Blue Flower

Ὁ Ὅσιος Γεώργιος ἀγάπησε ἀπὸ νεαρὴ ἡλικία ὁλόψυχα τὸν Χριστὸ καὶ ἀκολούθησε τὴν ὁδὸ τῆς μοναχικῆς πολιτείας, παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι οἱ γονεῖς του ἐπιθυμοῦσαν νὰ νυμφευθεῖ. Ἔτσι ἐπιδόθηκε σὲ κάθε εἴδους ἄσκηση καὶ ἐγκράτεια, νηστεία καὶ σκληραγωγία, προσευχή, δάκρυα, μελέτη τῶν θείων Γραφῶν καὶ κάθε ἄλλη ἀρετή, γιὰ νὰ εὐαρεστήσει τὸν Θεό.

Οἱ Χριστιανοὶ προσέτρεχαν πρὸς αὐτὸν γιὰ νά φωτισθοῦν καὶ νὰ κατανοήσουν τὰ ἀγαθὰ τῆς πίστεως. Βλέποντας, ὅμως, ὁ Ὅσιος ὅτι ἐρχόταν πρὸς αὐτὸν πολὺ πλῆθος ἀνθρώπων καὶ δὲν τὸν ἄφηναν ἥσυχο στὸ ἔργο τῆς προσευχῆς, κατέφυγε στὸ ὄρος Μαλεβό, στὴ νότια Λακωνία. Ἐκεῖ, ἀφοῦ συγκέντρωσε γύρω του πλῆθος μοναχῶν, ἀσκοῦνταν στὴν ἡσυχία γενόμενος σκεῦος ἐκλογῆς καὶ φωτίζοντας ὅλους στὴν ἄσκηση καὶ τὴν προσευχή. Μάλιστα ἔδινε στὸν καθένα χωριστὰ τοὺς ὅρους καὶ τοὺς κανόνες τοὺς ὁποίους ἔπρεπε νὰ ἐκδουλεύει. Ὁ Ὅσιος Γεώργιος πρόκοψε τόσο πολὺ στὴν ἀρετή, ὥστε ἔγινε ξακουστὸς καὶ θαυμαστὸς στοὺς ἄρχοντες, ἀκόμα καὶ στοὺς βασιλεῖς, πρὸς τοὺς ὁποίους ἔγραψε πολλὲς ἐπιστολὲς ἀπαντώντας σὲ πνευματικὰ θέματα καὶ νουθετώντας αὐτοὺς νὰ κυβερνοῦν τὸν λαὸ τοῦ Θεοῦ μὲ δικαιοσύνη, ἀγαθότητα καὶ ἐλεημοσύνη.
Προεῖπε δὲ ὁ Ὅσιος καὶ τὸ κατὰ Θεὸν τέλος τῆς ἐπίγειας ζωῆς του, τρία χρόνια πρὶν αὐτὸ συμβεῖ. Καὶ ἔτσι, ἀφοῦ θεοφιλῶς καὶ καλῶς πολιτεύθηκε, ὅταν ἦρθε ὁ καιρὸς ἀσθένησε γιὰ λίγο. Τότε κάλεσε κοντά του ὅλους αὐτοὺς ποὺ ἀσκήτευαν στὸ ὄρος Μαλεβό, τοὺς εὐλόγησε καί, ἀφοῦ τοὺς δίδαξε πῶς θὰ σωθοῦν καὶ θὰ εὐαρεστοῦν τὸν Θεό, κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr   

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Ὡς θεῖον γεώργιον, δικαιοσύνης καρπούς, πλουσίως ἐξήνεγκας, δι’ ἐνάρετου ζωῆς, Γεώργιε Ὅσιε· σὺ γὰρ καθάπερ φοῖνιξ, ἐν ἀσκήσει βλαστήσας, τρέφεις τῇ δωρεᾷ σου, τὴν Χριστοῦ Ἐκκλησίαν· ὅθεν ἀεὶ εὐχαρίστως, τιμᾷ τὴν μνήμην σου.

 

Κοντάκιον. Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Γεωργὸς πανάριστος, τῆς ἐγκρατείας ἐγένου, τὸ δοθέν σοι τάλαντον, ἀσκητικῶς ἐπαυξήσας· ὅθεν σοι, ἡ ἐπουράνιος κληρουχία, δίδοται, ἀνθ’ ὧν διήνυσας Πάτερ πόνων· ὁ Χριστὸς γάρ σε δοξάζει, ὃν ἵλεών μοι δίδου Γεώργιε.

 

Μεγαλυνάριον.
Σπόρον γεωργήσας τὸν μυστικόν, στάχυν ἀφθαρσίας, συγκομίζεις ἐν οὐρανῷ· δι’ οὗ κἀμὲ θρέψον, Γεώργιε θεόφρον, τὸν ἐν παθῶν πενίᾳ, ἀεὶ λιμώτοντα.

Ὁ Ὅσιος Ζωσιμᾶς ἐκ Ρωσίας 

Ὁ Ὅσιος Ζωσιμᾶς τοῦ Βορμποζὸμ γεννήθηκε περὶ τὰ τέλη τοῦ 15ου αἰῶνος μ.Χ. στὴ Ρωσία. Ἀσκήτεψε θεοφιλῶς στὴ μονὴ τοῦ Κομὲλ καὶ στὴ νῆσο Βορμποζόμ, κοντὰ στὴ Λευκὴ λίμνη, ὅπου ἵδρυσε μοναστικὴ ἀδελφότητα καὶ ἀνήγειρε ναὸ ἀφιερωμένο στὸν Εὐαγγελισμὸ τῆς Θεοτόκου. Κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 1550.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr   

Οἱ Ἅγιοι Θεόδουλος καὶ Ἀγαθόπους οἱ Μάρτυρες 

Οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες Θεόδουλος καὶ Ἀγαθόπους κατάγονταν ἀπὸ τὴ Θεσσαλονίκη καὶ μαρτύρησαν στὶς ἀρχὲς τοῦ διοκλητιάνειου διωγμοῦ ἐπὶ Καίσαρος Μαξιμιανοῦ (285 – 305 μ.Χ.) καὶ ἄρχοντος Φαυστίνου.

Ὁ Θεόδουλος ἦταν ἀναγνώστης καὶ προερχόταν ἀπὸ ἐπιφανὴ οἰκογένεια. Οἱ ἀδελφοί του Καπίτων, Μητρόδωρος καὶ Φιλόστοργος, ἦταν εὐσεβέστατοι νέοι καὶ στὶς δύσκολες ὧρες ποὺ πέρασε ὁ Ἅγιος Θεόδουλος μετὰ τὴν σύλληψή του, στάθηκαν δίπλα του ἐνισχύοντάς τον. Στὸ Συναξάριό του ἀναφέρεται ὅτι λίγο πρὶν ἐξαπολυθεῖ ὁ διωγμὸς ἐναντίων τῶν Χριστιανῶν, κατὰ τὴν διάρκεια τοῦ ὕπνου του ὁ Ἅγιος Θεόδουλος δέχθηκε ὡς δῶρο ἕνα δαχτυλίδι, σύμβολο δόξας τοῦ δωρεοδότου Θεοῦ. Μετὰ ἀπὸ αὐτὸ τὸ γεγονὸς ὁ Ἅγιος Θεόδουλος ἀπέκτησε τὸ χάρισμα τῆς θαυματουργίας καὶ ἐπιτελοῦσε ἰάσεις.

Ὁ Ἅγιος Ἀγαθόπους ἦταν γέροντας στὴν ἡλικία καὶ διάκονος. Ὁδηγήθηκε μαζὶ μὲ τὸν Ἅγιο Θεόδουλο στὸν ἡγεμόνα τῆς Θεσσαλονίκης, γιὰ νὰ ἀρνηθοῦν τὴν πίστη τους καὶ νὰ θυσιάσουν στὰ εἴδωλα. Οἱ Ἅγιοι ὅμως ὁμολόγησαν ἐνώπιον τοῦ Φαυστίνου τὴν πίστη τους στὸν Θεό. Ὁ Φαυστίνος, βλέποντας τὴν πνευματικὴ ἀνδρεία τῶν Ἁγίων, ἀποφάσισε νὰ ἐπιχειρήσει νὰ τοὺς μεταπείσει χωριστὰ τὸν ἕνα ἀπὸ τὸν ἄλλο. Γι’ αὐτὸ τοὺς ἀπομάκρυνε ὅλους καὶ κράτησε κοντά του μόνο τὸν Θεόδουλο, μὲ τὴν ἐλπίδα ὅτι ἴσως μπορέσει νὰ κάμψει τὸ φρόνημά του εὐκολότερα ἐξαιτίας  τοῦ νεαροῦ τῆς ἡλικίας του. Μάταια, ὅμως.

Ὁ ἡγεμόνας ἀκολούθησε τὴν ἴδια τακτικὴ καὶ μὲ τὸν Ἅγιο Ἀγαθόποδα. Καὶ ἐκεῖνος ὅμως, μὲ τὴν σειρά του, ἔδωσε τὴν σθεναρὴ ὁμολογία τῆς πίστεώς του.

Ἀρκετοὶ ἀπὸ τὸ παριστάμενο πλῆθος, ἐμφορούμενοι ἀπὸ δειλία, προσπάθησαν νὰ τοὺς μεταπείσουν, προβάλλοντας ὡς ἐπιχείρημα στὸν μὲν Ἅγιο Θεόδουλο τὴ νεότητά του, τὴν ὁποία ἔπρεπε νὰ λυπηθεῖ, στὸν δὲ Ἅγιο Ἀγαθόποδα τὸ προχωρημένο τῆς ἡλικίας του. Οἱ Μάρτυρες ὡστόσο ἔμειναν ἀνυποχώρητοι γι’ αὐτὸ καὶ ὁδηγήθηκαν στὴ φυλακή, ὅπου πέρασαν τὴ νύχτα προσευχόμενοι. Κατὰ τὸ μεσονύκτιο ἐνδυναμώθηκαν μὲ θεῖες ὀπτασίες καὶ συνέχισαν νὰ δοξολογοῦν τὸ Ὄνομα τοῦ Ἁγίου Θεοῦ, ποὺ τοὺς σκέπαζε μὲ τὴν Χάρη Του.

Κάποιος Οὐρβανός, ποὺ παρακολουθοῦσε ὅλα ὅσα εἶχαν συμβεῖ στὴ φυλακή, ἔσπευσε νὰ καταγγείλει τὰ γενόμενα στὸν Φαυστίνο. Ἐπιπλέον δὲ τοῦ συνέστησε νὰ θανατώσει ὅσο τὸ δυνατὸν γρηγορότερα τὸν Θεόδουλο καὶ τὸν Ἀγαθόποδα , γιατί ὅσο περισσότερο παρέμεναν στὴ φυλακὴ τόσο περισσότεροι θὰ πίστευαν στὸν Χριστό.
Ὁ Φαυστίνος, ταραγμένος ἀπὸ ὅσα ἄκουσε, διέταξε νὰ τοῦ παρουσιάσουν ἀμέσως τοὺς δύο Μάρτυρες γιὰ νά τοὺς ἀνακρίνει. Γιὰ τελευταία φορὰ ὁ ἡγεμόνας προσπάθησε νὰ τοὺς μεταπείσει ἀλλὰ ἡ μόνη ἀπάντηση ποὺ ἔλαβε ἦταν: «Εἴμαστε Χριστιανοὶ καὶ προτιμᾶμε ὑπὲρ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ νὰ ὑποστοῦμε τὰ πάντα». Κατόπιν τούτου διέταξε νὰ τοὺς ρίξουν στὴ θάλασσα γιὰ νὰ πνιγοῦν.

Ἔτσι ἄθλησαν οἱ δύο Ἅγιοι καὶ ἔλαβαν τὸ στέφανο τῆς οὐράνιας δόξας καὶ μακαριότητας. 

Πηγή: http://www.synaxarion.gr   

Ἡ Ἁγία Φερφούθη , ἡ ἀδελφή της καὶ ἡ δούλη αὐτῶν οἱ Μάρτυρες

Ἡ Ἁγία Μάρτυς Φερφούθη (ἢ Φερβούθη) ἔζησε κατὰ τὴν ἐποχὴ τοῦ Σαβωρίου, βασιλέως τῶν Περσῶν καὶ ἦταν ἀδελφὴ τοῦ Ἁγίου Συμεών, Ἐπισκόπου Περσίδος ( 17 Ἀπριλίου), ὁ ὁποῖος μαρτύρησε στὴν Περσία μαζὶ μὲ ἄλλους Χριστιανούς.

Μετὰ τὴν ἄθληση καὶ τὴν τελείωση τοῦ ἀδελφοῦ της Συμεών, ἐνῷ ἡσύχαζε σὲ οἴκημα μαζὶ μὲ τὴν ἀδελφή της καὶ τὴν δούλη της, δίδασκε αὐτοὺς ποὺ τὴν πλησίαζαν γιὰ τὴν πίστη στὸν Χριστό. Ὅμως οἱ Ἰουδαῖοι, ἐπειδὴ φθονοῦσαν τὴν Ἁγία, τὴν διέβαλαν ὅτι δῆθεν κατασκεύαζε θανατηφόρα δηλητήρια. Ἡ γυναίκα τοῦ βασιλέως Σαβωρίου ὑπεράσπιζε τοὺς Ἰουδαίους. Ἐπειδὴ δὲ ἐκεῖνο τὸ χρονικὸ διάστημα ἀρρώστησε, προσῆλθαν σὲ αὐτὴ οἱ Ἰουδαῖοι καὶ κατηγόρησαν τὶς Ἁγίες ὅτι γιὰ τὸν φόνο τοῦ Ἐπισκόπου Συμεὼν οἱ ἀδελφές του τὴν εἶχαν ὑποδουλώσει μὲ μαγεία, γιὰ νὰ πεθάνει. Ἐάν, λοιπόν, ἡ βασίλισσα ἤθελε νὰ γίνει καλά, ἔπρεπε νὰ διατάξει νὰ σχισθοῦν στὴ μέση καὶ νὰ κρεμαστοῦν τὰ διχοτομημένα μέρη τους, γιὰ νὰ περάσει ἀπὸ τὴ μέση καὶ νὰ γίνει καλά.
Ἔτσι μαρτύρησαν οἱ Ἁγίες καὶ κληρονόμησαν τὴ βασιλεία τῶν Οὐρανῶν.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr   

Ὁ Ὅσιος Πόπλιος ὁ Αἰγύπτιος

Ὁ Ὅσιος Πόπλιος ἢ Πούπλιος κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη. Δὲν ἔχουμε περισσότερες λεπτομέρειες γιὰ τὸν βίο τοῦ Ὁσίου.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr   

Ὁ Ἅγιος Ἰσίδωρος Ἐπίσκοπος Σεβίλλης 

Ὁ Ἅγιος Ἰσίδωρος γεννήθηκε μεταξὺ τῶν ἐτῶν 565 – 570 μ.Χ. στὴν Καρθαγένη τῆς Ἱσπανίας, στὴν ὁποία ἡ οἰκογένειά του εἶχε καταφύγει ἐξαιτίας τοῦ διωγμοῦ τοῦ ἀρειανοῦ Γότθου βασιλέως Ἀγίλα (549 – 554 μ.Χ.). Ἀπὸ τὴν παιδική του ἡλικία ἔμεινε ὀρφανὸς ἀπὸ πατέρα καὶ ἀνατράφηκε ἀπὸ τοὺς μεγαλύτερους ἀδελφούς του Λέανδρο καὶ Φουλγέντιο καὶ τὴν ἀδελφή του Φλωρεντίνη. Ὁ ἀδελφός του, Λέανδρος, ποὺ ἦταν Ἐπίσκοπος Σεβίλλης, φρόντισε μὲ περισσὴ φροντίδα γιὰ τὴν μόρφωση τοῦ Ἁγίου.

Ὅταν ἐνηλικιώθηκε, ἐργάσθηκε κοντὰ στὸν δάσκαλο καὶ ἀδελφό του Λέανδρο βοηθώντας τὸ θεολογικὸ καὶ ποιμαντικό του ἔργο. Κυρίως ἀσχολήθηκε μὲ τὴν μεταστροφὴ τῶν Βησιγότθων ἀπὸ τὸν ἀρειανισμὸ καὶ ἀντιστάθηκε καὶ αὐτὸς σθεναρὰ στὸν κακόδοξο τότε βασιλέα Λέβεγκιλτ. Κατὰ τὴν διάρκεια τῆς ἐξορίας τοῦ Ἁγίου Λεάνδρου ὁ Ἰσίδωρος σήκωσε στοὺς ὤμους του, μόνο αὐτός, τὸ βάρος τοῦ ἀντιαιρετικοῦ ἀγῶνος καὶ ὑπεράσπισε μὲ θάρρος τὴν ὀρθόδοξη πίστη καὶ τὰ ἀληθινὰ συμφέροντα τῆς Ἰσπανικῆς Ἐκκλησίας. Ὅταν ἀργότερα στὸ θρόνο ἀνέβηκε ὁ ὀρθόδοξος υἱὸς τοῦ Λεβιγκίλτ, ὁ Ρεκαρέντ, ὁ λαὸς ἐπέστρεψε στὴν Ὀρθοδοξία.

Ὁ Ἅγιος Ἰσίδωρος ἀναχώρησε σὲ ἕνα μοναστήρι, γιὰ νὰ ἐπιδοθεῖ ὁλόψυχα στὴν ἡσυχία, τὴν μελέτη καὶ τὴν προσευχή. Αὐτὸ ὅμως δὲν κράτησε γιὰ πολύ. Ὁ θάνατος τοῦ Ἁγίου Λεάνδρου ἀνάγκασε τὸν Ἰσίδωρο νὰ ὑπακούσει στὸν κλῆρο καὶ τὸν λαὸ καὶ νὰ ἀναλάβει τὸ ἔτος 600 μ.Χ., ὡς Ἐπίσκοπος τὸν θρόνο τῆς Σεβίλλης.

Στὴν Β’ Τοπικὴ Σύνοδο τῆς Σεβίλλης, τὸ ἔτος 619 μ.Χ., στὴν ὁποία προήδρευε, κατατροπώθηκε ἕνας αἱρετικὸς μονοφυσίτης μαθητὴς τοῦ Σεβήρου, ἐνῷ ὁ Ἅγιος θεράπευσε ἕναν τυφλὸ μὲ τὸ ἁπλὸ ἄγγιγμά του. Τὸ ἔτος 633 μ.Χ. ὁ Ἅγιος προήδρευσε καὶ τῆς Συνόδου τοῦ Τολέδο.

Ὁ Ἅγιος Ἰσίδωρος ὑπῆρξε ἔξοχος διδάσκαλος τῆς Ἐκκλησίας καὶ κόσμημα αὐτῆς. Λίγοι δύνανται νὰ παραβληθοῦν μὲ τὸν Ἅγιο ὡς πρὸς τὴν πολυμάθεια καὶ τὴ γνώση.

Ἡ ἐκκλησιαστικὴ τάξη βρῆκε στὸ πρόσωπο τοῦ Ἁγίου Ἰσιδώρου τὸν μεγάλο διαμορφωτή. Πίστευε ὅτι οἱ ἱερὲς τελετὲς καὶ οἱ Ἀκολουθίες πρέπει νὰ ἀντικατοπτρίζουν ὅσο πιὸ πολὺ γίνεται τὴν μεγαλοπρέπεια τῆς οὐράνιας ἱεραρχίας. Θεωρεῖται ὁ θεμελιωτὴς τοῦ λειτουργικοῦ τυπικοῦ ποὺ ἐπιζεῖ μέχρι σήμερα, τὴν μοζαραβικὴς λειτουργίας. Πλήθη συνέρρεαν στὴ Σεβίλλη γιὰ νὰ ἀκούσουν τὸν λόγο του. Λεγόταν ὅτι ἡ σοφία του ὑπερέβαινε τὴ σοφία καὶ αὐτοῦ τοῦ βασιλέως Σολομῶντος. Τὰ θεία κηρύγματά του συνοδεύονταν συχνὰ ἀπὸ θαύματα ποὺ πιστοποιοῦσαν τοῦ λόγου τὸ ἀληθές.

Ὁ μοναχικὸς βίος βρῆκε στὸ πρόσωπο τοῦ Ἁγίου Ἰσιδώρου τὸν θερμὸ ὑποστηρικτὴ καὶ βοηθό του. Ἵδρυσε καὶ ὀργάνωσε πολλὰ μοναστήρια καὶ ἔχτισε θεολογικὴ σχολὴ γιὰ τὴν μόρφωση τῶν κληρικῶν, στὴν ὁποία σχολὴ καὶ ὁ ἴδιος συχνὰ δίδασκε. Ἡ ἐκπαίδευση καὶ ὄχι μόνο ἡ ἐκκλησιαστική, ἀποτέλεσε μέλημα καὶ φροντίδα τοῦ καλοῦ ποιμένα. Καμία πτυχὴ τῆς γνώσεως δὲν τοῦ ἦταν ἀδιάφορη ἢ ξένη, γι’ αὐτὸ καὶ δίδαξε καὶ ἔγραψε ἐντυπωσιακὰ κείμενα ὅλων τῶν τότε γνωστῶν ἐπιστημῶν, ὅπως τὸ ἔργο «Ἐτυμολογίες ἢ περὶ τῆς ἀρχῆς τῶν πραγμάτων».

Ὁ Ἅγιος Ἰσίδωρος, ὅταν ἦταν πλέον πλήρης ἡμερῶν καὶ ἔργων εὐσεβείας, ἀσθένησε. Αἰσθάνθηκε ὅτι ἡ πορεία του ἐδῶ στὴ γῆ ἔφθασε στὸ τέλος της. Μοίρασε ὅλα τὰ ὑπάρχοντά του στοὺς φτωχοὺς καὶ προετοίμασε τὴν ἔξοδό του μὲ προσευχὴ καὶ μετάνοια. Προφήτεψε ἀκόμη τὴν θλιβερὴ ἱστορικὴ πορεία τῆς Ἰσπανικῆς Ἐκκλησίας καὶ τὰ δεινὰ ποὺ τὴν περίμεναν. Τέσσερις ἡμέρες πρὶν ἀπὸ τὴν κοίμησή του ζήτησε νὰ τὸν μεταφέρουν στὸ κέντρο τοῦ καθεδρικοῦ ναοῦ καὶ νὰ τὸν τοποθετήσουν, ἐνδεδυμένο μὲ ἕνα ἁπλὸ στιχάριο, ἐπάνω σὲ στάχτη. Τότε προσευχήθηκε στὸν Θεὸ καὶ Τὸν παρακάλεσε νὰ τὸν συγχωρέσει.
Ὁ Ἅγιος Ἰσίδωρος κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 636 μ.Χ. Τὸ ἱερὸ λείψανό του ἐναποτέθηκε μεταξὺ τῶν λειψάνων τοῦ Ἁγίου Λεάνδρου καὶ τῆς ἀδελφῆς του Φλωρεντίνης στὸν μητροπολιτικὸ ναὸ τῆς Σεβίλλης. Ἀργότερα μετὰ τὸ σχίσμα τῆς Δυτικῆς Ἐκκλησίας ἀπὸ τὸν κορμὸ τῆς Μίας, Ἁγίας καὶ Ἀποστολικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, τὸ τίμιο σκήνωμά του Ἁγίου Ἰσιδώρου μεταφέρθηκε στὴν πόλη Λεόν.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr   

Ὁ Ὅσιος Ζωσιμᾶς

Ὁ Ὅσιος Ζωσιμᾶς ἔζησε κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἰουστινιανοῦ (527 – 565 μ.Χ.). Σύμφωνα μὲ τὸν βιογράφο του, Ἅγιο Σωφρόνιο, Ἀρχιεπίσκοπο Ἱεροσολύμων, ἀφιερώθηκε στὸν Θεὸ ἀπὸ παιδὶ καὶ ἀσκήθηκε σὲ ὅλα τὰ εἴδη τῶν ἀρετῶν. Περιῆλθε περὶ τοὺς χίλιους διακρινόμενους γιὰ τὴν ἀρετὴ τοὺς ἀσκητές, γιὰ νὰ διδαχθεῖ ἀπὸ τὴν σοφία καὶ τὴν ἀρετή τους καὶ ἐγκαταβίωσε σὲ μοναστήρι τῆς Παλαιστίνης. Πόθος του ἦταν νὰ ὑποτάξει τὴ σάρκα στὸ πνεῦμα. Ἔκανε ὑπακοὴ στοὺς γέροντες τῆς μονῆς καὶ μὲ μεγάλη χαρὰ ἐφάρμοζε ὅσους κανόνες καὶ εἴδη ἀσκήσεως τοῦ ἔδιναν. Ἡ τροφή του ἦταν λιτὴ καὶ τὴν ἐξοικονομοῦσε κάνοντας ἐργόχειρο. Ἡ μεγαλύτερη ἀσχολία του ἦταν ἡ ψαλμῳδία καὶ ἡ μελέτη τῶν Θείων Γραφῶν. Πολλὲς φορὲς ὁ Ὅσιος εἶχε ἀξιωθεῖ νὰ δεῖ ὁράματα, σύμφωνα καὶ μὲ τὸν λόγο τοῦ Κυρίου «Μακάριοι οἱ καθαροὶ τῇ καρδίᾳ, ὅτι αὐτοὶ τὸν Θεὸν ὄψονται». Μὲ τοὺς πνευματικούς του ἀγῶνες ἔφθασε σὲ ὕψη ἀρετῆς, σοφίας, ἐγκράτειας καὶ ἁγιότητας. Ἔτσι σιγὰ – σιγά, ἡ φήμη τῆς ἁγιότητάς του ἔφθασε παντοῦ καὶ πολλοὶ μοναχοὶ ἀπὸ γειτονικὰ καὶ μακρινὰ μοναστήρια τὸν ἐπισκέπτονταν, γιὰ νά τὸν συμβουλευθοῦν καὶ νὰ ὠφεληθοῦν πνευματικὰ ἀπὸ τὶς διδαχές του.

Σὲ αὐτὸ τὸ μοναστήρι ὁ Ὅσιος Ζωσιμᾶς διῆλθε μὲ ὅλες του τὶς δυνάμεις τὸν ἀσκητικὸ βίο μέχρι τὸ πεντηκοστὸ τρίτο χρόνο τῆς ἡλικίας του. Ἀγαποῦσε ὅμως τὴν ἐρημικὴ καὶ ἡσυχαστικὴ ζωή. Θέλοντας νὰ ἀγωνιστεῖ περισσότερο πνευματικά, ἀποφάσισε νὰ ἐγκατασταθεῖ στὴ μονὴ τοῦ Τιμίου Προδρόμου στὸν Ἰορδάνη ποταμό. Ἐκεῖ ἀφιερώθηκε στὴ αὐστηρὴ ἄσκηση καὶ νηστεία. Ἡ πύλη τοῦ μοναστηριοῦ ἔμενε πάντα κλειστή, γιὰ νὰ μποροῦν οἱ μοναχοὶ νὰ προσεύχονται καὶ νὰ ἀσκοῦνται ἀπερίσπαστοι. Ἄνοιγε μόνο ὅταν κάποιος μοναχὸς εἶχε μεγάλη ἀνάγκη νὰ ἐξέλθει τῆς μονῆς, ἀλλὰ αὐτὸ ἦταν σπάνιο, γιατί τὸ μοναστήρι ἦταν στὴν ἔρημο καὶ ἡ περιοχὴ ἄγνωστη καὶ δύσκολη στὸ πέρασμά της.

Κατὰ τὴν περίοδο τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς ὁ Ὅσιος Ζωσιμᾶς ἀναχωροῦσε γιὰ τὴν ἔρημο, ὅπου κατ’ εὐδοκίαν τοῦ Θεοῦ συνάντησε τὴν Ὁσία Μαρία τὴν Αἰγυπτία ( 1 Ἀπριλίου), στὴν ὁποία μετάδωσε τὰ Ἄχραντα Μυστήρια καὶ κήδευσε.
Ὁ Ὅσιος Ζωσιμᾶς κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη σὲ βαθὺ γῆρας.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr   

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Θάμβους πέπλησαι, ὅτε κατεῖδες, τὴν θεόφρονα, σεμνὴν Μαρίαν, ἐν ἐρήμῳ Ζωσιμᾶ ὥσπερ ἄγγελον· διακονήσας δὲ ταύτῃ θερμότατα, τῆς ἄνω δόξης ὁμοῦ ἠξιώθητε· μεθ’ ἧς πρέσβευε, Κυρίῳ τῷ Παντοκράτορι, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

 

Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Τῆς ἐγκρατείας καθαρθεὶς ταῖς ἰδέαις, ἱερωσύνης τῷ φωτὶ κατηυγάσθης, καὶ τῷ Θεῷ ὁσίως ἐλειτούργησας· ὅθεν σε ὁ ἄναρχος, ἀμειβόμενος Λόγος, Μαρίαν σε ἠξίωσεν, ἐφευρεῖν τὴν Ὁσίαν· μαθ’ ἧς δυσώπει Πάτερ Ζωσιμᾶ, πᾶσι δοθῆναι, πταισμάτων συγχώρησιν.

 

Μεγαλυνάριον.
Χαίροις ἐναρέτων ἔργων φωστήρ, καὶ κατορθωμάτων, οὐρανίων μυσταγωγέ· χαίροις ὁ κηδεύσας, Μαρίαν τὴν Ὁσίαν, Πατέρων χαῖρε κλέον, Ζωσιμᾶ Ὅσιε.

Οἱ Ὅσιοι Θεωνᾶς, Συμεὼν καὶ Φερβίνος 

Οἱ Ὅσιοι Θεωνᾶς, Συμεὼν καὶ Φερβίνος ἢ Φορβίνος κοιμήθηκαν μὲ εἰρήνη. Δὲν ἔχουμε περισσότερες λεπτομέρειες γιὰ τὸν βίο τῶν Ὁσίων.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr   

Ὁ Ἅγιος Θεωνᾶς Ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης

Ὁ Ἅγιος Θεωνᾶς Α’, μετέπειτα Ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης, μαθητὴς τοῦ Ἁγίου Ἰακώβου τοῦ Νεομάρτυρα, «τίνα μὲν εἶχε πατρίδα ἐπὶ τῇ γῇ, ἢ τίνας γονεῖς, ἢ μὲ ποῖον τρόπον ἐγένετο ἀρχιερεὺς τῆς Θεσσαλονίκης, ἀπὸ ἱστορίαν ἔγγραφον ἢ παραδοσίν τινα, δὲν ἐμάθομεν» μαρτυρεῖ ὁ Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης, συγγραφέας τοῦ βίου τοῦ Ἁγίου. Μία παράδοση θέλει τὸν Ἅγιο Θεωνᾶ Μυτιληναῖο καὶ γι’ αὐτὸ πολλοὶ νεότεροι ἐρευνητὲς τὸν ἀποκαλοῦν Λέσβιο, εἴτε γιατί καταγόταν ἀπὸ τὴν Λέσβο, εἴτε γιατί παρέμεινε ἐκεῖ ὡς πνευματικός, στὸ Πλωμάρι.

Ὁ Ἅγιος Θωνᾶς ἴσως νὰ γεννήθηκε κατὰ τὸ δεύτερο ἥμισυ τοῦ 15ου αἰῶνος μ.Χ. Ἀγνοοῦνται ὅλα τὰ σχετικὰ μὲ τὴν ζωή του πρὶν ἀπὸ τὴν μετάβασή του στὸ Ἅγιον Ὄρος. Κατ’ ἀρχὴν ἀσκήτεψε στὴ Μονὴ Παντοκράτορος, ὡς Πρεσβύτερος. Ἀργότερα ὅμως ἐγκατέλειψε, γιὰ νὰ συγκαταριθμηθεῖ στὴ συνοδεία τοῦ Ἁγίου Ἰακώβου τοῦ Νεομάρτυρα ( 1 Νοεμβρίου), ὁ ὁποῖος μόναζε σὲ μία τοποθεσία πάνω ἀπὸ τὴ Μονὴ Ἰβήρων, στὸ μονύδριο τοῦ Τιμίου Προδρόμου. Κατὰ τὸ ἔτος 1518 ὁ Ἅγιος Ἰάκωβος μὲ τὴν συνοδεία ἕξι μαθητῶν του, μεταξὺ αὐτῶν καὶ τοῦ Θεωνᾶ, ἐγκατέλειψε τὴν Σκήτη τοῦ Προδρόμου καὶ κατέφυγε στὰ ἐνδότερα τοῦ Ἄθωνος, ἀλλὰ μετὰ ἀπὸ μία ὀπτασία ὁ Γέροντας ἀποφάσισε νὰ ἐξέλθουν ἀπὸ τὸ Ἅγιον Ὄρος. Ἔτσι τὴν Παρασκευὴ τῆς Διακαινησίμου τοῦ ἔτους 1518, ὁ Ἅγιος Ἰάκωβος καὶ ἡ συνοδεία του ἐγκατέλειψαν τὸ Ἅγιον Ὄρος. Ἀφοῦ διῆλθαν ἀπὸ τὴν περιοχὴ τῆς Θεσσαλονίκης καὶ ἀκολούθησαν τὴν ὁδὸ πρὸς τὴν Θεσσαλία, πέρασαν ἀπὸ τὸ κάστρο τῆς Πέτρας (Πλαταμῶνος) καὶ τὰ Μετέωρα καὶ ἐγκαταστάθηκαν στὴ μονὴ τοῦ Τιμίου Προδρόμου, στὴ Δερβεκίστα (Ἀνάληψη) τῆς Αἰτωλίας, ὅπου καὶ διέμειναν ἐπὶ ἕνα ἔτος.

Ὁ Ἅγιος Θεωνᾶς ἦταν ὁ πιστότερος καὶ καλύτερος μαθητὴς τοῦ Ἰακώβου. Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ ἐστάλη πρὸς τὸν Ἐπίσκοπο Ἄρτας, Ἀκάκιο, προκειμένου νὰ ἐξασφαλίσει ἐνταλτήριο γράμμα γιὰ τὴν ἀπρόσκοπτη πνευματικὴ ἐργασία στοὺς Χριστιανοὺς τῆς περιοχῆς. Ἐπειδὴ ὅμως ὁ Ἅγιος Ἰάκωβος σύντομα κατέστη λαοφιλὴς καὶ σημειοφόρος, ὁ Ἐπίσκοπος Ἄρτας Ἀκάκιος τὸν φθόνησε. Ἔτσι ἀποδέχθηκε τὶς συκοφαντίες κάποιων ψευδομοναχῶν καὶ διέβαλε τὸν Ἅγιο Ἰάκωβο στοὺς Τούρκους ὡς ἐπαναστάτη. Ὁ μπέης τῶν Τρικάλων ἀπέστειλε στρατιῶτες, οἱ ὁποῖοι συνέλαβαν τὸν Ἰάκωβο καὶ δύο μαθητές του, τὸν διάκονο Ἰάκωβο καὶ τὸν μοναχὸ Διονύσιο καὶ τοὺς μετέφεραν στὰ Τρίκαλα, ὅπου παρέμειναν στὴ φυλακὴ γιὰ σαράντα ἡμέρες. Ἐκεῖ ἐπισκέφθηκαν τὸν Ἰάκωβο καὶ δύο ἄλλοι μαθητές του, ὁ Θεωνᾶς καὶ ὁ Μαρκιανὸς καὶ τὸν ρώτησαν γιὰ τὴν τύχη τῆς μονῆς καὶ τῶν ἀδελφῶν μετὰ τὸν θάνατό του. Τότε ὁ Ἰάκωβος προφήτευσε ὅτι αὐτοὶ θὰ ἐγκαταλείψουν τὴ μονὴ καὶ θὰ συγκεντρωθοῦν σὲ κάποιο μοναστήρι κοντὰ στὴν Θεσσαλονίκη. Ἀπέστειλε μάλιστα καὶ ἐπιστολὴ στοὺς μαθητές του, μὲ τὴν ὁποία ὅριζε τὸν Ἅγιο Θεωνὰ ὡς διάδοχο καὶ ἡγούμενο τῆς μονῆς Προδρόμου.

Τὴν 1η Νοεμβρίου τοῦ ἔτους 1519 ὁ Ἅγιος Ἰάκωβος καὶ οἱ δύο μαθητές του, Ἰάκωβος καὶ Διονύσιος, ἀφοῦ βασανίσθηκαν φρικτὰ στὸ Διδυμότειχο καὶ στὴν Ἀδριανούπολη ἀντίστοιχα, ἀπαγχονίστηκαν. Τὰ ἱερὰ σκηνώματα τῶν τριῶν Νεομαρτύρων ἀγοράσθηκαν ἀπὸ τοὺς Χριστιανοὺς καὶ ἐνταφιάσθηκαν στὸ χωριὸ Ἀρβανιτοχώρι, πέντε χιλιόμετρα ἔξω ἀπὸ τὴν Ἀδριανούπολη.

Σύμφωνα μὲ τὴν προφητεία τοῦ Ἁγίου Ἰακώβου, μετὰ τὸν θάνατό του, ὁ Ἅγιος Θεωνᾶς καὶ ἡ συνοδεία τῆς Δερβεκίστας ἐγκατέλειψαν τὸ ἑπόμενο ἔτος τὴ μονὴ καὶ μετέβησαν στὸ Ἅγιον Ὄρος, στὴ μονὴ τῆς Σιμωνόπετρας. Ἀπὸ κάποιο Ἀρτινὸ ἱερέα πληροφορήθηκαν γιὰ τοὺς τάφους τῶν Ἁγίων καὶ φρόντισαν γιὰ τὴν ἀνακομιδὴ τῶν ἱερῶν λειψάνων τους. Μετὰ ἀπὸ λίγο, τὸ ἔτος 1522, «οἱ μαθηταὶ τοῦ Ἁγίου καὶ διὰ τὴν ἔνδειαν τῶν ἀναγκαίων, καὶ μᾶλλον διὰ τὴν προφητείαν τοῦ Ἁγίου ἀνεχώρησαν ἀπὸ τὴν Σιμωνόπετραν», μαζὶ μὲ τὰ ἅγια λείψανα τῶν τριῶν Νεομαρτύρων καὶ ἦλθαν στὰ περίχωρα τῆς Θεσσαλονίκης. Ἐγκαταστάθηκαν στὸ μοναστήρι τῆς Ἁγίας Ἀναστασίας τῆς Φαρμακολυτρίας, «τὸ ὁποῖον ἦτο τότε, μονύδριον μικρότατον, παλαιότατον καὶ σεσαθρωμένον, ἀνοικοδόμησαν ἐκ βάθρων καὶ ἱκανὰ κελλία ἔκτισαν διὰ τοὺς ἀδελφούς, χάριτι Θεοῦ συνήχθησαν ἕως ἑκατὸν πεντήκοντα ἀδελφοί, οἵτινες διῆγον κοινοβιακὴν ζωήν».

Ὡς ἡγούμενος τῆς μονῆς τῆς Ἁγίας Ἀναστασίας μαρτυρεῖται ὁ Ἅγιος Θεωνᾶς σὲ διάφορες πηγές, μέχρι τὸ 1535. Ἡ ἀνάρρηση τοῦ Ἁγίου στὸ μητροπολιτικὸ θρόνο τῆς Θεσσαλονίκης θὰ πρέπει νὰ συνέβη μετὰ τὸ ἔτος αὐτό, διότι μέχρι τὸ 1535 Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης ἦταν ὁ Ἰωάσαφ καὶ σὲ ἔγγραφο τοῦ ἔτους 1538 ἀναφέρεται ὁ Ἅγιος Θεωνᾶς ὡς Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης.

Ἡ παρουσία τοῦ Ἁγίου στὸ θρόνο τῆς Θεσσαλονίκης δὲν ἦταν πολύχρονη, διότι μαρτυρεῖται ὡς Μητροπολίτης τὸ Μάιο τοῦ 1541, ἐνῷ τὸν Ἀπρίλιο τοῦ 1542 ἀναφέρεται ὡς κεκοιμημένος πλέον. Συνεπῶς θὰ πρέπει νά κοιμήθηκε περὶ τὰ μέσα τοῦ ἔτους 1541.
Τὸ ἱερὸ λείψανο τοῦ Ἁγίου Θεωνᾶ, ἀμέσως μετὰ τὴν κοίμησή του, μεταφέρθηκε μὲ τρόπο θαυμαστὸ καὶ ἐνταφιάσθηκε στὴ μονὴ τῆς Ἁγίας Ἀναστασίας. Τὸ ἔτος 1821 μεταφέρθηκε στὴ Σκόπελο καὶ ἀπὸ ἐκεῖ στὴ μονὴ Ἐσφιγμένου τοῦ Ἁγίου Ὄρους καὶ ἐκ νέου στὴ μονὴ τῆς Ἁγίας Ἀναστασίας, ὅπου φυλάσσεται μὲ εὐλάβεια μέχρι σήμερα. Ἡ μνήμη του στὴ μονὴ τῆς Ἁγίας Ἀναστασίας ἑορτάζεται τὴν Δ’ Κυριακὴ τῶν Νηστειῶν.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr   

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Ὁσιότητι βίου Πάτερ κοσμούμενος, Θεσσαλονίκης ἐδείχθης ἀρχιεράρχης σοφός, καὶ ποίμην ἀληθινὸς Ἁγίῳ Πνεύματι, θεοφόρε Θεωνᾶ, Ἐκκλησίας καλλονή, δοχεῖον τοῦ Παρακλήτου. Καὶ νῦν ἀπαύστως δυσώπει, ἐλεηθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

 

Κοντάκιον. Ἦχος β’. Τοῖς τῶν αἱμάτων σου.
Θεσσαλονίκης ποιμὴν ἐνθεώτατε, καὶ πρεσβευτὰ πρὸς Θεὸν ἡμῶν μέγιστε, σοφὲ Θεωνᾶ ἀεὶ πρέσβευε, πάσης ἀνάγκης λυτροῦσθαι καὶ θλίψεως, τοὺς πόθῳ τιμῶντάς σε Ἅγιε.

 

Μεγαλυνάριον.
Ἔλαμψας ἐν Ἄθῳ ἀσκητικῶς, καὶ τὸν ὑπὲρ λόγον, ἠξιώθης θεωριῶν· ἔνθεν ψήφῳ θείᾳ, ποιμὴν Θεσσαλονίκης, ἐδείχθης θεοφόρος, Θεωνᾶ Ἅγιε.

Ὁ Ὅσιος Ἰωσὴφ ὁ Πολύαθλος 

 Ὁ Ὅσιος Ἰωσὴφ ὁ Πολύαθλος ἔζησε κατὰ τὸν 14ο αἰώνα μ.Χ. Ὅταν κάποτε ἀσθένησε βαριὰ στράφηκε πρὸς τὸν Θεὸ μὲ προσευχὴ καὶ ἐμπιστοσύνη καὶ ὑποσχέθηκε ὅτι ἐὰν ὁ Κύριος τοῦ χάριζε τὴν ὑγεία του, αὐτὸς θὰ διακονοῦσε τοὺς ἀδελφοὺς τῆς μονῆς τῶν Σπηλαίων τοῦ Κιέβου μέχρι τὸ τέλος τῆς ζωῆς του. Ἀφοῦ γιατρεύτηκε, πῆγε στὸ μοναστήρι τῶν Σπηλαίων τοῦ Κιέβου καὶ ἐκάρη μοναχός. Ἐκεῖ ἄρχισε νὰ ἀσκεῖται διὰ τῆς νηστείας καὶ τῆς προσευχῆς καὶ νὰ διακονεῖ τοὺς ἀδελφούς του μὲ ἀνυπόκριτη ἀγάπη.
Ὁ Ὅσιος Ἰωσὴφ κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη καὶ ἐνταφιάσθηκε στὶς μακρινὲς Σπηλιὲς τῆς Λαύρας.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr   

Ὁ Ὅσιος Πλάτων 

Ὁ Ὅσιος Πλάτων γεννήθηκε στὴν Κωνσταντινούπολη τὸ ἔτος 732 μ.Χ. ἀπὸ γονεῖς εὐγενεῖς, τὸν Σέργιο καὶ τὴν Εὐφημία, οἱ ὁποῖοι πέθαναν τὸ 746 μ.Χ. Σπούδασε καὶ ἔγινε νοτάριος στὸ βασιλικὸ ταμεῖο, ἀλλὰ γρήγορα ἐγκατέλειψε τὰ ἐγκόσμια καὶ κατέφυγε μὲ προτροπὴ τοῦ Ἀρχιμανδρίτη Θεοκτίστου στὴν μονὴ τῶν Συμβόλων τοῦ Ὀλύμπου, ὅπου ἔγινε μοναχός. Ἀργότερα ἦλθε στὴ Νίκαια, ἐκεῖ ὅπου συνῆλθε ἡ Ζ’ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος καὶ στὴν συνέχεια μετέβη στὴν Κωνσταντινούπολη. Ἐκεῖ τοῦ πρότειναν νὰ γίνει Μητροπολίτης Νικομηδείας, πρόταση ποὺ ἀπὸ ταπείνωση ἀπέκρουσε, καθὼς ἐπιθυμοῦσε τὴν ἡσυχία τοῦ ἀσκητικοῦ βίου. Ἀφοῦ παρέλαβε τοὺς ἀνεψιούς του, Θεόδωρο τὸν Στουδίτη, Ἰωσήφ, τὸν μετέπειτα Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης καὶ Εὐθύμιο, ἀποσύρθηκε στὰ μέρη τῆς Προύσσης. Ἐκεῖ ἔχτισε σὲ ἰδιόκτητο κτῆμα, ποὺ ὀνομαζόταν Βοσκύτιον, τὴ λεγόμενη μονὴ τοῦ Σακκουδίωνος, στὴν ὁποία ἔγινε καὶ ἡγούμενος, ἀλλὰ λόγω ἀσθενείας παρεχώρησε τὴν ἡγουμενία στὸν ἀνεψιό του Θεόδωρο, τὸν ὁποῖο ἔβλεπε νὰ στέκεται ψηλὰ στὴν πνευματικὴ ζωή.

Ἐπειδὴ σὲ ὅλα του τὰ ἔργα ὁ Ὅσιος Πλάτων εἶχε συνεργὸ καὶ βοηθό του τὸν Θεόδωρο, τοῦ ἀνέθεσε καὶ τὴν ἀνέγερση τοῦ ναοῦ τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου, ὁ ὁποῖος ἔγινε περίλαμπρος μὲ θαυμάσια ψηφιδωτὰ δάπεδα.

Οἱ βαρβαρικὲς ἐπιδρομὲς ἀνάγκασαν τὸν Ὅσιο νὰ ἐπιστρέψει στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ νὰ ἀναλάβει τὴ μονὴ τοῦ Στουδίου, ποὺ ἦταν ἔρημη. Ἐπειδὴ ἀποκήρυξε τὸν γάμο τοῦ αὐτοκράτορα Κωνσταντίνου ΣΤ’ (780 – 798 μ.Χ.) μὲ τὴ Θεοδότη, ἂν καὶ ἦταν ἀνεψιά του, περιορίστηκε στὴ μονὴ τοῦ Ἁγίου Σεργίου καὶ ἀργότερα, μὲ τὴν διαμεσολάβηση τῆς βασίλισσας Εἰρήνης (797 – 802 μ.Χ.), ἐπανῆλθε στὴ μονὴ τοῦ Σακκουδίωνος.
Ὁ Ὅσιος Πλάτων κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη σὲ βαθὺ γῆρας τὸ ἔτος 812 μ.Χ., ἐπὶ αὐτοκράτορα Μιχαὴλ Α’ τοῦ Ρεγκαβὲ (811 – 813 μ.Χ.) καὶ ἐνταφιάσθηκε μεγαλοπρεπῶς ἀπὸ τὸν Πατριάρχη Νικηφόρο (806 – 815 μ.Χ.) στὴ μονὴ τοῦ Στουδίου, ὅπου ἐτελεῖτο καὶ ἡ Σύναξη αὐτοῦ.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr    

Ὁ Ἅγιος Νικήτας ὁ Ἱερομάρτυρας ἐκ Σερρῶν

Ὁ Ἅγιος Ἱερομάρτυρας Νικήτας γεννήθηκε μεταξὺ τῶν ἐτῶν 1760 – 1770 καὶ καταγόταν ἀπὸ τὴν Ἤπειρο. Ἄλλοι συγγραφεῖς θεωροῦν ὅτι ὁ Ἅγιος καταγόταν ἀπὸ τὴν Τραπεζούντα τοῦ Πόντου καὶ μάλιστα ἀπὸ τὴν περιοχὴ τῶν Λαζῶν. Τὴν ἐκδοχὴ αὐτὴ στηρίζουν κυρίως στὴν Ἀκολουθία τῶν Ἁγιαννανιτῶν, ποὺ ἐγράφη τὸ 1840 – 1850 ἀπὸ τὸν μοναχὸ Ἰάκωβο τῆς Νέας Σκήτης καὶ στὴν ὁποία ἀναφέρεται ὅτι ὁ Ἅγιος καταγόταν ἀπὸ τὴν περιοχὴ τῶν Λαζῶν τοῦ Πόντου, καθὼς καὶ στὴ λειψανοθήκη τοῦ Ἁγίου ἐπὶ τῆς ὁποίας ἀναγράφεται «Τοῦ Ἁγίου Ἱερομάρτυρος Νικήτα τοῦ Λαζοῦ».

Ἀπὸ τὸ κείμενο τοῦ μαρτυρίου του δὲν μᾶς εἶναι γνωστὸ ἂν ἀρνήθηκε στὴν ἀρχὴ τοῦ βίου του τὸν Χριστὸ καὶ ἔγινε Μωαμεθανὸς στὶς Σέρρες. Πάντως, γίνεται λόγος γιὰ τὴν περιτομὴ τὴν ὁποία ὑπέστη ὁ Ἅγιος.

Ὁ Ἅγιος ἔγινε μοναχὸς στὴ Σκήτη τῆς Ἁγίας Ἄννης στὸ Ἅγιον Ὄρος. Ἐκεῖ ἄρχισε τοὺς πνευματικοὺς ἀγῶνες ζώντας μὲ νηστεία, ἀγρυπνία καὶ προσευχή. Ἀργότερα χειροτονήθηκε διάκονος καὶ πρεσβύτερος στὴ μονὴ τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος, τὴν καλούμενη Ρωσική. Καταληφθεὶς ἀπὸ τὸν πόθο τοῦ μαρτυρίου περιερχόταν τὰ περίχωρα τῶν Σερρῶν καὶ τῆς Δράμας καὶ κήρυττε ἐνώπιον τῶν Τούρκων τὸν Χριστὸ ὡς ἀληθινὸ Θεό. Ἡ ἀπόφασή του ἦταν νὰ χύσει τὸ αἷμα του γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ γλυκύτατου Ἰησοῦ.

Ὁ Ἅγιος Νικήτας ἐξομολογήθηκε στὸν προηγούμενο ἱερομόναχο Κωνσταντίνο τοῦ μετοχίου τῆς Παναγίας τῆς Ἡλιόκαλλης καὶ μετέλαβε τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων. Ἀφοῦ πέρασε ἀπὸ τὸ ναὸ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου, πῆγε ὕστερα στὸ τζαμὶ τοῦ Ἀχμὲτ Πασᾶ. Στὸ τζαμὶ αὐτὸ ἔμενε ἕνας ἱεροδιδάσκαλος τῶν Τούρκων μαζὶ μὲ τοὺς ἱεροσπουδαστές του. Ἕνας ἀπὸ τοὺς μαθητὲς αὐτοὺς ἦταν χωλὸς καὶ στὰ δύο πόδια. Ὁ Ἅγιος Νικήτας τοῦ εἶπε ὅτι θὰ θεραπευθεῖ, ἐὰν πιστέψει στὸν Χριστό.
Ὁ νεαρὸς Τοῦρκος ἀνέφερε ἀμέσως στὸν διδάσκαλό του τὸν λόγο ποὺ τοῦ εἶπε ὁ Ἅγιος. Ἔτσι ὁ Ἅγιος συνελήφθη καὶ ὁδηγήθηκε στὸ βοεβόδα τῶν Σερρῶν, ὁ ὁποῖος ἔδωσε ἐντολὴ νὰ τὸν φυλακίσουν. Κατὰ τὸν χρόνο τῆς φυλακίσεώς του ὑπέστη πολλὰ καὶ φρικώδη βασανιστήρια. Τὸ βράδυ τοῦ Μεγάλου Σαββάτου τοῦ ἔτους 1808 ὁ Ἰσοὺχ μπέης διέταξε νὰ ἐκτελεσθεῖ ἡ ἀπόφαση τοῦ θανάτου τοῦ Ἁγίου Νικήτα, τὸν ὁποῖο κρέμασαν. Κοντὰ στὸν τόπο τοῦ μαρτυρίου του ἦταν ὁ ναὸς τοῦ Ἀρχιστρατήγου Μιχαήλ. Τὴν ἴδια νύχτα τοῦ μαρτυρίου ὁ διάκονος τοῦ ναοῦ βγῆκε ἀπὸ τὸ κελλί του καὶ εἶδε ἕνα μεγάλο φῶς νὰ λάμπει σὲ ὅλη τὴν γύρω περιοχή. Τὸ λείψανο τοῦ Μάρτυρος ἔμεινε κρεμασμένο στὴν ἀγχόνη τρεῖς ἡμέρες. Τὴν Τρίτη τῆς Διακαινησίμου, τὸ βράδυ, δόθηκε στοὺς Χριστιανοὺς ἡ ἄδεια νὰ κατεβάσουν τὸ ἱερὸ λείψανο καὶ νὰ τὸ ἐνταφιάσουν στὸ ναὸ τοῦ Ἁγίου Νικολάου τῶν Σερρῶν.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr   

Ὁ Ὅσιος Ἰωσήφ 

Ὁ Ὅσιος Ἰωσὴφ ἔζησε κατὰ τὸν 14ο αἰῶνα μ.Χ. καὶ ἀσκήτεψε στὴ Λαύρα τῶν Σπηλαίων τοῦ Κιέβου, ὅπου διῆλθε τὸν βίο του μὲ νηστεία καὶ προσευχή. Κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη καὶ ἐνταφιάσθηκε στὴ Λαύρα τῶν Σπηλαίων.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr   

Σύναξις Ὑπεραγίας Θεοτόκου τῆς Γεροντίσσης 

Ἡ ἱερὰ εἰκόνα τῆς Παναγίας τῆς «Γεροντίσσης» φυλάσσεται μὲ εὐλάβεια στὴ μονὴ Παντοκράτορος τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Εἶναι ἀντίγραφο τῆς ψηφιδωτῆς εἰκόνος τῆς Παναγίας Γοργοεπηκόου, ποὺ βρισκόταν στὴ μονὴ Παντοκράτορος τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Ἡ ἐπωνυμία «Γερόντισσα» ἀποδόθηκε ὕστερα ἀπὸ ἕνα θαῦμα τῆς Παναγίας. Τὴν ἐποχὴ κατὰ τὴν ὁποία ἐπιτελέσθηκε τὸ θαῦμα, ὁ ἡλικιωμένος ἡγούμενος ποὺ μετροῦσε τὶς τελευταῖες ὧρες τῆς ζωῆς του, ζήτησε νὰ κοινωνήσει τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων. Γι’ αὐτὸ παρακάλεσε τὸν ἱερέα ποὺ λειτουργοῦσε ἐκείνη τὴν ἡμέρα νὰ συντομεύσει τὴν Θεία Λειτουργία, ὥστε νὰ προλάβει νὰ κοινωνήσει. Ὁ ἐφημέριος ὅμως τῆς μονῆς δὲν ὑπάκουσε. Τότε ἀκούσθηκε ἡ φωνὴ τῆς Παναγίας, ποὺ τὸν πρόσταξε νὰ τελειώσει γρήγορα τὴν Θεία Λειτουργία γιὰ νὰ προλάβει νὰ κοινωνήσει ὁ γέροντας ἡγούμενος. Ἔτσι κι ἔγινε. Μόλις ὁ γέροντας κοινώνησε, κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη καὶ ἀπὸ τότε ἡ εἰκόνα ἔλαβε τὴν προσωνυμία «Γερόντισσα».

Πηγή: http://www.synaxarion.gr   

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Ὡς Μήτηρ φιλεύσπλαγχνος, Χριστοῦ τοῦ πάντων Θεοῦ, Γερόντισσα πέφηνας, ἐν συμπαθείᾳ πολλῇ, ἡμῶν Ἀειπάρθενε. Ὅθεν ὑπὸ τὴν σκέπην τῆς θερμῆς σου πρεσβείας, σπεύδοντες καθ’ ἑκάστην, εὐλαβῶς σοι βοῶμεν· Χαῖρε Κεχαριτωμένη, ὁ Κύριος μετὰ σοῦ.

 

Κοντάκιον. Ἦχος β’. Τοῖς τῶν αἱμάτων σου.
Ὡς Γεροντίσσῃ ἡμῶν σοι προσπίπτομεν, καὶ ἰσχυρᾷ προστασίᾳ Πανάμωμε. Ἀλλ’ ὦ τοῦ Θεοῦ Μῆτερ Ἄχραντε, μὴ διαλίπῃς ἀεὶ προστατεύουσα, ἡμῶν ἐν κινδύνοις καὶ θλίψεσι.

Μεγαλυνάριον.
Χάριν ἀναβλύζει ἡ σὴ Εικών, καὶ παραμυθίας, Θεοτόκε τὸν γλυκασμόν, τοῖς ἐν τῇ πικρίᾳ, παθῶν συνεχομένοις, Γερόντισσα καὶ πόθῳ σὲ μεγαλύνουσι. 

Ὁ Ὅσιος Νικήτας καταγόταν ἀπὸ τὴν Καισάρεια τῆς Βιθυνίας καὶ ἔζησε τὸν 8ο αἰῶνα μ.Χ. Σὲ βρεφικὴ ἡλικία ἔμεινε ὀρφανὸς ἀπὸ μητέρα καὶ τὴν ἀνατροφή του τὴν ἀνέλαβαν ἡ ἐνάρετη γιαγιά του καὶ ὁ εὐσεβὴς Φιλάρετος, ὁ πατέρας του, ὁ ὁποῖος ἀνέθεσε ἀπὸ πολὺ νωρὶς τὴν ἐκπαίδευσή του σὲ κάποιο κληρικὸ φημισμένο γιὰ τὶς παιδαγωγικὲς καὶ πνευματικές του ἀρετές. Ἔτσι ὁ νεαρὸς Νικήτας ἀπόκτησε ἀξιόλογη κοσμικὴ καὶ πνευματικὴ παιδεία.

Ἀφοῦ ἐγκατέλειψε πατέρα, μητέρα, ἀδελφούς, ἀδελφές, συγγενεῖς, σπίτι, πατρίδα, πλούτη καὶ σήκωσε τὸν σταυρό του μὲ προθυμία, ἀκολούθησε τὸν Χριστὸ καὶ ἔγινε ἄξιος μαθητὴς αὐτοῦ.

Σὲ νεαρὴ ἡλικία κατέφυγε στὴν περίφημη μονὴ τοῦ Μηδικίου τῆς Τριγλίας, ὅπου γρήγορα, γιὰ τὶς πολλές του ἀρετές, κατάκτησε τὴν ἀγάπη καὶ τὴν ἐκτίμηση ὅλων τῶν ἀδελφῶν τῆς μονῆς, οἱ ὁποῖοι μετὰ τὸν θάνατο τοῦ ἡγουμένου Νικηφόρου, τὸν ἐξέλεξαν ἡγούμενο τῆς μονῆς, ἐπὶ Πατριάρχου Ταρασίου (784 – 806 μ.Χ.).
Λόγω τῆς σταθερῆς πίστεώς του στὴν διδασκαλία καὶ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας γιὰ τὶς ἱερὲς εἰκόνες ὁ Ὅσιος ἐξορίσθηκε, ἐπὶ αὐτοκράτορα Λέοντος τοῦ Ε’ (813 – 820 μ.Χ.), στὴν κωμόπολη Μασαλεὼν τῆς Μικρᾶς Ἀσίας. Ἀπὸ ἐκεῖ ἀνακλήθηκε γιὰ νὰ ἐξορισθεῖ ἐκ νέου, τὸ 815 μ.Χ., στὴ νῆσο τῆς Ἁγίας Γλυκερίας κοντὰ στὸν Ἀκρίτα. Ἐπανέκαμψε στὴν Κωνσταντινούπολη ἐπὶ βασιλέως Μιχαὴλ τοῦ Τραυλοῦ (820 – 829 μ.Χ.) καὶ ἐγκαταστάθηκε σὲ κάποιο μετόχι στὸ βόρειο τμῆμα τῆς πόλεως, τὸ ὁποῖο πιθανῶς ἀνῆκε στὴ μονὴ Πελεκητῆς. Πρὸς τὸν Ὅσιο ἔγραφε συνεχῶς ὁ Ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης. Ὁ Ὅσιος Νικήτας ὁ Ὁμολογητὴς κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη στὸν τόπο ποὺ εἶχε ἐγκατασταθεῖ.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr   

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Ὡς νίκης ἐπώνυμος, τῶν θεοσδότων θεσμῶν, φρουρὸς ἀπερίτρεπτος καὶ στῦλος, ὤφθης στερρός, Νικήτα μακάριε· σὺ γὰρ τῆς ἀπαθείας, κοσμηθεὶς ταῖς ἀκτῖσιν, αἴγλῃ ὁμολογίας, τὸν σὸν βίον φαιδρύνεις. Καὶ νῦν τῶν σοὶ προσιόντων, δέχου τὴν αἴνεσιν.

 

Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ’. Τῇ ὑπερμάχῳ.

Ὡς ἡσυχίας ὑποφήτης πρακτικώτατος,

Τῆς ποιμανσίας ὀφθαλμὸς ὤφθης ἀκοίμητος

Τῆς Μονῆς καθηγησάμενος Μηδικίου·

Ἀλλ’ ὡς φύλαξ τῶν ἐνθέων παραδόσεων

Διαρρύθμισον Νικήτα θείῳ Πνεύματι
Τοὺς βοῶντάς σοι, χαίροις Πάτερ τρισόλβιε.

 

Μεγαλυνάριον.
Νῖκος ἄρας Πάτερ κατὰ παθῶν, νικητὴς ἐδείχθης, ἐναντίων τῶν δυσμενῶν· καὶ ὡς νικηφόρος, ἐν πᾶσιν ὦ Νικήτα, νικητικὸν ἐδέξω, θεόθεν στέφανον.

Ὁ Ὅσιος Ἰωσὴφ ὁ Ὑμνογράφος 

Ὁ Ὅσιος Ἰωσὴφ γεννήθηκε στὴ Σικελία, τὸ ἔτος 816 μ.Χ., ἀπὸ ἐνάρετους καὶ εὐσεβεῖς γονεῖς, τὸν Πλουτίνο καὶ τὴν Ἀγάθη. Τὰ περὶ τῆς ζωῆς καὶ τῆς δράσεώς του τὰ γνωρίζουμε ἀπὸ τὸν βίο ποὺ συνέταξε ὁ μαθητὴς καὶ διάδοχός του στὴ μονή του, Θεοφάνης, συμπληρωματικὰ δὲ ἀπὸ τὰ ἐγκώμια ποὺ τοῦ ἀφιέρωσαν ὁ Ἰωάννης Διάκονος καὶ ὁ Θεόδωρος Πεδιάσιμος.

Ὁ Ὅσιος ἀναγκάσθηκε νὰ φύγει ἀπὸ τὴν γενέτειρά του οἰκογενειακῶς, λόγω τῆς ἐντάσεως τῶν Ἀραβικῶν ἐπιδρομῶν ποὺ ἔπειτα ἀπὸ λίγο καιρὸ ἐπρόκειτο νὰ καταλήξουν στὴν κατάληψη τῆς νήσου καὶ νὰ μεταναστεύσει στὴν Πελοπόννησο. Σὲ ἡλικία δεκαπέντε ἐτῶν ἀποχωρίσθηκε τοὺς γονεῖς του καὶ μετέβη στὴν Θεσσαλονίκη καὶ συγκεκριμένα στὴν περίφημη μονὴ Λατόμου, ὅπου ἐπιδόθηκε στὴ μοναχικὴ ἄσκηση ὑπὸ τὴν καθοδήγηση τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Δεκαπολίτου ( 20 Νοεμβρίου), ἀσκώντας τὸ ἔργο τοῦ ὀξυγράφου.

Μετὰ ἀπὸ ἐννέα χρόνια παραμονῆς στὴν Θεσσαλονίκη, τὸ ἔτος 840 μ.Χ., μετέβη στὴν Κωνσταντινούπολη μαζὶ μὲ τὸν Ἅγιο Γρηγόριο καὶ ἐγκαταστάθηκε στὴ μονὴ τοῦ Ἁγίου Ἱερομάρτυρα Ἀντίπα. Δὲν παρέμεινε ὅμως γιὰ πολὺ ἐκεῖ ἀπερίσπαστος, διότι τὸ ἑπόμενο ἔτος ἀπεστάλη ἀπὸ τοὺς Ὀρθοδόξους τῆς Βασιλεύουσας στὴ Ρώμη γιὰ διαβουλεύσεις ἐπὶ τοῦ θέματος τοῦ διωγμοῦ ἀπὸ τοὺς εἰκονομάχους. Δὲν κατόρθωσε νὰ φέρει εἰς πέρας τὴν ἀποστολή, διότι τὸ πλοῖο του ἔπεσε στὰ χέρια Ἀράβων πειρατῶν καὶ αὐτὸς ὁδηγήθηκε αἰχμάλωτος στὴν ἀραβοκρατούμενη τότε Κρήτη, ἀπὸ ὅπου ἐλευθερώθηκε μὲ τὶς φροντίδες  φιλάνθρωπων πιστῶν καὶ μὲ θαῦμα τοῦ Ἁγίου Νικολάου.

Κατὰ τὸ βραχὺ χρόνο αὐτῆς τῆς περιπέτειάς του συνέβησαν δύο σημαντικὰ γεγονότα. Τὸ ἕνα, ποὺ σχετιζόταν ἰδιαίτερα μὲ αὐτόν, ἦταν ὁ θάνατος τοῦ πνευματικοῦ του ὁδηγοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Δεκαπολίτου καὶ τὸ ἄλλο, ποὺ ἀφοροῦσε τὴν Ἐκκλησία ὁλόκληρη, ἦταν ἡ ἀναστήλωση τῶν ἱερῶν εἰκόνων.

Ὅταν διὰ τῆς Θεσσαλονίκης ἐπανῆλθε πάλι στὴν Κωνσταντινούπολη, τὸ ἔτος 843 μ.Χ., ἔζησε ἐπὶ δύο χρόνια ὡς ἔγκλειστος  στὴ μονὴ τοῦ Ἁγίου Ἀντίπα. Ἔπειτα ἔζησε στὰ κτήρια τοῦ ναοῦ τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου ἐπὶ πενταετία, ἕως ὅτου ἵδρυσε δική του μονή, τὸ ἔτος 850 μ.Χ., ἀφιερωμένη στὸν Ἀπόστολο Βαρθολομαῖο. Ἐκεῖ ἀπέθεσε καὶ τὰ ἱερὰ λείψανα τοῦ Ἀποστόλου ποὺ εἶχε φέρει ἀπὸ τὴν Θεσσαλονίκη, καθὼς ἐπίσης καὶ τὰ σκηνώματα τοῦ πνευματικοῦ του ὁδηγοῦ Ἁγίου Γρηγορίου καὶ τοῦ συνασκητοῦ του Ἰωάννου. Ὁ Ὅσιος Ἰωσὴφ παρακαλοῦσε μὲ δάκρυα καὶ στεναγμοὺς τὸν Ἀπόστολο Βαρθολομαῖο νὰ τὸν βοηθήσει στὴν σύνθεση ὕμνων. Καί, πράγματι, πέτυχε ἐκεῖνο ποὺ ποθοῦσε ἡ ψυχή του. Εἶδε σὲ ὀπτασία ἕναν ἄνδρα μὲ ἐμφάνιση Ἀποστόλου, ποὺ προκαλοῦσε τὸ δέος καὶ ὁ ὁποῖος πῆρε ἀπὸ τὴν Ἁγία Τράπεζα τὸ ἱερὸ Εὐαγγέλιο, τοῦ τὸ ἔβαλε πάνω στὸ στῆθος καὶ τὸν εὐλόγησε. Τοῦτο ὑπῆρξε καὶ ἡ ἀπαρχὴ τοῦ θείου χαρίσματος ποὺ ὁ Ὅσιος ἐπιθυμοῦσε.

Μετὰ τὴν ἔκπτωση τοῦ Πατριάρχου Ἰγνατίου καὶ τὴν ἄνοδο τοῦ ἱεροῦ Φωτίου, τὸ ἔτος 858 μ.Χ., ὁ Ὅσιος Ἰωσὴφ ἐξορίστηκε ἀπὸ τὸν Βάρδα στὴν Κριμαία, προφανῶς ὡς ὀπαδὸς τοῦ πρώτου καὶ ἴσως ὡς λατινόφιλος κατὰ κάποιο τρόπο, ἀφοῦ πρὸ ἐτῶν εἶχε σταλεῖ γιὰ νὰ ζητήσει τὴν βοήθεια τῆς Ρώμης. Δὲν ἔμεινε ὅμως στὴν ἐξορία γιὰ πολὺ καιρό, καθώς, ὅπως ἀποδείχθηκε καὶ ἀπὸ τὴν μετέπειτα στάση του, ὁ ἱερὸς Φώτιος τὸν ἐκτιμοῦσε ἰδιαίτερα.

Ὅταν τὸ ἔτος 867 μ.Χ. ὁ Πατριάρχης Ἰγνάτιος ἀνέβηκε γιὰ δεύτερη φορὰ στὸ θρόνο, ὁ Ὅσιος Ἰωσὴφ ἔγινε σκευοφύλαξ τῆς Ἁγίας Σοφίας καὶ διατήρησε αὐτὴν τὴν θέση κατὰ τὴν διάρκεια τῆς Δευτέρας πατριαρχίας τοῦ Ἁγίου Φωτίου. Κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 886 μ.Χ.

Ὁ κύριος ὄγκος τοῦ ὑμνογραφικοῦ ἔργου τοῦ Ὁσίου συνίσταται σὲ Κανόνες, ποὺ ἀφθονοῦν στὰ ἔντυπα βιβλία καὶ τὰ χειρόγραφα. Ἡ συμβολὴ τοῦ Ὁσίου Ἰωσὴφ στὴν ὑμνογραφικὴ ὁλοκλήρωση τῆς Ὀκτωήχου εἶναι καθοριστική, δεδομένο ὅτι κάλυψε τὸ μεγαλύτερο μέρος τῆς ἑβδομάδας, πλὴν τῆς Κυριακῆς τῆς ὁποίας τοὺς Κανόνες εἶχαν συντάξει ὁ Κοσμᾶς ὁ Μελῳδὸς καὶ ὁ Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός.

Στὰ Μηναῖα ὁ Ὅσιος Ἰωσὴφ εἶναι ὁ πλουσιότερα ἐκπροσωπούμενος ὑμνογράφος, ἀφοῦ διατηροῦνται σὲ αὐτὰ 165 Κανόνες του μὲ ὁμοιόμορφη δομή, ποὺ ἐξυμνοῦν Ἁγίους δευτέρας συνήθως ἑορταστικῆς τάξεως, δεδομένου ὅτι οἱ ἐξέχουσες ἑορτὲς εἶχαν ἤδη καλυφθεῖ ὑμνογραφικά.
Ἰδιαίτερα βέβαια συγκινεῖ ὁ Κανὼν στὸν Ἀκάθιστο Ὕμνο, στὸν ὁποῖο ἀκολουθεῖ Εἱρμοὺς τοῦ Ὁσίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ καὶ ὑμνεῖ τὴν Θεοτόκο μὲ ἀτελείωτη σειρὰ ἐπιθέτων καὶ εἰκόνων, ὡς ἄφλεκτη βάτο, νεφέλη ὁλόφωτη, ρόδο ἀμάραντο, μῆλο εὔοσμο, περιστερὰ καὶ τὰ παρόμοια.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr   

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Τὴν ὡραιότητα.
Τὸ δωδεκάχορδον, τοῦ Λόγου ὄργανον, τὴν παναρμόνιον, λύραν τῆς χάριτος, τὸν Ὑμνογράφον Ἰωσήφ, τιμήσωμεν ἐπαξίως· οὗτος γὰρ ἀνύμνησε, μελιχροῖς μελῳδήμασι, Πνεύματι κινούμενος, τῶν Ἁγίων πᾶν σύστημα. Μεθ’ ὧν καὶ ἱκετεύει ἀπαύστως, δοῦναι ἡμῖν πταισμάτων λύσιν.

 

Κοντάκιον. Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Ἡ θεόπνους γλῶσσά σου, δαβιτικῶς ἀνεδείχθη, ὀξυγράφου κάλαμος, τῇ θεϊκῇ ἐπιπνοίᾳ, ἄθλους μέν, τοὺς τῶν Ἁγίων ὑμνολογοῦσα, χάριν δέ, τὴν ἐξ ἀγώνων καλλιγραφοῦσα, Ἰωσὴφ τοῖς ἐκβοῶσι· χαίροις κιθάρα ὑπερκοσμίων ᾠδών.

 

Μεγαλυνάριον.
Χαίροις Ἐκκλησίας θεῖος αὐλός, ἡδύφωνος σάλπιγξ, καλλικέλαδος ἀηδών· χαίροις τῶν Ἁγίων, ὁ ἔνθους ὑμνήπολος, ὦ Ἰωσὴφ τρισμάκαρ, στόμα θεόληπτον.

Ὁ Ἅγιος Ἐλπιδοφόρος ὁ Μάρτυρας 

Ὁ Ἅγιος Μάρτυς Ἐλπιδοφόρος τελειώθηκε διὰ ξίφους. Δὲν ἔχουμε περισσότερες λεπτομέρειες γιὰ τὸν βίο τοῦ Ἁγίου.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr   

Οἱ Ἅγιοι Βιθύνιος, Γάλυκος καὶ Δίος οἱ Μάρτυρες 

Οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες Βιθύνιος ἢ Βυθόνιος, Γάλυκος καὶ Δίος, σύμφωνα μὲ τὸν Λαυρεωτικὸ Κώδικα, μὲ αὐτοπροαίρετη διάθεση, γνώμη καὶ ὁμοψυχία παρέστησαν στὸν ἄρχοντα τῆς πόλεώς τους, τὸν ἔλεγξαν γιὰ τὴν παράνομη ἀσέβεια καὶ τὶς εἰδωλολατρικὲς θυσίες καὶ ὁμολόγησαν τὴν πίστη τους στὸν Χριστό. Ὁ ἄρχοντας τότε, ἐπειδὴ οἱ Ἐθνικοὶ προετοιμάζονταν ἐκείνη τὴν στιγμὴ νὰ προσφέρουν θυσία στὰ εἴδωλα, τοὺς εἶπε νὰ θυσιάσουν πρῶτα στοὺς θεοὺς καὶ ἔπειτα θὰ ἔκανε ὅτι τοῦ ἔλεγαν. Οἱ Ἅγιοι, προσποιούμενοι, ὅτι θὰ θυσιάσουν στὰ εἴδωλα, εἰσῆλθαν στὸν εἰδωλολατρικὸ ναὸ καὶ συνέτριψαν τὰ εἴδωλα. Ὕστερα ἀπὸ αὐτό, οἱ φτωχοὶ τῆς πόλεως ἄρχισαν νὰ μαζεύουν τὰ συντρίμματα τῶν εἰδώλων, ὅσα ἦταν ἀργυρὰ καὶ χρυσά, διότι ὑπῆρχε τότε λιμὸς μεγάλος.

Μόλις ὁ ἄρχοντας τῆς χώρας καὶ οἱ εἰδωλολάτρες εἶδαν τὰ γενόμενα, θεώρησαν ὅτι οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες καθύβρισαν τὴν πλάνη τους. Γι’ αὐτό, ἀφοῦ τοὺς συνέλαβαν, τοὺς ἔδεσαν μὲ σχοινιὰ καὶ τοὺς ἔσυραν στὴν ἀγορὰ χτυπώντας τους. Ἄλλοι τοὺς κατέκοβαν τὶς σάρκες μὲ τὰ δόντια τους καὶ ἄλλοι τοὺς κτυποῦσαν μὲ πέτρες καὶ ξύλα. Τὸ μαρτύριό τους κράτησε τρεῖς ἡμέρες καὶ νύχτες. Βλέποντας οἱ εἰδωλολάτρες τὴν σθεναρὴ στάση καὶ τὴν πίστη τῶν Ἁγίων τοὺς ἔριξαν στὴ θάλασσα, ἀφοῦ τοὺς κρέμασαν βαριὲς πέτρες. Ὅμως Ἄγγελος Κυρίου τοὺς διέσωσε καὶ τοὺς ὁδήγησε στὴν στεριά. Πολλοὶ ἀπὸ τοὺς Ἐθνικοὺς ποὺ εἶδαν τὸ θαῦμα, προσῆλθαν στὸν Χριστὸ καὶ βαπτίσθηκαν.
Στὴν συνέχεια, μὲ ἐντολὴ τοῦ ἄρχοντα, οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες ἀποκεφαλίσθηκαν καὶ ἔλαβαν τὸ στέφανο τοῦ μαρτυρίου καὶ τῆς δόξας.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr   

 

Ὁ Ὅσιος Ἱλλυριός 

Ὁ Ὅσιος Ἱλλυριὸς ἀσκήτεψε στὸ ὄρος τοῦ Μυρσινῶνος καὶ κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη. 

Πηγή: http://www.synaxarion.gr   

Ὁ Ὅσιος Νεκτάριος τοῦ Μπεζέτσκ 

Ὁ Ὅσιος Νεκτάριος τοῦ Μπεζέτσκ ἔζησε στὴ Ρωσία καὶ ἦταν μοναχὸς στὸ μοναστήρι τῆς Ἁγίας Τριάδος τοῦ Σεργίου. Στὰ μέσα τοῦ 15ου αἰῶνος μ.Χ. ἐγκαταστάθηκε σὲ ἕνα πυκνὸ δάσος, στὸ ὑψηλότερο μέρος τῆς παριοχῆς τοῦ Μπεζέτσκ, ὅπου ἀσκήτευσε θεοφιλῶς.

Ἐκεῖ συγκεντρώθηκε πλῆθος μοναχῶν, οἱ ὁποῖοι σὲ σύντομο χρονικὸ διάστημα ἔχτισαν μία Ἐκκλησία ἀφιερωμένη στὰ Εἰσόδια τῆς Θεοτόκου. Τὸ νέο μοναστήρι ἦταν ἕνα ἀπὸ τὰ φτωχότερα καὶ σύμφωνα μὲ τὸ Χρονικὸ τῆς μονῆς κτίσθηκε μὲ δάκρυα, νηστεία καὶ ἀγρυπνία. Μὲ ὁμόφωνη ἀπόφαση ὅλων τῶν ἀδελφῶν τῆς μονῆς, ὁ Ὅσιος Νεκτάριος ἐπιλέχθηκε ὡς ἡγούμενος.
Ὁ Ὅσιος Νεκτάριος κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 1492.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr   

 

Ὁ Ἅγιος Παῦλος ὁ Νεομάρτυρας ὁ Ἀπελεύθερος

Ὁ Ἅγιος Νεομάρτυς Παῦλος καταγόταν ἀπὸ τὴ Ρωσία. Αἰχμαλωτίσθηκε σὲ παιδικὴ ἡλικία ἀπὸ τοὺς Τάταρους, ἀπὸ τοὺς ὁποίους τὸν ἀγόρασε κάποιος Χριστιανὸς τῆς Κωνσταντινουπόλεως καὶ τὸν ἄφησε ἐλεύθερο. Στὴ Βασιλεύουσα ὁ Ἅγιος νυμφεύθηκε Ρωσίδα γυναίκα, ποὺ ἦταν πρῶτα αἰχμάλωτη, μετὰ τῆς ὁποίας ζοῦσε βίο εὐσεβὴ καὶ φιλόθεο.

Ὅμως ὁ Ἅγιος, ποὺ ἔπασχε ἀπὸ τὴ νόσο τῆς ἐπιληψίας, κάποια στιγμὴ σὲ ὥρα κρίσεως, ἐνῷ οἱ γείτονές του τὸν ὁδηγοῦσαν στὸ ναὸ τῆς Θεομήτορος τῆς ἐπιλεγομένης τοῦ Μογλουνίου, ὅταν συνάντησε στὸν δρόμο κάποιους Τούρκους, ἄρχισε νὰ ζητᾶ βοήθεια ἀπὸ αὐτοὺς καὶ νὰ φωνάζει «Εἶμαι Ἀγαρηνός».
Οἱ Τοῦρκοι ἀνέφεραν τὰ συμβάντα στὸν βεζίρη, ὁ ὁποῖος διέταξε τὴν σύλληψη τοῦ Ἁγίου Παύλου καὶ τὸν ἱερέων τοῦ ναοῦ. Ὅταν ὁ Ἅγιος συνῆλθε ἀπὸ τὴν κρίση τῆς ἀσθένειάς του, ὁδηγήθηκε ἐνώπιον τοῦ ἄρχοντος, ὁ ὁποῖος τοῦ ζήτησε νὰ ὁμολογήσει ἐπίσημα τὸ Μουσουλμανισμό, ὑποσχόμενος πλοῦτο καὶ τιμὲς καὶ ἀπειλώντας μὲ βασανιστήρια καὶ θάνατο. Ὁ Παῦλος, ἐνδυναμούμενος καὶ ἀπὸ τὴν σύζυγό του, ὁμολόγησε μὲ παρρησία τὸ Ὄνομα τοῦ Χριστοῦ. Ἔτσι τὸν ἔριξαν στὴ φυλακὴ καὶ τὸν βασάνισαν. Ἀφοῦ κήρυξε καὶ πάλι τὴν πίστη του στὸν Χριστὸ μπροστὰ στὸ βεζίρη, τὴ Μεγάλη Παρασκευὴ τοῦ ἔτους 1683, ὁδηγήθηκε δέσμιος στὸν ἱππόδρομο Ἀτμεϊντάν, ὅπου τοῦ ἀπέκοψαν τὴν τίμια κεφαλή του.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr   

Σύναξις Ὑπεραγίας Θεοτόκου τοῦ Ἀμαράντου Ρόδου 

Ἡ ἱερὰ εἰκόνα τῆς Παναγίας τοῦ Ἀμαράντου Ρόδου τιμᾶται στὴ Μόσχα, στὸ Βορονὲζ καὶ σὲ ἄλλες πόλεις τῆς Ρωσίας, ὅπου φυλάσσονται ἀντίγραφα αὐτῆς. Στὴν εἰκόνα ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος κρατᾶ τὸ Θεῖο Βρέφος στὸ δεξί της χέρι καὶ στὸ ἀριστερό της χέρι ὑπάρχει ἕνα μπουκέτο ἀπὸ κρίνους. Αὐτὸ τὸ μπουκέτο συμβολικὰ δηλώνει τὸ ἀμάραντο ἄνθος τῆς παρθενίας τῆς Ἀειπαρθένου.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr   

Αυτή τη Κυριακή τιμάμε τη μνήμη της οσίας Μητέρας μας η οποία εορτάζεται και κατά την 1η Απριλίου. Το «Ωρολόγιο» γράφει ότι «Πλησιάζοντας το τέλος της αγίας Σαρακοστής, τάχθηκε να εορτάζεται σήμερα η αγία προς τόνωση των ραθύμων και αμαρτωλών σε μετάνοια.

Όταν ήταν δώδεκα ετών η αγία, έφυγε μακριά από τους γονείς της και πήγε στην Αλεξάνδρεια όπου έζησε για 17 χρόνια ασώτως. Έπειτα από περιέργεια ξεκίνησε με πολλούς προσκυνητές για τα Ιεροσόλυμα, να παραβρεθεί στην ύψωση του Τιμίου Σταυρού, όπου όμως συνέχισε την ακολασία και παρέσυρε πολλούς στην απώλεια.

Θέλησε μάλιστα να μπει στην Εκκλησία τη μέρα της υψώσεως του Τιμίου Σταυρού, αλλά αισθάνθηκε τέσσερις φορές κάποια αόρατο δύναμη να την εμποδίζει να εισέλθει στο Ναό, ενώ όλοι οι άλλοι έμπαιναν ανεμπόδιστα. Πληγώθηκε αφάνταστα η καρδιά της από το γεγονός αυτό και παρεκάλεσε τη Παναγία να της επιτρέψει και ότι θα αλλάξει ζωή. Αμέσως μπήκε μέσα, προσκύνησε το Τίμιο Ξύλο και έφυγε από τα Ιεροσόλυμα, πέρασε τον Ιορδάνη και προχώρησε στα βάθη της ερήμου, προσευχομένη και ζώντας σκληρή ζωή μετανοίας για 47 χρόνια.
Όταν έφθασε το τέλος της ζωής της συνάντησε ένα ερημίτη που τον έλεγαν Ζωσιμά στον οποίο ζήτησε και εξομολογήθηκε όλη τη ζωή της και τον παρεκάλεσε να τη κοινωνήσει των Αχράντων Μυστηρίων. Αυτό έκανε εκείνος ο ερημίτης το επόμενο έτος τη Μεγάλη Πέμπτη. Το μεθεπόμενο έτος επανήλθε ο Ζωσιμάς να την ξανακοινωνήσει, αλλά την βρήκε νεκρή και με ένα σημείωμα που έγραφε: «Αββά Ζωσιμά, θάψε μου εδώ το σώμα της αθλίας Μαρίας. Πέθανα την ίδια μέρα που με κοινώνησες των Αχράντων Μυστηρίων. Να εύχεσαι για μένα.»

Πρέπει να ήταν τότε το έτος 378 ή κατ' άλλους το 437.»
Η οσία Μαρία είναι ζωντανό παράδειγμα της δυνάμεως της μετανοίας. Παρά το ότι βυθίσθηκε μέχρι το κεφάλι στη λάσπη της αμαρτίας, έπειτα μετανοήσει και με τη Χάρη του ελέους του Θεού, έφθασε στη καθαρότητα των Αγγέλων.

Μπορούμε να γίνουμε όλοι κατάλευκοι, όπως ήμασταν προ του βαπτίσματος, αρκεί να μετανοήσουμε.

Η Εκκλησία μας ψάλλει σήμερα για την οσία Μαρία το ακόλουθο τροπάριο:
”Αφού διέφυγες από το σκότος της αμαρτίας και φωτίσθηκες από το φώς της μετανοίας, προσέφερες, ω δοξασμένη αγία Μαρία, τη καρδιά σου στο Χριστό. Εκείνος δε τη δέχθηκε, γιατί εσύ έβαλες να μεσιτεύσει προς Αυτόν η ακηλίδωτος και αγία Μητέρα Του, η γεμάτη από συμπάθεια. Γι' αυτό όχι μόνο απαλλάχθηκες από τις αμαρτίες σου, αλλά και ευφραίνεσαι αιώνια μαζί με τους Αγγέλους”.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr   

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Φωτισθεῖσα ἐνθέως Σταυροῦ τῇ χάριτι, τῆς μετανοίας ἐδείχθης φωτοφανὴς λαμπηδών, τῶν παθῶν σου τὸν σκοτασμὸν λιποῦσα πάνσεμνε· ὅθεν ὡς ἄγγελος Θεοῦ, Ζωσιμᾷ τῷ ἱερῷ, ὡράθης ἐν τῇ ἐρήμῳ Μαρία Ὁσία Μῆτερ· μεθ’ οὗ δυσώπει ὑπὲρ πάντων ἡμῶν.

 

Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Τῆς ἁμαρτίας τὴν ἀχλὺν ἐκφυγοῦσα, τῆς μετανοίας τῷ φωτὶ αὐγασθεῖσα, τὴν σὴν καρδίαν ἔνδοξε προσῆξας τῷ Χριστῷ, τούτου τὴν Πανάμωμον, καὶ ἁγίαν Μητέρα, πρέσβυν συμπαθέστατον, προσενέγκασα· ὅθεν, καὶ τῶν πταισμάτων εὗρες ἀποχήν, καὶ σὺν Ἀγγέλοις, ἀεὶ ἐπαγγέλλεσαι.

 

Μεγαλυνάριον.
Αἴγυπτον φυγοῦσα τὴν τῶν παθῶν, δάκρυσιν ἐκπλύνεις, ἁμαρτίας τὸν μολυσμόν, καὶ ἐν τῇ ἐρήμῳ τοῦ Ἰορδάνου Μῆτερ, ὡς ἄγγελος Μαρία, ὄντως ἠγώνισαι.

Ὁ Ὅσιος Τίτος ὁ Θαυματουργός

Ὁ Ὅσιος Τίτος ὁ Θαυματουργὸς εἶχε ἔνθεο ζῆλο πρὸς τὴν μοναχικὴ πολιτεία ἀπὸ νεαρὴ ἡλικία. Ἔτσι προσῆλθε σὲ κοινόβιο καὶ ἐπιδόθηκε στὴν ἄσκηση, στὴν ὁποία διέπρεψε μεταξὺ τῶν συνασκητῶν του γιὰ τὴν ἐγκράτεια, τὴν καθαρότητα τοῦ βίου καὶ τὶς ἀρετές του, ποὺ τὸν ἀνέδειξαν καὶ ἡγούμενο τῆς μονῆς. Ἀξιώθηκε δὲ νὰ λάβει ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ τὸ χάρισμα τῆς θαυματουργίας.
Ἔτσι ἀφοῦ ἔζησε ὁ Ὅσιος Τίτος καὶ διέλαμψε στὴν ἐνάρετη πολιτεία, κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr   

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Ἀνατεθεὶς ἀπὸ παιδὸς τῷ Κυρίῳ, ἀγγελικῶς ἐπολιτεύσω ἐν κόσμῳ, καὶ τῶν θαυμάτων εἴληφας τὴν χάριν ἐκ Θεοῦ· ὅθεν ἐχρημάτισας, Μοναζόντων ἀλείπτης, Τίτε παμμακάριστε, καὶ σοφὸς οἰκονόμος· ἀλλὰ μὴ παύσῃ Πάτερ ἐκτενῶς, ὑπὲρ τοῦ κόσμου, Θεὸν ἱλεούμενος.

 

Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Ἐγκρατείας ἄνθραξι, σαυτὸν καθάρας, ἀρετῶν ἐξήστραψας, φωτοειδεῖς μαρμαρυγάς, καταφαιδρύνων τοὺς ψάλλοντας· χαίροις ὦ Τίτε, Πατέρων ἀγλάϊσμα.

 

Μεγαλυνάριον.
Χαίροις τῶν Πατέρων ὑπογραμμός, καὶ τῶν Μοναζόντων, προμηθέστατος ὁδηγός· χαίροις εὐσεβείας, ἑδραίωμα καὶ στῦλος, θαυματοφόρε Τίτε, Τριάδος τέμενος.

Οἱ Ἅγιοι Αἰδέσιος καὶ Ἀμφιανὸς οἱ Μάρτυρες 

Οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες Ἀμφιανὸς καὶ Αἰδέσιος ἔζησαν κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ βασιλέως Μαξιμιανοῦ (286 – 305 μ.Χ.). Ἦταν ἀδελφοὶ ἀπὸ τὴν ἴδια μητέρα καὶ κατάγονταν ἀπὸ τὴν χώρα τῆς Λυδίας τῆς Μικρᾶς Ἀσίας. Ὅταν βρίσκονταν στὴ Βηρυτό, διδάχθηκαν ἀπὸ τὸν Μάρτυρα Πάμφιλο ( 5 Νοεμβρίου) τὴν πίστη στὸν Χριστό. Γι’ αὐτὸ συνελήφθηκαν καὶ παρουσιάσθηκαν στὸν ἄρχοντα τῆς πόλεως Οὐρβανό. Καὶ ὁ μὲν Ἀμφιανός, ἀφοῦ διακήρυξε πρῶτος μὲ παρρησία ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ μόνος ἀληθινὸς Θεός, δέχθηκε πληγὲς κατὰ τοῦ προσώπου καὶ κρεμάσθηκε. Ὑπέμεινε ὅμως καρτερικὰ τὰ βασανιστήρια καὶ ἔμεινε σταθερὸς καὶ ἀκλόνητος στὴν πίστη του στὸν Χριστό. Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ οἱ εἰδωλολάτρες τὸν ἔριξαν στὴ θάλασσα, ὅπου καὶ τελειώθηκε καὶ ἔλαβε ἀπὸ τὸν Κύριο τὸ στέφανο τοῦ μαρτυρίου.
Ὁ Αἰδέσιος καταδικάσθηκε νὰ τιμωρηθεῖ στὰ μεταλλεῖα χαλκοῦ καὶ ἀπεστάλη στὴν Ἀλεξάνδρεια. Καὶ μία ἡμέρα, ὅταν εἶδε τὸν ἄρχοντα τῆς Ἀλεξάνδρειας, Ἱεροκλῆ, νὰ τιμωρεῖ τοὺς ἐκεῖ Χριστιανούς, ἔτρεξε καὶ τὸν χτύπησε μὲ τὴν ράβδο. Ἀποτέλεσμα ἦταν νὰ βασανισθεῖ παραδειγματικὰ καὶ τέλος νὰ τὸν ρίξουν στὴν θάλασσα. Ἔτσι κέρδισε τὸ στέφανο τῆς ἀθανασίας καὶ τῆς οὐράνιας δόξας.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr   

Ἡ Ἁγία Θεοδώρα ἡ Παρθενομάρτυς

Ἡ Ἁγία Θεοδώρα καταγόταν ἀπὸ τὴν Τύρο τῆς Φοινίκης. Σὲ ἡλικία δεκαεπτὰ χρόνων, ἐπειδὴ ἦταν Χριστιανή, συνελήφθη καὶ ὁδηγήθηκε στὸν ἄρχοντα τῆς χώρας τῆς Παλαιστίνης, Οὐρβανό, ποὺ ὁμολόγησε τὸν Χριστό. Κατὰ συνέπεια αὐτοῦ τὴν χτύπησαν στὰ πλευρὰ καὶ στὸ στῆθος. Ἐπειδὴ ὅμως δὲν πείσθηκε, κλείσθηκε φυλακή. Ὁ δεσμοφύλακας εἶχε διαταγὴ ὄχι μόνο νὰ τὴν φυλάσσει μὲ ἀσφάλεια, ἀλλὰ καὶ νὰ μὴν εἰσέρχεται κανεὶς γιὰ νὰ τὴν ἐπισκεφθεῖ, παρὰ μόνο νὰ μεταφέρονται σὲ αὐτὴν τὰ σχετικὰ μὲ τὴν τροφή, μέχρις ὅτου ἀρνηθεῖ τὸν Χριστὸ καὶ θυσιάσει στοὺς λεγόμενους Θεούς. Μετὰ τὸ πέρασμα πολλῶν ἡμερῶν βγῆκε ἀπὸ τὴν φυλακὴ καὶ ἐξαναγκαζόταν νὰ θυσιάσει στοὺς ἀκάθαρτους δαίμονες. Ἡ Ἁγία Θεοδώρα δὲν ἀνεχόταν οὔτε νὰ τὸ ἀκούσει. Γι’ αὐτὸ τιμωρήθηκε χωρὶς ἔλεος καὶ στὴν συνέχεια, ἀφοῦ τὴν ἔριξαν στὴ θάλασσα, παρέδωσε τὸ πνεῦμα της στὸν Κύριο καὶ ἔλαβε τὸ ἁμαράντινο στέφανο τῆς δόξας.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr   

Ὁ Ἅγιος Πολύκαρπος ὁ Μάρτυρας

Ὁ Ἅγιος Μάρτυς Πολύκαρπος ἔζησε κατὰ τοὺς χρόνους τῆς βασιλείας τοῦ ἀσεβοῦς Μαξιμιανοῦ (286 – 305 μ.Χ.) καὶ καταγόταν ἀπὸ τὴν πόλη τῆς Ἀλεξάνδρειας. Ὄντας Χριστιανὸς καὶ ἔχοντας πολὺ ζῆλο γιὰ τὸν Θεό, παρατηρώντας κάθε ἡμέρα τοὺς φυλακισμένους νὰ ὁμολογοῦν τὸν Χριστὸ καὶ νὰ δοκιμάζονται μὲ διάφορα βασανιστήρια, δὲν ἄντεχε νὰ ὑπομένει. Καὶ ὅταν κάποια μέρα εἶδε τὸν ἄρχοντα νὰ κάθεται καὶ τὸ αἷμα τῶν ἀνθρώπων νὰ χύνεται σὰν νερό, ἀφοῦ στάθηκε μπροστά του, τὸν ἔλεγξε καὶ εἶπε: «Γιατί τόσο πολὺ λησμόνησες τὴν ἀνθρώπινη φύση, ἀκόρεστε σκύλε, καὶ κομματιάζεις τοὺς συγγενεῖς καὶ ὁμοεθνεῖς ἀνθρώπους μὲ τὰ ξίφη σὰν ξύλα, ἐπειδὴ κηρύττουν τὸν ἀληθινὸ Θεὸ καὶ ἐλέγχουν τὴν πλάνη τῶν εἰδωλολατρῶν, ὅπως καὶ ἐγὼ ποὺ εἶμαι δοῦλος τοῦ Χριστοῦ;». Ἐξαιτίας αὐτῶν καὶ ἐπειδὴ ἐξόργισε τὸν ἄρχοντα, συνελήφθη καὶ βασανίσθηκε. Καὶ ἀφοῦ μέχρι τέλους εἶχε τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ στὰ χείλη, ἀποκεφαλίσθηκε.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr   

Ὁ Ἅγιος Νικήτιος Ἐπίσκοπος Λυών 

Ὁ Ἅγιος Νικήτιος ἔζησε τὸν 4ο αἰῶνα μ.Χ. καὶ γεννήθηκε στὴν Γαλλία ἀπὸ εὐσεβεῖς καὶ φιλόθεους γονεῖς. Ἀνατράφηκε ἀπὸ τὴν οἰκογένειά του μὲ παιδεία καὶ νουθεσία Κυρίου. Ἡ ταπείνωση, ἡ ἁπλότητα καὶ ἡ ἀδιάλειπτη προσευχὴ ἦταν χαρακτηριστικὰ τῆς ψυχῆς του καὶ τοῦ βίου του. Τὸ ἔτος 551 μ.Χ. ἐξελέγη Ἐπίσκοπος τῆς πόλεως Λυών, εἰς διαδοχὴν τοῦ θείου του, Ἁγίου Σακέρδου ( 12 Σεπτεμβρίου) καὶ ποίμανε τὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ ἐπὶ εἴκοσι δύο ἔτη μὲ ἱερὸ ζῆλο καὶ αὐταπάρνηση. Κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 573 μ.Χ.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr   

Ὁ Ὅσιος Στέφανος ὁ Θαυματουργός

Ὁ Ὅσιος Στέφανος ἀσκήτεψε στὸν Ἀσκάλωνα τῆς Παλαιστίνης καὶ κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 778 μ.Χ.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr   

Ἡ Ἁγία Εὔα ἡ Ὁσιοπαρθενομάρτυρας ἡ Νέα 

Ἡ Ἁγία Ὀσιοπαρθενομάρτυς Εὔα ἔζησε κατὰ τὸν 9ο αἰῶνα μ.Χ. καὶ ἦταν ἡγούμενη τῆς μονῆς Κόλτινγκχαμ, τῆς μεγαλύτερης μονῆς τῆς Σκωτίας. Ἡ μονὴ αὐτὴ εἶχε ἱδρυθεῖ ὑπὸ τῆς Ὁσίας Εὔας τῆς Πρεσβυτέρας ( 25 Αὐγούστου), ἀδελφῆς τῶν βασιλέων Νορθάμπερλαντ Ὀσβάλδου καὶ Ὄσγουϊ.
Τὸ ἔτος 870 μ.Χ., κατὰ τὴν διάρκεια εἰσβολῆς Δανῶν πειρατῶν στὶς ἀκτὲς τῆς μονῆς, ἡ Ὁσία ἀνήσυχη ὄχι γιὰ τὴν σωτηρία τῆς ζωῆς της ἀλλὰ γιὰ τὴν διατήρηση τῆς ἁγνότητάς της καθὼς καὶ τῶν ἄλλων μοναζουσῶν, μόλις οἱ ἐπιδρομεῖς εἰσέβαλαν στὸν περίβολο τῆς μονῆς, συγκέντρωσε τὶς μοναχὲς στὸ ἡγουμενεῖο καὶ μετὰ ἀπὸ συγκινητικὲς συμβουλὲς ἀπέκοψε μὲ λεπίδα τὴν μύτη καὶ τὸ ἄνω χεῖλος της. Τὴν πράξη αὐτὴ μιμήθηκαν ὅλες οἱ ἀδελφές. Οἱ εἰσβολεῖς, ὅταν εἰσῆλθαν στὸ χῶρο ὅπου οἱ μοναχὲς ἦταν συναγμένες, βρέθηκαν μπροστὰ σὲ ἕνα φρικιαστικὸ θέαμα. Αὐτὸ ὅμως δὲν τοὺς ἐμπόδισε νὰ πυρπολήσουν τὴν μονὴ καὶ νὰ κάψουν ζωντανὴ τὴν Ὁσία Εὔα μαζὶ μὲ ὅλες τὶς μοναχές.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr   

Ὁ Ὅσιος Γρηγόριος ὁ ἐν Νικομηδείᾳ ἀσκήσας 

Ὁ Ὅσιος Γρηγόριος γεννήθηκε περὶ τὸ ἔτος 1190 σὲ κάποιο χωριὸ τῆς Βιθυνίας τῆς Μικρᾶς Ἀσίας ἀπὸ ἐπιφανεῖς γονεῖς. Ἀπὸ τὴν παιδική του ἡλικία ἔδειξε μεγάλη φιλομάθεια καὶ κλίση πρὸς τὸ μοναχικὸ βίο. Ἀφοῦ σπούδασε πολὺ τὴν ἑλληνικὴ παιδεία καὶ τὴ θεολογία, ἀποσύρθηκε σὲ μονὴ τῆς Βιθυνίας. Στὴ συνέχεια ἀνῆλθε σὲ κάποιο ὄρος, ἀποκαλούμενο τοῦ Προφήτου Ἠλία, ὅπου ἔχτισε κελὶ καὶ ἐπιδόθηκε στὴν προσευχὴ καὶ τὴ μελέτη, διδάσκοντας τοὺς πιστοὺς ποὺ προσέρχονταν κοντά του.
Ὁ Ὅσιος Γρηγόριος κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη κατὰ τὸ ἔτος 1240.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr   

Ὁ Ἅγιος Γεώργιος Ἐπίσκοπος Ἀζκουρίας 

Ὁ Ἅγιος Γεώργιος (Μαζκουερέλι) ἔζησε μεταξὺ τοῦ 9ου καὶ τοῦ 10ου αἰῶνος μ.Χ. στὴ Γεωργία καὶ ἦταν Ἐπίσκοπος Ἀζκουρίας. Κοιμήθηκε ὁσίως μὲ εἰρήνη.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr   

Ὁ Ἅγιος Σάββας Ἀρχιεπίσκοπος Σουρώζ 

Ὁ Ἅγιος Σάββας ἔζησε κατὰ τὸν 12ο αἰῶνα μ.Χ. στὴν Κριμαία καὶ ἐξελέγη Ἐπίσκοπος τῆς πόλεως Σουρώζ, τὸ σημερινὸ Σουδάκ. Ὅτι γνωρίζουμε γι’ αὐτὸν ἔχει σωθεῖ σὲ ὑποσημειώσεις σὲ ἕνα ἑλληνικὸ Μηναῖο τοῦ 12ου αἰῶνος. Πέντε χιλιόμετρα ἀπὸ τὴν πόλη τοῦ Σουρὼζ ὑπάρχει ἕνα ὄρος, τὸ ὁποῖο καλεῖται Ἅγιος Σάββας, ὅπου διατηροῦνται τὰ ὑπολείμματα μιᾶς ἐκκλησίας καὶ μιᾶς σπηλιᾶς. Ἐκεῖ προφανῶς ὁ Ἅγιος πέθανε καὶ ἐνταφιάσθηκε καὶ τὸ ἔτος 1872 βρέθηκε μία εἰκόνα του.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr   

Η πρώην Ιερόδουλη που αγίασε!

Ἡ Ε´ Κυριακή τῶν Νηστειῶν συνιστᾶ τήν ἀπαρχή τῆς τελευταίας ἑβδομάδας τῆς Μ. Σαρακοστῆς. Τό ἐρχόμενο Σάββατο, τοῦ ἁγ. Λαζάρου, σημαίνει τή λήξη τῆς ἁγίας αὐτῆς περιόδου, πού θεωρεῖται μάλιστα τύπος ὅλης τῆς ζωῆς τοῦ Χριστιανοῦ, μέ τήν ἔννοια ὅτι αὐτά πού καλούμαστε νά ζήσουμε ἰδιαιτέρως τή Σαρακοστή – τήν πιό ἔντονη προσευχή, τήν πιό συνεπή νηστεία, τήν πιό βαθειά μετάνοια, τή μεγαλύτερη ἀγάπη κι ἐλεημοσύνη – αὐτά θά πρέπει νά προσδιορίζουν καί τήν κάθε ἡμέρα τῆς ζωῆς μας. Μή ξεχνᾶμε ὅτι ῾παράγει τό σχῆμα τοῦ κόσμου τούτου᾽ (ἀπ. Παῦλος) καί τό πιό οὐσιῶδες ἔτσι γιά τόν ἄνθρωπο εἶναι ἡ στροφή πρός τόν Θεό καί ἡ ἐν θερμῇ ἀγάπῃ κοινωνία μαζί Του. Τά λόγια τοῦ ἁγίου γέροντα π. Παϊσίου ἐν προκειμένῳ εἶναι ἀφυπνιστικά: ῾Ὅλη ἡ ζωή μου εἶναι μιά Σαρακοστή᾽! Αὐτήν τήν τελευταία λοιπόν ἑβδομάδα ἡ ᾽Εκκλησία μας μᾶς κτυπᾶ γιά ὕστατη φορά τό ῾καμπανάκι᾽ τῆς σωτηρίας μας. Μᾶς καλεῖ, ἔστω καί τώρα, ἔστω καί τήν τελευταία στιγμή, νά μετανοήσουμε. Νά μήν ποῦμε ὅτι ῾τώρα πιά πέρασε ὁ καιρός, δέν γίνεται τίποτε᾽! Καί τό κάνει αὐτό ἡ ᾽Εκκλησία προβάλλοντας ἕνα πρόσωπο πού βίωσε συγκλονιστικά τή μετάνοια καί γι᾽ αὐτό θεωρεῖται πρότυπο μετανοίας: τήν ὁσία Μαρία τήν Αἰγυπτία! Μέ τά ἴδια λόγια μάλιστα τοῦ συναξαρίου τῆς ἡμέρας: ῾᾽Ετάχθη ἡ μνήμη τῆς ὁσίας Μαρίας σήμερον, ἐγγίζοντος ἤδη τοῦ τέλους τῆς ἁγίας Τεσσαρακοστῆς, πρός διέγερσιν τῶν ραθύμων καί ἁμαρτωλῶν εἰς μετάνοιαν, ἐχόντων ὑπόδειγμα τήν ἑορταζομένην ἁγίαν᾽.

Μικρή ἀναφορά στό βίο τῆς ὁσίας καί μερικές παρατηρήσεις πάνω σ᾽ αὐτόν θά μᾶς πείσουν ἀπολύτως γιά τοῦ λόγου τό ἀληθές.

Ἡ ὁσία Μαρία ὅταν ἦταν δωδεκαετής, ξέφυγε ἀπό τούς γονεῖς της καί πῆγε στήν ᾽Αλεξάνδρεια, ὅπου ἔζησε βίο ἄσωτο 17 ὁλόκληρα χρόνια. ῎Επειτα ἀπό περιέργεια κινούμενη, πῆγε μέ πολλούς ἄλλους προσκυνητές στά Ἱεροσόλυμα, γιά νά παρευρεθεῖ στήν Ὕψωση τοῦ Τιμίου Σταυροῦ. ᾽Εκεῖ ὅμως ἐπιδόθηκε καί πάλι σέ κάθε εἶδος ἀκολασίας καί ἁμαρτιῶν καί ἔσυρε πολλούς στό βυθό τῆς ἀπωλείας. Ὅταν ὅμως θέλησε νά μπεῖ στήν ᾽Εκκλησία, τήν ἡμέρα πού ὑψωνόταν ὁ Σταυρός, αἰσθάνθηκε τρεῖς καί τέσσερις φορές κάποια ἀόρατη δύναμη νά τῆς ἐμποδίζει τήν εἴσοδο, ἐνῶ τό πλῆθος τοῦ λαοῦ εἰσερχόταν ἀνεμπόδιστα στό ναό. Πληγώθηκε στήν καρδιά ἀπό τό γεγονός κι ἀποφάσισε νά ἀλλάξει ζωή καί νά ἐξιλεώσει στό ἑξῆς τόν Θεό μέ τή μετάνοιά της. Γύρισε λοιπόν καί πάλι στήν ᾽Εκκλησία μέ τήν ἀπόφαση αὐτή, ὁπότε μπῆκε εὔκολα μέσα. Προσκύνησε τό Τίμιο Ξύλο καί ἀναχώρησε τήν ἴδια ἡμέρα ἀπό τά Ἱεροσόλυμα. Πέρασε τόν ᾽Ιορδάνη καί μπῆκε στά ἐνδότερα τῆς ἐρήμου, ὅπου κι ἔζησε ἐκεῖ ἐπί 47 χρόνια. Τά χρόνια αὐτά ἦταν γιά τήν Μαρία χρόνια σκληρότατης καί ὑπέρ ἄνθρωπον ἄσκησης, χρόνια προσευχῆς στόν Θεό. Στά τέλη τῆς ζωῆς της συνάντησε κάποιο ἐρημίτη, Ζωσιμᾶ τό ὄνομα, στόν ὁποῖο ἐξομολογήθηκε ὁλόκληρη τή ζωή της καί τόν παρακάλεσε νά τῆς φέρει τά ἄχραντα μυστήρια γιά νά κοινωνήσει. Αὐτό ἔγινε τό ἐρχόμενο ἔτος, τή Μεγάλη Πέμπτη. Ὅταν τήν ἑπόμενη χρονιά ξανάρθε ὁ ἀββᾶς Ζωσιμᾶς, βρῆκε τή Μαρία νεκρή, ἐνῶ δίπλα της ἦταν γραμμένα τά ἑξῆς λόγια: ῾᾽Αββᾶ Ζωσιμᾶ, θάψε ἐδῶ τό σῶμα τῆς ἄθλιας Μαρίας. Πέθανα τήν ἴδια ἡμέρα, κατά τήν ὁποία κοινώνησα τῶν ἀχράντων μυστηρίων. Νά εὔχεσαι γιά μένα᾽.

1) ᾽Εκεῖνο πού ὁδήγησε τήν Μαρία στά Ἱεροσόλυμα δέν ἦταν κάποιος πόθος, ὅπως τόν ἔχουν πολλοί Χριστιανοί. ῾Νά πᾶμε καί στά Ἱεροσόλυμα, στούς ῾Αγίους Τόπους, κι ἄς πεθάνουμε᾽. Κίνητρό της ὑπῆρξε κάτι πολύ πεζό καί πολλές φορές ἀξιοκατάκριτο: ἡ περιέργεια. Καί τό χειρότερο: ἡ περιέργειά της αὐτή συνδέθηκε μέ τήν ἐξάσκηση τοῦ παναθλίου ἐπαγγέλματός της. Μέ ἄλλα λόγια, ἡ ἐπίσκεψή της στήν ἁγία Πόλη δέν εἶχε κανένα μεταφυσικό βάθος. Θά ἔλεγε κανείς ὅτι ἦταν μιά εὐκαιρία νά ῾σπάσει᾽ ἀπλῶς τή ρουτίνα τῆς ζωῆς της, κάτι πού ἀσφαλῶς ἐκμεταλλεύτηκε καί ὁ ἀρχαῖος ἐχθρός τοῦ ἀνθρώπου, ὁ πονηρός, πού τήν ἔσπρωξε στήν ἐπέκταση τῆς ἁμαρτωλῆς δραστηριότητάς της. Κι ὅμως! Κι αὐτήν ἀκόμη τήν κατάσταση ἀξιοποιεῖ ὁ πανάγαθος Θεός. Βρίσκει τήν εὐκαιρία νά τήν καλέσει σέ μετάνοια μ᾽ ἕνα ἰδιαίτερα προσωπικό γι᾽ αὐτήν τρόπο. Χωρίς νά τή ρεζιλέψει, χωρίς ν᾽ ἀποκαλύψει τήν ἀθλιότητα τῆς ζωῆς της, τήν κάνει νά συνειδητοποιήσει τήν ἄβυσσο τῆς κατάντιας της. Καί πράγματι, ἡ μέθοδος τοῦ Θεοῦ ἐπιτυγχάνει. Ἡ Μαρία μετανοεῖ. ῾Η πρώτη μας παρατήρηση λοιπόν ἀφορᾶ στήν ἐφευρετικότητα τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ. Τά πάντα ἀπό τή ζωή μας ἀξιοποιεῖ ὁ Θεός, γιά νά μᾶς κάνει νά ριχτοῦμε στήν ἀγκαλιά Του. Κι ὁ λόγος: εἶναι ὁ Πατέρας μας!

2) Μιά δεύτερη παρατήρηση ἀναφέρεται σ᾽ ἕνα φαινομενικά παράδοξο: ὁ Θεός κλείνει τήν εἴσοδο τοῦ ναοῦ μόνο στή Μαρία. Γιατί παράδοξο; Διότι ὁ Θεός μέ τήν ᾽Εκκλησία Του δέχεται κάθε ἄνθρωπο ἐρχόμενο κοντά Του. ῾Τόν ἐρχόμενον πρός με οὐ μή ἐκβάλω ἔξω᾽ εἶπε ὁ Κύριος (᾽Ιωάν. 6, 37). Καί πῶς θά μποροῦσε νά γίνει κάτι τέτοιο, ἀφοῦ ὁ Κύριος ἀκριβῶς ἦλθε γι᾽ αὐτό: νά καλέσει τούς ἁμαρτωλούς σέ μετάνοια; Κάθε λοιπόν ἁμαρτωλός, πού πλησιάζει τόν Θεό καί τήν ᾽Εκκλησία, γίνεται ἀπό Αὐτόν ἀποδεκτός. ῎Αλλωστε στήν ᾽Εκκλησία ὅλοι ἔτσι προσερχόμαστε, ἤ τουλάχιστον πρέπει νά προσερχόμαστε: ὡς ἁμαρτωλοί πού ἔχουμε ἀνάγκη σωτηρίας. Γι᾽ αὐτό καί ἡ ᾽Εκκλησία μας ποτέ δέν κάνει τό διαχωρισμό τῶν ἀνθρώπων σέ ἁμαρτωλούς καί μή ἁμαρτωλούς. Διότι ἀπολύτως ὅλοι οἱ ἄνθρωποι εἴμαστε ἁμαρτωλοί. ῾Πάντες ἥμαρτον καί πάντες ὑστεροῦναι τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ᾽ (ἀπ. Παῦλος). Πῶς ὅμως τότε ὁ Θεός ἔκλεισε τήν εἴσοδο γιά τήν Μαρία τήν ἁμαρτωλή, πού προσερχόταν κοντά Του; ᾽Ακριβῶς, διότι ἐρχόταν στό ναό, χωρίς τή διάθεση νά ἔλθει κοντά Του. Ἡ Μαρία θέλησε δηλ. νά μπεῖ στό ναό, χωρίς μετάνοια, χωρίς ἀπόφαση ἀλλαγῆς γιά τή ζωή της. Ἡ ἀπαγόρευση αὐτή λειτούργησε θετικά γιά τήν Μαρία. Τήν συγκλόνισε καί τήν ὁδήγησε σέ μετάνοια. Μόλις πῆρε λοιπόν τήν ἀπόφαση γι᾽ ἀλλαγή τρόπου ζωῆς, ἀμέσως ἡ εἴσοδος ἀνοίχθηκε καί γι᾽ αὐτήν. ῎Ετσι, βεβαίως ὁ Θεός καλεῖ τούς πάντες και ἀποδέχεται τούς πάντες, ὅσο ἁμαρτωλοί κι ἄν εἶναι, μέ μόνη ὅμως τήν προϋπόθεση νά μετανοήσουν. Καί τοῦτο γιατί μιά σχέση τοῦ ἀνθρώπου μέ τόν Θεό, χωρίς μετάνοια, θά σημάνει τήν καταδίκη καί τήν ἀπώλεια τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ Θεός δέν προσφέρει τή χάρη Του μαγικῷ τῷ τρόπῳ. Ζητᾶ τήν ἀνταπόκριση τοῦ ἀνθρώπου, ἡ ὁποία κυρίως ἐκφράζεται ὡς μετάνοια. Μή ξεχνᾶμε ἄλλωστε ἐπ᾽ αὐτοῦ ὅτι ἡ κόλαση κάπως ἔτσι ὁρίζεται ἀπό τούς ἁγίους μας: ὡς σχέση μέ τόν Θεό, ἀλλά σέ κατάσταση ἀμετανοησίας, μέ τήν ἔννοια ὅτι ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ σ᾽ ἕνα τέτοιον ἄνθρωπο λειτουργεῖ ἀρνητικά, δηλαδή ὡς κόλαση. ῎Ετσι τό ἀντίδοτο γιά ὁποιαδήποτε ἁμαρτία μας, ὅσο μεγάλη κι ἄν εἶναι, εἶναι ἡ μετάνοια. Αὐτή ἀποτελεῖ τό κλειδί πού μᾶς ἀνοίγει τήν εἴσοδο τοῦ Οὐρανοῦ.

3) Θά θέλαμε ὅμως νά κάνουμε καί μιά τρίτη παρατήρηση. Ὁ Θεός θέλησε νά πάρει τήν ὁσία Μαρία ἀπό τόν κόσμο αὐτό, ὅταν ἐκείνη ὁλοκλήρωσε καί τελειοποίησε τή μετάνοιά της. Κι αὐτό ἔγινε μέ τήν ἐξομολόγησή της καί τήν κοινωνία τῶν ἀχράντων μυστηρίων. Εἶναι πράγματι συγκλονιστικό νά σκεφτεῖ κανείς ὅτι γιά τήν Μαρία 47 χρόνια ἀσκητικῆς ζωῆς ἦταν χρόνια προετοιμασίας. Καθάρισε ὅσο ἦταν δυνατόν σ᾽ αὐτήν τόν ἑαυτό της. Ὑπερέβη τά πάθη καί τίς ἁμαρτίες της. Κι ὅμως τό τέλειο – μέσα πάντα στά ἀνθρώπινα πλαίσια – ἦλθε μέ τήν ἐξομολόγηση καί τή θεία Κοινωνία. ᾽Απόδειξη: μόλις κοινώνησε, κοιμήθηκε κι ἡ ψυχή της φτερούγισε στά χέρια τοῦ Δημιουργοῦ της. Αὐτό βεβαίως σημαίνει, μεταξύ τῶν ἄλλων, ὅτι ποτέ ὁ ἄνθρωπος δέν μπορεῖ νά τελειοποιηθεῖ, νά θεωθεῖ κατά πιό θεολογική ὁρολογία, ἄν δέν συμμετάσχει στή δραστική χάρη τῶν μυστηρίων τῆς ᾽Εκκλησίας καί μάλιστα τῆς θείας Εὐχαριστίας. Μέ ἄλλα λόγια ἡ ὁλοκλήρωση τοῦ ἀνθρώπου δέν εἶναι θέμα αὐτοδυναμίας του, ἀλλά συνεργασίας του μέ τήν παντοδύναμη χάρη τοῦ Θεοῦ.

Ἡ μετάνοια εἶναι μονόδρομος. ῎Αλλος δρόμος γιά τήν ἔνταξή μας στή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ δέν ὑπάρχει. Κι εἶναι τοῦτο ἡ μεγαλύτερη παρηγοριά μας. Μέ δεδομένα τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καί τήν ἁμαρτωλότητά μας ἡ μετάνοια ἀποτελεῖ τό συνδετικό κρίκο τῶν δύο δεδομένων. Δέν ἔχουμε παρά νά βαδίζουμε σ᾽ αὐτόν τό δρόμο μαζί μέ τούς ἁγίους μας, μαζί μέ τήν σήμερα ἑορταζομένη ὁσία Μαρία τήν Αἰγυπτία. Εἶναι ὁ δρόμος πού σέ κάθε βῆμα μᾶς φέρνει σέ ἄμεση σχέση μέ τόν Χριστό.

Ἀκολουθίες Ὄρθρου Σαββάτου Ε΄ Νηστειών, Μα­ρί­ας ὁ­σί­ας τῆς Αἰ­γυ­πτί­ας (†522)· Γε­ρον­τί­ου καὶ Βα­σι­λεί­δου μαρ­τύ­ρων (01-04-2017) εδώ. 

Ἀκολουθίες Εσπερινου Σαββάτου και Ὄρθρου Κυριακής Ε΄ Νηστειών - Μα­ρί­ας ὁ­σί­ας τῆς Αἰ­γυ­πτί­ας (†522)  (01-04-2017--02-04-2017), τροπάρια, ἀναγνώσματα Θείας Λειτουργίας, εδώ

Για να κατεβάσετε τον Στ'  Κατνυκτικό εσπερινό της Κυριακής Ε΄ Νηστειών 02-04-2017, πατήστε εδώ 

 Τυπικόν εδώ 

Κανόνιον εδώ

Τὸν Βίο τῆς Ὁσίας Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας συνέγραψε ὁ Ἅγιος Σωφρόνιος Πατριάρχης Ἱεροσολύμων ( 11 Μαρτίου), ὁ ὁποῖος συνέγραψε διάφορα ἀσκητικὰ καὶ ὑμνογραφικὰ κείμενα ποὺ διαποτίζονται ἀπὸ τὸ  πνεῦμα τῆς Ὀρθοδόξου θεολογίας καὶ τῆς ἀσκητικῆς παραδόσεως.

Ἡ Ὁσία Μαρία γεννήθηκε στὴν Αἴγυπτο καὶ ἔζησε κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορος Ἰουστινιανοῦ (527 – 565 μ.Χ.). Ἀπὸ τὰ δώδεκα χρόνια της πέρασε στὴν Αἴγυπτο μία ζωὴ ἀσωτίας, ἀφοῦ ἀπὸ τὴν μικρὴ αὐτὴ ἡλικία διέφθειρε τὴν παρθενία της καὶ εἶχε ἀσυγκράτητο καὶ ἀχόρταγο τὸ πάθος τῆς σαρκικῆς μείξεως. Ζώντας αὐτὴν τὴν ζωὴ δὲν εἰσέπραττε χρήματα, ἀλλὰ ἁπλῶς ἱκανοποιοῦσε τὸ πάθος της. Ἡ ἴδια ἐξαγορεύθηκε στὸν Ἀββᾶ Ζωσιμᾶ ὅτι διετέλεσε: «δημόσιον προκείμενη τῆς ἀσωτίας ὑπέκκαυμα, οὐ δόσεώς τινος, μὰ τὴν ἀλήθειαν, ἕνεκεν», κάνοντας δηλαδὴ τὸ ἔργο της δωρεάν, «ἐκτελοῦσα τὸ ἐν ἐμοὶ καταθύμιον». Καὶ ὅπως τοῦ ἀπεκάλυψε, εἶχε ἀκόρεστη ἐπιθυμία καὶ ἀκατάσχετο ἔρωτα νὰ κυλιέται στὸ βόρβορο ποὺ ἦταν ἡ ζωή της καὶ σκεπτόταν ἔτσι ντροπιάζοντας τὴν ἀνθρώπινη φύση.

Λόγω τῆς ἄσωτης ζωῆς καὶ τῆς σαρκικῆς ἐπιθυμίας ποὺ εἶχε, κάποια φορὰ ἀκολούθησε τοὺς προσκυνητὲς ποὺ πήγαιναν στὰ Ἱεροσόλυμα γιὰ νὰ προσκυνήσουν τὸν Τίμιο Σταυρό. Καὶ αὐτὸ τὸ ἔκανε, ὄχι γιὰ νὰ προσκυνήσει τὸν Τίμιο Σταυρό, ἀλλὰ γιὰ νὰ ἔχει πολλοὺς ἐραστὲς ποὺ θὰ ἦταν ἕτοιμοι νὰ ἱκανοποιήσουν τὸ πάθος της. Περιγράφει δὲ καὶ ἡ ἴδια ρεαλιστικὰ  καὶ τὸν τρόπο ποὺ ἐπιβιβάστηκε στὸ πλοιάριο. Καί, ὅπως ἡ ἴδια ἀποκάλυψε, κατὰ τὴν διάρκεια τοῦ ταξιδιοῦ της δὲν ὑπῆρχε εἶδος ἀσέλγειας ἀπὸ ὅσα λέγονται καὶ δὲν λέγονται, τοῦ ὁποίου δὲν ἔγινε διδάσκαλος σὲ ἐκείνους τοὺς ταλαίπωρους ταξιδιῶτες. Καὶ ἡ ἴδια ἐξέφρασε τὴν ἀπορία της γιὰ τὸ πῶς ἡ θάλασσα ὑπέφερε τὶς ἀσωτίες της καὶ γιατί ἡ γῆ δὲν ἄνοιξε τὸ στόμα της καὶ δὲν τὴν κατέβασε στὸν ἅδη, ἐπειδὴ εἶχε παγιδεύσει τόσες ψυχές. Κατὰ τὴν διάρκεια τοῦ ταξιδιοῦ αὐτοῦ δὲν ἀρκέστηκε στὸ ὅτι διέφθειρε τοὺς νέους, ἀλλὰ διέφθειρε καὶ πολλοὺς ἄλλους ἀπὸ τοὺς κατοίκους τῆς πόλεως καὶ τοὺς ξένους ἐπισκέπτες. Καὶ στὰ Ἱεροσόλυμα ποὺ πῆγε κατὰ τὴν ἑορτὴ τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, περιφερόταν στοὺς δρόμους «ψυχὰς νέων ἀγρεύουσα».

Αἰσθάνθηκε ὅμως, βαθιὰ μετάνοια ἀπὸ ἕνα θαυματουργικὸ γεγονός. Ἐνῷ εἰσερχόταν στὸ ναὸ γιὰ νὰ προσκυνήσει τὸ Ξύλο τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, κάποια δύναμη τὴν ἐμπόδισε νὰ προχωρήσει. Στὴν συνέχεια στάθηκε μπροστὰ σὲ μία εἰκόνα τῆς Παναγίας, ἔδειξε μεγάλη μετάνοια καὶ ζήτησε τὴν καθοδήγηση καὶ βοήθεια τῆς Παναγίας. Μὲ τὴν βοήθεια τῆς Θεοτόκου εἰσῆλθε ἀνεμπόδιστα αὐτὴ τὴν φορὰ στὸν ἱερὸ ναὸ καὶ προσκύνησε τὸν Τίμιο Σταυρό. Στὴν συνέχεια, ἀφοῦ εὐχαρίστησε τὴν Παναγία, ἄκουσε φωνὴ ποὺ τὴν προέτρεπε νὰ πορευθεῖ στὴν ἔρημο, πέραν τοῦ Ἰορδάνου. Ἀμέσως ζήτησε τὴν συνδρομὴ καὶ τὴν προστασία τῆς Θεοτόκου καὶ πρε τὸν δρόμο της πρὸς τὴν ἔρημο, ἀφοῦ προηγουμένως πέρασε ἀπὸ τὴν ἱερὰ μονὴ τοῦ Βαπτιστοῦ στὸν Ἰορδάνη ποταμὸ καὶ κοινώνησε τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων. Στὴν ἔρημο ἔζησε σαράντα ἑπτὰ χρόνια, χωρὶς ποτὲ νὰ συναντήσει ἄνθρωπο.

Κατὰ τὰ πρῶτα δεκαεπτὰ χρόνια στὴν ἔρημο, πάλεψε πολὺ σκληρὰ γιὰ νὰ νικήσει τοὺς λογισμοὺς καὶ τὶς ἐπιθυμίες της, οὐσιαστικὰ γιὰ νὰ νικήσει τὸν διάβολο ποὺ τὴν πολεμοῦσε μὲ τὶς ἀναμνήσεις τῆς προηγούμενης ζωῆς.

Ἡ Ὁσία ζοῦσε δεκαεπτὰ χρόνια στὴν ἔρημο «θηρσὶν ἀνημέροις ταῖς ἀλόγοις ἐπιθυμίαις πυκτεύουσα». Εἶχε πολλὲς ἐπιθυμίες φαγητῶν, ποτῶν καὶ «πορνικῶν ᾀσμάτων» καὶ πολλοὺς λογισμοὺς ποὺ τὴν ὠθοῦσαν πρὸς τὴν πορνεία. Ὅμως, ὅταν ἐρχόταν κάποιος λογισμὸς μέσα της, ἔπεφτε στὴν γῆ, τὴν ἔβρεχε μὲ δάκρυα καὶ δὲν σηκωνόταν ἀπὸ τὴ γῆ «ἕως ὅτου τὸ φῶς ἐκεῖνο τὸ γλυκὺ περιέλαμψεν καὶ τοὺς λογισμοὺς τοὺς ἐνοχλοῦντας μοι ἐδίωξεν». Συνεχῶς προσευχόταν στὴν Παναγία, τὴν ὁποία εἶχε ἐγγυήτρια τῆς ζωῆς τῆς μετανοίας ποὺ ἔκανε. Τὸ ἱμάτιό της σχίσθηκε καὶ καταστράφηκε καὶ ἔκτοτε παρέμεινε γυμνή. Καιγόταν ἀπὸ τὸν καύσωνα καὶ ἔτρεμε ἀπὸ τὸν παγετὸ καὶ «ὡς πολλάκις με χαμαὶ πεσοῦσαν ἄπνουν μεῖναι σχεδὸν καὶ ἀκίνητον».

Ὕστερα ἀπὸ σκληρὸ ἀγῶνα, μὲ τὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν συνεχὴ προστασία τῆς Παναγίας, ἐλευθερώθηκε ἀπὸ τοὺς λογισμοὺς καὶ τὶς ἐπιθυμίες, ὁπότε μεταμορφώθηκε τὸ λογιστικὸ καὶ παθητικὸ μέρος τῆς ψυχῆς της, καθὼς ἐπίσης ἐθεώθηκε καὶ τὸ σῶμα της.

Λόγω τῆς μεγάλης πνευματικῆς της καταστάσεως στὴν ὁποία ἔφθασε ἡ Ὁσία Μαρία, ἔλαβε ἀπὸ τὸν Θεὸ τὸ διορατικὸ χάρισμα.

Ἦταν γυμνὴ ἀλλὰ τὸ σῶμα της ὑπερέβη τὶς ἀνάγκες τῆς φύσεως. Λέγει ἡ ἴδια: «Γυνὴ γὰρ εἰμί, καὶ γυμνή, καθάπερ ὁρᾷς, καὶ τὴν αἰσχύνην τοῦ σώματός μου ἀπερικάλυπτον ἔχουσα». Τὸ σῶμα τρεφόταν μὲ τὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ: «Τρέφομαι γὰρ καὶ σκέπτομαι τῷ ῥήματι τοῦ Θεοῦ διακρατοῦντος τὰ σύμπαντα». Στὴ περίπτωσή της, ὅπως καὶ σὲ ἄλλες περιπτώσεις Ἁγίων, παρατηροῦμε ὅτι ἀναστέλλονται οἱ ἐνέργειες τοῦ σώματος. Αὐτὴ ἡ ἀναστολὴ τῶν σωματικῶν ἐνεργειῶν ὀφειλόταν στὸ ὅτι ἡ ψυχή της δεχόταν τὴν ἐνέργεια τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ καὶ αὐτὴ ἡ θεία ἐνέργεια διαπορθμευόταν καὶ στὸ σῶμα της: «Ἀρκεῖν εἰποῦσα τὴν χάριν τοῦ Πνεύματος, ὥστε συντηρεῖν τὴν οὐσίαν τῆς ψυχῆς ἀμίαντον».

Ἐκείνη τὴν περίοδο ἀσκήτευε σὲ ἕνα μοναστήρι ὁ Ἱερομόναχος Ἀββᾶς Ζωσιμᾶς ( 4 Ἀπριλίου), ποὺ ἦταν κεκοσμημένος μὲ ἁγιότητα βίου. Ἔβλεπε θεία ὁράματα, καθὼς τοῦ εἶχε δοθεῖ τὸ χάρισμα τῶν θείων ἐλλάμψεων, λόγω τοῦ ὅτι ζοῦσε μέχρι τὰ πενήντα τρία του χρόνια μὲ μεγάλη ἄσκηση καὶ ἦταν φημισμένος στὴν περιοχή του. Τότε, ὅμως, εἰσῆλθε μέσα του ἕνας λογισμὸς κάποιας πνευματικῆς ὑπεροψίας, γιὰ τὸ ἂν δηλαδὴ ὑπῆρχε ἄλλος μοναχὸς ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ τὸν ὠφελήσει ἢ νὰ τοῦ διδάξει κάποιο καινούργιο εἶδος ἀσκήσεως. Ὁ Θεός, γιὰ νὰ τὸν διδάξει καὶ νὰ τὸν διορθώσει, τοῦ ἀποκάλυψε ὅτι κανένας ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ νὰ φθάσει στὴν τελειότητα. Καὶ στὴν συνέχεια τοῦ ὑπέδειξε νὰ πορευθεῖ σὲ ἕνα μοναστήρι ποὺ βρισκόταν κοντὰ στὸν Ἰορδάνη ποταμό.

Ὁ Ἀββᾶς Ζωσιμᾶς ὑπάκουσε στὴν φωνὴ τοῦ Θεοῦ καὶ πῆγε στὸ μοναστήρι τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Βαπτιστοῦ, ποὺ τοῦ ὑποδείχθηκε. Ἐκεῖ συνάντησε τὸν ἡγούμενο καὶ τοὺς μοναχούς, καὶ διέκρινε ὅτι ἀκτινοβολοῦσαν τὴ Χάρη καὶ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ζώντας ἔντονη μοναχικὴ ζωὴ μὲ ἀκτημοσύνη, μὲ μεγάλη ἄσκηση καὶ ἀδιάλειπτη προσευχή.

Στὸ μοναστήρι αὐτὸ ὑπῆρχε ἕνας κανόνας. Σύμφωνα μὲ αὐτόν, τὴν Κυριακὴ τῆς Τυρινῆς πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς, ἀφοῦ οἱ μοναχοὶ κοινωνοῦσαν τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων, προσεύχονταν καὶ ἀσπάζονταν μεταξύ τους, καὶ ἔπειτα ἐλάμβαναν ὁ καθένας  τους μερικὲς τροφὲς καὶ ἔφευγαν στὴν ἔρημο πέραν τοῦ Ἰορδάνου, γιὰ νὰ ἀγωνισθοῦν κατὰ τὴν περίοδο τῆς Τεσσαρακοστῆς τὸν ἀγῶνα τῆς ἀσκήσεως. Ἐπέστρεφαν δὲ στὸ μοναστήρι τὴν Κυριακὴ τῶν Βαΐων, γιὰ νὰ ἑορτάσουν τὰ Πάθη, τὸν Σταυρὸ καὶ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ. Εἶχαν ὡς κανόνα νὰ μὴν συναντᾶ κανεὶς τὸν ἄλλο ἀδελφὸ στὴν ἔρημο καὶ νὰ μὴν τὸν ἐρωτᾶ, ὅταν ἐπέστρεφαν, γιὰ τὸ εἶδος τῆς ἀσκήσεως ποὺ ἔκανε τὴν περίοδο αὐτή.

Αὐτὸν τὸν κανόνα ἐφάρμοσε καὶ ὁ Ἀββᾶς Ζωσιμᾶς. Ἀφοῦ ἔλαβε ἐλάχιστες τροφές, βγῆκε ἀπὸ τὸ μοναστήρι καὶ πορεύθηκε στὴν ἔρημο, ἔχοντας τὴν ἐπιθυμία νὰ εἰσέλθει ὅσο μποροῦσε πιὸ βαθειὰ σὲ αὐτή, μὲ τὴν ἐλπίδα μήπως συναντήσει κάποιον ἀσκητὴ ποὺ θὰ τὸν βοηθοῦσε νὰ φθάσει σὲ αὐτὸ ποὺ ποθοῦσε. Πορευόταν προσευχόμενος καὶ τρώγοντας ἐλάχιστα. Κοιμόταν δὲ ὅπου εὑρισκόταν.

Εἶχε περπατήσει μία πορεία εἴκοσι ἡμερῶν ὅταν, κάποια στιγμὴ ποὺ κάθισε νὰ ξεκουραστεῖ καὶ ἔψελνε, εἶδε στὸ βάθος μία σκιὰ ποὺ ἔμοιαζε μὲ ἀνθρώπινο σῶμα. Στὴν ἀρχὴ θεώρησε ὅτι ἦταν δαιμονικὸ φάντασμα, ἀλλὰ ἔπειτα διαπίστωσε ὅτι ἦταν ἄνθρωπος. Αὐτὸ τὸ ὂν ποὺ ἔβλεπε ἦταν γυμνό, εἶχε μαῦρο σῶμα – τὸ σῶμα αὐτὸ προερχόταν ἀπὸ τὶς ἡλιακὲς ἀκτῖνες – καὶ εἶχε στὸ κεφάλι του λίγες ἄσπρες τρίχες, ποὺ δὲν ἔφθαναν πιὸ κάτω ἀπὸ τὸν λαιμό. Ὁ Ἀββᾶς Ζωσιμᾶς ἔβλεπε τὴν Ὁσία Μαρία, τὴν ὥρα ποὺ προσευχόταν. Ἡ Ὁσία Μαρία ἡ Αἰγυπτία ἀσκοῦσε τὴν ἀδιάλειπτη προσευχὴ καὶ μάλιστα ὁ Ἀββᾶς Ζωσιμᾶς τὴν εἶδε ὅταν ἐκείνη ὕψωσε τὰ μάτια της στὸν οὐρανὸ καὶ ἅπλωσε τὰ χέρια της καὶ «ἤρξατο εὔχεσθαι ὑποψιθυρίζουσα· φωνὴ δὲ αὐτῆς οὐκ ἠκούετο ἔναρθρος». Καὶ σὲ κάποια στιγμή, ἐνῷ ἐκεῖνος καθόταν σύντρομος, «ὁρᾷ αὐτὴν ὑψωθεῖσαν ὡς ἕνα πῆχυν ἀπὸ τῆς γῆς καὶ τῷ ἀέρι κρεμαμένην καὶ οὕτω προσεύχεσθαι».

Ὁ Ἀββᾶς Ζωσιμᾶς προσπάθησε νὰ πλησιάσει, γιὰ νὰ διαπιστώσει τί ἦταν αὐτὸ ποὺ ἔβλεπε, ἀλλὰ τὸ ἀνθρώπινο ἐκεῖνο ὂν ἀπομακρυνόταν. Ἔτρεχε ὁ Ἀββᾶς Ζωσιμᾶς, ἔτρεχε καὶ ἐκεῖνο. Καὶ ὁ Ἀββᾶς κραύγαζε μὲ δάκρυα πρὸς αὐτὸ ὥστε νὰ σταματήσει, γιὰ νὰ λάβει τὴν εὐλογία του. Ἐκεῖνο ὅμως δὲν ἀνταποκρινόταν. Μόλις ἔφθασε ὁ Ἀββᾶς σὲ κάποιο χείμαρρο καὶ ἀπόκαμε, ἐκεῖνο τὸ ἀνθρώπινο ὂν ἀφοῦ τὸν ἀποκάλεσε μὲ τὸ μικρό του ὄνομα, πρᾶγμα ποὺ προκάλεσε μεγάλη ἐντύπωση στὸν Ἀββᾶ, τοῦ εἴπε ὅτι δὲν μπορεῖ νὰ γυρίσει καὶ νὰ τὸν δεῖ κατὰ πρόσωπο, γιατί εἶναι γυναῖκα γυμνὴ καὶ ἔχει ἀκάλυπτα τὰ μέλη τοῦ σώματός της. Τὸν παρακάλεσε, ἂν θέλει, νὰ τῆς δώσει τὴν εὐχή του καὶ νὰ τῆς ρίξει ἕνα κουρέλι ἀπὸ τὰ ροῦχα του, γιὰ νὰ καλύψει τὸ γυμνὸ σῶμα της. Ὁ Ἀββᾶς ἔκανε ὅτι τοῦ εἶπε καὶ τότε ἐκείνη στράφηκε πρὸς αὐτόν. Ὁ Ἀββᾶς ἀμέσως γονάτισε γιὰ νὰ λάβει τὴν εὐχή της, ἐνῷ τὸ ἴδιο ἔκανε καὶ ἐκείνη. Καὶ παρέμειναν καὶ οἱ δυὸ γονατιστοὶ «ἕκαστος ἐξαιτῶν εὐλογῆσαι τὸν ἕτερον».

Ἐπειδὴ ὁ Ἀββᾶς ἀναρωτιόταν μήπως ἔβλεπε μπροστά του κάποιο ἄυλο πνεῦμα, ἐκείνη διακρίνοντας τοὺς λογισμούς του, τοῦ εἶπε ὅτι εἶναι ἁμαρτωλή, ποὺ ἔχει περιτειχισθεῖ ἀπὸ τὸ ἅγιο Βάπτισμα καὶ εἶναι χῶμα καὶ στάχτη καὶ ὄχι ἄυλο πνεῦμα.

Ἡ Ὁσία Μαρία κατὰ τὴν συνάντηση αὐτή, ἀφοῦ ἀποκάλυψε ὅλη τὴν ζωή της, ζήτησε ἀπὸ τὸν Ἀββᾶ Ζωσιμᾶ νὰ ἔλθει κατὰ τὴν Μεγάλη Πέμπτη τῆς ἑπόμενης χρονιᾶς, σὲ ἕναν ὁρισμένο τόπο στὴν ὄχθη τοῦ Ἰορδάνου ποταμοῦ, κοντὰ σὲ μία κατοικημένη περιοχή, γιὰ νὰ τὴν κοινωνήσει, ὕστερα ἀπὸ πολλὰ χρόνια μεγάλης μετάνοιας ποὺ μεταμόρφωσε τὴν ὕπαρξή της. «Καὶ νῦν ἐκείνου ἐφίεμαι ἀκατασχέτῳ τῷ ἔρωτι», τοῦ εἶπε, δηλαδὴ εἶχε ἀκατάσχετο ἔρωτα νὰ κοινωνήσει τοῦ Σώματος καὶ τοῦ Αἵματος τοῦ Χριστοῦ.

Ὁ Ἀββᾶς Ζωσιμᾶς ἐπέστρεψε στὸ μοναστήρι χωρὶς νὰ πεῖ σὲ κανένα τί ἀκριβῶς συνάντησε, σύμφωνα ἄλλωστε καὶ μὲ τὸν κανόνα ποὺ ὑπῆρχε σὲ ἐκείνη τὴν ἱερὰ μονή. Ὅμως, συνεχῶς παρακαλοῦσε τὸν Θεὸ νὰ τὸν ἀξιώσει νὰ δεῖ καὶ πάλι «τὸ ποθούμενον πρόσωπον» τὴν ἑπόμενη χρονιὰ καὶ μάλιστα ἦταν στεναχωρημένος γιατί δὲν περνοῦσε ὁ χρόνος, καθὼς ἤθελε ὅλος αὐτὸς ὁ χρόνος νὰ ἦταν μία ἡμέρα.

Τὸ ἑπόμενο ἔτος ὁ Ἀββᾶς Ζωσιμᾶς ἀπὸ κάποια ἀρρώστια δὲν μπόρεσε νὰ βγεῖ ἀπὸ τὸ μοναστήρι στὴν ἔρημο, ὅπως ἔκαναν οἱ ἄλλοι πατέρες στὴν ἀρχὴ τῆς Σαρακοστῆς καὶ ἔτσι παρέμεινε στὸ μοναστήρι. Καὶ τὴν Κυριακὴ τῶν Βαΐων, ὅταν εἶχαν ἐπιστρέψει οἱ ἄλλοι πατέρες τῆς Μονῆς, ἐκεῖνος ἑτοιμάσθηκε νὰ πορευθεῖ στὸν τόπο ποὺ τοῦ εἶχε ὑποδείξει ἡ Ὁσία, γιὰ νὰ τὴν κοινωνήσει.

Τὴν Μεγάλη Πέμπτη πῆρε μαζί του σὲ ἕνα μικρὸ ποτήρι τὸ Σῶμα καὶ τὸ Αἷμα τοῦ Χριστοῦ, πῆρε μερικὰ σύκα καὶ χουρμάδες καὶ λίγη βρεγμένη φακὴ καὶ βγῆκε ἀπὸ τὸ μοναστήρι γιὰ νὰ συναντήσει τὴν Ὁσία Μαρία. Ἐπειδὴ ὅμως ἐκείνη ἀργοποροῦσε νὰ ἔλθει στὸν καθορισμένο τόπο, ὁ Ἀββᾶς προσευχόταν στὸν Θεὸ μὲ δάκρυα νὰ μὴν τοῦ στερήσει λόγω τῶν ἁμαρτιῶν του τὴν εὐκαιρία νὰ τὴ δεῖ ἐκ νέου.

Μετὰ τὴν θερμὴ προσευχὴ τὴν εἶδε ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρὰ τοῦ Ἰορδάνη ποταμοῦ, νὰ κάνει τὸ σημεῖο τοῦ Σταυροῦ, νὰ πατᾶ πάνω στὸ νερὸ τοῦ ποταμοῦ «περιπατοῦσαν ἐπὶ τῶν ὑδάτων ἐπάνω καὶ πρὸς ἐκεῖνον βαδίζουσαν». Στὴν συνέχεια ἡ Ὁσία τὸν παρακάλεσε νὰ πεῖ τὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως καὶ τὸ «Πάτερ ἡμῶν». Ἀκολούθως ἀσπάσθηκε τὸν Ἀββᾶ Ζωσιμᾶ καὶ κοινώνησε τῶν ζωοποιῶν Μυστηρίων. Ἔπειτα ὕψωσε τὰ χέρια της στὸν οὐρανό, ἀναστέναξε μὲ δάκρυα καὶ εἶπε: «Νῦν ἀπολύεις τὴν δούλην σου, ὦ Δέσποτα, κατὰ τὸ ῥῆμά σου ἐν εἰρήνῃ· ὅτι εἶδον οἱ ὀφθαλμοί μου τὸ σωτήριόν σου».

Στὴν συνέχεια, ἀφοῦ τὸν παρακάλεσε νὰ ἔλθει καὶ τὸ ἑπόμενο ἔτος στὸ χείμαρρο ποὺ τὴν εἶχε συναντήσει τὴν πρώτη φορά, ζήτησε τὴν προσευχή του. Ὁ Ἀββᾶς ἄγγιξε τὰ πόδια τῆς Ὁσίας, ζήτησε καὶ αὐτὸς τὴν προσευχή της καὶ τὴν ἄφησε νὰ φύγει «στένων καὶ ὀδυρόμενος», διότι τολμοῦσε «κρατῆσαι τὴν ἀκράτητον». Ἐκείνη ἔφυγε κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο ἦλθε, πατώντας δηλαδὴ πάνω στὰ νερὰ τοῦ Ἰορδάνου ποταμοῦ.

Τὸ ἑπόμενο ἔτος, σύμφωνα καὶ μὲ τὴν παράκληση τῆς Ὁσίας, ὁ Ἀββᾶς βιαζόταν νὰ φθάσει «πρὸς ἐκεῖνο τὸ παράδοξο θέαμα». Ἀφοῦ βάδισε πολλὲς ἡμέρες καὶ ἔφθασε στὸν τόπο ἐκεῖνο, ἔψαχνε «ὡς θηρευτὴς ἐμπειρότατος» νὰ δεῖ «τὸ γλυκύτατο θήραμα», τὴν Ὁσία τοῦ Θεοῦ. Ὅμως δὲν τὴν ἔβλεπε πουθενά. Τότε ἄρχισε νὰ προσεύχεται στὸν Θεὸ κατανυκτικά: «Δεῖξόν μοι, Δέσποτα, τὸν θησαυρόν σου τὸν ἄσυλον, ὃν ἐν τῇδε τῇ ἐρήμῳ κατέκρυψας· δεῖξόν μοι, δέομαι, τὸν ἐν σώματι ἄγγελον, οὗ οὐκ ἔστιν ὁ κόσμος ἀπάξιος». Γιὰ τὸν Ἀββᾶ Ζωσιμᾶ ἡ Ὁσία Μαρία ἦταν ἄθικτος θησαυρός, ἄγγελος μέσα σὲ σῶμα, ποὺ ὁ κόσμος δὲν ἦταν ἄξιος νὰ τὸν ἔχει. Καὶ προσευχόμενος μὲ τὰ λόγια αὐτὰ εἶδε «κεκειμένην τὴν Ὁσίαν νεκράν, καὶ τὰς χεῖρας οὕτως ὥσπερ ἔδει τυπώσασαν καὶ πρὸς ἀνατολὰς ὁρῶσαν κειμένην τῷ σχήματι». Βρῆκε δὲ καὶ δική της γραφὴ ποὺ ἔλεγε: «Θάψον, ἀββᾶ Ζωσιμᾶ, ἐν τούτῳ τῷ τόπῳ τῆς ταπεινῆς Μαρίας τὸ λείψανον, ἀποδὸς τὸν χοῦν  τῷ χοΐ, ὑπὲρ ἐμοῦ διὰ παντὸς πρὸς τὸν Κύριον προσευχόμενος, τελειωθείσης, μηνὶ Φαρμουθὶ (κατ’ Αἰγυπτίους, ὅπως ἐστὶ κατὰ Ρωμαίους Ἀπρίλιος), ἐν αὐτῇ δὲ τῇ νυκτὶ τοῦ πάθους τοῦ σωτηρίου, μετὰ τὴν τοῦ θείου καὶ μυστικοῦ δείπνου μετάληψιν». Τὴν βρῆκε δηλαδὴ νεκρή, κείμενη στὴν γῆ, μὲ τὰ χέρια σταυρωμένα καὶ βλέποντας πρὸς τὴν ἀνατολή. Συγχρόνως βρῆκε καὶ γραφὴ ποὺ τὸν παρακαλοῦσε νὰ τὴν ἐνταφιάσει.

Ἡ Ὁσία κοιμήθηκε τὴν ἴδια ἡμέρα ποὺ κοινώνησε, ἀφοῦ εἶχε διασχίσει σὲ μία ὥρα ἀπόσταση τὴν ὁποία διήνυσε τὸ ἑπόμενο ἔτος ὁ Ἀββᾶς Ζωσιμᾶς σὲ εἴκοσι ἡμέρες. Γράφει ὁ Ἅγιος Σωφρόνιος: «καὶ ἥνπερ ὤδευσεν ὁδὸν Ζωσιμᾶς διὰ εἴκοσι ἡμερῶν κοπιῶν, εἰς μίαν ὥραν Μαρίαν διέδραμεν, καὶ εὐθὺς πρὸς τὸν Θεὸν ἐξεδήμησεν». Τὸ σῶμα της εἶχε ἀποκτήσει ἄλλες ἰδιότητες, εἶχε μεταμορφωθεῖ.

Στὴν συνέχεια ὁ Ἀββᾶς Ζωσιμᾶς, ἀφοῦ ἔκλαψε πολὺ καὶ εἶπε ψαλμοὺς κατάλληλους γιὰ τὴν περίσταση, «ἐποίησεν εὐχὴν ἐπιτάφιον». Καὶ μετὰ μὲ μεγάλη κατάνυξη, «βρέχων τὸ σῶμα τοῖς δάκρυσι» ἐπιμελήθηκε τὰ τῆς ταφῆς. Ἐπειδή, ὅμως, ἡ γῆ ἦταν σκληρὴ καὶ ὁ ἴδιος ἦταν προχωρημένης ἡλικίας, γι’ αὐτὸ δὲν μποροῦσε νὰ τὴν σκάψει καὶ βρισκόταν σὲ ἀπορία. Τότε «ὁρᾷ λέοντα μέγαν τῷ λειψάνῳ τῆς Ὁσίας παρεστῶτα καὶ τὰ ἴχνη αὐτῆς ἀναλείχοντα», δηλαδὴ εἶδε ἕνα λιοντάρι νὰ στέκεται δίπλα στὸ λείψανο τῆς Ὁσίας καὶ νὰ γλείφει τὰ ἴχνη της. Ὁ Ἀββᾶς τρόμαξε, ἀλλὰ τὸ ἴδιο τὸ λιοντάρι «οὐχὶ τοῦτον τοῖς κινήμασι μόνον ἀσπαζόμενον, ἀλλὰ καὶ προθέσει», δηλαδὴ τὸ ἴδιο τὸ λιοντάρι καλόπιανε τὸν Ἀββᾶ καὶ τὸν παρακινοῦσε καὶ μὲ τὶς κινήσεις του καὶ μὲ τὶς προθέσεις του, νὰ προχωρήσει στὸν ἐνταφιασμό της. Λαμβάνοντας ὁ Ἀββᾶς θάρρος ἀπὸ τὸ ἥμερο τοῦ λιονταριοῦ, τὸ παρακάλεσε νὰ σκάψει αὐτὸ τὸ ἴδιο τὸν λάκκο, γιὰ νὰ ἐνταφιασθεῖ τὸ ἱερὸ λείψανο τῆς Ὁσίας Μαρίας, ἐπειδὴ ἐκεῖνος ἀδυνατοῦσε. Τὸ λιοντάρι ὑπάκουσε. «Εὐθὺς δὲ ἅμα τῷ σώματι θαπτόμενο», δηλαδὴ μὲ τὰ μπροστινά του πόδια ἔσκαψε τὸ λάκκο, ὅσο ἔπρεπε, γιὰ νὰ ἐνταφιασθεῖ τὸ σκήνωμα τῆς Ὁσίας Μαρίας.

Ὁ ἐνταφιασμὸς τῆς Ὁσίας ἔγινε προσευχομένου τοῦ Ἀββᾶ Ζωσιμᾶ καὶ τοῦ λιονταριοῦ «παρεστῶτος». Μετὰ τὸν ἐνταφιασμὸ ἔφυγαν καὶ οἱ δύο, «ὁ μὲν λέων ἐπὶ τὰ ἔνδον τῆς ἐρήμου ὡς πρόβατον ὑπεχώρησε. Ζωσιμᾶς δὲ ὑπέστρεψεν, εὐλογῶν καὶ αἰνῶν τὸν Θεὸν ἡμῶν».

Καὶ ὁ Ἅγιος Σωφρόνιος, Πατριάρχης Ἱεροσολύμων, καταλήγει ὅτι ἔγραψε αὐτὸ τὸ βίο «κατὰ δύναμιν» καὶ «τῆς ἀληθείας μηδὲν προτιμῆσαι θέλων».

Ὁ βίος τῆς Ὁσίας Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας, δείχνει πῶς μία πόρνη μπορεῖ νὰ γίνει κατὰ Χάριν θεός, πῶς ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ γίνει ἄγγελος ἐν σώματι καὶ πῶς ἡ κατὰ Χριστὸν ἐλπίδα μπορεῖ νὰ ἀντικαταστήσει τὴν ὑπὸ τοῦ διαβόλου προερχόμενη ἀπόγνωση. Στὸ πρόσωπο τῆς Ὁσίας Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας βλέπουμε τὸν ἄνθρωπο ποὺ ἀναζητᾶ τὴν ἡδονὴ καὶ κυνηγᾶ τοὺς ἀνθρώπους γιὰ τὴν ἱκανοποίησή τους, ἀλλὰ ὅμως μὲ τὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ μπορεῖ νὰ ἐξαγιασθεῖ τόσο πολύ, ὥστε νὰ φθάσει στὸ σημεῖο νὰ τὴν κυνηγοῦν οἱ Ἅγιοι γιὰ νὰ λάβουν τὴν εὐλογία της καὶ νὰ ἀσπασθοῦν τὸ τετιμημένο της σῶμα, καθὼς ἐπίσης νὰ τὴ σέβονται καὶ τὰ ἄγρια ζῶα.

Ἡ Ὁσία Μαρία ἡ Αἰγυπτία μὲ τὴν μετάνοιά της, τὴν βαθιά της ταπείνωση, τὴν ὑπέρβαση ἐν Χάριτι τοῦ θνητοῦ καὶ παθητοῦ σώματός της, ἀφ’ ἐνὸς μὲν προσφέρει μία παρηγοριὰ σὲ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ταπεινώνει ἐκείνους ποὺ ὑπερηφανεύονται γιὰ τὰ ἀσκητικά τους κατορθώματα. Δὲν ἡμέρωσε μόνο τὰ ἄγρια θηρία ποὺ ὑπῆρχαν μέσα της, δηλαδὴ τὰ ἄλογα πάθη, ἀλλὰ ὑπερέβη ὅλα τὰ ὅρια τῆς ἀνθρώπινης φύσεως καὶ ἡμέρωσε ἀκόμη καὶ τὰ ἄγρια θηρία τῆς κτίσεως.

Αὐτὸς εἶναι ὁ σκοπὸς καὶ ὁ πλοῦτος τῆς ἐνανθρωπίσεως τοῦ Χριστοῦ, ποὺ φυλάσσεται μέσα στὴν Ἐκκλησία. Μὲ τὴν ἀποκαλυπτικὴ θεολογία καὶ τὴν ἐν Χριστῷ ζωῇ ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ μεταμορφωθεῖ ὁλοκληρωτικά.
Ἡ Ἐκκλησία τιμᾶ τὴν μνήμη τῆς Ὁσίας Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας καὶ τὴν Ε’ Κυριακὴ τῶν Νηστειῶν.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr   

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Φωτισθεῖσα ἐνθέως Σταυροῦ τῇ χάριτι, τῆς μετανοίας ἐδείχθης φωτοφανὴς λαμπηδών, τῶν παθῶν τὸν σκοτασμὸν λιποῦσα πάνσεμνε· ὅθεν ὡς ἄγγελος Θεοῦ, Ζωσιμᾷ τῷ ἱερῷ, ὡράθης ἐν τῇ ἐρήμῳ, Μαρία Ὁσία Μῆτερ· μεθ’ οὗ δυσώπει ὑπὲρ πάντων ἡμῶν.

 

Κοντάκιον. Ἦχος β’. Τοῖς τῶν αἱμάτων σου.

Τοῖς τῶν ἀγώνων σου πόνοις θεόληπτε, τὸ τῆς ἐρήμου τραχὺ καθηγίασας· διό σου τὴν μνήμην δοξάζομεν, ἐν ὑμνῳδίαις Μαρία τιμῶντές σε, Ὁσία Ὁσίων ἀγλάϊσμα.

 

Ἔτερον Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ’. Τῇ ὑπερμάχῳ.

Τῆς μετανοίας τὴν λαμπάδα τὴν πολύφωτον

Καὶ ἐγκρατείας τὴν εἰκόνα τὴν θεόγραφον,

Τὴν Μαρίαν ἀνυμνήσωμεν τὴν Ὁσίαν.

Ἐν ἐρήμῳ γὰρ ὡς ἄγγελος ἐβίωσε

Καὶ τὸν τρώσαντα αὐτὴν πρῴην κατῄσχυνε·
Ταύτῃ λέγοντες· χαίροις Μῆτερ ἰσάγγελε.

 

Μεγαλυνάριον.
Αἴγυπτον φυγοῦσα τὴν τῶν παθῶν, δάκρυσιν ἐκπλύνεις, ἁμαρτίας τὸν μολυσμόν, καὶ ἐν τῇ ἐρήμῳ, τοῦ Ἰορδάνου Μῆτερ, ὡς ἄγγελος Μαρία, ὄντως ἠγώνισαι.

Ὁ Ὅσιος Ἄχαζ ὁ Δίκαιος 

Ὁ Ὅσιος Ἄχαζ ὁ Δίκαιος κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη. 

Πηγή: http://www.synaxarion.gr   

Οἱ Ἅγιοι Ἀλέξανδρος, Διονύσιος, Ἰνγενιανή, Πάντερος ἢ Πάνταινος, Παρθένιος καὶ Σατουρνίνος οἱ Μάρτυρες

Οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες Ἀλέξανδρος, Διονύσιος, Ἰνγενιανή, Πάντερος ἢ Πάνταινος, Παρθένιος καὶ Σατουρνίνος, μαρτύρησαν στὴ Θεσσαλονίκη, ὅπως ἀναγράφεται στὸ Ἱερωνυμικὸ Μαρτυρολόγιο.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr   

Οἱ Ἅγιοι Βασιλείδης καὶ Γερόντιος οἱ Μάρτυρες 

Οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες Βασιλείδης καὶ Γερόντιος τελειώθηκαν διὰ ξίφους. Ναὸς τοῦ Ἁγίου Μάρτυρα Γεροντίου σωζόταν στὴν Κωνσταντινούπολη μέχρι τὰ τέλη τοῦ 14ου αἰῶνος μ.Χ.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr   

Ὁ Ἅγιος Πολύνικος ὁ Μάρτυρας

Δὲν ἔχουμε λεπτομέρειες γιὰ τὸν βίο καὶ τὸ Μαρτύριο τοῦ Ἁγίου.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr   

Οἱ Ἅγιοι Ἑρμῆς καὶ Θεοδώρα οἱ Μάρτυρες

Οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες Ἑρμῆς καὶ Θεοδώρα κατάγονταν ἀπὸ ἐπιφανὴ οἰκογένεια τῆς Ρώμης. Ὑπέστησαν μαρτυρικὸ θάνατο τὸ ἔτος 132 μ.Χ., ἐπὶ αὐτοκράτορα Ἀδριανοῦ (117 – 138 μ.Χ.).

Πηγή: http://www.synaxarion.gr   

Ὁ Ὅσιος Μακάριος ἡγούμενος τῆς μονῆς Πελεκητῆς

Ὁ Ὅσιος Μακάριος, κατὰ κόσμος Χριστόφορος, γεννήθηκε στὴν Κωνσταντινούπολη. Σὲ νεαρὴ ἡλικία ἔμεινε ὀρφανὸς καὶ ἀπὸ τοὺς δύο γονεῖς του καὶ τὴν ἀνατροφή του ἀνέλαβε ἕνας εὐλαβὴς θεῖος του, ὁ ὁποῖος φρόντισε γιὰ τὴν κατὰ Θεὸν ἀνατροφὴ καὶ ἐκπαίδευσή του. Ἐπειδὴ εἶχε κλίση πρὸς τὴν μοναχικὴ πολιτεία, ἐγκατέλειψε τὸν κόσμο καὶ κατέφυγε στὴ μονὴ τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου, τὴν ἐπιλεγόμενη Πελεκητή, στὰ Τρίγλεια τῆς Προύσσας. Ἐκεῖ ἐκάρη μοναχὸς καὶ μετονομάσθηκε σὲ Μακάριο.

Ὁ νέος μοναχὸς ἄρχισε νὰ ἐπιδίδεται στὴν ἄσκηση καὶ τὴν προσευχή. Ἡ κατὰ Θεὸν προκοπή του τὸν ἀνέδειξε σὲ ἡγούμενο τῆς μονῆς. Ὁ Ὅσιος Μακάριος ἔγινε πνευματικὸς πατέρας γιὰ ὅλους, ὄχι μόνο γιὰ τοὺς μοναχοὺς ἀλλὰ καὶ γιὰ τοὺς πιστοὺς ποὺ κατέφευγαν πρὸς αὐτὸν γιὰ νά τὸν συμβουλευθοῦν, νὰ λάβουν τὴν εὐχή του καὶ νὰ θεραπευθοῦν στὴν ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα, ἀφοῦ ὁ Ἅγιος Θεὸς τὸν ἄμειψε μὲ τὸ χάρισμα τῆς θαυματουργίας.

Ἡ φήμη τοῦ Ὁσίου ἔφθασε μέχρι τὸν Πατριάρχη Ταράσιο (784 – 806 μ.Χ.), ὁ ὁποῖος ἔστειλε πρὸς αὐτὸν τὸν πατρίκιο Παῦλο, ποὺ εἶχε θεραπευθεῖ παλαιότερα ἀπὸ τὸν Ὅσιο, γιὰ νὰ κάνει καλὰ καὶ τὴν γυναῖκα τοῦ πατρικίου ὅπως καὶ τὸν ἴδιο. Μετὰ ἀπὸ αὐτὸ ὁ Πατριάρχης Ταράσιος μετεκάλεσε τὸν Ὅσιο στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ τὸν χειροτόνησε πρεσβύτερο.

Ὅταν ξέσπασε ἡ αἵρεση τῶν εἰκονομάχων στὴν Ἐκκλησία ἐπὶ αὐτοκράτορα Λέοντος Ε’ τοῦ Ἀρμενίου (813 – 820 μ.Χ.), ὁ Ὅσιος, ἐπειδὴ ἦταν ὑπερασπιστὴς τῆς πατρώας εὐσέβειας, κλείσθηκε στὴν φυλακὴ στὴν ὁποία παρέμεινε μέχρι τὸν θάνατο τοῦ αὐτοκράτορα. Τὸν ἐλευθέρωσε ὁ αὐτοκράτορας Μιχαὴλ ὁ Τραυλὸς (820 – 829 μ.Χ.), διάδοχος τοῦ Λέοντος, ὁ ὁποῖος ὅμως καθὼς δὲν κατάφερε νὰ μεταβάλει τὸ εὐσεβὲς φρόνημα τοῦ Ὁσίου ὑπὲρ τῶν ἁγίων εἰκόνων, τὸν ἐξόρισε στὴ νῆσο Ἀφουσία, στὴν θάλασσα τοῦ Μαρμαρᾶ. Ἐκεῖ ὁ Ὅσιος Μακάριος, μέσα σὲ κακουχίες καὶ στερήσεις, κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 820 μ.Χ.
Μετὰ τὴν κοίμηση τοῦ Ὁσίου οἱ μοναχοὶ τῆς μονῆς Πελεκητῆς ἀνέδειξαν ἡγούμενο τὸν μοναχὸ Σέργιο τὸν Ἔγκλειστο.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr   

Ὁ Ἅγιος Ἀβραάμιος ὁ Νεομάρτυρας ἐκ Βουλγαρίας 

Ὁ Ἅγιος Νεομάρτυς Ἀβραάμιος καταγόταν ἀπὸ τὴν Βουλγαρία καὶ ζοῦσε στὴν Ρωσία. Ἀρχικὰ ἦταν Μουσουλμάνος, ἀλλὰ ὅταν ἄκουσε τὸ κήρυγμα τοῦ Εὐαγγελίου ἀσπάσθηκε τὴν Ὀρθόδοξη πίστη. Ἦταν φιλάνθρωπος καὶ ἐλεήμων πρὸς τοὺς φτωχούς. Στὴν πόλη Βολγάρα, στὶς κατώτερες ἐκβολὲς τοῦ ποταμοῦ Βόλγα, ὁ Ἅγιος Ἀβραάμιος ἄρχισε νὰ διδάσκει τοὺς συμπατριῶτες του γιὰ τὸν ἀληθινὸ Θεό. Τότε τὸν συνέλαβαν καὶ προσπάθησαν νὰ τὸν ἐξαναγκάσουν νὰ ἀρνηθεῖ τὸν Χριστό. Ὁ Ἅγιος, ὅμως, ἔμεινε σταθερὸς στὴν ὁμολογία τῆς πατρώας εὐσέβειας. Ἔτσι, τὸ ἔτος 1229, τεμάχισαν τὸν Ἅγιο καὶ ἔπειτα ἀπέκοψαν τὴν τίμια κεφαλή του. Οἱ Ρώσοι Χριστιανοί, ποὺ ζοῦσαν στὴν πόλη, ἐνταφίασαν τὸ ἱερὸ λείψανο τοῦ Ἁγίου στὸ χριστιανικὸ κοιμητήριο.
Ἡ ἀνακομιδὴ τῶν ἱερῶν λειψάνων του ἔγινε στὶς 6 Μαρτίου τοῦ ἔτους 1230 ἀπὸ τὸν μεγάλο πρίγκιπα τοῦ Βλαντιμὶρ Γεώργιο ( 4 Φεβρουαρίου), ὁ ὁποῖος τὰ ἐναπέθεσε στὸν ἱερὸ ναὸ τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου τῆς μονῆς Κνυατζινίν.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr   

 

Ὁ Ὅσιος Εὐθύμιος ὁ Θαυματουργός

Ὁ Ὅσιος Εὐθύμιος ὁ Θαυματουργὸς γεννήθηκε τὸ ἔτος 1316 στὴν πόλη Νίζνϊυ – Νόβγκοροντ τῆς Ρωσίας, μία μικρὴ πόλη τοποθετημένη στὴν συμβολὴ τῶν ποταμῶν Βόλγα καὶ Ὄκα, στὸ πριγκιπάτο τῆς Σουζδαλίας. Ἦταν τὰ χρόνια τοῦ ταταρικοῦ ζυγοῦ καὶ τῶν ἐσωτερικῶν πολέμων ἀνάμεσα στοὺς Ρώσους πρίγκιπες. Ἡ Ρωσία ἔπρεπε νὰ ὑποστεῖ πολέμους, πυρκαγιὲς καὶ ὀλέθρους. Ἐνῷ οἱ εἰδωλολάτρες λεηλατοῦσαν πόλεις καὶ μονὲς καὶ σκότωναν τοὺς φιλήσυχους κατοίκους ἢ τοὺς σκλάβωναν, οἱ Χριστιανοὶ πρίγκιπες, ἀντὶ νὰ ὑπερασπιστοῦν τοὺς ὑπηκόους τους ἀπὸ τοὺς καταπιεστές, σήκωναν ὁ ἕνας ἐναντίων τοῦ ἄλλου τὸ ἀδελφοκτόνο χέρι, καλώντας συχνὰ σὲ συνδρομὴ τοὺς εἰδωλολάτρες, ὥστε νὰ μπορέσουν μὲ τὴν βοήθεια τῶν Ταταρομογγολικῶν δυνάμεων νὰ προσθέσουν στὴν κυριαρχία τους νέα ἐδάφη ποὺ τὰ ἅρπαζαν ἀπὸ τοὺς γειτονικοὺς πρίγκιπες. Οἱ νέοι ἀσκητὲς στὴν δύσκολη ἐκείνη περίοδο συνεισέφεραν μὲ τὴν σοφία καὶ τὴν ψυχική τους δύναμη καὶ συμπαραστέκονταν στὴν πνευματικὴ στέρηση τοῦ Ρωσικοῦ λαοῦ.

Ὁ Ὅσιος ἀπὸ τὴν παιδική του ἡλικία ἐξεδήλωσε τὴν δίψα του γιὰ τὰ γράμματα καὶ τὴν ἀγάπη του πρὸς τὸν μοναχικὸ βίο. Στὴν παιδική του ἡλικία, ὑπὸ τὴν καθοδήγηση τοῦ ἐφημέριου τοῦ χωριοῦ του, ἄρχισε νὰ μαθαίνει νὰ διαβάζει καὶ νὰ γράφει, γιὰ νὰ εἶναι σὲ θέση νὰ διαβάζει τὶς θεῖες Γραφὲς καὶ τὰ ἔργα τῶν Ἁγίων Πατέρων. Τὰ παιχνίδια δὲν τὸν ἐνδιέφεραν.

Τὸ δεύτερο σχολεῖο τοῦ μικροῦ Εὐθυμίου ἦταν ὁ οἶκος τοῦ Κυρίου, ὅπου συχνὰ πήγαινε. Ἀποσυρόταν σὲ μία σκοτεινὴ πλευρὰ τῆς Ἐκκλησίας, γιὰ νὰ μὴν ἀπασχολεῖται μὲ ἀνούσιες συζητήσεις καὶ συγκεντρωνόταν στὴν προσευχὴ καὶ τὴν ἀνάγνωση τοῦ Ψαλτηρίου, τοῦ Εὐαγγελίου καὶ τῶν Πράξεων τῶν Ἀποστόλων. Καταλάβαινε βαθύτατα τὴ σκέψη τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, ὅτι ὁ Χριστιανὸς πρέπει νὰ εἶναι παιδὶ ὡς πρὸς τὴν ἁγνότητα καὶ ἄνδρας ὡς πρὸς τὴν λογική. Ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ τὸν περιέβαλαν ἄκουγε διηγήσεις γιὰ ἁγίους ἀνθρώπους, ποὺ μιμούμενοι τὴν ἀγγελικὴ ζωὴ ἀποσύρονταν ἀπὸ τὸν κόσμο καὶ τὶς πολυτέλειες, γίνονταν ἐρημῖτες καὶ ζοῦσαν σὲ ἡσυχία καὶ μετάνοια. Στὴν ψυχὴ τοῦ νεαροῦ ὡρίμασε ἡ ἀπόφαση νὰ ἀφιερώσει τελείως τὴν ζωή του στὸν Θεό. Ἀναζήτησε, λοιπόν, ἕναν πνευματικὸ καθοδηγητὴ ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ τὸν ὁδηγήσει στὴν ὁδὸ τῆς τελειώσεως.

Τὴν πνευματικὴ καθοδήγησή του ἀνέλαβε ὁ Ἅγιος Διονύσιος, μοναχὸς στὴ μονὴ τῶν Σπηλαίων τοῦ Νιζνέγκοροντ καὶ μετέπειτα Ἀρχιεπίσκοπος Σουζδαλίας ( 26 Ἰουνίου καὶ 15 Ὀκτωβρίου). Πῶς ὅμως ὁ Εὐθύμιος συνδέθηκε μὲ τὸν ἅγιο γέροντά του;

Περὶ τὸ ἔτος 1330 ἔφθασε στὸ Νίζνϊυ – Νόβγκοροντ ἕνας εὐσεβὴς μοναχὸς μὲ τὸ ὄνομα Διονύσιος. Αὐτὸς ἔσκαψε μία σπηλιὰ σὲ μία ἀπόκρημνη ὄχθη τοῦ Βόλγα καὶ ἐγκαταστάθηκε ἐκεῖ, ἀφοσιωμένος στὸν ἀσκητικὸ βίο. Οἱ φῆμες σχετικὰ μὲ τὴν ἀσκητική του ζωὴ σύντομα διαδόθηκαν στὰ περίχωρα καὶ ὁ κόσμος ἄρχισε νὰ ἀπευθύνεται σὲ αὐτόν, ζητώντας του νά τοὺς συμβουλέψει καὶ νὰ προσευχηθεῖ γι’ αὐτούς. Ἔτσι δημιουργήθηκε μία ὁμάδα μαθητῶν καὶ δίπλα στὴν ἀρχικὴ σπηλιὰ κτίσθηκε ἕνα μοναστήρι καὶ μία Ἐκκλησία ἀφιερωμένη στὴν Ἀνάληψη τοῦ Κυρίου. Ἀλλὰ καὶ ὁ Εὐθύμιος εἶχε ἀκούσει πολλὲς φορὲς νὰ ὁμιλοῦν γι’ αὐτὸν τὸν ἀσκητή. Μία ἡμέρα, λοιπόν, ἀποφάσισε νὰ ἐπισκεφθεῖ τὸ μοναστήρι γιὰ νά τὸν συναντήσει. Ἀφοῦ τελικὰ ἔφθασε, ἔπεσε στὰ πόδια τοῦ γέροντα ἀσκητῆ, βρέχοντάς τα μὲ δάκρυα, ἀλλὰ δὲν κατόρθωνε νὰ ἐκφράσει αὐτὸ ποὺ ἡ καρδιά του ἐπιθυμοῦσε. Ὁ Στάρετς τοῦ εἶπε νὰ σηκωθεῖ καὶ τὸν ρώτησε: «Γιατί, παιδί μου, ἦλθες σὲ ἐμένα τὸν ἄθλιο καὶ εὐτελή;». Ὁ νέος τότε ἀπάντησε: «Πάτερ, πάρε μὲ στὸ ἅγιο καὶ ἐκλεκτό σου ποίμνιο. Ἐπιθυμῶ, ὦ μακάριε καὶ ἅγιε ἄνθρωπε, ὁ Θεός, μὲ τὴν μεσολάβησή σου, νὰ μοῦ ἐπιτρέψει νὰ ζήσω τὴ μοναστικὴ ζωὴ καὶ νὰ εἶμαι προσανατολισμένος ἀπὸ σένα στὴν ὁδὸ τῆς σωτηρίας».

Ὁ Ἅγιος Διονύσιος ἔμεινε ἔκπληκτος ἀπὸ τὴν ἐπιθυμία τοῦ νέου καὶ τοῦ ἔδωσε κουράγιο, δοξάζοντας τὸν Θεὸ γιὰ τὴν ἀπόφασή του νὰ ἀρνηθεῖ τὶς πολυτέλειες τοῦ κόσμου καὶ νὰ ἀναλάβει στοὺς ὤμους του τὸ θεῖο ζυγό.

Ἀφοῦ ἄφησε τὸν νέο νὰ μπεῖ στὸ κελί του, εἶχε μαζί του μία πνευματικὴ συζήτηση μὲ σκοπὸ νὰ ἐξετάσει τὶς πραγματικὲς προθέσεις του καὶ ἀφοῦ πείσθηκε γιὰ τὴν εἰλικρίνεια τοῦ χαρακτῆρος τοῦ νεαροῦ Εὐθυμίου, τὸν ἔκειρε λίγο ἀργότερα μοναχό, δίνοντάς του τὸ ὄνομα Εὐθύμιος.

Ἡ καρδιὰ τοῦ μοναχοῦ Εὐθυμίου πλημμύρισε ἀπὸ μεγάλη χαρὰ καὶ ἀπηύθυνε στὸν Κύριο δοξαστικὴ ἱκεσία: «Σὲ εὐλογῶ, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Θεέ, γιὰ τὴ σωτηρία μου, ἐπειδὴ ἔκρινες ἐμένα, τὸν ἁμαρτωλὸ καὶ εὐτελή, ἄξιο νὰ λάβει τὴν πολυπόθητη σωτηρία».

Ὁ Εὐθύμιος ἀφιερώθηκε στὴν ἄσκηση τῆς ἀδιάλειπτης προσευχῆς καὶ στὴ νηστεία, θέλοντας νὰ δαμάσει τὶς ἐπιθυμίες του. Τὴν ἡμέρα ἐκτελοῦσε μὲ ὑπακοὴ καὶ ζῆλο τὰ καθήκοντα ποὺ τοῦ ἀνέθεταν οἱ πατέρες τῆς μονῆς. Τὴ νύχτα ἀποσυρόταν σὲ μία σπηλιὰ μόνος καὶ προσευχόταν φλογερὰ πρὸς τὸν Κύριο, δίχως σχεδὸν νὰ κοιμᾶται ποτέ. Ἀγαποῦσε ἰδιαίτερα τὴν τήρηση τῆς νηστείας καὶ ζήτησε ἀπὸ τὸν Ἅγιο Διονύσιο τὴν εὐλογία νὰ τρώει κάθε δύο ἢ τρεῖς ἡμέρες. Ὁ Στάρετς, περιορίζοντας τὸν ὑπερβολικὸ ζῆλο τοῦ νεαροῦ μοναχοῦ, δὲν τοῦ ἔδωσε τὴν εὐλογία καὶ τὸν ἐπιτίμησε νὰ τρώγει κάθε ἡμέρα μαζὶ μὲ τὴν μοναχικὴ κοινότητα.

Ὁ Εὐθύμιος ὑπάκουσε, ἀλλὰ ἔτρωγε μόνο γιὰ νὰ μὴν πεθάνει ἀπὸ τὴν πεῖνα. Καμιὰ φορὰ ἔκανε ὅτι ἔτρωγε, γιὰ νὰ μὴν προκαλεῖ τὴν προσοχὴ τῶν ἀδελφῶν του μὲ τὴν ὑπερβολική του ἀσιτία. Ἔπινε μόνο νερὸ καὶ μονάχα ὅταν ἡ δίψα γινόταν ἀνυπόφορη. Κοιμόταν στὴν γῆ καὶ ὁ ὕπνος του διακοπτόταν ἀπὸ ὁλονύκτιες προσευχές. Θεωρώντας τα ὅλα αὐτὰ ἀκόμα ἀνεπαρκή, κουβαλοῦσε πάνω του σιδερένιες ἁλυσίδες. Οἱ ἀδελφοί του τὸν ἀγαποῦσαν γιὰ τὴν πραότητα καὶ τὴν ταπείνωσή του καὶ ὁ ἀσκητικός του βίος προκαλοῦσε τὸν γενικὸ θαυμασμό. Μὲ τὴν συναίνεση τοῦ Ἁγίου Διονυσίου ἐργαζόταν στὴν κουζίνα, στὴν προετοιμασία τοῦ ἄρτου, κουβαλοῦσε τὸ νερὸ καὶ ἔκοβε ξύλα. Ἀντέχοντας τὴν θερμότητα τοῦ πύρινου φούρνου ὁ Ὅσιος ἔλεγε: «Ἄντεξε αὐτὴ τὴ φωτιά, Εὐθύμιε, γιὰ νὰ μὴν χρειαστεῖ νὰ ἀντέξεις τὴ φωτιὰ τῆς κολάσεως».

Ὁ μεγάλος του ἀσκητικὸς ἀγῶνας τοῦ χάρισε ἀπὸ τὸν Θεὸ τὸ μεγάλο δῶρο τῶν δακρύων. Ἔτσι πέρασε πολλὰ ἔτη στὴν ἐργασία καὶ τὴν ἄσκηση, μέχρι τὴν στιγμὴ ποὺ ἔφθασε ἡ ὥρα νὰ ἀλλάξει τόπο ἀσκήσεως.

Οἱ πρίγκιπες τῆς Σουζδαλίας ἐκείνη τὴν ἐποχὴ εἶχαν μεγάλη ἐπιρροὴ καὶ δύναμη καὶ ἡ πόλη τοῦ Βλαντιμὶρ – ἕδρα τοῦ μεγάλου πρίγκιπα γιὰ μικρὸ χρονικὸ διάστημα – ἦταν κάτω ἀπὸ τὴν ἐπιρροή τους. Σιγὰ σιγὰ ὅμως, οἱ πρίγκιπες τῆς Σουζδαλίας καὶ τοῦ Βλαντιμὶρ ἔπρεπε νὰ ὑποταχθοῦν στὴ Μόσχα καὶ ἀπὸ καιρὸ σὲ καιρὸ νὰ θέτουν τὶς στρατιωτικές τους δυνάμεις στὴν διάθεση τῶν Μοσχοβιτῶν πριγκίπων. Παρόλα αὐτὰ οἱ πρίγκιπες τῆς Σουζδαλίας δὲν παρέδωσαν τὴν αὐτονομία τους δίχως νὰ ἀγωνισθοῦν. Ὁ πρίγκιπας Κωνσταντίνος Βασίλεβιτς κυριολεκτικὰ μετέφερε τὴν πρωτεύουσά του ἀκόμα πιὸ μακριὰ ἀπὸ τὴν Μόσχα, στὸ Νίζνϊυ, ἀλλὰ στὰ τέλη τοῦ 14ου αἰῶνα μ.Χ. ὁ πρίγκιπας τῆς Μόσχας Βασίλειος Ντιμιτρίεβιτς, μὲ τὴν συγκατάθεση τοῦ χάνη Τοχτάμυ, κατέλαβε τὴν πόλη, βάζοντας ἔτσι τέλος στὴν ἀνεξαρτησία τοῦ πριγκιπάτου τῆς Σουζδαλίας καὶ τοῦ Νίζνϊυ, ποὺ ἀπὸ ἐκείνη τὴν στιγμὴ ὑπήχθησαν στὴ Μόσχα.

Ὁ τελευταῖος πρίγκιπας τῆς Σουζδαλίας, Μπόρις, τὸ ἔτος 1351 ἀποφάσισε νὰ ἱδρύσει στὴν γενέτειρά του ἕνα μοναστήρι καὶ γιὰ τὸν σκοπὸ αὐτὸ ἐπιθυμοῦσε νὰ λάβει τὴν εὐλογία τοῦ ἡγουμένου τῆς μονῆς τῆς Ἀναλήψεως, Ἁγίου Διονυσίου. Ἀφοῦ ἔλαβε τὴν εὐλογία, ὁ πρίγκιπας ζήτησε νὰ τοῦ ἀποστείλουν ἕνα μοναχὸ γιὰ νὰ ἐπιτηρεῖ τὴν κατασκευὴ καὶ τὴν ὀργάνωση τοῦ μοναστηριοῦ. Ὁ πρίγκιπας ἐπέστρεψε στὴ Σουζδαλία, μὲ τὴν εὐλογία καὶ τὴν ὑπόσχεση τοῦ Ἁγίου Διονυσίου ὅτι θὰ τὸν βοηθήσει.

Στὸ μεταξύ, ὁ Ἅγιος Διονύσιος ἐπέλεξε ἀνάμεσα ἀπὸ τοὺς μαθητές του ὄχι μόνο αὐτὸν ποὺ θὰ ἔστελνε στὴ Σουζδαλία, ἀλλὰ καὶ ἄλλους μοναχοὺς γιὰ νὰ τοὺς στείλει σὲ ἄλλα μέρη, ὥστε νὰ διακονήσουν τὴν Ἐκκλησία καὶ τὸν λαὸ καὶ νὰ διαδοθεῖ ὁ μοναχισμός. Ἀφοῦ κλήθηκε ἡ ἀδελφότητα, ὁ Ἅγιος Διονύσιος διάλεξε δώδεκα μοναχοὺς ἀπὸ τοὺς πιὸ δυνατοὺς στὴν πίστη καὶ ζηλωτὲς καὶ τοὺς ἀπέστειλε σὲ ὅλες τὶς βορειοανατολικὲς περιοχὲς τῆς Ρωσίας. Ὁ Ὅσιος Εὐθύμιος, ποὺ ἦταν τὴν ἐκείνη τὴν ἐποχὴ τριάντα ἕξι ἐτῶν, ἀνέλαβε τὴν ὑποχρέωση νά πάει στὴ Σουζδαλία, στὸν πρίγκιπα Μπόρις, ἀλλὰ ἐξέφρασε καὶ τὴν ἀμφιβολία του γιὰ τὸ ἂν εἶχε τὴν δύναμη νὰ φέρει εἰς πέρας ἕνα τόσο μεγάλο ἔργο. Ὁ Ἅγιος Διονύσιος εἶπε: «Μὴν πέφτεις στὴν ἀνυπακοή, ἀλλὰ νὰ εἶσαι ὑπάκουος στὸν Χριστό. Πήγαινε ἔχοντας τὸν Θεὸ στὴν ὁδό σου, ζῆσε ἤρεμος καὶ μὴ στενοχωρεῖσαι. Ἂν καὶ θὰ εἴμαστε χωρισμένοι σωματικά, θὰ εἴμαστε ἑνωμένοι πνευματικὰ μὲ τὴν προσευχή».

Ἔτσι ὁ Στάρετς Διονύσιος ἔδωσε κουράγιο στὸν μαθητή του καὶ γιὰ νὰ τὸν παρηγορήσει τοῦ ἀποκάλυψε ὅτι ὁ Θεὸς θὰ τοῦ χάριζε τὸ προνόμιο τῆς διορατικότητας. Ὁ ἴδιος ὁ Ἅγιος Διονύσιος εἶχε αὐτὸ τὸ χάρισμα ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ τώρα βλέποντας τὸ τί θὰ συνέβαινε στὴν ἱστορία τοῦ πριγκιπάτου τῆς Σουζδαλίας καὶ τοῦ Νίζνϊυ – Νοβγκοροντ, δακρύζοντας εἶπε στὸν Εὐθύμιο: «Ἐξαιτίας τῶν ἁμαρτιῶν μας καὶ τῆς αὐξανόμενης ἀνυπακοῆς στὸ νόμο τοῦ Θεοῦ, ἡ πόλη μας θὰ ἀφανισθεῖ, οἱ ἅγιες Ἐκκλησίες τοῦ Θεοῦ καὶ τὰ μοναστήρια θὰ καταστραφοῦν ἀπὸ τοὺς εἰδωλολάτρες καὶ τοὺς ἄπιστους».

Ἡ φοβερὴ πρόβλεψη ἔγινε πραγματικότητα καὶ τὸ πριγκιπάτο τοῦ Νίζνϊυ – Νόβγκοροντ καταστράφηκε ἀπὸ τοὺς Τατάρους τὸ ἔτος 1375, πυρπολήθηκε δύο φορές, τὸ 1377 καὶ τὸ 1378, ἐνῷ τὸ 1445 ἡ Σουζδαλία ἔγινε πεδίο μάχης ἀνάμεσα στὸν μεγάλο πρίγκιπα Βασίλειο Βασίλεβιτς καὶ τὶς Ταταρικὲς δυνάμεις. Οἱ Ρώσοι ἡττήθηκαν καὶ ὁ πρίγκιπας φυλακίσθηκε. Οἱ δὲ Τάταροι λαφυραγώγησαν τὴν μονὴ τῆς Ἀναλήψεως.

Τὴν στιγμὴ τοῦ ἀποχαιρετισμοῦ ὁ Ἅγιος Διονύσιος προειδοποίησε τὸν Ὅσιο Εὐθύμιο γιὰ μία συνάντηση ποὺ θὰ εἶχε στὴ Σουζδαλία: «Ὅταν θὰ ἔχεις φθάσει στὴν Σουζδαλία καὶ στὴ λαμπρὴ Ἐκκλησία τῆς Θεοτόκου, ἐκεῖ θὰ συναντήσεις τὸν Ἅγιο Ἐπίσκοπο τῆς πόλεως». Ἔτσι ἀνάπαυσε τὸν μαθητή του, λέγοντάς του ὅτι θὰ τύγχανε ἀπὸ τὸν πρίγκιπα καὶ τὸν Ἐπίσκοπο εὐνοϊκῆς ὑποδοχῆς, προστασίας καὶ ὑποστηρίξεως.

Κατὰ τὴν διάρκεια τοῦ ταξιδῖου του πρὸς τὴ Σουζδαλία ὁ Ὅσιος Εὐθύμιος βρῆκε ἕνα μέρος, σὲ ἀπόσταση 5 χιλιομέτρων ἀπὸ τὴν πόλη Γκοροχόμπεβο, μὲ μία λίμνη περιβαλλόμενη ἀπὸ ἕνα πυκνὸ δάσος, ποὺ τοῦ ἄρεσε πολύ. Ὁ Ὅσιος ἀποφάσισε ὅτι ἔπρεπε νὰ χτίσει ἐκεῖ ἕνα ναὸ ἀφιερωμένο στὸν Μέγα Βασίλειο καὶ ὅτι ἔπρεπε, στὸ ἴδιο σημεῖο, νὰ ἱδρύσει ἕνα μοναστήρι.

Φθάνοντας στὴ Σουζδαλία εἰσῆλθε, ὅπως τοῦ εἶχε πεῖ ὁ Ἅγιος Διονύσιος, στὸ ναὸ τῆς Θεοτόκου καὶ ἐκεῖ συνάντησε τὸν Ἐπίσκοπο τῆς πόλεως, Δανιήλ. Ὁ Ἐπίσκοπος τὸν δέχθηκε ἐγκάρδια, τὸν ὁδήγησε στὴν κατοικία του καὶ συζήτησε πολὺ μαζί του. Σύντομα καὶ ὁ πρίγκιπας Μπόρις Κωνσταντίνοβιτς θέλησε νὰ τὸν συναντήσει. Ἔτσι, λοιπόν, ἐπισκέφθηκε τὸν Ὅσιο Εὐθύμιο καὶ τοῦ ἐξέθεσε τὰ σχέδιά του, προτείνοντάς τον στὸν Ἐπίσκοπο ὡς μελλοντικὸ ἡγούμενο τοῦ μοναστηριοῦ. Ὁ Ἐπίσκοπος ἐνέκρινε τὸ σχέδιο τοῦ πρίγκιπα καὶ ἔδωσε τὴν εὐλογία του.

Ὁ πρίγκιπας σηκώθηκε, εὐχαρίστησε τὸν Ἐπίσκοπο καὶ πρότεινε νὰ πᾶνε ἀμέσως καὶ οἱ τρεῖς νὰ ἐπιλέξουν τὸ σημεῖο γιὰ τὴν κατασκευὴ τοῦ μοναστηριοῦ. Ὄχι μακριὰ ἀπὸ τὴν πόλη, στὶς ὄχθες τοῦ ποταμοῦ Καμένκα, ἐντόπισαν ἕνα ὑψίπεδο καὶ ἐκεῖ ἀποφάσισαν νὰ θεμελιώσουν τὸ ναὸ καὶ τὴ μονή. Λίγο καιρὸ ἀργότερα τοποθέτησαν μὲ κάθε ἐπισημότητα τὸν θεμέλιο λίθο τοῦ ναοῦ, ποὺ ἀφιερώθηκε στὴν Μεταμόρφωση τοῦ Κυρίου. Ὁ Ὅσιος Εὐθύμιος ἀμέσως ἄρχισε τὴν ἐργασία γιὰ νὰ προετοιμάσει τὸ μέρος τῆς ἀναπαύσεώς του. Ἔκοψε μὲ τὰ χέρια του τρεῖς πέτρες καὶ κατασκεύασε ἀπὸ αὐτὲς ἐπάνω στὴ βορεινὴ θύρα τῶν τειχῶν, ἕνα τάφο, ὅπου ἀργότερα τοποθετήθηκε τὸ ἱερὸ λείψανό του.

Ἡ κατασκευὴ τοῦ ναοῦ ὁλοκληρώθηκε τὸ ἔτος 1352 καὶ ἦταν τόσο περίλαμπρος ποὺ προκαλοῦσε τὸν θαυμασμὸ ὅλων. Ὁ πρίγκιπας Μπόρις διακόσμησε εἰκονογραφικὰ τὸ ναὸ μὲ δικά του ἔξοδα. Ὁ ναὸς ἐγκαινιάσθηκε ἐπίσημα, ἀλλὰ ἡ κατασκευή του ἦταν μονάχα ἡ ἀρχὴ τοῦ καθήκοντος ποὺ εἶχε ἀνατεθεῖ στὸν Ὅσιο Εὐθύμιο. Πράγματι, ἀπέμενε νὰ κατασκευασθοῦν τὰ κελιὰ γιὰ τοὺς μοναχούς, ἡ τραπεζαρία, διάφορα ἄλλα προσκτίσματα, καθὼς καὶ τὰ τείχη ποὺ θὰ ξεχώριζαν τὴ μονὴ ἀπὸ τὸν λοιπὸ κόσμο. Μέχρι ἐκείνη τὴν στιγμὴ ὁ Εὐθύμιος ἦταν ἕνας ἁπλὸς μοναχός, ἀλλὰ τώρα ποὺ θὰ γινόταν ὁ πνευματικὸς ὁδηγὸς τῆς μονῆς, χειροτονήθηκε  ἀπὸ τὸν Ἐπίσκοπο πρῶτα διάκονος καὶ ἔπειτα πρεσβύτερος, γιὰ νὰ τοποθετηθεῖ ἀργότερα ἀρχιμανδρίτης τῆς μονῆς.

Ὁ πρίγκιπας Μπόρις συνεισέφερε μὲ γενναιοδωρία στὴν κατασκευὴ τῆς μονῆς, δωρίζοντας χρυσὸ καὶ ἀσῆμι γιὰ τὸ ἐπιχρύσωμα τῶν τρούλων τοῦ ναοῦ καὶ ἄλλα ὑλικά. Ὁ Ὅσιος φρόντιζε γιὰ τὸ ἱερὸ αὐτὸ ἔργο μὲ τὴν ἐργασία, τὴν ἄσκηση, τὰ δάκρυα καὶ τὴν ἀδιάλειπτη προσευχή.

Κατὰ τὴν ἑορτὴ τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Κυρίου, στὴ Θεία Λειτουργία, ἐνῷ ὁ εὐσεβὴς πρίγκιπας Μπόρις προσευχόταν μὲ θέρμη, εἶδε ἕνα ὅραμα. Ἀνάμεσα στοὺς παριστάμενους εἶδε ξαφνικὰ ἕναν ἄγνωστο, ποὺ ἐξέπεμπε ἕνα ὑπέρλαμπρο φῶς καὶ τοῦ ὁποίου τὰ ἄμφια ἔλαμπαν ἐκτυφλωτικά. Ὁ πρίγκιπας ἔκπληκτος , στὸ τέλος τῆς Θείας Λειτουργίας, διηγήθηκε στὸν Ὅσιο Εὐθύμιο αὐτὸ τὸ παράξενο ὅραμα καὶ τοῦ ζήτησε κάποια ἐξήγηση. Ὁ Ὅσιος ἀπάντησε: «Ἂν ὁ Κύριος θέλησε νὰ σοῦ τὰ ἀποκαλύψει, σίγουρα δὲν μπορῶ ἐγὼ νὰ σοῦ τὸ κρατήσω κρυφό. Αὐτὸς ποὺ εἶδες ἦταν Ἄγγελος τοῦ Θεοῦ μαζὶ μὲ τὸν ὁποῖο, δίχως νὰ εἶμαι ἄξιος καὶ μὲ τὴν θεία φιλευσπλαχνία, λειτουργοῦσα, ὄχι μόνο σήμερα, ἀλλὰ πάντοτε. Ἀλλὰ νὰ μὴν διηγηθεῖς ὅσο ζεῖς σὲ κανέναν τίποτα γιὰ τὸ ὅραμά σου».

Ἀπὸ ταπείνωση ὁ Ὅσιος δὲν ἤθελε νὰ μάθει ὁ κόσμος γιὰ τὶς ἀρετές του. Μία φορά, ὅταν ρωτήθηκε ποιὰ εἶναι ἡ ἀνώτερη ἀπὸ ὅλες τὶς ἀρετές, ἀπάντησε: «Αὐτὴ ποὺ ἀσκεῖται κρυφά».

Τὸ ἔργο στὸ μοναστήρι προχωροῦσε ἀκατάπαυστα. Κτίσθηκε ἕνας πέτρινος ναὸς ἀφιερωμένος στὸν Ὅσιο Ἰωάννη τῆς Κλίμακος, στὸν ὁποῖο προστέθηκε μία τραπεζαρία καὶ κάτω ἀπὸ αὐτὴν τὸ ἀρτοποιεῖο. Οἱ ἀδελφοὶ τῆς μοναστικῆς κοινότητας πλήθαιναν συνεχῶς καὶ στὰ μέσα τοῦ 14ου αἰῶνος, ἡ ἀδελφότητα ἀριθμοῦσε  περὶ τοὺς τριακόσιους μοναχούς. Ὑπῆρχε ἄμεση ἀνάγκη νὰ χτισθοῦν νέα κελιά. Ὅλα τακτοποιήθηκαν μὲ τὴν εὐλογία τοῦ Θεοῦ. Ἕνας τρίτος ναὸς ἀφιερώθηκε στὸν Ἅγιο Νικόλαο, Ἐπίσκοπων Μύρων τῆς Λυκίας καὶ κατασκευάσθηκε ἀναρρωτήριο γιὰ τοὺς μοναχοὺς καὶ τοὺς προσκυνητές. Σύμφωνα μὲ τὴν παράδοση ὁ ἴδιος ὁ Ὅσιος Εὐθύμιος ἔσκαψε τὸ πηγάδι τῆς μονῆς, ἀπὸ τὸ νερὸ τοῦ ὁποίου ἀντλοῦσε νερὸ ὁλόκληρη ἡ ἀδελφότητα. Ὡς καλὸς ποιμένας, ὁ Ὅσιος ἐπέβλεπε μὲ διάκριση, καθοδηγοῦσε μὲ σοφία καὶ μὲ τὸ δικό του παράδειγμα, καλλιεργοῦσε στὴ μονὴ τὸ φρόνημα τῆς ὑπακοῆς καὶ ἐνίσχυε τὴν ἐκκλησιαστικὴ τάξη.

Τὸ ἔτος 1364 ἔπρεπε νὰ ἱδρύσει ἕνα καινούργιο μοναστήρι, πάντα στὴν πόλη τῆς Σουζδαλίας. Ὁ μεγαλύτερος ἀδελφὸς τοῦ πρίγκιπα Μπόρις, Ἀνδρέας, μεγάλος πρίγκιπας τοῦ Νίζνϊυ – Νόβγκοροντ καὶ τῆς Σουζδαλίας, λίγο προτοῦ πεθάνει ἐξέφρασε τὴν ἐπιθυμία νὰ οἰκοδομήσει ἕνα καινούργιο μοναστήρι, γιὰ νὰ πραγματοποιήσει ἕνα τάμα ποὺ εἶχε κάνει στὸν Θεό. Ὁ πρίγκιπας φθάνοντας στὴ Σουζδαλία ζήτησε τὴν εὐλογία τοῦ Ἐπισκόπου γιὰ τὴν ἀνέγερση τῆς μονῆς. Ὁ Ἐπίσκοπος ἐπικαλέσθηκε τὸν Ὅσιο Εὐθύμιο. Ὁ πρίγκιπας διηγήθηκε μὲ κάθε λεπτομέρεια στὸν Ἅγιο πῶς μὲ θαυματουργὸ τρόπο εἶχε διασωθεῖ ἀπὸ μία καταιγίδα, ποὺ τὸν εἶχε σταματήσει στὸ ποτάμι καὶ γιὰ τὸ τάμα ποὺ εἶχε κάνει γιὰ νὰ εὐχαριστήσει τὸν Θεό. «Δῶσε μου ἕνα μέρος ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρὰ τοῦ ποταμοῦ, μπροστὰ ἀπὸ τὸ μοναστήρι σου», εἶπε ὁ πρίγκιπας. Ὁ Ὅσιος ἀμέσως συμφώνησε καὶ εὐθὺς διάλεξε μία τοποθεσία στὴν ὄχθη τοῦ ποταμοῦ Καμέλκα, μπροστὰ ἀπὸ τὴ μονὴ τοῦ Σωτῆρος, ὅπου μὲ ἐπισημότητα τοποθετήθηκε ὁ θεμέλιος λίθος τῆς μονῆς τῆς Προστάτιδος Θεοτόκου. Ὅταν ὁλοκληρώθηκε τὸ μοναστήρι, ὁ Ἐπίσκοπος ὅρισε ὡς ἡγουμένη μία ἀνεψιὰ τοῦ Ἀλεξάνδρου τῆς Σουζδαλίας.

Ὅταν ὁ Ὅσιος ἐπισκέφθηκε τὸ μοναστήρι, ποὺ μόλις εἶχε ἐγκαινιασθεῖ, γιὰ νὰ συζητήσει μὲ τὴν ἀδελφότητα, μίλησε προφητικὰ γιὰ τὴ μελλοντικὴ δόξα τῆς μονῆς τῆς Προστάτιδος. Πράγματι, σὲ αὐτὸ θὰ κατέληγαν πολλὲς χῆρες μεγάλων πριγκίπων καὶ Μοσχοβιτῶν τσάρων, ποὺ ἐπιθυμοῦσαν νὰ ἐνδυθοῦν τὸ μοναχικὸ ἔνδυμα.

Ὅσο αὐστηρὸς ἦταν μὲ τὸν ἑαυτό του, ὁ Ὅσιος, τόσο φιλεύσπλαχνος ἦταν πρὸς τοὺς ἄλλους. Τὸ μοναστήρι του, τοποθετημένο στὰ περίχωρα μία μεγάλης πόλεως, ποὺ ἦταν σταυροδρόμι πολλῶν ὁδῶν, ἦταν ἀνοικτὸ γιὰ ὅλους. Ὁ ἡγούμενος δὲν ἀρνιόταν ποτὲ νὰ βοηθήσει ὅποιον τοῦ τὸ ζητοῦσε. Ὁ ξένος εὕρισκε κοντά του καταφύγιο, ὁ φτωχὸς ἐλεημοσύνη, ὁ πεινασμένος τροφή. Ἡ ἐλεημοσύνη καὶ γενναιοδωρία του σὲ ὁρισμένους φαινόταν ὑπερβολικὴ καὶ ἔτσι ἀναγκαζόταν νὰ ἐλεεῖ στὰ κρυφά, γιὰ νὰ μὴν διεγείρει παράπονα ἐκ μέρους τῆς ἀδελφότητας καὶ τὴν ὁδηγήσει σὲ πειρασμούς. Ἐξαγόρασε τὰ χρέη αὐτῶν ποὺ δὲν εἶχαν τὰ μέσα νὰ ἀποπληρώσουν τοὺς ὀφειλέτες τους καὶ συχνὰ χάριζε τὰ χρέη ποὺ ἄλλοι ὄφειλαν στὴ μονή. Ἐξέθετε τοὺς ἄδικους καὶ διεφθαρμένους δικαστές, προστατεύοντας ἀπὸ καταχρήσεις ὅλους ὅσοι εἶχαν ἄδικα καταδικασθεῖ καὶ παρακαλοῦσε νὰ συμπεριφέρονται στοὺς ἀληθινοὺς ἐγκληματίες μὲ ἐπιείκεια καὶ φιλευσπλαχνία. Κάθε ἁμαρτωλὸς ποὺ ἀναζητοῦσε τὴν σωτηρία, εὕρισκε σὲ αὐτὸν τὸν ὁδηγὸ τῆς μετάνοιας. Μὲ τὴν προσευχή του θεράπευε ἀσθενεῖς καὶ δίωκε τὰ δαιμόνια.

Ὅταν ὁ Ὅσιος ἔνιωσε ὅτι τὸ τέλος του εἶναι πλέον κοντά, κάλεσε ὅλους τοὺς μοναχοὺς καὶ εὐλόγησε τὸν καθένα ξεχωριστά. Τοὺς ἐμπιστεύθηκε ὅλους στὰ χέρια τοῦ Θεοῦ. Τοὺς ἀσπάσθηκε πατρικὰ καὶ ζήτησε συγγνώμη ἀπὸ ὅλους. Στὴν συνέχεια κοινώνησε τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων καὶ παράδωσε τὴν ψυχή του στὸν Ἅγιο Θεό.

Ὁ Ὅσιος Εὐθύμιος κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 1404, σὲ ἡλικία ὀγδόντα ὀκτὼ ἐτῶν. Οἱ μοναχοὶ ἐνταφίασαν τὸ ἱερὸ λείψανό του κάτω ἀπὸ τὰ τείχη τοῦ ναοῦ τῆς Μεταμορφώσεως, στὸ μνῆμα ποὺ κατὰ τὴν κατασκευὴ τοῦ ναοῦ, ὁ Ὅσιος εἶχε κτίσει μὲ τὰ ἴδια του τὰ χέρια.
Μετὰ τὴν κοίμησή του, ὁ Ὅσιος Εὐθύμιος συνέχισε νὰ προστατεύει τὸ μοναστήρι, ὅπως μαρτυροῦν τὰ πολλὰ θαύματα ποὺ ἔλαβαν χώρα πλησίον τοῦ τάφου του. Στὶς 4 Ἰουλίου 1507, μὲ τὴν εὐκαιρία τῆς ἀνακατασκευῆς τοῦ ναοῦ, τὰ ἱερὰ λείψανά του βρέθηκαν ἄφθαρτα.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr   

Ὁ Ὅσιος Γερόντιος ὁ Κανονάρχης 

Ὁ Ὅσιος Γερόντιος ἔζησε κατὰ τὸν 14ο αἰώνα μ.Χ. καὶ ἀσκήτεψε στὴ Λαύρα τῶν Σπηλαίων τοῦ Κιέβου, ὅπου τοῦ εἶχε ἀνατεθεῖ τὸ διακόνημα τοῦ Κανονάρχου. Διακρίθηκε γιὰ τὸν ἀσκητικό του βίο καὶ τὴν ὑπακοή του.
Ὁ Ὅσιος Γερόντιος κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη καὶ ἐνταφιάσθηκε στὴ Λαύρα τοῦ Κιέβου.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr   

Ὁ Ὅσιος Ἰωάννης ὁ Φιλόσοφος ἐκ Γεωργίας 

Ὁ Ὅσιος Ἰωάννης (Σκιαβτέλι) ἔζησε μεταξὺ τοῦ 12ου καὶ 13ου αἰῶνα μ.Χ. στὴ Γεωργία. Σπούδασε Θεολογία, φιλοσοφία καὶ ἱστορία στὴν ἀκαδημία τοῦ Γελατᾶ (βόρεια Γεωργία). Ἔπειτα ἔγινε μοναχὸς καὶ γιὰ πολλὰ χρόνια ἀσκήτεψε στὸ περίφημο μοναστήρι τοῦ Μπάρτζια (νότια Γεωργία), σὲ ἕνα ἀπομονωμένο κελί. Ἐκεῖ ὁ Ὅσιος Ἰωάννης ἔζησε μία αὐστηρὴ ἀσκητικὴ ζωή, συνεχῶς ἀφιερωμένος σὲ θεολογικὲς ἀναζητήσεις διὰ τῆς προσευχῆς καὶ ἐντρύφησε στὴν ἑρμηνεία τῆς Ἁγίας Γραφῆς. Μετὰ ἀπὸ συνεχεῖς πνευματικὲς προσπάθειές του κατόρθωσε νὰ φθάσει σὲ ἕνα ὑψηλὸ βαθμὸ πνευματικῆς τελειώσεως καὶ δέχθηκε τὸ χάρισμα τοῦ λόγου, τὸ ὁποῖο φανερώθηκε στὴν ποιητική του δημιουργικότητα.

Στὸ μοναστῆρι τοῦ Μπάρτζια, κατὰ τὰ ἔτη 1210 – 1214, ὁ Ὅσιος Ἰωάννης ἔγραψε μία ἀξιοσημείωτη ὠδή, ὑπὸ τὸν τίτλο «Δοῦλος Χριστοῦ», στὴν ὁποία σκιαγραφεῖται ἡ εἰκόνα τοῦ Χριστιανοῦ, ποὺ εἶναι πιστὸς στοὺς Κανόνες τῆς Ἁγίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Στὸ ἔργο αὐτὸ ὁ μοναχὸς αὐτοαποκαλεῖται συχνὰ περιπλανώμενος καὶ δοῦλος Χριστοῦ. Μεγάλο μέρος τῆς ὠδῆς ἀφιερώνεται στὸν Γεωργιανὸ αὐτοκράτορα Ἅγιο Δαβὶδ Γ’, τὸν Ἀποκαταστάτη ( 26 Ἰανουαρίου) καὶ στὴν Γεωργιανὴ αὐτοκράτειρα Ταμάρα τὴ Μεγάλη ( 1 Μαΐου καὶ Κυριακὴ τῶν Μυροφόρων).

Ἡ θεολογικὴ σημασία τῆς ὠδῆς «Δοῦλος Χριστοῦ», εἶναι εἰδικὰ ἐμφανὴς σὲ ἐκείνους τοὺς στίχους, ὅπου ὁ ποιητὴς ἀφιερώνει προσευχὲς στὸ Ὄνομα τῆς Ὑπεραγίας Τριάδος γιὰ νὰ εὐχαριστήσει τὴ Θεία Παντοδυναμία καὶ τὴ Θεία Πρόνοια, ποὺ χάρισε στοὺς ἀνθρώπους τὸ Μυστήριο τῆς Θείας Οἰκονομίας. Μιλώντας γιὰ τὴν σειρὰ τῆς δημιουργίας τοῦ κόσμου ἀπὸ τὸν Θεό, ὁ Ὅσιος Ἰωάννης γράφει, σὲ ἀντιστοιχία μὲ τὰ ἔργα τοῦ Ἁγίου Διονυσίου τοῦ Ἀρεοπαγίτου, σχετικὰ μὲ τὶς Θεῖες καὶ Ἐκκλησιαστικὲς Ἱεραρχίες.
Ὁ Ὅσιος Ἰωάννης κοιμήθηκε σὲ βαθὺ γῆρας μὲ εἰρήνη.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr   

Ὁ Ὅσιος Βαρσανούφιος τῆς Ὄπτινα 

Ὁ Ὅσιος Βαρσανούφιος γεννήθηκε στὶς 5 Ἰουλίου 1845 στὴ Ρωσία. Ἀσκήτεψε στὴν ἔρημο τῆς Ὄπτινα καὶ κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 1913.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr   

Ὁ Ὅσιος Μακάριος ὁ Ἱερομάρτυρας ὁ Νέος 

Ὁ Ἅγιος Ἱερομάρτυς Μακάριος μαρτύρησε στὴν Ρωσία τὸ ἔτος 1944. 

Πηγή: http://www.synaxarion.gr