τῆς μονῆς.Τὸ γεγονὸς αὐτὸ ὁδήγησε δύο ἰρλανδικὰ φύλα σὲ μικρὴ πολεμικὴ σύρραξη, στὴν ὁποία καὶ ὁ Ὅσιος διεδραμάτισε κάποιο ρόλο ἀσυμβίβαστο πρὸς τὴν ἱερατική του ἰδιότητα. Γιὰ τὴν πράξη του αὐτὴ καταδικάσθηκε ἀπὸ Σύνοδο σὲ ἀφορισμό, ἡ ποινή του ὅμως μετατράπηκε σὲ ἰσόβια ἐξορία, μετὰ ἀπὸ μεσιτεία καὶ παράκληση τοῦ πνευματικοῦ του πατέρα, καλουμένου καὶ αὐτοῦ Φιννιανοῦ.

Ὁ Ὅσιος συνοδευόμενος ἀπὸ δώδεκα μαθητές του, ἀναχώρησε γιὰ πάντα ἀπὸ τὴν ἀγαπημένη του πατρίδα καὶ ἐγκαταστάθηκε σὲ μία μικρὴ νῆσο, καλουμένη Ἰόνα, κοντὰ στὶς ἀκτὲς τῆς Σκωτίας. Μὲ τὴν παρουσία του, τὸ ἄγνωστο αὐτὸ νησὶ κατέστη περίφημο καὶ θεωρεῖται μέχρι σήμερα ἁγία νῆσος. Ἐκεὶ ἵδρυσε περιώνυμη μονὴ μὲ ἑκατοντάδες μοναχῶν, ποὺ ἀγωνίζονταν νὰ εὐαρεστήσουν τὸν Θεὸ μὲ τὴν ἄσκησή τους. Ἐπὶ πλέον ἡ μονὴ αὐτὴ ἔγινε τὸ σπουδαιότερο ἴσως ἐκκλησιαστικὸ κέντρο καὶ διδακτήριο κληρικῶν καὶ ἱεραποστόλων τῆς Κελτικῆς Ἐκκλησίας. Ἀπὸ ἐκεῖ ὁρμώμενοι ὁ Ὅσιος Κολούμπα καὶ οἱ μαθητές του ἐκήρυξαν τὸ Εὐαγγέλιο στὴ Σκωτία. Κατὰ τὴν παράδοση, ὁ ἀκάματος αὐτὸς ἐργάτης τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Χριστοῦ, ἵδρυσε στὴ Σκωτία καὶ Βόρεια Ἀγγλία περὶ τὶς ἑκατὸ μονές, πιθανότερο ὅμως εἶναι ὅτι μερικὲς ἀπὸ αὐτὲς ἱδρύθηκαν

ἀπὸ τοὺς μαθητές του.
Ὁ Ὅσιος Κολούμπα ἐκοιμήθηκε μὲ εἰρήνη κάποιο Σάββατο ἢ Κυριακὴ πρὸς τὴν 9η Ἰουνίου τοῦ 597 μ.Χ. Τὴν προηγούμενη ἡμέρα, κατὰ μία ὡραία παράδοση, τὸ γέρικο λευκὸ ἄλογό του, τοῦ ὁποίου ἐπέβαινε ἐπὶ πολλὰ χρόνια κατὰ τὶς ἀτέλειωτες ἱεραποστολικὲς περιοδεῖες του, ἦλθε μὲ δάκρυα καὶ ἀπέθεσε τὴν κεφαλή του ἐπὶ τοῦ στήθους τοῦ Ὁσίου. Ὅταν τὴν ἑπόμενη ἡμέρα, ἐνωρὶς τὸ πρωΐ, οἱ μοναχοὶ ἐσηκώθηκαν γιὰ τὸν Ὄρθρο, εἶδαν τὸ ναὸ ἀπαστράπτοντα ἀπὸ οὐράνιο φῶς καὶ εἰσελθόντες εὑρῆκαν τὸν κοιμηθέντα πνευματικό τους πατέρα νὰ προσεύχεται ἐνώπιον τοῦ θυσιαστηρίου.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ὅσιος Βαϊθινὸς μαθητὴς τοῦ Ὁσίου Κολούμπα

Ὁ Ὅσιος Βαϊθινὸς ἢ Κομίνος ἦταν μαθητὴς τοῦ Ὁσίου Κολούμπα ( 9 Ἰουνίου). Διετέλεσε ἡγούμενος τῆς μονῆς τῆς νήσου Ἰόνα, μετὰ τὸ θάνατο τοῦ πνευματικοῦ πατέρα αὐτοῦ, καὶ ἐκοιμήθηκε μὲ εἰρήνη, τὸ 598 μ.Χ.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ὅσιος Κύριλλος ὁ ἐν Λευκῇ Λίμνῃ Ἀσκήσας 

Ὁ Ὅσιος Κύριλλος, κατὰ κόσμον Κοσμᾶς, ἐγεννήθηκε, τὸ 1337, στὴ Μόσχα ἀπὸ εὐσεβὴ καὶ ἀριστοκρατικὴ οἰκογένεια. Ἀπὸ ἐνωρὶς ἀκολούθησε τὸ μοναχικὸ βίο καὶ ἐκάρη μοναχὸς στὴ μονὴ Σιμονὼφ τῆς ὁποίας, τὸ 1390, ἀναδείχθηκε ἡγούμενος. Πολυάριθμοι προσκυνητὲς ἐπισκέπτονταν τὴ μονή, γιὰ νὰ δοῦν τὸν Ὅσιο καὶ νὰ πάρουν τὴν εὐλογία καὶ τὶς πνευματικὲς συμβουλές του. Ὀ Ὅσιος, γιὰ νὰ ἀποφύγει τὴ δόξα τῶν ἀνθρώπων, ἄρχισε νὰ ψάχνει γιὰ τὴν τέλεια ἐρημία καὶ ἡσυχία. Ἔτσι, μετὰ ἀπὸ τὴν καθοδήγηση τῆς Θεοτόκου, τῆς ὁποίας μιὰ νύχτα ἄκουσε τὴ φωνὴ μέσα σὲ οὐράνιο φῶς, ὁδήγησε τὰ βήματά του στὴν περιοχὴ τῆς Λευκῆς Λίμνης, στὴν περιοχὴ Βολογκόντσκαϊα, καὶ ἄρχισε νὰ ἀσκεῖται ὡς ἐρημίτης. Ἐκεῖ, τὸ 1397, ἄρχισε νὰ κτίζει ναὸ πρὸς τιμὴν τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου. Ὁ ἀριθμὸς τῶν μοναχῶν ἄρχισε νὰ αὐξάνει καὶ τὸ Τυπικὸ τῆς μονῆς, ποὺ ἔγραψε ὁ Ὅσιος γιὰ τὴν Ἀδελφότητα, προέβλεπε μὲ αὐστηροὺς κανόνες τὴν ἄσκηση καὶ τὴ σιωπή. Ὁ Ὅσιος Κύριλλος εἶχε ὁμιλήσει προσωπικὰ μὲ τὸν Ὅσιο Στέργιο τοῦ Ραντονὲζ ( 5 Ἰουλίου) καὶ εἶχε λάβει ἀπὸ τὸν Θεὸ τὸ χάρισμα τῆς θαυματουργίας.
Ἐκοιμήθηκε μὲ εἰρήνη, τὸ 1427.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ἅγιος Κύριλλος ὁ Θαυματουργός

Ὁ Ὅσιος Κύριλλος τοῦ Βὲλσκ ἔζησε τὸ δεύτερο ἥμισυ τοῦ 15ου αἰῶνος μ.Χ. στὸ Νόβγκοροντ τῆς Ρωσίας. Περὶ τῆς ὑπάρξεως, τοῦ βίου καὶ τῶν θαυμάτων του πληροφορούμεθα ἀπὸ ἕνα χειρόγραφο, τὸ ὁποῖο ἀναφέρεται στὰ θαύματά του. Σύμφωνα μὲ αὐτὸ ὁ Ὅσιος ἦταν ὑπάλληλος ἑνὸς κυβερνήτου τοῦ Νόβγκοροντ καὶ ἔζησε, πρὶν ἀκόμη ἡ πόλη περιέλθει στὴ διοίκηση τῶν πριγκίπων τῆς Μόσχας, δηλαδὴ πρὶν τὸ 1478. Ὁ Ἅγιος ἐπνίγηκε στὸν ποταμὸ Βάγκα, ὅπως πληροφορούμεθα ἀπὸ τὰ βιβλία τοῦ κοιμητηρίου τοῦ χωριοῦ Βὲλσκ καὶ ἐνταφιάσθηκε κοντὰ στὸ ναὸ τοῦ κοιμητηρίου. Ὁ ναὸς ἀργότερα ἐκτίσθηκε σὲ παραπλήσιο χῶρο καὶ ὁ τάφος τοῦ Ἁγίου ξεχάσθηκε.

Περὶ τὶς ἀρχὲς τοῦ 16ου αἰῶνος μ.Χ. (ὄχι ἀργότερα ἀπὸ τὸ 1517), μετὰ ἀπὸ ἕνα ὅραμα ποὺ εἶδε μία γυναίκα τοῦ παραπλήσιου χωριοῦ, τὰ ἱερὰ λείψανά του ξαναευρέθησαν. Ἔτσι οἱ κάτοικοι τοῦ χωριοῦ Βὲλσκ μετέφεραν τὰ λείψανα σὲ παρεκκλήσιο ποὺ ἀνήγειραν γιὰ τὸ σκοπὸ αὐτὸ κοντὰ στὴν ἐκκλησία. Ἀμέσως ἀρχίζουννὰ παρατηροῦνται θαυμαστὰ γεγονότα.

Τὸ 1587, οἱ ἱερεῖς τοῦ Βέλσκ, χωρὶς τὴν εὐλογία τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Νόβγκοροντ, μετακίνησαν τὰ λείψανα τοῦ Ἁγίου Κυρίλλου στὸ ἐσωτερικὸ τοῦ ναοῦ τοῦ Ἁγίου Νικολάου, ποὺ εὑρισκόταν στὸ κοιμητήριο. Φαίνεται ὅτι ἀπὸ τὴν ἐποχὴ ἐκείνη ἀρχίζει νὰ καλλιεργεῖται ἡ τιμὴ πρὸς τὸν Ἅγιο. Μετὰ ἀπὸ μία πυρκαγιὰ στὴν ἐκκλησία τοῦ Ἁγίου Νικολάου, αὐτὰ ποὺ ἀπέμειναν ἀπὸ τὰ λείψανα τοῦ Ἁγίου Κυρίλλου τοποθετήθηκαν στὴν Ἁγία Τράπεζα τοῦ ναοῦ τῆς Ἁγίας Τριάδος. Κατόπιν πρωτοβουλίας τοῦ τοπικοῦ κλήρου, τὸ 1780, καὶ χωρὶς νὰ ἔχει γίνει ἐπίσημη ἀναγνώριση τῆς ἁγιότητός του, ἡ ἑορτὴ τῆς μνήμης τοῦ Ἁγίου διακόπηκε. Τότε ἐπῆραν τὰ λείψανά του ἀπὸ τὴν Ἁγία Τράπεζα καὶ τὰ ἐνταφίασαν στὸν τόπο ποὺ εὑρισκόταν ὁ ναὸς τοῦ Ἁγίου Νικολάου, ποὺ εἶχε καεῖ. Παρ’ ὅλα ταῦτα δὲν ἐσταμάτησε ἡ τιμὴ τὴν ὁποία ἀπέδιδε ὁ λαὸς πρὸς τὸν Ἅγιο Κύριλλο. Συνεχίσθηκε, ὅπως μᾶς ἀποδεικνύουν κάποιες μαρτυρίες, τουλάχιστον μέχρι τὰ τέλη τοῦ 19ου αἰῶνος μ.Χ. Ἀπὸ ἐκείνη τὴν ἐποχὴ στὴν ἐκκλησία τοῦ κοιμητηρίου τοῦ Βὲλσκ εὑρισκόταν ἡ εἰκόνα τοῦ Ἁγίου Κυρίλλου.
Τὸ ὄνομα τοῦ Ἁγίου συγκαταλέγεται στὸν κατάλογο τῶν Ἁγίων ποὺ διαβάζεται κατὰ τὴν ἑορτὴ πάντων τῶν Ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας, οἱ ὀποῖοι ἐφώτισαν τὴ Ρωσικὴ γῆ, καὶ ἡ ὁποία ἑορτάζεται τὴ δεύτερη Κυριακὴ μετὰ τὴν Πεντηκοστή.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ὅσιος Θεοφάνης ὁ Ἐρημίτης 

Ἡ Ἐκκλησία τιμᾶ τὴν μνήμη τοῦ Ὁσίου Θεοφάνους τοῦ Ἐρημίτου τὴν 10η Ίανουαρίου, ὅπου καὶ ὁ βίος του.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ὅσιος Ἀλέξανδρος ἐκ Ρωσίας 

Ὁ Ὅσιος Ἀλέξανδρος τοῦ Κούστσκϊυ ἐγεννήθηκε τὸ 1371 στὴ Ρωσία καὶ ἐμόνασε στὴ μονὴ τοῦ Ἀλεξάνδρου ἢ τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου τῆς πόλεως Κούστα, ἡ ὁποία εὑρισκόταν στὶς ὄχθες τοῦ ποταμοῦ Κούστα, ὄχι μακριὰ ἀπὸ τὴ λίμνη Κοῦμπεν καὶ περίπου 40 χιλιόμετρα ἀπὸ τὴν πόλη Βολογκντά, τῆς ὁποίας σήμερα σώζονται μονάχα λίγα οἰκοδομήματα. Ἡ μονὴ ἱδρύθηκε στὶς ἀρχὲς τοῦ 15ου αἰῶνος μ.Χ. ἀπὸ τὸν Ὅσιο Ἀλέξανδρο, ἕνα μοναχὸ τοῦ διπλανοῦ μοναστηριοῦ Σπασο – Καμέννϊυ.

Ἀπὸ ἐκεῖνα ἀκριβῶς τὰ μέρη προέρχονται οἱ πιὸ ἀρχαῖες ἁγιολογικὲς μαρτυρίες σχετικὰ μὲ τὸν Ὅσιο Ἀλέξανδρο: πρόκειται γιὰ μία σύντομη διήγηση ποὺ διαδόθηκε ἀπὸ τὸ μοναχὸ τῆς μονῆς Παΐσιο Γιαρλάβωφ, μετέπειτα ἡγούμενο στὴ Λαύρα τῆς Ἁγίας Τριάδος τοῦ Ἁγίου Σεργίου. Οἱ πληροφορίες ποὺ παρατέθηκαν ἀπὸ τὸν Παΐσιο διευρύνθηκαν ἀπὸ σχετικὲς προφορικὲς μαρτυρίες τῶν μαθητῶν τοῦ Ὁσίου Ἀλεξάνδρου, συγκεκριμένα τῶν μοναχῶν Συμεὼν καὶ Σάββα, καὶ παρεῖχαν ὑλικὸ γιὰ τὴ σύνθεση τοῦ Βίου τοῦ Ὁσίου Ἀλεξάνδρου, τοῦ ὁποίου συγγραφέας εἶναι, κατὰ πᾶσα πιθανότητα, ἕνας μοναχὸς τοῦ ἴδιου μοναστηριοῦ ποὺ ὁ Ὅσιος Ἀλέξανδρος ἵδρυσε. Ὁ Βίος, ποὺ παραδίδεται ἀπὸ σπάνια χειρόγραφα τοῦ 17ου -19ου αἰῶνος μ.Χ., εἶναι ἀκόμη καὶ τώρα ἀνέκδοτος.

Σύμφωνα μὲ τὶς πηγές, ὁ Ὅσιος Ἀλέξανδρος ἐγεννήθηκε τὸ 1371 στὴν πόλη Βολογκντὰ καὶ στὸ βάπτισμα ἔλαβε τὸ ὄνομα Ἀλέξιος. Ὄντας ἀκόμη νέος ἐγκατέλειψε τὸ πατρικό του σπίτι καί, ὡς προσκυνητής, ἔφθασε στὸ μοναστήρι Σπασο – Καμέννϊυ, ποὺ εὑρισκόταν ἐπάνω σ’ ἕνα νησὶ τῆς λίμνης Κοῦμπεν καὶ εἶχε ἱδρυθεῖ τὸν 13ο αἰώνα μ.Χ. Ἐκείνη τὴν ἐποχὴ ἡγούμενος τοῦ μοναστηριοῦ ἦταν ὁ Διονύσιος, ἕνας Ἕλληνας μοναχός, ποὺ ἔζησε γιὰ ἀρκετὸ καιρὸ στὸ Ἅγιον Ὄρος. Ἔτσι διηγεῖται ὁ Παΐσιος Γιαροσλάβωφ: «Στὴ συνέχεια, φθάνει στὸ Καμένσκϊυ, μὲ ἡγούμενο τὸν Διονύσιο, ἕνας νέος μὲ τὸ ὄνομα Ἀλέξιος, προερχόμενος ἀπὸ τὴν πόλη Βολογκντά, ὁ ὁποῖος καὶ τὸν παρεκάλεσε νὰ τὸν ἐνδύσει μὲ τὸ μοναχικὸ σχῆμα. Ὁ ἡγούμενος ἐξετίμησε τὴν ὑπακοή του, τοῦ ἔδωσε τὸ μοναχικὸ σχῆμα καὶ τὸν ὀνόμασε Ἀλέξανδρο. Τὸ ἐμπιστεύθηκε, τοῦ ἐδίδαξε τὴ μοναχικὴ ζωὴ καὶ ἐκεῖνος ἀναδείχθηκε ἀργότερα σὲ σεβάσμιο στάρετς, ποὺ ἔζησε πολλὰ χρόνια μὲ ὑπακοή». Ὁ Βίος δὲν παραλείπει νὰ περιγράψει τὶς μοναχικὲς ἀρετὲς τοῦ Ὁσίου Ἀλεξάνδρου. Ἀκολουθοῦσε αὐστηρὴ νηστεία, ἀσκητικὸ κανόνα προσευχῆς καὶ ἔφερνε μὲ ζῆλο εἰς πέρας τὰ καθήκοντα ποὺ τοῦ ἀνέθεταν. Ἔτσι γρήγορα ἐκέρδισε τὴν ἐκτίμηση καὶ τὴν ἀγάπη τῶν ἀδελφῶν του. Παρ’ ὅλα αὐτὰ ὁ σεβασμὸς μὲ τὸν ὁποῖο τὸν περιέβαλαν σύντομα ἔγινε βάρος στὴν ταπεινὴ καρδιὰ τοῦ Ἀλεξάνδρου. Ἔτσι, ἀπεφάσισε νὰ ἐγκαταλείψει κρυφὰ τὸ μοναστήρι καὶ νὰ ζήσει σὲ ἡσυχία. Ἀφοῦ περιπλανήθηκε γιὰ ὁρισμένες ἡμέρες στὰ δάση, ὁ Ὅσιος Ἀλέξανδρος ἐσταμάτησε σὲ μία ἔρημη ὄχθη τοῦ ποταμοῦ Σγιανζέμα κοντὰ στὴ λίμνη Κοῦμπεν. Ἐν τούτοις ἡ φήμη τοῦ ἀσκητικοῦ βίου τοῦ μοναχοῦ διαδόθηκε πολὺ γρήγορα καὶ τὸ γεγονὸς ὅτι οἱ κάτοικοι τῶν κοντινῶν χωριῶν συνέτρεχαν σ’ αὐτόν, τὸν ἀνάγκασε νὰ ἐγκαταλείψει καὶ ἐκεῖνον τὸν τόπο.

Κατέφυγε στὴν ἐκβολὴ τοῦ ποταμοῦ Κούστα, κοντὰ στὴν ὄχθη τῆς λίμνης Κοῦμπεν. Ἐδῶ, σ’ ἕνα τόπο ἀπομονωμένο, εὑρῆκε ἕνα κελὶ κατειλημμένο ἀπὸ ἕναν μοναχὸ τοῦ μοναστηριοῦ Σπασο – Καμέννϊυ, τὸν Εὐθύμιο. Γιὰ λίγο καιρὸ οἱ δύο μοναχοὶ ἔζησαν μαζί. Στὴ συνέχεια ὁ Εὐθύμιος παρέδωσε τὸ κελὶ στὸ συμμοναστή του καὶ μεταφέρθηκε στὸ μέρος ποὺ πρὶν ὁ Ὅσιος Ἀλέξανδρος εἶχε ἐγκαταλείψει, ὅπου ἀργότερα ἵδρυσε ἕνα μοναστήρι ἀφιερωμένο στὴν Ἀνάληψη. Ὅπως ἀναφέρει ὁ Βίος, ὁ Ὅσιος Ἀλέξανδρος ἐζοῦσε σὲ ἀπομόνωση, καλλιεργώντας τὴ γῆ μὲ μία τσάπα καὶ σπέρνοντας δημητριακά. Στὴ συνέχεια κοντά του προσῆλθαν ἕνας στάρετς καὶ τρεῖς ἀδελφοί. Τότε ὁ Ὅσιος Ἀλέξανδρος ἐπῆγε στὸν Ἀρχιεπίσκοπο τοῦ Ροστώβ, γιὰ νὰ ζητήσει τὴν εὐλογία του, ὥστε νὰ μπορέσει νὰ κτίσει μία ἐκκλησία.

Ἡ ἕδρα τοῦ Ροστὼβ ἦταν ἐκεῖνο τὸν καιρὸ κατειλημμένη ἀπὸ τὸν Διονύσιο τὸν Ἕλληνα, ἤδη ἡγούμενο τοῦ μονασηριοῦ Σπασο – Καμέννϊυ, πού, χειροτονούμενος Ἀρχιεπίσκοπος τὸ 1418, ἐποίμανε τὴν ἐπισκοπή του μέχρι τὸ θάνατό του, τὸ 1425. Ὁ Ἐπίσκοπος Διονύσιος, ἀφοῦ τὸν ἐγνώριζε, διότι ὁ Ὅσιος εἶχε μαθητεύσει κοντά του πνευματικά, τὸν εὐλόγησε καὶ τοῦ ἔδωσε ὅ,τι ἦταν ἀπαραίτητο γιὰ τὴν κατασκευὴ τῆς Σκήτης. Ὁ Ὅσιος Ἀλέξανδρος, ἀφοῦ ἔλαβε τὴν εὐλογία, ἀναχώρησε. Ἔτσι ξεκίνησε τὴν κατασκευὴ τῆς Σκήτης.

Στὴν κατασκευὴ τοῦ μοναστηριοῦ, τοῦ ὁποίου ὁ ναὸς ἀφιερώθηκε στὴν Κοίμηση τῆς Θεοτόκου συνέβαλε ἐπίσης ὁ οἰκεῖος πρίγκιπας Δημήτριος Βασίλεβιτς Ζαοζέρσκϊυ, ὁ ὁποῖος ἐσκοτώθηκε σὲ μία μάχη ἐνάντια στοὺς Τατάρους, τὸ 1429. Πιὸ συγκεκριμένα, τὸ μοναστήρι ἀπολάμβανε τῆς προστασίας τῆς συζύγου τοῦ Δημητρίου, Μαρίας, ἡ ὁποία ἐδώρισε τὶς εἰκόνες καὶ τὸ Εὐαγγέλιο στὴ νέα ἐκκλησία καὶ συχνὰ ἀπέστελλε ὑλικὴ βοήθεια στὴν πτωχὴ κοινότητα. Στὴν πριγκίπισσα Μαρία, ἡ ὁποία συχνὰ ἐπισκεπτόταν τὸν Ὅσιο, ὁ Ἀλέξανδρος προέβλεψε τὴν ἡμερομηνία τοῦ θανάτου της.

Ὁ Βίος περιγράφει ἐπίσης ὁρισμένα χαρακτηριστικὰ ἀπὸ τὴν πνευματικότητα καὶ ἀπὸ τὴν ἄσκηση τοῦ Ὁσίου. Ὡς ἡγούμενος δὲν μετέβαλε τὸν αὐστηρὸ κανόνα ζωῆς: ἀκολουθοῦσε αὐστηρὴ νηστεία καὶ προσευχή, ἔδιδε τὰ πάντα στοὺς ἀρρώστους καὶ τοὺς πτωχούς. Συγκεκριμένα, μὲ τὴν διήγηση ὁρισμένων θαυμαστῶν γεγονότων, ὅπως ἡ συνάντηση τοῦ Ὁσίου Ἀλεξάνδρου μὲ πέντε Τατάρους καὶ τὸ ἐπεισόδιο μὲ τὸν ληστὴ τοῦ σιταριοῦ, ὁ Βίος ὑπογραμμίζει τὴν πραότητα καὶ τὴν φιλευσπλαχνία τοῦ Ὁσίου. Ἐπίσης, διαπραγματεύεται τὰ σωματικὰ χαρακτηριστικὰ τοῦ Ὁσίου Ἀλεξάνδρου: μετρίου ὕψους, πολὺ λεπτός, εἶχε ἕνα πρόσωπο στρογγυλό, μὲ μάτια γεμάτα ἡρεμία καὶ γενειάδα στρογγυλὴ ποὺ ἔφθανε  μέχρι τὸ στέρνο του, ἐνῶ τὰ μαλλιά, ἀκόμα σκοῦρα, μόλις εἶχαν ἀρχίσει νὰ ἀσπρίζουν. Προτοῦ κοιμηθεῖ, ὁ Ὅσιος Ἀλέξανδρος παρέδωσε στοὺς ἀδελφούς του τὴν πνευματική του διαθήκη. Ὁ Βίος ἀναφέρει τὰ ἀκόλουθα ποὺ ὁ Ὅσιος ἀπηύθυνε  στὴ μοναστικὴ κοινότητά του: «Πλέον μὲ ἐγκαταλείπουν οἱ δυνάμεις, ἀδελφοί, ἀλλὰ ἐσεῖς παραμείνετε σ’ αὐτὸν τὸν τόπο, διατηρεῖστε τὴν ταπείνωση καὶ τὴν ἀμοιβαία ἀγάπη, στολισθεῖτε μὲ καθαρότητα, μὴν ξεχνᾶτε νὰ εἶσθε φιλόξενοι, μὴν ἀποδίδετε ἀξία στὰ ἀγαθὰ αὐτοῦ τοῦ κόσμου καὶ στὴ δόξα αὐτῆς τῆς ζωῆς. Στὴ θέση τους νὰ ἀναμένετε ἀπὸ τὸν Θεὸ τὰ οὐράνια ἀγαθά». Κατόπιν, παρήγγειλε στοὺς μαθητές του Συμεὼν καὶ Σάββα νὰ κτίσουν μία ἐκκλησία ἀφιερωμένη στὸν Ἅγιο Νικόλαο. Μετὰ παρέδωσε τὸ πνεῦμά του εἰρηνικὰ καὶ κοιμήθηκε ὁσίως, τὸ 1439.

Ὁ Ὅσιος Ἀλέξανδρος ἐνταφιάσθηκε στὴ νότια πλευρὰ τῆς Ἁγίας Τραπέζης τοῦ ναοῦ τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου καὶ ἀρκετὰ γρήγορα ὁ τάφος του ἔγινε ἀντικείμενο εὐλάβειας καὶ τιμῆς.

Στὸν εὐλογημένο τόπο τῆς ταφῆς του συνέβησαν πολλὲς θεραπείες σὲ ἐκείνους ποὺ ἔρχονταν μὲ πίστη καὶ ἰδιαίτερα σὲ ἀνθρώπους ποὺ ἔπασχαν ἀπὸ δαιμόνιο. Ἔτσι ἐκεῖνο τὸ μέρος ὀνομάσθηκε «Σκήτη τοῦ Ἀλεξάνδρου».
Ἡ Ἐκκλησία τιμᾶ, ἐπίσης, τὸν Ὅσιο Ἀλέξανδρο, τὴν Τρίτη Κυριακὴ τῆς Παντηκοστῆς, ἑορτὴ τῆς Συνάξεως ὅλων τῶν Ἁγίων ποὺ ἔζησαν στὴν περιοχὴ τῆς Βολογκντά.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

 

Εἶναι ἄγνωστο ἀπὸ ποῦ καταγόταν ἡ Ἁγία Μάρτυς Καλλιόπη, ἡ ὁποία ἄθλησε κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορος Δεκίου (249 – 251 μ.Χ.). Διακρινόταν τόσο γιὰ τὸ σωματικὸ καὶ ψυχικὸ κάλλος, ὅσο καὶ γιὰ τὴν εἰλικρινὴ καὶ βαθιὰ εὐσέβεια. Κατὰ τὸν κηρυχθέντα τότε ἐναντίον τῶν Χριστιανῶν διωγμό, συνελήφθηκε καὶ ὁδηγήθηκε ἐνώπιον τοῦ ἐπάρχου γιὰ ἀνάκριση. Αὐτός, εὐθὺς ὡς ἀντίκρισε τὸ κάλλος τῆς Καλλιόπης, καταλήφθηκε ἀπὸ πονηροὺς λογισμοὺς καὶ πόθους καὶ προσπάθησε μὲ ὑποσχέσεις καὶ κολακεῖες νὰ μεταπείσει αὐτήν, ὥστε νὰ ὑποκύψει στοὺς ἔνοχους πόθους του. Ἀλλ’ ἡ Καλλιόπη παρέμεινε ἀδιάφορη στὶς κολακεῖες καὶ ἀκλόνητη στὴν πίστη της. Τοῦτο ἐξόργισε τὸν ἔπαρχο, ὁ ὁποῖος ἀντιληφθεὶς ὅτι διαψεύδονταν οἱ ἐλπίδες του, διέταξε τὴν κατόπιν σκληρῶν βασανιστηρίων θανάτωσή της. Ἔτσι, ἀφοῦ ἐμαστιγώθηκε ἀνηλεῶς, τῆς ἀπέκοψαν τοὺς μαστούς, τὴν κατέκαψαν μὲ ἀναμμένες λαμπάδες καὶ περιέχυσαν τὶς πληγές της μὲ ξύδι καὶ ἁλάτι. Στὸ τέλος τὴν ἀποκεφάλισαν καὶ ἔτσι ἡ Ἁγία Καλλιόπη ἔλαβε τὸν ἀμαράντινο στέφανο τῆς δόξας καὶ εἰσῆλθε στὴ χαρὰ τοῦ Νυμφίου της Χριστοῦ.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Τοῦ Σωτῆρος τὸ κάλλος ἐκ ψυχῆς ἀγαπήσασα, καλλιπάρθενε κόρη, Καλλιόπη πανεύφημε, ἠγώνισαι στερρῶς ὑπὲρ αὐτοῦ, καὶ δόξης ἠξιώθης θεϊκῆς· διὰ τοῦτό σου τὴν μνήμην τὴν ἱεράν, τιμῶμεν ἐκβοῶντές σοι· δόξα τῷ δεδωκότι σοι ἰσχύν, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα τῷ χορηγοῦντι διὰ σοῦ, ἡμῖν πταισμάτων ἄφεσιν.

 

Κοντάκιον. Ἦχος β’. Τοῖς τῶν αἱμάτων σου.
Παρθενικῇ διαλάμπουσα χάριτι, μαρτυρικῶς τῷ Χριστῷ προσενήνεξαι· οὗ νῦν τῆς χαρᾶς ἀπολαύουσα, τῆς ὑπὲρ νοῦν Καλλιόπη πανεύφημε, δυσώπει ὑπὲρ τῶν τιμώντων σε.

 

Μεγαλυνάριον.
Κάλλει διαλάμπουσα ψυχικῷ, καλὴ καὶ ὡραία, δι’ ἀγώνων μαρτυρικῶν, ὤφθης τῷ Σωτῆρι, θεόφρον Καλλιόπη, ᾧ πρέσβευε σωθῆναι τοὺς σὲ γεραίροντας.

 

Ἀνακομιδὴ Τιμίων Λειψάνων Ἁγίου Μεγαλομάρτυρος Θεοδώρου τοῦ Στρατηλάτου

Τὸ σεπτὸ σκήνωμα τοῦ Ἁγίου Θεοδώρου τοῦ Στρατηλάτου ( 8 Φεβρουαρίου) μετετέθη, στὶς 8 Ἰουνίου, ἀπὸ τὴν Ἡράκλεια τῆς Ποντικῆς, στὸ προγονικὸ κτῆμα τοῦ Ἁγίου, στὰ Εὐχάιτα, κατὰ τὴν ἐπιθυμία τοῦ Ἁγίου τὴν ὁποία ἐξέφρασε πρὸ τῆς ἐκτομῆς αὐτοῦ στὸ γραμματέα του Οὔαρο. Ἐκ τοῦ λειψάνου αὐτοῦ τὴ σιαγόνα ὁ αὐτοκράτορας Κωνσταντίνος Θ’ ὁ Μονομάχος (1042 – 1055) ἐδώρισε διὰ χρυσοβούλλου στὴ μονὴ Μεγίστης Λαύρας Ἁγίου Ὄρους.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Δωρεῶν θεοσδότων ὄλβον ἀκένωτον, τὴν τῶν σεπτῶν σου λειψάνων θήκην πλουτοῦντες σοφέ, τὴν μετάθεσιν αὐτῶν πανηγυρίζομεν, ἁγιασμοῦ τὰς δωρεάς, πορισόμενοι πιστῶς, Θεόδωρε  Στρατηλάτα· διὸ μὴ παύσῃ πρεσβεύων, ἐλεηθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

 

Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ’. Εἰ καὶ ἐν τάφῳ.
Εἰ καὶ νεκρὸς ἐν τῇ θήκῃ κατάκεισαι, ἀλλὰ ζωὴν ἐκτρυγᾷς τὴν αἰώνιον, καὶ βλυστάνεις διαπαντός, πηγὴν δωρεῶν, τοῖς προσψαύουσι πόθῳ τῶν θείων λειψάνων σου, καὶ τὴν σὴν ἐξαιτοῦσι ταχεῖαν ἀντίληψιν, ὁ Στρατηλάτης τοῦ Λόγου Θεόδωρος.

 

Μεγαλυνάριον.
Πνέουσα τὴν χάριν τὴν μυστικήν, ὡς ἀνθώδης κῆπος, τῶν Λειψάνων σου ἡ σορός, ἐκ τῆς Ἡρακλείας, τῇ σῇ πατρίδι ἧκε, Θεόδωρε τρισμάκαρ, ἀξιοθαύμαστε.

Σύναξις Ὑπεραγίας Θεοτόκου καὶ τοῦ Ἀρχαγγέλου Μιχαὴλ ἐν τῷ Σωσθενείῳ

Ὁ ναὸς τοῦ Ἀρχαγγέλου Μιχαὴλ στὸ Σωσθένειον εἶχε εὐκτήριο οἶκο ἀφιερωμένο στὴ Θεοτόκο.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ἅγιος Μαξιμίνος Ἐπίσκοπος Αἴξ

Κατὰ τὴν παράδοση ὁ Ἅγιος Μαξιμίνος ἔζησε τὸν 1ο αἰώνα μ.Χ. καὶ ἦταν ἐκ τῶν Ἑβδομήκοντα Ἀποστόλων τοῦ Κυρίου. Συνόδευσε τὴ Μαρία τὴ Μαγδαληνή, τὴ Μάρθα, τὸν Λάζαρο καὶ τὴ Μαρία τοῦ Κλωπᾶ στὴ μετάδοση τοῦ εὐαγγελικοῦ μηνύματος στὴν περιοχὴ τῆς Προβηγκίας καὶ ἔγινε Ἐπίσκοπος τῆς πόλεως Αἴξ τῆς Γαλλίας.

Κατὰ μία ἄλλη παράδοση πρόκειται τοῦ τυφλοῦ τοῦ κατὰ Ἰωάννην Εὐαγγελίου, ὁ ὁποῖος ἐθεραπεύθηκε ἀπὸ τὸν Χριστὸ καὶ Τὸν ἀκολούθησε ὡς μαθητής Του:

«Καὶ παράγων εἶδεν ἄνθρωπον τυφλὸν ἐκ γενετῆς· καὶ ἠρώτησαν αὐτὸν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ λέγοντες· ῥαββί, τὶς ἥμαρτεν, οὗτος ἢ οἱ γονεῖς αὐτοῦ, ἵνα τυφλὸς γεννηθῇ; ἀπεκρίθη Ἰησοῦς· οὔτε οὗτος ἥμαρτεν οὔτε οἱ γονεῖς αὐτοῦ, ἀλλ’ ἵνα φανερωθῇ τὰ ἔργα τοῦ Θεοῦ ἐν αὐτῷ. ἐμὲ δεῖ ἐργάζεσθαι τὰ ἔργα τοῦ πέμψαντός με ἕως ἡμέρα ἐστίν· ἔρχεται νὺξ ὅτε οὐδεὶς δύναται ἐργάζεσθαι. ὅταν ἐν τῷ κόσμῳ ᾦ, φῶς εἰμι τοῦ κόσμου. ταῦτα εἰπὼν ἔπτυσε χαμαὶ καὶ ἐποίησε πηλὸν ἐκ τοῦ πτύσματος, καὶ ἐπέχρισε τὸν πηλὸν ἐπὶ τοὺς ὀφθαλμοὺς τοῦ τυφλοῦ καὶ εἶπεν αὐτῷ· ὕπαγε νίψε εἰς τὴν κολυμβήθραν τοῦ Σιλωάμ, ὃ ἑρμηνεύεται ἀπεσταλμένος. ἀπῆλθεν οὖν καὶ ἐνίψατο, καὶ ἦλθε βλέπων. Οἱ οὖν γείτονες καὶ θεωροῦντες αὐτὸν τὸ πρότερον ὅτι τυφλὸς ἦν, ἔλεγον· οὐχ οὗτός ἐστιν ὁ καθήμενος καὶ προσαιτῶν; ἄλλοι ἔλεγον ὅτι οὗτός ἐστιν· ἄλλοι δὲ ὅτι ὅμοιος αὐτῷ ἐστιν. ἐκεῖνος ἔλεγεν ὅτι ἐγὼ εἰμί. ἔλεγον οὖν αὐτῷ· πῶς ἀνεῴχθησάν σου οἱ ὀφθαλμοί; ἀπεκρίθη ἐκεῖνος καὶ εἶπεν·ἄνθρωπος λεγόμενος Ἰησοῦς πηλὸν ἐποίησε καὶ ἐπέχρισέ μου τοὺς ὀφθαλμοὺς καὶ εἶπέ μοι· ὕπαγε εἰς τὴν κολυμβήθραν τοῦ Σιλωὰμ καὶ νίψαι· ἀπελθὼν δὲ καὶ νιψάμενος ἀνέβλεψα, εἶπον οὖν αὐτῷ· ποῦ ἐστιν ἐκεῖνος; λέγει· οὐκ οἶδα. Ἄγουσιν αὐτὸν πρὸς τοὺς Φαρισαίους, τόν ποτε τυφλόν. ἦν δὲ σάββατον ὅτε τὸν πηλὸν ἐποίησεν ὁ Ἰησοῦς καὶ ἀνέῳξεν αὐτοῦ τοὺς ὀφθαλμούς. πάλιν οὖν ἠρώτων αὐτὸν καὶ οἱ Φαρισαῖοι πῶς ἀνέβλεψεν. ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς· πηλὸν ἐπέθηκέ μου ἐπὶ τοὺς ὀφθαλμούς, καὶ ἐνιψάμην, καὶ βλέπω. ἔλεγον οὖν ἐκ τῶν Φαρισαίων τινές· οὖτος ὁ ἄνθρωπος οὐκ ἔστι παρὰ τοῦ Θεοῦ, ὅτι τὸ σάββατον οὐ τηρεῖ. ἄλλοι ἔλεγον· πῶς δύναται ἄνθρψπος ἁμαρτωλὸς τοιαῦτα σημεῖα ποιεῖν; καὶ σχίσμα ἦν ἐν αὐτοῖς. λέγουσι τῷ τυφλῷ πάλιν· σὺ τὶ λέγεις περὶ αὐτοῦ, ὅτι ἤνοιξέ σου τοὺς ὀφθαλμούς; ὁ δὲ εἶπεν ὅτι προφήτης ἐστίν. οὐκ ἐπίστευσαν οὖν οἱ Ἰουδαῖοι περὶ αὐτοῦ ὅτι τυφλὸς ἦν καὶ ἀνέβλεψεν, ἕως ὅτου ἐφώνησαν τοὺς γονεῖς αὐτοῦ τοῦ ἀναβλέψαντος καὶ ἠρώτησαν αὐτοὺς λέγοντες· οὗτός ἐστιν ὁ υἱὸς ὑμῶν, ὃν ὑμεῖς λέγετε ὅτι τυφλὸς ἐγεννήθη; Πῶς οὖν ἄρτι βλέπει; ἀπεκρίθησαν δὲ αὐτοῖς οἱ γονεῖς αὐτοῦ καὶ εἶπον· οἴδαμεν ὅτι οὗτός ἐστιν ὁ υἱὸς ἡμῶν καὶ ὅτι τυφλὸς ἐγεννήθη· πῶς δὲ νῦν βλέπει οὐκ εἴδαμεν, ἢ τὶς ἤνοιξεν αὐτοῦ τοὺς όφθαλμοὺς ἡμεῖς οὐκ οἴδαμεν· αὐτὸς ἡλικίαν ἔχει, αὐτὸν ἐρωτήσατε, αὐτὸς περὶ ἑαυτοῦ λαλήσει. Ταῦτα εἶπον οἱ γονεῖς αὐτοῦ, ὅτι ἐφοβοῦντο τοὺς Ἰουδαίους· ἤδη γὰρ συνετέθειντο οἱ Ἰουδαῖοι ἵνα, ἐάν τις αὐτὸν ὁμολογήσῃ Χριστόν, ἀποσυνάγωγος γένηται. διὰ τοῦτο οἱ γονεῖς αὐτοῦ εἶπον ὅτι ἡλικίαν ἔχει, αὐτὸν ἐρωτήσατε. ἐφώνησαν οὖν ἐκ δευτέρου τὸν ἄνθρωπον ὃς ἦν τυφλός, καὶ εἶπον αὐτῷ· δὸς δόξαν τῷ Θεῷ· ἡμεῖς οἴδαμεν ὅτι ὁ ἄνθρωπος οὗτος ἁμαρτωλός ἐστιν. ἀπεκρίθη οὖν ἐκεῖνος καὶ εἶπεν· εἰ ἁμαρτωλός ἐστιν οὐκ οἶδα· ἕν οἶδα, ὅτι τυφλὸς ὢν ἄρτι βλέπω. εἶπον δὲ αὐτῷ πάλιν· τί ἐποίησέ σοι; Πῶς ἤνοιξέ σου τοὺς ὀφθαλμούς; ἀπεκρίθη αὐτοῖς· εἶπον ὑμῖν ἤδη, καὶ οὐκ ἠκούσατε· τί πάλιν θέλετε ἀκούειν; Μὴ καὶ ὑμεῖς θέλετε αὐτοῦ μαθηταὶ γενέσθαι; ἐλοιδόρησαν αὐτὸν καὶ εἶπον· σὺ εἶ μαθητὴς ἐκείνου· ἡμεῖς δὲ τοῦ Μωϋσέως ἐσμὲν μαθηταί. ἡμεῖς οἴδαμεν ὅτι Μωϋσεῖ λελάληκεν ὁ Θεός· τοῦτον δὲ οὐκ οἴδαμεν πόθεν ἐστίν. ἀπεκρίθη ὁ ἄνθρωπος καὶ εἶπεν αὐτοῖς· ἐν γὰρ τοῦτῳ θαυμαστόν ἐστιν, ὅτι ὑμεῖς οὐκ οἴδατε πόθεν ἐστί, καὶ ἀνέῳξέ μου τοὺς ὀφθαλμούς. οἴδαμεν δὲ ὅτι ἁμαρτωλῶν ὁ Θεὸς οὐκ ἀκούει, ἀλλ’ ἐάν τις θεοσεβὴς ᾖ καὶ τὸ θέλημα αὐτοῦ ποιῇ, τούτου ἀκούει. ἐκ τοῦ αἰῶνος οὐκ ἠκούσθη ὅτι ἤνοιξέ τις ὀφθαλμοὺς τυφλοῦ γεγεννημένου, εἰ μὴ ἦν οὗτος παρὰ Θεοῦ, οὐκ ἠδύνατο ποιεῖν οὐδέν. ἀπεκρίθησαν καὶ εἶπον αὐτῷ· ἐν ἁμαρτίαις σὺ ἐγεννήθης ὅλος, καὺ σὺ διδάσκεις ἡμᾶς; καὶ ἐξέβαλον αὐτὸν ἔξω. Ἤκουσεν ὁ Ἰησοῦς ὅτι ἐξέβαλον αὐτὸν ἔξω, καὶ εὑρὼν αὐτὸν εἶπεν αὐτῷ· σὺ πιστεύεις εἰς τὸν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ; ἀπεκρίθη ἐκεῖνος καὶ εἶπε· καὶ τίς ἐστι, Κύριε, ἵνα πιστεύσω εἰς αὐτόν; εἶπε δὲ αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· καὶ ἑώρακας αὐτὸν καὶ ὁ λαλῶν μετὰ σοῦ ἐκεῖνός ἐστιν, ὁ δὲ ἔφη· πιστεύω , Κύριε· καὶ προσεκύνησεν αὐτῷ».
Παρὰ τὶς παραδόσεις αὐτὲς νεώτερες ἁγιολογικὲς πληροφορίες φέρουν τὸν Ἅγιο ὡς Ἐπίσκοπο τῆς πόλεως τοῦ Αἴξ κατὰ τὸν 5ο αἰώνα μ.Χ. Στὴν τέχνη, ὁ Ἅγιος Μαξιμίνος ἀπεικονίζεται ὡς Ἐπίσκοπος, ὁ ὁποῖος μεταδίδει τὸ μυστήριο τῆς Θείας Κοινωνίας στὴν Ἁγία Μαρία τὴ Μαγδαληνή, ἢ νὰ πλέει σὲ μία βάρκα πρὸς τὴ Μασσαλία μαζὶ μὲ τὸ δίκαιο Λάζαρο, τὴ Μαρία καὶ τὴ Μάρθα.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Οἱ Ἅγιοι Νίκανδρος καὶ Μαρκιανὸς οἱ Μάρτυρες 

Οἱ Ἅγιοι Νίκανδρος καὶ Μαρκιανὸς ἦσαν στρατιῶτες καὶ ἐμαρτύρησαν ἐπὶ αὐτοκρατόρων Διοκλητιανοῦ καὶ Μαξιμιανοῦ (284 – 305 μ.Χ.), τὸ 297 μ.Χ. στὸ Δορύστολο, ἐπαρχία τῆς Κάτω Μοισίας. Καταγγελθέντες πρὸς τὸν ἄρχοντα Μάξιμο, ἐπειδὴ ἐπίστευαν στὸν Χριστό, συνελήφθησαν καί, ὁμολογήσαντες μὲ παρρησία τὴν πίστη τους, ἐφυλακίσθησαν. Μετὰ εἴκοσι ἡμέρες, κληθέντες ἐκ νέου ὑπὸ τοῦ ἄρχοντος καὶ ἐμμένοντες στὴν ὁμολογία τους, ὑπεβλήθησαν σὲ σειρὰ σκληρῶν βασανιστηρίων. Ἔτσι τοὺς καταξέσχισαν τὶς σάρκες μὲ σιδερένια νύχια, τοὺς ἔκαψαν σὲ ἀναμμένα κάρβουνα, ἐνῷ ἐπὶ τῶν πληγῶν τους ἔρριπταν ἁλάτι καὶ ξύδι, γιὰ νὰ καταστήσουν τὸ μαρτύριό τους πλέον ὀδυνηρό. Τέλος τοὺς συνέτριψαν τὸ πρόσωπο καὶ τὰ στόματα μὲ πέτρες. Ἐμμένοντες καὶ παρὰ ταῦτα στὴν πατρώα εὐσέβεια, ἀφοῦ τοὺς ἀπέκοψαν τὶς γλῶσσες, ἐτελειώθησαν δι’ ἀποκεφαλισμοῦ, περιβληθέντες ἔτσι τὸ στέφανο τοῦ μαρτυρίου.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ἅγιος Μάρκος ὁ Μάρτυρας 

Ὁ Ἅγιος Μάρτυς Μάρκος ἐτελειώθηκε διὰ ξίφους. Δὲν ἔχουμε περισσότερες λεπτομέρειες γιὰ τὸν βίο τοῦ Ἁγίου Μάρτυρος.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ὅσιος Ἀθρέ 

Ὁ Ὅσιος Ἀθρὲ ἢ Ἀτρὲ ἐκοιμήθηκε μὲ εἰρήνη. Δὲν ἔχουμε περισσότερες λεπτομέρειες γιὰ τὸν βίο τοῦ Ὁσίου.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ἡ Ὁσία Μελανία ἡ Πρεσβυτέρα 

Ἡ Ὁσία Μελανία ἡ πρεσβυτέρα ἐγεννήθηκε τὸ 340 μ.Χ., καὶ ἦταν θυγατέρα τοῦ ὑπάτου Μαρκελλίνου τῆς Ἰσπανίας. Μετὰ τὴν χηρεία της, σὲ ἡλικία εἴκοσι δύο ἐτῶν, κατέφυγε στα ἀσκητήρια τῆς Νιτρίας στὴν Αἴγυπτο καὶ διεμοίραζε σὲ ἀσκητὲς πλούσιες εὐλογίες. Ὅταν μάλιστα στὸν μεγάλο διωγμὸ τοῦ βασιλέως Οὐάλη ἐξορίσθηκαν οἱ Μεγάλοι Πατέρες Ἰσίδωρος, Πίσιμος, Ἀδέλφιος, Παφνούτιος, Παμβώ, Ἀμμώνιος καὶ δώδεκα Ἐπίσκοποι καὶ Πρεσβύτεροι στὴ Διοκαισάρεια τῆς Παλαιστίνης, ἡ Ὁσία Μελανία μὲ κίνδυνο τῆς ζωῆς της ἀκολούθησε τοὺς ἐξόριστους. Ἐξόδευε γι’ αὐτοὺς τὰ ἀπαραίτητα γιὰ τὴ βιοτή τους καὶ φορώντας κουκούλα δούλου τοὺς ἔφερνε κρυφὰ τὴ νύκτα τὰ πρὸς τὸ ζῆν ἀναγκαῖα.

Στὴ συνέχεια ἔζησε στὰ Ἱεροσόλυμα εἴκοσι ἑπτὰ χρόνια, ὅπου μαζὶ μὲ τὸν πρεσβύτερο Ρουφίνο ἴδρυσαν ξενῶνες, στοὺς ὁποίους ἐφιλοξενοῦσαν τοὺς προσκυνητὲς τῶν Ἁγίων Τόπων. Ὁ βιογράφος τῆς Ὁσίας γράφει σχετικὰ μὲ τὴ φιλάνθρωπη διάθεση τῆς Ὁσίας:

«Ἐπὶ τριάντα ἑπτὰ χρόνια στὴν ξενιτεία, μὲ ἰδικά της ἀφιερώματα ἐνίσχυσε καὶ ἐκκλησίες καὶ μοναστήρια καὶ ξένους καὶ φυλακισμένους».

Μὲ τὴν ἐμβριθὴ γνώση τῶν Γραφῶν καὶ τὸ φωτισμὸ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος κατόρθωσε νὰ ἐπαναφέρει στοὺς κόλπους τῆς Ἐκκλησίας τοὺς ἀποσχισθέντες τετρακόσιους μοναχοὺς τοῦ Παυλίνου καὶ τοὺς πνευματομάχους αἱρετικοὺς τῆς περιοχῆς ποὺ εἶχαν ἀποσχισθεῖ ἀπὸ τὸν Ἐπίσκοπο Ἀντιοχείας Μελέτιο. Ἐξαίροντας ὁ ἱστορικὸς Παλλάδιος τὴ δράση τῆς Ὁσίας Μελάνης γράφει: «Καὶ πάντα αἱρετικὸν πνευματομάχον συμπείσαντες εἰσήγαγον εἰς τὴν Ἐκκλησίαν».
Ἡ Ὁσία Μελανία ἐκοιμήθηκε μὲ εἰρήνη, τὸ 410 μ.Χ.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ἅγιος Βρόνος ἐξ Ἰρλανδίας

Ὁ Ἅγιος Βρόνος ἦταν Ἐπίσκοπος τῆς περιοχῆς Κάσσελ Ἴρα, κοντὰ στὴν πόλη Σλίγκο τῆς Ἰρλανδίας, καὶ μαθητὴς τοῦ Ἁγίου Πατρικίου. Ἐκοιμήθηκε μὲ εἰρήνη, τὸ 511 μ.Χ.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ἅγιος Γιλδάρδος ἐκ Γαλλίας

Ὁ Ἅγιος Γιλδάρδος καταγόταν ἀπὸ εὐγενὴ οἰκογένεια καὶ ἦταν Ἐπίσκοπος τῆς πόλεως Ρουὲν τῆς Γαλλίας. Ἐκοιμήθηκε μὲ εἰρήνη, τὸ 514 μ.Χ. Στὸ Ρωμαϊκὸ Μαρτυρολόγιο ἀναφέρεται ὡς ἀδελφὸς τοῦ Ἁγίου Μεδάρδου, Ἐπισκόπου τῆς πόλεως Σουασσόν ( 8 Ἰουνίου).

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

 

Ὁ Ἅγιος Ἡράκλειος Ἐπίσκοπος Σένς 

Ὁ Ἅγιος Ἡράκλειος ἔζησε κατὰ τὸν 5ο καὶ 6ο αἰώνα μ.Χ. Ἦταν ὁ 14ος Ἐπίσκοπος τῆς πόλεως Σὲνς τῆς Γαλλίας καὶ ἦταν παρὼν κατὰ τὴ βάπτιση τοῦ βασιλέως Κλόβις, ποὺ ἔγινε, τὸ 496 μ.Χ., στὸν καθεδρικὸ ναὸ τοῦ Ρίμς. Ὁ Ἅγιος ἀνήγειρε τὸ ναὸ τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Εὐαγγελιστοῦ στὴν πόλη Σένς, ὅπου καὶ ἐνταφιάσθηκε. Ἐκοιμήθηκε μὲ εἰρήνη, τὸ 515 μ.Χ.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ὅσιος Ζωσιμᾶς ὁ ἐν Φοινίκῃ ἀσκήσας 

Ὁ Ὅσιος Ζωσιμᾶς ἐγεννήθηκε στὸ χωριὸ Σύντα τῆς Συρίας καὶ ἔζησε κατὰ τὸν 5ο καὶ 6ο αἰώνα μ.Χ. Ἀσκήτεψε στὴν περιοχὴ τῆς Φοινίκης καὶ ἀπὸ νεαρὴ ἡλικία ἀκολούθησε τὴν ὁδὸ τοῦ μοναχικοῦ βίου. Διακρίθηκε γιὰ τὴν αὐστηρὴ ἄσκησή του, τὴν ἀφιέρωσή του στὴν ἀδιάλειπτη προσευχὴ καὶ ἄλλες ἀρετές. Γιὰ τὸ θεοφιλὴ βίο του, ὁ Ὅσιος ἔλαβε ἀπὸ τὸν Θεὸ τὸ προορατικὸ χάρισμα καὶ προφήτεψε, ὅταν εὑρισκόταν στὴν Καισάρεια, τὸ φοβερὸ σεισμὸ ποὺ κατέστρεψε τὴν Ἀντιόχεια, τὸ 526 μ.Χ.
Ὁ Ὅσιος ἔφθασε σὲ τέτοιο ὕψος πνευματικῆς τελειότητος, ὥστε ἀκόμη καὶ τὰ ἄγρια θηρία εἰρήνευαν κοντά του. Ἔτσι, αφοῦ ἔζησε τὸ μοναχικὸ βίο θεοφιλῶς τηρώντας πιστὰ τὶς ἐντολὲς τοῦ Χριστοῦ, ἐκοιμήθηκε μὲ εἰρήνη.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Οἱ Ὅσιοι Βικτωρίνος καὶ Σεβερίνος οἱ αὐτάδελφοι 

Οἱ Ἅγιοι Βικτωρίνος καὶ Σεβερίνος ἦσαν ἀδελφοὶ καὶ ἔζησαν στὴν Ἰταλία τὸν 5ο καὶ 6ο αἰώνα μ.Χ. Μὲ τὴν πίεση τοῦ Πάπα Βιγιλίου (537 – 555 μ.Χ.) ἐξελέγησαν καὶ οἱ δύο Ἐπίσκοποι, τὸ 540 μ.Χ., ὁ μὲν Βικτωρίνος Ἐπίσκοπος τοῦ Καμερίνο, ὁ δὲ Σεβερίνος Ἐπίσκοπος Σεπρέμπεντα, ποὺ τώρα καλεῖται Σανσβερίνο πρὸς τιμήν του. Ὅμως ἐγκατέλειψαν λίγο ἀργότερα τὸν κόσμο, διεμοίρασαν τὰ ὑπάρχοντά τους στοὺς πτωχοὺς καὶ ἀσκήτεψαν στὸ ὄρος Μοντενέρο, κοντὰ στὴν Ἀγκώνα. Ὁ Ἅγιος Βικτωρίνος ἐκοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ 543 μ.Χ. καὶ ὁ Ἅγιος Σεβερίνος τὸ 550 μ.Χ.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ἅγιος Μεδάρδος ὁ Θαυματουργός Ἐπίσκοπος Νογυὸν Γαλλίας

Ὁ Ἅγιος Μεδάρδος ἐγεννήθηκε τὸ 470 μ.Χ. στὴ Σαλενσία, περιοχὴ τῆς Πικαρδίας τῆς Γαλλίας καὶ καταγόταν ἀπὸ εὐγενὴ οἰκογένεια. Οἱ γονεῖς του ὀνομάζονταν Νεκτάρδος καὶ Προταγία καὶ ἦταν ἀδελφὸς τοῦ Ἁγίου Γιλδάρδου, Ἐπισκόπου τῆς πόλεως Ρουὲν τῆς Γαλλίας. Σὲ ἡλικία τριάντα τριῶν ἐτῶν ἐχειροτονήθηκε ἱερεὺς καὶ ἐπιδόθηκε στὸ ἔργο τῆς ἱεραποστολῆς. Τὸ 553 μ.Χ., ἐξελέγη Ἐπίσκοπος τῆς πόλεως Νογυὸν καὶ ἐποίμανε  θεοφιλῶς τὸ ποίμνιό του. Ὀ Ἅγιος εἶχε ἰδιαίτερη εὐλάβεια στὸν Ἅγιο Κουεντίνο ( 31 Ὀκτωβρίου), τοῦ ὁποίου τὸ ἱερὸ λείψανο ἦταν ἐνταφιασμένο σὲ ναὸ τῆς ἐπισκοπικῆς του ἔδρας. Ὁ Θεὸς τοῦ ἐδώρισε τὸ χάρισμα τῆς θαυματουργίας, γι’ αὐτὸ καὶ ἀποκαλεῖται «Θαυματουργός».
Ὁ Ἅγιος Μεδάρδος ἐκοιμήθηκε μὲ εἰρήνη, τὸ 558 μ.Χ.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ὅσιος Λεβανὸς ἐξ Ἰρλανδίας 

Ὁ Ἅγιος Λεβανὸς καταγόταν ἀπὸ τὴν Ἰρλανδία καὶ ἔζησε τὸν 6ο αἰώνα μ.Χ. Ἐργάσθηκε ἱεραποστολικὰ στὴν Κορνουάλη καὶ ἐκοιμήθηκε μὲ εἰρήνη.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ὅσιος Μακουτίνος ἐξ Ἰρλανδίας 

Ὁ Ὅσιος Μακουτίνος καταγόταν ἀπὸ τὴν Ἰρλανδία καὶ ἔζησε τὸν 7ο αἰώνα μ.Χ. Συνέγραψε τὸ βίο τῶν Ἁγίων Μπριτζίτας, προστάτιδος τῆς Ἰρλανδίας ( 1 Φεβρουαρίου) καὶ Πατρικίου ( 17 Μαρτίου). Ἐκοιμήθηκε μὲ εἰρήνη.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ἡ Ὁσία Σύρα ἐξ Ἰρλανδίας 

Ἡ Ὁσία Σύρα καταγόταν ἀπὸ τὴν Ἰρλανδία καὶ ἔζησε τὸν 7ο αἰώνα μ.Χ. Ὑποστηρίζεται ὅτι ἦταν ἀδελφὴ τοῦ Ὁσίου Φριακίου ( 30 Αὐγούστου). Ἡ Ὁσία ἀναδείχθηκε στὸ μοναχικό της βίο πρότυπο ταπείνωσης, φιλανθρωπίας καὶ ὑπακοῆς καὶ ἐκοιμήθηκε μὲ εἰρήνη.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

 

Ἡ Ὁσία Εὐσταδιόλα ἐκ Γαλλίας

Ἡ Ὁσία Εὐσταδιόλα ἐγεννήθηκε στὴν πόλη Μπουργκὲζ τῆς Γαλλίας. Μετὰ τὸ θάνατο τοῦ συζύγου της ἐκολούθησε τὸ μοναχικὸ βίο καὶ ἀνήγειρε μονὴ στὴν περιοχὴ τοῦ Μουγιέν – Μουτιέρ, στὴν ὁποία ἔγινε ἡγουμένη. Ἐκοιμήθηκε μὲ εἰρήνη, τὸ 690 μ.Χ.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ἅγιος Κλοδοῦλφος Ἐπίσκοπος Μέτζ

Ὁ Ἅγιος Κλοδοῦλφος ἐγεννήθηκε τὸ 605 μ.Χ. καὶ ἦταν υἱὸς τοῦ Ἁγίου Ἀρνούλφου ( 18 Ἰουλίου). Ἐξελέγη Ἐπίσκοπος τῆς πόλεως Μὲτζ τῆς Γαλλίας, τὴν ὁποία διαποίμανε ἐπὶ σαράντα χρόνια, καὶ ἐκοιμήθηκε μὲ εἰρήνη, τὸ 696 μ.Χ.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ὅσιος Ναυκράτιος 

Περὶ τοῦ Ὁσίου Ναυκρατίου ἀναφέρουν ὁ Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης καὶ ὁ Ἱππόλυτος Delehaye χωρὶς συναξαριστικὸ ὑπόμνημα. Ὁ δὲ Ἅγιος Νικόδημος σὲ ὑποσημείωση ἐκφράζει τὴν εἰκασία ὅτι εἶναι ἀδελφὸς τοῦ Μεγάλου Βασιλείου καὶ τοῦ Ἀγίου Γρηγορίου Νύσσης καὶ παραθέτει καὶ τὸ ἑξῆς δίστιχο:

«Γῆν Ναυκράτιος ἐκπερῶν ἐπιτρέπει

τὴν ψυχικὴν ναῦν τῷ Κυβερνήτῃ Λόγῳ».

 
Ἀλλὰ ἀπὸ τὸν Μαυρίκιο πληροφορούμεθα ὅτι ὁ Ναυκράτιος ἦταν μοναχὸς τῆς μονῆς Στουδίου (βλ. 18 Ἀπριλίου).

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ὅσιος Παῦλος ὁ Ὁμολογητής ὁ ἐν Καϊουμᾶ 

Ὁ Ὅσιος Παῦλος δὲν ἀναφέρεται στοὺς Συναξαριστὲς τοῦ Ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου καὶ τοῦ Ἱππολύτου Delehaye. Ἡ μνήμη του ἀναφέρεται στὰ μετρικὰ ἡμερολόγια κάποιων Εὐαγγελίων, ὅπως στὸ 426 τοῦ Κωνσταντινουπολίτικου μετοχίου τοῦ Παναγίου Τάφου, στὸν κώδικα Marc. gr. I. 47 καὶ στὸ αὐτοκρατορικὸ Μηνολόγιο τοῦ Μιχαὴλ Δ’ τοῦ Παφλαγόνος (1034 – 1041 μ.Χ.).
Τὸ φρικτὸ μαρτύριο τοῦ Ἁγίου Παύλου, ἀποδίδεται στὸν αὐτοκράτορα Κωνσταντίνο Ε’ τὸν Κοπρώνυμο (ἀκρωτηριασμὸς τῆς μύτης, ἐγκαύματα μὲ πίσσα καὶ σύρσιμο στοὺς δρόμους τῆς Κωνσταντινουπόλεως) καὶ ἐγράφη μετὰ τὴν εὕρεση τῶν βασανισμένων του μελῶν, χάρη σὲ μία ἀγγελικὴ ἀποκάλυψη, τὴν ἐποχὴ τοῦ Πατριάρχου Ἀντωνίου Β’τοῦ Καυλέα (893 – 901 μ.Χ.). Ἔτσι τὸ μαρτύριό του τοποθετεῖται μεταξὺ τῶν ἐτῶν 771 καὶ 775 μ.Χ. Συμπεραίνουμε, λοιπόν, ὅτι ὁ Ἅγιος Παῦλος ἔζησε καὶ ἐμαρτύρησε κατὰ τὴν περίοδο τοῦ εἰκονομάχου αὐτοκράτορος Κωνσταντίνου Ε’ τοῦ Κοπρώνυμου (741 – 775 μ.Χ.).

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ἅγιος Θεόδωρος Ἐπίσκοπος Ροστὼβ καὶ Σουζδαλίας

Ὁ Ἅγιος Θεόδωρος ἦταν ἑλληνικῆς καταγωγῆς καὶ ἐξελέγη πρῶτος Ἐπίσκοπος τῆς πόλεως Ροστὼβ τῆς Ρωσίας μεταξὺ τῶν ἐτῶν 990 – 992 μ.Χ. Ἐκεῖ ἔκτισε τὴν πρώτη ἐκκλησία καὶ ἐκήρυξε τὸ Εὐαγγέλιο, ἀλλὰ οἱ εἰδωλολάτρες ἐστράφησαν ἐναντίον του καὶ τὸν ἀνάγκασαν νὰ ἀπομακρυνθεῖ. Ἔτσι ἐγκαταστάθηκε στὴν πόλη τῆς Σουζδαλίας. Τὸ 1010, ὁ πρίγκιπας Βλαδίμηρος ἀπέστειλε τὸν υἱό του Βόριδα (πρῶτο Ἅγιο τῶν Ρώσων, μαζὶ μὲ τὸν ἀδελφό του Γκλέμπ, 24 Ἰουλίου) νὰ κυβερνήσει τὸ Ροστώβ. Μὲ τὴν ἀφορμὴ αὐτὴ ὁ Ἐπίσκοπος Θεόδωρος  ἐπανῆλθε στὸ Ροστὼβ μαζὶ μὲ τὸν Βόριδα καὶ ἀπὸ κοινοῦ ἀνέλαβαν τὸ ἔργο τοῦ εὐαγγελισμοῦ τοῦ λαοῦ. Τὸ 1015, ὁ Βλαδίμηρος ἀσθένησε βαριὰ καὶ ἐκάλεσε στὸ Κίεβο τὸν Βόριδα, τὸν ὁποῖο ἐφόνευσε ὁ ἀδελφός του Σβιατοπόλκ, ὅπως λίγο νωρίτερα καὶ τὸν Γκλέμπ. Ὅταν τὸ ἔμαθαν αὐτὸ οἱ εἰδωλολάτρες ξαναπῆραν τὴ διοίκηση τοῦ Ροστὼβ στὰ χέρια τους καὶ ὁ Θεόδωρος ἀναγκάσθηκε ἐκ νέου νὰ ἀποσυρθεῖ στὴ Σουζδαλία. Ἀφοῦ ἐποίμανε τὸ ποίμνιό του θεοφιλῶς, ἐκοιμήθηκε μὲ εἰρήνη, τὸ 1023, καὶ τὰ ἱερὰ λείψανα αὐτοῦ εὑρίσκονται κατατεθειμένα στὸν καθεδρικὸ ναὸ τοῦ Γενεθλίου τῆς Θεοτόκου τῆς Σουζδαλίας.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ὅσιος Θεόφιλος τοῦ Λούγκα καὶ Ὀτμούχ 

Ὁ Ὅσιος Θεόφιλος ἐγεννήθηκε στὴ Ρωσία καὶ ἦταν μαθητὴς τοῦ Ὁσίου Ἀρσενίου τοῦ Κόνεβιτς ( 12 Ἰουνίου). Ἐκοιμήθηκε μὲ εἰρήνη, τὸ 1412.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Εὕρεσις Τιμίων Λειψάνων Ἁγίων Βασιλείου ἡγεμόνος Ριαζὰν καὶ Κωνσταντίνου ἡγεμόνος Γιαροσλάβλ 

Οἱ Ἅγιοι αὐτάδελφοι Βασίλειος, ἡγεμόνας τοῦ Ριαζάν, καὶ Κωνσταντίνος, ἡγεμόνας τοῦ Γιαροσλάβλ, ἐγεννήθησαν στὴ Ρωσία τὸν 13ο αἰώνα μ.Χ. Ἦσαν υἱοὶ τοῦ βασιλέως τοῦ Γιαροσλάβλ Βσέβολοντ, καὶ σὲ νεαρὴ ἡλικία ἔχασαν τὸν πατέρα τους, ὁ ὁποῖος ἔπεσε στὴ μάχη μὲ τοὺς Τατάρους.
Ὁ Βασίλειος προσπάθησε νὰ διαφυλάξει τὸ βασίλειό του ἀπὸ τοὺς Τατάρους καὶ νὰ σταθεῖ ὡς ἀληθινὸς Χριστιανὸς σὲ αὐτοὺς ποὺ δοκιμάζονταν ἀπὸ τὶς ἐπιθέσεις τῆς Χρυσῆς Ὀρδῆς. Ἀπέθανεν, μετὰ ἀπὸ ἀσθένεια, τὸ 1249, καὶ στὸν θρόνο τὸν διαδέχθηκε ὁ ἀδελφός του Κωνσταντίνος, ὁ ὁποῖος προσπάθησε νὰ τὸν μιμηθεῖ. Οἱ λεηλασίες καὶ οἱ δολοφονίες τοῦ πληθυσμοῦ ἀνάγκασαν τὸν Κωνσταντίνο νὰ ἀντιμετωπίσει κατὰ μέτωπον τοὺς Τατάρους. Ἔτσι, πολεμώντας ὑπὲρ τῆς πίστεως καὶ τοῦ λαοῦ του, ἔπεσε ἡρωικὰ μαχόμενος, τὸ 1257.
Τὰ ἱερὰ λείψανα τῶν Ἁγίων Βασιλείου καὶ Κωνσταντίνου ἀνεκομίσθησαν τὸ 1501 καὶ κατατέθησαν στὸν καθεδρικὸ ναὸ τοῦ Γιαροσλάβλ.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Σύναξις Ὑπεραγίας Θεοτόκου τοῦ Γιαροσλάβλ ἐν Ρωσίᾳ 

Ἡ ἱερὴ εἰκόνα τῆς Παναγίας τοῦ Γιαροσλάβλ ἀνῆκε στοὺς ἱεροὺς πρίγκιπες Βασίλειο καὶ Κωνσταντίνο καὶ πρὸς τιμήν της ὑπάρχει εὐκτήριος οἶκος στὴν πόλη τοῦ Γιαροσλάβλ.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ἅγιος Θεοφάνης ὁ Ὁσιομάρτυρας 

Πληροφορίες γιὰ τὸν Βίο τοῦ Ἁγίου Ὁσιομάρτυρος Θεοφάνους ἀντλοῦμε ἀπὸ τὸν Κώδικα 797 τῆς μονῆς Βατοπαιδίου τοῦ Ἁγίου Ὄρους τοῦ 1618. Ὁ ποιητὴς – συγγραφέας τοῦ Κώδικος ἦταν μοναχὸς ἢ ἱεροδιάκονος Ἁγιορείτης, καὶ ἴσως Βατοπαιδινός, ἀφοῦ τὸν συναντᾶμε σὲ ἀρκετοὺς Κώδικες αὐτοῦ τοῦ μοναστηριοῦ, εἴτε ὡς ποιητή, εἴτε ὡς ἁπλὸ γραφέα Κωδίκων. Φαίνεται νὰ ἀνήκει στὸ ρεῦμα τῆς λόγιας παραδόσεως, πράγμα ποὺ καθρεπτίζεται στὴν καθαρότητα τοῦ λόγου του καὶ στὴν Ἀκολουθία καὶ στὸ Βίο τοῦ Ἁγίου.

Ὁ Ὁσιομάρτυς Θεοφάνης, κατὰ κόσμον Θεόδωρος, ἐγεννήθηκε ἀπὸ εὐσεβεῖς καὶ φιλόθεους γονεῖς καὶ ἀνατράφηκε μὲ παιδεία καὶ νουθεσία Κυρίου. Ὡς πρὸς τὴν πατρίδα τοῦ Ἁγίου οἱ γνῶμες διίστανται, ἀφοῦ οἱ πηγὲς ἀναφέρουν ὡς πατρίδα του τὴν κώμη Ζαπάντη τῶν Καλαβρύτων ἢ τῆς Καλαμάτας.

Ὁ Θεοφάνης σὲ παιδικὴ ἡλικία ἀρνήθηκε τὸν Χριστὸ καὶ ἔγινε Μωαμεθανός. Μετὰ τὴν ἄρνηση τῆς Χριστιανικῆς πίστεώς του ὁ Θεόδωρος εἰσάγεται καὶ μένει γιὰ ἕξι χρόνια στὰ βασιλικὰ ἀνάκτορα μὲ ἰδιαίτερες τιμές. Τοῦ δίδουν διδασκάλους νὰ μάθει ὄχι μόνο τὰ τουρκικὰ γράμματα, μὰ καὶ τὶς ἀραβικὲς ἐπιστῆμες. Αὐτὸ θὰ τὸν ὁδηγήσει, ἀπὸ ἀραβικοὺς δρόμους, νὰ προχωρήσει σὲ θεολογικὴ γνώση καὶ ἴσως καὶ μὲ τὴ βοήθεια τῶν καθηγητῶν του, στὴ διδασκαλία περὶ τοῦ Θεανθρώπου Λόγου.

Ἀρχίζουν ὅμως οἱ πρῶτες τύψεις γιὰ τὴν ἄρνηση τῆς πίστεώς του.Ὕστερα ἀπὸ προσευχὴ στὴν Ἁγία Τριάδα, φεύγει ἀπὸ τὰ ἀνάκτορα καὶ ἀρχίζει τὴν περιπλάνηση. Ὁ Θεός, ἀκούοντας τὴ δέησή του, φέρνει τὰ βήματά του στὴ Βενετία, ὅπου ἀρχιεράτευε ὁ σοφὸς Μητροπολίτης Φιλαδελφείας Γαβριὴλ Σεβῆρος, ὁ ὁποῖος τὸν ἐδίδαξε καὶ τὸν ἐστήριξε καὶ μετὰ τὸν ἔκειρε μοναχὸ καὶ τὸν ὀνόμασε Θεοφάνη. Ἀγωνίσθηκε σκληρὰ μὲ προσευχή, νηστεία, γονυκλισίες καὶ ἄλλες σκληραγωγίες γιὰ τὴν ἐξιλέωσή του καὶ ἔτσι προετοιμάσθηκε γιὰ τὸ μαρτύριο.

Παντοῦ, ὅπως στὴν Κωνσταντινούπολη, στὴν Ἀθήνα καὶ στὸν Εὔριπο, ἐκήρυττε τὸ Ὄνομα τοῦ Τρισαγίου Θεοῦ. Ἐδῶ δὲν πετυχαίνει αὐτὸ ποὺ ἐπιθυμεῖ, τὸ μαρτυρικὸ θάνατο, ὁπότε ἀναχωρεῖ γιὰ τὴ Λάρισα. Ἐκεῖ παρουσιάζεται στὸ δικαστή, ποὺ ἦταν γνωστὸς γιὰ τὴν ἀγριότητα καὶ τὴ σκληρότητά του καὶ τὸ μόνο ποὺ καταφέρνει εἶναι νὰ τὸν μαστιγώσουν ἑξακόσιες φορές. Φέροντας καὶ ὑποφέροντας γενναῖα τοὺς σκληροὺς βασανισμοὺς προσεύχεται, θεραπεύεται καὶ φεύγει γιὰ τὸ Ἅγιον Ὄρος, ὅπου εὑρίσκει Ἁγίους καὶ Πνευματικοὺς καὶ ὁπλίζεται μὲ τὶς εὐχὲς καὶ τὶς εὐλογίες τους.

Πάνοπλος ἔρχεται στὴν Κωνσταντινούπολη, ὅπου καθημερινὰ συνομιλεῖ μὲ τὸν πνευματικό του Γέροντα Εὐθύμιο. Ἡ ὥρα τοῦ μαρτυρίου πλησιάζει. Ὁ Ἅγιος κοινωνεῖ τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων καὶ μετὰ φεύγει, γιὰ νὰ παρουσιασθεῖ στὰ βασιλικὰ ἀνάκτορα. Ὕστερα ἀπὸ τὴν ἀγόρευσή του, σχεδὸν ὑβριστικὴ γιὰ ὅλους τοὺς κρατοῦντες, ὁ δικαστὴς ἔπαρχος τὸν ρίχνει στὴ φυλακή, ὥσπου νὰ ἀποφασίσει γιὰ τὴν τιμωρία του.

Παρὰ τὰ καλοπιάσματα, τὶς κολακεῖες καὶ τὶς ἀπειλές, ὁ Ἅγιος Θεοφάνης ὁμολογεῖ τὸν Χριστό. Οἱ Τοῦρκοι τὸν ἐβασάνισαν σκληρὰ καὶ τὸν ἐμαστίγωσαν ἀνηλεῶς. Στὴ συνέχεια τὸν ἔκλεισαν στὴ φυλακή.

Οἱ ἄγριοι φύλακες τὸν εἰρωνεύονταν καὶ τοῦ ἐζητοῦσαν κάποιο θαῦμα. Ὁ Ἅγιος προσευχήθηκε ἐπὶ τρεῖς ὧρες, ὡσὰν στύλος ἀκράδαντος. Καὶ, ὢ τοῦ θαύματος, μετὰ τὸ «Ἀμὴν» τῆς προσευχῆς του, γίνεται μέγας σεισμὸς καί, παρ’ ὅλη τὴ βαθιὰ νύκτα, περιλάμπει τοὺς φύλακες καὶ τοὺς φυλακισμένους «φῶς τοῦ ἡλίου φαεινότερον». Καὶ τότε οἱ φύλακες μεταβάλλονται σὲ ἥμερα ἀρνία, ποὺ ζητοῦν τὴ συγγνώμη καὶ τὴ μεσιτεία τοῦ Μάρτυρος. Πολλοὶ ἀπὸ αὐτοὺς πιστεύουν στὸν Ἀληθινὸ Θεὸ καὶ γίνονται Χριστιανοί. Οἱ Τοῦρκοι ἀναστατώνονται. Ἀρχίζουν τὰ δικαστήρια καὶ τὰ βασανιστήρια. Ἔρχεται ὁ «πικρότατος θάνατος».

Οἱ βασανιστές του ἔγδαραν τὸ δέρμα αὐτοῦ σὲ λωρίδες καὶ τέλος τὸν ἐκρέμασαν μετέωρο σὲ σχῆμα σταυροῦ. Ὁ Ὁσιομάρτυς Θεοφάνης ὑπέμεινε ἀγόγγυστα τὸ μαρτύριο γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ καὶ ἀδιάκοπα εὐχαριστοῦσε τὸ Ὄνομα τῆς Ἁγίας Τριάδος. Μετὰ τὴν πρσευχητικὴ δοξολογία τοῦ Μάρτυρος ἕνα πουλὶ ἔφθασε ἀπὸ ψηλά, σὰν λευκὸ περιστέρι. Ὁ Ἅγιος ἐπλημμύρισε χαρὰ καὶ εὐφροσύνη. Τὸ θέαμα ἦταν ἀνεξήγητο.

Ὅταν ἔφθασε τὸ δειλινὸ καὶ ἐπέρασαν τρεῖς ὧρες συνεχοῦς παρουσίας τοῦ περιστεριοῦ, ἐκεῖνο ἐχάθηκε. Ὁ Ἅγιος ἀνεφώνησε: «διψῶ». Οἱ Τοῦρκοι τὸν ἐπείραζαν: «Γίνε ὅπως καὶ ἐμεῖς, καὶ θὰ σοῦ δώσουμε νερό». Ὅμως ὁ Ἅγιος, ποὺ προγευόταν τὴ χαρὰ τοῦ Πάσχα, τοὺς ἀπάντησε ὅτι ἐδιψοῦσε γιὰ τὴ σωτηρία τους καὶ ὄχι γιὰ νερό.

Μετὰ ἀπὸ αὐτὸ ἔρχονται ἀστραπὲς καὶ βροντὲς μέσα στὴ νύκτα καὶ ἕνα οὐράνιο φῶς ἐτύλιξε τὸ Μάρτυρα, κινώντας τὸ θαυμασμὸ τῶν Ἀγαρηνῶν. Οἱ Τοῦρκοι ἄρχισαν νὰ διαμαρτύρονται καὶ ξεσηκώθηκαν. Τὸν ἐθανάτωσαν μὲ αἰχμηρὰ σίδερα, ποὺ τὸν κατατρύπησαν, καὶ ἔτσι ὁ Ἅγιος Θεοφάνης ἔλαβε ἀπὸ τὸν ἀγωνοθέτη Θεὸ τὸ στέφανο τοῦ μαρτυρίου τὸ 1588.
Ὅσοι ἀπὸ τοὺς βασανιστὲς ἐπρωτοστάτησαν στὸ νὰ τοῦ βγάλουν τὰ μάτια ἢ νὰ τοῦ γδάρουν τὸ σῶμα, ἐδέχθησαν τὴ δίκαιη τιμωρία τους ἄνωθεν. Ἄλλοι ἐτυφλώθησαν, ἄλλοι ἐτρελάθηκαν, ἄλλοι ἀπεπνίγησαν στὴ θάλασσα, ἄλλοι ἐξεράθηκαν στὰ χέρια. Καὶ ὅσοι ἀπὸ αὐτοὺς μετανόησαν καὶ ἐπικαλέσθηκαν τὴ βοήθεια τοῦ Ἁγίου, ἀμέσως ἐθεραπεύθησαν καὶ ἔγιναν κήρυκες τῶν θαυμάτων τοῦ Μάρτυρος καὶ τῆς πίστεως.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ἅγιος Θεόδωρος ὁ Ἱερομάρτυρας ἐκ Γεωργίας

Ὁ Ἅγιος Ἱερομάρτυρας Θεόδωρος (Κβελτέλι) ἔζησε στὴ Γεωργία καὶ ἐμαρτύρησε τὸ 1609.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ἅγιος Ἱερομάρτυς Θεόδοτος καταγόταν ἀπὸ τὴν Ἄγκυρα τῆς Γαλατίας καὶ ἄθλησε κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορος Διοκλητιανοῦ (284 – 305 μ.Χ.). Παρέμεινε ὀρφανὸς σὲ νηπιακὴ ἡλικία καὶ ἀνατράφηκε μὲ παιδεία καὶ νουθεσία Κυρίου ἀπὸ τὴν εὐσεβέστατη θεία του Τεκοῦσα. Ὄταν ἐμεγάλωσε, ἔγινε ἀρτοποιὸς καὶ ἔμπορος τροφίμων, διεκρινόταν δὲ γιὰ τὴν τιμιότητα, τὴν ἐγκράτεια καὶ τὴ φιλανθρωπία του. Διὰ τῶν λόγων, τῶν ἔργων καὶ τῆς ὑποδειγματικῆς χριστιανικῆς διαβιώσεώς του, ἔγινε πρόξενος ἐπανόδου στὸν ὀρθὸ δρόμο πολλῶν παρεκτραπέντων συμπολιτῶν του. Κατὰ τοὺς ἐπὶ Διοκλητιανοῦ ἐναντίον τῶν Χριστιανῶν διωγμούς, ἀπεστάλη στὴν Ἄγκυρα ὁ Θεότεκνος, δεινὸς διώκτης τῶν Χριστιανῶν, ὁ ὁποῖος διέταξε τὴ σύλληψη τῶν Χριστιανῶν, τὴν κατεδάφιση τῶν ναῶν καὶ τὴ δήμευση τῆς περιουσίας αὐτῶν, γιὰ νὰ μολύνει δὲ τὰ τρόφιμα διέταξε νὰ ἀναμιχθοῦν αὐτὰ μὲ εἰδωλόθυτα. Τότε συνελήφθησαν μεταξὺ τῶν ἄλλων καὶ ἡ Τεκοῦσα μετὰ τῶν παρθένων Ἀλεξάνδρας, Κλαυδίας, Φαεινῆς, Εὐφρασίας, Ματρώνης, Ἰουλίας καὶ Θεοδότης. Ἐπειδὴ οἱ Ἁγίες ἀρνήθηκαν νὰ θυσιάσουν στὰ εἴδωλα, ἐκλείσθησαν ἀρχικὰ σὲ πορνεῖο καὶ παρέμειναν μὲ τὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ ἁγνές, καὶ στὴ συνέχεια ἐρρίφθησαν στὰ πλησίον κείμενα ἕλη, ὅπου ἔλαβαν τὸ μαρτυρικὸ θάνατο διὰ πνιγμοῦ ( 18 Μαΐου).
Ὁ Θεόδοτος, ἀφοῦ κατ’ ἀρχὰς ἀντιμετώπισε ἀποτελεσματικὰ τὸ θέμα τῶν τροφίμων, διαμοιράζοντας καὶ πουλώντας μεγάλες ποσότητες μὴ μολυσμένων μὲ εἰδωλόθυτα, ἄρχισε νὰ περιέρχεται τὶς φυλακές, νὰ διαμοιράζει στοὺς κρατούμενους Χριστιανοὺς τρόφιμα καὶ νὰ παρηγορεῖ αὐτούς. Πληροφορηθεὶς τὸ μαρτυρικὸ θάνατο τῆς θείας του Τεκούσης καὶ τῶν παρθένων ποὺ ἐμαρτύρησαν μαζί της, σὲ συνεννόηση μὲ ἄλλους Χριστιανοὺς μετέβη στὸν τόπο τοῦ μαρτυρίου τους, παρέλαβε κρυφὰ τὰ λείψανά τους, καὶ τὰ ἐνταφίασε. Τὴν ἑπομένη, ὅταν ἔγινε ἀντιληπτὴ ἡ ἐξαφάνιση τῶν λειψάνων, διενεργήθησαν πολλὲς συλλήψεις Χριστιανῶν, οἱ δὲ συλληφθέντες ὑποβάλλονταν σὲ ποικίλα βασανιστήρια, γιὰ νὰ ἀποκαλύψουν τοὺς δράστες. Ὁ Θεόδοτος, γιὰ νὰ μὴ συλληφθοῦν καὶ βασανισθοῦν καὶ ἄλλοι ἀθῶοι, ἔσπευσε πρὸς τὸν Θεότεκνο, ὁμολόγησε ὅτι ἦταν Χριστιανὸς καὶ ἀπεκάλυψε στὸν ἄρχοντα, ὄτι αὐτὸς ἦταν ὁ δράστης τοῦ ἐνταφιασμοῦ τῶν λειψάνων τῶν Μαρτύρων γυναικῶν. Ὁ Θεότεκνος διέταξε εὐθὺς τὸ σκληρὸ βασανισμὸ τοῦ Θεοδότου καὶ τὸν ἐγκλεισμό του στὴ φυλακή, ἀποστείλας δὲ στρατιῶτες ἀνεκόμισε τὰ λείψανα τῶν Μαρτύρων γυναικῶν καὶ τὰ κατέκαψε. Μετὰ λίγες ἡμέρες ὁ Ἅγιος Θεόδοτος προσήχθη πάλι ἐνώπιον τοῦ Θεοτέκνου καὶ ὁμολόγησε μὲ πνευματικὴ ἀνδρεία τὴν ἐμμονὴ στὴν ἀρχικὴ ὁμολογία του καὶ στὴν πατρώα εὐσέβεια. Τότε, ἀφοῦ τοῦ καταξέσχισαν τὶς σάρκες μὲ σιδερένια νύχια καὶ τοῦ συνέτριψαν τὶς σιαγόνες, τὸν ἀπεκεφάλισαν.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Δόσιν ἔνθεον, καταπλουτήσας, τὴν τῆς χάριτος ἱερουργίαν, Ἱερομάρτυς τρισμάκαρ Θεόδοτε, καθάπερ δῶρα Θεῷ προσενήνοχας, τὰς ἀριστείας τῶν θείων ἀγώνων σου. Πάτερ Ὅσιε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

 

Κοντάκιον. Ἦχος β’. Τοῖς τῶν αἱμάτων σου.
Τῶν ἱερέων ἐν στάσει γενόμενος, τῶν Ἀθλοφόρων τοὺς τρόπους ἐζήλωσας, καὶ στέφος διπλοῦν κομισάμενος, σὺν Ἀσωμάτοις χορεύεις Θεόδοτε, πρεσβεύων ἀπαύστως, ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν.

 

Μεγαλυνάριον.
Χαίροις Ἀθλοφόρων ὁ κοινωνός· χαίροις Ἱερέων, ὑποτύπωσις ἀληθής· χαίροις ὁ φαυλίσας, τυράννων τὴν μανίαν, Θεόδοτε τρισμάκαρ, τῇ καρτερίᾳ σου

Ἡ Ἁγία Ποταμιαίνη ἐξ Ἀλεξανδρείας 

Ἡ Ἁγία Μάρτυς Ποταμιαίνη καταγόταν ἀπὸ τὴν Ἀλεξάνδρεια καὶ ἄθλησε κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορος Μαξιμιανοῦ (286 – 305 μ.Χ.). Πανέμορφη στὸ σῶμα καὶ στὴν ψυχή, ἀλλὰ καὶ πιστὴ Χριστιανή, ἦταν δούλη ἀσελγοῦς καὶ ἀκόλαστου ἀνδρός, ὁ ὁποῖος, ἀφοῦ δὲν κατάφερε νὰ τὴν πείσει νὰ δεχθεῖ τὶς ἀνήθικες προτάσεις του, κατήγγειλε αὐτὴν στὸν ἄρχοντα τῆς Ἀλεξανδρείας ὡς Χριστιανή. Εὐθὺς διατάχθηκε ἡ σύλληψή της καὶ ἡ ἐνώπιον τοῦ ἄρχοντος προσαγωγή της. Ὅταν ὅμως ἐμφανίσθηκε ἡ Ποταμιαίνη, αὐτός, ἐπειδὴ θαμπώθηκε ἀπὸ τὴν ὀμορφιά της, ἐκυριεύθηκε ἀπὸ ἀκόλαστες ἐπιθυμίες, μὲ κολακεῖες δὲ καὶ ὑποσχέσεις προσπάθησε νὰ ἀποσπάσει αὐτὴν ἀπὸ τὴ Χριστιανικὴ πίστη, μὲ τὴν ἐλπίδα ὅτι ἔτσι θὰ ὑπέκυπτε στὶς ὀρέξεις του. Ἀλλ’ ἡ Ποταμιαίνη δὲν ἐνέδωσε στὶς προτάσεις του καὶ ἕνεκα τούτου διέταξε νὰ ριφθεῖ ἡ Μάρτυς μέσα σὲ λέβητα ποὺ ἦταν γεμάτος μὲ καυτὴ πίσσα. Ἡ Ποταμιαίνη μὲ πνευματικὴ χαρὰ ἄκουσε τὴν καταδίκη της, διότι ἔτσι θὰ διατηροῦσε ἀμόλυντα τὰ πολυτιμότερα ἀγαθά της, τὴν παρθενία καὶ τὴν Χριστιανική της πίστη, παρεκάλεσε δὲ τὸν ἄρχοντα νὰ τὴν καταβιβάζουν ἀργὰ μέσα στὸ λέβητα, γιὰ νὰ ἀποβαίνει μὲ αὐτὸ τὸν τρόπο πλέον ἐπώδυνο τὸ μαρτύριό της. Ἡ τελευταία αὐτὴ ἐπιθυμία της ἔγινε δεκτή, γενικὴ δὲ ὑπῆρξε ἡ κατάπληξη τῶν παρευρισκομένων, γιὰ τὴν καρτερία καὶ ἀταραξία αὐτῆς στὸ φρικτὸ τοῦτο μαρτύριο.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ἅγιος Μαρκελλίνος ὁ Ἱερομάρτυρας καὶ οἱ σὺν αὐτῷ μαρτυρήσαντες

Ὁ Ἅγιος Ἱερομάρτυς Μαρκελλίνος ἦταν Ἐπίσκοπος Ρώμης κατὰ τοὺς χρόνους τῶν αὐτοκρατόρων Διοκλητιανοῦ καὶ Μαξιμιανοῦ (284 – 305 μ.Χ.). Κατὰ τὸ Λιβεριανὸ Κατάλογο διαδέχθηκε τὸν Ἐπίσκοπο Γάϊο τὴν 1η Ἰουλίου 296 μ.Χ. καὶ ἐκάθισε ἐπὶ τοῦ θρόνου ἕως τὸ 304 μ.Χ. Οἱ Δονατιστὲς τὸν κατηγόρησαν γιὰ δειλία κατὰ τὸ διωγμὸ τοῦ Διοκλητιανοῦ καὶ αὐτὸ ἀναφέρεται καὶ στὸ Liber Pontificalis, ὅπου διαβάζουμε ὅτι ὁ Μαρκελλίνος μετανόησε, ἔκλαψε πικρὰ καὶ ἀπολογήθηκε γιὰ τὴ στάση του ἐνώπιον Συνόδου, ἡ ὁποία συνῆλθε στὴν πόλη Σινουέσσα τῆς Καμπανίας. Ἐμφανίσθηκε μὲ τὴν κεφαλή του γεμάτη ἀπὸ στάχτη, σὲ ἔνδειξη μετανοίας, καὶ ὁμολόγησε τὴν ἁμαρτία του στὰ μέλη τῆς Συνόδου. Οἱ Πατέρες τῆς Συνόδου τὸν συγχώρεσαν, λέγοντας ὅτι ἀκόμη καὶ ὁ Ἀπόστολος Πέτρος ἀρνήθηκε τὸν Κύριο ἀπὸ φόβο, ἀλλὰ ἔκλαψε πικρὰ γιὰ τὴν ἁμαρτία του καὶ ἡ μετάνοιά του ἔγινε δεκτὴ ἀπὸ τὸν Θεό. Ἀλλ’ ἡ κατηγορία καὶ ἡ ἀναφορὰ περὶ λιποψυχίας καὶ πτώσεως τοῦ Ἁγίου Μαρκελλίνου φαίνεται μᾶλλον ἀστήρικτη.
Ὁ Ἅγιος ὁμολόγησε τὴν πίστη του στὸν Χριστὸ ἐνώπιον τοῦ αὐτοκράτορος καὶ ἀποκεφαλίσθηκε μαζὶ μὲ τοὺς μαθητές του καὶ Μάρτυρες τοῦ Κυρίου Κλαύδιο, Κυρίνο καὶ Ἀντωνίνο. Τὸ ἱερὸ λείψανό του ἐνταφιάσθηκε ἀπὸ τὸν πρεσβύτερο Μάρκελλο, ὁ ὁποῖος εἶχε ἐπωμισθεῖ τὰ τῆς πνευματικῆς καθοδηγήσεως καὶ διοικήσεως τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρώμης, ἐνῷ ἐχήρευε ὁ ἐπισκοπικός της θρόνος, στὸ κοιμητήριο τῆς Ἁγίας Πρισκίλλης, μετὰ ἀπὸ ὅραμα στὸ ὁποῖο εἶδε τὸν Ἀπόστολο Πέτρο νὰ τοῦ δίδει ἐντολὴ γιὰ νὰ ἐνταφιάσουν τὸ τίμιο σκήνωμα μὲ εὐλάβεια.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ἅγιος Μάρκελλος Ἐπίσκοπος Ρώμης

Ὁ Ἅγιος Μάρκελλος Α’, Ἐπίσκοπος Ρώμης (308 – 309 μ.Χ.), καταγόταν ἀπὸ τὴ Ρώμη καὶ διαδέχθηκε τὸν Ἅγιο Ἱερομάρτυρα Μερκελλίνο ( 7 Ἰουνίου). Κατήγγειλε δημοσίως τὸν αὐτοκράτορα γιὰ τὴ σκληρότητά του πρὸς τοὺς ἀθώους Χριστιανοὺς καὶ τοὺς διωγμοὺς καὶ ἐκεὶνος ἔδωσε ἐντολὴ νὰ τ]ν βασανίσουν. Περιορίσθηκε καὶ ἐκλείσθηκε ἀπὸ τὸν αὐτοκράτορα Μαξέντιο σὲ ναό, τὸν ὁποῖο εἶχαν ἱδρύσει οἱ παρθένες Πρίσκιλλα καὶ Λουκία, καὶ ὁ ὁποῖος μετατράπηκε σὲ σταῦλο. Ἐκεῖ ἀπέθανε ἀπὸ τὶς κακουχίες καὶ τὰ βάσανα μακριὰ ἀπὸ τὴν ἔδρα του. Ἐνταφιάσθηκε στὸ κοιμητήριο τῆς Ἁγίας Πρισκίλλης. Ἡ μνήμη του ἑορτάζεται, πλὴν τῆς παρούσης ἡμέρας, καὶ τὴ 16η Ἰανουαρίου.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Οἱ Ἅγιοι Σισίνιος, Κυριακός, Σμάραγδος, Λάργος, Ἀπρονιανός, Σατουρνίνος, Κρήσκης, Παππίας, Μαύρος, Ἀρτεμιάδα, Πρίσκιλλα καὶ Λουκία οἱ Μάρτυρες 

Ὅταν ἐκηρύχθηκε ὁ διωγμὸς κατὰ τῶν Χριστιανῶν ἐπὶ αὐτοκρατόρων Διοκλητιανοῦ καὶ Μαξιμιανοῦ (284 – 305 μ.Χ.), πολλοὶ Χριστιανοὶ ἐκλείσθηκαν στὶς φυλακές. Ὁ Θράσων, πλούσιος Χριστιανός, ἐφρόντιζε νὰ ἀποστέλλει μὲ τοὺς Σισίνιο, Κυριακό, Σμάραγδο καὶ Λάργο, τρόφιμα καὶ ἐνδύματα στοὺς φυλακισμένους ἀδελφούς του. Ὁ Ἅγιος Μάρκελλος, Ἐπίσκοπος Ρώμης, εὐχαρίστησε τὸν Θράσωνα καὶ ἐχειροτόνησε διακόνους τὸν Σισίνιο καὶ τὸν Κυριακό. Γιὰ τὴ θεοφιλὴ δράση τους οἱ δύο διάκονοι συνελήφθησαν καὶ καταδικάσθηκαν σὲ καταναγκαστικὰ ἔργα. Δὲν ἔφθανε ὅμως αὐτό. Ὁ Μαξιμιανὸς ἀπέστειλε τὸν Σισίνιο στὸ διοικητὴ τῆς Λαοδικείας, ὁ ὁποῖος τὸν ἐφυλάκισε. Ἐκεῖ ὁ διάκονος Σισίνιος συνάντησε τὸν Ἀπρονιανό, ὁ ὁποῖος, βλέποντας τὸ πρόσωπο τοῦ Σισινίου νὰ εἶναι λουσμένο στὸ θεῖο φῶς, ἐπίστεψε στὸν Χριστὸ καὶ ἐβαπτίσθηκε. Ὅταν ὁ Ἀπρονιανὸς ἐκλήθηκε ἐνώπιον τοῦ ἄρχοντος καὶ ὁμολόγησε τὴν πίστη του στὸν Χριστό, ἐκεῖνος ἔδωσε ἐντολὴ καὶ τὸν ἀποκεφάλισαν. Λίγο ἀργότερα ἐμφανίσθηκαν ἐνώπιον τοῦ ἡγεμόνος ὁ Σισίνιος καὶ ὁ Σατουρνίνος. Ἐκεῖνος τοὺς διέταξε νὰ προσφέρουν θυσία στὰ εἴδωλα, ἀλλὰ οἱ Ἅγιοι μὲ τὴν προσευχή τους ἔλιωσαν τὰ τρίποδα μὲ τὸ θυμίαμα τῶν εἰδώλων. Βλέποντας τὸ θαῦμα αὐτὸ οἱ στρατιῶτες Παππίας καὶ Μαῦρος ἐπίστεψαν στὸν Χριστό. Ἔξαλλος ὁ ἡγεμόνας ἔδωσε ἐντολὴ οἱ μὲν δύο στρατιῶτες νὰ ὁδηγηθοῦν στὴ φυλακή, οἱ δὲ Σισίνιος καὶ Σατουρνίνος νὰ ἀποκεφαλισθοῦν.

Ὁ Ἅγιος Μάρκελλος ἐβάπτισε κρυφὰ τὸν Παππία καὶ τὸν Μαῦρο, οἱ ὁποῖοι μετὰ ἀπὸ λίγο ἐτελειώθησαν μαρτυρικὰ γιὰ τὴν ἀγάπη τους στὸν Χριστό. Τὰ τίμια λείψανά τους ἐνταφιάσθηκαν ἀπὸ τὸν πρεσβύτερο Ἰωάννη καὶ τὸν Θράσωνα.
Οἱ μάρτυρες Κυριακός, Σμάραγδος, Λάργος καὶ Κρήσκης, μαζὶ μὲ ἄλλους Χχριστιανούς, ἦσαν φυλακισμένοι καὶ καταδικασμένοι νὰ ἐργάζονται σκληρά. Ἡ Ἀρτεμία, κόρη τοῦ αὐτοκράτορος Διοκλητιανοῦ, ἔπασχε ἀπὸ δαιμόνιο. Μαθαίνοντας ὁ Διοκλητιανὸς ὅτι ὁ φυλακισμένος Κυριακὸς θὰ μποροῦσε νὰ θεραπεύσει τὴν ἀσθένεια τῆς θυγατρός του, τὸν ἐκάλεσε γιὰ νὰ τὴν κάνει καλά. Πράγματι! Ὀ Ἅγιος Κυριακός, μὲ τὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ, ἐθεράπευσε τὴν Ἀρτεμία καὶ ἐξέβαλε τοὺς δαίμονες ἀπὸ αὐτήν. Ὡς ἔκφραση εὐγνωμοσύνης γιὰ τὴ θεραπεία τῆς κόρης του ὁ αὐτοκράτορας ἐλευθέρωσε τοὺς Ἁγίους ἀπὸ τὴν φυλακὴ καὶ σύντομα ἔστειλε τὸν Κυριακὸ στὴν Περσία, γιὰ νὰ θεραπεύσει τὴν κόρη τοῦ Πέρσου βασιλέως. Ὄταν ὁ Κυριακὸς ἐπέστρεψε στὴ Ρώμη, συνελήφθη, κατόπιν ἐντολῆς τοῦ αὐτοκράτορος Γαλερίου (305 – 311 μ.Χ.), γαμπροῦ τοῦ Διοκλητιανοῦ, ὁ ὁποῖος εἶχε παραιτηθεῖ καὶ ἀποσυρθεῖ ἀπὸ τὴν ἐξουσία. Ἔδεσαν, λοιπόν, τὸν Ἅγιο Κυριακὸ πίσω ἀπὸ ἕνα ἅρμα ποὺ τὸν ἔσερνε ἀνὰ τὶς ὁδοὺς τῆς Ρώμης καὶ στὴ συνέχεια, ἀφοῦ τὸν ἐβασάνισαν τὸν ἐθανάτωσαν μαζὶ μὲ τοὺς Μάρτυρες Σμάραγδο, Λάργο, Κρήσκεντα, Ἀρτεμία, Πρίσκιλλα καὶ Λουκία.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Οἱ Ἁγίες Αἰσία καὶ Σωσάννα μαθήτριες τοῦ Ἁγίου Παγκρατίου

Οἱ Ἁγίες Αἰσία (ἢ Ἐσία, κατ’ ἄλλην γραφὴν Εὐσεβεία) καὶ Σωσάννα ἦσαν μαθήτριες τοῦ Ἁγίου Παγκρατίου, Ἐπισκόπου Ταυρομενίας ( 9 Φεβρπυαρίου), καὶ ὑπέστησαν τὸν διὰ πυρὸς θάνατο. Ἡ Σύναξη αὐτῶν ἐτελεῖτο στὸ ναὸ «ἐν τοῖς Βασιλίσκοις» κατὰ τὸν Ἅγιο Νικόδημο τὸν Ἁγιορείτη.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ἡ Ἁγία Ζηναΐς ἡ Θαυματουργός 

Περὶ τῆς Ἁγίας Ζηναΐδος γνωρίζουμε ὅτι ἀξιώθηκε τοῦ χαρίσματος τῆς θαυματουργίας καὶ ἐτελειώθηκε μὲ μαρτυρικὸ θάνατο.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Οἱ Ἅγιοι Ἰωάννης καὶ Ταράσιος οἱ Μάρτυρες 

Οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες Ἰωάννης καὶ Ταράσιος ἐτελειώθησαν διὰ ξίφους. Τὸ σχετικὸ δίστιχο ἀναφέρει: «Ἰωάννην τέμνουσι σὺν Ταρασίῳ, οὐ πρὸς τὸ τέμνον ἐκταραχθέντας ξίφος».

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ἅγιος Λυκαρίων ὁ Μάρτυρας 

Ὁ Ἄγιος Μάρτυς Λυκαρίων καταγόταν ἀπὸ τὴν Ἑρμούπολη τῆς Αἰγύπτου καὶ εἶναι ἄγνωστο πότε ἄθλησε. Διαπνεόμενος ὑπὸ θείου ζήλου, διεμοίρασε τὰ ὑπάρχοντά του στοὺς πτωχοὺς καὶ ἐλεύθερος ἀπὸ κάθε ὑλικὴ μέριμνα ἐπιδόθηκε στὴ διάδοση τῆς Χριστιανικῆς πίστεως, κηρύττοντας τὸ θεῖο λόγο καὶ πολλοὺς εἰδωλολάτρες ἑλκύοντας πρὸς αὐτήν. Γιὰ τὴ θεοφιλὴ δράση του καταγγέλθηκε, συνελήφθη, ἀρνήθηκε δὲ νὰ θυσιάσει στὰ εἴδωλα, ἀφοῦ ὑποβλήθηκε σὲ σκληρὰ βασανιστήρια, ἐκ τῶν ὁποίων ὅμως, μὲ τὴ Θεία Χάρη, ἐξῆλθε ἀβλαβής, καὶ ἐκλείσθηκε στὴ φυλακή. Μετὰ λίγες ἡμέρες, ἀφοῦ ὑποβλήθηκε σὲ νέα ἀνάκριση καὶ ἐπέμενε στὴν ὁμολογία του, ὐπέστη ἀκόμη σκληρότερη δοκιμασία. Ἔτσι, ἀφοῦ τοῦ καταξέσχισαν τὶς σάρκες μὲ σιδερένια νύχια καὶ τοῦ κατέκαψαν τὰ πλευρὰ καὶ τὸ στῆθος μὲ ἀναμμένες λαμπάδες, τὸν ἐκρέμασαν ἐπὶ σταυροῦ καὶ ἐτελειώθηκε δι’ ἀποκεφαλισμοῦ. Τὸ τίμιο λείψανό του τὸ παρέλαβαν οἱ Χριστιανοὶ καὶ τὸ ἐνταφίασαν μὲ εὐλάβεια.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ἡ Ἁγία Σεβαστιανὴ ἡ Θαυματουργός 

Ἡ Ὁσία Σεβαστιανή, ἀξιωθεῖσα ἀπὸ τὸν Ἅγιο Θεὸ τοῦ χαρίσματος τῆς θαυματουργίας, ἐκοιμήθηκε μὲ εἰρήνη.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ὅσιος Στέφανος ὁ Πρεσβύτερος 

Ὁ Ὅσιος Στέφανος, ὁ πρεσβύτερος, ἐκοιμήθηκε μὲ εἰρήνη. 

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ὅσιος Ἄνθιμος ὁ Πρεσβύτερος 

Ὁ Ὅσιος Ἄνθιμος, ὁ πρεσβύτερος, ἐκοιμήθηκε μὲ εἰρήνη. 

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ἅγιος Βασιλείδης ὁ Μάρτυρας 

Δὲν ἔχουμε λεπτομέρειες γιὰ τὸν Βίο καὶ τὸ Μαρτύριο τοῦ Ἁγίου Βασιλείδη.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Ὁσιομάρτυρας 

Δὲν ἔχουμε λεπτομέρειες γιὰ τὸν Βίο καὶ τὸ Μαρτύριο τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου. 

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ὅσιος Ἀνατόλιος ὁ Σιναΐτης 

Δὲν ἔχουμε λεπτομέρειες γιὰ τὸν Βίο τοῦ Ὁσίου Ἀνατολίου τοῦ Σιναΐτου.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ἅγιος Κολμανὸς ὁ ἐξ Ἰρλανδίας 

Ὁ Ἅγιος Κολμανὸς ἐγεννήθηκε, τὸ 450 μ.Χ., στὴ Δαλαραδία τοῦ βασιλείου Κρούτιν τῆς Ἰρλανδίας. Ἐξελέγη Ἐπίσκοπος τῆς πόλεως Ντρόμορ καὶ εἶναι πολιοῦχος καὶ προστάτης αὐτῆς. Ἐκοιμήθηκε μὲ εἰρήνη.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

 

Ὁ Ὅσιος Μεριαδόκιος ὁ ἐξ Οὐαλίας

Ὁ Ὅσιος Μεριαδόκιος καταγόταν ἀπὸ πλούσια οἰκογένεια τῆς Οὐαλίας καὶ ἔζησε τὸν 5ο ἢ 6ο αἰώνα μ.Χ. Ἐπιθυμώντας νὰ ἀκολουθήσει τὸν ἡσυχαστικὸ βίο, ἐπώλησε ὄλα τὰ ὑπάρχοντά του, τὰ ὁποία διεμοίρασε στοὺς πτωχούς, καὶ ἔγινε ἐρημίτης. Κατόπιν ἦλθε στὴν Κορνουάλη, ὅπου ἵδρυσε πολλὲς ἐκκλησίες, καὶ στὴ συνέχεια ἐξελέγη Ἐπίσκοπος τῆς πόλεως Βάννες. Διακρίθηκε γιὰ τὴ μεγάλη φιλαδελφία καὶ φιλανθρωπία του πρὸς τοὺς πτωχοὺς καὶ τοὺς πάσχοντες, καὶ ἐκοιμήθηκε μὲ εἰρήνη λέγοντες: «Κύριε, σὲ Σένα παραδίδω τὸ πνεῦμά μου».

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ὅσιος Δανιὴλ ὁ τῆς Σκήτεως 

Ὁ Ὅσιος Δανιήλ, ὁ ἀναχωρητής, συγγραφέας, ἱερομόναχος καὶ κατόπιν ἡγούμενος μοναστικοῦ κέντρου στὴ Σκήτη τῆς Αἰγύπτου, ἔζησε κατὰ τὸν 6ο αἰώνα μ.Χ. Ὁ Δανιὴλ ἀπὸ τὴν παιδική του ἡλικία περιεβλήθηκε τὸ μοναχικὸ σχῆμα καὶ ἀσκήτεψε στὰ μέρη τῆς Σκήτεως, ὅπου εὑρῆκαν καὶ αἰχμαλώτισαν αὐτὸν Βεδουΐνοι ληστὲς τρεῖς φορές. Ἀπὸ τὴν τελευταία αἰχμαλωσία ἐλευθερώθηκε ἀφοῦ ἐφόνευσε μὲ πέτρες τὸν φρουροῦντα αὐτόν. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ αἰσθάνθηκε ὡς βαρύτατο ἁμάρτημα, γι’ αὐτὸ ἦλθε καὶ ἐξομολογήθηκε αὐτὸ πρῶτα μὲν στὸν Πατριάρχη Ἀλεξανδρείας Τιμόθεο Γ’ (520 – 536 μ.Χ.), ἀκολούθως δὲ στοὺς Πατριάρχες Κωνσταντινουπόλεως Ἐπιφάνιο (520 – 535 μ.Χ.), Ἀντιοχείας Εὐφράσιο (521 – 526 μ.Χ.) καὶ Ἱεροσολύμων Ἰωάννη Γ’ (516 – 524 μ.Χ.), ὡς καὶ στὸν Ἐπίσκοπο Ρώμης Ὀρμίσδα (514 – 523 μ.Χ.). Κανένας ὅμως ἀπὸ αὐτοὺς δὲν κατελόγισε στὸν Δανιὴλ τὴν πράξη. Ἀπογοητευμένος ἀπὸ τὴν ἀθώωσή του καὶ μὴ δυνάμενος ὁ ἴδιος νὰ συγχωρήσει τὸν ἑαυτό του, παραδόθηκε στὸν πραίτορα τῆς Ἀλεξάνδρεας, ὁ ὁποῖος, ἀφοῦ τὸν ἀνέκρινε καὶ ἐθαύμασε τὴ διάκρισή του, «ἀπέλυσεν αὐτὸν λέγων αὐτῷ: Ὕπαγε, εὖξαι ὑπὲρ ἐμοῦ, ἀββᾶ. Εἴθε καὶ ἄλλους ἑπτὰ ἐφόνευσας ἐξ αὐτῶν».
Μετὰ τὸ γεγονὸς αὐτὸ ἐπανῆλθε στὴν περιοχὴ τῆς Σκήτεως, γιὰ νὰ τὴν ἐγκαταλείψει ἀργότερα καὶ νὰ ἔλθει στὴν περιοχὴ Ταμπώκ, ὅπου καὶ ἵδρυσε μονή, στὴν ὁποία ἔγινε ἡγούμενος καὶ στὴν ὁποία, τέλος, ἐκοιμήθηκε μὲ εἰρήνη, τιμώμενος καὶ σεβόμενος ἀπὸ ὅλους.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ὅσιος Βουλφάγγιος ἐκ Γαλλίας

Ὁ Ὅσιος Βουλφάγγιος ἐγεννήθηκε στὴ Γαλλία. Ἦταν ἔγγαμος ἱερέας τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινότητος τοῦ Ροῦε κοντὰ στὴν πόλη Ἄμπεβιλ. Ἐπραγματοποίησε ἕνα προσκυνηματικὸ ταξίδι στοὺς Ἁγίους Τόπους καὶ ἐτελείωσε τὸ βίο του ὡς ἐρημίτης, τὸ 643 μ.Χ.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ἡ Ὁσία Μοντβέννα ἐκ Μεγάλης Βρετανίας

Ἡ Ὁσία Μοντβέννα ἀσκήτεψε θεοφιλῶς στὴ μονὴ τοῦ Οὐΐτμπυ ὑπὸ τὴν καθοδήγηση τῆς Ὁσίας Χίλδας ( 17 Νοεμβρίου), ἡγουμένης τῆς μονῆς. Ἐκοιμήθηκε μὲ εἰρήνη, τὸ 699 μ.Χ.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ἅγιος Ἀβεντίνος ὁ Ὁσιομάρτυρας 

Ὁ Ἅγιος Ὁσιομάρτυς Ἀβεντίνος ἐγεννήθηκε στὴν πόλη Μπαγκνὲρ κοντὰ στὰ Πυρηναῖα ὄρη. Ἀσκήτεψε θεοφιλῶς ὡς ἐρημίτης στὴν περιοχὴ τοῦ Λάρμπους καὶ ἐτελειώθηκε μαρτυρικὰ ἀπὸ τοὺς Σαρακηνούς, τὸ 732 μ.Χ.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ἅγιος Βιλλιβάλδος ὁ Ἀπόστολος τῆς Γερμανίας 

Ὁ Ἅγιος Βιλλιβάλδος, Ἀπόστολος τῆς Γερμανίας, ἐγεννήθηκε στὶς 21 Ὀκτωβρίου 700 μ.Χ. στὸ Ἔσσεξ. Ὄταν ἦταν μικρὸς ἀσθένησε καὶ οἱ εὐσεβεῖς γονεῖς του, Ἅγιοι Ριχάρδος καὶ Βούννα ( 7 Φεβρουαρίου) τὸν ἔριξαν κάτω ἀπὸ ἕνα σταυρὸ καὶ ὑποσχέθηκαν νὰ τὸν ἀφιερώσουν στὸν Θεό, ἐὰν θεραπευθεῖ. Τὸ θαῦμα ἔγινε καὶ ὁ πατέρας του, φερόμενος ὡς βασιλέας Ριχάρδος, τὸν ἐμπιστεύθηκε, σὲ ἡλικία πέντε ἐτῶν, στὸν ἡγούμενο Ἐγκβάλδιο τῆς μονῆς τοῦ Βαλτχάιμ στὸ Χάμπσαϊρ, ὅπου παρέμεινε μέχρι ἡλικίας δεκαεπτὰ ἐτῶν. Τὸ 721 μ.Χ., μαζὶ μὲ τὸν μεγαλύτερο ἀδελφό του Βιννιβάλδο ( 18 Δεκεμβρίου) καὶ τὸν γέροντα πατέρα τους, ἀνεχώρησαν γιὰ προσκύνημα στοὺς τάφους τῶν Ἀποστόλων Πέτρου καὶ Παύλου στὴ Ρώμη. Καθ’ ὁδὸν ὁ πατέρας τους ἀπέθανε καὶ ἐνταφιάσθηκε στὴν πόλη Λούκκα τῆς Ἰταλίας, ὅπου τιμᾶται μέχρι σήμερα ὑπὸ τὸ ὄνομα «Ριχάρδος, βασιλεὺς τῶν Ἄγγλων». Οἱ δύο νέοι συνέχισαν τὴν ὁδοιπορία τους γιὰ τοὺς Ἁγίους Τόπους. Ἔτσι ἔπλευσαν μέσῳ Κύπρου στὴ Συρία, ὅπου αἰχμαλωτίσθηκαν γιὰ σύντομο χρονικὸ διάστημα στὴν πόλη Ἔμεσσα ἀπὸ τοὺς Σαρακηνούς. Μετὰ τὴν ἀπελευθέρωσή του, ὁ Ὅσιος ἐπισκέφθηκε τοὺς Ἁγίους Τόπους καὶ κατὰ τὴν ἐπιστροφή του ἐπέρασε ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολη, ὅπου, σύμφωνα μὲ τὸ «Ὁδοιπορικόν», παρέμεινε δύο ἔτη σὲ κελὶ τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας. Στὴ συνέχεια ἐπέστρεψε στὴ Ρώμη καὶ ἐγκαταστάθηκε στὴν περίφημη μονὴ τοῦ Μόντε Κασσίνο ἀγαπώμενος καὶ τιμώμενος ἀπὸ ὅλους. Ἐνῷ ἀσκήτευε ἐκεῖ, ἔλαβε ἐντολὴ ἀπὸ τὸν Πάπα Γρηγόριο Γ’ (731 – 741 μ.Χ.), μετὰ ἀπὸ συνάντηση μαζί του, νὰ μεταβεῖ στὴ Γερμανία, γιὰ νὰ βοηθήσει τὸν συγγενή του Ἅγιο Βονιφάτιο ( 5 Ἰουνίου) στὸ ἱεραποστολικό του ἔργο. Τὸ 741 μ.Χ. ἐχειροτονήθηκε ἱερέας καὶ μετὰ ἀπὸ λίγο Ἐπίσκοπος στὴν πόλη Ἄιχσταατ στὴν περιοχὴ τῆς Φραγκονίας, ὅπου ἐργάσθηκε ἱεραποστολικὰ μὲ ἔνθεο ζῆλο. Ἐδῶ ἵδρυσε τὴ μονὴ τοῦ Χαϊντχάιμ, τὴν ὁποία καθοδηγοῦσε πνευματικὰ ὁ ἀδελφός του Ὅσιος Βιννιβάλδος καὶ ἀργότερα ἡ ἀδελφή του Ὁσία Βαλβούργα ( 25 Φεβρουαρίου).
Ὁ Ἅγιος Βιλλιβάλδος ἐκοιμήθηκε μὲ εἰρήνη, τὸ 790 μ.Χ.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

 

Ὁ Ὅσιος Δεοχάρης ἐκ Γερμανίας 

Ὁ Ὄσιος Δεοχάρης ἐγεννήθηκε στὴ Γερμανία καὶ ἀσκήτεψε, ὡς ἐρημίτης, στὰ ὄρη τῆς Φραγκονίας κοντὰ στὴ Βαυαρία. Τὸ 819 μ.Χ., ἔλαβε μέρος στὴν τελετὴ τῆς μετακομιδῆς τῶν ἱερῶν λειψάνων τοῦ Ἁγίου Βονιφατίου ( 5 Ἰουνίου) καὶ ἵδρυσε τὴ μονὴ τοῦ Χερριέντον. Ἐκοιμήθηκε μὲ εἰρήνη, τὸ 847 μ.Χ.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

 

Οἱ Ἅγιοι Πέτρος, Βαλλαβόνσος, Σαβινιανός, Βιστρεμοῦνδος, Ἀβέντιος καὶ Ἱερεμίας οἱ Μάρτυρες 

Οἱ Ἅγιοι Ἱερομάρτυρες Πέτρος, ὁ πρεσβύτερος, Βαλλαβόνσος, ὁ διάκονος, ἐτελειώθησαν μαρτυρικά, μαζὶ μὲ τοὺς μοναχοὺς Σαβινιανὸ καὶ Βιστρεμοῦνδο τῆς μονῆς τοῦ Ἁγίου Ζωΐλου, Ἀβέντιο τῆς μονῆς τοῦ Ἁγίου Χριστοφόρου, καὶ τὸν γέροντα Ἱερεμία, ποὺ ἐζοῦσε στὴ μονὴ τοῦ Ταβάνου, ἀπὸ τοὺς Μαυριτανούς, τὸ 851 μ.Χ., στὴν Κόρδοβα τῆς Ἰσπανίας, ἐπὶ ἡγεμόνος Ἀμπντὲρ Ἀχμὰν Β’, δι’ ἀποκεφαλισμοῦ καὶ διὰ πυρός.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ὅσιος Ἀντώνιος ὁ διὰ Χριστὸν Σαλός 

Ὁ Ὅσιος Ἀντώνιος τοῦ Κένσκϊυ ἦταν μὸναχὸς στὴ μονὴ Βαρλαὰμ καὶ ὑποτακτικὸς τοῦ Ὁσίου Σεραπίωνος ( 27 Ἰουνίου). Ἔζησε ὡς σαλὸς καὶ ἐκοιμήθηκε μὲ εἰρήνη, τὸ 1592.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ὅσιος Ἀβράμιος ἐκ Ρωσίας

Ὁ Ὅσιος Ἀβράμιος (Κένσκϊυ) ἔζησε στὴ Ρωσία κατὰ τὸν 17ο αἰώνα μ.Χ. καὶ ἐμόνασε στὴ μονὴ τοῦ Κοζεεζέρσκϊυ, ποὺ ἦταν ἀφιερωμένη στὰ Θεοφάνεια. Ἐκοιμήθηκε ὁσίως μὲ εἰρήνη, τὸ 1634.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ὅσιος Παναγῆς ὁ Μπασιᾶς

Ὁ Ὅσιος Παναγῆς ὁ Μπασιᾶς ἐγεννήθηκε στὸ Ληξούρι τῆς Κεφαλληνίας, τὸ 1801, καὶ ἦταν υἱὸς εὐσεβῶν καὶ ἐπιφανῶν γονέων, τοῦ Μιχαὴλ Τυπάλδου – Μπασιᾶ καὶ τῆς Ρεγγίνας Δελλαπόρτα. Ἔμαθε ἰταλικά, γαλλικά, λατινικὰ καὶ καταρτίσθηκε στὴ φιλοσοφία καὶ τὴ θεολογία. Μικρὸς ἀκόμα χειροθετεῖται ἀναγνώστης καὶ στὴν ἀρχὴ τῆς σταδιοδρομίας του διορίζεται γραμματοδιδάσκαλος καὶ ἐξασκεῖ τὸ λειτούργημα τοῦ διδασκάλου, ἀλλὰ ἐμπνεόμενος ἀπὸ τὰ ριζοσπαστικὰ κηρύγματα τοῦ Κοσμᾶ Φλαμιάτου καὶ Εὐσεβίου Πανᾶ, ἐκκλησιαστικῶν ἀναστημάτων τῆς ἐποχῆς, οἱ ὁποῖοι ὑπεράσπιζαν ὅτι οἱ Ἄγγλοι (κυρίαρχοι τῆς Ἑπτανήσου) προστάτες, οὐσιαστικὰ τύραννοι, ἐπιβουλεύονται τὸ ὀρθόδοξο φρόνημα τῶν κατοίκων, ἀφήνει τὸ δημόσιο σχολεῖο καὶ παραδίδει μαθήματα κατ’ οἶκον συνεχίζοντας τὴν ἀποστολή του.

Σὲ ἡλικία 20 ἐτῶν, μετὰ τὸν θάνατο τοῦ πατέρα του, ἔχοντας ἔμφυτη κλίση καὶ ἐπηρεαζόμενος ἀπὸ τὴν προσωπικότητα τοῦ πολιούχου μεγάλου ἀσκητοῦ Ἁγίου Γερασίμου καὶ τοῦ γείτονός του, ἐπίσης μεγάλου ἀσκητοῦ Ἁγίου Ἀνθίμου, ἐγκαταλείπει τὰ πάντα καὶ φθάνει στὸ «Ξηροσκόπελο», μικρὸ νησάκι στὴν κάτω Λειβαθὼ Βλαχερνῶν καὶ τόπο ἐξορίας κληρικῶν ἀπὸ τοὺς Ἄγγλους. Ἐξόριστος τὶς ἡμέρες ἐκεῖνες ἦταν καὶ ὁ περίφημος Ζακύνθιος κληρικὸς Νικόλαος Καντούνης. Δὲν ἔμεινε ὅμως πολὺ διάστημα καμφθεὶς ἀπὸ τὶς ἱκεσίες τῆς χήρας μητέρας του καὶ τῆς ἀπροστάτευτης ἀδελφῆς του. Ἐπιστρέφει λοιπὸν μοναχὸς στὸν κόσμο, ἀλλὰ ὁλόκληρη ἡ ζωή του ἀποδεικνύεται συνεχὴς ἀσκητικὸς ἀγώνας καὶ συνεπὴς ἐπαγρύπνηση τῶν μοναχικῶν ἰδεῶν καὶ ἀποφάσεών του. Τὸ 1836 χειροτονεῖται διάκονος καὶ πρεσβύτερος ὑπὸ τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Κεφαλληνίας Παρθενίου Μακρῆ. Δὲν ἐπεζήτησε ἐφημαριακὴ θέση. Συνήθως ἐλειτουργοῦσε στὸ ἐξωκκλήσι τοῦ Ἁγίου Σπυρίδωνος στὸν Πλατὺ Γιαλό, ὅπου συνέρρεε πλῆθος πιστῶν, γιὰ νὰ λειτουργηθεῖ καὶ νὰ ἀκούσει τὰ θερμὰ κηρύγματά του. Ὑπῆρξε ἡ προσωποποίηση τῆς ἐλεημοσύνης καὶ θερμὸς συμπαραστάτης τῶν ἀδυνάτων. Ἔλαβε ἀπὸ τὸν Θεὸ τὸ χάρισμα τῆς προφητείας καὶ «προΰλεγε τὰ μέλλοντα συμβαίνειν εἰς πρόσωπα, οἰκογενείας καὶ γενικώτερον τῆς κοινωνίας», ὅπως γράφεται στὴν εἰσήγηση τῆς ἁγιοποιήσεώς του.

Στὶς 21 Μαΐου 1864, γεύεται τὴ χαρὰ τῆς Ἑνώσεως τῆς Ἑπτανήσου μὲ τὴ Μητέρα Ἑλλάδα, γιὰ τὴν ὁποία ἐργάσθηκε μὲ τὸν ἰδικό του ἀντιστασιακὸ τρόπο πλησίον τῶν ἡρώων ριζοσπαστῶν, διατηρώντας καὶ καλλιεργώντας τὴν Ὀρθόδοξη Παράδοση, σὲ τόσο δύσκολες πολιτικὲς καὶ κοινωνικὲς περιόδους.

Τὸ 1867, μὲ τοὺς φοβεροὺς σεισμοὺς τῆς Παλλικῆς, γκρεμίζεται ἡ οἰκία του καὶ ἀπὸ τότε φιλοξενεῖται στὴν οἰκία τοῦ ἐξαδέλφου του Ἰωάννου Γερουλάνου, πατέρα τοῦ σπουδαίου χειρουργοῦ Μαρίνου Γερουλάνου. Λόγῳ τῆς διαδοθείσης φήμης ἀπὸ τὰ πολλὰ θαύματα, ἀποφεύγοντας τὸ φοβερὸ ὕφαλο τῆς πνευματικῆς ζωῆς, τὸν ἐπάρατο ἐγωισμό, καταφεύγει στὴ γνωστὴ μέθοδο μεγάλων Ἀσκητῶν νὰ προσποιεῖται τὸν τρελό, καὶ ἔτσι συγκαταριθμεῖται στὴ χορεία τῶν Διὰ Χριστὸν σαλῶν Ἁγίων. Γιὰ πέντε ἔτη ταλαιπωρεῖται κλινήρης. Καὶ ἀσθενὴς συνεχίζει νὰ εὐλογεῖ, νὰ εἰρηνεύει, νὰ καθοδηγεῖ, νὰ συμβουλεύει τοὺς Χριστιανούς, οἱ ὁποῖοι νυχθημερὸν τὸν ἐπισκέπτονται. Ἐκεῖ δέχεται τὴν ἐπίσκεψη τοῦ νέου Ἀρχιεπισκόπου Γερμανοῦ Καλλιγᾶ, στὸν ὁποῖο προλέγει τὴν ἀνάρρησή του στὸν Ἀρχιεπισκοπικὸ Θρόνο τῶν Ἀθηνῶν.
Ὁ Ὅσιος Παναγῆς ἐκοιμήθηκε τὸ 1888, καὶ στὴν πάνδημη μετὰ τριήμερο κηδεία του ἐξεφώνησε περίφημο ἐπικήδειο ὁ Μητροπολίτης Κεφαλληνίας Γερμανὸς Καλλιγᾶς. Ἡ ἁγιοποίηση τοῦ Ὁσίου ἔγινε ἀπὸ τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο διὰ Πατριαρχικῆς καὶ Συνοδικῆς Ἀποφάσεως τὴν 4η Φεβρουαρίου 1986. Τὰ ἱερὰ λείψανά του φυλάσσονται ἐντὸς ἀργυρῆς θήκης στὸν ἱερὸ ναὸ Ἁγίου Σπυρίδωνος Ληξουρίου, ὅπου καὶ ὁ τάφος του.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ἡ Ὁσία Εὐφροσύνη ἡ ἐν Πολώκ 

Ἡ Ὁσία Εὐφροσύνη ἦταν ἡγουμένη τῆς μονῆς τοῦ Σωτῆρος στὴν πόλη Πολὼκ τῆς Ρωσίας. Ἡ κυρίως μνήμη της τιμᾶται ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία τὴν 23η Μαΐου.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ὅσιος Ἱλαρίων, ὁ Νέος, ἐγεννήθηκε τὸ 775 μ.Χ., στὴν Καππαδοκία, ἀπὸ γονεῖς εὐσεβεῖς καὶ ἐνάρετους, τὸν Πέτρο, προμηθευτὴ τοῦ ἄρτου τῶν ἀνακτόρων, καὶ τὴν Θεοδοσία, παρὰ τῶν ὁποίων ἔτυχεν ἐπιμελοῦς καὶ θεσεβοῦς μορφώσεως. Σὲ ἡλικία εἴκοσι ἐτῶν, ὑπὸ θείου ζήλου κινούμενος, ἐγκατέλειψε τὰ ἐγκόσμια, μεταβὰς δὲ στὴ μονὴ τοῦ Ξηροκαμπίου τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ἐκάρη μοναχός. Στὴ συνέχεια μετέβη στὴ μονὴ τῶν Δαλμάτων, ὅπου ἔγινε μεγαλόσχημος καὶ ἀργότερα ἐχειροτονήθηκε πρεσβύτερος, ἐκτιμώμενος καὶ ἀγαπώμενος ἀπὸ ὅλους τοὺς συμμοναστές του γιὰ τὶς μεγάλες ἀρετές του. Μετὰ τὸ θάνατο τοῦ ἡγουμένου τῆς μονῆς, ὁ Ἱλαρίων ἐγκατέλειψε κρυφὰ αὐτὴν καὶ κατέφυγε στὴ μονὴ τῶν Καθαρῶν, γενόμενος δεκτὸς μὲ μεγάλο σεβασμὸ ἀπὸ τοὺς μοναχούς.

Πληροφορηθέντες τὸ καταφύγιό του οἱ μοναχοὶ τῆς μονῆς τῶν Δαλμάτων, παρεκάλεσαν τὸν Πατριάρχη Νικηφόρο νὰ φροντίσει περὶ τῆς ἐπανόδου του στὴ μονή. Πράγματι δι’ αὐτοκρατορικῆς διαταγῆς ὁ Ὅσιος Ἱλαρίων ἀπενῆλθε στὴ μονὴ ὡς ἡγούμενος καὶ ἀρχιμανδρίτης αὐτῆς. Ἐπὶ ὀκτὼ ἔτη διηύθυνε τὴν κοινότητα μὲ μεγάλη σύνεση καὶ ἀδελφοσύνη καὶ κατέστησε αὐτὴν ἀληθινὴ φωλιὰ τῆς Ὀρθοδοξίας.

Ἔτσι, ὅταν ἀνῆλθε στὸν αὐτοκρατορικὸ θρόνο ὁ εἰκονομάχος αὐτοκράτορας Λέων Ε’ ὁ Ἀρμένιος (813 – 820 μ.Χ.) καὶ ἐξαπέλυσε τὸ διωγμὸ κατὰ τῶν ἁγίων εἰκόνων, μεταξὺ τῶν μονῶν, οἱ ὁποῖες ἐπρωτοστάτησαν στὴν ἀντίδραση κατὰ τοῦ ἀνοσίου τούτου μέτρου τοῦ αὐτοκράτορος, ὑπῆρξε καὶ ἡ μονὴ τῶν Δαλμάτων. Κληθεὶς γι’ αὐτὸ στὰ ἀνάκτορα ὁ Ὅσιος Ἱλαρίων, ἔλεγξε σφοδρῶς τὸ βασιλέα γιὰ τὴν ἀσεβὴ ἔναντι τῶν εἰκόνων συμπεριφορά του, ἡ ὁποία, τὴν μὲν Ἐκκλησία ἀδικοῦσε, τὸ δὲ κράτος χωρὶς αἰτία ἐτάρασσε. Τόσο ὁ αὐτοκράτορας, ὅσο καὶ ὁ διαδεχθεὶς τὸν Νικηφόρο στὸν πατριαρχικὸ θρόνο εἰκονομάχος Θεόδοτος Α’ ὁ Κασσιτερᾶς (815 – 821 μ.Χ.), μάταια προσπάθησαν νὰ πείσουν τὸν Ὅσιο Ἱλαρίωνα νὰ προσχωρήσει στὴν πλάνη καὶ νὰ καταστρέψει τὶς ἅγιες εἰκόνες. Αὐτὸς παρέμενε στύλος ἄσειστος στὴν Ὀρθόδοξη πίστη του.

Ἀκολούθως ὁ Ὅσιος Ἱλαρίων συνελήφθη, ἐφυλακίσθηκε καὶ ἐξορίσθηκε, κατ’ ἀρχὰς μὲν στὴ μονὴ τοῦ Φονέως, στὴ συνέχεια δὲ στὴ μονὴ τοῦ Κυκλοβίου, ὅπου παρέμεινε ἐπὶ δύο ἔτη. Ἐξακολουθῶν νὰ ἐμμένει στὴν Ὀρθόδοξη πίστη του, μεταφέρθηκε καὶ ἐκλείσθηκε στὴ φυλακὴ τῶν Νουμέρων, ἀπὸ ὅπου, ἀφοῦ πολλὲς φορὲς ἐμαστιγώθηκε καὶ ποικιλότροπα ἐκακοποιήθηκε, ἐξορίσθηκε στὸ φρούριο τῶν Ποτιόλων.

Τὸ 820 μ.Χ., ὁ Ὅσιος Ἱλαρίων ἐλευθερώθηκε ὑπὸ τοῦ διαδεχθέντος τὸν Λέοντα Μιχαὴλ Β’ Τραυλοῦ (820 – 829 μ.Χ.) καὶ παρέμεινε φιλοξενούμενος, ἐπὶ ἑπτὰ ἔτη, κάποιας εὐσεβοῦς γυναίκας. Τὸ 830 μ.Χ., κατόπιν διαταγῆς τοῦ διαδεχθέντος τὸν Μιχαὴλ εἰκονομάχου αὐτοκράτορος Θεοφίλου (829 – 842 μ.Χ.) συνελήφθη ἐκ νέου καὶ ἀφοῦ ποικιλότροπα καὶ διαπομπεύθηκε, ἐξορίσθηκε στὴ νῆσο Ἀφουσία. Μετὰ τὸ θάνατο τοῦ Θεοφίλου, ἡ σύζυγος αὐτοῦ αὐτοκράτειρα Θεοδώρα ἐπανέφερε τὴ γαλήνη στὴν Ἐκκλησία, διὰ τῆς ἀναστηλώσεως τῶν ἁγίων εἰκόνων, καὶ ἀνεκάλεσε ἀπὸ τὴν ἐξορία ὅλους τοὺς Ὁμολογητὲς καὶ Ὁσίους Πατέρες.
Ἔτσι ὁ Ὅσιος Ἱλαρίων ἐπανῆλθε στὴ μονή του καί, ἀφοῦ τὴν ἐδιοίκησε θεοφιλῶς καὶ θεαρέστως ἐπὶ τρία ἔτη, τὸ 845 μ.Χ., ἐκοιμήθηκε μὲ εἰρήνη, σὲ ἡλικία ἑβδομήντα ἐτῶν.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος α’. Τοῦ λίθου σφραγισθέντος.
Τῶν λόγων τοῦ Κυρίου τὴν χάριν γεωργήσας, ἤνθησας καθάπερ ἐλαία, παμμάκαρ Ἱλαρίων, ἐλαίῳ τῶν θείων ἀρετῶν, καὶ τῆς ὁμολογίας σου σοφέ, ἱλαρύνων τὰς καρδίας καὶ τὰς ψυχάς, τῶν πίστει σοι ἐκβοώντων· δόξα τῷ δεδωκότι σοι ἰσχύν, δόξα τῷ σὲ σταφανώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργοῦντι διὰ σοῦ, πᾶσιν ἰάματα.

 

Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Τοῦ Χριστοῦ τοῖς ἴχνεσιν ἀκολουθήσας, ἐν Ὁσίοις ἔφανας, ὥσπερ ἀστὴρ ἑωθινός, καταπυρσεύων τοῖς τρόποις σου, τοὺς σὲ τιμῶντας, Ἱλαρίων Ὅσιε.

 

Μεγαλυνάριον.
Ἴθυνας πρὸς χλόην τῶν ἀρετῶν, Πάτερ Ἱλαρίων, βακτηρίᾳ τῇ λογικῇ, τὴν Μονὴν Δαλμάτων, ὡς ταύτης ποιμενάρχης· διὸ σὺν τοῖς Ὁσίοις, λαμπρῶς δεδόξασαι.

Ὁ Ἅγιος Ρωμύλος ὁ Μάρτυρας 

Ὁ Ἅγιος Μάρτυς Ρωμύλος προχειρίσθηκε Ἐπίσκοπος ἀπὸ τὸν Ἀπόστολο Πέτρο. Ἐμαρτύρησε στῆν Φλωρεντία τῆς Ἰταλίας ἐπὶ αὐτοκράτορος Δομιτιανοῦ (81 – 96 μ.Χ.).

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Οἱ Ἁγίες Ἀρχελαΐς, Θέκλα καὶ Σωσάνα οἱ Παρθενομάρτυρες 

Οἱ Ἁγίες Παρθενομάρτυρες Ἀρχελαΐς, Θέκλα καὶ Σωσάνα κατάγονταν ἀπὸ τὴν Ρώμη καὶ ἀσκήτευαν θεοφιλῶς σὲ ἕνα μοναστήρι κοντὰ στὴ Ρώμη. Κατὰ τὴν διάρκεια τῶν διωγμῶν, ἐπὶ αὐτοκράτορος Διοκλητιανοῦ (284 – 305 μ.Χ.), ἐνεδύθησαν ἐνδύματα λαϊκῶν, γιὰ νὰ διαφύγουν τὴ σύλληψη, καὶ κατέφυγαν στὴν Καμπανία. Ἀφοῦ ἐγκατεστάθησαν σὲ ἕναν ἔρημο τόπο, συνέχισαν τὴ ζωὴ τῆς ἀσκήσεως καὶ τῆς προσευχῆς. Ὁ Θεός, βλέποντας τὴν ὁσιότητα τοῦ βίου τους καὶ τὴν καθαρότητα τῆς καρδίας τους, τὶς ἀξίωσε τοῦ χαρίσματος τῆς θαυματουργίας. Ἔτσι ἐθεράπευσαν πολλοὺς ἀσθενεῖς καὶ μετέστρεψαν στὸν Χριστὸ πολλοὺς εἰδωλολάτρες.
Ὅταν ὁ ἔπαρχος ἐπληροφορήθηκε γι’ αὐτές, ἔδωσε ἐντολὴ νὰ συλληφθοῦν καὶ νὰ ὁδηγηθοῦν στὸ Σαλέρνο. Τὶς ἀπείλησε μὲ βασανιστήρια καὶ θάνατο, ἐὰν δὲν ἀρνοῦνταν τὴν πίστη τους στὸν Χριστὸ καὶ τὶς διέταξε νὰ θυσιάσουν στὰ εἴδωλα. Μὲ πνευματικὴ ἀνδρεία καὶ ἔχουσα τὴν ἐλπίδα της πρὸς τὸν Κύριο, ἡ Ἀρχελαΐς ἀρνήθηκε καὶ κατήγγειλε δημοσίως τὴν ψευδὴ θρησκεία τῶν εἰδώλων. Κατόπιν τούτου ὁ ἔπαρχος διέταξε νὰ ρίψουν τὴν Ἁγία στὰ πεινασμένα θηρία. Ὅμως οἱ λέοντες, ἀντὶ νὰ τὴν κάνουν κομμάτια, τὴν ἐπλησίασαν καὶ μὲ τρυφερότητα ἔπεσαν στοὺς πόδες της. Ὁ ἔπαρχος, βλέποντας τὸ γεγονὸς αὐτό, διέταξε τὸν ἐγκλεισμὸ τῶν τριῶν παρθένων στὴ φυλακή. Οἱ βασανιστὲς ἄρχισαν νὰ καταξεσκίζουν τὶς σάρκες τῶν Ἁγίων Μαρτύρων καὶ νὰ χύνουν καυτὴ πίσσσα στὶς πληγές τους. Οἱ Ἁγίες προσεύχονταν πρὸς τὸν Κύριο καὶ ξαφνικὰ ἕνα οὐράνιο φῶς περιέλουσε τὴ φυλακὴ καὶ ἀκούσθηκε ἡ φωνὴ τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ νὰ λέγει: «Μὴ φοβᾶσθε. Ἐγὼ εἶμαι ἐδῶ, κοντά σας». Ὄταν ἠθέλησαν, μετὰ ἀπὸ αὐτό, οἱ δήμιοι νὰ συντρίψουν τὶς κεφαλές τους μὲ βαριὰ πέτρα, Ἄγγελος Κυρίου ὤθησε αὐτὴ πρὸς τὴν κατεύθυνση τῶν βασανιστῶν, οἱ ὁποῖοι ἐφονεύθησαν. Ἕνας δικαστὴς διέταξε τὸν ἀποκεφαλισμὸ τῶν Ἁγίων, ἀλλὰ οἱ στρατιῶτες ἀρνήθηκαν νὰ ὑπακούσουν. Οἱ Ἁγίες, φοβούμενες γιὰ τὴ ζωὴ τῶν στρατιωτῶν ποὺ ἀρνήθηκαν, τοὺς παρεκάλεσαν νὰ ἐκτελέσουν τὴν ἐντολὴ τοῦ δικαστοῦ. Ἔτσι ἀποκεφαλίσθηκαν τὸ 293 μ.Χ., ἔλαβαν τὸν ἀμαράντινο στέφανο τοῦ μαρτυρίου καὶ εἰσῆλθαν στὴ χαρὰ τοῦ Κυρίου καὶ Νυμφίου τους.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

 

Ὁ Ὅσιος Ἄτταλος ὁ Θαυματουργός 

Εἶναι ἄγνωστο ἀπὸ ποῦ καταγόταν καὶ πότε ἔζησε ὁ Ὅσιος Ἄτταλος. Ἀφοῦ ἐγκατέλειψε τὸν κόσμο, ἔγινε μοναχός, διακρινόταν δὲ γιὰ τὴν ἀσκητικότητα τοῦ βίου καὶ τὴ μεγάλη εὐσπλαγχνία του, τὴν ὁποία ἐξεδήλωνε πρὸς κάθε λογικὸ ἢ ἄλογο ὄν. Ἔνεκα τούτων εἶχε προικισθεῖ ἀπὸ τὸν Θεὸ διὰ τῆς θαυματουργικῆς χάριτος καὶ ἐπιτελοῦσε πλεῖστα θαύματα διὰ τῆς προσευχῆς του. Προαισθανθεὶς τὸ τέλος του, ἐζήτησε τὸν τελευταῖο ἀσπασμὸ ἀπὸ τοὺς συμμοναστές του καὶ ἐκοιμήθηκε μὲ εἰρήνη.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Οἱ Ἁγίες Βαλερία, Κυρία, Μάρθα Μαρία καὶ Μαρκία οἱ Παρθενομάρτυρες 

Οἱ Ἁγίες Παρθενομάρτυρες Βαλερία ἢ Βαρερία, Κυρία, Μάρθα, Μαρία καὶ Μαρκία, κατάγονταν ἀπὸ τὴν Καισάρεια τῆς Παλαιστίνης καὶ εἶναι ἄγνωστο πότε ἄθλησαν. Ἐβαπτίσθηκαν Χριστιανὲς καὶ διέμεναν στὴν ἴδια οἰκία, ὅπου καὶ ἐπερνοῦσαν τὶς ἡμέρες τους μὲ νηστεῖες καὶ προσευχές. Καταγγελθεῖσες γιὰ τὴ Χριστιανικὴ πίστη τους στὸν ἔπαρχο Καισαρείας, συνελήφθησαν, ἀρνηθεῖσες δὲ νὰ θυσιάσουν στὰ εἴδωλα ὑπεβλήθησαν σὲ σειρὰ φρικτῶν βασανιστηρίων, τὰ ὁποῖα ἀγόγγυστα ὑπέμειναν μέχρι τοῦ μαρτυρικοῦ θανάτου αὐτῶν.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

 

Ὁ Ὅσιος Ἀμοὺν ὁ Σημειοφόρος 

Εἶναι ἄγνωστο ἀπὸ ποῦ καταγόταν ὁ Ὅσιος Ἀμούν, ὁ Σημειοφόρος. Ἔζησε κατὰ τὸν 4ο αἰώνα μ.Χ. καὶ ὑπῆρξε φημισμένος ἀσκητὴς τῆς Αἰγυπτιακῆς ἐρήμου, στὴ Ραϊθώ. Σοφὰ αὐτοῦ Ἀποφθέγματα εὑρίσκονται στὸ Λαυσαϊκόν, στὸν Εὐεργετινὸ καὶ τὸν Παράδεισο τῶν Πατέρων.

Ἀπὸ τὰ Ἀποφθέγματα αὐτὰ ἀναφέρουμε ἕνα:

«Πήγαμε στὸ ἐρημητήριο τοῦ ἀδελφοῦ ποὺ μᾶς ἐκάλεσε, τὸ ὁποῖο ἀπεῖχε γύρω στὸ ἕνα μίλι, κι ἐκεῖ ξεκουρασθήκαμε ἀρκετὰ παίρνοντας καινούργια δύναμη γιὰ τὴν πορεία μας. Ἐκεῖνος ὁ μοναχὸς μᾶς διηγήθηκε, πώς, στὸν τόπο ποὺ ἀσκήτευε τώρα, ζοῦσε κάποιος γέροντας, ὀνομαζόμενος Ἀμούν, κοντὰ στὸν ὁποῖον ὁ ἴδιος μαθήτεψε. Ὁ Ἀββᾶς ἐκεῖνος ἦταν φημισμένος γιὰ τὰ πολλὰ θαύματα ποὺ εἶχε κάμει σ’ ἐκείνη τὴν περιοχή.

Σὲ αὐτὸν τὸν Γέροντα εἶχαν ἐπιτεθεῖ πολλὲς φορὲς οἱ ληστές, κλέβοντας ψωμιὰ καὶ ἄλλα τρόφιμα. Μιὰ μέρα, λοιπόν, βγαίνει ὁ Γέροντας στὴν ἔρημο, βρίσκει δυὸ μεγάλα φίδια καὶ τὰ φέρνει μαζί του, στὸ ἐρημητήριό του. Ἐκεῖ, τὰ ἔβαλε νὰ κάθονται μπροστὰ στὴν πόρτα καὶ νὰ φυλάγουν. Ὅταν, κάποια στιγμή, ἔφθασαν κατὰ τὴ συνήθειά τους οἱ φονιάδες καὶ εἶδαν αὐτὸ τὸ μέγα παράδοξο, ἔμειναν ἀπὸ ἔκπληξη μ’ ἀνοιχτὸ τὸ στόμα κι ἔπεσαν καταγῆς.

Βγῆκε τότε ὁ Γέροντας καὶ τοὺς βρῆκε νὰ τά’ χουν χαμένα, μισοπεθαμένοι σχεδόν. Τοὺς ἀνασήκωσε κι ἄρχισε νὰ τοὺς κατηγορεῖ λέγοντάς τους: «Βλέπετε, πόσο εἶστε ἀγριώτεροι ἀκόμη κι ἀπὸ αὐτὰ τὰ θηρία; Διότι, ἐνῷ αὐτὰ φοβοῦνται τὸ Θεὸ καὶ ὑπακούουν στὰ θελήματά μας, ἐσεῖς οὔτε τὸ Θεὸ φοβηθήκατε οὔτε τὴν εὐλάβεια καὶ τὸν κόπο τῶν Χριστιανῶν λυπηθήκατε».
Ὕστερα ἀπ’ αὐτὰ τὰ λόγια, ὁ Γέροντας τοὺς ἔμπασε στὸ κελλί του, ὅπου τοὺς ἔβαλε νὰ φᾶνε, καὶ τοὺς συμβούλευσε ν’ ἀλλάξουν τρόπο ζωῆς. Καὶ τότε οἱ ληστὲς μετανόησαν γιὰ τὴν προηγούμενη ζωή τους κι ἔγιναν κι ἀπὸ πολλοὺς μοναχοὺς καλύτεροι. Καί, μάλιστα, δὲν ἄργησε πολὺ νά’ ρθεῖ καιρὸς ποὺ ἄρχισαν κι αὐτοὶ νὰ κάνουν παρόμοια θαύματα».

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ἅγιος Γελάσιος ὁ Μάρτυρας 

Ὁ τόπος καταγωγῆς καὶ ὁ χρόνος ἀθλήσεως τοῦ Ἁγίου Μάρτυρος Γελασίου εἶναι ἄγνωστα. Αὐτός, κατὰ τοὺς χρόνους τῶν διωγμῶν, καταλήφθηκε ἀπὸ θεῖο ζῆλο,  διεμοίρασε τὰ ὑπάρχοντά του στοὺς πτωχοὺς καί, ἀφοῦ ἐνδύθηκε λευκὰ ἱμάτια ἐπισκεπτόταν τοὺς διωκόμενους καὶ βασανιζόμενους Χριστιανούς, ἐζητοῦσε τὶς εὐχές τους, κατασπαζόταν τὶς πληγές τους, τοὺς ἐνεθάρρυνε στὸ μαρτύριό τους καὶ εφρόντιζε γιὰ τὸν εὐπρεπὴ ἐνταφιασμό τους. Συλληφθείς, ἕνεκα τούτων, ἀπὸ τοὺς εἰδωλολάτρες καί, ἀφοῦ ὁμολόγησε τὸ Χριστὸ ὡς Ἀληθινὸ Θεό, ἐβασανίσθηκε καὶ τέλος, ἀποκεφαλίσθηκε.
Ἔτσι ὁ Ἅγιος Μάρτυς Γελάσιος ἔλαβε τὸν ἀμάραντο στέφανο τοῦ μαρτυρίου.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

 

Ὁ Ὅσιος Ἀμοὺν ὁ Σημειοφόρος 

Εἶναι ἄγνωστο ἀπὸ ποῦ καταγόταν ὁ Ὅσιος Ἀμούν, ὁ Σημειοφόρος. Ἔζησε κατὰ τὸν 4ο αἰώνα μ.Χ. καὶ ὑπῆρξε φημισμένος ἀσκητὴς τῆς Αἰγυπτιακῆς ἐρήμου, στὴ Ραϊθώ. Σοφὰ αὐτοῦ Ἀποφθέγματα εὑρίσκονται στὸ Λαυσαϊκόν, στὸν Εὐεργετινὸ καὶ τὸν Παράδεισο τῶν Πατέρων.

Ἀπὸ τὰ Ἀποφθέγματα αὐτὰ ἀναφέρουμε ἕνα:

«Πήγαμε στὸ ἐρημητήριο τοῦ ἀδελφοῦ ποὺ μᾶς ἐκάλεσε, τὸ ὁποῖο ἀπεῖχε γύρω στὸ ἕνα μίλι, κι ἐκεῖ ξεκουρασθήκαμε ἀρκετὰ παίρνοντας καινούργια δύναμη γιὰ τὴν πορεία μας. Ἐκεῖνος ὁ μοναχὸς μᾶς διηγήθηκε, πώς, στὸν τόπο ποὺ ἀσκήτευε τώρα, ζοῦσε κάποιος γέροντας, ὀνομαζόμενος Ἀμούν, κοντὰ στὸν ὁποῖον ὁ ἴδιος μαθήτεψε. Ὁ Ἀββᾶς ἐκεῖνος ἦταν φημισμένος γιὰ τὰ πολλὰ θαύματα ποὺ εἶχε κάμει σ’ ἐκείνη τὴν περιοχή.

Σὲ αὐτὸν τὸν Γέροντα εἶχαν ἐπιτεθεῖ πολλὲς φορὲς οἱ ληστές, κλέβοντας ψωμιὰ καὶ ἄλλα τρόφιμα. Μιὰ μέρα, λοιπόν, βγαίνει ὁ Γέροντας στὴν ἔρημο, βρίσκει δυὸ μεγάλα φίδια καὶ τὰ φέρνει μαζί του, στὸ ἐρημητήριό του. Ἐκεῖ, τὰ ἔβαλε νὰ κάθονται μπροστὰ στὴν πόρτα καὶ νὰ φυλάγουν. Ὅταν, κάποια στιγμή, ἔφθασαν κατὰ τὴ συνήθειά τους οἱ φονιάδες καὶ εἶδαν αὐτὸ τὸ μέγα παράδοξο, ἔμειναν ἀπὸ ἔκπληξη μ’ ἀνοιχτὸ τὸ στόμα κι ἔπεσαν καταγῆς.

Βγῆκε τότε ὁ Γέροντας καὶ τοὺς βρῆκε νὰ τά’ χουν χαμένα, μισοπεθαμένοι σχεδόν. Τοὺς ἀνασήκωσε κι ἄρχισε νὰ τοὺς κατηγορεῖ λέγοντάς τους: «Βλέπετε, πόσο εἶστε ἀγριώτεροι ἀκόμη κι ἀπὸ αὐτὰ τὰ θηρία; Διότι, ἐνῷ αὐτὰ φοβοῦνται τὸ Θεὸ καὶ ὑπακούουν στὰ θελήματά μας, ἐσεῖς οὔτε τὸ Θεὸ φοβηθήκατε οὔτε τὴν εὐλάβεια καὶ τὸν κόπο τῶν Χριστιανῶν λυπηθήκατε».
Ὕστερα ἀπ’ αὐτὰ τὰ λόγια, ὁ Γέροντας τοὺς ἔμπασε στὸ κελλί του, ὅπου τοὺς ἔβαλε νὰ φᾶνε, καὶ τοὺς συμβούλευσε ν’ ἀλλάξουν τρόπο ζωῆς. Καὶ τότε οἱ ληστὲς μετανόησαν γιὰ τὴν προηγούμενη ζωή τους κι ἔγιναν κι ἀπὸ πολλοὺς μοναχοὺς καλύτεροι. Καί, μάλιστα, δὲν ἄργησε πολὺ νά’ ρθεῖ καιρὸς ποὺ ἄρχισαν κι αὐτοὶ νὰ κάνουν παρόμοια θαύματα».

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ὅσιος Φωτᾶς

Ὁ Ὅσιος Φωτᾶς, ἀφοῦ ἀσκήτεψε θεοφιλῶς, ἐκοιμήθηκε μὲ εἰρήνη. Δὲν ἔχουμε περισσότερες λεπτομέρειες γιὰ τὸν βίο τοῦ Ὁσίου Φωτᾶ.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ἅγιος Ζαρλάθιος Ἐπίσκοπος Τούαμ Ἰρλανδίας

Ὁ Ἅγιος Ζαρλάθιος ἐγεννήθηκε τὸ 445 μ.Χ. στὴν Ἰρλανδία καὶ θεωρεῖται ἱδρυτὴς καὶ προστάτης τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς Τούαμ τῆς χώρας αὐτῆς. Καταγόταν ἀπὸ τὴν οἰκογένεια Κονμάϊσνε, ποὺ ἦταν ἡ ἰσχυρότερη τῆς περιοχῆς τοῦ Γκάλγουεϊ κατὰ τὴν περίοδο ἐκείνη. Ἔμαθε τὰ ἱερὰ γράμματα ἀπὸ ἕναν ὅσιο γέροντα καὶ ἀργότερα ἵδρυσε μονὴ σὲ σχολεῖο κοντὰ στὸ Τούαμ. Μεταξὺ τῶν μαθητῶν του συγκαταλέγονται ὁ Ὅσιος Βρενδανὸς ὁ Ἀναχωρητὴς ( 16 Μαΐου) καὶ ὁ Ὅσιος Κολμάνος ( 24 Νοεμβρίου). Ὁ Ἅγιος ἐξελέγη Ἐπίσκοπος τοῦ Τούαμ καὶ ὁ Θεὸς τὸν εὐλόγησε, ἀπὸ τὴν μεγάλη ἄσκηση καὶ τὴν ἀδιάλειπτη προσευχή, μὲ τὸ χάρισμα τῆς προφητείας. Ἐκοιμήθηκε μὲ εἰρήνη περὶ τὸ 550 μ.Χ. (στὶς 26 Δεκεμβρίου ἢ στὶς 2 Φεβρουαρίου τοῦ ἑπομένου ἔτους). Ἡ Ἐκκλησία ἑορτάζει τὴ μνήμη του κατὰ τὴν ἡμέρα αὐτή, διότι κατ’ αὐτὴ ἔγινε ἡ μετακομιδὴ τῶν ἱερῶν λειψάνων αὐτοῦ στὸ ναὸ ποὺ ἐκτίσθηκε πρὸς τιμήν του στὸ Τούαμ.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

 

Ὁ Ἅγιος Κουδβάλιος Ἐπίσκοπος Ἄλεθ Οὐαλίας 

Ὁ Ἅγιος Κουδβάλιος ἐγεννήθηκε τὸν 6ο αἰώνα μ.Χ. στὴν Οὐαλία καὶ ἀπὸ τὴν παιδική του ἡλικία ἀφιερώθηκε στὸν Θεό. Ἔγινε ἡγούμενος μεγάλου μοναστηριοῦ ἐπὶ τῆς βραχώδου νήσου Πλέκιτ, ὅπου συγκέντρωσε 188 μοναχούς. Κατόπιν ἀποσύρθηκε σὲ ἔρημο τόπο τῆς Κορνουάλης, ἀλλὰ καὶ πάλι ἡ φήμη τῆς ἁγιότητός του προσείλκυσε πλῆθος μοναχῶν, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ἱδρυθεῖ ἐκεῖ μία ἐξ ἴσου μεγάλη μονή. Ποθώντας ὁ Ἅγιος τὴν ἡσυχία ἀποσύρθηκε στὴ Βρετάνη, ὅπου ἐπιδόθηκε σὲ σκληροὺς πνευματικοὺς ἀγῶνες προσφέροντας τὸν ἑαυτό του θυσία εὐάρεστη στὸν Θεό. Ἐχειροτονήθηκε Ἐπίσκοπος τῆς πόλεως Ἄλεθ καὶ ὡς λύχνος φαεινὸς κατηύγασε τὶς ψυχὲς τοῦ ποιμνίου του. Ὅταν, λόγῳ γήρατος, δὲν μποροῦσε νὰ ἐκτελέσει τὰ ἐπισκοπικὰ καθήκοντά του, παραιτήθηκε καὶ ἀποσύρθηκε σὲ ἐρημητήριο μαζὶ μὲ λίγους μαθητές του.
Ὁ Ἅγιος Κουδβάλιος ἐκοιμήθηκε μὲ εἰρήνη περὶ τὸ τέλος τοῦ 6ου ἢ τὶς ἀρχὲς τοῦ 7ου μ.Χ. αἰῶνος.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

 

Ὁ Ἅγιος Ἰωνᾶς Ἐπίσκοπος τῆς Μεγάλης Περμίας 

Τὴν μνήμη τοῦ Ἁγίου Ἰωνᾶ, Ἐπισκόπου τῆς Μεγάλης Περμίας, τιμᾶ ἡ Ἐκκλησία τὴν 29η Ἰανουαρίου ὅπου καὶ ὁ βίος του.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ἀνακομιδὴ Τιμίων Λειψάνων Ἅγίου Ἱερομάρτυρος Βασιλείου τοῦ Θαυματουργοῦ

Τὴν μνήμη τοῦ Ἁγίου Ἱερομάρτυρος Βασιλείου τοῦ Θαυματουργοῦ, Ἐπισκόπου Μανγκαζίας τῆς Σιβηρίας, τιμᾶ ἡ Ἐκκλησία τὴν 22α Μαρτίου, ὅπου καὶ ὁ βίος του. Δὲν ἔχουμε λεπτομέρειες γιὰ τὴν ἀνακομιδὴ τῶν ἱερῶν λειψάνων του.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ὅσιος Παΐσιος τοῦ Οὔγκλιχ 

Ὁ Ὅσιος Παΐσιος τοῦ Οὔγκλιχ ἐγεννήθηκε στὴν περιοχὴ Τβὲρ τῆς Ρωσίας κοντὰ στὴν πόλη Καζίν,  καὶ ἦταν ἀνεψιὸς τοῦ Ὁσίου Μακαρίου (Καλυαζίν, 17 Μαρτίου). Μετὰ ἀπὸ τὸν θάνατο τῶν γονέων του, ὅταν ἦταν ἕνδεκα ἐτῶν, ἐπῆγε στὸ μοναστήρι τοῦ θείου του, ὅπου ἔγινε μοναχός. Ὑπὸ τὴν πνευματικὴ καθοδήγηση τοῦ Ὁσίου Μακαρίου, ὁ Παΐσιος ἐδιδάχθηκε τὰ τῆς μοναχικῆς πολιτείας, τὴν ὑπακοή, τὴ νηστεία καὶ τὴν προσευχή, καὶ ἀσχολήθηκε μὲ τὴν ἀντιγραφὴ πνευματικῶν βιβλίων καὶ συγγραμμάτων τῶν Πατέρων. Ἔτσι προόδευσε πολὺ στὴν πνευματικὴ ζωή.
Γιὰ τὸ λόγο αὐτό, τὸ 1464, μετὰ ἀπὸ ἐπιθυμία καὶ παράκληση τοῦ πρίγκιπος Ἀνδρέου, ἴδρυσε μία κοινοβιακὴ μονὴ κοντὰ στὸ Οὔγκλιχ, καὶ τὸ 1489 τὴ μονὴ τοῦ Ἁγίου Νικολάου.
Μετὰ ἀπὸ θεοφιλὴ ἄσκηση, ὁ Ὅσιος Παΐσιος ἐκοιμήθηκε μὲ εἰρήνη, τὸ 1504, καὶ ὁ Θεὸς τὸν ἀξίωσε τοῦ χαρίσματος τῶν θαυμάτων.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ὅσιος Ἰωνᾶς τοῦ Κλιμέζσκ 

Ὁ Ὅσιος Ἰωνᾶς (κατὰ κόσμον Ἰωάννης) ἀπὸ τὴν παιδική του ἡλικία ἀγάπησε τὸ μοναχικὸ βίο καὶ ἀφιερώθηκε στὸν Θεὸ γενόμενος μοναχός. Ὡς ἐκπλήρωση ἑνὸς τάματός του ἵδρυσε τὴ μονὴ τῆς Ἁγίας Τριάδος τοῦ Κλιμέζσκ στὴ Ρωσία. Ὅταν, τὸ 1490, ἐξέσπασε θύελλα καὶ ἐκεῖνος εὑρισκόταν ταξιδεύοντας μέσα στὰ νερὰ τῆς λίμνης Ὀμέγκα, τὴν ὥρα ποὺ ἐκινδύνευε ἡ ζωή του, παρεκάλεσε τὸν Θεὸ νὰ τὸν σώσει καὶ ὑποσχέθηκε νὰ ζήσει τὸ ὑπόλοιπο τοῦ βίου του μὲ μετάνοια καὶ προσευχή. Ὁ Θεὸς εἰσάκουσε τὴν προσευχή του καὶ ἡ βάρκα ὁδηγήθηκε μὲ ἀσφάλεια στὶς ὄχθες τῆς λίμνης. Ἐκεῖ ὁ Ὅσιος εὑρῆκε μὲ θαυματουργικὸ τρόπο καὶ μία ἱερὴ εἰκόνα. Ἔτσι ἵδρυσε τὴ μονὴ αὐτὴ στὴν ὁποία ἀνήγειρε δύο ἐκκλησίες, τὴν μία ἀφιερωμένη στὴν Ἁγία Τριάδα καὶ τὴν ἄλλη στὸν Ἅγιο Νικόλαο, Ἀρχιεπίσκοπο Μύρων τῆς Λυκίας.
Ὁ Ὅσιος Ἰωνᾶς, ἀφοῦ ἀσκήτεψε θεοφιλῶς, ἐκοιμήθηκε μὲ εἰρήνη, τὸ 1534. Τὰ ἱερὰ λείψανά του μετεκομίσθησαν στὸ ναὸ τῶν Ἁγίων Ζαχαρίου καὶ Ἐλισάβετ.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Σύναξις Ὑπεραγίας Θεοτόκου τοῦ Ποιμένος ἐν Ρωσίᾳ

Ἡ ἱερὴ εἰκόνα τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου ὀνομάζεται «τοῦ Ποιμένος», ἐπειδὴ τὴν ἔφερε ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολη στὴ Ρωσία, τὸ 1381, ὁ Μητροπολίτης Μόσχας Ποιμήν. Ἀπὸ τὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας ἔτρεχε μύρο, τὸ ὁποῖο ἐθεράπευε πολλοὺς ἀσθενεῖς ποὺ προσεύχονταν μὲ ἀληθινὴ πίστη καὶ ἐπικαλοῦνταν τὴ χάρη της.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

 

Μνήμη Θαύματος τοῦ Ἀρχεγγέλου Μιχαήλ

Το θαῦμα τοῦ Ἀρχαγγέλου Μιχαήλ, ἔλαβε χώρα στην Ἀλεξάνδρεια. Δεν ἔχουμε λεπτομέρειες γιὰ τὸ γεγονός.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Περί του Αγίου Πνεύματος

Τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Πατρῶν κ.κ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ

Τήν Κυριακή τῆς Πεντηκοστῆς ἑορτάζομε τήν κάθοδο τοῦ Παναγίου Πνεύματος ἐπί τούς Ἁγίους Μαθητάς καί Ἀποστόλους, ἡ ὁποία ἔγινε πενῆντα ἡμέρες μετά τήν ἐκ νεκρῶν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου καί Θεοῦ καί Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ.
Διαβάζομε στίς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων:
«Ἐν τῷ συμπληροῦσθαι τήν ἡμέραν τῆς Πεντηκοστῆς ἦσαν ἅπαντες ὁμοθυμαδόν ἐπί τό αὐτό. Καί ἐγένετο ἄφνω ἐκ τοῦ οὐρανοῦ ἦχος ὥσπερ φερομένης πνοῆς βιαίας, καί ἐπλήρωσεν ὅλον τόν οἶκον οὗ ἦσαν καθήμενοι∙ καί ὤφθησαν αὐτοῖς διαμεριζόμεναι γλῶσσαι ὡσεί πυρός, ἐκάθισέ τε ἐφ’ ἕνα ἕκαστον αὐτῶν, καί ἐπλήσθησαν ἅπαντες,  Πνεύματος Ἁγίου…» (Πραξ. β’, 1-4).
Ἔτσι, πραγματοποιήθηκε ἡ ἐπαγγελία πού εἶχε δώσει ὁ Κύριος στούς Μαθητάς του ὀλίγον πρό τοῦ Πάθους του:
«Καί ἐγώ ἐρωτήσω τόν Πατέρα καί ἄλλον Παράκλητον δώσει ὑμῖν, ἵνα μένῃ μεθ’ ὑμῶν εἰς τόν αἰῶνα, τό Πνεῦμα τῆς ἀληθείας» (Ἰωάν. ιδ’, 16).
Καί εἰς ἄλλο σημεῖο ὁ Κύριος λέγει:
«Ὅταν δέ ἔλθῃ ὁ Παράκλητος, ὅν ἐγώ πέμψω ὑμῖν παρά τοῦ Πατρός, τό Πνεῦμα τῆς ἀληθείας, ὅ παρά τοῦ Πατρός ἐκπορεύεται, ἐκεῖνος μαρτυρήσει περί ἐμοῦ» (Ἰωάν. ιε’, 26).
Ἐπί τῇ ἑορτῇ, λοιπόν, τῆς Πεντηκοστῆς, ἐθεωρήσαμε πολύ ὠφέλιμο νά σημειώσωμε μερικά πράγματα σχετικά μέ τήν διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας περί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Οἱ περισσότεροι ἄνθρωποι ἴσως, ἀγνοοῦν εἰς βάθος αὐτή τήν διδασκαλία, ἤ δυσκολεύονται νά τήν κατανοήσουν. Πολλάκις δέ καί μεῖς οἱ Ἐκκλησιαστικοί διδάσκαλοι ἀσχολούμεθα μέ ἄλλα ζητήματα καί ἀφήνομε κατά μέρος τά θέματα πίστεως, τά ὁποῖα ὅμως ἔχουν τήν πρώτη σημασία γιά τήν σωτηρία τοῦ Ἀνθρώπου.
Τό Ἅγιο Πνεῦμα δέν εἶναι ἁπλῶς μιά ἀόριστη δύναμη τοῦ Θεοῦ, ἤ ποίημα τοῦ Λόγου ὡς ἰσχυρίζοντο ἀκραῖοι Ἀρειανοί, ὡς ὁ Εὐνόμιος κλπ., οἱ ὁποῖοι κατεδικάσθησαν ἀπό τίς Οἰκουμενικές Συνόδους, τόσο ἀπό τήν Α’, ἰδίως ὅμως ἀπό τήν Β’ Οἰκουμενική Σύνοδο, ὅπου εἰδικά ἀντιμετωπίσθησαν αὐτές οἱ πλάνες τῶν πνευματομάχων αἱρετικῶν.
Τό Ἅγιο Πνεῦμα εἶναι τό Τρίτο Πρόσωπο τῆς Παναγίας καί Ζωαρχικῆς Τριάδος, Θεός ἀληθινός, ὁμοούσιο καί ἰσότιμο πρόσωπο μέ τόν Πατέρα καί τόν Υἱό.
Τό προσωπικό ὑποστατικό ἰδίωμα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος εἶναι ἡ ἐκπόρευσις ἐκ τοῦ Πατρός.
Τό Ἅγιο Πνεῦμα ἦτο πάντοτε «παρόν» μαζί μέ τά ἄλλα δύο πρόσωπα τῆς Ἁγίας Τριάδος∙ συμμετέχει στήν δημιουργία τοῦ σύμπαντος κόσμου, ἐνεργεῖ διά τῶν Προφητῶν, συνεργεῖ στήν ὑπόθεση τῆς σωτηρίας τοῦ Ἀνθρώπου, ἐνῷ μετά τήν Ἁγία Πεντηκοστή, «ὅλον συγκροτεῖ τόν θεσμόν τῆς Ἐκκλησίας». Μορφώνει τόν Χριστό ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν καί μᾶς καθιστᾶ διά τοῦ Ἁγίου Βαπτίσματος μέλη τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ, δηλαδή τῆς Ἐκκλησίας. Ἐν γένει διά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος συνεχίζεται τό ἀπολυτρωτικό ἔργο τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ, διά τῶν Μυστηρίων.
Ἡ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας μας γιά τό Πανάγιο Πνεῦμα συμπεριελήφθη στό «Σύμβολο τῆς Πίστεως», στό γνωστό ἄρθρο μέ τό ὁποῖο ὁμολογοῦμε τήν Θεότητά Του:
«Καί εἰς τό Πνεῦμα τό Ἅγιον, τό κύριον, τό ζωοποιόν, τό ἐκ τοῦ Πατρός ἐκπορευόμενον, τό σύν Πατρί καί Υἱῷ συμπροσκυνούμενον καί συνδοξαζόμενον, τό λαλῆσαν διά τῶν προφητῶν».
Στό σημεῖο αὐτό θά ἀναφερθοῦμε στήν αἱρετική διδασκαλία, τήν ὁποία ὅλως αὐθαιρέτως εἰσήγαγαν οἱ Παπικοί στό Σύμβολο τῆς Πίστεως, τό γνωστό “Filioque”. Πρόκειται γιά τήν διδασκαλία περί ἐκπορεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος «καί ἐκ τοῦ Υἱοῦ», πού ὄχι μόνο ἀποτελεῖ αὐθαιρεσία, ὅπως ἀναφέραμε προηγουμένως, ἀλλά ὑπῆρξε καί ἕνα ἀπό τά βασικώτερα σημεῖα πού ὡδήγησε στό ὁριστικό Σχῖσμα τοῦ 1054.
Ἡ αἱρετική αὐτή θέση τῶν Ρωμαιοκαθολικῶν, ἡ μεγίστη αὐτή κακοδοξία, διασπᾶ (ὡς διδασκαλία) τήν ἑνότητα τῆς Ἁγίας Τριάδος, καί ἀνατρέπει ὅσα ἐδίδαξε ἀπ’ ἀρχῆς, ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι, ἡ Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησία.
Μέ ἁπλᾶ λόγια, τό “Filioque” καταργεῖ τήν μοναρχία τῆς Θεότητος, συγχέει τά ὑποστατικά ἰδιώματα τοῦ Πρώτου καί τοῦ Δευτέρου Προσώπου τῆς Ἁγίας Τριάδος (ἐφόσον τό Ἅγιο Πνεῦμα, κατά τήν ὡς ἄνω κακοδοξία, ἐκπορεύεται «καί ἐκ τῶν δύο») καί ὑποβιβάζει τό Τρίτο Πρόσωπο, τό Πανάγιο Πνεῦμα.
Ἡ πλάνη αὐτή, ὁδηγεῖ σέ μεγάλες ἐπιπτώσεις ὡς πρός τήν σωτηρία τοῦ Ἀνθρώπου, καί δυστυχῶς ἀποτελεῖ ἕνα ἀκόμη μεγάλο ἐμπόδιο (ὅπως καί τό θέμα τῆς Οὐνίας) γιά τήν ἐπαναπροσέγγιση μέ τήν Μία, τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἐξ ἧς οἱ Δυτικοί ἀπεκόπησαν.
Μετά τό Σχῖσμα, πολλοί Ἅγιοι Πατέρες ἐθεολόγησαν περί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὅπως ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, ὁ Ἅγιος Μᾶρκος Ἐπίσκοπος Ἐφέσου ὁ Εὐγενικός, ὁ μαθητής του Γεννάδιος ὁ Σχολάριος καί πλεῖστοι ἄλλοι, οἱ  ὁποῖοι σθεναρῶς ἀντιμετώπισαν τίς παπικές κακοδοξίες περί τοῦ ὡς εἴρηται θέματος.
Ἡ ὀρθή διδασκαλία καί πίστη περί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἔχει θεμελιώδη σημασία, ἀφοῦ δέν δύναται νά ὑπάρξῃ Ἐκκλησία χωρίς τήν παρουσία τοῦ Τρίτου Προσώπου τῆς Παναγίας Τριάδος. Ὁ Ἱερός Χρυσόστομος ἀναφέρει χαρακτηριστικά:  «Εἰ μὴ Πνεῦμα παρῆν, οὐκ ἄν συνέστη ἡ Ἐκκλησία» (Ὁμιλία Α’ εἰς Πεντηκοστήν, PG. 50. 459).
Κατά τήν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς (στούς Αἴνους) ἡ Ἐκκλησία μας διακηρύττει ψάλλουσα:
«Τό Πνεῦμα τό ἅγιον, ἦν μέν ἀεί, καί ἔστι καί ἔσται, οὔτε ἀρξάμενον, οὔτε παυσόμενον, ἀλλ’ ἀεί Πατρί καί Υἱῷ συντεταγμένον καί συναριθμούμενον∙ ζωή καί ζωοποιοῦν, φῶς καί φωτός χορηγόν∙ αὐτάγαθον καί πηγή ἀγαθότητος· δι’ οὗ Πατήρ γνωρίζεται, καί Υἱὸς δοξάζεται καί παρά πάντων γινώσκεται, μία δύναμις, μία σύνταξις, μία προσκύνησις, τῆς ἁγίας Τριάδος».
Δηλαδή, «τό Ἅγιο Πνεῦμα ὑπῆρχε πάντοτε, καί ὑπάρχει καί θά ὑπάρχῃ. Οὔτε εἶχε (ποτέ) ἀρχή, οὔτε θά ἔχῃ τέλος, ἀλλά πάντοτε εἶναι ἑνωμένο καί συναριθμεῖται μέ τόν Πατέρα καί τόν Υἱό. Εἶναι ζωή καί δίνει ζωή, εἶναι φῶς καί χορηγός φωτός. Εἶναι ἀγαθό ἀφ’ ἑαυτοῦ Του καί πηγή ἀγαθότητος. Μέσω Αὐτοῦ ὁ Πατέρας γνωρίζεται καί ὁ Υἱός δοξάζεται καί κατανοεῖται ἀπό ὅλους. (Ὑπάρχει) μία δύναμη, μία ἑνότητα, μία προσκύνηση, αὐτή τῆς Ἁγίας Τριάδος».
Ἐπίσης, ἡ Ἐκκλησία μας τονίζει ὅτι διά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἀποκτοῦμε τήν ἑνότητα, ἡ ὁποία εἶναι ἀπαραίτητη στήν ζωή μας τήν προσωπική καί τήν κοινωνική. Ἑνότητα μέ τόν Θεό καί ἑνότητα μέ τόν συνάνθρωπό μας.
Στό κοντάκιο τῆς Ἑορτῆς ἀναφέρεται:
«Ὅτε καταβάς τάς γλώσσας συνέχεε, διεμέριζεν ἔθνη ὁ Ὕψιστος· ὅτε τοῦ πυρός τάς γλώσσας διένειμεν, εἰς ἑνότητα πάντας ἐκάλεσε…».
Σήμερα ἐπικρατεῖ σύγχυση στόν κόσμο. Ὁ καθένας μέ τόν δικό του τρόπο, ἀπό τήν δική του θέση καί κατά τήν προσωπική ἐσωτερική του κρίση, προσπαθεῖ νά δώσῃ λύση στά κοινωνικά προβλήματα καί στά προσωπικά καί ἄλλα ἀδιέξοδα. Ὅμως, χωρίς τήν ἔλλαμψη καί τόν φωτισμό τοῦ Ἁγίου Πνεύματος,  διασαλεύεται ἡ ἐσωτερική μας καί κοινωνική συνοχή.
Μόνο ὅσοι ζοῦν μέσα στήν Ἐκκλησία, οἱ θεούμενοι, οἱ ἄνθρωποι τῆς προσευχῆς, τῆς ἀσκήσεως, τῆς μυστηριακῆς κοινωνίας καί ζωῆς, μποροῦν νά κατανοήσουν καί νά ἀντιληφθοῦν εἰς βάθος τό μυστήριο τῆς ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι Ἑνότητος, ὅπως τό ἐβίωσαν οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι καί ὅλοι οἱ Ἅγιοι ἀπό τῆς ἀρχῆς καί μέχρι τῶν ἐσχάτων.

Ἄς προσευχηθοῦμε μέ ζέση ψυχῆς, ὥστε τό Πανάγιο Πνεῦμα νά σκηνώσῃ στήν καρδιά μας, νά μᾶς φωτίσῃ, νά μᾶς  ἁγιάσῃ καί νά μᾶς λυτρώσῃ.

Ακολουθία Εσπερινού Κυριακής, όρθρου και Θείας Λειτουργίας του Αγίου Πνεύματος (04-06-2017 και 05-06-2017) εδώ.

Ευχές της Πεντηκοστής με μετάφραση εδώ

Τυπικόν εδώ 

Κανόνιον εδώ