Blue Flower

Οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες Δανιήλ, Ἠλίας, Ἡσαΐας, Θεόδουλος, Ἱερεμίας, Ἰουλιανός, Οὐάλης, Παύμφιλος, Παῦλος, Πορφύριος, Σαμουὴλ καὶ Σέλευκος, μαρτύρησαν ἐπὶ αὐτοκράτορος Διοκλητιανοῦ (284 – 305 μ.Χ.).

 Κατάγονταν ἀπὸ διάφορους τόπους, τοὺς ἕνωνε ὅμως ἡ ἀγάπη καὶ ἡ πίστη τοῦ Χριστοῦ.

Ἐργαζόμενοι στὴν Καισάρεια τῆς Παλαιστίνης ὁμολόγησαν τὸν Χριστὸ ἐνώπιον τοῦ ἔπαρχου Φιρμιλιανοῦ. Ὁ ἄρχοντας κατέβαλε κάθε προσπάθεια νὰ πείσει τοὺς Ἁγίους νὰ ἀρνηθοῦν τὴν πίστη τους στὸν Χριστό. Ἐκεῖνοι ὅμως παρέμειναν σταθερὰ προσηλωμένοι στὴν πατρῴα εὐσέβεια. Τότε ὁ Φιρμιλιανὸς ἔδωσε ἐντολὴ νὰ τοὺς θανατώσουν, ἀφοῦ πρῶτα τοὺς βασανίσουν.

Οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες Ἠλίας, Πάμφιλος, Οὐάλης, Παῦλος, Σέλευκος, Ἱερεμίας, Ἡσαΐας, Σαμουὴλ καὶ Δανιὴλ ἀποκεφαλίσθηκαν διὰ ξίφους. Ὁ Πορφύριος, ὑπηρέτης τοῦ Παμφίλου, συνελήφθη τὴν ὥρα ποὺ ἀναζητοῦσε τὸ λείψανο τοῦ κυρίου του καὶ κάηκε ζωντανὸς μαζὶ μέ τὸν Μάρτυρα Ἰουλιανό. Τὸν Ἅγιο Θεόδουλο τὸν σταύρωσαν ἐπὶ ξύλου. Ἔτσι μαρτύρησαν οἱ Ἅγιοι καὶ προσετέθησαν στὴ χορεία τῶν ἀθλητῶν τοῦ Χριστοῦ.
Ἡ Σύναξη τῶν Ἁγίων Μαρτύρων ἐτελεῖτο στὴ Μεγάλη Ἐκκλησία.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Τὴν ὡραιότητα.
Τὴν δωδεκάριθμον, Μαρτύρων φάλαγγα, ἀνευφημήσωμεν, ἐνθέοις ᾄσμασι, Πάμφιλον Παῦλον Σαμουήλ, Οὐάλεντα καὶ Ἠλίαν, Ἱερεμίαν, Σέλευκον, Δανιὴλ καὶ Πορφύριον, Ἰουλιανὸν ὁμοῦ Ἠσαΐαν Θεόδουλον· αὐτοὶ γὰρ τὸν Δεσπότην τῶν ὅλων, πᾶσιν ἡμῖν ἐξιλεοῦνται.

 

Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Κολαστηρίων φοβερῶν προκειμένων, οἱ τοῦ Κυρίου Ἀθληταὶ οἱ γενναῖοι, ἐν ἀπτοήτῳ χαίροντες φρονήματι, τούτοις προσωμίλησαν, τῆς σαρκὸς ἀλογοῦντες· ὅθεν ἐκληρώσαντο, αἰωνίζουσαν δόξαν, ὑπὲρ ἡμῶν πρεσβεύοντες ἀεί, τῶν εὐφημούντων, αὐτῶν τὰ μνημόσυνα.

 

Μεγαλυνάριον.
Φάλαγξ δωδεκάριθμε Ἀθλητῶν, ἡ συντεταγμένη, εὐσεβείᾳ τε καὶ σπουδῇ, σύναψον σπουδαίως, ἡμᾶς ἐν ὁμονοίᾳ, καὶ λύσιν τῶν πταισμάτων, ἡμῖν πρυτάνευσον.

Ὁ Ὅσιος Μαρουθᾶς ὁ Ἐπίσκοπος καὶ οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες ἐν Περσίᾳ

Ὁ Ὅσιος Μαρουθᾶς ἔζησε κατὰ τὴν ἐποχὴ τοῦ αὐτοκράτορα Θεοδοσίου Α’ τοῦ Μεγάλου (379 – 395 μ.Χ.) καὶ ἦταν Ἐπίσκοπος τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ. Ὁ αὐτοκράτορας, ἐκτιμώντας τὶς ἀρετὲς τοῦ Ἁγίου, τὸν ἀπέστειλε πρεσβευτὴ στὸ βασιλέα τῶν Περσῶν Σαπὼρ Γ’ (383 – 388 μ.Χ.). Ἐκεῖ ὁ Ὅσιος ἀπάλλαξε τὴ θυγατέρα τοῦ βασιλέως ἀπὸ τὸ πονηρὸ δαιμόνιο, ποὺ τὴν εἶχε κυριεύσει καὶ τὴν βασάνιζε. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ τοῦ ἔδωσε θάρρος καὶ ζήτησε ἀπὸ τὸν βασιλέα τῆς Περσίας τὰ ἱερὰ λείψανα τῶν Μαρτύρων, οἱ ὁποῖοι μαρτύρησαν στὴν Περσία. Ἐκεῖνος ἱκανοποίησε ἀμέσως τὸ αἴτημα τοῦ Ὁσίου. Ἔτσι, λοιπόν, ὁ Ὅσιος ἔκτισε πόλη ἐπ’ ὀνόματί τους, τὴ Μαρτυρόπολη, ποὺ βρισκόταν στὴ Μεγάλη Ἀρμενία, κοντὰ στὸ Νυμαφαῖο ποταμό, καὶ ἀποθησαύρισε σὲ αὐτὴν τὰ ἱερά τους λείψανα.
Ὁ Ὅσιος Μαρουθᾶς κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὴν ἡμέρα ποὺ ἑορταζόταν ἡ ἐπέτειος τῶν ἐγκαινίων τῆς Μαρτυροπόλεως.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ὅσιος Φλαβιανός

Ὁ Ὅσιος Φλαβιανὸς ἀπὸ νεαρὴ ἡλικία ἀκολούθησε τὸν δρόμο τῆς μοναχικῆς πολιτείας καὶ τῆς ἀσκήσεως. Λέγεται δὲ ὅτι ἀνέβηκε στὴν κορυφὴ ἐνὸς βουνοῦ καὶ πέρασε μόνος ἑξήντα καὶ πλέον χρόνια μὲ νηστεία καὶ προσευχή. Ὁ Θεὸς τὸν ἀξίωσε τοῦ χαρίσματος τῆς θαυματουργίας.
Ὁ Ὅσιος Φλαβιανὸς κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ἅγιος Φλαβιανὸς Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως

Ὁ Ἅγιος Φλαβιανός, ἦταν Πρεσβύτερος τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς Κωνσταντινουπόλεως καὶ σκευοφύλακας τοῦ ναοῦ τῆς Ἁγίας Σοφίας.

Γνωστὸς γιὰ τὶς ἀρετὲς καὶ τὰ πνευματικά του χαρίσματα, διαδέχθηκε τὸν Ἅγιο Πρόκλο († 20 Νοεμβρίου 446) στὸν ἀρχιεπισκοπικὸ θρόνο τῆς Κωνσταντινουπόλεως τὸ ἔτος 447 μ.Χ. Ἡ πατριαρχία του συνέπεσε μὲ τὸ σάλο, τὸν ὁποῖο εἶχαν ἐγείρει στὴν Ἐκκλησία οἱ αἱρέσεις τοῦ Νεστορίου καὶ τοῦ Εὐτυχοῦς. Ὁ Νεστόριος εἶχε καταδικασθεῖ ἀπὸ τὴν Γ’ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο ποὺ συνῆλθε στὴν Ἔφεσο, ἀλλὰ καὶ μετὰ ἀπὸ αὐτὸ δὲν εἶχαν λείψει οἱ συνήγοροι τοῦ αἱρεσιάρχου. Τὰ πάθη μεγάλωσαν, ὅταν στὴν αἵρεση τοῦ Νεστορίου προστέθηκε ἡ αἱρετικὴ διδασκαλία τοῦ Εὐτυχοῦς, ὁ ὁποῖος δίδασκε ὅτι ὁ Χριστὸς δὲν εἶχε παρὰ μόνο μία φύση, τὴ Θεία, ἡ ὁποία ἀπορρόφησε ἐντελῶς τὴν ἀνθρώπινη. Μία τέτοια διδασκαλία θεωροῦσε τὴν θεότητα παθητή. Ὁ Ἅγιος Φλαβιανὸς καταδίκασε τὴν πλάνη αὐτὴ διὰ τῆς συγκλίσεως τοπικῆς Συνόδου τὸ ἔτος 448 μ.Χ. Στὴ Σύνοδο ὁ αἱρετικὸς Εὐτυχὴς ἔδειξε μετριόφρονα διαγωγή, ἀρνήθηκε ὅμως νὰ ἀναθεματίσει τὰ προηγούμενα φρονήματά του. Ἡ σύνοδος ἔπαυσε αὐτὸν ἀπὸ τὸ ἀξίωμα τοῦ ἡγουμένου μοναστηρίου, τὸν καθαίρεσε ἀπὸ Πρεσβύτερο καὶ τὸν ἀφόρισε. Ὁ Εὐτυχὴς μετὰ τὸ τέλος τῆς Συνόδου ἔκανε ἔκκληση πρὸς τὸν Πάπα Ρώμης Λέοντα Α’ (440 – 461 μ.Χ.) καὶ τὸν Ἀλεξανδρείας Διόσκορο, ποὺ ὑποστήριζε τοὺς αἱρετικούς.

Ὁ αὐτοκράτορας Θεοδόσιος Β’ ὁ Μικρὸς (408 – 450 μ.Χ.), πεισθεὶς ἀπὸ τοὺς ὑποστηρικτὲς τοῦ αἱρετικοῦ Εὐτυχοῦς, συνεκάλεσε στὴν Ἔφεσο Σύνοδο, τὸ ἔτος 449 μ.Χ. Πρόεδρος ὁρίσθηκε ὁ Πατριάρχης Ἀλεξανδρείας Διόσκορος. Ὁ Ἅγιος Φλαβιανὸς λόγω τῆς ἐμμονῆς του στὴ διδασκαλία τῆς Γ’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου καταδιώχθηκε ἀπὸ τὸν αἱρετικὸ Διόσκορο καὶ τοὺς ὀπαδούς του. Ὁ Ἅγιος ἀποπειράθηκε νὰ καταφύγει κάτω ἀπὸ τὴν Ἁγία Τράπεζα ὡς σὲ ἄσυλο, χωρὶς ὅμως νὰ τὸ κατορθώσει αὐτό. Τὸν κτύπησαν καὶ τὸν ἔσυραν ἔξω ἀπὸ τὸ ναό, τὸν καθαίρεσαν καὶ τὸν ἐξόρισαν στὴν Ἔφεσο, ὅπου καὶ πέθανε λίγο ἀργότερα. Τὰ ἔκτροπα δὲν ἀναφέρονται ἀπὸ περισωθέντα πρακτικὰ τῆς Συνόδου, ἀλλὰ εἶναι γνωστὰ ἀπὸ μαρτυρίες γενόμενες στὴν Δ’ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο.
Τὸ ἱερὸ λείψανο τοῦ Ἁγίου μετακομίσθηκε μετὰ δύο χρόνια, τὸ 451 μ.Χ., στὴν Κωνσταντινούπολη ἀπὸ τὴν Πουλχερία, ἀδελφὴ τοῦ Θεοδοσίου τοῦ Μικροῦ καὶ κατατέθηκε στὸ ναὸ τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Σύναξις Ὑπεραγίας Θεοτόκου ἐν Κύπρῳ 

Δὲν ἔχουμε περισσότερες λεπτομέρειες γιὰ τὴν εἰκόνα αὐτὴ τῆς Θεοτόκου μας.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ἅγιος Ρωμανὸς ὁ Ὁσιομάρτυρας 

Ἡ μνήμη τοῦ Ἁγίου Ρωμανοῦ, τιμᾶται ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία στὶς 5 Ἰανουαρίου, ὅπου καὶ ὁ βίος του. Ἄγνωστο γιατὶ ἐπαναλαμβάνεται σήμερα.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ἅγιος Ἠλίας ὁ Ἱερομάρτυρας 

Ὁ Ἅγιος Ἱερομάρτυς Ἠλίας (Νικολάγιεβιτς) γεννήθηκε σὲ κάποιο χωριὸ τῆς Μόσχας κατὰ τὸν 19ο αἰώνα μ.Χ. Σπούδασε στὴν Θεολογικὴ Ἀκαδημία τῆς Μόσχας καὶ νυμφεύθηκε τὴν εὐσεβὴ Εὐγενία. Στὴν συνέχεια χειροτονήθηκε ἱερεὺς καὶ διακόνησε στὸ μικρὸ ναὸ ἑνὸς πτωχοκομείου καὶ στὴν ἐνορία τοῦ Ἁγίου Νικολάου Τολματσὲφ τῆς Μόσχας, πρὶν ξεσπάσει ἡ Ὀκτωβριανὴ ἐπανάσταση τοῦ ἔτους 1917 μ.Χ.

Ὁ Ἅγιος ἦταν εὐλαβέστατος ἱερέας. Ὁ ναὸς του ἦταν φάρος πνευματικοῦ φωτὸς γιὰ πολλοὺς πιστούς. Ἦταν ἔγγαμος, ἀλλὰ ζοῦσε ἀσκητικὴ ζωή. Ἦταν τὸ 1932 μ.Χ., ὅταν ἡ μυστικὴ Σοβιετικὴ ἀστυνομία τὸν συνέλαβε καὶ τὸν φυλάκισε. Τὸν ἐξόρισαν στὴν περιοχὴ τοῦ ποταμοῦ Κράσναγια Βίσερα. Ἡ πρεσβυτέρα Εὐγενία ὅλη τὴν νύχτα τὴν πέρασε μὲ προσευχὴ καὶ δάκρυα. Κατὰ τὸ πρωὶ ὅμως ἀποκοιμήθηκε καὶ τότε εἶδε τὴν Θεοτόκο στὸν ὕπνο της ποὺ τῆς εἶπε νὰ μὴν φοβᾶται.

Μετὰ δύο χρόνια, ἡ πρεσβυτέρα τὸν ἐπισκέφθηκε στὸν τόπο τῆς ἐξορίας καὶ τοῦ ἔφερε ἕνα Εὐαγγέλιο καὶ ἕνα μικρὸ φιαλίδιο μὲ ἁγιασμό. Οἱ φύλακες ἅρπαξαν ἀμέσως τὸ Εὐαγγέλιο. Ὅταν τὴν ρώτησαν τί περιεῖχε τὸ φιαλίδιο, ἐκείνη τοὺς ἀπάντησε ὅτι γι’ αὐτοὺς ἦταν ἁπλὸ νερό, ἀλλὰ γιὰ ἐκείνη καὶ τὸν σύζυγό της ἦταν κάτι ἱερό. Τὸ φάρμακό τους. Ὁ Ἅγιος φαινόταν σὰν νὰ τὸν εἶχαν βασανίσει. Δὲν τοῦ ἐπέτρεπαν νὰ λειτουργεῖ καὶ αὐτὸ τὸν ἔθλιβε ἀφάνταστα.  Ἄρχισε νὰ διηγεῖται στὴν Εὐγενία τὸ μαρτύριό του. Ὅταν μετέφεραν ἐκεῖνον καὶ πολλοὺς ἄλλους στὸν τόπο τῆς ἐξορίας, τοὺς ἀνάγκασαν νὰ περπατοῦν ἐπάνω στὸ χιόνι ποὺ εἶχε λιώσει ἐπιφανειακά. Τὸ λεπτὸ στρῶμα τοῦ πάγου ἔσπαζε κάτω ἀπὸ τὰ πόδια τους καὶ οἱ «κατάδικοι» βυθίζονταν μέσα στὸ χιόνι μέχρι τὴ μέση. Βρεγμένοι μέχρι τὸ κόκαλο, χωρὶς νὰ ἔχουν φάει ἢ πιεῖ τίποτα ὅλη τὴν ἡμέρα, ἀναγκάστηκαν νὰ περάσουν τὴ νύχτα μέσα σὲ μία καλύβα. Οἱ ἐξουθενωμένοι ἄνδρες ἀμέσως ἔπεσαν στὸ πάτωμα καὶ ἀποκοιμήθηκαν σὰν πεθαμένοι. Μόνο ὁ Ἅγιος ἔμεινε ξάγρυπνος. Μέσα στὰ βαθιὰ μεσάνυχτα μία κραυγὴ ἀκούσθηκε ἀπὸ τὰ βάθη τῆς καρδιᾶς του: «Κύριε, γιατί μὲ ἐγκατέλειψες; Σὲ ὑπηρέτησα τόσο πιστά. Ὁλόκληρη τὴν ζωή μου τὴν ἀφιέρωσα σὲ Σένα. Πόσες φορὲς διάβασα τὸν Ἀκάθιστο Ὕμνο καὶ τοὺς Κανόνες. Μὲ πόση εὐλάβεια ὑπηρετοῦσα στὴν Ἐκκλησία. Γιατί, Κύριε, μὲ ἐγκατέλειψες καὶ ὑποφέρω τόσο πολύ; Ὑπεραγία Θεοτόκε, ἅγιε ἱεράρχα Νικόλαε, ἅγιε πάτερ Σεραφείμ, πάντες οἱ Ἅγιοι τοῦ Θεοῦ! Μετὰ ἀπὸ ὅλες τὶς προσευχές μου σὲ σᾶς, γιατί βασανίζομαι τόσο;».

Ξαφνικὰ μία θεία ἐπίσκεψη, σὰν φλόγα, ἄγγιξε τὴν πονεμένη ψυχή του καὶ τὴν πλημμύρισε μὲ μία ὑπερκόσμια παρηγοριά. Τὸ φῶς τῆς πίστεως φώτισε μυστικὰ τὴν καρδιά του καὶ ἄναψε μέσα του μία ἀνέκφραστη καὶ ἀκατανίκητη ἀγάπη πρὸς τὸν Χριστό, ἡ ὁποία ὅπως λέει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, «οὐκ ἐξὸν ἀνθρώπῳ λαλῆσαι». Ὅταν ξημέρωσε, ἦταν νέος ἄνθρωπος, ἀναγεννημένος σὰν νὰ εἶχε βαπτισθεῖ στὴν φωτιά.

Καθὼς ἀποχαιρετοῦσε τὴν πρεσβυτέρα Εὐγενία, ὁ Ἅγιος τῆς εἶπε: «Ξέρεις, ἡ καρδιά μου φλέγεται γιὰ τὸν Χριστό. Νομίζω ὅτι ᾖλθα ἐδῶ, γιὰ νὰ καταλάβω ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀπολύτως τίποτε καλύτερο, τίποτε πιὸ θαυμαστὸ ἀπὸ Αὐτόν. Θὰ ἤθελα νὰ πεθάνω γι’ Αὐτόν!».
Ὅταν ἡ πρεσβυτέρα ἔφθασε πίσω στὴ Μόσχα ἔμαθε ὅτι στὸ στρατόπεδο συγκεντρώσεως ἄναψε μία πυρκαγιὰ καὶ ὁ Ἅγιος ἔγινε παρανάλωμα τοῦ πυρὸς μαζὶ μὲ ἕνδεκα ἄλλους Χριστιανούς.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ἅγιος Τάνκο Ἐπίσκοπος Βέρντεν 

Ὁ Ἅγιος Τάνκο καταγόταν ἀπὸ τὴ Σκωτία καὶ ἐργάσθηκε ἱεραποστολικὰ στὴ Γερμανία. Ἐξελέγη Ἐπίσκοπος τῆς πόλεως Βέρντεν καὶ μαρτύρησε τὸ ἔτος 815 μ.Χ.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

 

Ὁ Δίκαιος Ἰὼβ καταγόταν ἀπὸ τὴ χώρα Αὐσίτιδα ποὺ βρισκόταν μεταξὺ τῆς Ἰουδαίας καὶ τῆς Ἀραβίας καὶ ἦταν υἱὸς τοῦ Ζαρὲθ καὶ τῆς Βασώρας. Προφήτης ἐπὶ σαράντα χρόνια, ἄκμασε περὶ τὸ 1900 π.Χ. (κατ’ ἄλλους τὸ 1400 π.Χ.). Παρὰ τὰ μυθώδη πλούτη του ἦταν θεοσεβής, δίκαιος, εὐθὺς καὶ ἄμεμπτος. Κατὰ παραχώρηση Θεοῦ, γιὰ νὰ τὸν δοκιμάσει, ἐπειράσθηκε ἀπὸ τὸν σατανὰ καὶ ἀπώλεσε πλοῦτο καὶ κάθε ἀγαπημένο του πρόσωπο, πλὴν τῆς συζύγου του, αὐτὸς δὲ ὁ ἴδιος προσβλήθηκε ἀπὸ βαρύτατη μορφὴ λέπρας. Λόγω αὐτοῦ ἐξῆλθε τῆς πόλεως καὶ διερχόταν τὸ ὑπόλοιπο τοῦ βίου του μέσα σὲ σπήλαιο, προσευχόμενος καὶ ξύνοντας τὶς πληγές του γιὰ ἀνακούφιση. Οὔτε οἱ παροτρύνσεις τῆς συζύγου καὶ τῶν φίλων του στάθηκαν ἱκανὲς νὰ τὸν ἀπομακρύνουν ἀπὸ τὸν Θεό. Ὅταν δὲ τὸν ἐπισκέφθηκε ἡ σύζυγός του καὶ πλήρης θυμοῦ τοῦ εἶπε: «Μέχρι πότε θὰ ὑπομένεις λέγοντας: ἰδού, θὰ περιμένω λίγο ἀκόμη χρόνο καὶ ἐλπίζω, ὅτι θὰ ἀπαλλαγῶ τῆς καταστάσεώς μου; Ἰδοὺ ἡ μνήμη σου ἐξέλιπε ἀπὸ τὴ γῆ, διότι οἱ υἱοὶ καὶ οἱ θυγατέρες σου, οἱ ἐπώδυνοι αὐτοὶ καρποὶ τῆς κοιλίας μου, ἐξαφανίσθηκαν. Μάταια κοπίασα, γιὰ νὰ τοὺς μεγαλώσω. Ἐσὺ δὲ ὁ ἴδιος κάθεσαι ἐπάνω σὲ σάπια ἀπορρίμματα σκωληκοβριθῆ διερχόμενος ὄχι μόνο τὶς ἡμέρες ἀλλὰ καὶ τὶς νύχτες στὸ ὕπαιθρο. Ἐγὼ δὲ περιπλανιέμαι ὡς μία ὑπηρέτρια μεταβαίνουσα ἀπὸ τὸν ἕνα τόπο στὸν ἄλλον καὶ ἀπὸ τὴ μία οἰκία στὴν ἄλλη καὶ περιμένω πότε νὰ δύσει ὁ ἥλιος, γιὰ νὰ ἀναπαυθῶ ἀπὸ τοὺς σωματικοὺς κόπους καὶ ψυχικὲς ὀδύνες, οἱ ὁποῖες σήμερα μὲ περισφίγγουν. Πές, λοιπόν, λόγο κατὰ τοῦ Κυρίου καὶ πέθανε», αὐτός, ἀφοῦ ἄκουσε μὲ τὴ συνήθη πραότητα τοὺς πικροὺς αὐτοὺς λόγους τῆς συζύγου του, μὲ μεγάλη θλίψη ἀπάντησε πρὸς αὐτήν: «Διατὶ ὁμίλησες ἔτσι ὡς μία ἀπὸ τὶς ἄφρονες γυναῖκες; Ἀφοῦ δέχθηκες τὶς τόσες καλὲς δωρεὲς ἀπὸ τὰ χέρια τοῦ Θεοῦ, δὲν θὰ ὑπομείνουμε καὶ τὶς συμφορές;», παραμένοντας ἔτσι καὶ πάλι θεοσεβὴς καὶ ἄμεμπτος. Μόνο πρὸς στιγμήν, ὅταν τὸν ἐπισκέφθηκαν οἱ τρεῖς φίλοι του Ἐλιφάζ, βασιλέας τῶν Θαιμανῶν, Βαλδάδ, τύραννος τῶν Σαυχέων καὶ Σαφάρ, βασιλέας τῶν Μιναίων, οἱ ὁποῖοι παρέμειναν σιωπηλοί, ἀφοῦ τὸν συντρόφευαν ἐπὶ ἑπτὰ ἡμέρες, τὸ ἠθικὸ τοῦ Ἰὼβ κλονίσθηκε, ἀλλὰ ἀμέσως, διαμέσου τῆς βαθιᾶς πίστεώς του, ἀνέκτησε καὶ πάλι αὐτό.

Μετὰ ἑπταετὴ ὑπομονὴ τῆς ὑπεράνθρωπης αὐτῆς δοκιμασίας, ὁ Θεὸς ἀνταμείβοντας τὸν Ἰώβ, ἔδωσε σὲ αὐτὸν πάλι ὅλα τὰ ἀπολεσθέντα ἀγαθὰ καὶ τὰ προσφιλή του πρόσωπα. Ἔζησε, μετὰ τὴ δοκιμασία του, ἐπὶ ἑκατὸν σαράντα ἔτη καὶ σὲ ἡλικία διακοσίων σαράντα ἐτῶν, περὶ τὸ 1650 π.Χ., κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη ἀποτελώντας ὑπόδειγμα ὑπομονῆς καὶ προσκαρτερίας. Οἱ ἄθλοι του περιγράφονται ἐκτενῶς στὸ ὁμώνυμο βιβλίο τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Ὡς τῆς ἀνδρείας ἀκαθαίρετος πύργος, τὰς τοῦ Βελίαρ ἀπεκρούσω ἐφόδους, καὶ ἀκλινὴς διέμεινας σοφὲ ἐν πειρασμοῖς· ὅθεν χαρακτῆρά σε, ἀρραγοῦς καρτερίας, καὶ λαμπρὸν ὑπόδειγμα, ἀρετῶν οὐρανίων, ἡ Ἐκκλησία μέλπει σε Ἰώβ, λαμπρυνομένη, τοῖς σοῖς προτερήμασι.

 

Κοντάκιον. χος πλ. δ’. ς παρχς τς φύσεως.
Ὡς ἀληθὴς καὶ δίκαιος, θεοσεβὴς καὶ ἄμεμπτος, ἡγιασμένος τε ὤφθης πανένδοξε, Θεοῦ θεράπον γνήσιε, καὶ ἐδίδαξας κόσμον, ἐν τῇ σῇ καρτερίᾳ Ἰὼβ πολύαθλε· ὅθεν πάντες τιμῶντες, ὑμνοῦμέν σου τὸ μνημόσυνον.

 

Μεγαλυνάριον.
Τύπος ἐκπαιδεύων πρὸς ἀρετήν, ἐν παντὶ τῷ βίῳ, σὺ ὑπάρχεις Πάτερ Ἰώβ· ἐν γὰρ ἀπορίᾳ, καὶ πλούτου δαψιλείᾳ, θεράπων ἀνεδείχθης, τοῦ Λόγου δόκιμος.

Ὁ Ἅγιος Βάρβαρος ὁ Μάρτυρας

Στοὺς Συναξαριστὲς ἀναφέρεται ὅτι ὁ Ἅγιος Μάρτυς Βάρβαρος τελειώθηκε διὰ ξίφους.
Ὅμως στὶς 14 Μαΐου ἡ Ἐκκλησία ἑορτάζει τὴ μνήμη ἐνὸς ἄλλου ὁμώνυμου Ἁγίου Βαρβάρου, ποὺ ἀναφέρεται μὲ τοὺς Μάρτυρες Ἀλέξανδρο καὶ Ἀκόλουθο. Εἶναι ἄλλος Ἅγιος ἢ πρόκειται γιὰ τὸν ἴδιο; Ἡ πιὸ ἐνημερωμένη Ὀρθόδοξη ἁγιολογία ἀξιώνει ἀνοικτά, ὅπως στὴν περίπτωση τοῦ Μητροπολίτου πρ. Λεοντοπόλεως Σωφρονίου Εὐστρατιάδου, τὴν ὕπαρξη δύο ὁμώνυμων Ἁγίων, ποὺ ἔζησαν σὲ διαφορετικοὺς τόπους καὶ χρόνους. Παρὰ ταῦτα μερικὲς ἐνδείξεις ἀφήνουν νὰ ἐννοηθεῖ ὅτι, κάτω ἀπὸ δύο διαφορετικὰ πρότυπα ἁγιότητος καὶ μία διαφορετικὴ ἐξέλιξη τῆς λατρείας, κρύβεται ἡ ἴδια μορφή. Αὐτὸ μᾶς κάνει νὰ τὸ σκεφθοῦμε ὄχι μόνο ἡ γειτνίαση τῆς ἡμερομηνίας ἑορτασμοῦ τῶν δυὸ Ἁγίων (6 καὶ 14 Μαΐου), ἀλλὰ κυρίως τὸ γεγονὸς ὅτι καὶ γιὰ τοὺς δύο, οἱ ὁποῖοι μεταξὺ τῶν ἄλλων ἐμφανίζονται στὴ σκηνὴ ὡς στρατιῶτες, τὸ ἴδιο τὸ ὄνομα Βάρβαρος χαρακτηρίζεται ἀπὸ τὴν ἀπρόσωπη σημασία τῆς λέξεώς του: καὶ τὶς δύο φορές, πράγματι, εἶναι «βάρβαρος» στὸ ὄνομα, γιατί εἶναι καὶ στὴν πράξη.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

Οἱ Ἅγιοι Δάναξ, Μέσιρος καὶ Θερίνος οἱ Μάρτυρες

Οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες Δάναξ, Μέσιρος καὶ Θερίνος τελειώθηκαν διὰ ξίφους. Ἡ μνήμη τοὺς ἐτελεῖτο στὸ μαρτύριο αὐτῶν «ἐν τῷ Δευτέρῳ».

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ἅγιος Δημητρίων ὁ Μάρτυρας

Ὁ Ἅγιος Μάρτυς Δημητρίων τελειώθηκε διὰ τόξου.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ἅγιος Δονάτος ὁ Μάρτυρας 

Ὁ Ἅγιος Μάρτυς Δονάτος τελειώθηκε διὰ τόξου.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Οἱ Ἅγιοι Ἡλιόδωρος καὶ Βενοῦστος οἱ Μάρτυρες καὶ οἱ σὺν αὐτοῖς μαρτυρήσαντες

Οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες Ἡλιόδωρος καὶ Βενοῦστος μαρτύρησαν μαζὶ μὲ ἄλλους ἑβδομήντα πέντε Χριστιανοὺς στὴν Ἀφρική, ἐπὶ αὐτοκράτορος Διοκλητιανοῦ (284 – 305 μ.Χ).

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

Ἡ Ὁσία Βενεδίκτη ἡ Ρωμαία 

Ἡ Ὁσία Βενεδίκτη ἔζησε τὸν 6ο αἰώνα μ.Χ. καὶ καταγόταν ἀπὸ τὴ Ρώμη. Ἔγινε μοναχὴ στὴ μονὴ τοῦ Ἁγίου Γάλλου († 6 Νοεμβρίου) καὶ κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ἅγιος Ἐαντβέρτος ἐκ Σκωτίας

Περὶ τοῦ Ἁγίου Ἐαντβέρτου ἀναφέρει στὴν Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία ὁ Ἅγιος Βεδέας. Ὁ Ἅγιος Ἐαντβέρτος διακρινόταν γιὰ τὴν ἄριστη γνώση τῶν Γραφῶν καὶ τὴ φιλανθρωπία του, ἀφοῦ διένειμε τὸ δέκατο τῶν ἐσόδων τῆς Ἐπισκοπῆς του. Ὁρίσθηκε διάδοχος τοῦ Ἁγίου Κουθβέρτου († 20 Μαρτίου) στὴν Ἐπισκοπὴ τοῦ Λινστισφέϊρν τὸ 687 μ.Χ. καὶ κυβέρνησε τὴν Ἐκκλησία ἐπὶ ἕνδεκα ἔτη. Συνήθιζε κατὰ τὴν περίοδο τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς καὶ τῆς νηστείας τῶν Ἁγίων Χριστουγέννων νὰ ἀποσύρεται σὲ ἔρημο τόπο, κατὰ μόνας, πενθώντας, νηστεύοντας καὶ προσευχόμενος. Εἶχε τὸ χάρισμα τῶν δακρύων. Ἐπὶ τῶν ἡμερῶν του ἔλαβε χώρα ἡ ἀνακομιδὴ τοῦ ἱεροῦ λειψάνου τοῦ προκατόχου του, Ἁγίου Κουθβέρτου, ὁ ὁποῖος εὑρέθη ἄφθορος.
Ὁ Ἅγιος Ἐαντβέρτος κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ 698 μ.Χ.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

Οἱ Ὅσιοι Ἱλαρίων, Μάμας καὶ Παχώμιος 

Οἱ Ὅσιοι Ἰλαρίων, Μάμας καὶ Παχώμιος ἀσκήτεψαν σὲ τόπο ἐρημικό, ὅπου διῆλθαν τὸ μοναχικὸ βίο τους μὲ νηστεία, ἀγρυπνίες, ἀγαθοεργίες. Ἀφοῦ ἔζησαν σὲ ὁμόνοια ψυχῆς καὶ ἀγαθοπρεπὴ συνείδηση, κοιμήθηκαν ὁσιακῶς μὲ εἰρήνη.
Ἡ Σύναξη αὐτῶν ἐτελεῖτο «ἐν Ὀχείαις».

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ἐγκαίνια τοῦ ναοῦ τῶν Ἁγίων Ἀναργύρων ἐν τῇ μονῇ τοῦ Ψαμαθία

Ὁ ναὸς αὐτὸς σωζόταν πρὶν τὸν 9ο αἰώνα μ.Χ. καὶ ἑόρταζε τὴν ἡμέρα αὐτὴ τὴ μνήμη τῶν ἐγκαινίων του.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ὅσιος Σεραφείμ

Ὁ Ὅσιος Σεραφεὶμ ὑπῆρξε σπουδαῖος ἀνάμεσα στοὺς ἀσκητὲς καὶ διέλαμψε μέσῳ τῶν θαυμάτων του. Πατρίδα του εἶχε τὸ ἀποκαλούμενο σήμερα Ζέλι, χωριὸ μικρό, ὑποκείμενο στὴ χώρα τοῦ Ταλάντου τῆς Βοιωτίας. Οἱ γονεῖς του ἦταν εὐσεβεῖς καὶ ἐνάρετοι. Ἐνῷ ἀκόμη ἦταν βρέφος καὶ δὲν ἦταν δυνατὸν νὰ διακρίνει τὶς ἡμέρες, ὅμως τὸ Πανάγιο Πνεῦμα γνωρίζοντας ἀπὸ πρὶν τὴ μελλοντικὴ πνευματικὴ προκοπή του τὸ φώτιζε καὶ τὸ δίδασκε ὅτι ἡ Τετάρτη καὶ ἡ Παρασκευὴ εἶναι ἡμέρες τῶν Παθῶν τοῦ Κυρίου, γι’ αὐτὸ καὶ ἔμενε νηστικό, ὅπως ἡ ἴδια ἡ μητέρα του ἔλεγε στοὺς γείτονες. Μόνο κατὰ τὴν δύση τοῦ ἡλίου, ἐπειδὴ δὲν μποροῦσε νὰ ἀντέξει περισσότερο νὰ νηστεύει, θήλαζε λίγο καὶ κοιμόταν.

Ὅταν ἔφθασε στὴν παιδικὴ ἡλικία, τότε οἱ γονεῖς του τὸν παρέδωσαν στὸν ἐφημέριο τοῦ χωριοῦ νὰ μάθει τὰ ἱερὰ γράμματα. Ὁ νέος ἔνιωσε μέγα ἔρωτα πρὸς τὰ ἱερὰ γράμματα, μελετοῦσε μὲ πολὺ ζῆλο καὶ μάθαινε ὅσα τοῦ ὑπεδείκνυε ὁ δάσκαλος. Τὸν χαρακτήριζαν στοιχεῖα ὅπως ἡ προσοχὴ στὸ σχολεῖο, ἡ ταπεινοφροσύνη πρὸς τοὺς μαθητές, ἡ ἄκρα ταπείνωση καὶ ὑποταγὴ πρὸς τοὺς γονεῖς, ἡ σεμνότητα καὶ ἡ ὑποδειγματικὴ διαγωγὴ πρὸς ὅλους τοὺς ἀνθρώπους. Ὅσο μεγάλωνε ὁ Ὅσιος, αὔξανε περισσότερο ὁ ζῆλος του καὶ μέσα στὴν ἀνάγνωση τῶν Ἁγίων Γραφῶν εὕρισκε μεγάλη πνευματικὴ εὐφροσύνη. Γι’ αὐτό, ἂν καὶ ἦταν νέος στὴν ἡλικία καμία ἄλλη εὐχαρίστηση δὲν αἰσθανόταν παρὰ μόνο πῶς θὰ ἀπομακρυνθεῖ ἀπὸ τὸν κόσμο, γιὰ νὰ ὑπηρετήσει ἀνενόχλητα τὸν Δημιουργό μας καὶ τὸν Πλάστη, μιμούμενος τὰ Σεραφὶμ καὶ τὶς χορεῖες τῶν Ὁσίων.

Αὐτὰ λοιπὸν σκεπτόμενος, ἀποφάσισε νὰ ἐγκαταλείψει γονεῖς, πατρίδα, συγγενεῖς καὶ φίλους, νὰ πάει στὸ μοναστήρι καὶ ἐκεῖ νὰ ἐνδυθεῖ τὸ μοναχικὸ σχῆμα καὶ νὰ ἀφιερωθεῖ, ψυχὴ τε καὶ σώματι, στὸν Θεὸ καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπο νὰ κορέσει τὴν πνευματικὴ δίψα ποὺ αἰσθανόταν. Μία λοιπὸν ἡμέρα ζητεῖ ἀπὸ τοὺς γονεῖς του τὴν εὐλογία τους καὶ τοὺς παρακαλεῖ μὲ δάκρυα νὰ συγκατατεθοῦν καὶ νὰ τὸν συνοδεύσουν μὲ τὴν εὐχή τους στὸ νέο αὐτὸ στάδιο, τὸ μοναχικό, ποὺ ἀγάπησε ἀπὸ παιδικὴ ἡλικία. Οἱ εὐσεβεῖς καὶ ἐνάρετοι γονεῖς χάρηκαν μὲν γιὰ τὴν εὐσέβεια καὶ τὴν τέλεια ἀφοσίωση τοῦ παιδιοῦ, λυπήθηκαν ὅμως πολύ, γιατί ἡ ἀπομάκρυνση τοῦ ἀγαπημένου τους παιδιοῦ θὰ προξενοῦσε τόσο σὲ αὐτοὺς ὅσο καὶ στὸ χωριὸ μεγάλη κατήφεια. Προσπαθοῦσαν λοιπὸν νὰ τὸν ἀποτρέψουν μὲ συγκινητικὰ λόγια ζητώντας του νὰ τοὺς γηροκομήσει πρῶτα καὶ μετὰ νὰ ἀκολουθήσει τὴν κλίση του.

Ὁ νεαρὸς Σωτήριος, γιατί ἔτσι ὀνομαζόταν ὁ Ἅγιος, παρόλη τὴν συντριβὴ ποὺ αἰσθάνθηκε ἔμεινε ἀμετάβλητος στὴν ἀπόφασή του. Ρίχνεται λοιπὸν στὴν ἀγκαλιά τους, ἀσπάζεται τὴν δεξιά τους καὶ ἀποχωρεῖ γιὰ κάποιο μονύδριο, στὸ ὁποῖο τιμόταν ὁ Προφήτης Ἠλίας καὶ ἀπέχει μία ὥρα ἀπὸ τὸ χωριὸ Ζέλι στὸ ὄρος Κάρκαρα. Ἐκεῖ κάπου κοντὰ στὸ ὄρος ἀναγείρει μικρὸ ναὸ στὸ ὄνομα τοῦ Σωτῆρος μέσα σὲ κάποιο σπήλαιο, τοῦ ὁποίου ἴχνη φαίνονται μέχρι σήμερα καὶ οἱ κάτοικοι τῶν γύρω χωριῶν ὀνομάζουν ἀσκητήριο τοῦ Ὁσίου Σεραφείμ, ἐνῷ στὰ πέριξ αὐτοῦ ὑπάρχει ἄλλος ναὸς πρὸς τιμὴν τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου καὶ κάποια κελλιά, τὰ ὁποία, ὅπως λένε οἱ Γέροντες, ἀνήγειραν οἱ κάτοικοι τῆς Ἐλάτειας σὲ καιρὸ λοιμικῆς νόσου. Ἐκεῖ λοιπὸν ὁ Ὅσιος παρέμεινε ἀρκετὸ χρόνο ἀγωνιζόμενος μὲ ἀγρυπνίες καὶ δεήσεις ὡς καλὸς ἐργάτης τοῦ μυστικοῦ ἀμπελῶνος τοῦ Κυρίου. Ἐπειδὴ ὅμως τὴν πνευματική του ἡσυχία τάραζαν οἱ συχνὲς ἐπισκέψεις τῶν γονέων, τῶν φίλων καὶ τῶν συγγενῶν, ἀναχωρεῖ γιὰ τὸ γειτονικὸ ἱερὸ μοναστήρι τῶν Ἁγίων Ἀναργύρων. Μετὰ τὶς συνεχιζόμενες ἐνοχλήσεις ἀναχωρεῖ καὶ ἀπὸ ἐκεῖ γιὰ τὸ Σαγμάτιο ὄρος, στὴν κορυφὴ τοῦ ὁποίου ὑπάρχει μοναστήρι ἀφιερωμένο στὴ Μεταμόρφωση τοῦ Σωτῆρος. Τὸ μοναστήρι αὐτὸ βρίσκεται μεταξὺ τῶν Θηβῶν καὶ τῆς Εὔβοιας καὶ κατέχει ἱερὸ τεμάχιο τοῦ Τιμίου καὶ ζωοποιοῦ Σταυροῦ, ποὺ δώρισε στὸ μοναστήρι ὁ εὐσεβὴς αὐτοκράτορας Ἀλέξιος ὁ Κομνηνὸς μὲ χρυσόβουλλο γράμμα.

Στὸ μοναστήρι αὐτὸ ὁ Ὅσιος κατετάγη στὴν ἀγγελικὴ χορεία τῶν ἐνάρετων ἀσκητῶν καὶ ἀγωνιζόταν νύχτα καὶ ἡμέρα μὲ νηστεῖες καὶ προσευχές, ἀγρυπνίες καὶ δάκρυα, ὑπακοὴ καὶ ὑπομονὴ στὶς θλίψεις καὶ ὁλοκληρωτική, ἐν τέλει, ἀφοσίωση στὰ πνευματικά. Μέσα σὲ λίγο χρονικὸ διάστημα ὑπερέβη ὅλους τοὺς συνασκητές του στὴν ἀρετὴ καὶ στὰ κατορθώματα τῆς ἀσκήσεως. Βλέποντας τὴν ἀρετὴ καὶ τὴν πρόοδο τοῦ Ὁσίου, ὁ ἡγούμενος τὸν ἔκειρε μοναχὸ μετονομάζοντας τὸν Σεραφεὶμ καὶ μετὰ ἀπὸ λίγο τὸν προβίβασε στὰ ἀνώτερα ἀξιώματα, πρῶτα σὲ αὐτὸ τοῦ διακόνου καὶ στὴ συνέχεια σὲ αὐτὸ τοῦ πρεσβυτέρου. Τὸ ὑψηλὸ ἀξίωμα τῆς ἱεροσύνης ἀποδέχθηκε ὁ Σεραφείμ, ἐνδίδοντας στὶς θερμὲς παρακλήσεις τοῦ ἡγουμένου καὶ τῶν ὑπολοίπων μοναχῶν.

Ἔμεινε στὸ μοναστήρι γιὰ δέκα ὁλόκληρα χρόνια. Καθὼς ἡ φήμη τῶν κατορθωμάτων διαδόθηκε πολὺ γρήγορα, ζητᾶ ἀπὸ τὸν ἡγούμενο ἄδεια καὶ ἀποχαιρετώντας τοὺς συνασκητές του καὶ τὸν πνευματοφόρο Γερμανό, συνασκητὴ τοῦ Ἁγίου Κλήμεντος, ποὺ ἄσκησε καὶ τελειώθηκε στὸ ὄρος Σαγματᾶ, ἀναχώρησε ἀπὸ τὸ μοναστήρι γιὰ νὰ εὕρει τὴν ποθούμενη πνευματικὴ ἡσυχία. Διανύοντας μεγάλες ἀποστάσεις καὶ περνώντας πολλὰ βουνά, ἔφθασε τελικὰ στὸν λόφο ποὺ βρίσκεται δυτικὰ τοῦ Ἑλικῶνος, μία ὥρα πάνω ἀπὸ τὴν ἀρχαία Βουλίδα, στὴν τοποθεσία Δομποῦ. Ἐκεῖ ἵδρυσε μικρὸ ναΐσκο στὸ ὄνομα τοῦ Σωτῆρος καὶ ἀνήγειρε κάποια κελλιά, συγκέντρωσε λίγους μοναχοὺς καὶ μαζί τους ἔμεινε δέκα χρόνια, ἀσκώντας τὰ ἔργα τῆς ἀρετῆς καὶ διδάσκοντας τοὺς μαθητές του τὰ σωτήρια διδάγματα τῆς μοναχικῆς πολιτείας.

Ὅσο βρισκόταν ἐκεῖ ὁ Ὅσιος ὁδήγησε πολλὲς ψυχὲς ἀπολωλότων ἀνθρώπων στὴ σωτηρία. Κοντὰ στὸ ἀσκητήριο τοῦ Ὁσίου, στὴν θέση ποὺ βρίσκεται σήμερα τὸ μοναστήρι, ὑπῆρχαν λίγες οἰκογένειες ἀλβανικῆς καταγωγῆς μὲ ἦθος σκληρὸ καὶ ἄγριο, τῶν ὁποίων ὁ βίος ἦταν λῃστρικὸς καὶ ἐπικίνδυνος γιὰ τοὺς γείτονές τους. Αὐτοὺς τοὺς κατοίκους πλησίασε ὁ Ἅγιος καὶ μὲ λόγια κατηχήσεως μετέβαλε τὸν σκληρὸ καὶ ἄγριο τρόπο ζωῆς τους. Σταμάτησαν νὰ κλέβουν καὶ νὰ ἐκβιάζουν, ἔριξαν τὰ ὅπλα καὶ ἀσχολήθηκαν μὲ εἰρηνικὲς ἐργασίες.

Πολλοὶ Χριστιανοί, ἀκούγοντας γιὰ τὴν φήμη του, προσέρχονταν ἀπὸ πολλὰ μέρη ζητώντας καὶ παίρνοντας βοήθεια, καθὼς τοὺς θεράπευε σωματικὲς καὶ ψυχικὲς ἀσθένειες. Ἡ μεγάλη συρροὴ ὅμως ἔγινε ἡ ἀφορμὴ νὰ ἐγκαταλείψει τοὺς μαθητές του καὶ τὸ μονύδριο μετὰ ἀπὸ δέκα χρόνια περίπου καὶ κατέλαβε τὴν κορυφὴ βορειοδυτικὰ τοῦ Ἑλικῶνος ποὺ ἀπεῖχε δύο ὧρες ἀπὸ τὸ μονύδριο καὶ σήμερα ἀποκαλεῖται κελλὶ τοῦ Ὁσίου. Στὴ μεμονωμένη αὐτὴ κορυφὴ ἄκουσε ἀπὸ τὸν Δεσπότη Χριστὸ φωνή, ἡ ὁποία τὸν καλοῦσε νὰ ἀφήσει τὴν κορυφὴ ἐκείνη καὶ νὰ κατέβει σὲ μέρος ἐπίπεδο, γιὰ νὰ κτίσει ἐκεῖ μοναστήρι, ὥστε νὰ μποροῦν νὰ βρίσκουν πνευματικὸ καταφύγιο καὶ παρηγοριὰ ὅλοι ὅσοι εἶχαν ἀνάγκη. Ὁ Ὅσιος ἄκουσε ἀμέσως τὴν φωνὴ τοῦ Κυρίου, κατέβηκε ἀπὸ τὴν κορυφή, συγκέντρωσε τοὺς λίγους μαθητές του, ποὺ εἶχε κάποτε ἀφήσει, ὅταν ἀπομακρύνθηκε ἀπὸ αὐτούς, γιὰ νὰ βρεῖ τὴν πνευματική του ἡσυχία, καὶ ἄρχισε νὰ κτίζει μοναστήρι. Λόγω ὅμως τῆς τραχύτητας τοῦ ἐδάφους καὶ τῆς ἀνήλιαγης θέσεως ποὺ ἐπέλεξε ὁ Ὅσιος γιὰ νὰ τὸ κτίσει, ἐμφανίζεται σὲ αὐτὸν ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος καὶ τὸν διατάζει νὰ ἀφήσει αὐτὴ τὴν οἰκοδομὴ ὡς ἀκατάλληλη γιὰ τὶς ἀνάγκες τῶν μεταγενέστερων καὶ νὰ κτίσει ἄλλο στὴν θέση ἐκείνη ποὺ ὑπάρχει τὸ χωριὸ Δομπός. Ὁ Ὅσιος ἐκπληρώνοντας τὴν διαταγὴ τῆς Θεοτόκου, ἔρχεται στὸ χωριὸ καὶ πείθει τοὺς κατοίκους νὰ ἀφήσουν τὶς καλύβες τους καὶ τὸν τόπο τους καὶ νὰ ἀποικήσουν σὲ ἄλλο μέρος, ἀφοῦ λάβουν τὸ ἀντίτιμο τῆς ἰδιοκτησίας τους.

Μετὰ τὴν ἀγορὰ τῆς τοποθεσίας αὐτῆς τῶν Δομποϊτῶν, μετέβη ὁ Ὅσιος στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ ἀφοῦ ἔλαβε τὴν ἄδεια ἀπὸ τὸν Πατριάρχη, ἡ ὁποία σῴζεται μέχρι σήμερα, ἄρχισε νὰ ἀνεγείρει  ναὸ σταυροπηγιακὸ στὸ ὄνομα τοῦ Σωτῆρος μας Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ μοναστήρι, σύμφωνα μὲ τὴν διαταγὴ ποὺ ἔλαβε ἀπὸ τὴν Θεοτόκο. Ἀλλὰ ὁ μισόκαλος διάβολος θέλοντας νὰ ματαιώσει τὸ θεάρεστο αὐτὸ ἔργο, σπείρει ζιζάνια στὶς καρδιὲς κάποιων ἀνθρώπων καὶ τοὺς ὁδηγεῖ νά τὸν διαβάλουν ὡς ἄνθρωπο ραδιοῦργο καὶ ἀπατεῶνα στὸν ἀλλόθρησκο ἄρχοντα τῆς Λιβαδειᾶς, λέγοντας ὅτι κάποιος ραδιοῦργος καλόγηρος ἔπεισε μὲ πονηρὸ τρόπο καὶ ἀπομάκρυνε τοὺς κατοίκους ἀπὸ τὴν ἰδιοκτησία τους ἀντὶ εὐτελέστατης χρηματικῆς ἀποζημιώσεως. Μόλις ἄκουσε ὁ ἄρχοντας ἐξεμάνη κατὰ τοῦ Ὁσίου καὶ ἔστειλε τρεῖς Τούρκους στρατιῶτες νὰ ὁδηγήσουν αὐτὸν δεμένο στὴ Λιβαδειά, γιὰ νὰ λάβει τὴν πρέπουσα τιμωρία. Ἀφοῦ ἔφθασαν λοιπὸν οἱ ἀπεσταλμένοι στρατιῶτες ἀπὸ τὴ Λιβαδειὰ στὸ μέρος στὸ ὁποῖο ἐργαζόταν ὁ Ὅσιος, τὸν ἔβρισαν χυδαία καὶ τοῦ κατάφεραν στὸ κεφάλι μεγάλο κτύπημα, ἐξαιτίας τοῦ ὁποίου ἔμεινε ἡμιθανής. Μὲ τὸ κτύπημα σχίσθηκε τὸ κεφάλι του σὲ μεγάλο μέρος, ὅπως φαίνεται τὸ σημεῖο σήμερα ἐπάνω στὴν ἁγία Κάρα. Ἀφοῦ ὁ Ὅσιος συνῆλθε λίγο τὸν ἔδεσαν καὶ ἀναχώρησαν μαζί του γιὰ τὴ Λιβαδειά, ἐκπληρώνοντας τὴν διαταγὴ τοῦ ἀρχηγοῦ τους. Καθ’ ὁδόν, ἐπειδὴ ἡ τοποθεσία ἦταν ἄνυδρη, οἱ στρατιῶτες, ἀφοῦ δίψασαν καὶ δὲν βρῆκαν νερό, ἐπιτέθηκαν πάλι ἐναντίον του καὶ ἀπειλοῦσαν νὰ τὸν φονεύσουν, γιατί ἐξαιτίας αὐτοῦ ὑπέφεραν δίψα καὶ κόπους καὶ κινδύνευαν νὰ πεθάνουν στὴν ἄνυδρο αὐτὴ ἔρημο. Ἀλλὰ ὁ Ὅσιος, ἂν καὶ ἦταν καταβεβλημένος ἀπὸ τὸν δριμὺ πόνο καὶ τὶς κακώσεις καὶ ὑπέφερε ὑπερβολικὰ ἀπὸ τὴν πληγή, τὴν ὁποία τοῦ δημιούργησαν οἱ ἄσπλαχνοι  αὐτοὶ στρατιῶτες, δὲν ἀγανάκτησε ἐναντίον αὐτῶν, δὲν μνησικάκησε γιὰ τὴν σκληρότητα καὶ τὴν ἀπανθρωπιά. Ζήτησε λοιπὸν ἄδεια ἀπὸ τοὺς Τούρκους νὰ προσευχηθεῖ στὸν Θεό, ἔλαβε τὴν ἄδεια, ἐλευθερώθηκε ἀπὸ τὰ δεσμά, γονάτισε καὶ προσευχήθηκε στὸν Κύριο, γιὰ νὰ ἐξάγει νερὸ ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ σκληρὸ τόπο. Μετὰ τὴν προσευχή, κτύπησε τὴν ράβδο του στὸν τόπο ἐκεῖνο στὸν ὁποῖο ἔχυσε πηγὲς δακρύων, καὶ ὢ τοῦ θαύματος! ἐξῆλθε νερὸ γλυκὸ καὶ διαυγές, τὸ ὁποῖο ἀναβλύζει μέχρι σήμερα καὶ ἀπὸ τὸ ὁποῖο ὅλοι οἱ διαβάτες πίνοντας δοξάζουν τὸν Θεό, ἐνθυμούμενοι τὸ ἐξαίσιο θαῦμα.

Ἀφοῦ οἱ Τοῦρκοι ἤπιαν ἀπὸ τὸ νερὸ αὐτὸ καὶ κατέσβησαν τὴ δίψα τους, ξεκίνησαν πάλι τὴν ὁδοιπορία τους, δείχνοντας σεβασμὸ στὸν Ὅσιο καὶ μετάνοια γιὰ ὅσα κακὰ προξένησαν σὲ αὐτόν, γιατί ἀπὸ τὸ θαῦμα πείσθηκαν ὅτι ὁ συνοδός τους δὲν ἦταν τέτοιος ποὺ κατηγοροῦσαν. Τὴν πεποίθηση αὐτὴ τὴν ἐπιβεβαίωσε καὶ ἄλλο θαῦμα τοῦ Ἁγίου: κατὰ τὴν διαδρομὴ πετοῦσαν ἄγρια περιστέρια, τὰ ὁποία οἱ Τοῦρκοι ἤθελαν νὰ σκοτώσουν πυροβολώντας τα. Ἀλλά, ἂν καὶ πολλὰ ὅπλα ἄδειασαν ἐναντίον τους, δὲν σκότωσαν κανένα περιστέρι. Τότε ὁ Ὅσιος εἶπε σὲ αὐτοὺς νὰ σταματήσουν νὰ πυροβολοῦν καὶ αὐτὸς θὰ μπορέσει νὰ δώσει σὲ αὐτοὺς ζωντανὰ τὰ περιστέρια. Πράγματι, προσευχήθηκε, ἅπλωσε τὰ χέρια καὶ ἔπιασε τρία περιστέρια, δίνοντας ἕνα σὲ κάθε Τοῦρκο. Οἱ Τοῦρκοι βλέποντας αὐτὸ τὸ θαῦμα ἐξεπλάγησαν καὶ ἄφησαν τὸν Ὅσιο ἐλεύθερο νὰ πάει στὸ ἔργο του καὶ νὰ κάνει ὅτι θέλει καὶ ὅτι τὸν διατάξει ὁ Θεός. Ὁ Ὅσιος Σεραφεὶμ πῆγε στὴ μονὴ καὶ βρῆκε τοὺς μαθητές του νὰ εἶναι ἀπαρηγόρητοι ἐξαιτίας τὴν ἀπώλειας τοῦ διδασκάλου καὶ προστάτη τους. Τοὺς ἐνθάρρυνε λέγοντας ὅτι εἶναι θέλημα Θεοῦ νὰ ὁλοκληρώσουν τὸ ἔργο ποὺ ξεκίνησαν καὶ τοὺς προέτρεψε νὰ δοξάσουν τὸν Θεό.

Σὲ σύντομο λοιπὸν χρονικὸ διάστημα τὸ ἔργο τελείωσε, ἡ φήμη τοῦ Ὁσίου ἐξαπλώθηκε ταχύτατα στὴν περιοχή, ὥστε ἡ ἄγονη καὶ τραχεία ἔρημος τοῦ Δομποῦ ἔγινε πόλη μουσόφιλη καὶ εὔανδρη, καθὼς συνέρρευσαν ἄνδρες ἀρετῆς καὶ παιδείας. Τόσο μεγάλη ἦταν ἡ συρροὴ στὸ μοναστήρι τοῦ Ὁσίου Σεραφεὶμ ὅσων ποθοῦσαν τὴ μοναδικὴ πολιτεία καὶ τὴν ἄσκηση τῶν πνευματικῶν ἀγώνων, ὥστε τὸ μοναστήρι ἦταν ἀνεπαρκὲς γιὰ τὸν ἀριθμὸ τῶν ἐπισκεπτῶν καὶ τῶν πνευματικὰ ἀνήσυχων. Ἀποχωροῦσαν λοιπὸν ἀπὸ τὴ μονὴ καὶ ἔμεναν στὴν ἔρημο συγγράφοντας καὶ ἐξασκώντας τοὺς κανόνες τῆς μοναδικῆς πολιτείας.

Μετὰ τὴν παρέλευση τριῶν ἐτῶν, ἔφθασε ὁ καιρὸς κατὰ τὸν ὁποῖο ὁ Ὅσιος Σεραφεὶμ ἔμελλε νὰ ἐγκαταλείψει τὸν κόσμο αὐτὸ καὶ νὰ ἀποχωρήσει γιὰ τὴν οὐράνια πατρίδα, μὲ σκοπὸ νὰ λάβει ἀπὸ τὸν Θεὸ τὴν ἀμοιβὴ τῶν διηνεκῶν κόπων του, τοὺς ὁποίους κατέβαλε στὴν γῆ γιὰ δοξολογία τοῦ θείου Αὐτοῦ Ὀνόματος. Ὅταν προεῖδε τὸν χρόνο τῆς τελειώσεως τοῦ βίου του, κάλεσε τοὺς ἀγαπημένους του μαθητὲς καὶ μὲ γλυκιὰ φωνὴ τούς ἔδωσε συμβουλὲς νὰ μὴν ξεχνοῦν τὰ διδάγματά του, νὰ μὴν ἐγκαταλείψουν τὸν πνευματικὸ ἀγῶνα, τὴν προσευχὴ ἀλλὰ καὶ τὴν ταπεινοφροσύνη καὶ τὴν ὀλιγάρκεια, μιμούμενοι τὸν Σωτῆρα Χριστὸ ποὺ ταπεινώθηκε ἐπάνω στὸν Σταυρὸ γιὰ τὴν σωτηρία τῶν ἀνθρώπων. Τοὺς ζήτησε μάλιστα νὰ τὸν ἐνταφιάσουν στὸ παλαιὸ μοναστήρι ποὺ τοῦ εἶχε ἀποκαλυφθεῖ ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος, γιὰ νὰ μείνει ἄγνωστη ἡ τοποθεσία τῆς ταφῆς καὶ νὰ μὴν συρρέει κόσμος. Μετὰ τὰ λόγια αὐτὰ προσευχήθηκε γιὰ τελευταία φορὰ στὸν Θεό, εὐλόγησε τοὺς πολλοὺς μαθητές του καὶ παρέδωσε τὸ πνεῦμα του πρὸς τὸν Θεὸ καὶ Πλάστη, τὸν Ὁποῖο πόθησε ἀπὸ τὴν βρεφικὴ ἡλικία καὶ ἀκολούθησε μὲ αὐταπάρνηση.

Μετὰ τὴν κοίμηση τοῦ Ὁσίου παρέλαβαν μὲ εὐλάβεια οἱ μαθητές του τὸ καταπονημένο ἀπὸ τὴν ἄσκηση σῶμα καὶ τὸ μετέφεραν στὸν τόπο, ποὺ ὑπέδειξε ὁ Ὅσιος, ὅσο ζοῦσε. Ἐκεῖ κάποιος μοναχὸς ταγμένος ἀπὸ τὴν ἀδελφότητα φύλαγε γιὰ δύο ὁλόκληρα χρόνια τὸν θεῖο αὐτὸ θησαυρό, γιὰ νὰ μὴν συληθεῖ ἀπὸ κανέναν ἱερόσυλο, φόβος ποὺ ὁδήγησε στὴν ταχεῖα ἀνακομιδὴ τῶν λειψάνων του. Γιατί καὶ κάτω ἀπὸ τὴν γῆ ὁ Κύριος δὲν ἄφησε τὸν Ὅσιος χωρὶς μαρτυρία, καθὼς θεῖο φῶς ἀπὸ τὸν οὐρανὸ φώτιζε τὸν τάφο του καὶ ὁδηγοῦσε πολλοὺς εὐσεβεῖς Χριστιανούς, οἱ ὁποῖοι ἔπεφταν στὸν τάφο καὶ ζητοῦσαν τὴν βοήθεια τοῦ Ὁσίου.

Μετὰ τὴν συμπλήρωση δύο χρόνων, ἔγινε ἡ ἀνακομιδὴ τῶν ἱερῶν λειψάνων τοῦ Ὁσίου Σεραφεὶμ ποὺ ἀνέβλυζαν εὐωδία καὶ μεταφέρθηκαν ἀπὸ τὸ παλαιὸ μοναστήρι στὸ διατηρούμενο τώρα μοναστήρι καὶ κατατέθηκαν μέσα στὸν ἱερὸ ναὸ ὡς κειμήλιο ἱερὸ καὶ θησαυρὸς ἀδάπανος τοῦ μοναστηριοῦ, τὸ ὁποῖο ἵδρυσε ὁ Ὅσιος μὲ πολλοὺς κόπους καὶ μόχθους πρὸς δόξαν Θεοῦ καὶ ψυχικὴ ὠφέλεια τῶν Χριστιανῶν.
Ὁ Ἅγιος κοιμήθηκε σὲ ἡλικία ἑβδομήντα πέντε ἐτῶν τὸ 1602, κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς Μεσοπεντηκοστῆς καὶ ὥρα 6η τῆς μεσημβρίας.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

πολυτίκιον. χος γ’. Θείας πίστεως.
Θεῖον βλάστημα, τῆς Βοιωτίας, ἔμπνουν ὄργανον, τῆς ἐγκρατείας, ἀνεδείχθης Σεραφεὶμ ἀξιάγαστε· σὺ γὰρ Ὁσίων βαδίσας τοῖς ἴχνεσιν, ἀρτιφανῶς ἐν τῷ κόσμῳ ἐξέλαμψας· Πάτερ Ὅσιε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

 

Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Ἐν τοῖς ῥείθροις Ἅγιε πικρᾶς θαλάσσης, τὸν Σταυρὸν ἁψάμενος, ταύτην ἐγλύκανας σοφέ, καὶ τοὺς διψῶντας ἐπότισας, ὦ Σεραφεὶμ ως θεράπων τοῦ Κτίσαντος.

 

Μεγαλυνάριον.
Χαίροις Βοιωτίας θεῖος βλαστός, καὶ τῶν Μοναζόντων, γνώμων ἔμπρακτος ἀληθῶς· χαίροις τῆς Ἑλλάδος, ἀγλάϊσμα καὶ κλέος, Ὁσίων ἡ προσθήκη, Σεραφεὶμ Ὅσιε.

Ὁ Ὅσιος Ἰὼβ ἐκ Ρωσίας 

Ὁ Ὅσιος Ἰὼβ τοῦ Ποτσάεφ, κατὰ κόσμο Ἰωάννης Τσέλεζο, γεννήθηκε περὶ τὸ 1550 στὸ Γκαλισὶν τῆς Ρωσίας. Σὲ ἡλικία δώδεκα ἐτῶν μόνασε στὴ Λαύρα τοῦ Ποτσάεφ, στὴν Οὐκρανία, τῆς ὁποία ἀναδείχθηκε ἡγούμενος τὸ 1597. Διακρίθηκε γιὰ τοὺς ἀγῶνες του ὑπὲρ τῆς Ὀρθοδοξίας κατὰ τὴν κρίσιμη περίοδο μετὰ τὴν Σύνοδο τῆς Βρέστης (1596) μὲ τὴν ὁποία δημιουργήθηκε ἡ Οὐνία. Μὲ τὸ τεράστιο γιὰ τὴν ἐποχή του ἔργο στήριξε τὴν Ὀρθοδοξία στὴν Βολυνία.
Ὁ Ὅσιος Ἰὼβ κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ 1651. Ἡ Ἐκκλησία τιμᾶ, ἐπίσης, τὴν μνήμη του στὶς 28 Αὐγούστου καὶ στὶς 28 Ὀκτωβρίου.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ἦταν ἕνας ἀπὸ τοὺς δώδεκα μαθητὲς τοῦ Κυρίου, ἀδελφός τοῦ Ματθαίου τοῦ Εὐαγγελιστοῦ καὶ γιὸς τοῦ Ἀλφαίου.

Ὁ Ἰάκωβος, ἀφοῦ ἀγωνίστηκε γιὰ τὴν ἀλήθεια τοῦ Χριστοῦ στὴν Ἱερουσαλήμ, ἔπειτα πῆγε καὶ σὲ  ἄλλες χῶρες γιὰ νὰ κηρύξει τὸ Εὐαγγέλιο. Ἐκεῖ, κατέστρεφε τοὺς βωμοὺς τῶν εἰδώλων καὶ μὲ τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ γιάτρευε ἀρρώστιες καὶ ἐξεδίωκε τὰ ἀκάθαρτα πνεύματα. Γι' αὐτὸ καὶ οἱ εἰδωλολάτρες τὸν ὀνόμαζαν θεῖο σπέρμα.

Ὁ ἱδρῶτας, οἱ μόχθοι καὶ οἱ κίνδυνοι ποὺ ὑπέστη γιὰ τὴ διάδοση τοῦ Εὐαγγελίου, ἦταν πολλοί. Ὁ θάνατος πολλὲς φορὲς τὸν πλησίασε, ἀλλὰ στὴν σκέψη τοῦ Ἰακώβου κυριαρχοῦσαν ἐνθαρρυντικὰ τὰ λόγια τοῦ Κυρίου, «ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἀκολουθείν, ἀπαρνησάσθω ἐαυτὸν καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ, καὶ ἀκολουθείτω μοι». Ἐκεῖνος ποὺ θέλει νὰ μὲ ἀκολουθεῖ σὰν γνήσιος μαθητής μου, λέει ὁ Κύριος, ἂς ἀπαρνηθεῖ τὸ διεφθαρμένο ἀπὸ τὴν ἁμαρτία ἑαυτό του, καὶ ἂς πάρει τὴν ἀπόφαση νὰ ὑποστεῖ γιὰ μένα ὄχι μόνο θλίψη καὶ δοκιμασία, ἀλλὰ ἀκόμα καὶ θάνατο σταυρικό. Καὶ τότε ἂς μὲ ἀκολουθεῖ, μιμούμενος τὸ παράδειγμά μου.
Ἔτσι καὶ ὁ Ἰάκωβος, μιμούμενος τὸ Διδάσκαλό του, ὑπέστη σταυρικὸ θάνατο.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ἀπολυτίκιο. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Τὴν χάριν τοῦ Πνεύματος, γλωσσοπυρσεύτῳ πνοῇ, ὡς θεῖος Ἀπόστολος, ὑποδεχθεὶς τῇ ψυχῇ, Ἰάκωβε ἔνδοξε, ἔλαμψας ἐν τῷ κόσμῳ, ὡς ἀστὴρ ἑωσφόρος· ἔλυσας τῶν εἰδώλων, τὴν πολύθεον νύκτα. Καὶ νῦν ἀπαύστως δυσώπει, ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν.

 

Κοντάκιον. Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Ὁ τῶν ἐθνῶν σαγηνευτὴς ὑπερθαύμαστος, καὶ Μαθητῶν ἀναδειχθεὶς τιμιώτατος, καὶ Ἀποστόλων σύσκηνος Ἰάκωβος, κόσμῳ τῶν ἰάσεων, διανέμει τὸν πλοῦτον, λύει περιστάσεων, τοὺς αὐτὸν εὐφημοῦντας· διὸ συμφώνως κράζομεν αὐτῷ· Σῷζε τοὺς πάντας, εὐχαῖς σου Ἀπόστολε.

 

Μεγαλυνάριον.
Μύστης καὶ Ἀπόστολος πεφηνώς, τοῦ δι’ εὐσπλαγχνίαν, κενωθέντος μέχρι σαρκός, ἔφανας ἀδύτως, Ἰάκωβε θεόπτα, σωτήριον τὸ τούτου, πᾶσι τοῖς ἔθνεσι.

Οἱ Ὅσιοι Ἀνδρόνικος καὶ Ἀθανασία ἡ συμβία του 

Ὑπῆρξαν κατὰ τὸ ἔτος 594 καὶ ἦταν σύζυγοι ἐνάρετοι, ποὺ κατάγονταν ἀπὸ τὴν Ἀντιόχεια τῆς Συρίας. Ἦταν εὔποροι καὶ ζοῦσαν σύμφωνα μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ.

Ὁ Ἀνδρόνικος ἔκανε τὸ ἐπάγγελμα τοῦ ἀργυραμοιβοῦ στὴν Ἀντιόχεια καὶ ἀπόκτησε ἀπὸ τὸν γάμο αὐτὸ δύο παιδιά, ποὺ ὅμως πέθαναν. Αὐτὸ κατέθλιβε τοὺς δύο γονεῖς καὶ γιὰ νὰ βροῦν παρηγοριὰ κατέφυγαν γιὰ προσκύνημα στοὺς Ἁγίους Τόπους.

Ἀπὸ ἐκεῖ πῆγαν στὴν Αἴγυπτο, ὅπου μὲ κοινὴ ἀπόφαση ἔγιναν μοναχοὶ καὶ μπῆκαν σὲ μοναστῆρι. Ὁ μὲν Ἀνδρόνικος πῆγε στὴ Μονὴ τοῦ ἀββᾶ Δανιήλ, ἡ δὲ γυναῖκά του Ἀθανασία στὴν γυναικεία Μονὴ τῶν Ταβεννησιωτῶν.
Ἐκεῖ, ἀφοῦ ἀσκητικὰ πέρασαν τὸ ὑπόλοιπο τῆς ζωῆς τους, ἀπεβίωσαν εἰρηνικά.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Σωφροσύνης τὴν χλαῖναν τὴν θεοΰφαντον, κατεποικίλατε χρόαις τῶν ἱερῶν ἀρετῶν, ὁμοφρόνως ἐν σπουδῇ ἄμφω ἀσκήσαντες· ὅθεν ὑμῶν τὴν σιωπήν, ἡ τρισάγιος ᾠδή, ἐδέξατο ἐν ὑψίστοις, Ἀνδρόνικε σὺν τῇ θείᾳ, Ἀθανασίᾳ τῇ θεόφρονι.

 

Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ’. Τῇ ὑπερμάχῳ.

Ὡς τῆς νομίμου συζυγίας ὑποτύπωσιν

Καὶ τῆς ἐνθέου πολιτείας ἀκροθίνια

Ἀναδήσωμεν τοῖς ἄνθεσι τῶν ᾀσμάτων

Τὸν ὁσίως διαπρέψαντα Ἀνδρόνικον,

Σὺν αὐτῷ Ἀθανασίαν τὴν ὁμόζυγον,
Τούτοις λέγοντες, χαίροις ζεῦγος πανόσιον.

 

Μεγαλυνάριον.
Ἀνδρείως ἡ σύμβιος ξυνωρίς, σὺν Ἀθανασίᾳ, ὁ Ἀνδρόνικος ὁ στερρός, τῆς ἀθανασίας, ἀνύσαντες τὴν τρίβον, τῆς ἀθανάτου δόξης, κατηξιώθησαν.

Ἡ Ὁσία Ποπλία ἡ Ὁμολογήτρια 

Παντρεύτηκε καὶ ἀναδείχτηκε πρότυπο χριστιανῆς γυναίκας, ποὺ ξέρει μὲ τὴν ὑπακοὴ καὶ τὴν ἀγάπη νὰ διατηρεῖ τὴν ἁρμονία τοῦ οἰκογενειακοῦ σπιτιοῦ.

Ἡ Ὁσία Ποπλία γεννήθηκε καὶ ἔζησε στὴν Ἀντιόχεια, ἐπὶ αὐτοκρατόρων μεγάλου Κωνσταντίνου μέχρι καὶ Ἰουλιανοῦ του παραβάτου (361 μ.Χ.).

Ὁ τρόπος μὲ τὸν ὅποιο φρόντισε καὶ μπόρεσε νὰ ἀναθρέψει τὸν μοναχογιό της Ἰωάννη, μαρτυρεῖται ἀπὸ τὴν διαγωγή, μὲ τὴν ὁποία ἔλαμψε αὐτὸς καὶ ἀναδείχτηκε ἔξοχος μεταξὺ ἔξοχων.

Ἦταν τόσο σεμνὸς καὶ ὑπερβολικὰ ταπεινόφρων, ὥστε ὅταν χήρεψε ἡ ἐπισκοπὴ Ἀντιοχείας τὸν πίεσαν νὰ τὴν ἀναλάβει αὐτός. Ἀλλὰ ὁ Ἰωάννης ἔμεινε ἄκαμπτος καὶ ἔμεινε ἁπλὸς ἱερέας.

Μετὰ λοιπὸν τὴν δική του χειροτονία καὶ τὸν θάνατο τοῦ πατέρα του, ἡ μητέρα του Ποπλία παρέλαβε στὸ σπίτι της εὐσεβεῖς ὀρφανὲς παρθένες. Φρόντιζε νὰ τὶς κυβερνᾶ μὲ στοργὴ καὶ τὶς μετέδιδε τὴν θερμὴ πίστη της, τὶς μάθαινε νὰ εἶναι ἁγνὲς καὶ ὅταν χρειαστεῖ νὰ γίνουν ἡρωίδες τοῦ σταυροῦ καὶ μάρτυρες τοῦ Εὐαγγελίου.

Ὅταν κάποτε ᾖλθε ὁ Ἰουλιανὸς στὴν Ἀντιόχεια νὰ ἐνθαρρύνει τοὺς εἰδωλολάτρες, πέρασε ἔξω ἀπὸ τὸ σπίτι τῆς Ποπλίας. Τότε αὐτή, μαζὶ μὲ τὶς ἄλλες παρθένες, ἔψαλλαν δυνατὰ «Τὰ εἴδωλα τῶν ἐθνῶν ἀργύριον καὶ χρυσίον..». Ἐκνευρισμένος ὁ Ἰουλιανός, ἔστειλε καὶ τῆς ἔκαναν παρατήρηση νὰ μὴ τὸ ξανακάνει. Ἀλλὰ ὅταν ξαναπέρασε ἀπὸ τὸ σπίτι της, αὐτὴ ἔψαλλε δυνατὰ «Ἀναστήτω ὁ Θεὸς καὶ διασκορπισθήτωσαν οἱ ἐχθροὶ αὐτοῦ». Τότε ἔδωσε διαταγὴ καὶ τὴ μαστίγωσαν σκληρά, ἀλλὰ ἐπειδὴ ἦταν γριὰ δὲν τὴν σκότωσε.
Ἔτσι ἡ Ποπλία συνέχισε τὸ ἀγαθοποιὸ ἔργο της, μέχρι ποὺ ἡ δίκαια ψυχή της παραδόθηκε στὸ στεφανοδότη Χριστό.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Μνήμη Δικαίων Ἀβραὰμ καὶ Λὼτ τοῦ ἀνεψιοῦ του 

Ὁ Ἀβραὰμ εἶναι ὁ γνωστὸς πατριάρχης τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ὁ γιὸς τοῦ Θάρα. Γεννήθηκε στὴν Οὒρ τῆς Χαλδείας ἀπὸ τὴ φυλὴ τοῦ Σήμ.

Ὁ δὲ Λώτ, ἦταν γιὸς τοῦ Ἀρρᾶν καὶ ἀνεψιὸς τοῦ Ἀβραὰμ πολὺ ἀγαπημένος.
Πῆγε μὲ τὸν θεῖο του στὴ Χαρὰν καὶ ζοῦσε μαζί του. Ἀλλὰ λόγω τῶν συχνῶν διενέξεων τῶν ὑπηρετῶν, ἀποχωρίστηκε τοῦ θείου του καὶ κατοίκησε στὴν πεδιάδα τῶν Σοδόμων, ὅπου ἔμεινε μέχρι τὴν καταστροφή της.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ὅσιος Πέτρος ὁ «ἀπὸ στρατιωτῶν» 

Ὑπῆρξε στὰ χρόνια του βασιλιὰ Θεοφίλου τοῦ εἰκονομάχου (829) καὶ καταγόταν ἀπὸ τὴν ἐπαρχία τῶν Γαλατῶν τῆς Μ. Ἀσίας. Ἦταν γιὸς τοῦ Θεοφίλου καὶ τῆς Εὐδοκίας καὶ τὸ πρῶτο του ὄνομα ἦταν Λέων. Ἐπειδὴ ἦταν ὡραῖος καὶ δυνατὸς στὸ σῶμα ἀλλὰ καὶ στὴ φρόνηση, ὁ βασιλιὰς τὸν ἔκανε κόμη.

Ἀφοῦ γιὰ πολλὰ χρόνια πολέμησε καὶ κατάφερε πολλὰ ἀνδραγαθήματα, κατόπιν τὰ καταφρόνησε ὅλα καὶ ἔγινε μοναχὸς στὸ μοναστῆρι τοῦ Δαφνῶνα, μὲ τὸ ὄνομα Πέτρος.

Ἔπειτα πῆγε στὸν Ὄλυμπο καὶ ἀπὸ ἐκεῖ στὰ Ἱεροσόλυμα. Ἀλλὰ καὶ ἐκεῖ δὲν ἔμεινε μόνιμα, ἀφοῦ ἔφυγε στὴ Λαοδικεία καὶ τὴν Ἀττάλεια. Ἀφοῦ μὲ ἀνδρεία ὑπέφερε τοὺς κόπους τῆς ὁδοιπορίας καὶ τῆς ἄσκησης, καὶ τὸν ἄγριο θυμὸ τῶν Ἰσμαηλιτῶν, ποὺ συναντοῦσε στὸ δρόμο, τελευταία ἐπανῆλθε στὸν Ὄλυμπο.

Ἐπειδὴ δὲ τὸ ὕψος τῆς ἀρετῆς τοῦ ἔγινε φανερὸ στοὺς βασιλεῖς, γι’ αὐτὸ καὶ ὁ βασιλιὰς Βασίλειος ὁ Μακεδών, τὸ ἔτος 867, τὸν ἔπεισε νὰ κατοικήσει στὸ μοναστῆρι τοῦ Ἁγίου Φωκᾶ.
Ἐκεῖ λοιπόν, ἀφοῦ πολλοὺς πνευματικοὺς ἀγῶνες ἔκανε, παρέδωσε εἰρηνικὰ τὴν ψυχή του στὸν Κύριο.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ὅσιος Δωρόθεος 

Πρόκειται γιὰ τὸν ἐπίσκοπο Τύρου. Ἡ κυρίως μνήμη του τιμᾶται τὴν 5η Ἰουνίου.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Οἱ Ἅγιοι Σίλας, Σιλουανός, Ἐπαινετός, Κρήσκης καὶ Ἀνδρόνικος, ἦταν πέντε ἀπὸ τοὺς ἑβδομήκοντα μαθητὲς τοῦ Κυρίου. Ὅλοι ὑπηρέτησαν τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Σίλας φυλακίστηκε μαζὶ μὲ τὸν Παῦλο στοὺς Φιλίππους τῆς Μακεδονίας. Μετὰ ἀπὸ πολλοὺς μόχθους καὶ μακρὰ πορεία ἔγινε ἐπίσκοπος Κορίνθου. Ὁ Κρήσκης, ἔγινε ἐπίσκοπος Καρχιδονίας καὶ ἀπὸ τὴν θέση αὐτὴ μόχθησε καὶ ὑπηρέτησε τὸ Θεῖο Εὐαγγέλιο. Ὁ Σιλουανός, ἀπὸ τὸ ἀξίωμα τοῦ ἐπισκόπου Θεσσαλονίκης, ἀγωνίσθηκε καὶ βασανίστηκε καὶ αὐτὸς γιὰ τὴν πίστη του στὸν Κύριο. Μὲ τὸν ἴδιο τρόπο, ἀγωνίσθηκε καὶ ὁ Ἐπαινετὸς σὰν ἐπίσκοπος Καρθαγένης. Τέλος καὶ ὁ Ἅγιος Ἀνδρόνικος ἀγωνίστηκε καὶ βασανίστηκε γιὰ τὴν πίστη του στὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ἀπολυτίκιο. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.

Οἱ θεῖοι Ἀπόστολοι, ὡς οὐρανοὶ λογικοί, τὴν δόξαν ἀστράψαντες, τοῦ κενωθέντος ἐν γῇ, συμφώνως ὑμνείσθωσαν, Κρήσκης Σιλουανός τε, καὶ ὁ ἔνθεος Σίλας, ἅμα σὺν Ἀνδρονίκῳ, Ἐπαινετὸς ὁ θεόφρων· Χριστὸν γὰρ ἱκετεύουσι, σώζεσθαι ἅπαντας.

 

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον τοῦ Ἁγίου Σίλα. Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Συνοδίτης τοῦ Παύλου γεγονὼς καὶ συνέκδημος, τὴν Νεάπολιν μάκαρ καὶ Φιλίππους ἐφώτισας, τῆς θείας ἐπιγνώσεως φωτί, Ἀπόστολε Σίλα ἱερέ. Ἀλλὰ φύλαττε καὶ σκέπε πάντας ἡμᾶς, ἐν πίστει ἐκβοῶντάς σοι· δόξα τῷ δεδωκότι σοι ἰσχύν, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ἐκπληροῦντι διὰ σοῦ, ἡμῶν τὰ αἰτήματα.

 

Κοντάκιον. Ἦχος β’. Τοῖς τῶν αἱμάτων σου.

Εἰς τὰ τοῦ κόσμου δραμόντες πληρώματα, θεογνωσίας τὸν λόγον ἐσπείρατε· καὶ στάχυν πολύχουν δρεψάμενοι, τῷ Βασιλεῖ τῶν ἁπάντων προσήξατε, Ἀπόστολοι Χριστοῦ παναοίδιμοι.

 

Ἕτερον Κοντάκιον τοῦ Ἁγίου Σίλα. Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Ἐορτάζει σήμερον ἐν εὐφροσύνῃ, τὴν ἁγίαν μνήμην σου, ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, καὶ ἐκβοᾷ σοι Ἀπόστολε· χαῖρε ὦ Σίλα τοῦ Παύλου συνόμιλε.

 

Μεγαλυνάριον.

Χαίρετε Ἀπόστολοι τοῦ Χριστοῦ, Ἀνδρόνικε Σίλα, καὶ θεόφρον Σιλουανέ, σὺν Ἐπαινετῷ τε, καὶ Κρήσκεντι τῷ θείῳ, τῆς ἀληθοῦς σοφίας ἐνδιαιτήματα.

 

Ἕτερον Μεγαλυνάριον τοῦ Ἁγίου Σίλα.
Χαίροις εὐσεβείας θεῖος πυρσός, Ἀπόστολε Σίλα, καὶ τῆς χάριτος θησαυρός· χαίροις ὁ τῷ Παύλῳ, πιστῶς διακονήσας, αἰτούμενος δὲ πᾶσιν, ἡμῖν τὰ κρείττονα.

Ἡ Ἁγία Ἰουλίττη ἀπὸ τὴν Καισαρεία

Ἡ Ἁγία Ἰουλίττη ἔζησε στὴν Καισαρεία τῆς Καππαδοκίας, καὶ ὑπῆρξε στὰ χρόνια τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, ὁ ὅποιος ἔτρεφε μεγάλη ὑπόληψη πρὸς αὐτή, λόγω τῆς εὐσέβειας καὶ τῶν πολλῶν ἀρετῶν της.

Ἡ Ἰουλίττη εἶχε μεγάλη περιουσία καὶ πολεμήθηκε ἀπὸ κάποιοπλεονέκτη καὶ ἅρπαγα ἰσχυρό, ποὺ τὴν ἔμπλεξε σὲ δίκες καὶ κίνησεἐναντίον της ψευδομάρτυρες. Ἡ Ἰουλίττη, παρακάλεσε τὸν Μέγα Βασίλειο νὰ τὴν προστατέψει. Αὐτός, γνωρίζοντας τὸ δίκιο της, δέχτηκε καὶ ἔγραψε στὸν Παλλάδιο, ἄνδρα χρηστὸ καὶ θεοφοβούμενο, νὰ συνηγορήσει ὑπὲρ τῆς Ἰουλίττης στὸν ἔπαρχο. Στὴν ἴδια δὲ γράφει, γιὰ νὰ τὴν ἐνδυναμώσει, ὅτι «δυνατὸς δὲ ὁ ἅγιος (θεός) διαγαγεὶν σὲ πάσης θλίψεως, μόνον ἐὰν ἀληθινὴ καὶ γνησία καρδία ἐλπίσωμεν ἐπ’ αὐτόν».

Τελικὰ ὁ ἀντίδικός τῆς Ἰουλίττης, τὴν κατήγγειλε ὅτι ἔβριζε τὰ – ὑπὲρ τῆς εἰδωλολατρίας – διατάγματα τοῦ Ἰουλιανοῦ. Ὅτανρωτήθηκε γι’ αὐτὸ ἡ Ἰουλίττη, ἀπάντησε ὅτι καταδικάζει τὴνεἰδωλολατρία καὶ καθῆκόν της εἶναι νὰ ἐνισχύει τοὺς χριστιανοὺςστὴν ἀληθινὴ πίστη.
Γιὰ τὴν ὁμολογία της αὐτή, καταδικάστηκε καὶ ρίχτηκε στὴ φωτιά.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Εἶναι ἄγνωστο ἀπὸ ποῦ καταγόταν καὶ πότε ἄθλησε ὁ Ἅγιος Ἱερομάρτυς Εὐτύχιος.  Ἀναδείχθηκε σὲ Ἐπίσκοπο Μελιτηνῆς, ὅμως λόγῳ τῆς Χριστιανικῆς δράσεώς του συνελήφθη, ἀρνήθηκε δὲ νὰ θυσιάσει στὰ εἴδωλα, καὶ μετὰ ἀπὸ πολλὰ βασανιστήρια ρίχθηκε στὸ νερό, ὅπου βρῆκε μαρτυρικὸ θάνατο.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεῖς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Ὡς εὐτυχήσας ἀρετῶν ταῖς ἰδέαις, τῆς τῶν Μαρτύρων εὐκληρίας μετέσχες, Ἱερομάρτυς ἔνδοξε παμμάκαρ Εὐτυχές· σὺ γὰρ τῷ Θεῷ ἡμῶν, καθαρῶς ὑπουργήσας, αἵμασιν ἐφοίνιξας, τὴν ἁγίαν στολήν σου· μεθ’ ἧς Χριστῷ καὶ νῦν ἱερουργῶν, ἀεὶ δυσώπει, ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν.

 

Κοντάκιον. Ἦχος β’. Τοῖς αἱμάτων σου.
Τῆς Ἐκκλησίας στερρῶς προϊστάμενος, ὑπὲρ αὐτῆς τὴν ψυχὴν Πάτερ τέθεικας· ἣν νῦν ἀπαρέγκλιτον φύλαττε, τῆς εὐσεβείας τοῖς δόγμασιν Ὅσιε· αὐτῆς γὰρ Εὐτυχὲς ἑδραίωμα.

 

Μεγαλυνάριον.
Κῆρυξ εὐτυχίας τῆς ἀληθοῦς, τοῖς ἐν ἀγνωσίᾳ, χρημάτισας ἱερουργέ, τῆς τοῦ μαρτυρίου, πλουτοποιοῦ εὐκλείας, ὦ Εὐτυχὲς ἐπέβης, ἀγωνισάμενος.

Ἡ Ἁγία Ἑλικωνίς ἡ Μάρτυς 

Ἡ Ἁγία Μάρτυς Ἑλικωνίς γεννήθηκε στὴ Θεσσαλονίκη. Οἱ χρονικὲς συντεταγμένες τοῦ βίου της, σύμφωνα μὲ τὸ Συναξάριό της, τοποθετοῦνται κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ βασιλέως Γορδιανοῦ Γ’ (238 – 244 μ.Χ.) καὶ Φιλίππου. Μαρτύρησε στὴν Κόρινθο ἐπὶ τοῦ ἡγεμόνος Περινίου, ὅπου προτίμησε νὰ ὁμολογήσει τὸν Χριστὸ καὶ νὰ ὑποστεῖ τὸ μαρτύριο, παρὰ νὰ θυσιάσει στὰ εἴδωλα. Οἱ τύρρανοί της στὴν ἀρχὴ τῆν φυλάκισαν· τὸ μαρτύριό της ἄρχισε ὅταν τῆς ἔδεσαν τὰ πόδια σὲ ζυγὸ βοδιῶν καὶ τὴν ἄφησαν νὰ ποδοπατεῖται· λύθηκε ὅμως θαυματουργικά. Μετὰ ἀπὸ αὐτὸ τὴν ἔριξαν σὲ πίσσα καὶ ἄσφαλτο, ἀπ’ ὅπου ὅμως καὶ πάλι ἐξῆλθε ἀβλαβής. Στὴ συνέχεια οἱ δήμιοί της θέλησαν νὰ τὴν προσφέρουν θυσία στοὺς θεούς, γι’ αὐτὸ τὴς ξύρισαν τὴν κεφαλὴ καὶ τὴν ἔριξαν στὴ φωτιά· ὅμως αὐτὴ ὄχι μόνο δὲν ἔπαθε τίποτε, ἀλλὰ ἀπεναντίας, μὲ τὴν δύναμη τῆς προσευχῆς, κατόρθωσε νὰ καταρίψει τὰ ξόανα τῆς Ἀθηνᾶς, τοῦ Διός καὶ τοῦ Ἀσκληπιοῦ ποὺ βρίσκονταν στὸ ναό. Στὴ συνέχεια τῆς ἔτεμαν τοὺς μαστοὺς καὶ τὴν φυλάκισαν.
Ὅταν ὁ Ἀνθύπατος Ἰουστίνος διαδέχθηκε τὸν ἡγεμόνα Περίνιο στὴν Κόρινθο, διέταξε νὰ ὁδηγηθεῖ μπροστά του ἡ Ἑλικωνίς, ἡ ὁποία συνέχιζε νὰ ὁμολογεῖ τὸν Χριστό. Ὁ ἡγεμόνας τότε διέταξε νὰ ριφθεῖ στὴν κάμινο, ὅπου ὅμως ἡ φλόγα δὲν τὴν ἄγγιξε. Ἑβδομήντα στρατιῶτες τὴν βασάνισαν· ξάπλωσαν τὴν Ἁγία πάνω σὲ πυρακτωμένο χάλκινο κρεβάτι, ἀλλὰ οἱ Ἄγγελοι Μιχαὴλ καὶ Γαβριὴλ τῆς συμπαραστέκονταν καὶ θεράπευαν τὶς σάρκες της, ποὺ καίγονταν. Οὔτε ὅμως καὶ τὰ θηρία τὴν ἀκούμπησαν, ἂν καὶ κατέφαγαν ἑκατὸν εἴκοσι ὑπηρέτες. Ἔτσι ὁ ἡγεμόνας διέταξε τὴ θανάτωση τῆς Ἁγίας, ἡ ὁποία «διὰ ξίφους τμηθεῖσα, πρὸς Κύριον στεφανοφόρος ἀνῆλθε».

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Οἱ Ἅγιοι Κρήσκης, Παῦλος καὶ Διοσκορίδης οἱ Μάρτυρες 

Εἶναι ἄγνωστο ἀπὸ ποῦ κατάγονταν οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες Κρήσκης, Παῦλος καὶ Διοσκορίδης, οἱ ὁποίοι ἄθλησαν τὸ 244 μ.Χ., ἐπὶ αὐτοκράτορος Γορδιανοῦ Γ’ (238 – 244 μ.Χ.). Βρισκόμενοι στὴ Ρώμη καὶ κηρύσσοντας τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ, μετέστρεφαν καὶ βάπτιζαν πολλοὺς ἀπὸ τοὺς εἰδωλολάτρες. Ἐξ αἰτίας αὐτοῦ, ἀφοῦ συνελήφθησαν, ρίχθηκαν στὴ φυλακή. Ἀλλὰ καὶ ἐκεῖ ἐξακολουθοῦσαν μεταξὺ τῶν συγκρατουμένων τους τὸ θεοφιλὲς ἔργο τους, πολλοὺς τῶν ὁποίων ἔφεραν πρὸς τὴν Χριστιανικὴ πίστη. Ἡ ἡγεμόνας πληροφορήθηκε αὐτὸ καὶ διέταξε, ἀφοῦ μαστιγωθοῦν σκληρά, νὰ ριχθοῦν μέσα σὲ ἀναμμένο καμίνι, ὅπου ἔλαβαν τὸν ἀμαράντινο στέφανο τοῦ μαρτυρίου καὶ τῆς δόξας.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

Ὁ Ἅγιος Ἀλέξανδρος Ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης 

Ὁ Ἅγιος Ἀλέξανδρος, Ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης, ἔζησε τὸν 3ο καὶ 4ο αἰώνα μ.Χ. καὶ συμμετεῖχε στὴν Α’ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, ἡ ὁποία συνῆλθε τὸ 325 μ.Χ. στὴ Νίκαια τῆς Βιθυνίας, γιὰ νὰ καταδικάσει τὶς αἱρετικὲς δοξασίες τοῦ Ἀρείου.

Σύμφωνα μὲ τὸν Γελάσιο Κυζίκου, ὁ Ἅγιος Ἀλέξανδρος ὑπογράφει στὴ Σύνοδο τῆς Νικαίας ὡς «Ἀλέξανδρος Θεσσαλονίκης διὰ τῶν ὑπ’ αὐτῶν τελούντων, ταῖς κατὰ Μακεδονίαν πρώτην καὶ δευτέραν σὺν τῇ Ἑλλάδι, τήν τε Εὐρώπην πᾶσαν, Σκυθίαν ἑκατέραν, καὶ ταῖς κατὰ τὸ Ἰλλυρικὸν ἅπασαις, Θεσσαλίαν τε καὶ Ἀχαΐαν».

Στὸ ἔργο τοῦ Μεγάλου Ἀθανασίου, «Ἀπολογητικὸς κατὰ Ἀρειανῶν», συμπεριλαμβάνονται δύο ἐπιστολὲς ποὺ ἀνήκουν στὸν Ἐπίσκοπο Ἀλέξανδρο, ὅπως πιστοποιεῖ ὁ ἴδιος ὁ Μέγας Ἀθανάσιος. Πρόκειται α) γιὰ μία ἐπιστολὴ ποὺ ἀπέστειλε στὸν Μέγα Ἀθανάσιο τὸ 322 μ.Χ. («Κυρίῳ ἀγαπητῷ υἱῷ καὶ ὁμοψύχῳ συλλειτουργῷ Ἀθανασίῳ Ἀλεξανδρείας»), στὴν ὁποία ἐκφράζει τὴ χαρά του, διότι οἱ κατηγορίες ὅτι ὁ Μέγας Ἀθανάσιος ὑπῆρξε ὁ ἠθικὸς αὐτουργὸς γιὰ τὴ δολοφονία τοῦ μελιτιανοῦ Ἐπισκόπου Ἀρσενίου ἀποδείχθηκαν ψευδεῖς, καὶ β) γιὰ μιὰ ἐπιστολὴ πρὸς τὸν αὐτοκρατορικὸ ἐπίτροπο κόμητα Διονύσιο («Ταῦτα δεξάμενος Ἀλέξανδρος ὁ ἐπίσκοπος τῆς Θεσσαλονίκης, ἔγραψε Διονυσίῳ τῷ κόμητι ταῦτα»), στὴν ὁποία καταγγέλλει τὶς σκευωρίες τῶν αἱρετικῶν Ἐπισκόπων ποὺ συμμετεῖχαν στὴ Σύνοδο τῆς Τύρου (335 μ.Χ.) κατὰ τοῦ Μεγάλου Ἀθανασίου.

Σύμφωνα μὲ τὸ Συναξάριο τῆς Ἁγίας Ματρώνης († 27 Μαρτίου), ὁ Ἅγιος Ἀλέξανδρος, μετὰ τὸ τέλος τῶν διωγμῶν καὶ τὴν ἔκδοση τοῦ διατάγματος τῶν Μεδιολάνων (313 μ.Χ.), μετέφερε τὸ μαρτυρικό της λείψανο μέσα στὴν πόλη καὶ «ἐκκλησίαν κτίσας ἐκεῖσε ἀπέθετο τὴν μακαρίαν καὶ ἀοίδιμον ὁσίως καὶ εὐσεβῶς».
Ὁ Ἅγιος Ἀλέξανδρος, ἀφοῦ ἔζησε κατὰ Θεὸν καὶ ἀγωνίσθηκε σθεναρὰ γιὰ τὴν Ὀρθόδοξη πίστη, κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ἅγιος Σενατόρος Ἐπίσκοπος Παβίας

Ὁ Ἅγιος Σενατόρος ἦταν Ἐπίσκοπος τῆς Παβίας τῆς Ἰταλίας καὶ κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ 480 μ.Χ.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ἅγιος Σενατόρος Ἐπίσκοπος Μιλάνου 

Ὁ Ἅγιος Σενατόρος καταγόταν ἀπὸ τὸ Μιλάνο τῆς Ἰταλίας καὶ παρακολούθησε ὡς Πρεσβύτερος, τὶς ἐργασίες τῆς Δ’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ποὺ συνῆλθε στὴ Χαλκηδόνα τὸ 451 μ.Χ. Ἐξελέγη Ἐπίσκοπος τοῦ Μιλάνου καὶ κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ 480 μ.Χ.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ἅγιος Χέρων ὁ Ἱερομάρτυρας 

Ὁ Ἅγιος Ἱερομάρτυς Χέρων καταγόταν ἀπὸ Χριστιανικὴ οἰκογένεια τῆς Ρώμης καὶ ἔζησε στὴ Γαλλία κατὰ τὸν 5ο αἰώνα μ.Χ. Μετὰ τὴν κοίμηση τῶν γονέων του διαμοίρασε τὴν περιουσία του στοὺς φτωχοὺς καὶ ἀκολούθησε τὸν ἀσκητικὸ βίο. Ὁ Ἐπίσκοπος τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας, ὅταν πληροφορήθηκε τὴν ἁγιότητα τοῦ βίου του, τὸν κάλεσε καὶ τὸν χειροτόνησε διάκονο. Ἀπὸ τότε ὁ Ἅγιος ἀφιέρωσε τὴν ζωή του στὴν διάδοση τοῦ Εὐαγγελίου. Φονεύθηκε, ὅμως, ἀπὸ ληστὲς κοντὰ στὴν πόλη Καρτρέ, ὅπου σήμερα στὸ ἀββαεῖο ποὺ φέρει τὸ ὄνομά του, βρίσκονται τὰ ἱερὰ λείψανά του.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ἅγιος Ἰούστος Ἐπίσκοπος Οὐργέλλης 

Ὁ Ἅγιος Ἰούστος ἔζησε τὸν 5ο καὶ 6ο αἰώνα μ.Χ. καὶ ἀναφέρεται ὡς ὁ πρῶτος καταγεγραμμένος Ἐπίσκοπος Οὐργέλλης τῆς Ἰσπανικῆς Καταλανίας. Κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη, μετὰ τὸ 527 μ.Χ.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ἅγιος Γερμανὸς Ἐπίσκοπος Παρισίων 

Ὁ Ἅγιος Γερμανὸς γεννήθηκε στὴν πόλη Ἀουτὸν τῆς Γαλλίας τὸ 496 μ.Χ. Ἀπὸ ἀγάπη πρὸς τὸν Θεὸ ἀκολούθησε τὸν μοναχικὸ βίο καὶ ἐκάρη μοναχός. Διετέλεσε ἡγούμενος τῆς μονῆς τοῦ Ἁγίου Συμφοριανοῦ († 22 Αὐγούστου) καὶ το 556 μ.Χ. ἐξελέγη Ἐπίσκοπος τῆς πόλεως τῶν Παρισίων. Διακρίθηκε γιὰ τὴν ἁγιότητα τοῦ βίου, τὴν ἀκτημοσύνη καὶ τὴ φιλανθρωπία του. Γι’ αὐτὸ καὶ ἀποκαλεῖται «πατέρας καὶ προστάτης τῶν πτωχῶν». Ὁ Ἅγιος Θεὸς τοῦ δώρισε τὸ χάρισμα τῆς θαυματουργίας.
Ὁ Ἅγιος Γερμανὸς κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ 576 μ.Χ.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ἅγιος Νικήτας ὁ Ὁμολογητής Ἀρχιεπίσκοπος Χαλκηδόνας 

Ὁ Ἅγιος Νικήτας, ὁ Ὁμολογητής, εἶναι ἄγνωστος στοὺς Συναξαριστὲς καὶ τὰ Μηναῖα. Τὸ ὄνομά του ἀναφέρεται στοὺς Λαυριωτικοὺς Κώδικες μὲ Ἀκολουθία αὐτοῦ, ἀπὸ τὴν ὁποία ἐξάγεται ὅτι ὁ Ἅγιος ἦταν Ἐπίσκοπος Χαλκηδόνος, μεταξὺ τῶν ἐτῶν 726 καὶ 775 μ.Χ., καὶ ἔζησε κατὰ τοὺς χρόνους τῆς εἰκονομαχίας καὶ ἀναδείχθηκε Ὁμολογητὴς γιὰ τοὺς ὑπὲρ τῶν ἱερῶν εἰκόνων ἀγῶνες του. Ἐνδέχεται μάλιστα νὰ παραιτήθηκε ἀπὸ τὸν ἐπισκοπικὸ θρόνο τῆς Χαλκηδόνος καὶ νὰ ἀποσύρθηκε σὲ κάποια μονὴ τῆς Παλαιστίνης, γιὰ νὰ ἐπιδοθεῖ ἀποκλειστικὰ σὲ ἀσκητικοὺς ἀγώνες.
Ὁ Ἅγιος Νικήτας κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

Ὁ Ὅσιος Ἀνδρέας ὁ διὰ Χριστὸν Σαλός

Ὁ Βίος τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέου συντάχθηκε ἀπὸ τὸν πρεσβύτερο Νικηφόρο τῆς Ἁγίας Σοφίας Κωνσταντινουπόλεως, περὶ τὰ μέσα τοῦ 10ου αἰῶνος μ.Χ. (956 – 959 μ.Χ.), ἐπὶ βασιλείας τοῦ Κωνσταντίνου Ζ’ Πορφυρογέννητου.

Ὁ Ἅγιος Ἀνδρέας, ὁ διὰ Χριστὸν σαλός, καταγόταν ἀπὸ τὴν Σκυθία καὶ ἔζησε κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορος Λέοντος ΣΤ’ τοῦ Σοφοῦ (886 – 912 μ.Χ.). Ἀπὸ παιδικὴ ἡλικία εἶχε πουληθεῖ ὡς δούλος σὲ κάποιον πρωτοσπαθάριο καὶ στρατηλάτη τῆς Ἀνατολῆς, ὀνομαζόμενο Θεόγνωστο, ἄνδρα ἐνάρετο καὶ εὐσεβή, ὁ ὁποῖος τόσο ἀγάπησε τὸν μικρὸ Ἀνδρέα, ὥστε τὸν μεταχειρίστηκε ὡς υἱό του, φροντίζοντας γιὰ τὴν ἐπιμελὴ καὶ θεοσεβὴ μόρφωση αὐτοῦ.

Τὸν Ἀνδρέα εἵλκυαν περισσότερο ἀπὸ κάθε ἄλλο τὰ ἱερὰ γράμματα καὶ ἰδιαίτερα οἱ Βίοι καὶ τὰ Μαρτύρια τῶν ἀγωνιστῶν τῆς Χριστιανικῆς πίστεως. Τέτοιος δὲ ὑπῆρξε ὁ ζῆλος του πρὸς αὐτά, ὥστε ἀποκλήθηκε «σαλὸς» (μωρός), διότι ὁ ζῆλος του αὐτὸς τὸν ὠθοῦσε πολλὲς φορὲς στὸ νὰ ὑπομένει ἐμπαιγμούς, ταπεινώσεις καὶ βαριὲς ὕβρεις καὶ νὰ προβαίνει σὲ διαβήματα ποὺ κρίνονται ὡς ἀνισόρροπα καὶ ἐκκεντρικά. Ἀλλὰ ἐκεῖνος ὑπέμενε τοὺς ἐξευτελισμούς, παρηγορούμενος ἀπὸ τὸ ὅτι πολλὲς φορὲς πετύχαινε νὰ ἐπαναφέρει στὴν εὐθεία ὁδὸ παραστρατημένες ὑπάρξεις.

Ἀλλὰ ὁ Ἅγιος Ἀνδρέας διακρινόταν καὶ γιὰ τὴν φιλανθρωπία καὶ τὴν ἀγαθοποιία του. Ὄχι μόνο μοιραζόταν τὰ ὑπάρχοντά του μὲ τοὺς φτωχούς, ἀλλὰ προσέφερε ὅ,τι εἶχε καὶ ὁ ἴδιος ἔμενε νηστικὸς καὶ γυμνός. Σὲ ἐκείνους ποὺ τὸν παρατηροῦσαν γιὰ τὶς ὑπερβολικὲς ἀγαθοεργίες του, ὑπενθύμιζε τοὺς λόγους τοῦ Κυρίου «ἐφ’ ὅσον ἐποιήσατε ἑνὶ τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων, ἐμοὶ ἐποιήσατε», καὶ τοὺς ἔλεγε ὅτι στὸ πρόσωπο κάθε ἀνθρώπου, καὶ μάλιστα τοῦ πάσχοντος ἀδελφοῦ, ἔβλεπε τὸν Χριστό.

Ὁ Ἅγιος, σὲ μία ὁλονύκτια Ἀκολουθία στὸ ναὸ τῶν Βλαχερνῶν εἶδε τὴ Θεοτόκο στὸν οὐρανὸ προσευχόμενη καὶ σκέπουσα τὸ λαὸ μὲ τὸ τίμιο ὠμοφόριό της († 1 καὶ † 28 Ὀκτωβρίου).

Κάποια ἡμέρα συνέβη κάτι παράδοξο στὸ θεράποντα τοῦ Κυρίου. Κατὰ τὴν συνήθειά του, γιὰ νὰ μὴν γνωρίζει κανεὶς τὴν ἐργασία του στοὺς προθάλαμους τῶν ἐκκλησιῶν, ὅπου προσευχόταν, πορευόταν κρυφὰ πρὸς τὸ ναὸ τῆς Πανυμνήτου Θεοτόκου, στὴν ἀριστερὰ στοὰ τῆς ἀγορᾶς τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου. Ἔτυχε, τότε, κάποιο παιδὶ νὰ διέρχεται τὴ λεωφόρο, ἐκτελώντας διαταγὴ τοῦ κυρίου του. Ὁ Ὅσιος πήγαινε πρὸς τὸ ναὸ γιὰ νὰ προσευχηθεῖ· τὸ παιδὶ τάχυνε τὸ βῆμα του καὶ τὸν πρόφθασε, χωρὶς ὁ Ὅσιος νὰ τὸ ἀντιληφθεῖ. Ὅταν ἔφθασε πρὸ τῶν πυλῶν τοῦ ναοῦ ὁ Ἀνδρέας, Θεοῦ θέλοντος, ἐξέτεινε τὴ δεξιά του χείρα καὶ ἀφοῦ σφράγισε μὲ τὸ σημεῖο τοῦ τιμίου Σταυροῦ τὶς πύλες, αὐτὲς εὐθὺς ὑποχώρησαν. Εἰσῆλθε στὸ ναὸ καὶ ἄρχισε τὶς προσευχές, μὴ γνωρίζοντας ὅτι κάποιος τὸν παρακολουθοῦσε. Τὸ παιδί, τὸ ὁποῖο ἀκολουθοῦσε τὸν Ὅσιο, γνώριζε ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἦταν σαλός. Ὅταν τὸν εἶδε νὰ ἀνοίγει αὐτομάτως τὶς πύλες τοῦ ναοῦ, ἔφριξε καὶ κυριεύθηκε ἀπὸ τρόμο· ἔλεγε, λοιπόν, στὸν ἑαυτό του: «Ποιὸν δοῦλο τοῦ Θεοῦ οἱ κατὰ ἀλήθειαν μωροὶ σαλὸ ὀνομάζουν! Πόσο μεγάλος ἅγιος εἶναι, καὶ ἐμεῖς οἱ ἀνόητοι ἀγνοοῦμε! Πόσους κρυφοὺς δούλους ἔχει ὁ Θεὸς καὶ οὐδεὶς γνωρίζει τὰ περὶ αὐτῶν!».

Αὐτὰ λογιζόταν τὸ παιδὶ καὶ πλησίασε, γιὰ νὰ μάθει τί κάνει ὁ Ἅγιος ἐντὸς τοῦ ναοῦ· βλέπει, λοιπόν, αὐτὸν πρὸ τοῦ ἄμβωνος νὰ κρέμεται στὸν ἀέρα καὶ νὰ προσεύχεται. Κατεπλάγη ἀπὸ τὸ παράδοξο τοῦτο θέαμα καὶ ἀναχώρησε, γιὰ νὰ ἐκτελέσει τὴν διαταγὴ τοῦ κυρίου του. Ὁ Ὅσιος τελείωσε τὴν προσευχή του καὶ ἔφυγε. Ἐξερχόμενος ἀπὸ τὸ ναό, ἀσφάλισε πάλι τὶς θύρες μὲ τὸ σημεῖο τοῦ Σταυροῦ. Τότε ἀντιλήφθηκε τὴν παρουσία τοῦ παιδιοῦ καὶ λυπήθηκε, ἐπειδὴ κάποιος οἰκέτης ἔγινε θεατὴς τῶν συμβάντων· ἀνέμενε τὴν ἐπιστροφὴ τοῦ παιδιοῦ, γιὰ νὰ τοῦ παραγγείλει νὰ μὴν ἀποκαλύψει τὰ περὶ τοῦ Ὁσίου. Συνάντησε τὸ παιδὶ καὶ εἶπε: «Φύλαξε, τέκνον, ὅλα ὅσα εἶδες στὸν τόπο τοῦτο καὶ θὰ ἔχεις τὸ ἔλεος τοῦ Κυρίου τοῦ Θεοῦ».

Μία ἡμέρα, πρὸς τὸ τέλος τῆς ἁγίας Τεσσαρακοστῆς, ὁ λαὸς τῆς βασιλευούσης τῶν πόλεων, τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ἐπευφημοῦσε τὸν Δεσπότη Χριστὸ μετὰ βαΐων καὶ ὕμνων. Βλέπει, τότε, ὁ μακάριος Ἀνδρέας, κάποιον γέροντα, ὡραῖο κατὰ τὴν ἐξωτερικὴ ἐμφάνιση, νὰ εἰσέρχεται στὸ ναὸ τῆς τοῦ Θεοῦ Σοφίας. Πλῆθος λαοῦ τὸν ἀκολουθοῦσε, μὲ βάϊα καὶ σταυρούς, οἱ ὁποίοι ἔλαμπαν ὡς ἀστραπή· μελωδοῦσαν μέλος τερπνό, ἡδὺ καὶ σωτήριο. Ὁ ἕνας στὸν ἄλλο παραχωροῦσε τὸ προβάδισμα καὶ ὅλοι κατευθύνονταν πρὸς τὸν ἄμβωνα. Ὁ γέροντας ἐκεῖνος κατεῖχε κινύρα καὶ ἔκρουε τὶς χορδὲς συνοδεύοντας τοὺς ψάλτες. Ὁ μακάριος ἐτέρπετο ἀπὸ τὸ θέαμα καὶ τὴν ψαλμωδία· σκίρτησε καὶ εἶπε: «Μνήσθητι Κύριε τοῦ Δαβὶδ καὶ πάσης τῆς πραότητος αὐτοῦ. Ἰδού, ἀκούσαμε τὴν Κυρία τὴν Κυριοπρεσβεύτρια καὶ τὴν εὑρήκαμε ὅμοια πρὸς τὴ Σοφίαν τὴν τερπνή».

Αὐτὰ ἔλεγε ὁ Ἅγιος. Κάποιοι ἀπὸ τοὺς παρευρισκόμενους σοφοὺς ἔλεγαν: «Πῶς, σαλέ; Ἀναφέρεται στὸ στίχο αὐτὸ τοῦ ψαλμοῦ ἡ Παναγία; Τὶ εἶναι αὐτὰ τὰ ὁποῖα λέγεις;». Καὶ ἐξ αἰτίας τῆς ἄγνοιάς τους γέλασαν καὶ ἀναχώρησαν. Ὁ μακάριος τὰ ἔλεγε αὐτὰ ἐπειδὴ εἶδε τὸν Δαβὶδ μὲ ἄλλους Προφῆτες νὰ ἔχουν ἔλθει ἐκεῖ.

Ἔτσι θεοφιλῶς ἔζησε ὁ διὰ Χριστὸν σαλὸς Ἅγιος Ἀνδρέας καὶ κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη σὲ ἡλικία ἑξήντα ἕξι ἐτῶν. Εὐθὺς εὐωδίασαν μύρα καὶ θυμιάματα στὸν τόπο ἐκεῖνο, ὅπου ἄφησε τὸ πνεῦμα του ὁ Ἅγιος. Μία γυναίκα φτωχὴ, ἡ ὁποία διέμενε πλησίον ὀσφράνθηκε  τὴν ἡδύπνοο καὶ ἀσύγκριτη εὐωδία. Τὴν ἀκολούθησε, λοιπόν, αὐτὴ καὶ ἔφθασε στὸν τόπο ἐκεῖνο ὅπου ἔκειτο ὁ Ἅγιος. Βρῆκε τὸν μακάριο νεκρό· ἤδη δὲ ἀνέβλυζε μύρο ἀπὸ τὸ τίμιο λείψανό του. Ἔτρεξε, λοιπόν, καὶ ἀνήγγειλε τὸ θαῦμα, ἐπικαλούμενη μὲ ὅρκο ὡς μάρτυρα τὸν Θεό. Πολλοὶ συγκεντρώθηκαν τότε, ἀλλὰ δὲν βρῆκαν τὸ τίμιο λείψανο τοῦ Ἁγίου. Τοὺς προκαλοῦσε κατάπληξη, ὅμως, ἡ εὐοσμία τοῦ μύρου καὶ τῶν θυμιαμάτων. Ὁ Κύριος, ὁ Ὁποῖος γνωρίζει τὰ κρίματα ἑκάστου καὶ τὰ ἀπόκρυφα κατορθώματα τοῦ Ἁγίου, μετέθεσε τὸ λείψανο τοῦ Ἁγίου.

 

Προσευχὴ τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέου πρὸ τῆς μακαρίας κοιμήσεώς του

 
«Ὁ Πατέρας, ὁ Υἱὸς καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, Τριὰς ἡ ζωοποιὸς καὶ ὁμοούσιος, σύνθρονος καὶ ἀμέριστος, παρακαλοῦμέν Σε οἱ πένητες, οἱ ξένοι, οἱ πτωχοὶ καὶ γυμνοί· οἱ μὴ ἔχοντες ποῦ τὴν κεφαλὴν κλῖναι· ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός Σου κλίνομεν τὸ γόνυ τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματος, τῆς καρδίας καὶ τοῦ πνεύματος καὶ δεόμεθά Σου καὶ ἱκετεύομέν Σε, τὸν Θεόν, τὸ φοβερὸν ὄνομα Σαβαώθ· ἀγαθὲ καὶ ἅγιε Δέσποτα, πλαστουργέ, ποιητά, παντοκράτωρ κλῖνον τὸ οὖς σου καὶ πρόσδεξε εὐμενῶς τὴν ἱκετήριον δέησιν ἡμῶν τῶν ταπεινῶν καὶ ἀξίωσόν μας νὰ ἁγιασθῶμεν, ἐν τῇ δυνάμει καὶ τῷ ὀνόματί Σου, Κύριε, οἰκτίρμον, ἐλεῆμον, μακρόθυμε καὶ πολυέλεε. Ἐλθέ, Πατέρα, Υἱὲ καὶ Πνεῦμα Ἅγιο· ἐλθέ, τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, μετὰ συμπαθείας διὰ τὰ παραπτώματά μας, τὰ ἐν λόγῳ ἢ ἔργῳ ἢ ἐν ἐνθυμήσει ἢ διανοίᾳ. Πάριδε καὶ ἄφες ταῦτα ἀγαθέ, εὔσπλαχνε, ἐλεῆμον, πολυέλεε. Καὶ μὴ μᾶς καταισχύνῃς· μὴ μᾶς ἀπορρίψῃς ἀπὸ τοῦ προσώπου Σου· Σύ, ὁ Ὁποῖος ἀπὸ ἀγάπην ὑπερβολικὴν καὶ γλυκυτάτην φιλανθρωπίαν, κάμπτεσαι ἀπὸ τὰς προσευχὰς τῶν φίλων Σου».

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Σύναξις Ὑπεραγίας Θεοτόκου τῆς Κυρίας τῆς Εἰρήνης, ἐν Ρωσία 

Δεν ἔχουμε λεπτομέρειες γιὰ τὸ γεγονός.                 

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ἡ Ὁσία Φιλοθέα ἡ Παρθενομάρτυς 

Ἡ Ὁσιοπαρθενομάρτυς Φιλοθέα, γεννήθηκε στὸ Μολύβοτο τῆς Παμφυλίας στὴ Μικρὰ Ἀσία. Οἱ γονεῖς της, πατρίκιος Ἰωάννης καὶ Εἰρήνη, τῆς ἔδωσαν Χριστιανικὴ ἀνατροφή. Στὴ σπουδὴ τῶν ἱερῶν γραμμάτων σημείωσε μεγάλη πρόοδο καὶ εἶχε ἀποστηθίσει  τὴν Ἁγία Γραφή. Ἀπὸ τὴν παιδική της ἡλικία ἐπιδόθηκε στὸν ἀσκητικὸ βίο καὶ τὴν ἄσκηση. Ὅταν ἔγινε δέκα τεσσάρων ἐτῶν ὑποχρεώθηκε, χωρὶς τὴν θέλησή της, νὰ νυμφευθεῖ κάποιον δεκαεπταετὴ ποὺ ὀνομαζόταν Κωνσταντίνος. Κατόρθωσε ὅμως νὰ πείσει τὸ σύζυγό της νὰ διατηρήσουν τὴν ἀγνότητά τους καὶ μέσα στὸ γάμο, μιμούμενοι τὸ παράδειγμα τοῦ Ὁσίου Ἀμμούν († 4 Ὀκτωβρίου) καὶ τῆς συζύγου του.

Ἡ Φιλοθέα ἔχασε νωρὶς τοὺς γονεῖς της, τὴ μητέρα της σὲ ἡλικία τριῶν ἐτῶν καὶ τὸν πατέρα της λίγο καιρὸ μετὰ τὸν γάμο της. Ὁ σύζυγός της χειροτονήθηκε πρεσβύτερος, ἀλλὰ καὶ αὐτὸς πέθανε μετὰ ἀπὸ ἔξι ἔτη ἔγγαμου βίου. Ἡ Φιλοθέα, ἀφοῦ ἀπελευθέρωσε τοὺς δούλους τῆς οἰκογένειας καὶ διαμοίρασε τὰ πλούτη σὲ φτωχοὺς, ἐκκλησίες καὶ μοναστήρια, μαζὶ μὲ μία δούλη της ἀποσύρθηκε σὲ ἕνα νησὶ τῆς λίμνης, ποὺ βρισκόταν κοντὰ στὸ Μολύβοτο.

Καθημερινές της ἐνασχολήσεις ἦταν ἡ νηστεία, ἡ ἀγρυπνία καὶ ἡ προσευχή. Ἡ φήμη τῶν ἀρετῶν καὶ τῆς θεοφιλοῦς βιοτῆς της διαδόθηκε στὶς γύρω περιοχές. Ἡ Ὁσία ἀνέλαβε ἀκόμη καὶ τὸ ἔργο τῆς στηρίξεως τῶν Χριστιανῶν καὶ τῆς κατατροπώσεως τῶν εἰδωλολατρῶν, ὅταν ἐπανῆλθαν στὸ προσκήνιο ἡ εἰδωλολατρία καὶ οἱ διωγμοί. Ὁ Θεός τῆς δώρισε τὸ θαυματουργικὸ χάρισμα.

Ἡ Ὁσία, τέσσερις ἡμέρες πρὸ τῆς κοιμήσεώς της, κάλεσε τοὺς ἱερεῖς τῆς περιοχῆς καὶ τοὺς ἔδωσε τὶς τελευταῖες ὑποθῆκες της. Κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη καὶ τὸ ἱερὸ λείψανο αὐτῆς ἐνταφιάσθηκε στὸ ναὸ τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, ποὺ ἦταν γνωστὸς καὶ ὡς Ἁγία Σοφία.

Τὰ ἱερὰ λείψανα τῆς Ὁσίας μετακομίσθηκαν ἀπὸ τὴν Ἀνατολικὴ Θράκη στὸ Τύρνοβο, τὴν πρωτεύουσα τοῦ Β’ Βουλγαρικοῦ Κράτους, μὲ πρωτοβουλία τοῦ βασιλέως Ἰωαννικίου ἢ Καλοϊωάννου (1197 – 1207), ὁ ὁποῖος ἐκμεταλλεύθηκε τὴ δεινὴ θέση τῆς Βυζαντινῆς Αὐτοκρατορίας μετὰ τὴν Δ’ Σταυροφορία καὶ κατέλαβε ἀρκετὰ ἐδάφη της. Τὰ ἱερὰ λείψανα τὰ συνόδευσε τιμητικὸ στρατιωτικὸ ἄγημα καὶ τὰ ὑποδέχθηκε ὁ τότε Ἀρχιεπίσκοπος Τυρνόβου. Στὴν πορεία ἔγιναν πολλὲς θαυματουργικὲς θεραπεῖες ἀσθενῶν. Θεραπεύθηκε καὶ ὁ ἐπικεφαλῆς τοῦ ἀγήματος ἀξιωματικὸς Θεόδωρος. Τὰ ἱερὰ λείψανα τοποθετήθηκαν στὸ ναὸ τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, τῆς καλουμένης Τέμνισκας, μέσα στὸ Τύρνοβο.

Μετὰ τὴν ἅλωση τοῦ Τυρνόβου (1393) ἀπὸ τοὺς Ὀθωμανοὺς Τούρκους, οἱ Βούλγαροι τοῦ Βιδυνίου ἐνδιαφέρθηκαν νὰ μεταφέρουν τὰ ἱερὰ λείψανα τῆς Ὁσίας Φιλοθέας ἀπὸ τὸ Τύρνοβο στὴν πρωτεύουσα τοῦ κρατιδίου τους, ἀφοῦ στὴ βασιλεύουσα πόλη, τὸ Τύρνοβο, δὲν ὑπῆρχε οὔτε πολιτικὴ οὔτε πνευματικὴ ἡγεσία τῶν Βουλγάρων. Ὁ τελευταῖος Πατριάρχης τῆς Ἐκκλησίας τῆς Βουλγαρίας Εὐθύμιος, εἶχε ὑποχρεωθεῖ νὰ πάρει τὸν δρόμο τῆς ἐξορίας. Τὸ γεγονός τῆς μετακομιδῆς ἔλαβε χώρα δύο ἔτη μετὰ τὴν ἅλωση τοῦ Τυρνόβου, δηλαδὴ τὸ 1395. Ἡ μετακομιδὴ τῶν λειψάνων ἔγινε μὲ πανηγυρικὸ τρόπο καὶ ἡ Ὁσία Φιλοθέα ἀπὸ τὴν στιγμὴ ἐκείνη κατέστη προστάτιδα καὶ μεσίτρια τῶν Βουλγάρων πιστῶν τοῦ βασιλείου τοῦ Βιδυνίου.
Τὸ 1396 ὑπῆρξε μοιραῖο καὶ γιὰ τὸ Βιδύνιο. Οἱ Ὀθωμανοὶ Τοῦρκοι κατόρθωσαν νὰ καταλύσουν καὶ τὸ τελευταῖο αὐτὸ βασίλειο τῶν Βουλγάρων καὶ νὰ κυριαρχήσουν σὲ ὅλη τὴν ἔκταση τῆς Βουλγαρίας. Μέσα στὴ δίνη καὶ τὸ χαλασμὸ τῆς ἁλώσεως χάθηκαν καὶ τὰ ἴχνη τῶν ἱερῶν λειψάνων τῆς Ὁσίας Φιλοθέας γιὰ μεγάλο χρονικὸ διάστημα. Τὰ ἀνακαλύπτουμε μὲ βεβαιότητα στὸ δεύτερο ἥμισυ τοῦ 16ου αἰῶνος μ.Χ. στὴν πόλη Ἄρτζες τῆς Οὑγγροβλαχίας. 

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ἅγιος Ἰγνάτιος Ἐπίσκοπος Ροστώβ 

Ὁ Ἅγιος Ἰγνάτιος ἔζησε τὸν 13ο αἰώνα καὶ ἐξελέγη Ἐπίσκοπος τῆς πόλεως Ροστώβ. Ποίμανε θεοφιλῶς τὸ ποίμνιό του γιὰ εἴκοσι ἕξι χρόνια καὶ κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ 1288. Κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς ἐξοδίου Ἀκολουθίας του κάποιοι πιστοὶ εἶδαν τὸ τίμιο λείψανό του νὰ σηκώνεται καὶ νὰ τοὺς εὐλογεῖ. Ὁ Ἅγιος Θεὸς τὸν εὐλόγησε μὲ τὸ χάρισμα τῆς θαυματουργίας καὶ πολλὰ θαύματα ἐπιτελοῦνται στὸν τάφο του.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ἅγιος Γερόντιος τῆς Μόσχας 

Ὁ Ἅγιος Γερόντιος ἔζησε τὸν 15ο αἰώνα μ.Χ. Τὸ 1453 ἦταν Ἐπίσκοπος Κολόμνας καὶ στὶς 29 Ἰουνίου 1479 ἐξελέγη Μητροπολίτης Ρωσίας μὲ τὴ συγκατάθεση τοῦ μεγάλου πρίγκιπα Ἰβὰν Γ’. Κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ 1489.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ὅσιος Σωφρόνιος ἐκ Βουλγαρίας 

Ὁ Ἅγιος Σωφρόνιος, κατὰ κόσμον Στέφανος, καταγόταν ἀπὸ τὴν Βουλγαρία καὶ ἔζησε τὸν 15ο καὶ 16ο αἰώνα μ.Χ. Ἦταν πρεσβύτερος τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινότητος Πενκιόβσι, κοντὰ στὴν Σόφια, καὶ λόγῳ τῶν ἐπιδρομῶν τῶν Τούρκων κατέφυγε στὴ Βαλαχία, κοντὰ στὸ βοεβόδα Ραντούλ. Στὴ συνέχεια ἀσκήτεψε θεοφιλῶς σὲ μονὴ τῆς περιοχῆς Ρουσκούκ, ἴσως σὲ αὐτὴ ποὺ ἵδρυσε ὁ Πατριάρχης Τυρνόβου Ἅγιος Ἰωακείμ († 18 Ἰανουαρίου), καὶ διακρίθηκε γιὰ τὴ φιλανθρωπία καὶ τὴν ἐλεημοσύνη του.
Ὁ Ἅγιος Σωφρόνιος κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Σύναξις Ὑπεραγίας Θεοτόκου τοῦ «νοητοῦ τείχους», ἐν Ρωσία 

Δεν ἔχουμε λεπτομέρειες γιὰ τὸ γεγονός.         

Πηγή: http://www.synaxarion.gr        

Σύναξις Ὑπεραγίας Θεοτόκου ἐν Γκαλίτς τῆς Ρωσίας 

Ἡ ἱερὴ εἰκόνα τῆς Θεομήτορος ἐμφανίσθηκε τὸ 1350, στὸν Ὅσιο Ἀβράμιο τοῦ Γκαλίτς. Ὅταν ὁ Ὅσιος στεκόταν προσευχόμενος στὶς ἀκτὲς τῆς λίμνης Γκαλίτς, κοντὰ στὸ βουνό, εἶδε ξαφνικὰ μέσα στὸ πυκνὸ δάσος ἕνα ὑπέρλαμπρο φῶς καὶ ἄκουσε τὴν φωνὴ τοῦ Κυρίου, ὁ Ὁποῖος τὸν καλοῦσε νὰ ἀνέλθει στὸ ὄρος καὶ νὰ εὕρει τὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας Μητέρας Του. Πράγματι ὁ Ὅσιος ἀνῆλθε στὸ ὄρος, ὅπου βρῆκε τὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας μὲ τὸν Χριστὸ στὴν τρυφερὴ ἀγκάλη της. Μὲ συγκίνηση καὶ εὐλάβεια ὁ Ὅσιος παρέλαβε τὴν εἰκόνα καὶ φρόντισε νὰ ἀνεγερθεῖ στὸν ἱερὸ ἐκεῖνο τόπο τῆς εὑρέσεως ἕνας μικρὸς ναὸς.

Ὅπως ἀναφέρεται στὰ Χρονικά, ὁ πρίγκιπας Δημήτριος Θεοδώροβιτς ζήτησε νὰ δεῖ τὸν Ὅσιο καὶ τὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας. Ὁ Ὅσιος μὲ θαυματουργικὸ τρόπο διέσχισε τὴν λίμνη τοῦ Γκαλίτς καὶ μετέφερε τὴν εἰκόνα στὴν πόλη. Ἐκείνη τὴν ἡμέρα τελέσθηκαν πολλά θαύματα καὶ ὁ πρίγκιπας βοήθησε τὸν Ὅσιο στὴν ἀνέγερση μονῆς πρὸς τιμὴν τῆς Θεοτόκου.
Ἡ Ἐκκλησία τιμᾶ, ἐπίσης, τὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας τοῦ Γκαλίτς στὶς 15 Αὐγούστου.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. δ’.
Εὐλογητὸς εἶ Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν, ὁ πανσόφους, τοὺς ἁλιεῖς ἀναδείξας, καταπέμψας αὐτοῖς τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον, καὶ δι’ αὐτῶν, τὴν οἰκουμένην σαγηνεύσας, Φιλάνθρωπε δόξα σοι.

 

Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ’.
Ὅτε καταβὰς τὰς γλώσσας συνέχεε, διεμέριζεν ἔθνη ὁ Ὕψιστος· ὅτε τοῦ πυρὸς τὰς γλώσσας διένειμεν, εἰς ἑνότητα πάντας ἐκάλεσε· καὶ συμφώνως δοξάζομεν τὸ Πανάγιον Πνεῦμα.

 

Μεγαλυνάριον.
Ἐν πυρίναις γλώσσαις τοῖς Μαθηταῖς, ἐν τῷ ὑπερῴῳ, ὡς ὑπέσχου ἐκ τοῦ Πατρός, ἔπεμψας Σωτήρ μου, τὸ συμφυές σου Πνεῦμα, καὶ τούτους τῆς σῆς δόξης, ῥήτορας ἔδειξας.

 

Ἦταν ἕνας ἀπὸ τοὺς πιὸ διακεκριμένους μεταξὺ τῶν ἑπτὰ διακόνων, ποὺ ἐξέλεξαν οἱ πρῶτοι χριστιανοὶ γιὰ νὰ ἐπιστατοῦν στὶς κοινὲς τράπεζες τῶν ἀδελφῶν, ὥστε νὰ μὴ γίνονται λάθη. Ἂν καὶ κουραστικὴ ἡ εὐθύνη τοῦ ἐπιστάτη γιὰ τόσους ἀδελφούς, παρ’ ὅλα αὐτὰ ὁ Στέφανος ἔβρισκε καιρὸ καὶ δύναμη γιὰ νὰ κηρύττει τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ. Καὶ ὅπως ἀναφέρει ἡ Ἁγία Γραφή, «Στέφανος πλήρης πίστεως καὶ δυνάμεως ἐποίει τέρατα καὶ σημεῖα μεγάλα ἐν τῷ λαῷ» (Πράξεις τῶν Ἀποστόλων στ’ 8 – 15, ζ’ 1 – 60). Δηλαδὴ ὁ Στέφανος, ποὺ ἦταν γεμάτος πίστη καὶ χάρισμα εὐγλωττίας, ἔκανε μεταξὺ τοῦ λαοῦ μεγάλα θαύματα, ποὺ προκαλοῦσαν κατάπληξη καὶ ἀποδείκνυαν τὴν ἀλήθεια τοῦ χριστιανικοῦ κηρύγματος.

Οἱ Ἰουδαῖοι ὅμως, καθὼς ἦταν προκατειλημμένοι, ἐξαπέλυσαν συκοφάντες ἀνάμεσα στὸν λαό, ποὺ διέδιδαν ὅτι ἄκουσαν τὸν Στέφανο νὰ βλασφημεῖ τὸ Μωϋσῆ καὶ τὸν Θεό. Μὲ ἀφορμὴ λοιπὸν αὐτὲς τὶς συκοφαντίες, ποὺ οἱ ἴδιοι εἶχαν ἐνσπείρει, ἅρπαξαν μὲ μίσος τὸν Στέφανο καὶ τὸν ὁδήγησαν μπροστὰ στὸ Συνέδριο, τάχα γιὰ νὰ ἀπολογηθεῖ. Ἡ ἀπολογία τοῦ Στεφάνου ὑπῆρξε πρότυπο τόλμης καὶ θάρρους. Χωρὶς νὰ φοβηθεῖ καθόλου, ἐξαπέλυσε λόγια – κεραυνοὺς ἐναντίον τῶν Ἰουδαίων. Καὶ ἀπὸ ὑπόδικος, ὀρθώθηκε θυελλώδης ἐλεγκτὴς καὶ κατήγορος. Τότε, ἀκράτητοι ἀπὸ τὸ μίσος οἱ Ἰουδαῖοι, τὸν ἔσυραν ἔξω ἀπὸ τὴν πόλη, ὅπου τὸν θανάτωσαν μὲ λιθοβολισμό.
Ἐκεῖ φάνηκε καὶ ἡ μεγάλη συγχωρητικότητα τοῦ Στεφάνου πρὸς τοὺς ἐχθρούς του μὲ τὴν φράση του, «Κύριε, μὴ στήσης αὐτοῖς τὴν ἁμαρτίαν ταύτην». Κύριε, μὴ λογαριάσεις σ’ αὐτοὺς τὴν ἁμαρτία αὐτή.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Βασίλειον διάδημα, ἐστέφθη σὴ κορυφή, ἐξ ἄθλων ὧν ὑπέμεινας, ὑπὲρ Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ, Μαρτύρων Πρωτόαθλε Στέφανε· σὺ γὰρ τὴν Ἰουδαίων, ἀπελέγξας μανίαν, εἶδές σου τὸν Σωτῆρα, τοῦ Πατρὸς δεξιόθεν. Αὐτὸν οὖν ἐκδυσώπει ἀεί, ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν.

 

Κοντάκιον. Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Ὁ Δεσπότης χθὲς ἡμῖν, διὰ σαρκὸς ἐπεδήμει, καὶ ὁ δοῦλος σήμερον, ἀπὸ σαρκὸς ἐξεδήμει· χθὲς μὲν γάρ, ὁ Βασιλεύων σαρκὶ ἐτέχθη, σήμερον δέ, ὁ οἰκέτης λιθοβολεῖται, δι’ αὐτὸν καὶ τελειοῦται, ὁ Πρωτομάρτυς καὶ θεῖος Στέφανος.

 

Μεγαλυνάριον.
Πρῶτος διακόνων ἀναδειχθείς, πρῶτος τοῦ Δεσπότου, ἐχρημάτισας μιμητής· ὅθεν Ἀθλοφόρων, πρωτεύων Πρωτομάρτυς, τύπος αὐτοῖς ἐγένου, Πρώταθλε Στέφανε.

Ὁ Ἅγιος Θεόδωρος ὁ Γραπτός

Ἦταν γιὸς τοῦ Ἰωανᾶ, ἀπὸ τὴν Παλαιστίνη, καὶ ὑπῆρξε μαθητὴς μαζὶ μὲ τὸν ἀδελφό του Θεοφάνη, στὴν μονὴ τοῦ Ἁγίου Σάββα.

Στὰ χρόνια τοῦ βασιλιὰ Λέοντα τοῦ Ε’ ἦλθαν στὴν Κωνσταντινούπολη, ἀλλὰ καὶ οἱ δύο γιὰ τὸ ζήτημα τῶν ἁγίων εἰκόνων, περιορίστηκαν σὲ κάποια Μονὴ στὸ Στόμιο τῆς Μαύρης Θάλασσας. Ὁ βασιλιὰς Μιχαὴλ ὁ Τραυλὸς τοὺς ἐπανέφερε, ἀλλὰ αὐτοὶ δὲν θέλησαν νὰ ἐξαγοράσουν τὴν ἡσυχία τους μὲ ἀδιαφορία στὰ ἐκκλησιαστικὰ ζητήματα καὶ νὰ νεκρώσουν τὶς ἱερὲς πεποιθήσεις τους. Γι’ αὐτὸ ἐκδήλωσαν μὲ θάρρος τὰ φρονήματά τους καὶ ἔτσι πάλι περιορίστηκαν ἀπὸ τὸν βασιλιά, σὲ κάποιο τόπο κοντὰ στὸ Σωσθένιο.

Ἀργότερα ἐπὶ Θεοφίλου τοῦ Εἰκονομάχου, στάλθηκαν στὴν Ἀφουσία. Ἂν καὶ ἐκεῖ εἶχαν μείνει πολλὰ χρόνια καὶ εἶχαν αὐστηρὴ ἐπιτήρηση, αὐτοὶ ἐξακολουθοῦσαν νὰ φωνάζουν κατὰ τῆς εἰκονομαχίας. Τότε ὁ Θεόφιλος, γεμάτος θυμό, τοὺς ἔφερε στὴν Κωνσταντινούπολη, ὅπου τοὺς μαστίγωσε ἀνελέητα. Καὶ κατόπιν χάραξε στὰ μέτωπά τους μὲ πυρακτωμένο σίδερο, δώδεκα στίχους γιὰ νὰ τοὺς στιγματίσει.

Ἀπ’ αὐτὴ τὴν αἰτία ὀνομάστηκαν καὶ οἱ δυὸ Γραπτοί. Ἐπὶ δὲ τοῦ Πατριάρχου Ἰωάννου Ζ’ (836 ἢ 837), ἐξορίστηκαν πάλι στὴν Ἀπάμεια τῆς Βιθυνίας, ὅπου ὁ Θεόδωρος πέθανε καὶ τάφηκε ἀπὸ τὸν ἀδελφό του Θεοφάνη. Ἀργότερα τὸ λείψανό του μεταφέρθηκε στὴ Χαλκηδόνα.
Ὁ ἑορτασμός του μᾶς ὑπενθυμίζει πόσους ἀγῶνες κίνησαν οἱ πιστοί, γιὰ νὰ διαφυλαχτεῖ ἡ ὀρθόδοξη διδασκαλία καὶ λατρεία. Καὶ γιὰ τ’ ἀδέλφια δίνει λαμπρὸ μάθημα, γιὰ τὸ ὅτι δὲν ὑπάρχει τίποτα συγκινητικότερο καὶ τιμητικότερο, ἀπὸ τὸ νὰ ζοῦν ἀφοσιωμένοι μέχρι θανάτου γιὰ τὴ νίκη τῆς ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Θείοις στίγμασι, σεσημασμένος, δῶρον ἔμψυχον, τῷ Ζωοδότῃ, προσηνέχθης θεοφόρε Θεόδωρε· ἀσκητικαῖς δωρεαῖς γὰρ κοσμούμενος, ὁμολογίας ἀγῶσι διέλαμψας. Πάτερ Ὅσιε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

 

Κοντάκιον. Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Τοῦ Χριστοῦ σεβόμενος, πανευσεβῶς τὴν Εἰκόνα, διωγμοὺς ὑπέμεινας, καὶ κακουχίας καὶ θλίψεις· ὅθεν δή, Ὀρθοδοξίας ἄγαλμα θεῖον, γέγονας, ὡς ἀριστεύσας κατὰ τῆς πλάνης· διὰ τοῦτό σε τιμῶμεν, Ἱερομύστα Πάτερ Θεόδωρε.

 

Μεγαλυνάριον.
Ὄψει γεγραμμένῃ τυραννικῶς, βίβλος ἔμπνους ὤφθης, ἀναβάσεων ἱερῶν, ἐξ ἧς δωρημάτων, τὴν ὄνησιν τρυγῶντες, τοὺς πόνους σου τιμῶμεν, Πάτερ Θεόδωρε.

Ὁ Ἅγιος Θεόδωρος ὁ Α’ Ἀρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως 

Ὁ Ἅγιος αὐτὸς ἦταν γέννημα καὶ θρέμμα τῆς Κωνσταντινουπόλεως καὶ ἔζησε στὰ χρόνια του Βασιλιὰ Κωνσταντίνου Δ’ τοῦ Πωγωνάτου (668 – 685). Λόγω τῆς μεγάλης του ἀρετῆς καὶ εὐλάβειας, χειροτονήθηκε Πρεσβύτερος τῆς Ἁγίας Σοφίας καὶ κατόπιν ἔγινε σύγκελλος καὶ σκευοφύλακας αὐτῆς. Ἐπειδὴ δὲ ὁ τότε Πατριάρχης Κωνσταντῖνος πέθανε, ἀπὸ τὸν βασιλιὰ καὶ τὴν σύγκλητο, ἀναγκάστηκε νὰ χειροτονηθεῖ Πατριάρχης ὁ Θεόδωρος.

Θεάρεστα ἀφοῦ διακυβέρνησε τὴν Ἐκκλησία γιὰ δύο χρόνια καὶ τρεῖς μῆνες, ἀπομακρύνθηκε τοῦ θρόνου (678) ἀπὸ τὸν βασιλιὰ Κωνσταντῖνο Πωγωνάτο. Ἡ ἀπομάκρυνση αὐτὴ δὲν μάρανε τὸν θεῖο ζῆλο τοῦ Πατριάρχη Θεοδώρου καὶ ἀφοῦ πέρασε τὸ ὑπόλοιπο τῆς ζωῆς του ἐπίσης Θεάρεστα, ἀπεβίωσε εἰρηνικά.
(Ἄλλες Συναξαριακὲς πηγὲς ἀναφέρουν, ὅτι ὁ Ἅγιος Θεόδωρος, ἐπανῆλθε στὸν θρόνο του μετὰ τὸν θάνατο τοῦ πατρὸς Γεωργίου Α’ καὶ πατριάρχευσε ἀπὸ τὸ 683 ἕως τὸ 686).

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ὅσιος Λουκᾶς ὁ Τριγλινός 

Ἀπεβίωσε εἰρηνικά. 
Μᾶλλον εἶναι ὁ ἡγούμενος τῆς Μονῆς Βαθέος Ρύακος στὴν Τρίγλια.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ἅγιος Μαυρίκιος ὁ Μάρτυρας καὶ οἱ σὺν αὐτῷ Φωτεινὸς ὁ υἱός του καὶ οἱ Ἅγιοι 70 Μάρτυρες

Αὐτοὶ μαρτύρησαν στὰ χρόνια τοῦ βασιλιὰ Μαξιμιανοῦ (286 – 305) καὶ ἦταν στρατιῶτες, ποὺ διέμεναν στὴν Ἀπάμεια τῆς Βιθυνίας τοῦ Πόντου.

Ὅταν πέρασε ἀπὸ ἐκεῖ ὁ Μαξιμιανός, καταγγέλθηκαν ὅτι ἦταν χριστιανοί. Ὅταν τοὺς κάλεσε ὁ βασιλιάς, οἱ Ἅγιοι ὁμολόγησαν καὶ μπροστά του, ὅτι ἦταν χριστιανοὶ καὶ ἀμέσως τότε τοὺς ἀφαιρέθηκαν οἱ στρατιωτικὲς ζῶνες καὶ τοὺς ἔριξαν στὴ φυλακή. Ὅταν μετὰ τρεῖς μέρες ρωτήθηκαν καὶ πάλι, ἔμειναν ἀμετάθετοι στὸ φρόνημά τους καὶ ἔτσι τοὺς κρέμασαν καὶ τοὺς ξέσχισαν τὶς πλευρές.
Ὁ δὲ Μαξιμιανός, γιὰ νὰ κάνει πικρότερο τὸ μαρτύριο τοῦ Μαυρικίου, ἀποκεφάλισαν μπροστά του τὸν γιό του Φωτεινό. Αὐτοὺς δέ, τοὺς πῆγε σὲ τόπο μὲ βρώμικα βαλτόνερα, ὅπου τοὺς ἔδεσε γυμνοὺς σὲ πασσάλους καὶ τοὺς ἄλειψε μὲ μέλι. Οἱ μάρτυρες, ἔμειναν ἔτσι δεμένοι ἐπὶ 10 ἡμέρες, τελικὰ ὅμως, ἀπὸ τὰ τσιμπήματα τῶν ἐντόμων, παρέδωσαν μαρτυρικὰ τὸ πνεῦμά τους στὸν Θεό.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr