Blue Flower

Ὁ Ἅγιος Βασίλειος ἔζησε κατὰ τὴν ἐποχὴ τῶν ἀσεβῶν εἰκονομάχων. Ἐπειδὴ ἀγάπησε τὸν Θεὸ ἀπὸ βρέφος καὶ ἄσκησε κάθε ἀρετή, χειροτονήθηκε Ἐπίσκοπος Παρίου. Αὐτός, σύμφωνα καὶ μὲ ὅσα ἔχουν γραφεῖ ἀπὸ τὸν Παῦλο, τὸν θεῖο καὶ μεγάλο Ἀπόστολο τοῦ Χριστοῦ, δὲν πείσθηκε νὰ συνδεθεῖ μὲ τὴν ἀσεβὴ αἵρεση ὅσων ἀθετοῦσαν τὴν πάνσεπτη εἰκόνα τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου καὶ ὅλων τῶν Ἁγίων. Καὶ ἐπειδὴ δὲν θέλησε νὰ ὑπογράψει στὸν ἄδικο τόμο γιὰ τὴν κατάλυση τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως, πέρασε ὅλη του τὴ ζωὴ μὲ διωγμοὺς καὶ πειρασμοὺς καὶ θλίψεις καὶ στεναχώριες, μεταβαίνοντας ἀπὸ τόπο σὲ τόπο καὶ μετακινούμενος συνεχῶς. Ἀναφέρεται δὲ ὅτι κατὰ τοὺς χρόνους τῆς βασιλείας τοῦ Μιχαὴλ τοῦ Τραυλοῦ (820 – 829 μ.Χ.) καὶ τοῦ Θεοφίλου (829 – 842 μ.Χ.) διέμενε ἐξόριστος σὲ κάποιο μικρὸ νησὶ πρὸ τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Καὶ μὲ αὐτὸ τὸν τρόπο, ἀφοῦ ὑπεράσπισε τὰ πατρικὰ δόγματα καὶ μισώντας μέχρι τέλους τὶς διδασκαλίες τῶν κακόδοξων, κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη.
Ὁ Ἅγιος Βασίλειος χειροτόνησε διάκονο καὶ πρεσβύτερο τὸν μετέπειτα Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Ἅγιο Ἰγνάτιο A’ († 23 Ὀκτωβρίου).

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Ὡς ἱερεὺς τοῦ Βασιλέως τῆς δόξης, ὁμολογίας διαλάμπεις τῇ αἴγλῃ, Ἱερομάρτυς ἔνδοξε Βασίλειε· τῶν εἰκονομάχων γάρ, τὴν ἀπάτην ἐλέγχων, πόνοις προσωμίλησας, ὑπὲρ τῆς ἀληθείας· καὶ μεταστὰς ἐν δόξῃ πρὸς Θεόν, τῶν σὲ τιμώντων, ἀπαύστως μνημόνευε.

 

Κοντάκιον. Ἦχος πλ. β’. Τὴν ὑπὲρ ἡμῶν.
Τὴν βασιλικήν, προσάγων ἱερουργίαν, τῷ Παμβασιλεῖ, Βασίλειε θεοφάντορ, ὁλοκάρπωμα θεῖον, τοὺς θείους ἀγῶνάς σου, ἱερῶς αὐτῷ προσέφερες, Ἱεράρχα πανσεβάσμιε, ἐκβοῶν τοῖς προσιοῦσί σοι· Ἡ τῆς Εἰκόνος τιμή, ἀνυψοῦται Χριστῷ.

 

Μεγαλυνάριον.
Χαίροις ὦ Βασίλειε ἱερέ, τοῦ ἐπουρανίου Βασιλέως μυσταγωγός· χαῖρε Ἐκκλησίας, βασίλειος λαμπρότης, τῆς ἄνω βασιλείας, χαῖρε συμμέτοχε.

Ὁ Ἅγιος Σάββας ὁ Μάρτυρας ἐν Μπουζάου Ρουμανίας

Ὁ Ἅγιος Μάρτυς Σάββας μαρτύρησε τὸ ἔτος 372 μ.Χ. γιὰ τὴν πίστη του στὸν Χριστὸ στὸ Μπουζάου τῆς Ρουμανίας.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ἅγιος Δαμιανὸς Ἐπίσκοπος Παβίας

Ὁ Ἅγιος Δαμιανὸς καταγόταν ἀπὸ ἐπιφανεῖς γονεῖς καὶ γεννήθηκε κατὰ τὸ πρῶτο ἥμισυ τοῦ 7ου αἰῶνος μ.Χ. Ἔγινε μοναχὸς καὶ τὸ ἔτος 680 μ.Χ. ἀνῆλθε στὸν ἐπισκοπικὸ θρόνο τῆς Παβίας τῆς Λομβαρδίας. Ὡς Ἐπίσκοπος, ἀφοῦ καταπολέμησε σφοδρῶς τοὺς αἱρετικοὺς Μονοθελητές, ἐργάστηκε δραστήρια γιὰ τὴ συμφιλίωση Βυζαντίου καὶ Λομβαρδῶν. Ἡ διακονία του πρὸς τοὺς φτωχοὺς καὶ τοὺς ἀσθενεῖς, σὲ κάποια ἐπιδημία ποὺ ἐνέσκηψε στὴ Λομβαρδία, ὑπῆρξε ἀξιοθαύμαστη.
Ὁ Ἅγιος Δαμιανὸς κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη, τὸ ἔτος 710 μ.Χ.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ἡ Ὁσία Ἀνθούσα 

Ἡ Ὁσία Ἀνθούσα, ἡ βασίλισσα, ἦταν θυγατέρα τοῦ αὐτοκράτορος Κωνσταντίνου Ε’ τοῦ Κοπρώνυμου (741-775 μ.Χ.) καὶ τῆς τρίτης συζύγου του Εὐδοκίας. Μετὰ τὸ θάνατο τοῦ πατέρα της διαμοίρασε ὅλα της τὰ ὑπάρχοντα στοὺς φτωχούς, σὲ ἐκκλησίες καὶ ἱδρύματα καὶ ἔγινε μητέρα πολλῶν ὀρφανῶν καὶ προστάτιδα χηρῶν. Μολονότι δέχθηκε πολλὲς παρακλήσεις καὶ πιέσθηκε ἀπὸ τὴν εὐσεβέστατη αὐγούστα Εἰρήνη τὴν Ἀθηναία (797 – 802 μ.Χ.) νὰ μείνει μαζί της καὶ νὰ συμβασιλεύσει, δὲν ἀποδέχθηκε.
Ἡ Ὁσία Ἀνθούσα ἐκάρη μοναχὴ ὑπὸ τοῦ Πατριάρχου Ταρασίου καὶ ἀποσύρθηκε στὴ μονὴ τῆς Ὁμονοίας ἢ Εὐμενείας. Ἐκεῖ ἔζησε μὲ ἄσκηση καὶ προσευχὴ καὶ κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 809 μ.Χ.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Οἱ Ἅγιοι Δήμης καὶ Πρωτίων οἱ Μάρτυρες καὶ οἱ σὺν αὐτοῖς μαρτυρήσαντες

Οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες Δήμης ἢ Δημῆς καὶ Πρωτίων, ἄθλησαν μαζὶ μὲ ἄλλους Χριστιανοὺς κατὰ τοὺς χρόνους τῆς βασιλείας τοῦ Μαξιμιανοῦ (285 – 305 μ.Χ.). Παρέστησαν αὐτόκλητοι στὸν ἡγεμόνα τῆς χώρας τους, ἐνώπιον τοῦ ὁποίου ὁμολόγησαν τὴν πίστη τους στὸν Χριστό. Τότε ἐκεῖνος ἔδωσε ἐντολὴ καὶ τοὺς βασάνισαν ποικιλοτρόπως. Τοὺς γύμνωσαν καὶ τοὺς ἔδεσαν μὲ ἁλυσίδες καί, ἀφοῦ τοὺς ἔριξαν στὴ γῆ, τοὺς κτυποῦσαν ἀλύπητα, ὥστε φάνηκαν τὰ σπλάχνα αὐτῶν. Στὴ συνέχεια ὁ ἡγεμόνας τοὺς ἔκλεισε στὴ φυλακή, ὅπου τοὺς ἄφησε χωρὶς τροφὴ καὶ νερὸ ἐπὶ τριάντα ἡμέρες. Ὅμως Ἄγγελος Κυρίου τοὺς γιάτρεψε τὶς πληγὲς καὶ τοὺς ἔδιδε τροφὴ ἀπὸ τὸν οὐρανό, κατὰ τὸν λέγοντα «ἄρτον Ἀγγέλων ἔφαγεν ἄνθρωπος».

Ὅταν ὁ ἡγεμόνας τοὺς κάλεσε καὶ πάλι γιὰ νὰ τοὺς ἐξετάσει καὶ νὰ ἐλέγξει ἂν ἔχουν μεταστραφεῖ, τοὺς εἶδε σώους καὶ ὑγιεῖς. Μόλις τὰ πλήθη τῶν ἀσεβῶν εἶδαν τὸ θαῦμα τῆς διασώσεως τῶν Ἁγίων, ἔπεσαν στὰ πόδια τους καὶ κραύγαζαν: «Εἴμαστε Χριστιανοί». Τότε ὁ ἡγεμόνας ἔδωσε ἐντολὴ νὰ ἀποκεφαλισθοῦν.
Ἔτσι τελειώθηκε ὁ βίος τῶν Ἁγίων Μαρτύρων, οἱ ὁποῖοι ἔλαβαν τὸ στέφανο τοῦ μαρτυρίου καὶ τῆς δόξας.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ἅγιος Ἀρτέμων ὁ Ἱερομάρτυρας 

Ὁ Ἅγιος Ἱερομάρτυς Ἀρτέμων ἔζησε κατὰ τοὺς χρόνους τῆς βασιλείας τοῦ Διοκλητιανοῦ (284 – 305 μ.Χ.) καὶ ἦταν πρεσβύτερος τῆς Ἐκκλησίας στὴ Λαοδικεία. Ἕνα χρόνο πρὶν τὸ θάνατό του, μπῆκε στὸ ναὸ τῶν Ἑλλήνων μὲ τὸν Ἐπίσκοπο Σισίννιο καὶ κατέστρεψε τὰ εἴδωλα. Ὅταν ὁ ἄρχοντας τῆς χώρας πληροφορήθηκε ἀπὸ τοὺς εἰδωλολάτρες τὸ γεγονὸς αὐτό, ἀναχώρησε γιὰ νὰ συλλάβει τὸν Ἐπίσκοπο. Ἀρρώστησε ὅμως καὶ κινδύνευσε ἡ ὑγεία του. Ζήτησε τότε ἀπὸ τὸν Ἐπίσκοπο νὰ προσευχηθεῖ γι’ αὐτὸν καὶ τοῦ ὑποσχέθηκε ὅτι ἐὰν ἀποκτοῦσε τὴν ὑγεία του, θὰ τοῦ κάνει χρυσὴ εἰκόνα. Ἀφοῦ λοιπὸν ἔγινε καλά, ἀναχώρησε γιὰ τὴν Καισάρεια. Καὶ ὅταν βρῆκε στὸν δρόμο τὸν Ἅγιο Ἀρτέμονα, τὸν συνέλαβε, τὸν ἔδεσε καὶ συρόμενο τὸν ἔκλεισε στὴ φυλακή. Ἔπειτα προσπάθησε μὲ τὴ βία νὰ τὸν πείσει νὰ ἀρνηθεῖ τὸν Χριστό. Ἐπειδὴ ὅμως ὁ Ἅγιος ἔμεινε πιστὸς στὴν πατρώα εὐσέβεια, τοῦ ἀπέκοψαν κάποια μέλη ἀπὸ τὶς σάρκες του καὶ τὰ ἕψησαν στὴ σχάρα. Στὴν συνέχεια ἔκαψαν ἕνα λέβητα, γιὰ νὰ ρίξουν τὸν Ἅγιο μέσα σὲ αὐτὸν καὶ νὰ καεῖ. Δύο ἀετοὶ σήκωσαν τὸν ἄρχοντα καὶ τὸν ἔριξαν μέσα ὅμως στὸ λέβητα. Ὁ Ἅγιος Ἀρτέμων τελειώθηκε μετὰ ἀπὸ λίγο διὰ ξίφους.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Οἱ Ἅγιοι Δαβίδ, Ἰωάννης καὶ Μηνᾶς οἱ Ὁσιομάρτυρες

Οἱ Ἅγιοι Ὁσιομάρτυρες Δαβίδ, Ἰωάννης καὶ Μηνᾶς ἦταν μοναχοὶ καὶ τελειώθηκα τοξευόμενοι.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Μετακομιδὴ τῆς Τιμίας Ζώνης τῆς Θεοτόκου εἰς Κωνσταντινούπολη

Ἡ μετακομιδὴ τῆς Τιμίας Ζώνης ἀπὸ τὴν Ἐπισκοπὴ Ζήλας στὴν Κωνσταντινούπολη ἔγινε τὸ ἔτος 942 μ.Χ., ἐπὶ αὐτοκράτορος Κωνσταντίνου Ζ’ Πορφυρογέννητου (913 – 959 μ.Χ.). Χειρόγραφο Μηναῖο τοῦ 16ου αἰῶνος μ.Χ. φέρει τὸ ἑξῆς δίστιχο κατὰ τὴν ἡμέρα αὐτή:

«Ζώνην τιμίαν τῇ βασιλίδι δίδως
Βασίλισσα πάντιμε Θεογεννῆτορ».

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ἅγιος Σέργιος Β’ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως

Ἡ μνήμη τοῦ Ἁγίου Σεργίου, Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως, ἀναφέρεται σὲ χειρόγραφο Εὐαγγέλιο τοῦ Ἁγιοταφιτικοῦ Μετοχίου τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ἡ δὲ ἑορτὴ αὐτοῦ ἐτελεῖτο στὴ μονὴ τοῦ Μανουήλ, τῆς ὁποία χρημάτισε ἡγούμενος.

Ὁ Ἅγιος Σέργιος καταγόταν ἀπὸ περιφανὴ οἰκογένεια τοῦ Βυζαντίου. Ἦταν ἀνεψιὸς τοῦ ἱεροῦ Φωτίου, ἐνάρετος καὶ πολὺ μορφωμένος. Ὁ Ἅγιος ἦταν τόσο ταπεινός, ποὺ ὅταν μετὰ τὸν θάνατο τοῦ Πατριάρχου Θεοφυλάκτου, 27 Φεβρουαρίου τοῦ ἔτους 956 μ.Χ., τοῦ πρότειναν νὰ ἀποδεχθεῖ τὸν πατριαρχικὸ θρόνο, ἀρνήθηκε καὶ ὑπέδειξε τὸν Πολύευκτο. Ἀνῆλθε στὸν οἰκουμενικὸ θρόνο σὲ μεγάλη ἡλικία, τὸ ἔτος 999 μ.Χ., ὅταν κλήθηκε ἀργότερα ὑπὸ τοῦ αὐτοκράτορος Βασιλείου τοῦ Β’ (976 – 1025 μ.Χ.), σὲ διαδοχὴ τοῦ Πατριάρχου Σισιννίου Β’. Συνεκάλεσε Σύνοδο στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ βεβαίωσε τὰ ὑπὸ τοῦ Ἁγίου Φωτίου κατὰ τῶν λατινικῶν καινοτομιῶν πραχθέντα. Ἐπὶ τῶν ἡμερῶν του μεταφράστηκαν στὴ Ρωσικὴ γλῶσσα οἱ ἐκκλησιαστικοὶ νόμοι χάριν τῶν ἱερέων τῆς Ρωσίας.
Ὁ Ἅγιος Σέργιος κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 1019.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ὅσιος Νεόφυτος ὁ Ἔγκλειστος 

Ὁ Ὅσιος Νεόφυτος ὁ Ἔγκλειστος ἄθλησε στὴν Κύπρο. Ἡ Ἐκκλησία τιμάει τὴν μνήμη του στὶς 24 Ἰανουαρίου, ὅπου καὶ ὁ βίος του.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ἅγιος Βασίλειος Ἐπίσκοπος Ριαζὰν καὶ Μούρωμ 

Ὁ Ἅγιος Βασίλειος ἔζησε στὴ Ρωσία μεταξὺ τοῦ 13ου καὶ τοῦ 14ου αἰῶνα μ.Χ. καὶ λόγω τῶν ἀρετῶν του ἐξελέγη Ἐπίσκοπος Ριαζὰν καὶ Μούρωμ. Ἦταν ἐκεῖνος ποὺ διαπλέοντας θαυματουργικὰ νερό, μετέφερε τὴ θαυματουργικὴ εἰκόνα τῆς Παναγίας τοῦ Μούρωμ στὴν πόλη τοῦ Ριαζάν. Κοιμήθηκε ὁσίως μὲ εἰρήνη. Ἡ Ἐκκλησία ἑορτάζει, ἐπίσης, τὴ μνήμη του στὶς 21 Μαΐου, 10 Ἰουνίου, 3 καὶ 10 Ἰουλίου.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ὅσιος Ἀκάκιος ὁ Καυσοκαλυβίτης 

Ὁ Ὅσιος Ἀκάκιος ἔζησε καὶ ἀνεδείχθη κατὰ τοὺς σκοτεινοὺς χρόνους τῆς Τουρκοκρατίας. Γεννήθηκε μᾶλλον λίγα χρόνια μετὰ τὸ ἔτος 1630 μ.Χ., στὸ χωριὸ Γόλιτσα τῶν Ἀγράφων, τῆς (τότε) ἐπαρχίας Φαναρίου καὶ Νεοχωρίου, στὴ σημερινὴ κοινότητα Ἁγίου Ἀκακίου τοῦ νομοῦ Καρδίτσας. Οἱ γονεῖς του, εὐσεβεῖς καὶ ἐνάρετοι Χριστιανοί, μὲ τὴν ἐργασία τους κατόρθωσαν στὰ δύσκολα ἐκεῖνα χρόνια νὰ ἐξασφαλίσουν τὰ ἀναγκαῖα τῆς ζωῆς τους μὲ αὐτάρκεια καὶ στοργικὰ εἶχαν ἀφοσιωθεῖ στὴν ἀνατροφὴ τῶν δυὸ παιδιῶν τους ποὺ τοὺς χάρισε ὁ Θεός. Ὅμως ὁ πρόωρος θάνατος τοῦ πατέρα συγκλόνισε τὴν οἰκογένεια καὶ ἐπισκίασε τὴν εὐτυχία τους.

Ὁ Ἀναστάσιος, αὐτὸ ἦταν τὸ κοσμικὸ ὄνομα τοῦ Ὁσίου, ἔμεινε ὀρφανὸς σὲ πολὺ μικρὴ ἡλικία. Ἡ μητέρα τους μὲ τὴ βαθιὰ χριστιανικὴ πίστη καὶ τὴν εὐσέβειά της ἀγωνίζεται ἀγώνα σκληρὸ «πρὸς τὰ τῆς χηρείας δεινά» καὶ ἀναλαμβάνει μόνη της τὸ βάρος τῆς οἰκογενειακῆς εὐθύνης. Ἐργάζεται ἀγόγγυστα γιὰ νὰ συντηρήσει τὰ δύο ἀνήλικα παιδιά της καὶ νὰ τὰ ἀναθρέψει μὲ παιδεία καὶ νουθεσία Κυρίου.

Πολὺ σύντομα στὸ πλευρὸ τῆς γυναίκας βρέθηκε καὶ ὁ μικρὸς Ἀναστάσιος, γιὰ νὰ ἀναλάβει καὶ ἐκεῖνος ἕνα μέρος ἀπὸ τὶς εὐθύνες γιὰ τὴ συντήρηση τῆς οἰκογένειάς του.

Ὁ λόγος τοῦ Εὐαγγελίου εἶχε συγκλονίσει ἀπὸ νωρὶς τὴν καρδιὰ τοῦ Ἀναστασίου καὶ ἡ φλόγα τῆς θείας ἀγάπης θέρμαινε τὴν παιδική του ψυχή. Ἔνιωθε ζωηρὰ καὶ πολὺ ἔντονα τὴν κλίση καὶ τὸν ζῆλο πρὸς τὸν μοναχικὸ βίο. Γι’ αὐτὸ ἀπέφευγε τὸν θόρυβο τοῦ κόσμου καὶ ἀναζητοῦσε συχνὰ τὴν ἡσυχία σὲ τόπους ἐρημικούς. Ἐκεῖ, ἀφοσιωμένος στὸν Θεό, διέθετε ὅλο τὸν χρόνο του στὴν προσευχὴ καὶ τὴ νηστεία. Σύντομα ἀποφάσισε νὰ ἐγκαταλείψει τὰ ἐγκόσμια καὶ σὲ ἡλικία εἴκοσι τριῶν ἐτῶν ἔφυγε πρὸς τὰ μέρη τῆς Ζαγορᾶς Βόλου. Κατέληξε στὸ μοναστήρι τῆς Σουρβιᾶς, ποὺ εἶχε χτίσει ὁ Ὅσιος Διονύσιος ὁ ἐν Ὀλύμπῳ, τὸ ὁποῖο βρίσκεται στὴν περιοχὴ τῆς Μακρυνίτσας Βόλου καὶ εἶναι ἀφιερωμένο στὴν Ἁγία Τριάδα.

Ὅταν ἔφθασε στὸ μοναστήρι τὸν ὑποδέχθηκαν μὲ καλοσύνη. Παρουσιάσθηκε στὸν ἡγούμενο καὶ μὲ ὅλο τὸν σεβασμὸ ἀνέφερε τὸν σκοπὸ τῆς ἐπισκέψεώς του. Ἐκεῖνος τὸν ἄκουσε μὲ προσοχὴ καὶ τοῦ ἐξήγησε μὲ κάθε λεπτομέρεια τὶς δυσκολίες τῆς μοναχικῆς ζωῆς, ἀλλὰ καὶ τὸ αὐστηρὸ πρόγραμμα τῆς μονῆς. Ὁ Ἀναστάσιος ὅμως ἐπέμενε, δίνοντας τὴν ὑπόσχεση πὼς μὲ τὴν βοήθεια τοῦ Θεοῦ θὰ ὑπερνικήσει ὅλα τὰ ἐμπόδια καὶ θὰ ἀνταποκριθεῖ στὰ καθήκοντα ποὺ ὅριζε ἡ μοναχικὴ πολιτεία. Ὁ ἡγούμενος, ὡς ἔμπειρος πνευματικός, διέγνωσε τὸν ἔνθεο ζῆλο τοῦ Ἀναστασίου καὶ διαπίστωσε τὴν ἀμετακίνητη καὶ σταθερὴ ἀπόφασή του νὰ μονάσει. Ἔτσι τὸν δέχθηκε στὸ μοναστήρι.  Ἐκεῖ ὁ Ἀναστάσιος ἐκάρη μοναχὸς μὲ τὸ ὄνομα Ἀκάκιος. Καὶ τὴν ἴδια νύχτα ποὺ δέχθηκε τὸ ἀγγελικὸ σχῆμα καὶ περιεβλήθηκε τὸ μοναχικὸ ἔνδυμα, ἀξιώθηκε μὲ θεία ὀπτασία. Εἶδε σὰν νὰ βαστοῦσε στὰ χέρια του μία ἀναμμένη λαμπάδα, ποὺ εἶχε φῶς ὑπέρλαμπρο καὶ φώτιζε ὅλο τὸν τόπο ἐκεῖνο.

Ὁ νέος μοναχὸς μὲ τὴν συμπεριφορά, τὴν ἐργατικότητα καὶ τὴν πνευματικότητά του κέρδισε τὴν ἀγάπη καὶ τὴν συμπάθεια ὅλων τῶν πατέρων τῆς μονῆς. Ὅμως, οἱ ἀνάγκες καὶ οἱ ἀπαιτήσεις τοῦ μοναστηριοῦ ἦταν πάρα πολλὲς καὶ τοῦ ἀφαιροῦσαν πολύτιμο χρόνο ἀπὸ τὴν ἄσκηση καὶ τὴν προσευχή. Ἡ κοινοβιακὴ ζωὴ τοῦ μοναστηριοῦ δὲν τὸν ἱκανοποιοῦσε πλέον, διότι πολὺ σύντομα εἶχε κατακτήσει τὶς μοναχικὲς ἀρετὲς τοῦ ἁπλοῦ μοναχοῦ καὶ ἡ ψυχή του ἀναζητοῦσε ἄλλο χῶρο γιὰ ἀπόλυτη ἡσυχία καὶ μεγαλύτερη ἄσκηση.

Ἔτσι, μεταξὺ τῶν ἐτῶν 1660 – 1670 μ.Χ., ἀναχωρεῖ γιὰ τὸ Ἅγιον Ὄρος. Ἀρχικὰ ὁ Ὅσιος κατευθύνθηκε στὴν περιοχὴ τῆς Μεγίστης Λαύρας καὶ κατέφυγε σὲ κάποιο σπήλαιο, κοντὰ στὴ «Σκήτη τοῦ Καυσοκαλύβη», ὅπου ἀσκήτεψε γιὰ ἕνα χρονικὸ διάστημα. Τὸ ἐνδιαφέρον του γιὰ τὴν ὅσο τὸ δυνατὸν καλύτερη μόρφωσή του, τὸν ὁδήγησε στὸ νὰ ἀκολουθήσει ἕνα πρόγραμμα ἀσκήσεως καὶ πνευματικῆς ἐργασίας. Χωρὶς καμιὰ καθυστέρηση ἐπισκέπτεται μοναστήρια καὶ σκῆτες, ἐρημητήρια ἡσυχαστῶν καὶ σπήλαια ἀσκητῶν καὶ ἀναζητεῖ, «ὡς ἔλαφος διψῶσα ἐπὶ τὰς πηγὰς τῶν ὑδάτων», τοὺς ἐκλεκτοὺς καὶ δοκιμασμένους μοναχούς. Ὑποτάσσεται πρόθυμα σὲ αὐτούς, συνεργάζεται μαζί τους καὶ μαθητεύει μὲ ὑπομονὴ κοντά τους.

Ὁ Ὅσιος φθάνει τελικὰ στὸ μοναστήρι τοῦ Ἁγίου Διονυσίου καὶ μετὰ ἀπὸ σύντομη ἐπίσκεψη σὲ αὐτὸ ἀπομακρύνεται σὲ ἐρημικὴ τοποθεσία ἐπάνω ἀπὸ τὸ μοναστήρι, γιὰ νὰ ἡσυχάσει. Ἐκεῖ ἔμεινε πολὺ καιρὸ καὶ κάθε Σάββατο κατέβαινε στὸ μοναστήρι καὶ ἐκκλησιαζόταν.

Ἑπόμενος σταθμός του ἦταν ἡ σκήτη τοῦ Παντοκράτορος, ὅπου συναντήθηκε μὲ τὸν γνωστὸ ἀπὸ τὸ μοναστήρι τῆς Σουρβιᾶς γέροντα πνευματικό του, ποὺ εἶχε ἔλθει ἀπὸ τὴ Ζαγορὰ τοῦ Βόλου γιὰ νὰ σπουδάσει τὴ βυζαντινὴ μουσική. Ὁ γέροντας χάρηκε πάρα πολὺ ὅταν συναντήθηκε μὲ τὸν Ὅσιο καὶ ζήτησε νὰ τὸν πάρει μαζί του ὡς μοναχό. Ἐκεῖνος ὅμως ζήτησε τὴν εὐχή του καὶ τὸν παρακάλεσε νὰ μὴν ἐπιμείνει, διότι ἤθελε νὰ ἀσκητέψει μόνος του.

Ὕστερα ἀπὸ τὴν συνάντηση αὐτὴ ὁ Ὅσιος ἔφυγε ἀπὸ τὴ σκήτη τοῦ Παντοκράτορος πρὸς ἄγνωστη κατεύθυνση καὶ μὲ συμβουλὴ τοῦ γέροντος πνευματικοῦ Γαλακτίωνος ἦλθε στὰ Καυσοκαλύβια τοῦ Ἁγίου Ὄρους, ἐπάνω στὴ Μεταμόρφωση, γιὰ νὰ μονάσει. Ἐκεῖ ἀσκητεύοντας παρέμεινε εἴκοσι ὁλόκληρα χρόνια.

Κάποτε ὁ Ὅσιος Ἀκάκιος εἶδε τὸν Ὅσιο Μάξιμο τὸν Καυσοκαλυβίτη († 13 Ἰανουαρίου), μὲ κάτασπρη καὶ ἀστραφτερὴ ἱερατικὴ στολή, νὰ περιφέρεται καὶ νὰ θυμιατίζει ὅλο τὸ ναὸ καὶ ἕνα πλῆθος μοναχῶν μὲ τὴν ἴδια λευκὴ στολὴ νὰ τὸν ἀκολουθοῦν. Καὶ ὅταν ὁ Ὅσιος Ἀκάκιος ρώτησε, «ποιοὶ ἦσαν αὐτοὶ ποὺ τὸν συνόδευαν», ὁ Ὅσιος Μάξιμος ἀπάντησε: «Εἶναι ὅλοι ἐκεῖνοι οἱ Ὅσιοι Πατέρες ἀπὸ τὴν περιοχὴ τῶν Καυσοκαλυβίων, οἱ ὁποῖοι χάρις σὲ αὐτὸν εὑρῆκαν τὴ σωτηρία τους».

Ἐπειδὴ τὰ χρόνια περνοῦσαν καὶ ἡ περιοχὴ ποὺ ἀσκήτευε ὁ Ὅσιος ἦταν δύσβατη καὶ ἄνυδρη, ἀναγκάσθηκε νὰ μετακινηθεῖ χαμηλότερα πρὸς τὴ θάλασσα, πρὸς τὸ ἀκρωτήρι τῆς Ἀθωνικῆς Χερσονήσου, ἐκεῖ ὅπου βρίσκεται ἡ σημερινὴ σκήτη τῶν Καυσοκαλυβίων (Ἁγίας Τριάδος). Ἐκεῖ ὁ Ὅσιος ἀναζήτησε τὴν κατοικία του σὲ ἕνα μικρὸ σπήλαιο, τὸ ὁποῖο μέχρι σήμερα φέρει τὸ ὄνομά του. Μὲ τὶς σπάνιες ἀρετές του ἀναδείχθηκε κατὰ τὸν ὑμνωδὸ «κορυφαῖος τῶν Ἀσκητῶν καὶ Θεοφόρων Πατέρων τὸ καύχημα».
Ὁ Ὅσιος Ἀκάκιος προέβλεψε καὶ προεῖπε τὴν κοίμησή του σὲ ὅλους τοὺς ὑποτακτικοὺς ποὺ μόναζαν κοντά του. Ἰδιαίτερα ὅμως στὸν μοναχὸ Ἀθανάσιο, ὁ ὁποῖος ἔφθασε στὸ σπήλαιο τοῦ Ὁσίου ἀπὸ τὴν σκήτη τῆς Ἁγίας Ἄννης γιὰ νὰ λάβει τὴν εὐχή του, εἶπε: «Ἐγὼ τώρα Ἀθανάσιε, πηγαίνω στράτα μακρὰ καὶ πλέον δὲν θὰ βλέπουμε ὁ ἕνας τὸν ἄλλον. Νὰ ἔχεις τὴν εὐχὴ τῆς Παναγίας μας». Αὐτὰ ἦταν τὰ τελευταῖα λόγια του. Εὐλόγησε ἔπειτα τὰ τέσσερα σημεῖα τοῦ ὁρίζοντα καὶ κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὴν Κυριακὴ τῶν Μυροφόρων, τὸ ἔτος 1730 μ.Χ. καὶ σὲ ἡλικία ἑκατὸν περίπου ἐτῶν.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Ἀκακίᾳ ἐμπρέπων Πάτερ Ἀκάκιε, καὶ λαμπρότητι βίου ἀστὴρ ὡς πάμφωτος, τῶν Ὁσίων μιμητὴς τῶν πάλαι γέγονας, καὶ χαρισμάτων θεϊκῶν, δαψιλῶς ἀξιωθείς, μὴ παύσῃ καθικετεύων, τὴν Παναγίαν Τριάδα, διδόναι πᾶσι τὸ θεῖον ἔλεος.

 

Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Ἐπεφάνης Ὅσιε τῇ Ἐκκλησίᾳ, ὡς ἀστὴρ νεόφωτος, καταλαμπρύνων τηλαυγῶς, τῶν Ὀρθοδόξων τὸ πλήρωμα, τοῖς σοῖς ἀγῶσι, παμμάκαρ Ἀκάκιε.

 

Μεγαλυνάριον.
Χαίροις τῶν Ὁσίων ὁ κοινωνός, καὶ τῶν Μοναζόντων, ἀπλανέστατος ὁδηγός· χαίροις ἀκακίας, κατάκαρπος ἐλαία, Ἀκάκιε παμμάκαρ, Ἄθωνος καύχημα.

Σύναξις Ὑπεραγίας Θεοτόκου ἐν Μούρωμ Ρωσίας 

Ἡ ἱερὰ εἰκόνα τῆς Παναγίας τοῦ Μούρωμ μεταφέρθηκε στὴν πόλη αὐτὴ ἀπὸ τὸν Ἅγιο Κωνσταντίνο τὸν Πρίγκιπα († 3 Ἰουλίου), στὶς ἀρχὲς τοῦ 12ου αἰῶνος μ.Χ., ὅταν οἱ κάτοικοί της ἦταν ἀκόμη εἰδωλολάτρες. Ὁ Ἅγιος Κωνσταντίνος προσπαθοῦσε νὰ τοὺς διδάξει τὴν ἀλήθεια καὶ νὰ κηρύξει τὸ Εὐαγγέλιο, ἀλλὰ αὐτοὶ δὲν πίστευαν μέχρι ποὺ ἀποφάσισαν νὰ τὸν φονεύσουν. Ὁ Ἅγιος τότε προσευχήθηκε θερμὰ στὴν εἰκόνα τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου. Ἡ Μητέρα τοῦ Θεοῦ ἄκουσε τὴν ἱκεσία του καὶ φώτισε τὶς καρδιὲς τῶν κατοίκων τοῦ Μούρωμ, οἱ ὁποῖοι δέχθηκαν τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ καὶ βαπτίσθηκαν.
Ὅταν τὴν ἕδρα τῆς Ἐπισκοπῆς τοῦ Μούρωμ κατεῖχε ὁ Ἅγιος Βασίλειος, πῆρε τὴν εἰκόνα καὶ κρατώντας την στὰ χέρια ἔπλευσε ἐπάνω στὰ νερά, ἔχοντας γιὰ σχεδία τὸν μανδύα του μέχρι τὸ Ριαζάν, ὅπου καὶ τοποθέτησε τὴν ἱερὰ εἰκόνα σὲ ναὸ τῆς πόλεως.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Σύναξις Ὑπεραγίας Θεοτόκου ἐν Μπελινὶτς τῆς Ρωσίας

Ἡ ἱερὰ εἰκόνα τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου φυλασσόταν ἀρχικὰ σὲ μία ἀπὸ τὶς ἐκκλησίες τῆς περιοχῆς τοῦ Μογκίλεβ τῆς Ρωσίας. Μὲ τὴν ἐπικράτηση τῆς Οὐνίας, τὸ ἔτος 1596, αὐτὴ περιῆλθε στὰ χέρια τῶν Οὐνιτῶν καὶ τοποθετήθηκε σὲ μία ἐκκλησία τοῦ Ρωμαιοκαθολικοῦ μοναστηριοῦ τοῦ Μπελινίτς, τὸ ὁποῖο ἱδρύθηκε κατὰ τὰ ἔτη 1622 – 1624 ἀπὸ τὸν στρατηγὸ τῆς Μεγάλης Λιθουανίας Λὲβ Σαπέγκα στὶς ἐκβολὲς τοῦ ποταμοῦ Ντρούτα, 45 χιλιόμετρα ἀπὸ τὸ Μογκίλεβ. Μὲ τὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ ἡ εἰκόνα ἀποδόθηκε στοὺς Ὀρθοδόξους, τὸ ἔτος 1876, μὲ τὴν ἀνακαίνιση τῆς μονῆς τοῦ Μπελινίτς. Ἐκεῖ, στὶς 12 Ἀπριλίου τοῦ 1876, τελέσθηκε ἀπὸ τὸν Ὀρθόδοξο Ἐπίσκοπο ἡ πρώτη Θεία Λειτουργία στὸ ναὸ τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ἀνακήρυξις τοῦ αὐτοκεφάλου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Γεωργίας 

Ἡ Ἰβηρία, ἡ ὁποία ἀπὸ τὸν 11ο αἰῶνα μ.Χ. καλεῖται καὶ Γεωργία, ἑορτάζει τὴν ἡμέρα αὐτὴ τὴν ἀνακήρυξη τῆς αὐτοκεφαλίας της. Στὴ δυτικὴ Ἰβηρία, ὅπου κατὰ τὴν ἀρχαιότατη παράδοση ἔσπειρε τὸ Εὐαγγέλιο ὁ Ἀπόστολος Ἀνδρέας, ὑπῆρχαν ἤδη ἐπὶ Α’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου (325 μ.Χ.) οἱ Ἐπισκοπὲς Τραπεζοῦντος καὶ Πιτυοῦντος. Κατὰ τὸν 7ο αἰώνα μ.Χ. ἀναφέρονται ἤδη δύο μητροπολιτικὰ κέντρα, ἡ ἕδρα τῆς Φάσιος καὶ ἡ τῆς Σεβαστοπόλεως, ὑπαγόμενα στὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο. Ἐπὶ Κωνσταντίνου τοῦ Μονομάχου καὶ τοῦ Ἀντιοχείας Πέτρου, ἡ Ἐκκλησία τῆς ἀνατολικῆς Ἰβηρίας ἀπέκτησε τὸ αὐτοκέφαλο, ἐνῷ ἡ ὑπόλοιπη ἦταν πρὸ πολλοῦ αὐτοκέφαλος. Ἐπὶ τσάρου Ἀλεξάνδρου Α’ ἡ Ρωσία, τὸ ἔτος 1801, προσήρτησε τὴ χώρα τῆς Γεωργίας στὴν δική της πολιτικὴ ἐξουσία καὶ ἡ Γεωργιανὴ Ἐκκλησία ἀπώλεσε τὸ αὐτοκέφαλο, ὑποτασσομένη στὴ Ρωσική.
Ἡ Ἐκκλησία τῆς Γεωργίας ἐπανέκτησε τὴν ἀνεξαρτησία της τὸ ἔτος 1917.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ἅγιος Ἱερομάρτυρας Ἀντίπας ἔζησε κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορος Διομιτιανοῦ (81 – 96 μ.Χ.). Ἦταν σύγχρονος τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, οἱ ὁποῖοι καὶ τὸν χειροτόνησαν Ἐπίσκοπο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Περγάμου, ὅταν ὁ Θεολόγος καὶ Εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης ἦταν ἐξόριστος στὴν Πάτμο. Στὴν Ἀποκάλυψη ὁ Ἅγιος Ἀντίπας ἀποκαλεῖται ἀπὸ τὸν Ἀπόστολο Ἰωάννη πιστὸς ἱερέας καὶ μάρτυρας.

Ὡς ἀρχιερέας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Περγάμου, ποίμανε τὸ λογικό του ποίμνιο μὲ κάθε εὐσέβεια καὶ ἀρετή. Ὄντας Ἐπίσκοπος Περγάμου καί ἐνῷ ἦταν πολὺ γέρος, συνελήφθη ἀπὸ τοὺς εἰδωλολάτρες, ὅταν οἱ δαίμονες παρουσιάσθηκαν σὲ αὐτοὺς καὶ τοὺς εἶπαν ὅτι δὲν μποροῦν νὰ κατοικοῦν στὸν τόπο ἐκεῖνο ἐξαιτίας τοῦ Ἀντίπα. Γι’ αὐτὸ ὁδηγήθηκε στὸν ἡγεμόνα καὶ ἐξαναγκάστηκε μὲ βία νὰ ἀρνηθεῖ τὸν Χριστὸ καὶ νὰ θυσιάσει στὰ εἴδωλα. Ἐκεῖνος (ὁ ἡγεμόνας) κατέβαλε κάθε προσπάθεια νὰ πείσει τὸν Ἅγιο νὰ ἀρνηθεῖ τὸν Χριστό, λέγοντάς του ὅτι τὰ παλαιότερα εἶναι πολυτιμότερα, ἐνῷ ἐκεῖνα ποὺ ἐμφανίζονται πρόσφατα δὲν ἔχουν καμία ἀξία. Τοῦ εἶπε δηλαδὴ ὅτι ἡ θρησκεία τῶν ἐθνικῶν, ἡ εἰδωλολατρία, εἶναι παλαιά, αὐξήθηκε διὰ μέσου τῶν αἰώνων καὶ ἔχει πολλοὺς ὀπαδούς, γι’ αὐτὸ καὶ εἶναι πολὺ σπουδαιότερη ἀπὸ τὴν πίστη τῶν Χριστιανῶν, ποὺ ἐμφανίσθηκε τελευταῖα καὶ ἔχει πολὺ λίγους πιστούς. Στὸ ἐπιχείρημα αὐτὸ τοῦ ἡγεμόνος ὁ Ἅγιος ἀπάντησε μὲ τὴν ἱστορία τοῦ Κάιν. Εἶπε δηλαδὴ σὲ αὐτόν, ὅτι ἡ ἀδελφοκτονία τοῦ Κάιν, ἂν καὶ αὐτὸς εἶναι πολὺ ἀρχαιότερος, προκάλεσε καὶ προκαλεῖ τὸν ἀποτροπιασμὸ σὲ ἄπειρα πλήθη ἀνθρώπων καὶ οὐδεὶς εὐσεβὴς ἄνθρωπος τὴ ζηλεύει. Ὁ ἡγεμόνας ἐξοργίσθηκε πάρα πολὺ ἀπὸ τὴν ἀπάντηση τοῦ Ἀντίπα καὶ τότε ἔδωσε ἐντολὴ νὰ τὸν ρίξουν σὲ ἕνα πυρωμένο χάλκινο ὁμοίωμα βοδιοῦ, ὅπου τελειώθηκε ὁ βίος του, τὸ ἔτος 92 μ.Χ.

Τὸ ἱερὸ λείψανό του ἐνταφιάσθηκε στὴν Ἐκκλησία τῆς Περγάμου καὶ ἀναβλύζει ἀενάως μύρο καὶ ἰάσεις, ἡ δὲ Σύναξή του ἐτελεῖτο στὸ πάνσεπτο Ἀποστολεῖο τοῦ Ἁγίου καὶ πανευφήμου Ἀποστόλου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου, κοντὰ στὴν Μεγάλη Ἐκκλησία.
Ναὸς τοῦ Ἁγίου Ἀντίπα ὑπῆρχε κατὰ τὸν 9ο αἰώνα μ.Χ. στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ ἕτερος, ἐπίσης, κείμενος μεταξὺ τῶν χωρίων Ἁγίου Στεφάνου καὶ Ρηγίου (Κιουτσοὺκ – Τσεκμετζέ).

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Μυροβλήτην τὸν θεῖον καὶ Μαρτύρων τὸν σύναθλον, τὸν πανευκλεῆ Ἱεράρχην καὶ Περγάμου τὸν πρόεδρον, τιμήσωμεν Ἀντίπαν οἱ πιστοί, ὡς τάχιστον καὶ μέγαν ἰατρόν, τῆς δεινῆς ὀδόντων νόσου, καὶ πρὸς αὐτὸν ἀπὸ ψυχῆς βοήσωμεν· δόξα τῷ σὲ δοξάσαντι Χριστῷ, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργοῦντι διὰ σοῦ, πᾶσιν ἰάματα.

 

Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ’. Τῇ ὑπερμάχῳ.

Τὸν Ἱεράρχην καὶ κλεινὸν Μεγαλομάρτυρα,

Τὸν πολιοῦχον τῆς Περγάμου τὸν πανάριστον

Καὶ ἐχθροῦ κοινοῦ ἀντίπαλον τὸν Ἀντίπαν

Κατὰ χρέος εὐφημήσωμεν ἐν ᾄσμασιν

Ὡς τοὺς πάσχοντας ὀδόντας θεραπεύοντα·
Πόθῳ κράζοντες, χαίροις, Πάτερ τρισόλβιε.

 

Μεγαλυνάριον.
Ὁ Περγάμου πρόεδρος καὶ φρουρός, καὶ τῆς εὐσεβείας, θεορρήμων ὑφηγητής, ὁ τῶν Ἀποστόλων, ὁμόχρονος καὶ σύμπνους, τιμάσθω μοι Ἀντίπας, ὁ ἱερόαθλος.

Οἱ Ὁσίες Τρυφαίνη καὶ Ματρώνα οἱ ἐν Κυζίκῳ 

Οἱ Ὁσίες Τρυφαίνη καὶ Ματρώνα κατάγονταν ἀπὸ τὴν πόλη τῆς Κυζίκου καί ἀπὸ νεαρὴ ἡλικία ἐπιπόθησαν τὸν Χριστό, γι’ αὐτὸ καὶ ἀκολούθησαν τὸν μοναχικὸ βίο. Ἔφθασαν δὲ σὲ τέτοιο βαθμὸ ἀσκήσεως καὶ νηστείας, ὥστε νὰ φαίνονται οἱ συνθέσεις τῶν ὀστέων τους. Δὲν εἶχαν κελλί, ἀλλὰ περιβεβλημένες μὲ ἕνα μικρὸ ἔνδυμα προσεύχονταν συνεχῶς στὸν Θεὸ νύχτα καὶ ἡμέρα καὶ ξεκουράζονταν λίγο στὴν γῆ. Λίγο πρὶς τὸ ὁσιακὸ τέλος τους, τὸ ὁποῖο προείδαν, ἔκαναν τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ καὶ παρέδωσαν τὶς ψυχές τους στὰ χέρια τοῦ Θεοῦ. Μετὰ τὴν ὁσιακὴ κοίμησή τους, ἐπιτέλεσαν πολλὰ θαύματα.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ὅσιος Φαρμούθιος ὁ Ἀναχωρητὴς 

Ὁ Ὅσιος Φαρμούθιος ὁ Ἀναχωρητής, ἀσκήτεψε κατὰ Θεὸν καὶ κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη. 

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ἅγιος Μαρτινιανὸς ὁ Μάρτυρας 

Ὁ Ἅγιος Μάρτυς Μαρτινιανὸς ἄθλησε στὴν Ρώμη. Δὲν ἔχουμε περισσότερες λεπτομέρειες γιὰ τὸν βίο τοῦ Ἁγίου. 

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ἅγιος Βάκχος ὁ Ὁσιομάρτυρας 

Ὁ Ἅγιος Ὁσιομάρτυς Βάκχος ἀσκήτεψε στὴ μονὴ τοῦ Ἁγίου Σάββα καὶ τελειώθηκε μαρτυρικὰ κατὰ τὸν 8ο αἰώνα μ.Χ.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Οἱ Ὅσιοι Εὐθύμιος καὶ Χαρίτων

Ὁ Ὅσιος Εὐθύμιος ἔζησε μεταξὺ τοῦ 15ου καὶ 16ου αἰῶνος μ.Χ. στὴ Ρωσία. Γεννήθηκε στὴν πόλη Μπολογκντὰ καὶ ἀπὸ νεαρὴ ἡλικία ἀγάπησε τὸν μοναχικὸ βίο. Σύντομα ἔγινε μοναχὸς στὸ μοναστήρι Σπασο – Καμένσκϊυ κοντὰ στὴν λίμνη Κουμπενσόε. Λίγο ἀργότερα ὅμως ἔφυγε ἀπὸ τὸ μοναστήρι, γιὰ νὰ ζήσει ὡς ἐρημίτης στὸν ποταμὸ Κουμπένκα, δύο χιλιόμετρα ἀπόσταση ἀπὸ τὴ λίμνη.

Ὁ πόθος του γιὰ μεγαλύτερη ἡσυχία τὸν ὁδήγησε στὴν περιοχὴ τοῦ ποταμοῦ Σγιανζέμα, ὅπου συναντήθηκε μὲ τὸν Ὅσιο Χαρίτωνα. Καὶ οἱ δύο μαζὶ ἵδρυσαν τὴ μονὴ τῆς Ἀναλήψεως τοῦ Σωτῆρος στὴ Μπολογκντά. Κατασκεύασαν τὴ μοναδικὴ Ἐκκλησία ποὺ ὑπῆρχε σὲ αὐτὴ τὴν περιοχὴ καὶ καλλιεργοῦσαν χόρτα γιὰ τὴν ἐλάχιστη τροφή τους.
Ὁ Ὅσιος Εὐθύμιος κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη περὶ τὸ ἔτος 1465, ἐνῷ ὁ Ὅσιος Χαρίτων, ποὺ τὸν διαδέχθηκε στὴν καθοδήγηση τῆς μονῆς, κοιμήθηκε τὸ ἔτος 1509. Καὶ οἱ δύο ἐνταφιάσθηκαν στὸ ναὸ τῆς μονῆς, ὁ ὁποῖος ἀργότερα ἔγινε ἐνοριακός.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ὅσιος Ἰάκωβος τοῦ Βρυλέεφ 

Ὁ Ὅσιος Ἰάκωβος τοῦ Βρυλέεφ ἔζησε στὴ Ρωσία κατὰ τὸν 15ο αἰώνα μ.Χ. Ἔγινε μοναχὸς τῆς μονῆς Ζέλεζνϊυ – Μπορόκ, ποὺ ἦταν στὴν ἐπαρχία τῆς Κοστρόμα, διετέλεσε μαθητὴς τοῦ Ἁγίου Ἰακώβου τοῦ Ζέλενι – Μπὸρ καὶ ἀργότερα ἀσκήτεψε στὴν ἔρημο Βρυέεφ, ὅπου ἵδρυσε μονὴ πρὸς τιμὴν τῶν Εἰσοδίων τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου. Κοιμήθηκε ὁσίως μὲ εἰρήνη καὶ ἐνταφιάσθηκε στὸ ναὸ τῶν Εἰσοδίων τῆς Θεοτόκου.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ὅσιος Ἰάκωβος τοῦ Ζελέζνϊυ – Μπορόκ 

Ὁ Ὅσιος Ἰάκωβος τοῦ Ζελέζνϊυ – Μπορὸκ γεννήθηκε στὸ Γκάλιτς, στὴν περιοχὴ τῆς Κοστρομὰ καὶ ἦταν υἱὸς οἰκογένειας Βογιάρων. Ἐκάρη μοναχὸς στὴ μονὴ τῆς Ἁγίας Τριάδος τοῦ Ἁγίου Σεργίου τοῦ Ραντονὲζ καὶ ἀργότερα ἀσκήτεψε σὲ μονὴ τῆς Μόσχας. Κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 1442.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ἅγιος Βαρσανούφιος Ἐπίσκοπος Τβὲρ καὶ Καζάν 

Ὁ Ἅγιος Βαρσανούφιος, κατὰ κόσμον Βασίλειος, γεννήθηκε τὸ ἔτος 1495 στὸ Σέρπουχωφ τῆς Ρωσίας καὶ καταγόταν ἀπὸ ἱερατικὴ οἰκογένεια. Ἐνῷ ἦταν νέος, αἰχμαλωτίσθηκε ἀπὸ τοὺς Τατάρους τῆς Κριμαίας. Δεχόμενος αὐτὸ τὸ γεγονὸς ὡς θέλημα τοῦ Θεοῦ, ταπεινὰ ὑποτασσόταν στοὺς κυρίους του καὶ μὲ προθυμία ἐκπλήρωνε κάθε ἐργασία ποὺ τοῦ ἀνέθεταν. Μετὰ ἀπὸ τρία χρόνια ὅμως, ὁ πατέρας του κατάφερε νὰ τὸν ἐξαγοράσει καὶ νὰ τὸν πάρει πίσω.

Ὁ Ἅγιος ἔγινε μοναχὸς τὸ 1515 στὴ μονὴ τοῦ Σωτῆρος, τοῦ Ἁγίου Ἀνδρονίκου τῆς Μόσχας καὶ διακόνησε ὡς ἱεροδιάκονος στὴν Ἐπισκοπὴ τοῦ Τβέρ. Τὰ χαρίσματά του καὶ ὁ θεοφιλὴς βίος του ὁδήγησαν τὸν Μητροπολίτη Μόσχας Μακάριο νὰ τὸν τοποθετήσει στὴ μονὴ τοῦ Ἁγίου Νικολάου τῆς Πέσνα, κοντὰ στὴν Μόσχα. Ἀργότερα πῆγε στὸ Καζὰν καὶ ἵδρυσε ἕνα μοναστήρι ἀφιερωμένο στὴ Μεταμόρφωση τοῦ Σωτῆρος. Ἐνῷ βρισκόταν στὸ Καζάν, ὁ Ἀρχιμανδρίτης Βαρσανούφιος βοηθοῦσε τὸν Ἁγίο Γουρία († 15 Δεκεμβρίου) στὴν διάδοση τῆς Χριστιανικῆς πίστεως στοὺς Μουσουλμάνους καὶ στοὺς εἰδωλολάτρες. Ἡ γνώση τῆς ταταρικῆς γλώσσας ἀποδείχθηκε ὅτι ἦταν πολὺ χρήσιμη γιὰ τὴν ἱεραποστολική του δράση.
Τὸ ἔτος 1567 ὁ Ἅγιος Βαρσανούφιος ἐξελέγη Ἐπίσκοπος Τβὲρ καὶ Καζάν. Ὅταν ἔφθασε σὲ μεγάλη ἡλικία, ἐπέστρεψε στὸ Καζὰν καὶ στὸ μοναστήρι τῆς Μεταμορφώσεως, τὸ ὁποῖο καὶ εἶχε ἱδρύσει. Ἐκεῖ ἔλαβε τὸ Μέγα Ἀγγελικὸ Σχῆμα καὶ κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη, τὸ ἔτος 1576. Τὰ ἱερὰ λείψανα τῶν Ἁγίων Γουρίου καὶ Βαρσανουφίου ἀνακαλύφθηκαν στὶς 4 Ὀκτωβρίου τοῦ ἔτους 1596 καὶ τοποθετήθηκαν σὲ λειψανοθῆκες στὸ παρεκκλήσι τοῦ ναοῦ, σύμφωνα μὲ τὶς ὁδηγίες τοῦ Πατριάρχου Ἰώβ. Στὶς 20 Ἰουνίου τοῦ ἔτους 1630, τὰ χαριτόβρυτα λείψανά τους μεταφέρθηκαν ἀπὸ τὸ μοναστήρι τῆς Μεταμορφώσεως στὸν καθεδρικὸ ναὸ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου.

Ἡ Ἐκκλησία ἑορτάζει τὴν μνήμη του καὶ στὶς 4 Ὀκτωβρίου.           

Πηγή: http://www.synaxarion.gr     

Ὁ Ὅσιος Καλλίνικος 

Ὁ Ὅσιος Καλλίνικος τῆς Τσέρνικα ὑπῆρξε μία ἀπὸ τὶς μεγαλύτερες πνευματικὲς μορφὲς τοῦ 19ου αἰῶνος μ.Χ.

Γεννήθηκε στὸ Βουκουρέστι, στὶς 7 Ὀκτωβρίου τοῦ 1787, ἀπὸ γονεῖς εὐσεβεῖς καὶ φιλόθεους, τὸν Ἀντώνιο καὶ τὴν Φλοάερα, καὶ τὸ κατὰ κόσμον ὄνομά του ἦταν Κωνσταντίνος. Ἡ μητέρα του σὲ μεγάλη ἡλικία ἔγινε μοναχὴ καὶ ἔλαβε τὸ ὄνομα Φιλοθέη. Ὁ πόθος του γιὰ τὸν Θεὸ καὶ ἡ δίψα του γιὰ προσευχὴ ὁδηγοῦσαν τὰ βήματά του στὴ μονὴ τῆς Τσέρνικα, ἐνῷ ἦταν ἀκόμη μαθητὴς στὸ Βουκουρέστι. Τὸν Μάρτιο τοῦ ἔτους 1807 ἀποφάσισε νὰ ἐγκαταλείψει ὁριστικὰ τὸν κόσμο καὶ νὰ μονάσει. Στὶς 12 Νοεμβρίου τοῦ 1808 ἐκάρη μοναχὸς καὶ ἔλαβε τὸ ὄνομα Καλλίνικος. Τὸν ἑπόμενο μῆνα, ὁ Βούλγαρος Ἐπίσκοπος τῆς Βράτα, ποὺ κατέφυγε στὸ Βουκουρέστι λόγω τῶν Τούρκων, τὸν χειροτόνησε διάκονο στὸ ναὸ τοῦ Ἁγίου Νικολάου τῆς Τσέρνικα.

Ὑπὸ τὴν καθοδήγηση τοῦ πνευματικοῦ του πατρός, ὁ νεαρὸς μοναχὸς ἄρχισε τοὺς μεγάλους πνευματικοὺς ἀγῶνες, τὴν ἄσκηση, τὴν ἀδιάλειπτη προσευχή, τὴ νηστεία, τὴν ἐργασία καὶ τὴν μελέτη τῆς Ἁγίας Γραφῆς καὶ τῶν Ἁγίων Πατέρων.

Τὸ ἔτος 1812 ἀπεστάλη μαζὶ μὲ τὸν πνευματικό του στὴ μονὴ τοῦ Νεάμτς, προκειμένου νὰ ζητήσει βοήθεια γιὰ τὴν ἐπιδιόρθωση τοῦ ναοῦ τοῦ Ἁγίου Νικολάου τῆς Τσέρνικα, ὁ ὁποῖος εἶχε καταστραφεῖ ἀπὸ σεισμό. Μὲ αὐτὴ τὴν εὐκαιρία ἐπισκέφθηκε καὶ τὰ ἄλλα μοναστήρια τῆς Μολδαβίας.

Τὸ ἔτος 1813 χειροτονήθηκε πρεσβύτερος στὸ ναὸ Μπάτιστε ἀπὸ τὸν Ἐπίσκοπο Διονύσιο Λούπου, τὸν μελλοντικὸ Μητροπολίτη τῆς χώρας καὶ τὸ ἔτος 1815 διορίσθηκε οἰκονόμος τῆς μονῆς. Τὸ 1817 ἀναχώρησε γιὰ τὸ Ἅγιον Ὄρος μὲ σκοπὸ νὰ διδαχθεῖ τὴν μοναχικὴ ζωὴ τῶν Ἀθωνιτῶν Πατέρων καὶ νὰ ὠφεληθεῖ πνευματικὰ ἀπὸ τὴν πνευματική τους ἐμπειρία καὶ ἄσκηση.

Μετὰ τὴν κοίμηση τοῦ ἡγουμένου τῆς μονῆς, Δωροθέου, στὶς 14 Δεκεμβρίου 1818, ἡ μοναστικὴ κοινότητα τῆς Τσέρνικα ἐξέλεξε ἡγούμενο τὸν Ἱερομόναχο Καλλίνικο, χάρη στὴν ξεχωριστὴ ἀσκητικὴ βιοτή του, τὴν ἀγάπη καὶ τὴν ἀφοσίωσή του στὸ μοναχισμό. Ὕστερα ἀπὸ δύο χρόνια ἔλαβε καὶ τὸ ὀφφίκιο τοῦ ἀρχιμανδρίτου.

Τὰ τριάντα δύο χρόνια τῆς ἡγουμενίας του ἀποτέλεσαν περίοδο πνευματικῆς ἀκμῆς γιὰ τὴ μονή. Κατασκευάσθηκαν προσκυνητάρια, κελλιὰ καὶ ἐργαστήρια γιὰ τὰ ἐργόχειρα τῶν μοναχῶν. Ὅσοι γνώριζαν γράμματα ἀσχολοῦνταν μὲ τὴν ἀντιγραφὴ πολύτιμων χειρογράφων καὶ ἔργων Πατέρων καὶ ἐκκλησιαστικῶν συγγραφέων. Ὁ ἀριθμὸς τῶν μοναχῶν αὐξανόταν σημαντικά. Τὸ 1838 ἐγκαταβιοῦσαν στὴ μονὴ τριακόσιοι μοναχοί, ἐνῷ τὸ 1850 ἦσαν τριακόσιοι πενήντα.

Ὁ ἡγούμενος Καλλίνικος διακρίθηκε κυρίως γιὰ τὴν ἐλεημοσύνη καὶ τὴν ἀγάπη του πρὸς τοὺς φτωχοὺς καὶ τοὺς πάσχοντες, καθὼς καὶ πρὸς τούς πρόσφυγες ποὺ ἔβρισκαν στὸ μοναστήρι καταφύγιο καὶ τροφή. Ἐπίσης ἵδρυσε ἕνα σχολεῖο γιὰ τὰ παιδιὰ τῆς περιοχῆς καὶ ἀνέλαβε τὴν κατασκευὴ καὶ ἀνακαίνιση πολλῶν ναῶν καὶ προσκυνηταρίων. Ὁ Ἅγιος Καλλίνικος ἦταν τόσο ἐλεήμων πού, ὅταν δὲν εἶχε τίποτα νὰ προσφέρει, ἔδινε τὰ δικά του ἐνδύματα καὶ κλαίγοντας ἱκέτευε τοὺς συνεργάτες του νὰ μαζέψουν χρήματα, γιὰ νὰ ἔχει νὰ τὰ μοιράζει στοὺς φτωχοὺς καὶ στοὺς πάσχοντες.

Τὸ ἔτος 1850, ὕστερα ἀπὸ σαράντα τρία χρόνια στὸ μοναστήρι, ὁ ἡγούμενος Καλλίνικος κλήθηκε νὰ ἀποδεχθεῖ τὸ ἀρχιερατικὸ ἀξίωμα. Ἀφοῦ προηγουμένως εἶχε ἀρνηθεῖ, τελικὰ ὑπέκυψε στὶς παρακλήσεις τοῦ βοεβόδα Μπάρμπου – Στίρμπεϊ, καὶ στὶς 15 Σεπτεμβρίου τοῦ 1850 ἐξελέγη Ἐπίσκοπος τῆς πόλεως Ρίμνικ – Βίλτσεα. Ἡ χειροτονία του σὲ Ἐπίσκοπο ἔγινε στὶς 26 Ὀκτωβρίου τοῦ 1850 στὸ μητροπολιτικὸ ναὸ τοῦ Βουκουρεστίου. Ἐπειδὴ ἡ ἐπισκοπικὴ ἕδρα τοῦ Ρίμνικ εἶχε καταστραφεῖ ἀπὸ πυρκαγιά, ἡ ἐνθρόνιση ἔγινε στὶς 26 Νοεμβρίου στὴν Κραϊόβα.

Σὲ αὐτὴ τὴν ἐπισκοπὴ ἡ κατάσταση ἦταν πολὺ δύσκολη. Γιὰ δέκα χρόνια ἡ Μητρόπολη διευθυνόταν ἀπὸ τοποτηρητές, ἡ ἕδρα καὶ ὁ καθεδρικὸς ναὸς εἶχαν καταστραφεῖ, οἱ ἱερεῖς ἦσαν ἐλάχιστοι καὶ ἀμόρφωτοι, ἐνῷ τὸ ἐκκλησιαστικὸ σχολεῖο εἶχε κλείσει λόγῳ τῆς ἐπαναστάσεως τὸ 1848.

Ὁ νέος Ἐπίσκοπος ἀφοσιώθηκε ἀμέσως μὲ αὐταπάρνηση καὶ δύναμη στὴν ἀποστολή του. Χειροτόνησε καλοὺς καὶ εὐλαβεῖς κληρικούς, τὸ 1851 ἐπανίδρυσε τὸ ἐκκλησιαστικὸ σχολεῖο τῆς Κραϊόβα καὶ τὸ 1854 τὸ μετέφερε στὸ Ρίμνικ, ἐνῷ παράλληλα ἵδρυσε σχολὲς γιὰ τὴν κατάρτιση ἱεροψαλτῶν.

Τὸ ἔτος 1854, ἀφοῦ ἡ ἕδρα τῆς ἐπισκοπῆς μεταφέρθηκε στὸ Ρίμνικ, ξεκίνησε τὴν ἀνοικοδόμηση ἑνὸς νέου ναοῦ. Μεταξὺ τῶν ἐτῶν 1859 – 1864 ἔκτισε μὲ δικές του δαπάνες ἕνα νέο ναὸ στὴ σκήτη Φρασινέι, ὅπου εἰσήγαγε τοὺς κανόνες τῆς μοναχικῆς πολιτείας τοῦ Ἁγίου Ὄρους.

Φιλότεχνος καὶ φιλομαθὴς ὁ Ἅγιος ἵδρυσε, τὸ 1860, τυπογραφεῖο, στὸ ὁποῖο ἐκδίδονταν ἐκκλησιαστικὰ καὶ διδακτικὰ βιβλία καὶ τὸ ὁποῖο παρεχώρησε στὴν πόλη Ρίμνικ μὲ τὸν ὅρο τὸ ἥμισυ τῶν εἰσοδημάτων νὰ διατίθεται γιὰ τὴν συντήρηση τῶν σχολείων καὶ τῶν φτωχῶν μαθητῶν καθὼς καὶ τῆς σκήτης Φρασινέι.

Ὁ Ἐπίσκοπος Καλλίνικος ὑπῆρξε καὶ γνήσιος πατριώτης. Ὡς Ἐπίσκοπος ἔλαβε μέρος στὶς διεργασίες τῆς Δημόσιας Συνελεύσεως τῆς χώρας καὶ διαδραμάτισε σημαντικὸ ρόλο στὴν ἕνωση τῆς Μολδαβίας καὶ τῆς Τσόρα Ρομανεάσκα. Τὴν ἄνοιξη τοῦ ἔτους 1857 ἀπέστειλε ἐγκύκλιο πρὸς ὅλους τοὺς ἡγουμένους καὶ ἱερεῖς, διὰ τῆς ὁποίας ζητοῦσε νὰ τελεσθοῦν σὲ ὅλους τοὺς ναούς, Ἀκολουθίες καὶ προσευχὲς γιὰ τὴν ἕνωση τοῦ Ρουμανικοῦ λαοῦ.

Ὁ Ἅγιος Θεὸς τὸν εὐλόγησε καὶ μὲ τὸ χάρισμα τῆς θαυματουργίας. Πολλοὶ ἀσθενεῖς, ποὺ ἐπικαλοῦνταν τὶς προσευχὲς τοῦ Ἁγίου, θεραπεύονταν.

Σὲ μεγάλη ἡλικία καὶ ἐνῷ ἦταν ἀσθενής, ὁ Ὅσιος ἀποσύρθηκε στὴ μονὴ τῆς Τσέρνικα, τὸν Μάιο τοῦ 1867, ἀναθέτοντας τὴν προσωρινὴ διοίκηση τῆς Ἐπισκοπῆς στὸν ἀρχιμανδρίτη Γρηγόριο. Ἡ τότε κυβέρνηση, ὡς ἔκφραση ἐκτιμήσεως καὶ σεβασμοῦ πρὸς τὸ πρόσωπο τοῦ Ἁγίου, ἀρνήθηκε τὴν ἀποχώρησή του ἀπὸ τὸν ἐπισκοπικὸ θρόνο. Ἔτσι ὁ Ἅγιος παρέμεινε μέχρι τέλους τῆς ζωῆς του, πατέρας καὶ πνευματικὸς ὁδηγὸς τοῦ ποιμνίου του.
Ὁ Ὅσιος Καλλίνικος κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 1868 καὶ ἐνταφιάσθηκε στὸ ναὸ τοῦ Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου, τὸν ὁποῖο ὁ ἴδιος ὁ Ὅσιος εἶχε χτίσει.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Αποτέλεσμα εικόνας για άγιοσ γρηγόριοσ ε πατριάρχησ κωνσταντινουπόλεωσὉ Ἅγιος Γρηγόριος, κατὰ κόσμο Γεώργιος Ἀγγελόπουλος, γεννήθηκε στὴ Δημητσάνα τὸ ἔτος 1745, ἀπὸ εὐσεβεῖς καὶ ἐνάρετους γονεῖς, τὸν Ἰωάννη καὶ τὴν Ἀσημίνα. Τὸ 1767 μετέβη στὴ Σμύρνη, κοντὰ στὸν θεῖο του ἐκκλησιάρχη Μελέτιο, παρακολουθώντας μαθήματα στὴν Εὐαγγελικὴ Σχολή. Στὴ συνέχεια παρακολούθησε  μαθήματα φιλοσοφίας στὴν Πάτμο ἀπὸ τὸν Δανιὴλ Κεραμέα. Μετὰ τὶς σπουδές του ἦλθε στὴν αὐτοκρατορικὴ μονὴ τῆς Μεταμορφώσεως τῶν Στροφάδων νήσων, ὅπου ἐκάρη μοναχὸς λαμβάνοντας τὸ ὄνομα Γρηγόριος. Ἀπὸ ἐκεῖ τὸν κάλεσε ὁ Μητροπολίτης Σμύρνης Προκόπιος καὶ τὸν χειροτόνησε ἀρχιδιάκονό του. Ὅταν ἀργότερα χειροτονήθηκε πρεσβύτερος, ἐπέστρεψε στὴ Δημητσάνα καὶ ἔδωσε 1.500 γρόσια γιὰ τὴν στέγαση τῶν ἀπόρων φοιτητῶν.

Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος μυήθηκε στὴν Φιλικὴ ἑταιρεία ἀπὸ τὸν Ἰωάννη Φαρμάκη περὶ τὰ μέσα τοῦ ἔτους 1818 στὸ Ἅγιον Ὄρος. «Ἔδειξεν εὐθὺς ζωηρότατον ἐνθουσιασμὸν ὑπὲρ τοῦ πνεύματος αὐτῆς» καὶ «ηὐχήθη ἀπὸ καρδίας», γιὰ τὴν ἐπιτυχία τοῦ σκοποῦ της.

Στὶς 19 Αὐγούστου 1785 ἐκλέγεται οἰκουμενικὸς Πατριάρχης καὶ παραμένει στὸν πατριαρχικὸ θρόνο μέχρι τὸν Δεκέμβριο τοῦ 1798. Κατὰ τὸ ἔτος αὐτὸ καθαιρεῖται ἀπὸ τὴν Πύλη, διότι θεωρήθηκε ἀνίκανος νὰ διατηρήσει τὴν ὑποταγὴ τῶν Χριστιανικῶν λαῶν κάτω ἀπὸ τὸν Τουρκικὸ ζυγὸ καὶ ἐξορίζεται στὸ Ἅγιον Ὄρος. Τὸ 1818 κλήθηκε γιὰ τρίτη φορὰ στὸν Οἰκουμενικὸ θρόνο, στὸν ὁποῖο καὶ παρέμεινε μέχρι τὴν ἡμέρα τοῦ μαρτυρικοῦ του θανάτου.

Ὁ Κωνσταντίνος Κούμας ἀναφέρει ὅτι ὁ Ἅγιος Γρηγόριος δὲν ἦταν μόνο «σεμνὸς τὸ ἦθος, λιτὸς τὴν δίαιταν, ταπεινὸς τὴν στολήν, ζηλωτὴς τῆς πίστεως, δραστηριότατος εἰς ὅλα τὰ ἔργα του», ἀλλὰ ἦταν καὶ «ἄκαμπτος εἰς τὰς ἰδέας του καὶ δὲν τὸν ἔμελε διὰ κανὲν ἐναντίον, ὅταν ἀπεφάσιζε τίποτε». Καὶ ὁ Γρηγόριος ἀπεφάσισε. Ἔταξε ὡς σκοπὸ στὴν ζωή του νὰ ὑπηρετήσει πιστὰ τὸ δοῦλο Γένος καὶ νὰ βοηθήσει μὲ ὅλες τὶς δυνάμεις του καὶ μὲ τὴν ζωή του στὴν ἀπελευθέρωση ἀπὸ τὸν Τουρκικὸ ζυγό. Γιὰ τὴν πραγματοποίηση τοῦ σκοποῦ του χρησιμοποιοῦσε ὅλη του τὴ διπλωματικὴ δεξιοτεχνία.

Στὴν προσπάθειά του ὁ Ἐθνομάρτυρας νὰ διασώσει τὸν Ἑλληνικὸ πληθυσμὸ ἀπὸ τὴν σφαγὴ καὶ συγχρόνως νὰ παραπλανήσει τὸν Σουλτάνο καὶ νὰ δώσει τὴν εὐκαιρία στοὺς ἀγωνιστὲς νὰ ἐργάζονται ἀνενόχλητοι, ἀναγκάσθηκε νὰ ἀφορίσει τοὺς ἐπαναστάτες.

Συντριπτικὴ ἀπάντηση στοὺς κατήγορους τοῦ Γρηγορίου θὰ δώσει ὁ Ἀλέξανδρος Ὑψηλάντης μὲ τὶς ὁδηγίες ποὺ ἔστειλε ἀπὸ τὸ Κισνόβιο τῆς Βεσσαραβίας στοὺς ἀρχηγοὺς τῆς Πελοποννήσου: «Ὁ μὲν Πατριάρχης βιαζόμενος παρὰ τῆς Πόρτας σᾶς στέλλει ἀφοριστικὸ καὶ ἐξάρχους, παρακινώντας σας νὰ ἑνωθῆτε μὲ τὴν Πόρταν. Ἐσεῖς ὅμως νὰ θεωρῆτε ταῦτα ὡς ἄκυρα καθόσον γίνονται μὲ βίαν καὶ δυναστείαν καὶ ἄνευ θελήσεως τοῦ Πατριάρχου»«Ἂς μὴν λησμονήσωμεν ὅτι ὑπάρχουν περιστάσεις καθ’ ἃς ἀπαιτοῦνται θυσίαι μεγαλύτεραι καὶ αὐτῆς τῆς θυσίας τῆς ζωῆς καὶ ὅτι ἐνίοτε ἡ μαρτυρικὴ ζωὴ εἶναι πικρότερον ἀλλὰ πλέον ἐπιβεβλημένον καθῆκον καὶ αὐτοῦ τοῦ μαρτυρικοῦ θανάτου. Καὶ αὐτὴν τὴν ὑπέρτατην θυσίαν προσέφερεν ὁ ἀοίδιμος Πατριάρχης, ὅστις συνησθάνθη συναίσθημα πικρότερον καὶ αὐτοῦ τοῦ θανάτου, ὅταν θυσιάζων πάντα ἐγωισμὸν καὶ ἀποβλέπων εἰς τὸ ἀληθινὸν συμφέρον, ἠναγκάσθη νὰ θέση τὴν ὑπογραφὴν τοῦ κάτωθι ἐγγράφου καταδικάζοντας τὸ κίνημα, ὑπὲρ τῆς ἐπιτυχίας τοῦ ὁποίου ὁλοψύχως ηὔχετο καὶ εἰργάζετο. Ὑπογράφων, ἀπεμάκρυνε τὰς ὑπονοίας τῆς Πύλης περὶ συμμετοχῆς εἰς τὸ κίνημα ἐπισήμων κύκλων· μὴ ὑπογράφων, θὰ ἐπεβεβαίου τὰς ὑπονοίας, ὅτε δεινὴ ἐπιπίπτουσα ἡ τιμωρία τοῦ τυράννου κατὰ τῶν βυσσοδομούντων, θὰ ἐνέκρου τὸ κίνημα πρὶν ἢ ἐκραγῇ. Ἄλλως ὁ ἀοίδιμος Πατριάρχης μετὰ θαυμαστῆς ἐγκαρτερήσεως ὑπέστη τὸ μαρτύριον, ὅταν ἐπέστη τὸ μαρτύριον, ὅταν ἐπέστη ἡ ὥρα, καίτοι ἠδύνατο νὰ σωθῇ διὰ τῆς φυγῆς».

Εἶναι χαρακτηριστικὴ ἡ ἐπιστολὴ ποὺ ἔστειλε ὁ Ἅγιος Γρηγόριος στὶς 26 Δεκεμβρίου 1820 στὸν Ἐπίσκοπο Σαλώνων Ἡσαΐα καὶ πολύτιμη ἀπὸ ἱστορικὴ ἄποψη, γιατί ἀποδεικνύει πὼς ὁ Ἐθνομάρτυς παρακολουθοῦσε ὅλα ὅσα συνέβαιναν  στὴν Ἑλλάδα, σὲ ὅλες του τὶς λεπτομέρειες καὶ τὶς προετοιμασίες γιὰ τὴν ἐπανάσταση:

«Ἀμφοτέρας τὰς τιμίας ἐπιστολάς, διὰ τοῦ ἀγαθοῦ Φούντα Γαλαξειδιώτου, ἀσφαλῶς ἐδεξάμην καὶ τοὺς ἐν αὐταῖς τιμίους λόγους ἔγνων. Ἐχεμυθείας, ἀδελφέ, μεγίστη χρεία καὶ προφύλαξις περὶ πᾶν διάβημα, οἱ γὰρ χρόνοι πονηροί εἰσι καὶ ἐν ταῖς φιλοπατριώταις ἔστι καὶ μοχθηρῶν ζύμη, ἀφ’ ἧς ὡς ἀπὸ ψωραλέου προβάτου φυλάττεσθε. Κακὸν γὰρ πολλοὶ μηχανώνται διὰ τὸ τῆς φιλοπλουτίας ἔγκλημα. Διὸ τὴν ἀγαθὴν μερίδα ἐξελέξω κοινολογῶν μοι ἐμπιστευομένοις πατριώταις, τὰ ἐχεμυθείας δεόμενα. Οἱ Γαλαξειδιῶται, οὓς ἐπιστέλλεις μοι συνεχῶς, πεφροντισμένως ἐνεργοῦσι, καὶ ἀφ’ ὧν ἔγνω ἀδύνατον ἀντὶ παντὸς τιμίου οὐδ’ ἐλάχιστον λόγον ἕρκος ὀδόντων φυγεῖν· οὐ μόνον τὰ σά, ἀλλὰ καὶ τὰ τῶν ἐν Μορέᾳ ἀδελφῶν γράμματα κομίζουσί μοι. Ἡ τοῦ Παπανδρέα πρᾶξις πατριωτικὴ μὲν τοῖς γινώσκουσι τὰ μύχια, κατακρίνουσι δὲ οἱ μὴ εἰδότες τὸν ἄνδρα. Κρύφα ὑπερασπίζου αὐτόν, ἐν φανερῷ δὲ ἄγνοιαν ὑποκρίνου, ἔστι δ’ ὅτε καὶ ἐπίκρινε τοῖς θεοσεβέσιν ἀδελφοῖς καὶ ἀλλοφύλοις. Ἰδὶᾳ πράϋνον τὸν Βεζύρην λόγοις καὶ ὑπόσχεσιν· ἀλλὰ μὴ παραδοθήτω εἰς λέοντος στόμα. Ἄσπασον οὖν ταῖς ἐμαῖς εὐχαῖς τοὺς ἀνδρείους ἀδελφούς, προτρέπων εἰς κρυψίνοιαν διὰ τὸν φόβον τῶν Ἰουδαίων. Ἀνδρωθήτωσαν ὥσπερ λέοντες καὶ ἡ εὐλογία τοῦ Κυρίου κρατυνεῖ αὐτούς, ἐγγὺς δ’ ἔστι τοῦ Σωτῆρος τὸ Πάσχα. Αἱ εὐχαὶ τῆς ἐμῆς μετριότητος ἐπὶ τῆς κεφαλῆς σου, ἀδελφέ μου Ἡσαΐα. Γεωργοὶ ἀκαμάτως καὶ ὄλβια γεώργια δώσοι σοι ὁ Πανύψιστος».

Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος συνιστοῦσε τὸν ἀγῶνα γιὰ τὴν ἐλευθερία καὶ τὸν ἐνίσχυε μὲ κάθε μέσο. Ἦταν ἀποφασισμένος νὰ θυσιασθεῖ γιὰ τὴν Πατρίδα. «Χρεωστοῦμεν», ἔλεγε, «νὰ ποιμαίνωμεν καλῶς τὰ ποίμνιά μας καὶ χρείας τυχούσης νὰ κάμωμεν, ὅπως ἔκαμεν ὁ Ἰησοῦς δι’ ἡμᾶς διὰ νὰ μᾶς σώσῃ…».

Σὲ ἐπιστολὴ ποὺ ἔστειλε πρὸς τὸν Παλαιῶν Πατρῶν Γερμανό, ἔγραφε:

«Συλλειτουργὲ ἐν Χριστῷ καὶ λίαν ἀγαπητὲ ἀδελφέ. Ἔλαβον τὴν ἀπὸ 20 Ἀπριλίου ἐπιστολήν σου. Ἡ ἀπόφασίς μου περὶ μελετωμένης ἀνορθώσεως «σχολῆς» τῆς φιλτάτης πατρίδος εἶναι τοιαύτη, ὡς ἡ ἰδική σας, ὅπως θέλῃς μάθει καὶ παρὰ τοῦ ἰδίου. Τὸ κιβώτιον τοῦ ἐλέους πρέπει νὰ ἐμψυχωθῇ. Καὶ τὴν βουλὴν τοῦ Κυρίου ἀνθρώπιναι δυνάμεις δὲν δύνανται νὰ τὴν μεταβάλουν. Γενηθήτω τὸ θέλημά Του».

Κάτω ἀπὸ τὴν λέξη «σχολήν» ὑπονοοῦσαν τὴν Ἑλληνικὴ Ἐπανάσταση. Οἱ Φιλικοὶ μάλιστα ὀνόμασαν ἐπιστάτες τῆς σχολῆς τὸν Οἰκουμενικὸ Πατριάρχη Γρηγόριο καὶ τὸν Πατριάρχη Ἱεροσολύμων Πολύκαρπο.

Ὅταν σὲ μία συνεδρίαση τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, ὁ Μητροπολίτης Δέρκων Γρηγόριος προέτρεψε τὸν Πατριάρχη νὰ μεταβοῦν στὴν Πελοπόννησο γιὰ νὰ τεθοῦν ἐπικεφαλῆς τῆς Ἐπαναστάσεως, ὁ Γρηγόριος ὁ Ε’ ἀπάντησε: «Καὶ ἐγὼ ὡς κεφαλὴ τοῦ Ἔθνους καὶ ὑμεῖς ὡς Σύνοδος ὀφείλομεν νὰ ἀποθάνωμεν διὰ τὴν κοινὴν σωτηρίαν· ὁ θάνατος ἡμῶν θὰ δώσῃ δικαίωμα εἰς τὴν Χριστιανοσύνην νὰ ὑπερασπίσῃ τὸ Ἔθνος ἐναντίων τοῦ τυράννου. Ἀλλ’ ἂν ὑπάγωμεν ἡμεῖς νὰ θαρρύνωμεν τὴν Ἐπανάστασιν, τότε θὰ δικαιώσωμεν τὸν Σουλτάνον ἀποφασίσαντα νὰ ἐξολοθρεύσῃ ὅλον τὸ Ἔθνος».

Ὅταν μερικοὶ προσπάθησαν νὰ τὸν πείσουν νὰ φύγει ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολη καὶ νὰ σώσει τὸν ἑαυτό του, ὁ καλὸς ποιμένας ἀπάντησε:

«Μὲ προτρέπετε εἰς φυγήν. Μάχαιρα θὰ διέλθῃ τᾶς ρύμας τῆς Κωνσταντινουπόλεως καὶ λοιπῶν πόλεων τῶν χριστιανικῶν ἐπαρχιῶν. Ὑμεῖς ἐπιθυμεῖτε ὅπως ἐγὼ μεταμφιεζόμενος καταφύγω εἰς πλοῖον ἢ κλεισθῶ ἐν οἰκίᾳ οἱουδήποτε εὐεργετικοῦ ὑμῶν Πρεσβευτοῦ, ν’ ἀκούω δὲ ἐκεῖθεν πῶς οἱ δήμιοι κατακρεουργοῦσι τὸν χηρεύοντα λαόν. Οὐχί! Ἐγὼ διὰ τοῦτο εἶμαι Πατριάρχης, ὅπως σώσω τὸ Ἔθνος μου, οὐχὶ δὲ ὅπως θὰ θεωρήσωσιν ἀδιαφόρως πῶς ἡ πίστις αὐτῶν ἐξυβρίσθη ἐν τῷ προσώπῳ μου. Οἱ Ἕλληνες, οἱ ἄνδρες τῆς μάχης, θὰ μάχωνται μετὰ μεγαλυτέρας μανίας, ὅπερ συχνάκις δωρεῖται τὴν νίκην· εἰς τοῦτο εἶμαι πεπεισμένος. Βλέπετε μεθ’ ὑπομονῆς εἰς ὅτι καὶ ἂν μοῦ συμβῇ. Σήμερον (Κυριακὴ τῶν Βαΐων) θὰ φάγωμεν ἰχθεῖς, ἀλλὰ μετά τινας ἡμέρας καὶ ἴσως καὶ ταύτην τὴν ἑβδομάδα οἱ ἰχθεῖς θὰ μᾶς φάγωσιν… Ναί, ἂς μὴ γίνω χλεύασμα τῶν ζώντων· δὲν θὰ ἀνεχθῶ ὥστε εἰς τὰς ὁδοὺς τῆς Ὀδησσοῦ, τῆς Κερκύρας καὶ τῆς Ἀγκῶνος διερχόμενον ἐν μέσ τῶν ἀγυιῶν νὰ μὲ δακτυλοδείκτωσι λέγοντες: “Ἰδοὺ ἔρχεται ὁ φονεὺς Πατριάρχης”. Ἂν τὸ Ἔθνος μου σωθῇ καὶ θριαμβεύσῃ, τότε πέποιθα θὰ μοῦ ἀποδώση θυμίαμα ἐπαίνου καὶ τιμῶν, διότι ἐξεπλήρωσα τὸ χρέος μου… Ὑπάγω ὅπου μὲ καλεῖ ὁ νοῦς μου, ὁ μέγας κλῆρος τοῦ Ἔθνους καὶ ὁ Πατὴρ ὁ οὐράνιος, ὁ μάρτυς τῶν ἀνθρωπίνων πράξεων».

Ὁ Γρηγόριος ὁ Ε’, ὁ φλογερὸς αὐτὸς Ἱεράρχης, ἀκολούθησε τὸν δρόμο του. Σάρκωσε ὁλόκληρο τὸ ὑπόδουλο Γένος. Ἐπωμίσθηκε τὸ σταυρό του. Ἀνέβηκε τὸ Γολγοθά του. Δέχθηκε ραπίσματα, χλευασμούς, ἐμπτυσμοὺς καὶ τέλος τὸν θάνατο μὲ ἀπαγχονισμό. Μπροστὰ στὸ Πατριαρχεῖο, τὴν ἡμέρα τοῦ Πάσχα τοῦ 1821, οἱ Τοῦρκοι κρέμασαν τὸν Πατριάρχη.

Στὸ ἔγγραφο τῆς καταδίκης του (τουρκιστὶ “γιαφτάς”), ἀναφέρεται ἡ αἰτία τοῦ ἀπαγχονισμοῦ του: «…Ἀλλ’ ὁ ἄπιστος πατριάρχης τῶν Ἑλλήνων… ἐξ αἰτίας τῆς διαφθορᾶς τῆς καρδίας του, ὄχι μόνον δὲν εἰδοποίησεν οὐδ’ ἐπαίδευσε τοὺς ἀπατηθέντας, ἀλλὰ καθ’ ὅλα τὰ φαινόμενα ἦτο καὶ αὐτός, ὡς ἀρχηγός, μυστικὸς συμμέτοχος τῆς Ἐπαναστάσεως… ἀντὶ νὰ δαμάσῃ τοὺς ἀποστάτας καὶ δώσῃ πρῶτος τὸ παράδειγμα τῆς εἰς τὰ καθήκοντα ἐπιστροφῆς των, ὁ ἄπιστος οὗτος ἔγινεν ὁ πρωταίτιος ὅλων τῶν ἀνεφυεισῶν ταραχῶν.

»Εἴμεθα πληροφορημένοι ὅτι ἐγεννήθη ἐν Πελοποννήσῳ καὶ ὅτι εἶναι συνένοχος ὅλως τῶν ἀταξιῶν, ὅσας οἱ ἀποπλανηθέντες ραγιάδες ἔπραξαν κατὰ τὴν ἐπαρχίαν Καλαβρύτων…

»Ἐπειδὴ πανταχόθεν ἐβεβαιώθημεν περὶ τῆς προδοσίας του ὄχι μόνος εἰς βλάβην τῆς ὑψηλῆς Πύλης, ἀλλὰ καὶ εἰς ὄλεθρον αὐτοῦ τοῦ ἔθνους του, ἀνάγκη ἦτο νὰ λείψῃ ὁ ἄνθρωπος οὗτος ἀπὸ τοῦ προσώπου τῆς γῆς καὶ διὰ τοῦτο ἐκρεμάσθη πρὸς σωφρονισμὸ τῶν ἄλλων».

Ἕνα χρόνο μετὰ τὸν ἀπαγχονισμὸ καὶ τὴν μεταφορὰ τοῦ τιμίου λειψάνου του ἀπὸ τὸν πλοίαρχο Μ. Σκλάβο στὴν Ὁδησσὸ τῆς Ρωσίας, ὁ Ζακυνθινὸς ἱερωμένος Οἰκονόμος Νικόλαος Κοκκίνης, μετέπειτα Ἀρχιεπίσκοπος Ζακύνθου, ἐφημέριος τότε τοῦ παλαίφατου ναοῦ τῆς Ὁδηγήτριας καὶ φλογερότατος Φιλικός, εὐαισθητοποιημένος ἀπὸ τὴν θυσία τοῦ Πατριάρχη, συνθέτει Ἀκολουθία πρὸς τιμὴν τοῦ νέου Ἱερομάρτυρα, κάτι ποὺ ἀποδεικνύει περίτρανα ὅτι ὁ Ἅγιος Γρηγόριος στὴ συνείδηση τοῦ Γένους κατέκτησε ἀμέσως μὲ τὸ τίμιο αἷμα του, θέση Ἁγίου.
Τὸ 1871 ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος θεώρησε ἐπιβεβλημένο νὰ μετακομίσει τὸ τίμιο λείψανό του ἀπὸ τὴν Ὁδησσὸ στὴν ἀπελεύθερη Ἀθήνα. Γιὰ τὸν σκοπὸ αὐτὸ συστάθηκε Ἐπιτροπή, στὴν ὁποία συμμετεῖχαν ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ζακύνθου Νικόλαος Β’ ὁ Κατραμὴς καὶ  Ἀρχιμανδρίτης Ἀβέρκιος Λ. Λαμπίρης, Α’ γραμματεὺς τῆς Ἱερᾶς Συνόδου. Στὴν Ὁδησσὸ ἀπεδόθησαν ἀπὸ τὰ μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ τοὺς ἐκεῖ ὁμόδοξους τιμὲς Ἁγίου στὸ ἱερὸ λείψανο τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου. Κατὰ τὴν Πανυχίδα μάλιστα, ποὺ τελέσθηκε ἐκεῖ κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς μνήμης του, «ἐξεφώνισεν ἀπ’ ἄμβωνος, κατ’ ἐπίμονον τῶν ὁμογενῶν ἀπαίτησιν, λογύδριον ὁ Σεβασμιώτατος Ἀρχιεπίσκοπος Ζακύνθου». Τὸ ἱερὸ λείψανο ἔφθασε στὴν Ἀθήνα τὴν 25η Ἀπριλίου 1871, ὅπου οἱ Ἀθηναῖοι τοῦ ἐπεφύλαξαν πάνδημη ὑποδοχή. Μὲ κατάνυξη καὶ ἀγαλλίαση ἐναπετέθη στὸν Καθεδρικὸ Ναὸ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου, ὅπου φυλάσσεται μέχρι σήμερα σὲ περίβλεπτη λάρνακα.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.

Ὁσίως ἱέρευσας, τῷ ἐπὶ πάντων Θεῷ, καὶ θῦμα εὐπρόσδεκτον, ὡς ἐναθλήσας καλῶς,  Χριστῷ προσενήνεξαι. Ὅθεν ἡ σὴ ἀγχόνη, ἀληθῶς ἀνεδείχθη, λύτρον μακρᾶς δουλείας, τῶν Ἑλλήνων τῷ γένει· διὸ Ἱερομάρτυς, Γρηγόριε τιμῶμέν σε.

 

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον. Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Δημητσάνης τὸν γόνον Βυζαντίου τὸν πρόεδρον, καὶ τὸ τῆς Ἑλλάδος ἁπάσης γέρας θεῖον καὶ καύχημα, Γρηγόριον τιμήσωμεν πιστοί, ὡς Μάρτυρα Χριστοῦ πανευκλεῆ, ἵνα λάβωμεν πταισμάτων τὸν ἱλασμόν, παρὰ Θεοῦ κραυγάζοντες· δόξα τῷ δεδωκότι σου ἰσχύν, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ἐν εὐκλείᾳ οὐρανῶν, δοξάσαντί σε Ἅγιε.

 

Κοντάκιον. Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Ἱεράρχης ἔνθεος, γεγενημένος θεόφρον, τὴν ἀγχόνην ἤνεγκας, ὑπὲρ τῆς ποίμνης σου χαίρων. Ὅθεν σου, τῷ μαρτυρίῳ ἐγκαυχωμένη, ᾄδει σοι, Ἑλλὰς ἑόρτιον θεῖον ὕμνον, καὶ τὸ χαῖρέ σοι κραυγάζει, Ἱερομάρτυς Πάτερ Γρηγόριε.

 

Μεγαλυνάριον.
Χαίροις Βυζαντίου θεῖος ποιμήν· χαίροις τῆς Ἑλλάδος, ἐγκαλλώπισμα ἱερόν· χαίροις Ἱεράρχα, καὶ Μάρτυς τοῦ Κυρίου, Γρηγόριε παμμάκαρ, Ἀγγέλων σύσκηνε.

Ὁ Ἅγιος Ἀφρικανός, Θεόδωρος, ΜάἈναξιμένης, Δημοσθένης, Ἐπαμεινώνδας, Ἐτεοκλής, Ἠρακλῆς, Θησέας, Ἰσοκράτης, Μακάριος, Ὅμηρος, Παρμενίων, Πελοπίδας, Περικλῆς, Πολύβιος, Πολύνικος, Προμηθέας, Σοφοκλῆς, Φιλοποίμην, Φωκίωνξιμος, Πομπήιος καὶ Τερέντιος οἱ Μάρτυρες καὶ οἱ σὺν αὐτοῖς τριάντα ἐννέα Μάρτυρες 

Οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες Ἀφρικανός, Θεόδωρος, Μάξιμος, Πομπήιος καὶ Τερέντιος μ αρτύρησαν τὸ ἔτος 250 μ.Χ., ἐπὶ αὐτοκράτορος Δεκίου (249 – 251 μ.Χ.) καὶ ἡγεμόνος Φουρτουνιανοῦ, στὴν Καρθαγένη τῆς Ἀφρικῆς μαζὶ μὲ ἄλλους τριάντα ἐννέα Χριστιανούς, τῶν ὁποίων τὰ ὀνόματα εἶναι: Ἀνάξαρχος, Ἀναξιμένης, Ἀριστείδης, Δημάρατος, Δημοκλής, Δημοσθένης, Διονύσιος, Ἐπαμεινώνδας, Ἐτεοκλής, Ζήνων, Ἠλίας, Ἡρακλῆς, Ἡσαΐας, Ἡφαιστίων, Θεμιστοκλῆς, Θεόφραστος, Θησεύς, Θωμᾶς, Ἰσοκράτης, Λουκᾶς, Μακάριος, Μιλτιάδης, Μνήσαρχος, Ξενοφῶν, Ὅμηρος, Παρμενίων, Πελοπίδας, Περικλῆς, Πίνδαρος, Πολύβιος, Πολύνικος, Προμηθεύς, Σοφοκλῆς, Σωκράτης, Τιμόθεος, Τίτος, Φιλοποίμην, Φωκίων καὶ Χρόνιος.

Οἱ Ἅγιοι συνελήφθησαν, ἐπειδὴ ἦταν Χριστιανοὶ καὶ δοκιμάσθηκαν μὲ πολλὰ βασανιστήρια. Πρῶτα τοὺς χτύπησαν ὑπερβολικά, μέχρις ὅτου φάνηκαν τὰ σπλάγχνα τους, στὴν συνέχεια μὲ πυρωμένα καρφιὰ τοὺς τρύπησαν τὰ ἰσχία καὶ ἐπάνω σὲ αὐτὰ ἔριξαν ξύδι καὶ ἁλάτι. Ἀφοῦ ὅμως προσευχήθηκαν, κατέστρεψαν τὰ ξόανα, τοὺς βωμοὺς καὶ τοὺς ναοὺς τῶν εἰδωλολατρῶν. Στὸ τέλος, μετὰ τὶς φρικτὲς βασάνους, ἀποκεφαλίσθηκαν.
Ἡ Ἐκκλησία τιμᾶ τὴν μνήμη τους καὶ στὶς 28 Ὀκτωβρίου.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

 

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Στρατὸς θεοσύλλεκτος, πανευκλεῶν Ἀθλητῶν, στερρότητι πίστεως, ἐξ Ἀφρικῆς συνδραμών, γενναίως ἠγώνισται· σύμφρονες γὰρ τῇ γνώμῃ, καὶ τοῖς τρόποις ὀφθέντες, σύναθλοι ἐν ἀγῶσιν, ἀνεδείχθησαν πάντες. Καὶ νῦν καθικετεύουσι, σώζεσθαι ἅπαντας.

 

Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Ὡς Χριστοῦ ἀκόλουθοι οἱ Ἀθλοφόροι, ἐν σταδίῳ ἔλεγον, ἀγωνιζόμενοι στερρῶς· Μὴ δειλιάσωμεν σύναθλοι· τρυφὴ γὰρ μένει ὑμᾶς ἀδιάδοχος.

 

 

Μεγαλυνάριον.
Πλάνης καταπτύσαντες τῶν θεσμῶν, τῇ ὁμολογίᾳ, παρετάξασθε τοῦ Χριστοῦ, κατὰ τῶν ἀνόμων, γενναῖοι Ἀθλοφόροι· διὸ τῶν ἀϊδίων, γερῶν ἐτύχετε. 

Ἡ Ἁγία Ὄλδα ἡ Προφήτης 

Ἡ Ἁγία Ὄλδα ἢ Ὀλδὰ ἡ Προφήτιδα, μητέρα τοῦ Σελήμ, τοῦ υἱοῦ τοῦ Θεκουέ, τοῦ υἱοῦ τοῦ Ἀράας, ἀναφέρεται στὸ βιβλίο τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης Δ’ τῶν Βασιλειῶν. Ἡ Ἁγία κατοικοῦσε στὴν Ἱερουσαλὴμ κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ βασιλέως Ἰωσία, πρὸς τοὺς ἀπεσταλμένους τοῦ ὁποίου ἀπήντησε τὰ ἑξῆς: «Αὐτὰ λέγει ὁ Κύριος ὁ Θεὸς τοῦ Ἰσραήλ: Εἴπατε πρὸς τὸν ἄνδρα, ὁ ὁποῖος σᾶς ἀπέστειλε πρὸς ἐμέ. Αὐτὰ λέγει ὁ Κύριος: Ἰδού, ἐγὼ θὰ ἐπιφέρω μεγάλη καταστροφὴ στὸν τόπο τοῦτο καὶ τοὺς κατοικοῦντες σὲ αὐτόν, ἐφαρμόζων σὲ αὐτοὺς ὅλες τὶς τιμωρίες τοῦ βιβλίου τούτου, τὶς ὁποῖες διάβασε ὁ βασιλεὺς τοῦ βασιλείου τοῦ Ἰσραήλ. Καὶ τοῦτο θὰ γίνει διότι οἱ Ἰσραηλίτες μὲ ἐγκατέλειπαν προσφέροντες θυμίαμα σὲ ξένους θεούς, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ μὲ ἀναγκάσουν νὰ ὀργισθῶ γιὰ τὰ ἔργα αὐτὰ τῶν χειρῶν τους καὶ νὰ ἀνάψει ὁ θυμός μου ἐναντίων τοῦ τόπου τούτου καὶ νὰ μὴ σβεσθεῖ».

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Οἱ Ἅγιοι Ἰάκωβος καὶ Ἀζᾶς οἱ Ἱερομάρτυρες 

Οἱ Ἅγιοι Ἱερομάρτυρες Ἰάκωβος καὶ Ἀζᾶς μαρτύρησαν κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ βασιλέως τῶν Περσῶν, Σαβωρίου, στὴν Περσία. Ὁ μὲν Ἅγιος Ἰάκωβος ἦταν Πρεσβύτερος ἀπὸ τὴν πόλη Φαργαθᾶ, ὁ δὲ Ἅγιος Ἀζᾶ ἦταν Διάκονος ἀπὸ τὴν πόλη Βηθνηρῆ. Συνελήφθησαν καὶ οἱ δύο ὡς Χριστιανοὶ καὶ ὁδηγήθηκαν ἐνώπιον τοῦ ἀρχιμάγου Ἀρχωγαϊχάρ. Ἐκεῖνος ἀφοῦ τοὺς συνέλαβε τοὺς ἔριξε στὴ φυλακὴ καὶ τοὺς τιμώρησε μὲ πεῖνα γιὰ πολλὲς ἡμέρες. Στὴν συνέχεια τοὺς κρέμασε γυμνούς, ἐπειδὴ δὲν θυσίαζαν στὸν ἥλιο καὶ στὴ φωτιὰ καὶ τοὺς ἀποκεφάλισε. Ἔτσι ἄθλησαν οἱ δύο Ἱερομάρτυρες καὶ εἰσῆλθαν στὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

 

Ὁ Ἅγιος Μιλτιάδης πάπας Ρώμης 

Ὁ Ἅγιος Μιλτιάδης ἢ Μελχιάδης ἦταν πάπας Ρώμης (311 – 314 μ.Χ.). Καταγόταν ἀπὸ τὴν Ἀφρικὴ καὶ εἶναι γνωστὸς ὡς Μελχιάδης ὁ Ἀφρικανός. Ὑπ’ αὐτοῦ συγκλήθηκε τὸ ἔτος 313 μ.Χ. Σύνοδος στὸ Λατερανὸ τῆς Ρώμης, ἡ ὁποία καταδίκασε τὸν Δονάτο καὶ ἀθώωσε τὸν Ἐπίσκοπο Καρχηδόνος Καικιλιανό. Ἐπὶ τῆς ἐποχῆς του ἐξεδόθησαν τὰ περὶ ἀνεξιθρησκείας ἔδικτα (διατάγματα) τῶν Ρωμαίων αὐτοκρατόρων Γαλερίου, Κωνσταντίνου καὶ Λικινίου. Ὁ Ἅγιος Μιλτιάδης ἢ Μελχιάδης μαρτύρησε, κατὰ τὸ Ρωμαϊκὸ Μαρτυρολόγιο, ἐπὶ αὐτοκράτορος Μαξιμίνου (307 – 313 μ.Χ.) καὶ ἐνταφιάσθηκε στὴν Ἀππία ὁδό, κοντὰ στὴ νεκρόπολη τοῦ Ἁγίου Καλλίστου.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Οἱ Ἅγιοι ἐν τῇ μονῇ Νταοὺ Πεντέλης οἱ Ὁσιομάρτυρες 

Οἱ Ἅγιοι Ὁσιομάρτυρες τῆς μονῆς Νταοὺ Πεντέλης μαρτύρησαν περὶ τὰ τέλη τοῦ 17ου αἰῶνα μ.Χ., κατὰ τὴν ἐποχὴ ποὺ Ἀλγερινοὶ πειρατὲς λεηλατοῦσαν τὰ παράλια μέρη. Κάποιος ἀπὸ τοὺς ὑπηρέτες τῆς μονῆς, ὁ ὁποῖος μισοῦσε τοὺς μοναχούς, συνεννοήθηκε μὲ τοὺς πειρατὲς καὶ τοὺς ἔβαλε στὴ μονὴ τὴν ὥρα ποὺ οἱ Πατέρες ἑόρταζαν τὴν Ἀνάσταση. Οἱ πειρατὲς κατέσφαξαν τοὺς Πατέρες, λεηλάτησαν τὴ μονὴ καὶ ἔφυγαν. Σώθηκε μόνο ἕνας ἱερέας τῆς μονῆς μὲ τὸν ὑποτακτικό του, ποὺ εἶχε μεταβεῖ στὸ μετόχι Γεροτσακούλι, γιὰ νὰ τελέσει ἐκεῖ τὴν ἀκολουθία τῆς Ἀναστάσεως. Ὅταν ἐπέστρεψε, βρῆκε τὴν μονὴ κατεστραμμένη καὶ σφαγμένους ὅλους τοὺς Πατέρες. Ὁ ἱερέας ἀφοῦ περισυνέλεξε τὰ τίμια λείψανα, τὰ ἐνταφίασε μὲ εὐλάβεια καὶ τιμή.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Οἱ Ἅγιοι ἐν Καμπτακούιᾳ τῆς Γεωργίας Μάρτυρες 

Οἱ Ἅγιοι αὐτοὶ Μάρτυρες, μαρτύρησαν στὴ Γεωργία σὲ μία ἀπὸ τὶς ἐξολοθρευτικὲς ἐπιδρομὲς τῆς Μογγολικῆς ὀρδῆς, τῆς ὁποίας ἡγεῖτο ὁ Ταμερλάνος, τὸ ἔτος 1386, στὸ μοναστήρι τοῦ Καμπτακούια. Διεισδύοντας ὁ στρατὸς τοῦ Ταμερλάνου στὴν πόλη Κάρτλη (κεντρικὴ περιοχὴ τῆς Γεωργίας) λεηλάτησε ὅλη τὴν χώρα καὶ κατέστρεψε τὸ μοναστήρι τοῦ Καμπτακούια. Οἱ κάτοικοι τῶν γειτονικῶν χωριῶν εἶχαν κλειστεῖ μέσα στὸ μοναστήρι.

Μετὰ τὴν λεηλασία τοῦ μοναστηριοῦ, ὁ πολέμαρχος Ταμερλάνος συγκέντρωσε ὅλους τοὺς μοναχοὺς μαζὶ καί, ἐπιθυμώντας νὰ τοὺς ταπεινώσει καὶ νὰ τοὺς ἐξευτελίσει, τοὺς ἀνάγκασε νὰ τραγουδήδουν καὶ νὰ χορέψουν. Καὶ οἱ μοναχοὶ φώναζαν κλαίγοντας: «Συμφορά μας, συμφορά μας».
Οἱ στρατιῶτες τοῦ Ταμερλάνου τοὺς ὁδήγησαν στὸν καθεδρικὸ ναὸ τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, ποὺ ἦταν γεμάτος ἀπὸ αἰχμαλώτους Χριστιανούς. Συσσώρευσαν καυσόξυλα γύρω ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία καὶ ἔβαλαν φωτιά. Ἔτσι οἱ Ἅγιοι Ὁμολογητὲς μαρτύρησαν καὶ ἔλαβαν ἀπὸ τὸν Κύριο τῆς δόξας τὸ στέφανο τοῦ μαρτυρίου.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

 

Ὁ Ἅγιος Δημήτριος (ἢ Δῆμος) ὁ Νεομάρτυρας ὁ ἁλιεὺς 

Ὁ Ἅγιος Νεομάρτυς Δημήτριος ἢ Δῆμος, καταγόταν ἀπὸ τὸ χωριὸ Ὀζοῦν Κιοπροὺ (Μακρὰ Γέφυρα) τῆς ἐπαρχίας Ἀνδριανουπόλεως. Ἦταν ψαρὰς καὶ ἐργαζόταν σὲ ἰχθυοτροφεῖο τῆς Σμύρνης. Κάποια ἡμέρα ἦλθε σὲ προστριβὴ μὲ τὸν Τοῦρκο ἰδιοκτήτη τοῦ ἰχθυοτροφείου, ὁ ὁποῖος τὸν συκοφάντησε ὅτι ὁρκίσθηκε νὰ γίνει Τοῦρκος. Ἔτσι τὸν προσήγαγαν στὸν κριτὴ ἀνάμεσα σὲ ψευδομάρτυρες. Ὁ Ἅγιος ὅμως ἔμεινε σταθερὸς στὴν πίστη του. Γι’ αὐτὸ τὸν χτύπησαν ἀνηλεῶς καὶ τὸν ἔριξαν στὴ φυλακή, ὅπου τὸν βασάνισαν μὲ ξύλα, πλίνθους καὶ ἄλλα βασανιστικὰ μέσα. Τὸν ἔβγαλαν ἀπὸ τὴν φυλακὴ τρεῖς φορὲς μήπως καὶ ἀλλάξει στάση, συνέχεια ὅμως ὁ Ἅγιος ὁμολογοῦσε τὸν Χριστό. Ἡ καταδίκη ἦταν ἀναπόφευκτη. Ὁ κριτὴς ἔδωσε ἐντολὴ νὰ τὸν ἀποκεφαλίσουν στὴ Σμύρνη τὸ ἔτος 1763. Τὸ ἱερὸ λείψανο τοῦ Ἁγίου ἐνταφιάσθηκε μὲ τιμὴ καὶ εὐλάβεια στὸ ναὸ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου τῆς Σμύρνης καὶ ὁ τάφος του ἔγινε προσκύνημα τῶν πιστῶν, παρέχοντας σὲ αὐτοὺς πολλὰ ἰάματα.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ἅγιος Δημήτριος (ἢ Δῆμος) ὁ Νεομάρτυρας ὁ ἁλιεὺς 

Ὁ Ἅγιος Νεομάρτυς Δημήτριος ἢ Δῆμος, καταγόταν ἀπὸ τὸ χωριὸ Ὀζοῦν Κιοπροὺ (Μακρὰ Γέφυρα) τῆς ἐπαρχίας Ἀνδριανουπόλεως. Ἦταν ψαρὰς καὶ ἐργαζόταν σὲ ἰχθυοτροφεῖο τῆς Σμύρνης. Κάποια ἡμέρα ἦλθε σὲ προστριβὴ μὲ τὸν Τοῦρκο ἰδιοκτήτη τοῦ ἰχθυοτροφείου, ὁ ὁποῖος τὸν συκοφάντησε ὅτι ὁρκίσθηκε νὰ γίνει Τοῦρκος. Ἔτσι τὸν προσήγαγαν στὸν κριτὴ ἀνάμεσα σὲ ψευδομάρτυρες. Ὁ Ἅγιος ὅμως ἔμεινε σταθερὸς στὴν πίστη του. Γι’ αὐτὸ τὸν χτύπησαν ἀνηλεῶς καὶ τὸν ἔριξαν στὴ φυλακή, ὅπου τὸν βασάνισαν μὲ ξύλα, πλίνθους καὶ ἄλλα βασανιστικὰ μέσα. Τὸν ἔβγαλαν ἀπὸ τὴν φυλακὴ τρεῖς φορὲς μήπως καὶ ἀλλάξει στάση, συνέχεια ὅμως ὁ Ἅγιος ὁμολογοῦσε τὸν Χριστό. Ἡ καταδίκη ἦταν ἀναπόφευκτη. Ὁ κριτὴς ἔδωσε ἐντολὴ νὰ τὸν ἀποκεφαλίσουν στὴ Σμύρνη τὸ ἔτος 1763. Τὸ ἱερὸ λείψανο τοῦ Ἁγίου ἐνταφιάσθηκε μὲ τιμὴ καὶ εὐλάβεια στὸ ναὸ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου τῆς Σμύρνης καὶ ὁ τάφος του ἔγινε προσκύνημα τῶν πιστῶν, παρέχοντας σὲ αὐτοὺς πολλὰ ἰάματα.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ἅγιος Χρύσανθος ὁ Νεομάρτυρας ὁ Ξενοφωντινός

Ὁ Ἅγιος Νεομάρτυς Χρύσανθος, γέροντας στὴν ἡλικία, μαρτύρησε διὰ ξίφους στὴν Κωνσταντινούπολη, στὶς 10 Ἀπριλίου τοῦ 1821, κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ἡ Ὁσία Ἀναστασία ἡγουμένη τοῦ Οὔγκλιχ 

Ἡ Ὁσία Ἀναστασία ἔζησε κατὰ τὸν 17ο αἰῶνα μ.Χ. στὴ Ρωσία. Ἔγινε μοναχὴ καὶ ἀναδείχθηκε ἡγουμένη τῆς μονῆς τοῦ Οὔγκλιχ. Κοιμήθηκε ὁσίως μὲ εἰρήνη.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Μνήμη θαύματος Αγίου Μηνά στο Ηράκλειο της Κρήτης

Ακόμη από τα πολλά θαύματα του Αγίου Μηνά είναι και αυτό που έλαβε χώρα το 1826 μ.Χ. στο Ηράκλειο της Κρήτης, πόλη στην οποία ιδιαιτέρως τιμάται ο Άγιος.

Το 1821 μ.Χ., μετά την έκρηξη της μεγάλης Ελληνικής Επανάστασης εναντίον των Τούρκων, οι κατακτητές προχώρησαν σε σφαγές χιλιάδων αμάχων σε πολλές περιοχές. Από τους πρώτους που πλήρωσαν με το αίμα τους την επανάσταση ήταν και οι κάτοικοι της Κρήτης. Μεταξύ των χιλιάδων θυμάτων ήταν ο Μητροπολίτης Κρήτης, οι Επίσκοποι Χανίων, Κνωσού, Χεροννήσου, Λάμπης, Σητείας κ.α. οι οποίοι εσφάγησαν, την 24η Ιουνίου 1821 μ.Χ., στον περίβολο του Μητροπολιτικού Ναού του Ηρακλείου. Μάλιστα ο ιερουργών ιερέας εσφάγη πάνω στην Αγία Τράπεζα!
Πέντε χρόνια αργότερα, το 1826 μ.Χ., οι Τούρκοι του Ηρακλείου σχεδίαζαν να προβούν σε σφαγή των Χριστιανών, και πάλι στον Μητροπολιτικό Ναό του Αγίου Μηνά, στις 18 Απριλίου, ημέρα του Πάσχα, την ώρα της Αναστάσιμης Θείας Λειτουργίας για να πιάσουν τους Χριστιανούς απροετοίμαστους. Για αντιπερισπασμό έβαλαν φωτιά σε διάφορα απομακρυσμένα σημεία της πόλης, ενώ οπλισμένα στίφη είχαν συγκεντρωθεί έξω από το ναό, περιμένοντας την ώρα της αναγνώσεως του Ευαγγελίου για να εισβάλουν και να αρχίσουν την σφαγή.

Μόλις όμως άρχισε η ανάγνωση εμφανίσθηκε ένας ασπρομάλλης ηλικιωμένος ιππέας που έτρεχε γύρω από το ναό κραδαίνοντας το ξίφος του και κυνηγώντας τους επίδοξους σφαγείς οι οποίοι τράπηκαν πανικόβλητοι σε φυγή. Έτσι σώθηκαν οι πολύπαθοι Χριστιανοί του Ηρακλείου από τον φοβερό κίνδυνο.

 

Οι Τούρκοι νόμισαν ότι ο καβαλάρης ήταν μουσουλμάνος πρόκριτος απεσταλμένος από τον Διοικητή της πόλης για να ματαιώσει την σφαγή. Όταν διαμαρτυρήθηκαν στον Διοικητή, αυτός τους διαβεβαίωσε ότι δεν γνώριζε τίποτε και μάλιστα διαπιστώθηκε ότι ο συγκεκριμένος πρόκριτος δεν είχε βγει καθόλου από το σπίτι του.


Κατάλαβαν τότε οι Τούρκοι ότι επρόκειτο για θαύμα του Αγίου Μηνά, κοινοποίησαν το γεγονός στους Έλληνες και από τότε οι Mουσουλμάνοι ηυλαβούντο πολύ τον Άγιο, προσφέροντας μάλιστα και δώρα στο ναό του.
Το θαύμα αυτό του Αγίου Μηνά καθιερώθηκε να τιμάται στο Ηράκλειο την Τρίτη της Διακαινησίμου, οπότε και εκτίθεται σε προσκύνηση, κατά τον εσπερινό, λείψανο του Αγίου.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ἅγιος Μάρτυς Εὐψύχιος ἔζησε κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ δυσσεβοῦς αὐτοκράτορα Ἰουλιανοῦ τοῦ Παραβάτου (361 – 363 μ.Χ.) καὶ καταγόταν ἀπὸ τὴ χώρα τῆς Καππαδοκίας. Ἦταν ἄνθρωπος μὲ θεοφιλὴ βίο καὶ ἀγαθὴ κρίση καὶ εἶχε πολὺ πόθο γιὰ τὸν Χριστό. Ὅταν στὴν Καισάρεια τῆς Καππαδοκίας ὁ Ἰουλιανὸς ἔχτισε ναὸ τῆς θεᾶς Τύχης, στὸν ὁποῖο θυσίαζαν οἱ εἰδωλολάτρες, ὁ Εὐψύχιος πῆρε μαζί του καὶ μερικοὺς ἄλλους θαρραλέους νέους καὶ γκρέμισαν τὸ ναὸ ἀπὸ τὰ θεμέλια καθὼς καὶ τὸ εἴδωλο τῆς θεᾶς. Ὅταν ἔμαθε αὐτὰ ὁ βασιλέας ὀργίσθηκε ὑπερβολικὰ καὶ ἀπέστειλε στρατιῶτες γιὰ νὰ τοὺς συλλάβουν. Καὶ τοὺς ἄλλους, ἀφοῦ τοὺς στέρησε ἀπὸ τὴν περιουσία τους, τοὺς ὑπέβαλλε σὲ ποικίλα χτυπήματα καὶ τοὺς ἐξόρισε. Τὸν Μάρτυρα ὅμως, Εὐψύχιο, ἐπειδὴ κατὰ τὴν γνώμη του ὑπῆρξε ἡ αἰτία αὐτῆς τῆς ἐνέργειας, πρῶτα τὸν ἔκλεισε στὴ φυλακή, στὴν συνέχεια δὲ τὸν βασάνισε πολύ. Ἐπειδὴ ὅμως δὲν κατάφερνε νὰ τὸν πείσει νὰ ἀρνηθεῖ τὴν πίστη του στὸν Χριστό, ἔδωσε ἐντολὴ καὶ τὸν ἀποκεφάλισαν. Ἦταν τὸ ἔτος 363 μ.Χ. Ἔτσι ὁ Μάρτυς Εὐψύχιος κέρδισε ἀντὶ τῆς φθαρτῆς ζωῆς, τὸν ἄφθαρτο στέφανο τοῦ μαρτυρίου.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Τὴν ὡραιότητα.
Εὐψύχως ἤνυσας, δρόμον τὸν ἔνθεον, καὶ καταβέβληκας, ἐχθρὸν τὸν δόλιον, τὴν πανοπλίαν τοῦ Σταυροῦ, παμμάκαρ ἐνδεδυμένος· ὅθεν συνηρίθμησαι, τῶν Μαρτύρων ταῖς τάξεσι, δόξαν αἰωνίζουσαν, κεκτημένος Εὐψύχιε. Ἀλλὰ μὴ διαλείπῃς πρεσβεύων, σῶσαι ἡμᾶς τοὺς σὲ τιμῶντας.

 

Κοντάκιον. Ἦχος β’. Τοῖς τῶν αἱμάτων σου.
Ὡς εὐσεβείας θεόδμητον ἄγαλμα, τῆς ἀσεβείας καθεῖλες τὸ ἵδρυμα, καὶ εὔψυχος ὤφθης πρὸς ἄθλησιν, ἐν εὐψυχίᾳ τμηθεὶς τὸν αὐχένα σου· διό σε ὑμνοῦμεν Εὐψύχιε.

 

Μεγαλυνάριον.
Ναὸν τῶν ἀψύχων Μάρτυς θεῶν, καθελὼν εὐψύχως, ὡς Τριάδος ἔμπνους ναός, πρὸς ναὸν τὸν ἄνω, μαρτυρικαῖς βαθμῖσιν, Εὐψύχιε ἀνῆλθες, ὡς Μάρτυς ἔνθεος.

Ὁ Ἅγιος Αὐδιησοῦς ὁ Μάρτυρας καὶ οἱ σὺν αὐτῷ τριακόσιοι Μάρτυρες ἐν Περσίδι

Οἱ Ἅγιοι αὐτοὶ Μάρτυρες μαρτύρησαν κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ βασιλέως τῶν Περσῶν, Σαβωρίου Β’ (325 – 379 μ.Χ.). Ὁ Σαβώριος ἐξεστράτευσε κατὰ τῶν Βυζαντινῶν καὶ κυρίευσε τὴν πόλη Βιζάδη. Ἀμέσως ἐκτέλεσε τοὺς στρατιῶτες ποὺ βρίσκονταν μέσα σὲ αὐτή, καθὼς καὶ ὅσους ἔφεραν ὅπλα, ἐνῷ στὸ λαό, τὰ γυναικόπαιδα καὶ τοὺς γέροντες, τὸν Ἐπίσκοπο Ἡλιόδωρο καὶ τοὺς Πρεσβυτέρους Δησᾶ καὶ Μαριάβ, χάρισε τὴ ζωή.

Κατὰ τὸν χρόνο ἐκεῖνο, ἐπειδὴ ὁ Ἐπίσκοπος Ἡλιόδωρος προαισθάνθηκε τὸ τέλος του, χειροτόνησε Ἐπίσκοπο τὸν πρεσβύτερο Δησᾶ. Ἐνῷ λοιπὸν γινόταν ἡ Ἀκολουθία στὸ ναό, ὁ ἀρχιμάγος Ἀδεφὰρ ἀνέφερε στὸν βασιλέα Σαβώριο ὅτι οἱ Χριστιανοί, τοὺς ὁποίους ἄφησε νὰ ζήσουν, ἐξέλεξαν γιὰ Ἐπίσκοπό τους κάποιον ὀνόματι Δησᾶ καὶ καθυβρίζουν τὸ βασιλέα καὶ τὴν θρησκεία του.

Ἀμέσως τότε ὁ Σαβώριος ἔδωσε ἐντολὴ καὶ ὁδήγησαν ἐνώπιόν του τριακόσιους ἄνδρες Χριστιανοὺς καὶ τοὺς διέταξε νὰ προσκυνήσουν τὸν ἥλιο καὶ τὴ φωτιὰ καὶ νὰ θυσιάσουν στὰ εἴδωλα. Ἐκεῖνοι δὲν πειθάρχησαν στὴν προσταγὴ τοῦ βασιλέως, ἀλλὰ ἔμειναν ἀκλόνητοι στὴν πίστη τους. Τότε ἀποκεφαλίσθηκαν. Πέντε ὅμως ἀπὸ αὐτοὺς λιποψύχησαν. Ἀρνήθηκαν τὴν πατρώα εὐσέβεια καὶ προσκύνησαν τὰ εἴδωλα μὲ ἀποτέλεσμα νὰ χάσουν τὴν σωτηρία τῆς ψυχῆς τους.
Ἕνας δὲ ἀπὸ τοὺς ἀποκεφαλισθέντες Μάρτυρες, ὁ Αὐδιησούς, ἐπειδὴ τὸ χτύπημα τοῦ ξίφους δὲν ἦταν θανατηφόρο, δὲν πέθανε μαζὶ μὲ τοὺς ἄλλους, ἀλλὰ ἔζησε καὶ κήρυττε μὲ παρρησία καὶ ἐνθουσιασμὸ τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ. Γι’ αὐτὸ καὶ τὸν τελείωσαν μὲ μαχαίρι. Ἔτσι οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες εἰσῆλθαν στὴν αἰώνια ζωὴ τοῦ Θεοῦ στεφανωμένοι μὲ τὸ στέφανο τοῦ μαρτυρίου.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ὅσιος Ἀκάτιος Ἐπίσκοπος Ἀμίδης Μεσοποταμίας

Δὲν ἔχουμε λεπτομέρειες γιὰ τὸν βίο τοῦ Ὁσίου Ἀκατίου. 

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ἅγιος Βάδιμος ὁ Ὁσιομάρτυρας

Ὁ Ἅγιος Βάδιμος ἔζησε κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ βασιλέως τῆς Περσίας Σαβωρίου Β’ (325 – 379 μ.Χ.). Ἦταν Πέρσης καὶ καταγόταν ἀπὸ εὐγενὴ καὶ πλούσια οἰκογένεια τῆς πόλεως Βηθλαπάτης. Ἀφοῦ καταφρόνησε τὴ δόξα τοῦ κόσμου καὶ τὰ πλούτη, ἔγινε μοναχὸς καὶ ἔπειτα ἀρχιμανδρίτης καὶ εἶχε κοντά του ἑπτὰ μαθητές. Ἐπειδὴ ὅμως κήρυσσαν τὸν Χριστό, καταγγέλθηκαν ὅτι ἀποσποῦν τοὺς Πέρσες ἀπὸ τὴν θρησκεία τῶν εἰδώλων καὶ συνελήφθησαν. Παρὰ τὶς πιέσεις καὶ τὰ βασανιστήρια ὁ Ἅγιος Βάδιμος καὶ οἱ μαθητές του ὁμολογοῦσαν συνέχεια μὲ παρρησία καὶ ἀνδρεία τὸ Ὄνομα τοῦ Ἁγίου Θεοῦ. Τότε παρεδόθησαν στὸν δήμιο Νηρσᾶ, ὁ ὁποῖος μὲ τὸ σπαθί του θανάτωσε τὸν Ἅγιο καὶ ἀποκεφάλισε τοὺς μαθητές του.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Μετακομιδὴ Τιμίων Λειψάνων Ἁγίας Μόνικας εἰς Ρώμη 

Ἡ μνήμη τῆς Ἁγίας Μόνικας, μητέρας τοῦ ἱεροῦ Αὐγουστίνου τιμᾶται τὴν 4η Μαΐου, ὅπου καὶ τὰ βιογραφικὰ στοιχεῖα της.
Λεπτομέρειες γιὰ τὸ γεγονὸς τῆς μετακομιδῆς τῶν ἱερῶν λειψάνων της, δὲν ἔχουμε.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr               

Ὁ Ἀπόστολος Ἄγαβος, ὁ Προφήτης, εἶναι γνωστὸς ἀπὸ τὶς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων. Προφήτευσε περὶ τῆς συλλήψεως τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, τοῦ ὁποίου πῆρε τὴ ζώνη καὶ ἀφοῦ ἔδεσε μὲ αὐτὴν τὰ χέρια του καὶ τὰ πόδια του, εἶπε τὰ ἑξῆς προφητικὰ λόγια: «Αὐτὰ λέγει τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Τὸν ἄνδρα στὸν ὁποῖο ἀνήκει αὐτὴ ἡ ζώνη θὰ τὸν δέσουν στὰ Ἱεροσόλυμα οἱ Ἰουδαῖοι, ἔτσι ὅπως εἶμαι τώρα ἐγὼ δεμένος καὶ θὰ τὸν παραδώσουν στὰ χέρια τῶν εἰδωλολατρῶν Ρωμαίων». Ὁ ἴδιος προφήτευσε καὶ περὶ τοῦ μεγάλου λιμοῦ στὴν Ἱερουσαλήμ. Ἀργότερα ὁ Ἀπόστολος Ἄγαβος κήρυξε τὸ Εὐαγγέλιο σὲ διάφορα μέρη καὶ κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη.

Ὁ Ἀπόστολος Ἀσύγκριτος, Ἐπίσκοπος Ὑρκανίας ἢ Ὀρκανίας, πρὸς τὸν ὁποῖο πέμπει ἀσπασμὸ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος στὴ Ρώμη, τελειώθηκε μαρτυρικά.

Ὁ Ἀπόστολος Ἑρμῆς ἔγινε Ἐπίσκοπος Δαλματίας († 8 Μαρτίου) καὶ κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη.

Ὁ Ἀπόστολος Ἡρωδίων ἀνῆκε στὸν κύκλο τῶν Ἑβδομήκοντα Ἀποστόλων τοῦ Κυρίου. Ἀκολουθώντας τοὺς Ἁγίους Ἀποστόλους βοηθοῦσε αὐτοὺς στὸ κήρυγμα τοῦ Χριστοῦ, προσφέροντας ὑπηρεσίες σὲ ὅλους καὶ ὑποτασσόμενος ὡς μαθητὴς τοῦ Χριστοῦ, ποὺ ἔλεγε ὅτι αὐτὸς ποὺ θέλει νὰ εἶναι πρῶτος σὲ ὅλους, ἂς εἶναι ὑπηρέτης ὅλων καὶ διάκονος αὐτῶν. Στὴν συνέχεια χειροτονήθηκε ἀπὸ αὐτοὺς Ἐπίσκοπος τῆς πόλεως τῶν Νέων Πατρῶν καὶ ὁδήγησε στὴν ἀλήθεια τοῦ Εὐαγγελίου πολλοὺς Ἐθνικούς. Ἐπειδὴ ὅμως οἱ Ἰουδαῖοι τὸν φθόνησαν, συναθροίστηκαν ἐναντίων του μαζὶ μὲ τοὺς εἰδωλολάτρες, τὸν συνέλαβαν καὶ τὸν βασάνισαν ἀνηλεῶς. Τοῦ συνέτριψαν τὸ στόμα μὲ πέτρες καὶ τοῦ κτύπησαν τὴν κεφαλὴ πάνω σὲ ξύλα. Στὴν συνέχεια οἱ παράνομοι, ὡς ἄγριοι καὶ αἱμοβόροι κυνηγοί, τὸν κατάσφαξαν μὲ μαχαίρι. Ἔτσι παρέδωσε τὴν μακάρια ψυχή του στὸν Κύριο, γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Ὁποίου ὑπέστη μαρτυρικὸ θάνατο.

Ὁ Ἀπόστολος Ροῦφος, ποὺ καὶ αὐτὸν ὁ Ἀπόστολος Παῦλος τὸν μνημονεύει στὴν πρὸς Ρωμαίους Ἐπιστολή του, ἔγινε Ἐπίσκοπος στὴν πόλη τῶν Θηβῶν τῆς Ἑλλάδος καὶ τελειώθηκε μαρτυρικὰ τὸ ἔτος 64 μ.Χ., ἐπὶ αὐτοκράτορος Νέρωνος.
Ὁμοίως δὲ καὶ ὁ Ἀπόστολος Φλέγων, Ἐπίσκοπος Μαραθῶνος, τελειώθηκε μαρτυρικά.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος α’. Χορὸς Ἀγγελικός.
Ἑξάριθμος χορός, τῶν σοφῶν Ἀποστόλων, ὑμνείσθω ἱερῶς, μελῳδίαις ᾀσμάτων, Ἑρμᾶς καὶ Ἀσύγκριτος, Ἡρωδίων καὶ Ἄγαβος, σὺν τῷ Φλέγωντι, καὶ τῷ θεόφρονι Ῥούφῳ· τὴν Τριάδα γάρ, διηνεκῶς δυσωποῦσιν, ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν.

 

Κοντάκιον. Ἦχος β’. Τὰ ἄνω ζητῶν.
Ὡς μύσται Χριστοῦ, καὶ Ἀποστόλων σύσκηνοι, ἐν πάσῃ τῇ γῇ, τὴν τούτου συγκατάβασιν, Μαθηταὶ ἑξάριθμοι, ὡς λαμπὰς ἑξάφωτος φάναντες, ἐλύσατε σκότος δεινόν, πυρσεύοντες πᾶσιν,ἀληθείας τὸ φῶς.

 

Μεγαλυνάριον.
Τῆς θεογνωσίας ὑφηγηταί, καὶ τῶν ἀπορρήτων, οἰκονόμοι καὶ πορθμευταί, ἑξὰς ἡ θεόφρων, τῶν θείων Ἀποστόλων, ἐδείχθησαν τῷ κόσμῳ, οὓς μεγαλύνομεν. 

Ὁ Ἅγιος Παυσίλυπος ὁ Μάρτυρας 

Ὁ Ἅγιος Μάρτυς Παυσίλυπος ἢ Παυσολύπιος, ἔζησε κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ παράνομου καὶ ἀσεβοῦς βασιλέως Ἀδριανοῦ (117 – 138 μ.Χ.). Γεννήθηκε στὴ Ρώμη καὶ καταγόταν ἀπὸ εὐγενὴ καὶ πλούσια οἰκογένεια. Ὅταν ἔγινε γνωστὸ ὅτι πιστεύει στὸν Χριστὸ καὶ διδάσκει τὸ Ὄνομά Του, συνελήφθη καὶ ὁδηγήθηκε στὸν βασιλέα. Καὶ ἀφοῦ παρουσιάσθηκε σὲ αὐτόν, ἐρωτήθηκε ἂν ὁμολογεῖ Αὐτὸν ὡς Θεό. Ὁ Ἅγιος μὲ παρρησία κήρυξε Αὐτὸν ὡς ἀληθινὸ Θεὸ καὶ δημιουργὸ τοῦ παντός.
Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ παραδόθηκε στὸν Ἔπαρχο τῆς Εὐρώπης, ὁ ὁποῖος ἔδωσε ἐντολὴ νὰ τὸν ραβδίσουν τριακόσιες φορὲς χωρὶς ἔλεος. Ὁ Μάρτυς ἀνέχθηκε τὸ βασανιστήριο καὶ ἀρνήθηκε νὰ θυσιάσει στὰ εἴδωλα. Ἐπειδὴ δὲν ὑπάκουσε, δέθηκε καὶ ὁδηγήθηκε πρὸς ἀποκεφαλισμό. Στὸν δρόμο ὅμως, ἀφοῦ ἔσπασε τὰ δεσμά, ξέφυγε ἀπὸ τοὺς στρατιῶτες καὶ ἔτσι λυτρώθηκε ἀπὸ τὸν μαρτυρικὸ θάνατο. Ἔτσι, ὁ Ἅγιος, ἀφοῦ σώθηκε, στάθηκε σὲ κάποιο τόπο καὶ προσευχήθηκε στὸν Θεό. Ἐκεῖ παρέδωσε τὴν μαρτυρικὴ ψυχή του μὲ ἀγάπη στὸν Κύριο, ἀπολαμβάνοντας στέφανο ἀμάραντο καὶ ζωὴ ἀθάνατη.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Νεομάρτυρας ὁ ναύκληρος

Ὁ Ἅγιος Νεομάρτυς Ἰωάννης ὁ ναύκληρος καταγόταν ἀπὸ τὴν Κῶ. Ἐξισλαμίσθηκε διὰ τῆς βίας περιτμηθεὶς ὑπὸ τῶν Τούρκων. Ὅταν ἀντιλήφθηκε ὅτι εἶχε περιτμηθεῖ καὶ ἐνδυθεῖ μὲ τουρκικὰ ἐνδύματα, αἰσθάνθηκε μεγάλη λύπη καὶ ἀφοῦ ἔβγαλε τὰ ἐνδύματα αὐτά, ζοῦσε ὅπως καὶ πρότερα χριστιανικὸ βίο. Τότε οἱ Τοῦρκοι συνέλαβαν τὸν Μάρτυρα καὶ ἀφοῦ τὸν μαστίγωσαν ἀνηλεῶς, τὸν ἔκλεισαν στὴ φυλακή. Προσπαθώντας δὲ νὰ τὸν ἐπαναφέρουν στὴν πίστη τους, δέχονταν τὴν ὁμολογία αὐτοῦ, ποὺ ἔλεγε: «Ἐγὼ πιστεύω στὸν Κύριό μου Ἰησοῦ Χριστὸ καὶ Αὐτὸν ὁμολογῶ ὡς Θεὸ ἀληθινὸ ἐξ ὅλης μου τῆς ψυχῆς καὶ καρδίας. Τὴν δὲ ἰδική σας θρησκεία τὴν ἀποστρέφομαι καὶ εἶμαι ἕτοιμος νὰ ὑπομείνω ὅσα βάσανα καὶ ἂν μοῦ δώσετε γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ μου». Βλέποντας οἱ βασανιστὲς τὴν ἀμετάθετη γνώμη καὶ ἀκλόνητη πίστη τοῦ Μάρτυρα, τὸν προσήγαγαν στὸν κριτή, ὁ ὁποῖος ἔδωσε ἐντολὴ νὰ τὸν χτυπήσουν καὶ στὴν συνέχεια νὰ τὸν κάψουν ζωντανό. Ἔτσι μαρτύρησε ὁ ἀθλητὴς Ἰωάννης, τὸ ἔτος 1669 καὶ ἔλαβε ἀπὸ τὸν μισθαποδότη Κύριο τὸν ἀμαράντινο στέφανο τῆς δόξας.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Θεῖον βλάστημα, τῆς Κῶ ὑπάρχων, ταύτην εὔφρανας, τῇ σῇ ἀθλήσει, Ἰωάννη Νεομάρτυς πανεύφημε· τῶν Ἀθλητῶν γὰρ ζηλώσας τὰ σκάμματα, διὰ πυρὸς τὸν ἀγῶνα ἐτέλεσας. Μάρτυς ἔνδοξε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

 

Κοντάκιον. Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Μαρτυρίου ἤνυσας, ἀνδρειοφρόνως τὸν δρόμον, καὶ ὡς θῦμα τέθυσαι, διὰ πυρὸς τῷ Σωτῆρι· ὅθεν σε, ὁ Ἀθλοθέτης τῆς ἄνω δόξης, μέτοχον, καὶ κληρονόμον ἔδειξε Μάρτυς· Ὃν δυσώπει Ἰωάννη, ἡμῖν δοθῆναι πταισμάτων ἄφεσιν.

 

Μεγαλυνάριον.
Χαίροις Νεομάρτυς τοῦ Ἰησοῦ, τῆς Κῶ θεῖος γόνος, καὶ μεσίτης πρὸς τὸν Θεόν, μάκαρ Ἰωάννη, ὁ θάνατος ἀνδρείως, διὰ πυρὸς ἐνέγκας ὑπὲρ τοῦ Κτίστου σου.

Οἱ Ἅγιοι Ἰανουάριος, Μαξίμη καὶ Μακαρία οἱ Μάρτυρες

Οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες Ἰανουάριος, Μαξίμη καὶ Μακαρία μαρτύρησαν στὴν Ἀφρική. 

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ἅγιος Κελεστίνος πάπας Ρώμης 

Ὁ Ἅγιος Κελεστίνος γεννήθηκε στὴ Ρώμη καὶ ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Πρίσκος. Ἔζησε κατὰ τὴν περίοδο τοῦ αὐτοκράτορα Θεοδοσίου τοῦ Μικροῦ (408 – 450 μ.Χ.) καὶ ἀπὸ νεαρὴ ἡλικία, ὡς διάκονος, διακρίθηκε γιὰ τὴν εὐσέβεια, τὴ μόρφωσή του καὶ τὶς ἀρετές του. Μετὰ τὸν θάνατο τοῦ πάπα Βονιφατίου, τὸ ἔτος 422 μ.Χ., ἀνῆλθε στὸν ἐπισκοπικὸ θρόνο τῆς Ρώμης.

Ἔχοντας κατορθώσει συνέπεια λόγου καὶ ζωῆς, φανέρωσε τὸν ἑαυτό του σεβάσμιο σὲ ὅλους καὶ ἀξιοθαύμαστο. Παράλληλα ἀγωνίσθηκε μὲ ἐξαιρετικὸ τρόπο γιὰ τὴν ἀποτύπωση τῶν ὀρθῶν δογμάτων καὶ τὴν καταπολέμηση τῶν αἱρετικῶν. Μαζὶ μὲ τὸν Ἅγιο Κύριλλο Ἀλεξανδρείας καταδίκασε τὸ Νεστοριανισμὸ καὶ ἀναθεμάτισε τὸν αἱρετικὸ Νεστόριο, τὸν ὁποῖο οἱ Πατέρες τῆς Γ’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου ἀπομάκρυναν καὶ καθαίρεσαν, ἐπειδὴ βλασφημοῦσε τὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν Ὑπεραγία Θεοτόκο. Ὁ Ἅγιος ἐργάσθηκε, ἐπίσης, γιὰ τὴν ἀναίρεση τῶν κακοδοξιῶν τοῦ Πελαγιανισμοῦ στὴ Μεγάλη Βρετανία καὶ ἱεραποστολικὰ γιὰ τὸν εὐαγγελισμὸ τῶν κατοίκων τῆς Ἰρλανδίας.
Ὁ Ἅγιος Κελεστίνος κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 431 μ.Χ.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ἅγιος Ἀμάνδος 

Ὁ Ἅγιος Ἀμάνδος ἦταν Ἐπίσκοπος τῆς πόλεως Κόμο τῆς Ἰταλίας καὶ κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 440 μ.Χ.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ἅγιος Περπέτουος 

Ὁ Ἅγιος Περπέτουος καταγόταν ἀπὸ ἐπιφανὴ οἰκογένεια συγκλητικῶν καὶ χειροτονήθηκε Ἐπίσκοπος τῆς γαλλικῆς πόλεως τῆς Τουρώνης τὸ ἔτος 460 μ.Χ. Μεγάλωσε καὶ καλλώπισε τὸ ναὸ τοῦ Ἁγίου Μαρτίνου, στὸν ὁποῖο καὶ ἐνταφιάσθηκε. Κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 490 μ.Χ.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ἅγιος Νήφων ὁ Θαυματουργός Ἐπίσκοπος Νόβγκοροντ 

Ὁ Ἅγιος Νήφων γεννήθηκε στὴ Ρωσία καὶ ἔγινε μοναχὸς στὴ Λαύρα τῶν Σπηλαίων τοῦ Κιέβου κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ ἡγουμένου Τιμοθέου. Μοναδικὸ μέλημά του εἶχε τὸ στολισμὸ τῆς ψυχῆς του μὲ τὶς ἀρετές, γι’ αὐτὸ κοπίαζε στὴ νηστεία, τὴν ἀγρυπνία, τὴν προσευχὴ καὶ τὴν αὐστηρὴ ἄσκηση.

Ἡ φήμη τῆς θεοφιλοῦς πολιτείας του δὲν ἄργησε νὰ ξεπεράσει τὰ ὅρια τῆς Λαύρας. Ἔτσι, ὅταν τὸ ἔτος 1130 ὁ Ἐπίσκοπος τοῦ Νόβγκοροντ Ἅγιος Ἰωάννης († 7 Σεπτεμβρίου) παραιτήθηκε γιὰ νὰ ἐφησυχάσει σὲ μοναστήρι, ὁ Ἅγιος Νήφων ἐξελέγη διάδοχός του.

Μόλις ἀνέλαβε τὰ καθήκοντά του φρόντισε γιὰ τὴν ἀνέγερση ἱερῶν ναῶν καὶ ἐπιδόθηκε μὲ ἱερὸ ζῆλο στὸ κήρυγμα τοῦ Εὐαγγελίου. Πολλὲς φορὲς ἐπενέβη εἰρηνευτικὰ στὶς διενέξεις τῶν ἀρχόντων τῆς περιοχῆς, ποὺ τότε βρίσκονταν σὲ συνεχεῖς διαμάχες καὶ ἐμφύλιους πολέμους, πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ λαοῦ καὶ ὠφέλεια τῶν ψυχῶν τους.

Κατὰ τοὺς χρόνους τῆς ποιμαντορίας τοῦ Ἁγίου Νήφωνος οἱ κάτοικοι τοῦ Νόβγκοροντ ἐπαναστάτησαν καὶ ἔδιωξαν τὸν ἡγεμόνα τους Βσέβοβλοντ Μστισλάβιτς, καλώντας στὴν θέση του τὸν Σβιατοσλάβο Ὀλέγκοβιτς. Ὁ Σβιατοσλάβος, μόλις ἀνέλαβε τὴν ἡγεμονία, θέλησε νὰ συνάψει παράνομο γάμο. Ὁ Ἐπίσκοπος Νήφων, ὄχι μόνο ἀρνήθηκε νὰ τὸν τελέσει, ἀλλὰ ἀπαγόρευσε καὶ σὲ ὅλους τοὺς ἱερεῖς τῆς Ἐπισκοπῆς του νὰ ἐπευλογήσουν τὴν παρανομία.

Ὁ ἡγεμόνας ὅμως δὲν ἄλλαξε διάθεση. Ἐξανάγκασε κάποιους ἱερεῖς, ποὺ εἶχε φέρει μαζί του ὅταν ἦλθε στὸ Νόβγκοροντ, νὰ τελέσουν τὸ μυστήριο. Ἀλλὰ καὶ μετὰ ἀπὸ αὐτὸ ὁ Ἅγιος Νήφων δὲν ἔπαυσε νὰ στηλιτεύει μὲ παρρησία τὸν Σβιατοσλάβο.

Ἰδιαίτερα ἀξιοσημείωτη εἶναι ἡ μέριμνα τοῦ Ἁγίου Νήφωνος γιὰ τὴ διατήρηση τῆς κανονικῆς ἐξαρτήσεως τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας ἀπὸ τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο.

Ὅταν γιὰ ἄγνωστους λόγους ὁ Μητροπολίτης Κιέβου Μιχαήλ, ἀναχώρησε γιὰ τὸ Βυζάντιο, ὁ ἡγεμόνας τοῦ Κιέβου Ἰζιασλάβος Μστισλάβιτς, υἱὸς τοῦ μεγάλου ἡγεμόνος Μστισλάβου Βλαντιμίροβιτς, συγκάλεσε Σύνοδο τῶν Ρώσων Ἐπισκόπων καὶ τοὺς πρότεινε νὰ ἐκλέξουν Μητροπολίτη τὸν μοναχὸ Κλήμεντα (Σμολιάτιτς) τὸν Φιλόσοφο, χωρὶς τὴν ἔγκριση καὶ εὐλογία τοῦ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως. Στὴ θέληση τοῦ ἰσχυροῦ ἡγεμόνος ὑπέκυψαν τὰ περισσότερα μέλη τῆς Συνόδου. Ὁ Ἅγιος Νήφων δὲν συμφωνοῦσε μὲ κανένα τρόπο, οὔτε ἀνεγνώρισε  στὴ συνέχεια τὴν ἐκλογὴ καὶ χειροτονία τοῦ Κλήμεντος. Ὁ Ἰζιασλάβος τότε ἀπαγόρευσε στὸν Ἅγιο νὰ ἐπιστρέψει στὴν Ἐπισκοπή του καὶ τὸν περιόρισε στὴ μονὴ τῶν Σπηλαίων.

Ὡστόσο τὸν ἑπόμενο χρόνο ὁ ἡγεμόνας τῆς Σουζδαλίας Γεώργιος ὁ Μονομάχος κατέλαβε τὸ Κίεβο, ἔδιωξε τὸν Ἰζιασλάβο καὶ ἐλευθέρωσε τὸν Ἅγιο Νήφωνα. Ὁ δίκαιος Ἱεράρχης ἐπέστρεψε μὲ τιμὲς στὸ Νόβγκοροντ.
Ὁ Ἅγιος Νήφων, λίγο πρὶν τὴν ὁσιακὴ κοίμησή του, εἶδε σὲ ὅραμα τὸν Ὅσιο Θεοδόσιο τῶν Σπηλαίων. Δεκατρεῖς ἡμέρες μετά, τὸ Σάββατο τῆς Διακαινησίμου τοῦ ἔτους 1156, κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη καὶ ἐνταφιάσθηκε στὴ μονὴ τῶν Σπηλαίων, δίπλα στὰ ἄλλα ἱερὰ λείψανα τῶν κεκοιμημένων Πατέρων.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ἅγιος Μάρτυς Καλλιόπιος καταγόταν ἀπὸ τὴν Πέργη τῆς Παμφυλίας καὶ ἔζησε κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ βασιλέως Μαξιμιανοῦ (286 – 305 μ.Χ.). Σὲ πολὺ μικρὴ ἡλικία ἔμεινε ὀρφανὸς ἀπὸ πατέρα καὶ ἡ ἐνάρετη μητέρα του Θεόκλεια τὸν ἀνέθρεψε καὶ τὸν γαλούχησε μὲ τὰ νάματα τῆς Χριστιανικῆς πίστεως. Ἔτσι κατὰ τὴν περίοδο τῶν διωγμῶν ὁ νεαρὸς Καλλιόπιος ὄχι μόνο δὲν φοβήθηκε, ἀλλὰ ἀντιθέτως ἐμψύχωνε καὶ παρηγοροῦσε τοὺς ὀλιγόψυχους. Ἐνῷ ὁ διωγμὸς εἶχε κηρυχθεῖ, ὁ Ἅγιος ἀναχώρησε γιὰ τὴν Πομπηϊούπολη, ὅπου αὐτοβούλως παρουσιάσθηκε στὸν ἔπαρχο Μάξιμο, τὸν ὁποῖο ἔλεγξε γιὰ τὰ ἐγκλήματά του κατὰ τῶν Χριστιανῶν. Ὀργισμένος ὁ ἔπαρχος διέταξε νὰ τὸν συλλάβουν, νὰ τὸν βασανίσουν καὶ νὰ τὸν κλείσουν στὴ φυλακή. Μαζί του εἰσῆλθε στὴ φυλακὴ καὶ ἡ μητέρα του, ἡ ὁποία σπόγγιζε τὸ αἷμα τοῦ υἱοῦ της. Γιατί ἀφοῦ ἔδωσε ὅλο τὸν πλοῦτο της στοὺς πτωχούς, ἀκολούθησε τὸ παιδί της στὴν πορεία πρὸς τὸ μαρτύριο. Ἀφοῦ ἔβγαλαν ἀπὸ τὴν φυλακὴ τὸν Ἅγιο, τὸν καταδίκασαν σὲ σταυρικὸ θάνατο. Ἔτσι ἔγινε κοινωνὸς  μὲ τὸν Χριστὸ ὄχι μόνο στὸ Πάθος ἀλλὰ καὶ στὴν ἡμέρα ἀκόμη. Γιατί ἦταν Μεγάλη Παρασκευὴ ὅταν σταυρώθηκε. Ἡ μητέρα του ἔδωσε στοὺς δήμιους πέντε χρυσὰ νομίσματα καὶ τοὺς παρακάλεσε νὰ μὴν σταυρώσουν τὸν υἱό της ὅμοια μὲ τὸν Χριστό, ἀλλὰ μὲ τὸ κεφάλι πρὸς τὰ κάτω. Καὶ ἀφοῦ σταυρώθηκε τὴν Τρίτη ὥρα τῆς Παρασκευῆς, παρέδωσε τὸ πνεῦμα. Ἡ δὲ μητέρα του, ἀφοῦ ἔπεσε ἐπάνω στὸν ἐσταυρωμένο υἱό της, παρέδωσε τὴν ψυχή της.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr   

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Ἐκβλαστήσας ὡς ῥόδον Μάρτυς ἀμάραντον, ἀθλητικῶς κατευφραίνεις τὴν Ἐκκλησίαν Χριστοῦ, τῇ εὐπνοίᾳ τῶν λαμπρῶν κατορθωμάτων σου· σὺ γὰρ παθῶν ζωοποιῶν, ἀνεδείχθης κοινωνός, νομίμως ἀνδραγαθήσας, ὦ Καλλιόπιε μάκαρ, ὑπὲρ τῆς δόξης τοῦ Σωτῆρος ἡμῶν.

 

Κοντάκιον. Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Μαρτυρίου στίγμασι, σὲ ἱερῶς κοσμηθέντα, καὶ ἁγίοις πάθεσι, συμμορφωθέντα Κυρίῳ, βλέψασα, ἡ σὲ τεκοῦσα ἁγία μήτηρ, σύμψυχος, τῇ προαιρέσει Μάρτυς σοι ὤφθη, Καλλιόπιε θεόφρον, μεθ’ ἧς δυσώπει ἐλεηθῆναι ἡμᾶς.

 

Μεγαλυνάριον.
Λόγοις τοῖς μητρῴοις ἱκανωθείς, αὐτόκλητος ἧκες, πρὸς ἀγῶνας μαρτυρικούς, οὓς καὶ διανύσας, Πατρὸς τοῦ οὐρανίου, τέκνον ὡραῖον ὤφθης, ὦ Καλλιόπιε.

Οἱ Ἅγιοι Ἐπιφάνιος, Ρουφίνος καὶ Δονάτος οἱ Μάρτυρες καὶ οἱ σὺν αὐτοῖς μαρτυρήσαντες

Ὁ Ἅγιος Ἱερομάρτυς Ἐπιφάνιος, ὁ ὁποῖος ἦταν Ἐπίσκοπος καὶ οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες Ρουφίνος ὁ διάκονος καὶ Δονάτος, μαρτύρησαν μαζὶ μὲ ἄλλους Χριστιανοὺς στὴν Ἀφρική.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr   

Οἱ Ἅγιοι Ρουφίνος καὶ Ἀκυλίνη οἱ Μάρτυρες καὶ οἱ σὺν αὐτοὶς διακόσιοι Μάρτυρες 

Ὁ Ἅγιος Μάρτυς Ρουφίνος, ὁ διάκονος καὶ ἡ Ἁγία Μάρτυς Ἀκυλίνα μαρτύρησαν μαζὶ μὲ ἄλλους διακόσιους Χριστιανοὺς στὴ Σινώπη κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Δεκίου (249 – 251 μ.Χ.).

Ὄντας ἐκεῖνο τὸν καιρὸ ὁ Ἅγιος Ρουφίνος διάκονος τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, δίδασκε πολλοὺς στὸ Ὄνομα τοῦ Χριστοῦ. Γι’ αὐτὸ συνελήφθη καὶ κλείσθηκε στὴ φυλακή. Ἡ Χριστιανὴ Ἀκυλίνα, ἐπειδὴ τὸν ἐπισκέφθηκε, συνελήφθη καὶ ἡ ἴδια. Καὶ οἱ δύο, ἀφοῦ παρουσιάσθηκαν στὸν ἄρχοντα, ὁμολόγησαν τὴν πίστη τους στὸν Χριστὸ καὶ βασανίσθηκαν σκληρά. Ὅμως, μὲ τὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ θαυματούργησαν καὶ προετοίμασαν τοὺς παρευρισκόμενους διακόσιους στρατιῶτες νὰ πιστέψουν στὸν Χριστό. Ὁ ἄρχοντας ὀργισμένος διέταξε νὰ θανατωθοῦν ὅλοι μὲ μαχαίρι. Καὶ ἀφοῦ τοὺς ἔδεσαν οἱ δήμιοι, τοὺς ὁδήγησαν στὸν τόπο τῆς ἀθλήσεως καὶ τοὺς ἀποκεφάλισαν ὅλους. Ἔτσι οἱ Ἅγιοι αὐτοὶ Μάρτυρες ἔλαβαν ἀπὸ τὸν δωρεοδότη Κύριο τὸ στέφανο τῆς δόξας καὶ τοῦ μαρτυρίου.
Σύμφωνα μὲ τὸν Λαυριωτικὸ Κώδικα οἱ Ἅγιοι παρακολούθησαν τὸ μαρτύριο τοῦ Ἁγίου Χριστοφόρου.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr    

Ὁ Ἅγιος Γεώργιος ὁ Σημειοφόρος Ἐπίσκοπος Μυτιλήνης

Ὁ Ἅγιος Γεώργιος, Ἐπίσκοπος Μυτιλήνης, ἔζησε κατὰ τοὺς χρόνους τῆς εἰκονομαχίας. Ἀγωνίσθηκε σθεναρὰ κατὰ τῶν δυσσεβῶν εἰκονομάχων καὶ ἐξορίσθηκε σὲ κάποιο νησὶ τῆς Προποντίδος, ὅπου καὶ πέθανε ἀπὸ τὶς κακουχίες τὸ ἔτος 821 μ.Χ. σὲ ἡλικία σαράντα πέντε ἐτῶν. Τὸ τίμιο λείψανό του παρέμεινε ἐνταφιασμένο ἐπὶ εἴκοσι χρόνια στὸν τόπο τῆς ἐξορίας. Ἐπὶ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Μεθοδίου (842 – 847 μ.Χ.), μετὰ τὴν ἀποκατάσταση τῆς Ὀρθοδοξίας, ἔγινε ἡ ἀνακομιδὴ πολλῶν ἱερῶν λειψάνων Ἁγίων ποὺ πέθαναν στὴν ἐξορία, ὅπως τοῦ Θεοφύλακτου Νικομηδείας, τοῦ Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου καὶ τοῦ Νικηφόρου Κωνσταντινουπόλεως.

Τότε, καὶ συγκεκριμένα κατὰ τὰ ἔτη 846 – 847 μ.Χ., ἀνεκομίσθηκε στὴ Μυτιλήνη μὲ πολλὲς τιμὲς καὶ τὸ τίμιο σκήνωμα τοῦ Ἁγίου Γεωργίου. Νὰ πῶς περιγράφεται στὸ Βίο του τὸ γεγονὸς αὐτό: «Πάντες οἱ τῆς νήσου Μυτιλήνης οἰκήτορες, ἅμα πρεσβυτέροις καὶ παντὶ τῷ κλήρῳ παρεγένοντο ἔνθα κατέκειτο τὸ σῶμα τοῦ ὁσίου πατρὸς ἡμῶν καὶ ὁμολογητοῦ Γεωργίου, καὶ δι’ ὅλης τῆς νυκτὸς ἀγρυπνήσαντες, τῇ ἐπιούσῃ ἡμέρᾳ λαβόντες τὸ σῶμα μετὰ ψαλμῶν καὶ ὕμνων ἀπεκόμισαν αὐτὸ εἰς τὴν ἰδὶαν νῆσον καὶ κατέθεικαν αὐτὸ μετὰ καὶ τῶν λοιπῶν πατέρων, δόξαν ἀναπέμποντες τῷ Πατρὶ καὶ τῷ Υἱῷ καὶ τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι».
Εὐλαβὴς παράδοση, ποὺ διασώθηκε μέχρι τὶς ἡμέρες μας, θεωρεῖ ὡς τόπο ταφῆς τοῦ Ἁγίου τὴ θέση «Τρία Κυπαρίσσια» (Σαρῆ Μπαμπᾶ), κοντὰ στὸ παρεκκλήσι τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου. Κατὰ τὸν 18ο αἰώνα μ.Χ. ἐσώζετο καὶ τιμόταν στὴ Μυτιλήνη ἡ χεῖρα τοῦ Ἁγίου. Αὐτὴ πιθανῶς εἶναι ἡ δεξιὰ χεῖρα ποὺ σώζεται σήμερα στὸ Σκαλοχώρι καὶ φέρει ἐπιγραφὴ «Ἅγιος Γιόργις» καὶ κοινῶς θεωρεῖται ὡς χεῖρα τοῦ Ἁγίου Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr   

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Θείου Πνεύματος, καρποφορήσας, ὡς θεόφυτος λειμὼν τὴν χάριν, Ἱεράρχα τῶν ἀρρήτων Γεώργιε, τὰς τῶν ψυχῶν ἐγεώργησας αὔλακας, ὡς ἐπιπνοίας ἀΰλου γεώργιον. Πάτερ Ὅσιε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

 

Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ’. Τῇ ὑπερμάχῳ.

Ὡς εὐσεβείας γεωργὸς καὶ μύστης ἔνθεος

Καὶ τῆς σοφίας θεοφύτευτον γεώργημα

Φυτοκόμος ἐχρημάτισας τῶν ἀρίστων·

Τοῦ Χριστοῦ γὰρ τὴν Εἰκόνα σεβαζόμενος

Τῆς αἰρέσεως διήλεγξας τὸ φρόνημα·
Ὅθεν κράζομεν, χαίροις Πάτερ Γεώργιε.

 

Μεγαλυνάριον.
Χαίροις γεωργίας καινῆς βλαστός, καὶ τῆς Ἐκκλησίας, πνευματέμφορος γεωργός· χαίροις Μυτιλήνης, ὁ θεῖος ποδηγέτης, Γεώργιε παμμάκαρ, μύστα τῆς χάριτος.

Ὁ Ὅσιος Λεύκιος ἐκ Ρωσίας

Ὁ Ὅσιος Λεύκιος ἦταν ἱδρυτὴς καὶ ἡγούμενος τῆς μονῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου Βολοκολὰμσκ τῆς Ρωσίας, κοντὰ στὸν ποταμὸ Ρούζα. Κοιμήθηκε ὁσίως μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 1492.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr    

Ὁ Ὅσιος Δανιὴλ τοῦ Περεγιασλάβλ

Ὁ Ὅσιος Δανιήλ, κατὰ κόσμον Δημήτριος, γεννήθηκε μεταξὺ τῶν ἐτῶν 1459 – 1460 στὸ Περεγιασλάβλ – Ζελέσκϊυ τῆς Ρωσίας ἀπὸ εὐσεβεῖς καὶ φιλόθεους γονεῖς, τὸν Κωνσταντίνο καὶ τὴν Θεοδοσία, ἡ ὁποία ἀργότερα ἔγινε μοναχὴ μὲ τὸ ὄνομα Θέκλα. Ἀπὸ μικρὴ ἡλικία διδάχθηκε τὰ τῆς μοναχικῆς πολιτείας κοντὰ στὸν ἡγούμενο τῆς μονῆς Νικίτσκϊυ τοῦ Περεγιασλάβλ, Ἰωνᾶ. Ἔγινε μοναχὸς στὴ μονὴ τοῦ Ὁσίου Παφνουτίου (Μπορόβσκι) καὶ τὴν πνευματική του ζωὴ καθοδήγησε ὁ Ἅγιος Λεύκιος τοῦ Βολοκολὰμσκ ποὺ τιμᾶται τὴν ἴδια ἡμέρα (7 Ἀπριλίου).

Ὅταν ὁ Ὅσιος Δανιὴλ ἐπέστρεψε στὴν γενέτειρά του, ἀφιέρωσε τὸν ἑαυτό του στοὺς φτωχοὺς καὶ τὸν ἐνταφιασμὸ τῶν ἀστέγων. Στὴ συνέχεια ἵδρυσε μονὴ κοντὰ στὸ κοιμητήριο τῆς πόλεως καὶ κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 1540.
Ἡ Ἐκκλησία τιμᾶ, ἐπίσης, τὴν μνήμη του στὶς 28 Ἰουλίου καὶ στὶς 30 Δεκεμβρίου.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr   

Ὁ Ὅσιος Γεράσιμος ὁ Βυζάντιος

Ὁ Ὅσιος Γεράσιμος, ὁ διδάσκαλος, καταγόταν ἀπὸ εὐσεβὲς γένος. Γεννήθηκε στὴν Κωνσταντινούπολη, στὰ λεγόμενα Ὑψωμάθεια, ἀπὸ γονεῖς εὐσεβεῖς. Συναναστράφηκε στὴν πατρίδα του μὲ σοφοὺς ἄνδρες, ἦλθε στὴν Πάτμο, ὅπου μαθήτευσε κοντὰ στὸν πιὸ σοφὸ δάσκαλο τοῦ Γένους, τὸν Ὅσιο Μακάριο τὸν Καλογερά, στὴν περιώνυμη Πατμιάδα Σχολὴ καὶ ἀνέλαβε τὴν καθοδήγησή της μετὰ τὴν ὁσιακὴ κοίμηση τοῦ Ὁσίου Μακαρίου. Ἀφοῦ ἀπομακρύνθηκε ἀπὸ τὶς βιοτικὲς μέριμνες, ἔγινε μοναχὸς στὴ βασιλικὴ καὶ πατριαρχικὴ Μονὴ τοῦ Εὐαγγελιστοῦ καὶ Θεολόγου Ἰωάννου στὴν Πάτμο, στὴν ὁποία καὶ χειροτονήθηκε ἱερέας.

Πολιτεύθηκε μὲ ὅσιο καὶ καλὸ τρόπο, ὑπῆρξε ἄριστος παιδαγωγὸς τῶν νέων καὶ φώτισε τοὺς πάντες. Ἀφοῦ ἀρρώστησε ἀπὸ λιθίαση, ἀναχώρησε γιὰ τὴ Σμύρνη πρὸς θεραπεία τῆς ἀρρώστιας του. Ἐπειδὴ δὲν πέτυχε τὸν σκοπό του, πῆγε στὴν Κρήτη, ὅπου κοιμήθηκε ὁσιακῶς τὸ ἔτος 1770 καὶ τάφηκε στὴν Ἱερὰ Μονὴ τῆς Παναγίας Τριάδος, τὴν ἐπονομαζόμενη τῶν Τζαγκαρόλων. Μόλις ἔμαθαν οἱ μοναχοὶ στὴν Πάτμο τὴν κοίμηση τοῦ Ὁσίου κατέφθασαν μὲ πλοῖο στὴν Κρήτη, ζητώντας τὸ τίμιο λείψανό του. Ὅταν ἀρνήθηκαν οἱ Πατέρες τῆς Μονῆς τῆς Ἁγίας Τριάδος νὰ ἀποδώσουν τὸν πολύτιμο θησαυρὸ «ὃν ἀπέστειλεν αὐτοῖς ὁ Θεός» ἔγινε ἀγρυπνία καὶ κατὰ τὴν διάρκεια τοῦ χερουβικοῦ Ὕμνου ἐκόπη αὐτομάτως τὸ ἱερὸ δεξὶ χέρι τοῦ Ὁσίου, τὸ ὁποῖο ἔλαβαν καὶ μετέφεραν οἱ μοναχοὶ στὴν Πάτμο, ὅπου βρίσκεται μέχρι σήμερα, ἀναβλύζοντας τὶς δωρεὲς τῆς χάριτος σὲ ὅσους προσέρχονται σὲ αὐτὴ μὲ πίστη.
Τὸ χαριτόβρυτο λείψανο τοῦ Ὁσίου ποὺ φυλασσόταν κάτω ἀπὸ τὴν ἁγία Τράπεζα τοῦ Καθολικοῦ τῆς σεβασμίας Μονῆς τῶν Τζαγκαρόλων, μαζὶ μὲ τὸ λείψανο τοῦ ὁσίου πατρὸς ἡμῶν Ἀκακίου, ποὺ ἔζησε ὁσιακῶς στὴ  Μονὴ καὶ τελειώθηκε ὁ βίος του σὲ αὐτήν, παραδόθηκε στὴ φωτιὰ ἀπὸ μιαροὺς Ἀγαρηνοὺς ποὺ ἐπέδραμαν ἐναντίον τῆς Ἱερᾶς Μονῆς τὸ ἔτος 1720 καὶ τὴν ἔκαψαν. Χάθηκε ἔτσι ὁ σπουδαῖος αὐτὸς θησαυρὸς τῆς χάριτος.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr    

Ὁ Ὅσιος Ἀγαπητὸς ὁ Τυφλός

Ὁ Ὅσιος Ἀγαπητὸς ἀσκήτεψε θεοφιλῶς στὴ μονὴ Βάλαμο τῆς Φιλανδίας καὶ κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 1905.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr   

Ὁ Ὅσιος Σάββας ὁ Νέος ὁ ἐν Καλύμνῳ

Ὁ Ὅσιος Σάββας ὁ Νέος, κατὰ κόσμο Βασίλειος, γεννήθηκε τὸ ἔτος 1862 στὴν Ἡρακλείτσα τῆς περιφέρειας Ἀβδὶμ τῆς Ἀνατολικῆς Θράκης ἀπὸ πτωχοὺς καὶ ἁπλοϊκοὺς γονεῖς, τὸν Κωνσταντίνο καὶ τὴ Σμαραγδή.

Ὁ Βασίλειος μεγάλωσε ἔχοντας βαθιὰ πίστη καὶ μεγάλη εὐσέβεια καὶ προσπαθώντας νὰ μιμηθεῖ τὴν ἄσκηση τῶν Ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας μας. Σὲ ἡλικία δώδεκα ἐτῶν ὁ Βασίλειος διαπίστωνε καθημερινὰ ὅτι τὸ ἐπάγγελμα ποὺ ἀσκοῦσε δὲν ἦταν στὰ μέτρα του καὶ ποθοῦσε μία ἄλλη ζωή. Ἤθελε νὰ ζήσει μόνο γιὰ τὸν Χριστὸ καὶ νὰ ἀκολουθήσει τὴν ὁδὸ τῆς μοναχικῆς πολιτείας. Ἔτσι ἔλαβε πλέον τὴν ἀμετάκλητη ἀπόφαση νὰ φύγει, ἐγκαταλείποντας τὰ ἐγκόσμια καὶ κάνοντας πράξη τοὺς λόγους τοῦ Κυρίου, «ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν ἀπαρνησάσθω ἑαυτὸν καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ». Κατευθύνεται στὸ Ἅγιον Ὄρος, στὴν Ἱερὰ Σκήτη τῆς Ἁγίας Ἄννης, ὅπου ἐπὶ δώδεκα ἔτη ζεῖ πλέον μὲ προσευχὴ καὶ αὐστηρὴ ἄσκηση.

Ἔντονη ἦταν καὶ ἡ ἐπιθυμία τοῦ Ὁσίου νὰ ἐπισκεφθεῖ τοὺς Ἁγίους Τόπους, τὴν ὁποία πραγματοποιεῖ ἀφοῦ πρῶτα διέρχεται ἀπὸ τὴν γενέτειρά του. Δέος τὸν καταλαμβάνει καθὼς ἀντικρίζει τὸν Πανάγιο Τάφο. Ἐλπίζοντας πάντα στὴν βοήθεια τοῦ Θεοῦ, εἰσέρχεται στὴν ἱερὰ μονὴ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου Χοζεβᾶ, ὅπου ἔπειτα ἀπὸ τριετῆ ἐνάρετο βίο κείρεται μοναχὸς τὸ 1890 καὶ ἀργότερα, τὸ ἔτος 1894, ἀποστέλλεται ἀπὸ τὸν ἡγούμενο τῆς μονῆς, Καλλίνικο, στὴν Σκήτη τῆς Ἁγίας Ἄννης, κοντὰ στὸν ἀρχιμανδρίτη Ἄνθιμο, γιὰ νὰ ἀσκηθεῖ στὴν ἁγιογραφία. Τὸ 1902 χειροτονεῖται διάκονος καὶ τὸ ἑπόμενο ἔτος πρεσβύτερος. Διακονεῖ δὲ μέχρι τὸ ἔτος 1906 ὡς ἐφημέριος τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, ὅπου γνωρίζεται μὲ τὸν ἀρχιμανδρίτη Χρυσόστομο Παπαδόπουλο, τὸν μετέπειτα Ἀρχιεπίσκοπο Ἀθηνῶν καὶ πάσης Ἑλλάδος, ὁ ὁποῖος ἔλεγε γιὰ τὸν Ἅγιο Σάββα στὸν Καλύμνιο φίλο του Γεράσιμο Ζερβό, πρὶν ἀκόμη ὁ Ἅγιος κοιμηθεῖ: «Νὰ ξέρεις, Γεράσιμε, ὅτι ὁ πατὴρ Σάββας εἶναι ἅγιος ἄνθρωπος».

Τὸ ἔτος 1907 ἐπανέρχεται στὴ μονὴ Χοζεβᾶ, ὅπου διάγει βίο ἀσκητικὸ μὲ τέλεια ὑποταγὴ στοὺς ἀσκητικοὺς κανόνες, ἄκρα ταπείνωση, χαμαικοιτία, στέρηση παντὸς ὑλικοῦ ἀγαθοῦ, ἀκολουθώντας τὸ πατερικὸ «ὁ ἀκτήμων μοναχός, ὑψιπέτης ἀετός». Ἡ τροφή του ἦταν μία κουταλιὰ βρεγμένο σιτάρι καὶ νερὸ ἀπὸ τὸν ποταμό.

Τὸ ἔτος 1916 ἐπιστρέφει ὁριστικὰ στὴν Ἑλλάδα, μεταβαίνει στὴ νῆσο Πάτμο, ὅπου διαμένει δύο χρόνια καὶ ἱστορεῖ δύο εἰκόνες στὸ Καθολικὸ τῆς μονῆς. Ἔπειτα ἔρχεται στὴν Ἀθήνα, ὅπου πληροφορεῖται ὅτι τὸν ἀναζητεῖ ὁ Ἅγιος Νεκτάριος, Μητροπολίτης Πενταπόλεως. Μεταβαίνει στὴν Αἴγινα καὶ διακονεῖ τὸν Ἅγιο μέχρι τὴν ἡμέρα τῆς κοιμήσεώς του. Ἡ συγκαταβίωση μὲ τὸν Ἅγιο Νεκτάριο συνέβαλε στὴν πνευματική του πρόοδο. Γνώρισε τὴν αὐστηρὴ ἄσκηση τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου, τὴν παροιμιώδη ταπείνωσή του, τὴν ἁπλότητά του. Ἔζησε τὸ πρῶτο θαῦμα τοῦ Ἁγίου, ὅταν μετὰ τὴν κοίμησή του εἶδε τὸν Ἅγιο νὰ κλίνει τὴν κεφαλή του προκειμένου νὰ τοῦ φορέσει τὸ πετραχήλι του καὶ νὰ ἐπανέρχεται κατόπιν στὴν θέση της. Ἐπὶ τρεῖς συνεχεῖς ἡμέρες οἱ ἀδελφὲς τῆς μονῆς στὴν Αἴγινα ἄκουγαν συνομιλίες ἀπὸ τὸν τάφο τοῦ Ἁγίου, ὅταν δὲ πλησίασαν, εἶδαν ἐκεῖ τὸν Ὅσιο Σάββα νὰ συνομιλεῖ μὲ τὸν Ἅγιο Νεκτάριο. Ὁ Ὅσιος ἔμεινε ἔγκλειστος στὸ κελί του γιὰ σαράντα ἡμέρες. Κατὰ τὴν τεσσαρακοστὴ ἡμέρα ἐξῆλθε κρατώντας μία εἰκόνα τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου, τὴν ὁποία ἐνεχείρησε στὴν ἡγουμένη μὲ τὴν ἐντολὴ νὰ τὴν τοποθετήσει στὸ προσκυνητάρι. Ἡ ἡγουμένη ἀπάντησε ὅτι αὐτὸ δὲν ἦταν δυνατὸ νὰ γίνει, διότι ὁ Ἅγιος δὲν εἶχε ἀναγνωρισθεῖ ἐπίσημα ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία καὶ μία τέτοια ἐνέργεια ἴσως νὰ ἔθετε τὴ μονὴ σὲ διωγμό. Τότε ὁ Ὅσιος Σάββας τῆς εἶπε ἐπιτακτικά: «Ὀφείλεις νὰ κάνεις ὑπακοή. Νὰ πάρεις τὴν εἰκόνα, νὰ τὴν βάλεις στὸ προσκυνητάρι καὶ τὶς βουλὲς τοῦ Θεοῦ νὰ μὴν τὶς περιεργάζεσαι».

Στὴν Αἴγινα δὲν μπορεῖ πλέον νὰ μείνει, διότι προσέρχεται πολὺς κόσμος καὶ αὐτὸ κουράζει τὸν φιλήσυχο Ὅσιο. Μεταβαίνει στὴν Ἀθήνα καὶ κατόπιν στὴν Κάλυμνο, ὅπου μετὰ ἀπὸ περιπλάνηση στὶς μονὲς καὶ τὰ ἡσυχαστήρια τοῦ νησιοῦ, καταλήγει στὴ μονὴ τῶν Ἁγίων Πάντων. Ἐκεῖ ἀρχίζει μία ἔντονη πνευματικὴ ζωή. Ἁγιογραφεῖ, τελεῖ τὰ Θεία Μυστήρια καὶ τὶς Ἱερὲς Ἀκολουθίες, ἐξομολογεῖ, διδάσκει διὰ τοῦ στόματος καὶ διὰ τοῦ παραδείγματός του καὶ βοηθάει χῆρες, ὀρφανὰ καὶ φτωχούς. Ἦταν ἐπιεικὴς καὶ εὔσπλαχνος μὲ τὶς ἁμαρτίες τῶν ἄλλων, δὲν ἀνεχόταν ὅμως τὴν βλασφημία καὶ τὴν κατάκριση. Πολλὲς φορὲς δάκρυζε καὶ μὲ πόθο παρακαλοῦσε γιὰ τὴν μετάνοια τῶν πνευματικῶν του τέκνων, κατὰ δὲ τὴ Θεία Λειτουργία εἶχε τέλεια προσήλωση στὸ συντελούμενο μυστήριο. Ἀξιώθηκε τῆς εὐωδίας τοῦ σώματός του ἐν ζωῇ, καθὼς καὶ τὸ πέρασμά του ἦταν εὐῶδες, εὐωδία ἡ ὁποία θὰ ἐξέλθει καὶ ἀπὸ τὸ μνῆμα του μετὰ τὴν ἐκταφή του. Χρήματα δὲν κρατοῦσε ποτέ, ἡ ζωή του ἦταν μία συνεχὴς κατάσταση ἁγίας ὑπακοῆς. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπο συμπλήρωσε τὶς ἡμέρες τῆς ἐπίγειας ζωῆς του, μὲ ἄκρα περισυλλογὴ καὶ ἱερὰ κατάνυξη, ἐνῷ λίγο πρὶν τὸ τέλος ἡ τελευταία φράση του ἦταν «Ὁ Κύριος, ὁ Κύριος, ὁ Κύριος, ὁ Κύριος, ὁ Κύριος, ὁ Κύριος». Ἡ ὁμολογία αὐτὴ ἦταν ἡ βεβαίωση τῆς ἐν Χριστῷ πορείας του.

Μετὰ ἀπὸ δέκα ἔτη, ἔγινε ἡ ἀνακομιδὴ τῶν ἁγίων καὶ χαριτόβρυτων λειψάνων του, στὶς 7 Ἀπριλίου 1957, προεξάρχοντος τοῦ μακαριστοῦ Μητροπολίτου Λέρου, Καλύμνου καὶ Ἀστυπαλαίας κυροῦ Ἰσιδώρου, ἐνώπιον πλήθους λαοῦ. Ἕνα πυκνὸ νέφος θείας εὐωδίας κάλυψε ὁλόκληρη τὴν περιοχὴ καὶ τὸ νέο γιὰ τὸ θεϊκὸ σημεῖο ἔκανε ἀμέσως τὸ γύρο τοῦ νησιοῦ. Τὸ ἱερὸ λείψανο τοῦ Ὁσίου μεταφέρθηκε σὲ λάρνακα, στὸ παρεκκλήσιο τοῦ Ἁγίου Σάββα τοῦ Ἡγιασμένου.

Ἡ ἐπίσημη ἁγιοποίηση τοῦ Ὁσίου Πατρὸς ἡμῶν Σάββα τοῦ Νέου ἔγινε διὰ Πατριαρχικῆς
Συνοδικῆς Πράξεως τῆς 19ης Φεβρουαρίου 1992.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr   

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Τῆς Καλύμνου τὸ κλέος καὶ θεῖον ἔφορον, καὶ τῶν πάλαι Ὁσίων τὸν ἰσοστάσιον, εὐφημήσωμεν πιστοὶ Σάββαν τὸν Ὅσιον· ὅτι δεδόξασται λαμπρῶς, ὡς θεράπων τοῦ Χριστοῦ, θαυμάτων τῇ ἐνεργείᾳ, καὶ διανέμει τοῖς πᾶσι, παρὰ Θεοῦ χάριν καὶ ἔλεος.

 

Κοντάκιον. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Ἑορτάζει σήμερον, τῶν Καλυμνίων ἡ νῆσος, τὴν ἁγίαν μνήμην σου, ἀγαλλομένῃ καρδίᾳ· ἔσχε γὰρ, ὡς θεοδώρητον ὄντως πλοῦτον, σκῆνός σου, τὸ θεοδόξαστον Πάτερ Σάββα, ᾧ προστρέχουσα ἐν πίστει, ῥῶσιν λαμβάνει, ψυχῆς τε καὶ σώματος.

 

Μεγαλυνάριον.
Χαίροις τῆς Καλύμνου ὁ ἀρωγός, καὶ Δωδεκανήσου, λαμπαδοῦχος θεοφανής· χαίροις ὁ παρέχων, τοῖς πάσχουσι τὴν ῥῶσιν, ὦ Σάββα θεοφόρε, Ὁσίων σύσκηνε.