Blue Flower

Ὁ Ὁσιομάρτυρας Δομέτιος ἦταν Πέρσης καὶ ἔζησε στὰ χρόνια τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου. Διδάχθηκε τὴ χριστιανικὴ πίστη ἀπὸ κάποιο χριστιανό, ποὺ ὀνομαζόταν Ἄβαρος. Ὅταν τὸ ἔμαθαν αὐτὸ οἱ ἄνθρωποι τοῦ σπιτιοῦ του, ἐξεγέρθηκαν ἐναντίον του καὶ ὁ Δομέτιος ἀναγκάσθηκε νὰ τοὺς ἐγκαταλείψει.

Κατέφυγε στὴν πόλη Νίσιβη στὰ βυζαντινὰ σύνορα, ὅπου κλείστηκε σὲ κάποια μονή. Ἀναχώρησε, ὅμως, κι ἀπὸ κεῖ, γιὰ νὰ ἔλθει στὴ Θεοδοσιούπολη, στὴ μονὴ Σεργίου καὶ Βάκχου, ὅπου ὁ Δομέτιος καλλιέργησε σὲ μεγάλο βαθμὸ τὶς ἀρετὲς τοῦ Εὐαγγελίου. Ὁ προϊστάμενος τῆς μονῆς Οὐρβέλ, βλέποντας τὴν πνευματικὴ ἀνωτερότητα τοῦ Δομετίου, θέλησε νὰ τὸν κάνει πρεσβύτερο. Ἀλλὰ ὁ ἀγῶνας τοῦ Δομετίου δὲν ἦταν πὼς θὰ ἁρπάξει ἀξιώματα, ἀλλὰ πὼς θὰ τὰ ἀποφύγει. Διότι ἔμαθε ἀπὸ τὸν Κύριό του Ἰησοῦ Χριστό, νὰ εἶναι «ταπεινὸς τῇ καρδίᾳ» ποὺ σημαίνει, ταπεινὸς στὸ φρόνημα καὶ τὴν ἐσωτερικὴ διάθεση.

Γι’ αὐτὸ καὶ ἔφυγε στὰ ὄρη καὶ ζοῦσε μέσα σὲ μιὰ σπηλιὰ μὲ δύο μαθητές του. Ὅταν κάποτε περνοῦσε ἀπὸ ἐκει ὁ Ἰουλιανὸς ὁ Παραβάτης, διέταξε νὰ τὸν σκοτώσουν.
Οἱ στρατιῶτες τοῦ Ἰουλιανοῦ βρῆκαν τὸν Δομέτιο καὶ τοὺς μαθητές του νὰ ψάλλουν μέσα στὴ σπηλιά, ὅπου τοὺς φόνευσαν μὲ λιθοβολισμό.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Τὸν τῆς χάριτος λόγον εἰσποιησάμενος, πυρσολατρῶν τὰς τερθρείας ἀπεποιήσω σοφῶς, τῷ Χριστῷ ἀνατεθεῖς Πάτερ Δομέτιε· καὶ ἐν ἀθλήσει ἀκλινής, ὡς Ὁσίων μιμητής, ἐδείχθης Ὁσιομάρτυς· διὸ σὲ ὕμνοις τιμῶμεν, σὺν φοιτητῶν σου τῇ δυάδι σοφέ.

 

Κοντάκιον. Ἦχος β’. Τοὺς ἀσφαλεῖς.
Ὡς μυηθεὶς, τὴν πρὸς Χριστὸν εὐσέβειαν, ταῖς ἀρεταῖς, περιφανῶς διέπρεψας, ἱερῶς πολιτευσάμενος, θεομακάριστε Δομέτιε· τὴν ἄθλησιν γὰρ Πάτερ ὡς διάδημα, ἐπέθου τοῖς ὁσίοις σου πυκτεύμασι, πρεσβεύων ὑπὲρ τῶν εὐφημούντων σε.

 

Μεγαλυνάριον.
Σκότος καταλείψας τὸ περσικόν, ἔλαμψας ἐν κόσμῳ, ὥσπερ ἄστρον ἑωθινόν· πόνοις γὰρ ὁσίοις, καὶ ἄθλοις μαρτυρίου,  υἱὸς φωτὸς ἐδείχθης, Πάτερ Δομέτιε.

Ὁ Ἅγιος Ἀστέριος ὁ Ὁσιομάρτυρας καὶ Θαυματουργὸς

Πότε καὶ ποὺ μαρτύρησε δὲν ἀναφέρουν οἱ Συναξαριστές.

Στοὺς περισσότερους ἀπὸ τοὺς Κώδικες ἀναγράφεται ὡς «μάρτυς καὶ συγκλητικός, διὰ ξίφους τελειωθεῖς».
Στὸν Συναξαριστὴ τοῦ Ἁγίου Νικόδημου ἀναφέρεται ὡς «Ὁσιομάρτυς καὶ θαυματουργός».

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

Ὁ Ἅγιος Νάρκισσος ὁ Ἱερομάρτυρας Πατριάρχης Ἱεροσολύμων

Ἀναδείχτηκε 30ος ἢ κατ' ἄλλους 31ος Ἐπίσκοπος Ἱεροσολύμων, ἀπὸ τὸν πρῶτο, ποὺ ἦταν ὁ Ἰάκωβος ὁ ἀδελφόθεος. Ἦταν ἄνδρας ἐγκρατής, φιλάνθρωπος, διδακτικὸς καὶ ἄκαμπτος στὴν ἐκτέλεση τοῦ καθήκοντός του, χωρὶς νὰ ἐμποδίζεται ἀπὸ τὴν ἀντίδραση τῶν μοχθηρῶν ἐχθρῶν του.

Σὲ κάποια συκοφαντία ποὺ κάποτε ὀργανώθηκε ἐναντίον του, παρουσιάστηκαν τρεῖς ψευδομάρτυρες. Ὁ πρῶτος, γιὰ νὰ ἐπιβεβαιώσει τὴν ψευδοκατάθεσή του, εἶπε ὅτι ἂν λέει ψέματα νὰ πέσει φωτιὰ καὶ νὰ τὸν κάψει. Ὁ δεύτερος εἶπε νὰ γίνει σκωληκόβρωτος καὶ ὁ τρίτος νὰ τυφλωνόταν. Δὲν πέρασε λοιπὸν πολὺς καιρὸς καὶ οἱ ψευδομάρτυρες τιμωρήθηκαν ὅπως τοὺς ἅρμοζε. Ὁ πρῶτος κάηκε ἀπὸ κεραυνό, ὁ δεύτερος ἀρρώστησε βαριὰ καὶ τὸ λεπρὸ σῶμά του ἔτρωγαν σκουλήκια καὶ ὁ τρίτος τυφλώθηκε.

Ὁ Νάρκισσος ἀνέβηκε δυὸ φορὲς στὸ θρόνο καὶ πατριάρχευσε συνολικὰ 26 χρόνια.
Ἀπεβίωσε εἰρηνικὰ σὲ ἡλικία 116 χρόνων.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

Ὁ Ὅσιος Ὢρ 

Ὁ Ὅσιος αὐτὸς ἀσκήτευε στὸ ὄρος τῆς Νιτρίας. Στὴν ἀρχὴ καὶ γιὰ λίγα χρόνια ἔκανε ἐρημῖτης μὲ νηστεία, προσευχὴ καὶ μελέτη τοῦ θείου λόγου.

Κατόπιν ὅμως τὸν ἀνακάλυψαν χριστιανοὶ ποὺ ἐπιζητοῦσαν πνευματικὸ ὁδηγὸ καὶ ἀπὸ τότε ἡ φήμη τῆς ἁγιότητάς του ἁπλώθηκε παντοῦ. Χιλιάδες ἐπισκέπτες πήγαιναν κοντά του γιὰ νὰ ὠφεληθοῦν ἀπὸ τὴ διδασκαλία καὶ τὴν ταπεινοφροσύνη του.

Στὴ συνέχεια ὁ ὅσιος Ὢρ ἀνέπτυξε ἀδελφότητες καὶ ἵδρυσε μοναστήρια, στὰ ὁποῖα μὲ πολὺ ζῆλο καλλιεργοῦνταν ἡ πνευματικὴ καὶ ἡ σωματικὴ ἐργασία.
Ἐπίσης ὁ Ὅσιος εἶχε τὸ χάρισμα τοῦ λόγου καὶ ἤξερε πότε νὰ σιωπᾷ καὶ πότε νὰ μιλάει. Ἀπεβίωσε εἰρηνικὰ 90 χρονῶν, διατηρώντας τὴ διαύγεια τοῦ μυαλοῦ του μέχρι τελευταίας του πνοῆς.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

Οἱ Ὅσιοι Μύριοι (10.000) Ἀσκητὲς Θηβαῖοι 

Ἀπεβίωσαν εἰρηνικά.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

Ἡ Ὁσία Ποταμία ἡ Θαυματουργός 

Μαρτύρησε διὰ ξίφους.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

Ὁ Ἅγιος Σῴζων ἀπὸ τὴ Νικομήδεια

Τὸν ἔριξαν στὴ φωτιὰ καὶ θαυματουργικὰ μὲ τὴ θεία χάρη βγῆκε ἀβλαβής. Στὴ συνέχεια ἀπεβίωσε εἰρηνικά.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

Ὁ Ὅσιος Ὑπερέχιος 

Ὑπῆρξε ἀπὸ τοὺς μοναχούς, ποὺ μαζὶ μὲ τὴν πίστη, κατεῖχαν καὶ τοὺς θησαυροὺς τῆς χριστιανικῆς φιλοσοφίας. Ἦταν ἤρεμος, γλυκὸς καὶ σπάνια τὸν πλησίαζε ἡ φλόγα τῆς ὀργῆς. Ἔλεγε δὲ συχνά: «ὁ μὴ κρατῶν γλώσσης αὐτοῦ ἐν καιρῷ ὀργῆς, οὐδὲ παθῶν κρατήσει ὁ τοιοῦτος».
Ἀπεβίωσε εἰρηνικά, γεμάτος χάρη ἀπὸ τὸν Θεό.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

Ὁ Ὅσιος Δομέτιος ὁ σημειοφόρος 

Ὁ Ὅσιος αὐτὸς ἦταν Ἁγιορείτης ἀσκητής, ποὺ ἀσκήτευε στὰ ὅρια τῆς Μονῆς Φιλόθεου, ἔκανε μάλιστα καὶ θαύματα, καὶ ἀπεβίωσε εἰρηνικά.
Αὐτὸς εἶχε μαθητὴ τὸν Ὁσιομάρτυρα Δαμιανό.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος ὁ νέος , ὁ Ἰαματικὸς 

Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος ὁ νέος, ὁ ἰαματικός, γεννήθηκε στὴν Ἀθῆνα τὸ 862 ἀπὸ εὐσεβεῖς χριστιανούς. Ἀπὸ νεαρὴ ἡλικία φάνηκε ἡ θερμὴ πίστη ποὺ τὸν διακατεῖχε καὶ ἡ μεγάλη ἀγάπη πρὸς τοὺς συνανθρώπους του.

Ὅταν ἀποφάσισε νὰ ἀποσυρθεῖ στὸν μοναχικὸ βίο, μοίρασε τὴν περιουσία του σ’ ὅσους εἶχαν ἀνάγκη καὶ πῆγε λίγο ἔξω ἀπὸ τὴν Ἀθῆνα. Ὅμως πολλοὶ ἦταν αὐτοὶ ποὺ πήγαιναν γιὰ νὰ τὸν δοῦν καὶ νὰ τὸν συμβουλευτοῦν, κάτι ποὺ τὸν ἐμπόδισε νὰ διαλογιστεῖ.

Γι’ αὐτὸν τὸν λόγο καὶ γιὰ νὰ μπορέσει νὰ μονάσει, κατέφυγε στὸ Ἄργος. Ἐκεῖ ἔκτισε ἕνα ναὸ στὸ ὄνομα τοῦ Τιμίου Προδρόμου, ὅπου πολλοὶ πήγαιναν γιὰ νὰ τὸν συμβουλευτοῦν. Τὸν φθόνησαν ὅμως ἱερεῖς, καὶ τὸν κατήγγειλαν στὸν Ἀρχιεπίσκοπο Ἄργους, Ἅγιο Πέτρο. Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος ὅμως κατάλαβε τὴν ἀφιλοκέρδεια καὶ τὴν εὐσέβεια τοῦ Θεοδοσίου, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ἐνισχύσει συνεχῶς στὸ θεάρεστο ἔργο τῆς ἐλεημοσύνης.
Ὁ Ἅγιος Θεοδόσιος ἀπεβίωσε εἰρηνικὰ σὲ βαθιὰ γεράματα.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Ὡς δόσιν θεόδεκτον, τὴν καθαράν σου ζωήν, Θεῷ καθιέρωσας, τῷ ἰαμάτων πηγήν, τὸν τάφον σου δείξαντι· σὺ γὰρ δι’ ἐγκρατείας, καθαρθεῖς τῶν προσύλων, ἔλαμψας ἐν τῷ κόσμῳ, δι’ ἀσκήσεως πόνων· διό σε Θεοδόσιε, ἐν ὕμνοις γεραίρομεν.

 

Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ’. Τῇ ὑπερμάχῳ.

Ὥσπερ ταμεῖον οὐρανίου ἁγιάσματος

Τῶν θεοσδότων δωρημάτων δόσιν ἄφθονον

Φερωνύμως ἐκομίσω παρὰ Κυρίου.

Ἀλλὰ βλῦσον ἰαμάτων τὴν ἐνέργειαν

Τοῖς ἐκ πόθου προσπελάζουσι τῇ σκέπῃ σου
Καὶ βοῶσί σοι, χαίροις Πάτερ Θεοδόσιε.

 

Μεγαλυνάριον.
Χαίροις θεῖον βλάστημα Ἀθηνῶν, καὶ τῆς Ἀργολίδος, ἐγκαλώπισμα καὶ φωστήρ· χαίροις ὁ πηγάζων, ἰάματα ποικίλα, τοῖς σὲ ὑμνολογοῦσιν, ὦ Θεοδόσιε.

Ὁ Ὅσιος Νικάνωρ ὁ Θαυματουργός 

Ὁ Ὅσιος Νικάνωρ ἦταν ἀπὸ τὴ Θεσσαλονίκη καὶ ἔζησε τὸν 14ο αἰῶνα. Οἱ γονεῖς τοῦ ὀνομάζονταν Ἰωάννης καὶ Μαρία. Ἦταν πολὺ πλούσιοι ἀλλὰ καὶ πολὺ πνευματικοὶ ἄνθρωποι. Ἀπόκτησαν μόνο ἕνα παιδὶ ποὺ τὸ ὀνόμασαν Νικόλαο, καὶ ἀπὸ τὴν ἀρχὴ προσπάθησαν νὰ τὸ ἀναθρέψουν σύμφωνα μὲ τὰ διδάγματα τοῦ Εὐαγγελίου. Ἀλλὰ ἐνῷ ὁ Νικόλαος ἦταν 20 χρονῶν, πεθαίνει ὁ πατέρας του καὶ μετὰ ἀπὸ λίγα χρόνια καὶ ἡ μητέρα του. Τότε αὐτός, διαμοίρασε ὅλη του τὴ μεγάλη κληρονομιὰ στοὺς φτωχοὺς καὶ ἔγινε μοναχὸς μὲ τὸ ὄνομα Νικάνωρ.

Κατόπιν, μὲ τὴν ἐπιμονὴ τοῦ Ἀρχιερέα Θεσσαλονίκης, δέχτηκε νὰ γίνει καὶ Ἱερέας. Στὸ ὄρος Βέρμιον Γρεβενῶν, ποὺ τὸ ἔλεγαν «τοῦ Καλλιστράτου», ὑπῆρχε Μονὴ ποὺ ἔκτισε ὁμώνυμος μοναχός. Ἐκεῖ λοιπὸν πῆγε καὶ ὁ Νικάνωρ γιὰ νὰ μονάσει, καὶ ἀπὸ κεῖ κατέβαινε καὶ ἐμψύχωνε τὸν λαὸ τῶν γύρω πόλεων καὶ χωριῶν, νὰ μένουν σταθεροὶ στὴν πίστη τους ἀκόμα καὶ μὲ θυσία τῆς ζωῆς τους. Κάποια νύκτα καὶ ἐνῷ ὁ Νικάνωρ προσευχόταν, ἄκουσε φωνὴ νὰ τοῦ λέει νὰ πάει στὴν κορυφὴ τοῦ ὄρους, καὶ ὅτι ἐκεῖ θὰ βρεῖ τὴν εἰκόνα τοῦ Κυρίου. Πράγματι τὴν ἑπόμενη ἡμέρα τὰ λεγόμενα τῆς φωνῆς ἐπαληθεύτηκαν καὶ ὁ Νικάνωρ στὸ σημεῖο ἐκεῖνο ἔκτισε ἐκκλησία καὶ μοναστῆρι στὸ ὄνομα τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Κυρίου.
Ἡ Ἁγία ζωὴ τοῦ Ὁσίου Νικάνορα, τερμάτισε τὴν 7η Αὐγούστου 1419 (κατ’ ἄλλους τὸ 1519). Τὸ σεβάσμιο λείψανό του, τάφηκε στὸ παρεκκλῆσι τοῦ Τιμίου Προδρόμου.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

Ὁ Ἅγιος Βάρταν ὁ Μάρτυρας ἐξ Ἀρμενίας 

Δὲν ἔχουμε λεπτομέρειες γιὰ τὸν βίο τοῦ Ἁγίου.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

Μνήμη Βαρβαρικῆς Ἐπιδρομῆς 

Ἡ ἐπιδρομὴ αὐτὴ τῶν Περσῶν δὲν ἀναφέρεται ἀπὸ τὸν Ἅγιο Νικόδημο, τὴν ἀναφέρουν ὅμως ἀρκετοὶ Κώδικες. Ἐδῶ παραθέτουμε ἀκριβῶς τὰ γραφόμενα στὸν Λαυριωτικὸ Κώδικα Ι  73:

Τῇ αὕτη ἡμέρα (ζ’ Αὐγούστου) μνήμην ἐπιτελοῦμεν τῆς ὑπὲρ λόγον καὶ παρὰ πᾶσαν ἐλπίδα δωρηθείσης ἡμῖν τελείας βοηθείας παρὰ Χριστοῦ τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ ἡμῶν κατὰ τῶν πανταχόθεν διά τε γῆς καὶ θαλάσσης κυκλωσάντων ἡμᾶς ἄθεων ἐχθρῶν, μεσιτευσάσης τὴν σωτηρίαν τῆς θεοφυλάκτου ταύτης καὶ βασιλίδος πόλεως τῆς ἀσπόρως Αὐτὸν Τεκούσης Παναγίας Ἀχράντου Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου καὶ Ἀειπαρθένου Μαρίας. Τοῦτο δὲ γέγονε κατὰ τοὺς χρόνους Ἡρακλείου τοῦ Βασιλέως, ὄτε Χοσρόης ὁ τῶν Περσῶν βασιλεὺς Σάρβαρον τὸν αὐτοῦ στρατηλάτην μετὰ δυνάμεως βαρείας κατὰ τῆς θεοφύλακτου ταύτης πόλεως ἐξέπεμψεν ὃς πᾶσαν τὴν Ἀνατολὴν ληϊσάμενος τὸν ἐν Χαλκηδόνι πορθμὸν κατέλαβε, προσδοκῶν καὶ τὴν ἐν πόλεσι μεγίστην ἐλεΐν. Ταῦτα ἰδὼν Ἡράκλειος διὰ τοῦ Εὐξείνου Πόντου τῇ Περσίδι κατέλαβε, πλείονα ἐν αὕτῃ ἐργασάμενος ἡ ὧν  Πέρσαι τῶν Ρωμαίων γῆν διερχόμενοι, τοὺς υἱοὺς αὐτοῦ ἐνταύθα καταλιπῶν μετὰ τοῦ Σεργίου Πατριάρχου καὶ Βώνου τοῦ θαυμάσιου. Χαγάνος δὲ ὁ τῶν Ἀβάρων ἡγούμενος καὶ αὐτὸς μὲν τῶν ὁμόρων ἐθνῶν παραλαβῶν πλῆθος διὰ γῆς καὶ θαλάσσης καὶ αὐτὸς τὴν Κωνσταντινούπολιν προσέβαλεν ὥστε ἐξ ἀνατολῶν δὲ τοὺς Σκύθας, καὶ αὐτὴν πάντοθεν περιληφθεῖσαν εἴτα τὰ ἑαυτῶν ποιοῦντες ἐλεΐν ἤλπιζαν πόλιν τῷ σταυρῷ καὶ τοὶς πάθεσι Χριστοῦ σεμνυνομένην καὶ τῇ Θεοτόκῳ ὑπ' αὐτοῦ δῶρον δεδομένην. Πᾶσα οὒν ἐλέπολιν καὶ τειχομαχίαν τὴν μὲν δρῶντες, τὴν δὲ μελετῶντες βαρβαρικώτεροι γενναίως ἤσαν ἀνθιστάμενοι. Βῶνος δὲ τούτους ἣν ὁ πρὸς μάχην διεγείρων καὶ πολὺς φόνος ἐξ ἑκατέρου μέρους ἐγένετο. Οὕτως οὒν τρὶς καὶ τετράκις συμβαλόντες καὶ τῇ τῆς Θεοτόκου συμμαχίᾳ, ἄπρακτοι διαμείναντες εἰς θυμὸν διεγείρονται μέγιστον. Ὅθεν τοῦτο οἱ τὴν πόλιν οἰκοῦντες διαγνόντες, πρεσβείας πρὸς Χαγάνον στέλλουσι μετὰ χρημάτων συχνῶν εἰρηνικὰ γενέσθαι σπονδᾶς ἐξαιτούμενοι, ὁ δὲ φιλάργυρος τὴν γνώμην καὶ τὸν τρόπον ὧν, τὰ μὲν χρήματα ἔλαβε, τοὺς δὲ πρέσβεις ἄπρακτους ἀπέστειλε, «αὔριον, ἀφήσας, τὴν πόλιν ὑμῶν ὡς νοσσιᾶν τῇ χειρί μου καταλήψομαι καὶ πάντας μονοχίτωνας ἐξελθεὶν ἐάσως πλεῖον γὰρ τούτου οὐ φιλανθρωπεύσομαι πρὸς ὑμᾶς», πολλὰ πρότερον κατὰ Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ ἡμῶν καὶ τῆς Αὐτὸν τεκούσης βλασφημήσας. Ταῦτα οἱ τὴν πόλιν οἰκοῦντες ἀκούσαντες καὶ ὅσον Ἱερατικόν, ὅσον τε λαϊκὸν καὶ συγκλητικὸν εἰς τοὺς θείους ναοὺς ἐλιτάνευον, τᾶς χεῖρας εἰς οὐρανοὺς αἴροντες καὶ «Κύριε ἐξ ἁγίου κατοικητηρίου», λέγοντες, «ἔπιδε ἐπὶ τῷ μιαρῷ Χαγάνω καὶ ἐπὶ πάσι τοὶς ὑπ' αὐτοῦ τολμωμένοις καὶ κατάβαλε αὐτό, ὁ ὑπερασπιστὴς ἠμῶν, Ὅπως μὴ εἴπῃ, ποὺ ἐστὶν ὁ Θεὸς αὐτῶν», καὶ οἱ μὲν ηὔχοντο κλαίοντες, οἱ δὲ διὰ τὲ γῆς καὶ θαλάσσης ἐν μίᾳ ἔγνων συρρηγνύειν τὸν πόλεμον ὁ δὲ ὑπ’ αὐτῶν βλασφημούμενος Κύριος, τὴ πρεσβεία τῆς Αὐτὸν τεκούσης, ἀνέμους σφοδροὺς καὶ στροβίλους τῇ θαλάσσῃ ἐκπέμψας καὶ πᾶσαν διαταράξας, αὔτανδρα τὰ σκυθικὰ πλοῖα τῇ θαλάσσῃ παρέπεμψεν ἐνθεῖς δὲ καὶ τοὶς ἐν πόλει θάρσος, ὅσον τούτοις δέος κατὰ τῶν βλάσφημων ἐξέπεμψεν εἰς τοὺς βαρβάρους δὲ τοσούτον φόνον εἰργάσαντο, ὅσον οὐδὲ ἀριθμῆσαι τὶς δύναται. Ταῦτα οὐδὲ τοὺς Πέρσας ἔλαβεν οὕτω πραχθέντα, οἱ χεῖρα - ὡς λόγος - ἐπὶ στόματος θέντες ὑπέστρεψαν ἄπρακτοι, ὁ δὲ Ἱεράρχης καὶ ἅπαν τῆς ἐκκλησίας τὸ πλήρωμα σὺν δάκρυσιν ἐπινίκια ἦδον καὶ χαριστήρια. «Ἡ δεξιά σου, Κύριε, δεδόξασται ἐν ἰσχὺ, ἡ δεξιά σου χείρ, Κύριε, ἔθραυσεν ἐχθροὺς καὶ τῷ πλήθει τῆς δόξης σου συνέτριψας τοὺς ὑπεναντίους· πάντα τὰ ἔθνη ἐκύκλωσαν ἡμᾶς καὶ τῷ ὀνόματί σου, Κύριε, ἠμυνάμεθα ταῦτα». Οὕτως ἡ Παναγία καὶ Ὑπεράμωμος Θεοτόκος, ἡ τῶν Χριστιανῶν ἀντίληψις, περὶ ἡμᾶς τὴν ἰσχὺν αὐτῆς ἀπεδείξατο καὶ τὴν μεγάλην καὶ παράδοξον σωτηρίαν ταύτην ἡμῖν ἐδωρήσατο. Δία ταῦτα τὴν παροῦσαν ἀνάμνησιν ἐτησίως πανηγυρίζομεν ἐν τῷ σεβασμίῳ αὐτῆς οἴκῳ, τῷ ὄντι ἐν Βλαχέρναις.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

Ὁ Ἅγιος Μίκαλλος 

«Ἐγὼ εἴμι τὸ φῶς τοῦ κόσμου, ὁ ἀκολουθῶν ἐμοὶ οὐ μὴ περιπατήσῃ ἐν τῇ σκοτίᾳ, ἀλλ’ ἐξει τὸ φῶς τῆς ζωῆς» (Ἰωάν. η’ 12).

 Ὁμιλεῖ ὁ Κύριος καὶ λέγει! Ἐγὼ εἶμαι τὸ φῶς τοῦ κόσμου, ὅλου τοῦ κόσμου.

Ἐκεῖνος ποὺ μὲ ἀκολουθεῖ μὲ ἐμπιστοσύνη ἀπόλυτη κι ἐλπίδα καὶ πρόθυμη ὑπακοὴ στὰ λόγια, αὐτὸς δὲν πρόκειται ποτὲ νὰ περιπατήσει στὸ σκοτάδι, ἀλλὰ θὰ ἔχει πάντα μέσα του ζωηφόρο καὶ πνευματικὸ φῶς ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὴν ἀληθινὴ ζωή, τὸν Θεό, καὶ ὁδηγεῖ πάλι σ’ Αὐτόν.

 Τὰ ὑπέροχα καὶ σωστικὰ τοῦτα λόγια, ποὺ βγῆκαν ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ Θείου Διδασκάλου γιὰ πρώτη φορά, ἔγιναν μὲ τὸν καιρὸ σύνθημα ζωῆς ἀπὸ χιλιάδες ψυχὲς καὶ χάρισαν στὴν Ἐκκλησία τὶς ἀμέτρητες μυριάδες τῶν ἁγίων καὶ τῶν μαρτύρων τῆς πίστεως.

Τοῦτα τὰ λόγια ἔκαμαν βίωμα καὶ ζωή τους ὅλοι οἱ ἅγιοι. Τοῦτα τὰ λόγια ἔκαμε βίωμα καὶ ζωή του κι ὁ ἅγιος Μίκαλλος ὁ προσφιλὴς καὶ πολὺ σεβαστὸς ἅγιος τῶν κατοίκων τῆς ὡραίας Ἀκανθοῦς καὶ τῶν γύρω ἀπ’ αὐτὴν χωριῶν.

Μὲ τοῦτο τὸν ἅγιο θὰ ἀσχοληθοῦμε κι ἐμεῖς στὶς γραμμὲς ποὺ ἀκολουθοῦν.

 Ὅπως γράφουμε κι ἀλλοῦ, ὁ ἅγιος Μίκαλλος εἶναι ἕνας ἀπὸ τοὺς τριακόσιους ἁγίους ποὺ ᾖρθαν στὴν Κύπρο περὶ τὰ μέσα τοῦ 12ου αἰῶνα μετὰ τὴ Β’ Σταυροφορία (1147 – 1149 μ.Χ.).

 Γιὰ τὴν παιδικὴ ἡλικία, τοὺς γονεῖς καὶ τὴν ἰδιαίτερη πατρίδα τοῦ ἁγίου δὲν ἔχουμε δυστυχῶς καμιὰ πληροφορία. Ἐκεῖνο ποὺ συμπεραίνουμε γι’ αὐτὸν εἶναι, πὼς ὁ ἅγιος, ὅταν ἦταν νέος, ἀναγκάστηκε γιὰ μία καλύτερη ζωὴ νὰ ξενιτευτεῖ. Πῆγε στὴ Γερμανία κι ἐργαζόταν ὡς ἐργάτης μὲ ἄλλους Ἕλληνες. Ἐκεῖ εὑρισκόμενος ἄκουσε κάποια μέρα τὸ συγκλονιστικὸ κήρυγμα ποὺ τὴν ἐποχὴ ἐκείνη κηρυσσόταν παντοῦ στὶς διάφορες πόλεις καὶ χῶρες τῆς Εὐρώπης:

-Ἀδέλφια, ἐλᾶτε νὰ συνεργαστοῦμε γιὰ ἕνα ἔργο ἱερό! Οἱ Ἅγιοι Τόποι, ἐκεῖ ποὺ γεννήθηκε, μεγάλωσε, περπάτησε καὶ δίδαξε ὁ Χριστός μας, οἱ Τόποι στοὺς ὁποίους ἔκαμε τόσα θαύματα, ἀλλὰ καὶ διώχθηκε καὶ συνελήφθηκε καὶ σταυρώθηκε καὶ ἀπέθανε καὶ τάφηκε βρίσκονται κάτω ἀπὸ τὴ μωαμεθανικὴ ἐξουσία. Ἀλύπητα βασανίζονται ὅσοι τολμοῦν νὰ πᾶνε ἐκεῖ ταπεινοὶ προσκυνητές. Οἱ Ἅγιοι Τόποι πρέπει νὰ ἐλευθερωθοῦν. Καὶ σ’ αὐτὴ τὴν ἱερὴ προσπάθεια καλοῦνται ὅλοι νὰ βοηθήσουν.

 Σὲ λίγο χρονικὸ διάστημα ὅσοι στὴν καρδιὰ τους ἔνιωθαν τὴν φλόγα τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ νὰ τοὺς καίει, μαζεύτηκαν καὶ δημιούργησαν μία μεγάλη στρατιὰ ποὺ ἕνα πρωὶ ξεκίνησε νὰ κάμει ἔργο τὸν πόθο, ποὺ φλόγιζε τὰ στήθια τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν. Ἡ στρατιὰ αὐτή, ἡ γνωστὴ σὰν δεύτερη σταυροφορία διαλύθηκε ἐκεῖ στὴ σημερινὴ Γιουγκοσλαβία. Ἀνάμεσα στὰ διάφορα σώματα στρατοῦ ἦταν καὶ τριακόσιοι Ἕλληνες μὲ ἀρχηγὸ κάποιο Αὐξέντη, τὸν γνωστὸ Ἅγιο Αὐξέντιο. Ὅταν ἡ στρατιὰ διαλύθηκε, οἱ Ἕλληνες μαζεύτηκαν καὶ μετὰ ἀπὸ μία ἐνθουσιώδη ὁμιλία τοῦ Ἀρχηγοῦ ἀποφάσισαν νὰ τραβήξουν πρὸς τὰ μέρη τοῦ Ἰορδάνη καὶ νὰ ζήσουν ἐκεῖ μιὰ ἀσκητικὴ ζωή, μιὰ ζωὴ πλήρους ἀφιέρωσης στὸν Θεό.

 Ἡ πρόταση ἔγινε δεκτὴ μὲ ἐνθουσιασμό. Μετὰ ἀπὸ μία προσευχὴ ποὺ ἔγινε ἀπὸ μέρους ὅλων, οἱ ἄνθρωποί μας ξεκίνησαν. Πρῶτα πῆγαν καὶ προσκύνησαν ὅλοι μαζὶ στὰ Ἱεροσόλυμα. Ὕστερα προχώρησαν πρὸς τὰ ἔρημα τοῦ Ἰορδάνη μὲ σκοπὸ νὰ ἀφιερωθοῦν στὸν Θεὸ καὶ νὰ ζήσουν ἐκεῖ τὴν ζωὴ ποὺ ἀποφάσισαν, τὴ μοναχικὴ κι ἀσκητικὴ ζωή. Ἡ νηστεία, ἡ προσευχή, ἡ ἀγρυπνία, ἡ μελέτη τῆς Ἁγίας Γραφῆς, ἀλλὰ κι ἡ ἔμπρακτη ἀγάπη πρὸς ὅλους ἐκείνους ποὺ εἶχαν τὴν ἀνάγκη τους, ἦταν ἡ καθημερινή τους φροντίδα. Τὸ περιβάλλον δυστυχῶς καὶ εὐτυχῶς τοῦ Ἰορδάνη δὲν τοὺς βοηθοῦσε καθόλου στὴ ζωὴ ποὺ διάλεξαν νὰ ζήσουν. Οἱ ἐχθροὶ τῆς πίστεως τοῦ Χριστοῦ ποὺ μὲ φθονερὸ μάτι παρακολουθοῦσαν τὴν ζωὴ καὶ τὴν πρόοδο τῶν ἀσκητῶν στὰ μέρη ἐκεῖνα, ἄρχισαν νὰ τοὺς παρενοχλοῦν. Κι αὐτοὶ γιὰ νὰ γλιτώσουν μαζεύτηκαν μία μέρα στὴν παραλία μὲ τὸν σκοπὸ νὰ φύγουν ἀπὸ τὸν τόπο ἐκεῖνο. Ἐδῶ βρῆκαν ἕνα καράβι, μπῆκαν μέσα καὶ ᾖρθαν στὴν Κύπρο, ποὺ ἦταν τότε ὀνομαστὴ γιὰ τὴ θεοσέβειά της. Τὸ καράβι σταμάτησε στὴν Πάφο. Μιὰ παράδοση μάλιστα λέει, πὼς τοῦτο ἐξ αἰτίας μιᾶς δυνατῆς τρικυμίας, τσακίστηκε πάνω στοὺς βράχους. Εὐτυχῶς οἱ ἄνθρωποι σώθηκαν ὅλοι πάνω στὰ συντρίμμια τοῦ καραβιοῦ καὶ βγῆκαν ἔξω στὴ στεριά. Ἀπ’ ἐδῶ σκορπίστηκαν σὲ διάφορα μέρη τοῦ Νησιοῦ κι ἔζησαν ὁ καθένας τῇ μακαρίᾳ ζωῇ μὲ τὸν δικό του τρόπο.

 Αὐτὸ ἔκανε κι ὁ ἅγιος Μίκαλλος. Μὲ ὁδηγὸ τὰ λόγια του ψαλμῳδοῦ (ψαλμ. α’, 1 – 2), ποὺ βεβαιώνουν πὼς εἶναι τρισευτυχισμένος καὶ εὐλογημένος ἀπὸ τὸν Θεὸ ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἀποφεύγει τὶς συναναστροφὲς μὲ ἀνθρώπους διεφθαρμένους καὶ ἀσεβεῖς καὶ ἀντίθετα ἔχει δοσμένη τὴν θέληση καὶ τὴν σκέψη του στὸν νόμο τοῦ Κυρίου καὶ Αὐτὸν μελετᾷ μέρα καὶ νύκτα, προχώρησε στὸν δρόμο ποὺ διάλεξε. Μπροστά του ἔχει πάντα τοῦ Θεοῦ τὸ θέλημα, ὅπως τὸ δίδαξε τὸ φῶς τοῦ κόσμου, ὁ Χριστός. Μὲ τὴν σκέψη σ’ Αὐτὸν βαδίζει ἀνυπόδητος, διασχίζει βουνὰ καὶ κάμπους διαβαίνει ποτάμια ὁρμητικά, χείμαρρους, χωρὶς φόβο καὶ ἀτρόμητος προχωρεῖ μέχρις ὅτου ὕστερα ἀπὸ πολλοὺς κινδύνους καὶ κόπους ἔφτασε στὰ μέρη τῆς Ἀκανθοῦς. Δύο σπήλαια ποὺ βρῆκε στὸ μέρος αὐτὸ καὶ ποὺ στέκονται ἀκόμη καὶ σήμερα τὸν κάμνουν νὰ σταματήσει καὶ νὰ διαλέξει τὸ μέρος αὐτὸ σὰν τόπο τῆς ἀσκήσεώς του.

 Τὸ περιβάλλον ὑπέροχο. Θάμνοι ποικίλοι κάλυπταν καὶ καλύπτουν ἀκόμη καὶ σήμερα τὸν κάμπο γύρω κι εὐωδιάζουν. Τὰ σπήλαια εὐρύχωρα. Μπροστὰ ἁπλώνεται ἀπέραντη ἡ γαλάζια θάλασσα. Ἡσυχία ὀνειρώδης. Μόνο ὁ φλοῖσβος τῶν κυμάτων ἀκούεται σιγανὰ καὶ τὸ τραγοῦδι τῶν πουλιῶν ποὺ πετᾶνε πάνω στοὺς θάμνους ταράζει κάπως τὴν ἡσυχία τοῦ τοπίου. Σὲ τοῦτο τὸ μέρος ὁ Ὅσιός μας μὲ εὐγνωμοσύνη ἀπέραντη στὸν Πανάγαθο Θεὸ ἔστησε τὴ σκοπιά του καὶ κάτω ἀπὸ τὴν αἱματόβρεκτη σημαῖα τοῦ Σταυροῦ ἄρχισε τὸν ἀγῶνα. Σὲ ὅλη τὴν ὕπαρξή του μιὰ σκέψη πρυτανεύει. Ὁ Κύριος κι οἱ ἐντολές του. Καθετὶ τὸ ὑλιστικὸ τοῦ εἶναι ξένο κι ἀδιάφορο. «Σκύβαλα» θεωρεῖ ὅλα τὰ ὑλικὰ ἀγαθά, τοῦ κόσμου τούτου τὰ ἀγαθά, κάνοντας μία σύγκριση αὐτῶν μὲ τὴ χαρὰ καὶ τὴν ἀνάπαυση ποὺ δίνει ὁ Χριστός. Τὰ λόγια τοῦ ἱεροῦ ὑμνογράφου βρίσκουν κι ἐδῶ πλήρη τὴν ἐφαρμογή τους.

 «Τοὶς ἐρημικοὶς ζωὴ μακαρίᾳ ἐστι, θεϊκῶ ἔρωτι πτερουμένοις». Δηλαδὴ ἡ ζωὴ αὐτῶν ποὺ γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ πηγαίνουν καὶ ἐγκαθίστανται στὴν ἔρημο μακριὰ ἀπὸ τὸν κόσμο, εἶναι ζωὴ μακαρία, εὐλογημένη. Κι εἶναι ἡ ζωὴ αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων τέτοια, γιατί οἱ μοναχοὶ εἶναι ἐλεύθεροι ἀπὸ κάθε ταραχὴ καὶ φροντίδα τοῦ κόσμου. Αὐτοὶ συνέχεια ἔχουν στὴ σκέψη τὸν Θεό, καὶ πρὸς Αὐτὸν στρέφονται πάντα μὲ μία ἀγάπη κι ἕνα ἔρωτα φλογερὸ κι ἀδιάκοπο. Μοναδικὸ μέλημα καὶ φροντίδα τους ἔχουν ἕνα πρᾶγμα. Νὰ ἀρέσουν σ’ Αὐτόν.

 Αὐτὸ τὸ μέλημα καὶ τούτη τὴ φροντίδα ἔχει καὶ ὁ Ὅσιος μας: τὸν Κύριο. Σ’ Αὐτὸν προσφέρει κάθε στιγμὴ καὶ ὤρα τὸν ἑαυτό του. Πόθος καὶ παλμὸς κι ἀγῶνας του καθημερινός, πῶς νὰ γίνει ἄνθρωπος ἀρετῆς καὶ νὰ ἀρέσει στὸν Θεό. Τὰ λόγια του ἐπιστήθιου φίλου τοῦ Χριστοῦ, τοῦ Ἰωάννου, εἶναι συνέχεια μπροστά του. «Ὁ κόσμος παράγεται καὶ ἡ ἐπιθυμία αὐτοῦ, ὁ δὲ ποιῶν τὸ θέλημα τοῦ Κυρίου μένει εἰς τὸν αἰῶνα» (Α’ Ἰωάν. στ’ 17). Τοῦτος ὁ μάταιος κόσμος κι οἱ ἁμαρτωλὲς ἐπιθυμίες τοῦ ἐγὼ παρέρχονται καὶ μαζί τους ὅλα ὅσα ἐπιθυμοῦν οἱ ἄνθρωποι νὰ κατέχουν μέσα σ' αὐτόν. Ἐκεῖνος ὅμως ποὺ ἀγαπᾷ τὸν Θεὸ καὶ ἐκτελεῖ τὸ θέλημά Του δὲν παρέρχεται. Μένει αἰώνια. Δία τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ἐγκατέλειψε κι αὐτὸς τὸν κόσμο καὶ τὰ τοῦ κόσμου. Προσπάθειά του μοναδικὴ ἔγινε τώρα ἡ πρόοδός του στὴν ἀρετή. Τὸ θέλημα τοῦ Κυρίου μελετᾷ καθημερινὰ μὲ προσοχὴ καὶ εὐλάβεια στὸ ἱερὸ Εὐαγγέλιο. Μὲ τὴν προσευχὴ ἐπίσης τὴ θερμή, τὴν ἀγρυπνία, τὴ νηστεία ἀνεβαίνει καθημερινὰ τῆς ἀρετῆς τὰ σκαλοπάτια. Μὲ τοῦτα τὰ μέσα, ἀφοῦ σταύρωσε «τὴν σάρκα σὺν τοὶς παθήμασι καὶ ταὶς ἐπιθυμίαις» ὅπως λέει ὁ θεῖος Ἀπόστολος (Γαλ. ε’, 24), ἐλεύθερος πιὰ βαδίζει σταθερὰ γιὰ νὰ φτάσει κάποια μέρα ἐκεῖ ποὺ βασιλεύει ἀδιάκοπα ἡ αἰώνια μακαριότητα.

 Στὸ ἀπόμερο κι ὑπέροχο τοῦτο μέρος τῆς μαρτυρικῆς μας Κύπρου τὸ ποτισμένο μὲ αἵματα καὶ δάκρυα τόσων ὁσίων καὶ μαρτύρων ἔζησε ὁ Ἅγιός μας χρόνια πολλὰ μὲ βασικὴ τροφὴ χόρτα τοῦ κάμπου καὶ ρίζες καὶ τρυφερὲς μύτες ἀπὸ ἀγριοβότανα. Λιτὴ ἡ διατροφή του. Πλούσια ἡ χαρὰ κι ἡ γαλήνη τῆς καρδιᾶς του. Πλουσιώτερη ἡ προσφορά του στὶς διψασμένες γιὰ παρηγοριὰ καὶ φωτισμὸ ψυχές, ποὺ ἀπ’ τὶς πρῶτες μέρες ποὺ τὸν γνώρισαν δὲν ἔπαψαν συχνὰ νὰ τὸν ἐπισκέπτονται καὶ νὰ ἐκζητοῦν τὴ βοήθειά του. Βοήθεια στὶς δυσκολίες καὶ τοὺς διωγμοὺς ποὺ ἀντιμετώπιζαν ἀπὸ τοὺς σκληροὺς κατακτητὲς τῆς νήσου μας, τοὺς Φράγκους. Ἀλλὰ καὶ βοήθεια στὶς διάφορες ἀρρώστιες ποὺ ἔδερναν τοὺς κατοίκους τοῦ πονεμένου αὐτοῦ τόπου. Καθημερινά, σὲ διάφορες ὧρες, πλήθη χριστιανῶν τὸν ἐπεσκέπτοντο γιὰ νὰ ἀκούσουν τὰ λόγια καὶ τὶς συμβουλές του ἢ γιὰ νὰ ζητήσουν τὴ θεραπεία τῶν ἀσθενῶν τους ποὺ τοῦ ἔφερναν.

 Ἡ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ποὺ πλούσια εἶχε σκηνώσει στὴν ψυχή, τοῦ χάριζε τὴν πολυπόθητη ὑγεία σὲ ὅσους μὲ εἰλικρινῆ μετάνοια τὸν ἐπεσκέπτοντο καὶ μὲ πίστη βαθιὰ ζητοῦσαν ἀπὸ τὶς προσευχές του τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Κανένας δὲν ἔφευγε ἀπὸ τὸ ἀσκητήριό του δυσαρεστημένος. Ἡ ἁγιότητά του εἶχε διαλάμψει στὸ νοητὸ τῆς Ἐκκλησίας στερέωμα. Καὶ ὅταν ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ τὸν εἶχε καλέσει γιὰ νὰ τὸν ξεκουράσει στὴν πέραν τοῦ τάφου ζωή, ἥρεμα ὁ Ἅγιος παρέδωσε τὴν ψυχή του στὶς 7 Αὐγούστου στὰ χέρια Ἐκείνου ἀπὸ τὸν ὁποῖο ἔλαβε δόξα ἄφθιτο καὶ μακαριότητα αἰώνια. Ἡ θαυματουργική του δύναμη συνεχίζεται καὶ σήμερα σὲ ὅσους μὲ πίστη ἐπισκέπτονταν μέχρι τὴν ἐπιδρομὴ τοῦ βάρβαρου Ἀττίλα τὸ 1974 τὸ ἐκκλησάκι του, ποὺ βρισκόταν δίπλα στὰ σπήλαια καὶ ἐπλένοντο μὲ τὸ ἁγίασμά του, ἐλάμβαναν τὴ θεραπεία στὴν ἀρρώστια τους καὶ τὴν παρηγοριὰ στὴ δοκιμασία τους.

 Ἡ θαυματουργικὴ χάρη τοῦ Ἁγίου Μίκαλλου ἀνεφέρετο στὴ θεραπεία τῆς μαλάριας καὶ τῆς λέπρας. Ἐπίσης οἱ μητέρες ποὺ θήλαζαν τὰ παιδάκια τους, ὅταν δὲν εἶχαν γάλα, πήγαιναν στὴ χάρη του μὲ πίστη, θήλαζαν ἀπὸ τοὺς σταλακτῖτες ποὺ ἤσαν στὰ σπήλαια καὶ ἐπεκαλοῦντο τὴ βοήθειά του, τὴν ὁποίαν καὶ ἐλάμβαναν πλουσία. Ἄρρητη εὐωδία, ἀναφέρουν οἱ παλαιοί, ξεχυνόταν ἀπὸ τὰ δύο σπήλαια μέχρι τελευταῖα, ποὺ ἔφθανε γύρω στὰ χωράφια ποὺ καλλιεργοῦσαν οἱ ἀγρότες τῆς Ἀκανθοῦς. Δίπλα στὰ σπήλαια ὑπῆρχε καὶ ὑπάρχει ἀκόμη μιὰ θαλερὴ μυρτιά, «ἡ μυρτιὰ τοῦ Ὁσίου Μίκαλλου» στὴν ὁποία ἀποδίδονταν πλούσιες θαυματουργικὲς ἰδιότητες.

 Μὲ τὴν καρδιὰ σφιγμένη, ἀλλὰ καὶ λουσμένη στὰ δάκρυα μιᾶς εἰλικρινοῦς μετανοίας καλοῦνται οἱ κάτοικοι τῆς πονεμένης Ἀκανθοῦς ὅπου κι ἂν βρίσκονται, καὶ μαζὶ μ’ αὐτοὺς καὶ ὅλοι οἱ πιστοὶ χριστιανοὶ τῆς ἠρωοτόκου Κύπρου, τῆς νήσου ποὺ τὴν ἁγιάζουν τόσοι ἅγιοι, μαζὶ κι ὁ Ὅσιος Μίκαλλος γιὰ τὸν ὁποῖο ὁμιλοῦμε, νὰ ἐνθυμοῦνται πάντα, μὰ καὶ ὅλοι νὰ ἐνθυμούμαστε συχνά – πυκνά, τούτη τὴν ἀλήθεια:

Ἡ εἰλικρινὴς μετάνοια εἶναι τὸ μοναδικὸ μέσο γιὰ νὰ μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος κάθε φορὰ νὰ ἐπιτυγχάνει τὴν ἔξοδό του ἀπὸ τὶς συμφορὲς ποὺ τὸν δέρνουν καὶ τὸν στενοχωροῦν. Ἡ ἀληθινὴ μετάνοια εἶναι ἡ δύναμη ποὺ ὁδηγεῖ τὸν ἄνθρωπο, καὶ τὸν πιὸ ἁμαρτωλό, στὸν δρόμο τῆς σωτηρίας. Αὐτὸ τὸ μέσο, αὐτὸ τὸ φάρμακο καλούμαστε νὰ χρησιμοποιήσουμε κι ἐμεῖς, τοῦτο τὸν καιρό, ἂν θέλουμε νὰ σωθοῦμε καὶ νὰ ἐπιτύχουμε ξανὰ τὴ λύτρωση καὶ τὴν σωτηρία μας. Εἶναι καιρὸς μὲ συντριβὴ ψυχῆς νὰ μετανιώσουμε, νὰ κλάψουμε γιὰ τὶς ἁμαρτίες μας καὶ μὲ εἰλικρινὴ ἐξομολόγηση νὰ ζητήσουμε νὰ λάβουμε τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Καὶ θὰ τὸ λάβουμε. Θὰ μᾶς τὸ χαρίσει ἡ εὐσπλαχνία του. Καὶ θὰ ἐπιτύχουμε τὴν λύτρωση ποὺ ποθοῦμε. Τότε ἐλεύθεροι θὰ ξαναγυρίσουμε καὶ πάλι στὰ ἀγαπημένα μέρη. Θὰ ξαναπᾶμε στὰ χωριά μας. Θὰ ξανακτυπήσουν οἱ καμπάνες τῶν ἐκκλησιῶν ποὺ οἱ βάρβαροί του Ἀττίλα δὲν κατέστρεψαν καὶ θὰ ξαναλειτουργηθοῦμε σ' αὐτές. Μὲ ἀνείπωτη χαρὰ καὶ ἀγαλλίαση θὰ ἀπευθύνουμε καὶ πάλι θερμὰ τὰ εὐχαριστῶ μας στὸν Κύριο, τὴν Παναγία Μητέρα Του καὶ μητέρα ὅλων μας καὶ στοὺς Ἁγίους μας.

Τότε μὲ χαρὰ καὶ ἀγαλλίαση θὰ ψάλλουμε καὶ πάλι τοῦ ψαλμῳδοῦ μας τὸν ἐπίκαιρο στίχο. «Αὕτη ἡ ἡμέρα ἣν ἐποίησεν ὁ Κύριος ἀγαλλιασώμεθα καὶ εὐφρανθῶμεν ἐν αὐτῇ».
Ἅγιοί της Κύπρου μας, Ἅγιε Μίκαλλε, δῶστε, σᾶς παρακαλοῦμε, ἡ ἡμέρα αὐτὴ νὰ ἔρθει τὸ συντομώτερο. Ἀμήν.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

Ἀπολυτίκιο Ἦχος α’. Τοῦ λίθου σφραγισθέντος.

Τῆς ἐρήμου πολίτης, καὶ ἐν σώματι ἄγγελος, καὶ θαυματουργὸς ἀνεδείχθης, θεφόρε πατὴρ ἡμῶν Μίκαλλε, νηστείρ, ἀγρυπνία, προσευχή, οὐράνια χαρίσματα λαβῶν θεραπεύεις τοὺς νοσοῦντας, καὶ τᾶς ψυχᾶς τῶν πίστει προστρεχόντων σοι. Δόξα τῷ δεδωκότι σοι ἰσχὺν δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργούντι διὰ σοῦ πᾶσιν ἰάματα.

 

Ἕτερον ἀπολυτίκιο ὑπὸ Χαραλάμπους Μ. Μπούσια. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Χριστῷ εὐηρέστησας ὁσιακὴ ἀγωγή, θεσπέσιε Μίκαλλε, ἐν τοὶς σπηλαίοις τῆς γῆς οἰκήσας ὡς ἄσαρκος, εὖχος καὶ ἀντιλήπτωρ Ἀκανθοῦς τῆς ἐν Κύπρῳ, πρέσβευε δωρηθήναι τοὶς πιστοὶς οὐρανόθεν ὑγείαν καὶ εἰρήνην ψυχῶν ἀδιατάρακτον.

Ὁ Ὅσιος Ποίμην ὁ ἐν τῷ σπηλαίῳ († 1110) ὁ Πολύπαθης (Ρῶσος) 

Δὲν ἔχουμε λεπτομέρειες γιὰ τὸν βίο τοῦ Ὁσίου.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

Ὁ Ὅσιος Ἰωσὴφ ὁ Γεροντόγιαννης 

Οἱ γονεῖς τοῦ Ὁσίου, Ἐμμανουὴλ καὶ Ζαμπία, εὐσεβεῖς καὶ ἐνάρετοι ἄνθρωποι, ζοῦσαν στὶς Λίθινες, ὀνομαστὸ χωριὸ τῆς Σητείας Κρήτης.

Ὁ Ὅσιος γεννήθηκε τὸ 1799 στὰ ἐρειπωμένα κελλάκια τῆς Μονῆς Κᾶψα, ὅπου εἶχαν καταφύγει οἱ γονεῖς του, λόγω τουρκικῆς ἐπιδρομῆς. Ὁ Ἰωάννης Βιτσέντζος (ὅπως ἦταν τὸ κοσμικὸ ὄνομα καὶ τὸ ἐπίθετο τοῦ Ὁσίου) μέχρι νὰ μεγαλώσει βοηθοῦσε τὸν πατέρα του στὶς ἀγροτικὲς ἐργασίες. Ζωηρὸς καὶ ἀτίθασος στὸν χαρακτῆρα. Λόγω ἀπαγόρευσης τῆς λειτουργίας σχολείων, δὲν ἔμαθε γράμματα. Ἦταν ὅμως φιλομαθὴς καὶ ἔξυπνος.

Σὲ νεαρὴ ἡλικία παντρεύτηκε τὴν χωριανή του Καλλιόπη τῆς οἰκογένειας Γεροντήδων καὶ ἀπέκτησε τέσσερα παιδιά. Τρεῖς κόρες καὶ ἕνα γιό. Ἡ ἀγροτικὴ ζωὴ καὶ οἱ συχνοὶ διαπληκτισμοὶ μὲ τοὺς Τούρκους, τὸν ἀνάγκασαν νὰ μένει στὸ μετόχι ποὺ εἶχε στὴν τοποθεσία «Κατσαρόλι», κοντὰ στὶς Λίθινες. Αὐτὴ ἡ ἀπομόνωση ἀγρίεψε περισσότερο τὸν ἤδη δύστροπο χαρακτῆρα του. Ἔγινε εὐέξαπτος, σκληρός, ἐρειστικὸς καὶ ἀνελεήμων.

Ἕνα ἀτύχημα ὅμως, μὲ τὸν θάνατο τῆς μικρῆς του κόρης Εἰρήνης, ἡμέρα Κυριακή, ποὺ αὐτὸς εἶχε φύγει νὰ κάνει ἐμπόριο, ἄλλαξε ριζικὰ τὴν ζωή του. Καὶ κατόπιν σὰν μοναχὸς συμβούλευε: «Καὶ ἂν θὲς ζωὴν παντοτεινὴ νὰ δῇς εἰς βασιλείαν Κυριακᾶς καὶ ἑορτᾶς πράσσε (= σύχναζε) στὴν Ἐκκλησίαν».

Μετὰ ἀπὸ διάφορες περιπέτειες, ἀφήνει τὴν οἰκογένειά του στὴν πρόνοια τοῦ Θεοῦ καὶ γίνεται μοναχὸς στὴ Μονὴ τοῦ Κᾶψα, τὴν ὁποία ἀνακαινίζει καὶ ἀφιερώνεται ὁλόψυχα στὴν λατρεία τοῦ Θεοῦ. Ἀφοῦ ἔζησε ἀρκετὰ χρόνια ζωὴ ἁγία, παρέδωσε ὁσιακὰ τὴν ψυχή του στὸν Θεὸ στὶς 8.00 τὸ πρωὶ τῆς 6ης Αὐγούστου 1874.

Σύμφωνα μὲ παραδόσεις καὶ μαρτυρίες ντόπιων κατοίκων, ἀλλὰ καὶ ἄλλων, ἐπετέλεσε πολλὰ θαύματα πρὸ καὶ μετὰ τὸν θάνατό του. Εἶναι τοπικὸς ἅγιος καὶ ἡ μνήμη του ἑορτάζεται τὴν 7η Αὐγούστου.

Ἡ ἀνακομιδὴ τῶν λειψάνων του ἔγινε μὲ ἄδεια τοῦ οἰκείου Μητροπολίτη τὴν 7η Μαΐου 1982 καὶ ἡ μνήμη της ἑορτάζεται τὴν Τρίτη πρὸς Τετάρτη τῆς Διακαινησίμου.
Ἀκολουθία τοῦ Ὁσίου αὐτοῦ συνέγραψε ὁ μοναχὸς Γεράσιμος Μικραγιαννανίτης, τὴν ὁποία, μαζὶ μὲ τὸν βίο τοῦ Ὁσίου, ἐξέδωσε ἡ Ἱερὰ Μονὴ Τιμίου Προδρόμου Κᾶψα Σητείας Κρήτης, τὸ 1993.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

Ἀπολυτίκιο. Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον λόγον. 
Τῆς μονῆς τοῦ Προδρόμου τὸν νέον κτίτορα, ἀσκητικῆς ἐποφθέντα ἐν τῇ ἐρήμῳ Καψὰ ἀγωγῆς ἀρτίως ἄστρον παμφαέστατον, στέψωμεν ἄνθεσιν ᾠδῶν καὶ προσπέσωμεν αὐτοῦ λειψάνοις τοὶς πανιέροις, ταῖς πρεσβείαις σου ἐκβοῶντες σῶσον ἡμᾶς ἐκ πειρασμῶν, Ἰωσήφ.

Ὁ Ὅσιος Ποίμην ὁ Νηστευτὴς (Ρῶσος, 14ος αἰ.)

Δὲν ἔχουμε λεπτομέρειες γιὰ τὸν βίο τοῦ Ὁσίου.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

Ἡ Ὁσία Κάνδιδα ἡ Βυζαντία 

Δὲν ἔχουμε λεπτομέρειες γιὰ τὸν βίο τῆς Ὁσίας.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

Κατὰ τὴν διήγηση τῶν Εὐαγγελιστῶν, ὁ Κύριος μας Ἰησοῦς Χριστὸς πῆρε ἀπὸ τοὺς μαθητὲς τὸν Πέτρο, τὸν Ἰωάννη καὶ τὸν Ἰάκωβο καὶ ἀνέβηκε στὸ ὄρος Θαβὼρ γιὰ νὰ προσευχηθεῖ.

Οἱ τρεῖς μαθητές Του, ὅπως ἦταν κουρασμένοι ἀπὸ τὴ δύσκολη ἀνάβαση στὸ Θαβὼρ καὶ ἐνῷ κάθισαν νὰ ξεκουραστοῦν, ἔπεσαν σὲ βαθὺ ὕπνο. Ὅταν, ὅμως, ξύπνησαν, ἀντίκρισαν ἀπροσδόκητο καὶ ἐξαίσιο θέαμα. Τὸ πρόσωπο τοῦ Κυρίου ἄστραφτε σὰν τὸν ἥλιο, καὶ τὰ φορέματά Του ἦταν λευκὰ σὰν τὸ φῶς. Τὸν περιστοίχιζαν δὲ καὶ συνομιλοῦσαν μαζί Του δύο ἄνδρες, ὁ Μωϋσῆς καὶ ὁ Ἠλίας.

Ἀφοῦ οἱ μαθητὲς συνῆλθαν κάπως ἀπὸ τὴν ἔκπληξη, ὁ πάντα ἐνθουσιώδης, Πέτρος, θέλοντας νὰ διατηρηθεῖ αὐτὴ ἡ ἁγία μέθη ποὺ προκαλοῦσε ἡ ἀκτινοβολία τοῦ Κυρίου, ἱκετευτικὰ εἶπε νὰ στήσουν τρεῖς σκηνές. Μία γιὰ τὸν Κύριο, μία γιὰ τὸ Μωϋσῆ καὶ μία γιὰ τὸν Ἠλία. Πρὶν προλάβει, ὅμως, νὰ τελειώσει τὴν φράση του, ᾖλθε σύννεφο ποὺ τοὺς σκέπασε καὶ μέσα ἀπ’ αὐτὸ ἀκούστηκε φωνὴ ποὺ ἔλεγε: «Οὗτος ἐστὶν ὁ υἱός μου ὁ ἀγαπητός, αὐτοῦ ἀκούετε». Δηλαδή, Αὐτὸς εἶναι ὁ Υἱός μου ὁ ἀγαπητός, ποὺ τὸν ἔστειλα γιὰ νὰ σωθεῖ ὁ κόσμος. Αὐτὸν νὰ ἀκοῦτε.
Ὀφείλουμε, λοιπόν, καὶ ἐμεῖς ὄχι μόνο νὰ Τὸν ἀκοῦμε, ἀλλὰ καὶ νὰ Τὸν ὑπακοῦμε. Σὲ ὁποιοδήποτε δρόμο μας φέρει, εἴμαστε ὑποχρεωμένοι νὰ πειθαρχοῦμε.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος βαρύς.
Μεταμορφώθης ἐν τῷ ὄρει, Χριστὲ ὁ Θεός, δείξας τοῖς Μαθηταῖς σου, τὴν δόξαν σου καθὼς ἠδύναντο· λάμψον καὶ ἡμῖν τοῖς ἁμαρτωλοῖς, τὸ φῶς σου τὸ ἀΐδιον, πρεσβείαις τῆς Θεοτόκου, Φωτοδότα δόξα σοι.

 

Κοντάκιον. Αὐτόμελον.  Ἦχος βαρύς.
Ἐπὶ τοῦ ὄρους μεταμορφώθης, καὶ ὡς ἐχώρουν οἱ Μαθηταί σου, τὴν δόξαν σου Χριστὲ ὁ Θεὸς ἐθεάσαντο· ἵνα ὅταν σὲ ἴδωσι σταυρούμενον, τὸ μὲν πάθος νοήσωσιν ἑκούσιον, τῷ δὲ κόσμω κηρύξωσιν, ὅτι σὺ ὑπάρχεις ἀληθῶς, τοῦ Πατρὸς τὸ ἀπαύγασμα.

 

Μεγαλυνάριον.
Θέλων ἐπιδεῖξαι τοῖς Μαθηταῖς, δύναμιν ἐξ ὕψους, καὶ σοφίαν παρὰ Πατρός, ἐν ὄρει ἀνῆλθες, Χριστὲ τῷ Θαβωρίῳ, καὶ λάμψας ὡς Δεσπότης, τούτους ἐφώτισας.

Ὁ Ἅγιος Ἀββακοὺμ ὁ Νεομάρτυρας 

Γιὰ τὸν νεομάρτυρα αὐτὸν δὲν ἔχουμε πολλὲς πληροφορίες γιὰ τὴ ζωή του.

Τὸ Νέο Μαρτυρολόγιο καὶ οἱ Συναξαριστὲς δὲν τὸν ἀναφέρουν. Μόνο στὸν Κώδικα Ω 89, φ. 155 τῆς Λαύρας, ἀναφέρονται ὅτι, στὶς 6 Αὐγούστου 1628 μαρτύρησε ὁ Ὅσιος καὶ νέος Μάρτυρας Ἀββακοὺμ στὴ μεγαλούπολη Θεσσαλονίκη, εἰς δόξαν καὶ καύχημα τῶν Ὀρθοδόξων χριστιανῶν.

Στὸ ἡμερολόγιο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος καὶ μάλιστα στὴν τοπικὴ ἁγιολογία τῆς Θεσσαλονίκης, δὲν ἀναφέρεται τίποτα γι’ αὐτὸν τὸν μάρτυρα.

Στὸ Μικρὸ Εὐχολόγιο ἡ μνήμη τοῦ Ἁγίου αὐτοῦ ἀναφέρεται στὶς 6 Αὐγούστου.
(Ἐπειδὴ ὅμως ἡ μνήμη του συμπίπτει μὲ τὴ γιορτὴ τῆς Μεταμορφώσεως, ὁ Νεομάρτυρας αὐτὸς γιορτάζεται ἄλλοτε τὴν 5η καὶ ἄλλοτε τὴν 7η Αὐγούστου).

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

Ὁ Κύριος εἶχε προειπεῖ στοὺς μαθητές του γιὰ τοὺς κινδύνους, γιὰ τὰ πάθη του καὶ τὴν θανάτωσή του καὶ ἐπίσης γιὰ τὸ τί θὰ τραβοῦσαν στὴν συνέχεια ἀπὸ τοὺς εἰδωλολάτρες καὶ τοὺς ἐχθροὺς τοῦ Εὐαγγελίου, λέγοντάς τους πὼς αὐτὰ ἀνήκουν στὴν παροῦσα ζωή. Ἐκεῖνο ὅμως ποὺ ἔχει οὐσιαστικὴ σημασία εἶναι ἡ αἰώνια ζωή.

Ἔτσι λοιπὸν ὁ Χριστὸς θέλοντας νὰ δείξει στοὺς μαθητές του μία πρόγευση τῆς αἰώνιας ζωῆς, παρέλαβε τρεῖς ἀπὸ τοὺς μαθητές του, τὸν Πέτρο, τὸν Ἰάκωβο καὶ τὸν Ἰωάννη καὶ τοὺς ἀνέβασε σὲ ἕνα βουνό. Ἐκεῖ μεταμορφώθηκε καὶ ἔλαμψε τὸ πρόσωπό Του σὰν τὸ φῶς. Καὶ τότε ἐμφανίστηκαν ὁ Μωϋσῆς καὶ ὁ Ἠλίας οἱ ὁποῖοι συνομίλησαν μαζὶ μὲ τὸν Ἰησοῦ.

Ὁ Κύριος πῆρε μόνο αὐτοὺς τοὺς μαθητές, διότι εἶχαν κάποια ὑπεροχὴ ἔναντι τῶν ἄλλων. Συγκεκριμένα ὁ Πέτρος γιατί ἀγαποῦσε πολὺ τὸν Χριστό, ὁ Ἰωάννης γιατί τὸν ἀγαποῦσε πολὺ ὁ Χριστὸς καὶ ὁ Ἰάκωβος ἐπειδὴ εἶχε τὴν δύναμη νὰ πιεῖ τὸ ποτῆρι ποὺ ἤπιε ὁ Χριστός.

Τοὺς Μωϋσῆ καὶ Ἠλία τοὺς ἔφερε γιὰ νὰ διορθώσει τὶς ἐντυπώσεις ποὺ ὑπῆρχαν μέχρι τότε γιὰ τὸ ποιός ἦταν, ἂν ἦταν δηλαδὴ ὁ Ἰωάννης ὁ Βαπτιστὴς ἡ κάποιος μεγάλος προφήτης.
Αὐτὰ λοιπὸν συνέβησαν στὴν Μεταμόρφωση τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, στὸ ὄρος Θαβώρ.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Χριστοῦ τὴν Μεταμόρφωσιν προϋπαντήσωμεν, φαιδρῶς πανηγυρίζοντες τὰ προεόρτια, πιστοὶ καὶ βοήσωμεν· Ἔφθασεν ἡ ἡμέρα, τῆς ἐνθέου εὐφροσύνης· ἄνεισιν εἰς τὸ ὄρος, τὸ Θαβὼρ ὁ Δεσπότης, τῆς Θεότητος αὐτοῦ, ἀπαστράψαι τὴν ὡραιότητα.

 

Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Ἐν τῇ θείᾳ σήμερον, Μεταμορφώσει, ἡ βροτεία ἅπασα, φύσις προλάμπει θεϊκῶς, ἐν εὐφροσύνῃ κραυγάζουσα· Μεταμορφοῦται, Χριστός, σώζων ἅπαντας.

 

Μεγαλυνάριον.
Δεῦτε ἐν τῷ ὄρει τῶν ἀρετῶν, ἀνέλθωμεν πάντες, καὶ ὀψώμεθα μυστικῶς, τὸν ἐν Θαβωρίῳ, ἀστράψοντα ἀρρήτως, Δεσπότην Ζωοδότην, ὃν μεγαλύνομεν.

Ὁ Ἅγιος Εὐσίγνιος ὁ Μάρτυρας

Γεννήθηκε στὴν Ἀντιόχεια καὶ ἦταν στρατιωτικὸς γιὰ ἑξήντα ὁλόκληρα χρόνια. Στρατεύθηκε ὅταν βασίλευε ὁ Κώνστας ὁ Χλωρός, πατέρας τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου. Ἔζησε πολλὰ χρόνια καὶ πρόφθασε μέχρι καὶ τὴ βασιλεία τοῦ Ἰουλιανοῦ του Παραβάτη.

Ὅταν κάποτε ὁ βασιλιὰς αὐτὸς ἔφθασε στὴν Ἀντιόχεια, ζήτησε νὰ τὸν δεῖ κάποιος γέροντας στρατιώτης 110 χρονῶν! Ὁ Ἰουλιανὸς ἀπὸ περιέργεια τὸν δέχθηκε, καὶ ἔμεινε ἔκπληκτος ὅταν εἶδε τὸ γέροντα στρατιώτη τόσων χρονῶν νὰ διατηρεῖ ἀλύγιστο τὸ σῶμα του. Διέταξε καὶ τὸν περιποιήθηκαν ὅσο τὸ δυνατὸν καλύτερα. Ἀλλὰ ὁ Εὐσίγνιος δὲν ἱκανοποιήθηκε ἀπ' αὐτὲς τὶς περιποιήσεις τοῦ Ἰουλιανοῦ καὶ τοῦ δήλωσε ὅτι εἶναι χριστιανὸς καὶ ὅτι μάταια προσπαθεῖ νὰ ζωντανέψει ἕνα πτῶμα, ὅπως εἶναι ἡ εἰδωλολατρία. Καὶ ἐπὶ τέλους, νὰ πάψει νὰ διώκει τὸν Χριστό.

Ὅταν ἄκουσε αὐτὰ ὁ Ἰουλιανός, ἐξαγριώθηκε καὶ διέταξε ἀμέσως νὰ τὸν ἀποκεφαλίσουν. Τότε ὁ Εὐσίγνιος, γεμάτος ἀπὸ χαρά, εἶπε: «ΕὐχαριστῶβασιλιάὉ θάνατος μὲ σεβάστηκε στὸ πεδίο τῶν μαχῶν, γιὰ νὰ μὲ εὕρει τώρα καὶ νὰ μοῦ δώσει τὸ κτύπημα χάριν τοῦ Χριστοῦ. Τέτοιο τέλος εἶναι ἄξιο χριστιανοῦ στρατιώτη, καὶ δοξολογῶ τὸν Ὕψιστο ποὺ εὐδόκησε νὰ μὲ ἐπιφυλάξει γιὰ τέτοιο τέλος».
Ἔτσι ὁ Εὐσίγνιος ἔλαβε τὸν τίμιο θάνατο τοῦ μαρτυρίου μὲ ἀποκεφαλισμό.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

Ἀπολυτίκιο. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Ὡς ἔμπλεως πίστεως, τῆς πρὸς Χριστὸν εὐσεβῶς, νεάζον τὸ φρόνημα, ἔσχες ἐν γήρᾳ καλῶς, Εὐσίγνιε ἔνδοξε· ὅθεν ὁμολογήσας, τὸν Ὑπέρθεον Λόγον, ἤλεγξας θαρσαλέως, Παραβάτου τὸ θράσος· ἐντεῦθεν μετὰ Μαρτύρων, ὡς Μάρτυς δεδόξασαι.

 

Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ’. Ὡς ἀπαρχὰς τῆς φύσεως.
Ὡς πολιὸς τῷ σώματι, σύνεσιν θείαν ἤνεγκας, δι’ ἧς ἀμβλύνας ἀσυνέτων τὴν ἔπαρσιν, νεανικῶς ἠρίστευσας, καὶ τιμηθεὶς τὸν αὐχένα, τῶν αἱμάτων τοῖς ῥείθροις ἐνθέως ἤρδευσας, Εὐσίγνιε τρισμάκαρ, τοὺς μέλποντας τὴν σὴν ἄθλησιν.

 

Μεγαλυνάριον.
Πίστει ἀναθάλλων τῇ πρὸς Χριστόν, ἐν γήρατι χαίρων, ἠγωνίσω νεανικῶς, καὶ τοῦ Παραβάτου, τὴν ἄνοιαν αἰσχύνας, μαρτυρικῆς ἐπέβης, δόξης Εὐσίγνιε.

Ἡ Ἁγία Νόννα

Ἡ Ἁγία αὐτὴ ἀνήκει στὴ μερίδα τῶν χριστιανῶν γυναικῶν, καὶ μητέρων, ποὺ μὲ τὸ φῶς τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ λάμπρυναν τὸ στερέωμα τῆς χριστιανικῆς ἱστορίας. Εὐσεβής, ἁγνή, μὲ θερμὴ πίστη, μὲ διαμαντένιο χαρακτῆρα, μὲ πολλὴ μελέτη καὶ ἀκριβὴ γνώση τῶν δογμάτων καὶ τῶν ἐντολῶν τῆς χριστιανικῆς θρησκείας, ἀναδείχτηκε ὁ καλὸς ἄγγελος τοῦ σπιτιοῦ της.

Ὁ σύζυγός της Γρηγόριος εἶχε πέσει στὴν αἵρεση τῶν Ὑψισταρίων, ποὺ δεχόταν μονοπρόσωπο τὸν Ὕψιστο καὶ ἀπέρριπτε τὸν Τριαδικὸ Θεό. Ἀλλὰ ἡ Νόννα μὲ τὶς προσευχές της καὶ τὴν πειθώ, ποὺ ἐξασκοῦσε μὲ σοφία καὶ στοργή, ἐπανέφερε τὸν σύζυγό της στὸν ὀρθόδοξο δρόμο, γιὰ νὰ ἀναδειχθεῖ στὴ συνέχεια ἕνας ἀπὸ τοὺς πιὸ εὐσεβεῖς ἐπισκόπους της Ἐκκλησίας μας.

Ἔπειτα ἡ Νόννα, ἔδειξε τόσο μεγάλη προσοχὴ στὴν ἀνατροφὴ τῶν παιδιῶν της, ὥστε ἀνέδειξε πολύτιμες δυνάμεις καὶ ἔξοχα κοσμήματα τῆς χριστιανικῆς πίστης. Καὶ αὐτὰ ἦταν, ὁ μεγάλος πατέρας τῆς Ἐκκλησίας μας Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, ὁ ἄλλος γιός της Καισάριος καὶ ἡ πασίγνωστη – γιὰ τὴν εὐσέβειά της – κόρη της Γοργονία.

Ἔτσι ἡ Νόννα ἀποτελεῖ παράδειγμα γιὰ μίμηση στὶς κοινωνίες, ποὺ θέλουν νὰ ἀντλοῦν ἀπὸ τὴν οἰκογένεια χριστιανικὴ τόνωση, καὶ νικηφόρες δυνάμεις κατὰ τῶν ἀσεβῶν δοξασιῶν καὶ τῆς τυραννίας τῶν παθῶν.
Ἡ Ἁγία Νόννα ἀπεβίωσε εἰρηνικά.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

Ὁ Ἅγιος Σόλεβ ὁ Μάρτυρας ὁ Αἰγύπτιος 

Μαρτύρησε διὰ τοξευόμενου βέλους.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

Ὁ Ἅγιος Φάβιος (ἢ σωστότερα Φαβιανός) ὁ Ἱερομάρτυρας Ἐπίσκοπος Ρώμης

Μαρτύρησε διὰ ξίφους. Στοὺς καταλόγους τῶν πάπων, μεταξὺ τῶν μαρτύρων συγκαταλέγεται ὁ πάπας Φαβιανὸς (236 – 350), ποὺ μαρτύρησαν ἐπὶ Δεκίου τὴν 20η Ἰανουαρίου (Εὐσεβίου Ἐκκλ. Ἱστορία κεφ. κθ’).

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

Ὁ Ἅγιος Θέρισσος (ἢ Θύρσος) Ἐπίσκοπος Καρπασίας 

Κύπριος Ἅγιος, ἐπ’ ὀνόματι τοῦ ὁποίου σῴζεται καὶ ἀρχαῖος ναὸς κοντὰ στὴν θάλασσα. (Περιττῶς ἐπαναλαμβάνεται ἡ μνήμη του, ἀπὸ ὁρισμένα Ἁγιολόγια, καὶ τὴν 23η Ἰουλίου).

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

Ὁ Ἅγιος Εὐθύμιος Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως

Τὴν μνήμη του ἀναγράφει ὁ Γεδεῶν στὸ Ἑορτολόγιό του σελ. 149. Ὁ Εὐθύμιος αὐτὸς εἶναι, ποὺ πατριάρχευσε ἀπὸ τὸ 906 – 911 καὶ μετὰ τὴν παύση τοῦ Ἀλεξάνδρου, ἀδελφοῦ τοῦ Λέοντα τοῦ Σοφοῦ. Κατόπιν ἀποσύρθηκε στὴν Μονὴ τοῦ Ἀγαθοῦ, ὅπου ἀπεβίωσε εἰρηνικὰ τὴν 5η Αὐγούστου τοῦ 917.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

Οἱ Ἅγιοι Καττίδιος καὶ Καττιδιανὸς οἱ Μάρτυρες τὰ ἀδέλφια 

Μαρτύρησαν διὰ λιθοβολισμοῦ.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

Ὁ Ἅγιος Χρῆστος ὁ Μάρτυρας ἀπὸ τὴν Πρέβεζα

Ὁ ἥρωας αὐτὸς τῆς Ὀρθοδοξίας ἦταν ἀπὸ τὴν Πρέβεζα. Ἂν καὶ ναυτικὸς στὸ ἐπάγγελμα, καθόλου δὲν ἀποξενώθηκε ἀπὸ τὴν χριστιανοπρεπὴ διαγωγή του.

Ὅταν κάποτε τὸ πλοῖο στὸ ὁποῖο δούλευε ἔφτασε ἀπὸ τὴν Κρήτη στὸ λιμάνι τῆς Κῶ, ὁ Χρῆστος ἀμέσως ἔτρεξε στὴν Ἐκκλησία, προσευχήθηκε, βρῆκε πνευματικὸ καὶ ἐξομολογήθηκε.

Μετὰ ἀπὸ μέρες, ὅταν πήγαινε γιὰ τὸ πλοῖο του, συναντήθηκε μὲ γενίτσαρους, ποὺ ἄρχισαν νὰ τοῦ βρίζουν τὴν πίστη καὶ τὸ ἅγιο βάπτισμα. Ὁ Χρῆστος δὲν φοβήθηκε καὶ ἀπάντησε στοὺς Τούρκους, ὅτι ὁ Μωάμεθ εἶναι ὁ κολασμένος ἀντίχριστος. Γεμάτοι θυμὸ οἱ γενίτσαροι, ὅρμησαν ἐπάνω του καὶ μὲ ἄγρια χτυπήματα τοῦ εἶπαν ν’ ἀρνηθεῖ τὴν πίστη του γιὰ νὰ σωθεῖ. Ὁ Χρῆστος ἀπάντησε ἀπαγγέλλοντας τὸ σύμβολο τῆς πίστης.

Τότε αὐτοί, τὸν ἔβγαλαν ἔξω ἀπὸ τὴν πόλη καὶ τὸν ἔκαψαν ζωντανό. Οἱ ἄπιστοι ἄφησαν τὸ σῶμά του ἄταφο γιὰ ἕναν μῆνα. Ἀλλὰ τὸ λείψανο τοῦ Ἁγίου ἔμεινε ἀναλλοίωτο καὶ στὶς πρῶτες νύχτες τὸ σκέπαζε κάποιο γλυκὸ φῶς, ποὺ προερχόταν ἀπὸ τὸν οὐρανό.
Μάλιστα, κατὰ τὸ διάστημα αὐτὸ ἔκανε καὶ πολλὰ θαύματα. Ὅλα αὐτὰ ἔγιναν στὶς 5 Αὐγούστου 1668.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

Ὁ Ὅσιος Εὐγένιος ὁ Αἰτωλὸς 

Ὁ Ὅσιος Εὐγένιος Ἰωαννούλιος ἢ Γιαννούλης ὁ Αἰτωλός, γεννήθηκε τὸ 1595 ἢ 1596 στὸ Μέγα Δένδρο Ἀποκούρου ἀπὸ πτωχοὺς γονεῖς.

Χειροτονήθηκε διάκονος τὸ 1616 στὴ Μονὴ Τατάρνας καὶ γιὰ μικρὸ χρονικὸ διάστημα παρέμεινε στὴ Μονὴ Ξηροποτάμου τοῦ Ἁγίου Ὅρους.

Τὸ 1619 χειροτονήθηκε πρεσβύτερος στὴ Μονὴ Σινᾶ ἀπὸ τὸν τότε Πατριάρχη Ἀλεξανδρείας Κύριλλο Λούκαρη καὶ κατόπιν Οἰκουμενικὸ Πατριάρχη μὲ τὸν ὁποῖο ἔζησε πολλὲς ταλαιπωρίες γιὰ τὴν προσήλωσή του στὴν Ὀρθοδοξία καὶ γιὰ τὸ ἀδούλωτο πνεῦμα του. Ὁ Εὐγένιος, ἔφτασε στὸ σημεῖο, ἀκόμα καὶ νὰ καθαιρεθεῖ ἀπὸ τὸν Τουρκόφιλο καὶ Λατινόφρονα Πατριάρχη Κύριλλο Κοντάρη, ἀλλὰ ἀργότερα, τὸ 1639, ὁ Πατριάρχης Παρθενίας τὸν ἀποκατέστησε πανηγυρικά.

Ὁ Ὅσιος Εὐγένιος ἀπὸ τὸ 1639 ὡς τὸ 1640 διηύθυνε τὴν Σχολὴ τῆς Ἄρτας. Ἀργότερα πῆγε στὸ Καρπενήσι, ὅπου ἀνήγειρε μεγαλύτερο ναὸ τῆς Ἁγίας Τριάδας καὶ στὸν περίβολό του, Σχολὴ Ἀνωτέρων Γραμμάτων, ποὺ ἔγινε γιὰ τὴν Εὐρυτανία κέντρο πνευματικῆς ἀναγέννησης καὶ ἀναδείχτηκαν ἀπὸ ἐκεῖ πολλοὶ σπουδαῖοι ἄντρες, ὅπως ἐπίσκοποι, Πατριάρχες κλπ.

Ἐπίσης ὁ Ὅσιος, ἵδρυσε Σχολὲς στὴ Μονὴ Ἁγίας Παρασκευῆς στὰ Βραγιαννᾶ καὶ στὸ Αἰτωλικό.

Πέθανε τὸ 1682 καὶ τάφηκε στὸν νάρθηκα τῆς Ἁγίας Παρασκευῆς, ἀφήνοντας ἀξιόλογο συγγραφικὸ ἔργο. Ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἁγιοποιήθηκε τὴν 1η Ἰουλίου 1982.
(Ἡ μνήμη του ἀναφέρεται τὴν 6η Αὐγούστου, ἀλλὰ ἐπειδὴ συμπίπτει μὲ τὴν μεγάλη ἑορτὴ τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος ἑορτάζεται τὴν 5η Αὐγούστου).

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

Ἀπολυτίκιο. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Διδάσκαλος ἔνθεος καὶ ὁδηγὸς τῶν πιστῶν ἐδείχθης ἐν Πνεύματι, οἴα θεράπων Χριστοῦ, Εὐγένιε Ὅσιε, λόγῳ γὰρ διαπρεπῶν καὶ λαμπρότητι βίου, ὤφθης τῆς εὐσέβειας πρακτικὸς ὑποφήτης, διὸ ἡ Ἐκκλησία μακαρίζει σε.

Στὰ μέσα του 3ου αἰῶνα μ.Χ., ὅταν ὁ αὐτοκράτωρ Δέκιος ἄναψε τὸ καμίνι τῶν διωγμῶν καὶ χωρὶς καμιὰ διάκριση βασάνιζε καὶ σκότωνε νέους καὶ γέρους, τότε καὶ οἱ ἑπτὰ παῖδες, Μαξιμιλιανός, Ἐξακουστοδιανός, Ἰάμβλιχος, Μαρτινιανός, Διονύσιος, Ἀντωνῖνος καὶ Κωνσταντῖνος, γιὰ νὰ μὴν ἀρνηθοῦν τὴν πίστη τους, ἀφοῦ διαμοίρασαν τὰ ὑπάρχοντά τους στοὺς φτωχούς, ἔφυγαν ἀπὸ τὴν πόλη καὶ κρύφτηκαν σὲ κάποια σπηλιά, μέχρι νὰ πάψει ὁ διωγμός.

Ἐπειδή, ὅμως, ὁ κίνδυνος ὁλοένα καὶ πλησίαζε στὴν κρυψώνα τους, προσευχήθηκαν ὅλη τὴ νύκτα νὰ πάρει ὁ Θεὸς τὶς ψυχές τους, χωρὶς νὰ πέσουν στὰ χέρια τοῦ Δεκίου. Ὁ Θεὸς ἄκουσε τὴ δέησή τους, καὶ τὸ πρωὶ κοιμήθηκαν χωρὶς νὰ ξυπνήσουν.

Μετὰ 194 χρόνια, ἐπὶ Θεοδοσίου τοῦ Μικροῦ, στὴν Ἔφεσο κάποια αἵρεση διακήρυττε ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀνάσταση νεκρῶν. Ἐκείνη, λοιπόν, τὴν ἐποχή, κάποιο παιδὶ στὴν ἀγορὰ τῆς Ἐφέσου ψώνισε ψωμὶ μὲ τὸ νόμισμα τῆς ἐποχῆς τοῦ Δεκίου. Αὐτὸ προκάλεσε ἔκπληξη. Πῆραν, λοιπὸν τὸ παιδὶ καὶ τὸ ἀνέκριναν. Κατόπιν, πῆγαν στὴ σπηλιὰ καὶ βρῆκαν ζωντανὰ καὶ τὰ ὑπόλοιπα παιδιά.
Τότε ὅλοι κατάλαβαν ὅτι εἶναι θαῦμα Θεοῦ, γιὰ νὰ ἀποδειχθεῖ ὅτι «ἀνάστασιν μέλλειν ἔσεσθαι νεκρῶν, δικαίων τε καὶ ἀδίκων». Δηλαδή, ὅτι μέλλει νὰ γίνει ἀνάσταση νεκρῶν, καὶ τῶν δικαίων καὶ τῶν ἀδίκων.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

Ἀπολυτίκιο. Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Θείῳ Πνεύματι, ἀφθαρτισθέντες, πολυχρόνιον, ἤνυσαν ὕπνον, οἱ ἐν Ἐφέσῳ ἑπτάριθμοι Μάρτυρες καὶ ἀναστάντες πιστοὺς ἐβεβαίωσαν, τὴν τῶν ἀνθρώπων κοινὴν ἐξανάστασιν· ὅθεν ἅπαντες, συμφώνως τούτους τιμήσωμεν, δοξάζοντες Χριστὸν τὸν πολυέλεον.

 

Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Οἱ τὰ τοῦ κόσμου ὡς φθαρτὰ παριδόντες, καὶ τὰς ἀφθάρτους δωρεὰς εἰληφότες, διαφθορᾶς διέμειναν θανόντες παρεκτός· ὅθεν ἐξανίστανται, μετὰ πλείονας χρόνους, ἅπασαν ἐνθάψαντες, δυσμενῶν ἀπιστίαν· οὓς ἐν αἰνέσει σήμερον πιστοί, ἀνευφημοῦντες, Χριστὸν ἀνυμνήσωμεν.

 

Μεγαλυνάριον.
Δόγμα ἀκυροῦται νεκροποιόν· οἱ γὰρ θεῖοι Παῖδες, ἀναστάντες ἐκ τῶν νεκρῶν, ἐδήλωσαν πᾶσι, τὴν μέλλουσαν γενέσθαι, ἐν τῇ ἐσχάτῃ ὥρᾳ, βροτῶν ἀνάστασιν. 

Ἡ Ὁσία Εὐδοκία ἡ Μάρτυς καὶ ἡ ἀνακομιδὴ τῶν λειψάνων της 

Καταγόταν ἀπὸ τὰ μέρη τῆς Ἀνατολῆς. Σὲ μία ὅμως ἐκστρατεία τους οἱ Πέρσες, αἰχμαλώτισαν καὶ αὐτὴ καὶ τὴ μετέφεραν στὴν Περσία. Ἐκεῖ ὑποχρεώθηκε νὰ ὑπηρετεῖ τὴν οἰκογένεια ἐνὸς ἀξιωματικοῦ. Ἡ ζωὴ αὐτὴ δὲν δυσαρέστησε τὴν Εὐδοκία. Καὶ πίστευε ὅτι παντοῦ, ὅπου κι ἂν τύχουμε, μποροῦμε νὰ ἔχουμε μεγάλη ἀποστολὴ ὑπὲρ τοῦ ἔργου τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς ὠφελείας τοῦ πλησίον μας.

Ἔτσι, εὐπειθής, πρόθυμη καὶ διακριτικὴ καθὼς ἦταν, ἀλλὰ καὶ μὲ πολλὴ φρόνηση καὶ λεπτότητα, κατάφερε αὐτὴ ἡ αἰχμάλωτη νὰ αἰχμαλωτίσει τοὺς κυρίους της. Τὴν ἀγάπησαν ὅλοι καὶ ἔγιναν χριστιανοί. Κατόπιν μὲ πυρῆνα τὸ σπίτι τοῦ ἀξιωματικοῦ, κατάφεραν νὰ ἐκχριστιανίσουν πολλὲς Περσίδες καὶ Πέρσες.

Τὰ γεγονότα ὅμως αὐτὰ ἔφτασαν στ’ αὐτιὰ τῶν ἀρχόντων, ποὺ ἐξοργισμένοι συνέλαβαν τὴν Εὐδοκία καὶ τὴ μαστίγωσαν ἀλύπητα. Ἔτσι πληγωμένη τὴν ἔριξαν στὴ φυλακή. Ἄλλα μετὰ δύο μῆνες τὴν ἔβγαλαν, ἔσχισαν τὶς σάρκες της μὲ ἀκανθωτὰ ραβδιά, τρύπησαν τὸ σῶμα της μὲ μυτερὰ καλάμια καὶ κατόπιν ἕσφιξαν τόσο τὸ σῶμα της μὲ σχοινιά, ὥστε πολλὰ κόκαλά της ἔσπασαν.

Ἀλλὰ ἐπειδὴ ἡ Εὐδοκία μὲ γενναῖο φρόνημα ἐξακολουθοῦσε νὰ ὁμολογεῖ τὸν Χριστό, τὴν ἀποκεφάλισαν, παίρνοντας ἔτσι τὸ ἀμάραντο στεφάνι τοῦ μαρτυρίου.

Ὁ Σ. Εὐστρατιάδης ὅμως, ἔχει ἄλλη ἄποψη γιὰ τὸ Συναξάρι αὐτὸ καὶ λέει τὰ ἑξῆς: Ἐν τῷ Συναξαριστῇ τοῦ Νικόδημου γίνεται σύγχυσις τῆς ἀνακομιδῆς τῶν λειψάνων τῆς μάρτυρος ταύτης, τῆς ἑορταζομένης τὴν 1η Μαρτίου, πρὸς ἄλλην ὁμώνυμον μάρτυρα τῆς 4ης Αὐγούστου, ὅτι περὶ τῆς ἀνωτέρω πρώην πόρνης καὶ εἴτα ὁσιομάρτυρος Εὐδοκίας ὁ λόγος τῆς ἀνακομιδῆς, μαρτυρεῖ ὁ ἀρχαῖος Παρισινὸς Κῶδιξ 13, ὅστις ἐν φ. 356α περὶ τῆς ἑορτῆς τῶν ἐν Ἐφέσῳ ἑπτὰ παίδων καὶ τῆς ἀνωτέρω μάρτυρος Εὐδοκίας ταῦτα σημειοί: Ἰστέον ὅτι τινὰ τῶν Τυπικῶν κατὰ ταύτην τὴν ἡμέραν (ἤγουν τὴν 4ην Αὐγούστου) ἑορτάζουσι τοὺς ἁγίους τούτους (ἑπτὰ παίδας), ἕτερα δὲ κατὰ τὴν β’ ἡμέραν τοῦ μηνός, κατὰ δὲ ταύτην τὴν ἁγίαν ὁσιομάρτυρα Εὐδοκίαν, ἧς ἀκολουθία ψάλλεται τὴ α’ τοῦ Μαρτίου μηνός, εἶγε ἐστὶν αὕτη καὶ οὒχ ἑτέρα· ἐπεῖ ἡ τῆς μάρτυρος ἀκολουθία ταύτην εἶναι παρίστησιν ἡμεῖς δὲ τῷ πλείονι τῶν ψήφων νικώμενοι, ἐνταύθα τοὺς ἁγίους ἑπτὰ παίδας τεθείκαμεν ἐναπομένει δὲ εἰς τὴν διάκρισιν». Πράγματι δὲ ἡ εἰς τὴν ἁγίαν Εὐδοκίαν ἀκολουθία τῆς ἀνακομιδῆς τῶν λειψάνων, ἡ σῳζόμενη εἰς τοὺς Λαυριωτικοὺς Κώδικας Δ 17 φ. 31 καὶ Δ 14 καὶ εἰς τὸν Παρισινὸν 1575 φ. 186α τοῦ Θεοφάνους ποίημα, ἀναφέρεται εἰς τὴν πρώην πόρνην Εὐδοκίαν (τῆς 1ης Μαρτίου) καὶ οὐχὶ εἰς τὴν ἀνωτέρω τῆς 4ης  Αὐγούστου, ἧς τὴν μνήμην καὶ τὴν ἀνακομιδὴν συγχρόνως ἀναγράφει ὁ Νικόδημος. Φρονῶ, ὅτι ἡ Εὐδοκία αὐτὴ τοῦ Νικοδήμου εἶναι φανταστικὸν πρόσωπον, ἐκλαμβανομένη ἀντὶ τῆς μάρτυρος Ἴας, τὴν ὁποίαν πολλοὶ Συναξαρισταὶ κατὰ τὴν ἡμέραν ταύτην σημειούσιν, ἥτις ἔχει καὶ τὸ αὐτὸ ἀπαραλλάκτως ὑπόμνημα, φαίνεται ὅτι ὁ ἀντιγραφεὺς τὸ ὄνομα Ἴα ἐθεώρησε ἀκέφαλον καὶ συνεπλήρωσε αὐτὸ διὰ τῆς προσθήκης τῶν πέντε πρώτων γραμμάτων «Εὐδοκ» ἢ τὸ, καὶ πιθανότερον, ἐπειδὴ κατὰ τὴν ἡμέραν ταύτην μνεῖα γίνεται τοῦ ὀνόματος τῆς Εὐδοκίας διὰ τὴν ἀνακομιδὴν αὐτῆς, καὶ μνεῖα τῆς μάρτυρος Ἴας, τὸ συναξάριον τῆς τελευταίας ταύτης ἀπεδόθη ἐκ συγχύσεως εἰς τὴν Εὐδοκίαν καὶ οὕτω προῆλθε νέα μάρτυς ἀνύπαρκτος Εὐδοκία, διότι δὲν ἐξηγεῖται ἄλλως τὸ κοινὸν Συναξάριον τῆς Ἴας τῶν Συναξαριστῶν καὶ τῆς Εὐδοκίας τοῦ Νικόδημου. (Πρβλ. Συναξαριστὴν Delehaye, σ. 868, 38 καὶ Νικόδημου, σ. 235 – 236, Ἀπριλίου 4).

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

Ὁ Ἅγιος Θαθουὴλ ὁ Μάρτυρας 

Μαρτύρησε, ἀφοῦ τὸν κρέμασαν σὲ μία μηλιά.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

Ἐγκαίνια Ἱεροῦ Ναοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Παντοκράτορος στὴν Κωνσταντινούπολη

Δὲν ἔχουμε λεπτομέρειες γιὰ τὸ γεγονός.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

Ὁ Δαλμάτιος ἦταν στρατιώτης, γρήγορα ὅμως τὴν θεοσεβὴ ψυχή του κυρίευσε ἡ ἐπιθυμία νὰ ἀφοσιωθεῖ στὸν Κύριο καὶ Δημιουργό του. Ξεκίνησε λοιπὸν, μαζὶ μὲ τὸν γιὸ του Φαῦστο νὰ συναντήσει τὸν μοναχὸ Ἰσαάκιο, ἡ φήμη τοῦ ὁποίου εἶχε φέρει κοντὰ του πολλοὺς ἄνδρες.

Ὁ Δαλμάτιος διακρίθηκε ἀνάμεσα στοὺς ὑπολοίπους μοναχοὺς γιὰ τὴν ἀρετή του, τόσο ὥστε ἐξελέγει ἡγούμενος μετὰ τὸν θάνατο τοῦ εὐσεβοῦς Ἰσαακίου. Μάλιστα γιὰ τὸν ἐνάρετο βίο του ὁ Δαλμάτιος τιμήθηκε καὶ ἀπὸ τὴν Γ’ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο ποὺ συνῆλθε τὸ 431 μ.Χ. στὴν Ἔφεσο, στὴν ὁποία οἱ Πατέρες ἀνέδειξαν τὸν Ὅσιο ἀρχιμανδρίτη.

Τὸν δρόμο τοῦ Δαλμάτιου, ὁ ὁποῖος τελείωσε τὴν ζωὴ του ἐν εἰρήνῃ, ἀκολούθησε ὁ γιός του Φαῦστος, ἀναδεικνύοντας ἑαυτὸν, ἄξιο διάδοχο τοῦ πατέρα του.

Ὅσον ἀφορὰ στὸν Ὅσιο Ἰσαάκιο, ἔμεινε ξακουστὸς γιὰ τὴν στάση, τὴν ὁποία ὑπέδειξε ἀπέναντι στὸν αἱρετικὸ αὐτοκράτορα Οὔλη, ὅταν αὐτὸς κατὰ τὴν ἐκστρατεία του ἐνάντια στοὺς Σκύθες συνάντησε τὸν Ὅσιο. Ὁ Ἰσαάκιος πέθανε σὲ βαθειὰ γεράματα.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Τὴν τρίστιχον χορείαν τῶν Ὁσίων τιμήσωμεν, Φαῦστον Ἰσαάκιον ἅμα, καὶ Δαλμάτον τὸν ἔνδοξον· ὡς τρίφωτος λαμπὰς γὰρ ἀρετῶν, σκεδάζουσι τὴν νύκτα τῶν παθῶν, καὶ ταῖς θείαις καταυγάζουσι δωρεαῖς, τοὺς πόθῳ ἀνακράζοντας· δόξα τῷ θαυμαστώσαντι ὑμᾶς, δόξα τῷ μεγαλύναντι, δόξα τῷ ἐνεργοῦντι δι’ ὑμῶν, πᾶσιν ἰάματα.

 

Κοντάκιον Ἦχος β’. Τὴν ἐν πρεσβείαις.
Τοὺς ἐν ἀσκήσει ἐκλάμψαντας ὡς φωστῆρας, καὶ τὰς αἱρέσεις ἀνατρέψαντας τῇ πίστει, ὕμνοις Ἰσάκιον εὐφημήσωμεν, σὺν τῷ Δαλμάτῳ Φαῦστον, ὡς τοῦ Χριστοῦ θεράποντας, αὐτὸν δυσωποῦντας ὑπὲρ πάντων ὑμῶν.

 

Μεγαλυνάριον.
Χαίρετε Πατέρων ἡ κορωνίς, Ἰσάκιε Φαῦστε, καὶ Δαλμάτε οἱ εὐκλεεῖς· βίου γὰρ ἐνθέου, στηλογραφία ὄντες, ὤφθητε Ἐκκλησίας, στῦλοι ἀκλόνητοι.

Ὁ Ἅγιος Στέφανος ὁ Ἱερομάρτυρας Πάπας Ρώμης καὶ οἱ σὺν αὐτῷ 

Ἦταν Ρωμαῖος καὶ ἀνέβηκε στὸν θρόνο τῆς Ρώμης κατὰ τὸ ἔτος 253 μ.Χ. Αὐτὸς κατηχοῦσε καὶ βάπτιζε χριστιανοὺς πολλοὺς εἰδωλολάτρες, ποὺ προσέρχονταν σ’ αὐτόν. Μερικοὺς ἀπ’ αὐτοὺς μάλιστα, χειροτόνησε πρεσβύτερους, διακόνους καὶ ἀναγνῶστες, ποὺ ἀργότερα μαρτύρησαν γιὰ τὸν Χριστό.

Ὅταν συνελήφθῃ ὁ Στέφανος καὶ ὁδηγήθηκε στὸν ναὸ τοῦ Ἄρη, προσευχήθηκε καὶ προκλήθηκε σεισμὸς μὲ ἀποτέλεσμα νὰ γκρεμιστεῖ μέρος τοῦ ναοῦ. Τότε οἱ στρατιῶτες φοβισμένοι ἔτρεξαν καὶ ἔφυγαν, ὁ δὲ Ἅγιος πῆγε στὸν τάφο τῆς Ἁγίας Λουκίας, ὅπου ἔκανε ἀναίμακτη θυσία.

Ἐκεῖ τὸν βρῆκαν οἱ στρατιῶτες, ὅπου ἀφοῦ τὸν βασάνισαν, τελικὰ τὸν ἀποκεφάλισαν καὶ ἔτσι ἔλαβε τὸ στεφάνι τοῦ μαρτυρίου.
(Ἡ μνήμη του, ἀπὸ ὁρισμένα Συναξάρια, ἐπαναλαμβάνεται καὶ τὴν 7η Σεπτεμβρίου).

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ὅσιος Ἰωάννης ὁ Ὁμολογητὴς ἡγούμενος τῆς Μονῆς Πατελαρίας

Δὲν ἔχουμε λεπτομέρειες γιὰ τὸν βίο τοῦ Ὁσίου.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ἡ Ἁγία Σαλώμη ἡ Μυροφόρος

Ἦταν πρώτη ἐξαδέλφη τῆς Παναγίας, μητέρας τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ. Εἶχε σύζυγο τὸν Ζεβεδαῖο καὶ γιοὺς τὸν Ἰάκωβο καὶ τὸν Ἰωάννη. Προικισμένη καὶ ἡ ἴδια μὲ ἔνθερμη εὐσέβεια, ἦταν ἀπὸ τὶς γυναῖκες ποὺ ἀκολουθοῦσαν τὸν Χριστό, καὶ συνεισέφεραν στὸ ταμεῖο τῆς ἀποστολικῆς ἀδελφότητας.

Ἡ Σαλώμη ἦταν ἐκείνη, παρακινούμενη ἀπὸ μητρικὴ φιλοστοργία, ποὺ παρακάλεσε τὸν Κύριο ὅταν Αὐτὸς πήγαινε γιὰ τελευταῖα φορὰ στὴν Ἱερουσαλήμ, νὰ τιμηθοῦν οἱ γιοί της μὲ πρωτεύοντα ἀξιώματα. Διότι εἶχε τὴν ἰδέα, ὅτι ὁ Ἰησοῦς στὴν Ἱερουσαλὴμ ἔμελλε νὰ ἀναστήσει τὸν θρόνο τοῦ Δαβίδ. Ὅμως ἡ Σαλώμη, τὶς στιγμὲς τοῦ φρικτοῦ πάθους τοῦ Κυρίου, καὶ ἐνῷ μαθητὲς καὶ φίλοι ἀπὸ φόβο εἶχαν διασκορπιστεῖ, αὐτή, μαζὶ μὲ μερικὲς ἄλλες πιστὲς γυναῖκες ἦταν ἐκεῖ καὶ κτυποῦσαν ἀπὸ λύπη τὰ στήθη τους.

Ἐπίσης ἡ Σαλώμη, ἀξιώθηκε νὰ εἶναι μία ἀπὸ τὶς μυροφόρες, στὶς ὅποιες ὁ ἄγγελος γνωστοποίησε τὴν ἀνάσταση τοῦ Ἰησοῦ. Μετὰ τὴν ἵδρυση τῆς χριστιανικῆς Ἐκκλησίας στὴν Ἱερουσαλήμ, ἡ Σαλώμη ἐξακολούθησε νὰ διακρίνεται γιὰ τὸ ζῆλο καὶ τὶς ἐλεημοσύνες της.
Ὁ διωγμὸς ἐναντίον τῆς ἐκκλησίας στὴν Ἱερουσαλήμ, προξένησε μεγάλη λύπη στὴν Σαλώμη. Ἡ καρδιά της ὑπέστη μεγάλο σπαραγμὸ τὴν ἡμέρα, ποὺ ὁ Ἡρῴδης ἀποκεφάλισε τὸν πρωτότοκο γιό της Ἰάκωβο. Ἀλλὰ ἡ ἐλπίδα στὸν Χριστὸ τὴν ἐνίσχυσε καὶ μὲ τὴν προσδοκία τῶν αἰωνίων ἀγαθῶν παρέδωσε τὴν ψυχή της εἰρηνικά.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ἡ Ὁσία Θεοκλητῶ ἡ Θαυματουργός

Ἔζησε κατὰ τὸν 9ο αἰῶνα στὰ χρόνια τοῦ βασιλιὰ Θεοφίλου τοῦ εἰκονομάχου καὶ καταγόταν «ἐκ τοῦ θέματος τῶν Ὀπτιμάτων» (Ὀψικίου).

Οἱ γονεῖς της ὀνομάζονταν Κωνσταντῖνος καὶ Ἀναστασία, καὶ ἦταν ἀρκετὰ πλούσιοι καὶ πρὸ πάντων εὐσεβεῖς χριστιανοί. Ἀνάλογη ἀνατροφὴ ἔδωσαν καὶ στὴν κόρη τους Θεοκλητῶ, ποὺ ἦταν πιστή, εὐσεβής, σεμνὴ καὶ μελετοῦσε ἀκατάπαυστα τὸν θεῖο Λόγο.

Ὅταν παντρεύτηκε (τὸν Ζαχαρία, ἄνδρα εὐσεβῇ καὶ ἐλεήμονα), ὑπῆρξε πρότυπο χριστιανῆς συζύγου. Τὸ σπίτι της ἦταν συνεχῶς ἀνοικτὸ γιὰ τοὺς δυστυχεῖς, γιὰ τὶς χῆρες, τὰ ὀρφανὰ καὶ τοὺς φτωχοὺς οἰκογενειάρχες. Συχνὰ πήγαινε ἡ ἴδια στὰ φτωχόσπιτα καὶ μοίραζε ἁπλόχερα ἐλεημοσύνη καὶ περιποίηση στοὺς ἀρρώστους.

Ὁ θάνατος τὴν βρῆκε νὰ ἐκτελεῖ τέτοια θεάρεστα ἔργα. Τὸ δὲ λείψανό της, ἀξιώθηκε νὰ γίνει ὄργανο πολλῶν ἰαμάτων.
(Στὸν κώδικα 73 τῆς Μονῆς Παναγίας τῆς Χάλκης, καλεῖται Θεόκλητη καὶ ἡ μνήμη της ἀναφέρεται τὴν 21η Αὐγούστου).

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Οἱ Ἅγιοι Ἰωάννης καὶ Ἰωάννης ὁ Νέος Ἐπίσκοποι Ἐφέσου

Ἡ μνήμη τους φέρεται σὲ δυὸ Κώδικες, τὸν Πατμιακὸ 266 καὶ τὸν Παρισινὸ 152 Sap ὡς ἑξῆς: «Τῶν ἐν ἁγίοις πατέρων ἡμῶν καὶ ἀρχιεπισκόπων γενομένων Ἐφέσου Ἰωάννου τοῦ μονάχου καὶ Ἰωάννου τοῦ νέου».
Σὲ Παρισινὸ Κώδικα ἡ μνήμη τους ἐπαναλαμβάνεται καὶ τὴν 4η Αὐγούστου.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ὅσιος Ἀντώνιος ὁ Θαυματουργός Ρωμαῖος ἐκ Νοβογορδίας (Ρῶσος)

Δὲν ἔχουμε λεπτομέρειες γιὰ τὸν βίο τοῦ Ὁσίου.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ἅγιος Ὀλύμπιος ὁ ἔπαρχος ὁ Μάρτυρας

Βυζαντινὸς ἄρχοντας ἐπὶ τῆς Βασιλείας τοῦ αὐτοκράτορα Ἡρακλείου (610 – 641), ποὺ θανατώθηκε στὴ φυλακὴ ἀπὸ τὸν Πέρση βασιλιὰ Χοσρόη γιὰ τὴν ὁμολογία του στὴν χριστιανικὴ πίστη.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Οἱ Ὁσίες Θεοδώρα καὶ Θεοπίστη ἡ θυγατέρα της ἐξ Αἰγίνης

Ἡ Ὁσία Θεοδώρα γεννήθηκε στὴν Αἴγινα.

Μετὰ τὸν γάμο της, ᾖλθε στὴ Θεσσαλονίκη λόγω ἐπιδρομῶν τῶν Σαρακινῶν. Ἀσπάστηκε τὸν μοναχισμὸ μετὰ τὸν θάνατο τοῦ συζύγου της καὶ μπῆκε στὴ Μονὴ τοῦ Ἁγίου Στεφάνου μὲ τὴν θυγατέρα της Θεοπίστη.

Ἔζησε μὲ πολλὴ ἀρετὴ καὶ κοιμήθηκε τὸ 892.
Ἑορτάζονται τὴν 29η Αὐγούστου, ἀλλὰ ἡ γιορτὴ τους μεταφέρθηκε τὴν 3η Αὐγούστου λόγω τῆς γιορτῆς τῆς ἀποτομῆς τῆς Τιμίας Κεφαλῆς τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου Προδρόμου.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Τὸ γεγονὸς αὐτὸ συνέβη στὰ χρόνια ποὺ οἱ μεγάλοι διωγμοὶ τῶν πρώτων χριστιανῶν εἶχαν κοπάσει καὶ αὐτοκράτωρ ἦταν ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος.

Τότε, ὁ Ἅγιος Στέφανος φανερώθηκε τρεῖς φορὲς σὲ κάποιον εὐσεβῆγέροντα ἱερέα, τὸ Λουκιανό, καὶ τοῦ ἀποκάλυψε τὸν τόπο, ὅπουἦταν κρυμμένο τὸ λείψανό του. Αὐτὸς ἀμέσως τὸ ἀνέφερε στὸν Πατριάρχη Ἱεροσολύμων Ἰωάννη, ποὺ μὲ τὴ σειρὰ του πῆγε στὸν ὑποδεικνυόμενο τόπο καὶ πράγματι βρῆκε τὸ Ἱερὸ λείψανο τοῦ Ἁγίου Στεφάνου. Κατὰ τὴν εὕρεση ἔγινε μεγάλος σεισμός, καὶ τὸ λείψανο τοῦ Ἁγίου πλημμύρισε εὐωδία τοὺς παρευρισκόμενους στὸν τόπο ἐκεῖνο.

Λέγεται ὅτι ἀπὸ τὸν οὐρανὸ ἀκούστηκαν ἀγγελικὲς φωνές, ποὺἔλεγαν «Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῶ καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνηἐν ἀνθρώποιςεὐδοκία». Δηλαδή, δόξα ἂς εἶναι στὸ Θεό, στὰ ὕψιστα μέρη τοῦοὐρανοῦ καὶ στὴν ταραγμένη ἀπὸ τὴν ἁμαρτία γῆ ἂς βασιλεύσει ἡθεία εἰρήνη, διότι ὁ Θεὸς φανέρωσε τὴν εὐαρέσκειά Του στοὺςἀνθρώπους, μὲ τὴν ἐνανθρώπιση τοῦ Υἱοῦ Του.

Φανέρωναν, ἔτσι, οἱ ἄγγελοι περίτρανα ὅτι ὁ πρωτομάρτυραςΣτέφανος μαρτύρησε γιὰ τὴν ἀγάπη καὶ τὴ δόξα τοῦ Θεοῦ.
Ἀργότερα, τὰ λείψανα τοῦ Ἁγίου μεταφέρθηκαν ἀπὸ τὴνἹερουσαλὴμ στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ ἐναποτέθησαν στὸν – ἐπ’ ὀνόματι αὐτοῦ – ἀνεγερθέντα Ναὸ ὑπὸ τοῦ Μ. Κωνσταντίνου.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ἀπολυτίκιο. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.

Βασίλειον διάδημα, ἐστέφθη σὴ κορυφή, ἐξ ἄθλων ὧν ὑπέμεινας, ὑπὲρ Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ, Μαρτύρων πρωτόαθλε Στέφανε· σὺ γὰρ τὴν Ἰουδαίων, ἀπελέγξας μανίαν, εἶδές σου τὸν Σωτῆρα, τοῦ Πατρὸς δεξιόθεν. Αὐτὸν οὖν ἐκδυσώπει ἀεί, ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν.

 

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον τῆς Ἀνακομιδῆς. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Ὡς πλοῦτος ἀκένωτος, τῆς ἀθανάτου ζωῆς, τὸ θεῖόν σου Λείψανον, ἐκ τῶν λαγόνων τῆς γῆς, τῇ κτίσει ἀνέτειλεν· ὅθεν ἡ Ἐκκλησία, θείαν χάριν τρυγῶσα, Στέφανε Πρωτομάρτυς, κατὰ χρέος τιμᾷ σε· ἣν φύλαττε πρεσβείαις σου, ἐκ πάσης αἱρέσεως.

 

Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ’. Αὐτόμελον.
Πρῶτος ἐσπάρης ἐπὶ γῆς, ὑπὸ τοῦ οὐρανίου Γεωργοῦ πανεύφημε· πρῶτος τὸ αἷμα ἐπὶ γῆς, διὰ Χριστὸν ἐξέχεας μακάριε· πρῶτος ὑπ’ αὐτοῦ, τὸν τῆς νίκης στέφανον ἀνεδήσω ἐν οὐρανοῖς, ὡς Ἀθλητῶν προοίμιον, στεφανῖτα, τῶν Μαρτύρων ὁ πρώταθλος.

 

Μεγαλυνάριον.
Ὅλον διάλαμπον ὑπερφυῶς, αἴγλῃ ἀφθαρσίας, ὡς πολύολβος θησαυρός, ἀπὸ γῆς ἐφάνη, Χριστοῦ τῇ Ἐκκλησίᾳ, Στέφανε Πρωτομάρτυς, τὸ θεῖον σκῆνός σου.

Εὕρεσις Τιμίων Λειψάνων Ἁγίων Μαρτύρων Μαξίμου, Δᾴδα καὶ Κυντιλλιανοὺ

Οἱ Ἅγιοι αὐτοὶ ἔζησαν στὰ χρόνια τῶν βασιλέων Διοκλητιανοῦ καὶ Μαξιμιανοὺ (296 μ.Χ.), στὴν πόλη Δωρόστολο στὴ χώρα τῆς δεύτερης Μυσίας, ὅπως ἀναφέρει ὁ Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης.

Ὅταν τοὺς συνέλαβε ὁ Ὕπατος Ταρκίνιος, διέταξε νὰ θυσιάσουν στὰ εἴδωλα. Ἐπειδὴ ὅμως οἱ Ἅγιοι ἀρνήθηκαν νὰ ἐκτελέσουν τὴ διαταγή, μαστιγώθηκαν ἀλύπητα. Ἔπειτα τοὺς ὁδήγησαν σ’ ἕναν τόπο, ποὺ εἶχε τὴν ὀνομασία Ὀζοβίας καὶ ἐκεῖ – 13 Ἀπριλίου – τοὺς ἀποκεφάλισαν.
Σ' αὐτὴ τὴν τοποθεσία λοιπόν, ἔμειναν γιὰ πολλὰ χρόνια κρυμμένα τὰ λείψανά τους. Ἀλλὰ τὴν 2α Αὐγούστου, ἄγγελος Κυρίου φανέρωσε τὸν τόπο ὅπου ἦταν κρυμμένα τὰ ἅγια λείψανα τῶν τριῶν Μαρτύρων, καὶ μεταφέρθηκαν στὸ ναὸ τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου (στὴν Κωνσταντινούπολη), στὸν τόπο Βιγλεντίου λεγόμενο, ὅπου καὶ πανηγυρίζουν στὴν μνήμη τους.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ἐγκαίνια ἱεροῦ Ναοῦ Ἁγίου Ἰωάννου Θεολόγου πλησίον τῆς ἁγιοτάτης Μεγάλης Ἐκκλησίας

Δὲν ἔχουμε λεπτομέρειες γιὰ τὸ γεγονὸς.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ἅγιος Φωκᾶς

Δὲν ἔχουμε κανένα βιογραφικό του στοιχεῖο, ἁπλὰ ἀναφέρεται σὰν Ἅγιος της Ἐκκλησίας.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ἡ ἀποβίωση τοῦ εὐσεβῆ Βασιλιὰ Ἰουστινιανοῦ Β’ ποὺ τάφηκε στοὺς Ἁγίους Ἀποστόλους

Πρόκειται γιὰ τὸν Ἰουστινιανὸ Β’ τὸ νέο, τὸν Ρινότμητο, ποὺ βασίλευσε ἀπὸ τὸ ἔτος 685 ἕως τὸ ἔτος 695.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ἅγιος Θεόδωρος ὁ Νεομάρτυρας

Ἀσυμβίβαστος μέχρι θανάτου ἀπέναντι στὶς Τούρκικες προκλήσεις γιὰ τὴν πίστη του.

Ὁ νεομάρτυρας Θεόδωρος γεννήθηκε σ’ ἕνα χωριὸ τῆς ἐπαρχίαςἙλλησπόντου καὶ Τρωάδος, ποὺ Τούρκικα ὀνομαζόταν Ἐρένκιοι. Ἀνατράφηκε δὲ ἀπὸ εὐσεβεῖς γονεῖς, τὸν Γεώργιο καὶ τὴν Κυριακή.

Σὲ νεαρὴ ἡλικία πῆγε στὴν πόλη Τανὰκ Καλὲ (Δαρδανέλια), ὅπουἔμαθε καὶ ἐξασκοῦσε τὴν τέχνη ἐπεξεργασίας σουσαμιοῦ. Ἂν καὶ ἦταν μόλις 20 χρονῶν, ὁ Θεὸς τὸν εἶχε προικίσει μὲ πλούσια ἀρετή. Αὐτὸ ὅμως τὸ πρόσεξε καὶ κάποιος πλούσιος Τοῦρκος τῆς πόλης, ποὺ θέλησε νὰ τὸν ἐξισλαμίσει καὶ νὰ τὸν κάνει γαμπρό του καὶ κληρονόμο του. Γι’ αὐτὸ καὶ χρησιμοποίησε πολλὰ δόλια μέσα. Ἀλλὰ ὁ Θεόδωρος ἀπέρριψε ὅλες τὶς προτάσεις του. Τότε ὁ Τοῦρκος τὸν συκοφάντησε στὸν κριτὴ τῆς πόλης, ὅτι δῆθεν ὁ Θεόδωρος – μετὰ ἀπὸ μία ἀρρώστια του – εἶπε ὅτι θὰ γίνει μωαμεθανός, ἂν γίνει ὑγιής.

Ὁ Κριτὴς ρώτησε τὸν Θεόδωρο ἂν ἀληθεύουν ὅλα αὐτά. Τότε ὁ μάρτυρας ἀπάντησε: «Ἐγὼ εἶμαι χριστιανὸς ἀπ' τοὺς γονεῖς μου καὶ χριστιανὸς θέλω νὰ πεθάνω. Τὸν Ἰησοῦ μου δὲν ἀρνοῦμαι καὶ τὴ μιαρὴ θρησκεία σας ἀπεχθάνομαι». Ἀμέσως τότε τὸν ἅρπαξαν καὶ ὑπέστη πολλὰ καὶ φρικτὰ βασανιστήρια.
Τελικὰ στὶς 2 Αὐγούστου 1690, στὶς 3.00 μ.μ. τὸν ἀποκεφάλισαν. Τὸ 1922 ἡ τίμια κάρα τοῦ Ἁγίου, μεταφέρθηκε στὸν Ἱερὸ Ναὸ τῆς Ὅσιας Ξένης στὴ Νίκαια Πειραιῶς.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ἅγιος Βασίλειος ὁ διὰ Χριστὸν Σαλός καὶ θαυματουργὸς ἐν Μόσχᾳ (Ρῶσος)

Δὲν ἔχουμε λεπτομέρειες γιὰ τὸν βίο τοῦ Ἁγίου.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ἡ Ὁσία Φωτεινὴ ἡ Φώτου ἡ Κυπρία

Ἐκεῖνο ποὺ πραγματικὰ ἀναδεικνύει τὸν ἄνθρωπο καὶ τὸν ἐξυψώνει καὶ σὲ τούτη τὴ ζωὴ μὰ καὶ στὴν αἰωνιότητα, δὲν εἶναι ἡ ὑψηλὴ καταγωγή, οὔτε τὰ γράμματα, οὔτε τὰ πλούτη, ἀλλὰ ἡ πίστη ἡ χριστιανικὴ κι ἡ ἀρετή. 

Ἀπόδειξη τρανή τῆς ἀλήθειας αὐτῆς εἶναι καὶ ἡ Ἁγία Φωτεινὴ ἡ Κυπρία, ἡ γνωστὴ σὲ ὅλο τὸ νησὶ μὲ τὸ ὄνομα Ἁγία Φώτου ἡ θαυματουργός. 

Πότε ἔζησε ἀκριβῶς ἡ Ὁσία καὶ ποιὰ ἦταν ἡ καταγωγή της, δὲν γνωρίζουμε.

Ἡ παράδοσή μας λέει πὼς γεννήθηκε στὸ Ριζοκάρπασο ἀπὸ ἁπλοϊκούς, ἀλλὰ εὐλαβεῖς γονεῖς. Ἀπὸ μικροῦλα ἡ Φωτοὺ ξεχώριζε ἀπὸ τὶς συνομήλικές της γιὰ τὴν καλοσύνη της, τὸ φέρσιμό της, τὴν προθυμία της νὰ ἐξυπηρετήσει τοὺς ἄλλους, τὴν ἀρετή της. Τὰ μεγάλα της φωτεινὰ μάτια καθρέφτιζαν τὸν πλοῦτο τῆς καρδιᾶς της καὶ σκόρπιζαν παντοῦ τὴν ἐμπιστοσύνη, τὴν χαρά. Στὸ σχολεῖο τοῦ χωρίου της ἔμαθε ἡ Φωτοὺ τὰ πρῶτα γράμματα. Σὰν ἔμαθε νὰ διαβάζει πῆρε κι ἄρχισε νὰ ἀποστηθίζει διάφορους ψαλμοὺς καὶ ὕμνους τῆς Ἐκκλησίας μας. Κάθε Κυριακὴ καὶ γιορτὴ σὰν ἄκουγε τὸ σήμαντρο νὰ χτυπᾷ ἡ ἁγνὴ ψυχὴ της σκιρτοῦσε ἀπὸ χαρὰ κι ἔσπευδε πρώτη αὐτὴ μαζὶ μὲ τοὺς εὐσεβεῖς γονεῖς της νὰ πᾶνε στὴν ἐκκλησία! Ἐκεῖ, ἀκίνητη σὰν κολῶνα δωρικὴ παρακολουθοῦσε μ’ εὐλάβεια καὶ προσοχὴ τὶς διάφορες τελετὲς καὶ τὴ Θεία καὶ Ἱερὴ μυσταγωγία. Καὶ δοξολογοῦσε τὸν Θεὸ μὲ τὴν καρδιά της. 

Πόση εὐλογημένη στ’ ἀλήθεια εἶναι ἡ οἰκογένεια, ὅταν μέσα σ’ αὐτὴν κατοικεῖ ὁ Χριστὸς καὶ ὅταν τὸ ἅγιο θέλημά του κατευθύνει καὶ τὶς σκέψεις καὶ τὰ λόγια καὶ τὶς πράξεις τῶν μελῶν της! 

Τέτοια εὐτυχισμένη κι εὐλογημένη οἰκογένεια ἦταν ἡ οἰκογένεια τῆς Φωτούς. Μὲ τὴν ὁμόνοια, τὴν ἀγάπη, τὴν ἀνοχή, τὴν εἰρήνη περνοῦσε κάθε μέρα ἡ ζωή. Κι ὅταν ἔπεφτε τὸ δειλινὸ καὶ τὸ σούρουπο ἄρχιζε ν’ ἁπλώνεται στὴ γῆ, γονεῖς καὶ κοροῦλα μαζευόντουσαν σὲ κάποια γωνιά, καὶ ἀπ' τὴν καρδιὰ ἀνέπεμπαν θερμὴ προσευχὴ μπροστὰ στὶς εἰκόνες κάποιων ἁγίων μορφῶν, ποὺ τὸ ἱλαρὸ φῶς ἐνὸς καντηλιοῦ φώτιζε ἀπαλά. 

Σὰν διάβηκαν τὰ παιδικὰ χρόνια κι ἡ Φωτοὺ μπῆκε στὴν ἐφηβεία ἡ μανοῦλα της δειλὰ – δειλὰ ἄρχισε στὴν κοροῦλα της νὰ μιλᾷ γιὰ γάμο καὶ οἰκογένεια. Ἡ ἁγνὴ παρθένα στὴν ἀρχὴ κοκκίνιζε καὶ δὲν ἔβγαζε μιλιά. Κάποια μέρα ὅμως τόλμησε νὰ μιλήσει κι εἶπε λίγα λόγια καὶ ἁπλά. 

- Μανοῦλα! Γιατί μου μιλᾷς γιὰ γάμο; Ἐγὼ ἔχω ἤδη βρεῖ τὸν καλό μου. Ὅμοιός του δὲν εἶναι ἄλλος στὸν κόσμο κανείς... 

Ἡ καλὴ μάνα τρόμαξε. Ἡ καρδιὰ της πῆγε νὰ σπάσει. Γιὰ μία στιγμὴ νόμισε πὼς ἡ κόρη της μὲ κάποιο εἶχε συνδεθεῖ κι ἑτοιμάστηκε νὰ τὴ μαλώσει. Κι ἡ κόρη ποὺ κατάλαβε τοὺς φόβους της ἔσπευσε νὰ ἐξηγήσει. 

- Μανοῦλα! Μὴ φοβᾶσαι. Ἡ κόρη σας δὲν πρόκειται ποτὲς νὰ σᾶς ντροπιάσει. Προσεύχου μονάχα νὰ μὲ κρατάει ὁ Θεὸς στὸν δρόμο του. Ὁ καλός μου δὲν εἶναι ἄλλος ἀπὸ τὸν Χριστό μου, τὸν Σωτῆρα καὶ Λυτρωτή μου... 

Ἡ καλὴ μάνα στὰ λόγια τοῦτα δὲν θέλησε ν’ ἀπαντήσει.

«Ἔλα, τῆς εἶπε. Ὁ πατέρας περιμένει στὸ διπλανὸ χωράφι. Πάω νὰ τὸν βοηθήσω. Σὺ κάτσε στὸ σπίτι καὶ κοίταξε τὴν δουλειά σου».

Καὶ βγῆκε.

Ὅμως τῆς Φωτεινῆς τὰ λόγια τὴν εἶχαν κυριολεκτικὰ συνταράξει:

«Ἐγὼ βρῆκα τὸν καλό μου. Δὲν εἶναι ἄλλος ἀπὸ τὸν Χριστό μου, τὸν Σωτῆρα καὶ Λυτρωτή μου». 

Μιὰ νύχτα ἡ μητέρα τῆς ξύπνησε. Ἄδικα πάσχισε νὰ ξανακοιμηθεῖ. Χάθηκε ὁ ὕπνος της. Γι’ αὐτὸ σηκώθηκε καὶ πῆγε στὸ διπλανὸ δωμάτιο, ποὺ ἔμενε ἡ κόρη της κάτι νὰ πάρει. Τί εἶδε ὅμως ἐκεῖ; Ἀλοίμονο! Τὸ στρῶμα ἀδειανὸ κι ἀνέγγιχτο. Ἔλειπε ἡ Φωτού. 

Ἡ καημένη ἡ μάνα τρομαγμένη ἔτρεξε καὶ ξύπνησε τὸν σύζυγό της. Καὶ μαζί του ἄρχισε νὰ ψάχνει στὸ σπίτι, στὸν δρόμο κι ἔξω ἀπ’ τὸ χωριὸ γιὰ νὰ βροῦν τὴν κοροῦλα τους. Τὰ χαράματα ἐκεῖ ποὺ μὲ τὰ μάτια ὁλοκόκκινα ἀπ’ τὸ κλάμα καὶ τὴν καρδιὰ σπασμένη ἀπ' τὸν φόβο γύριζαν στὸ σπίτι, κάτι βλέπουν. Τί; Τὴν κοροῦλα τους! Τὴ Φωτοὺ νὰ γυρίζει μονάχη! 

- Κόρη μας! εἶπαν κι οἱ δυὸ μ’ ἕνα στόμα. Κόρη μας ἀγαπημένη! Ποῦ ἤσουνα; Ποῦ πέρασες τὴ νύχτα; 

Κι ἡ κόρη μὲ γλυκύτητα καὶ στενοχώρια γιὰ τὴν ἀνησυχία καὶ τὸν φόβο ποὺ τοὺς πότισε, ἀπήντησε: 

- Γονεῖς μου ἀγαπημένοι! Συγχωρέστε με πού σᾶς στενοχώρησα. Δὲν τὸ ἤθελα. Δὲν ἤμουνα σὲ κανένα κακὸ τόπο. Ἤμουνα στὸ ἀσκητήριό μου. Πῆγα ἐκεῖ ἀπὸ νωρὶς γιὰ ἀγρυπνία καὶ προσευχή. Μέρες τώρα κάθε βράδυ πηγαίνω ἐκεῖ καὶ μένω μὲ τὸν Νυμφίο μου Χριστό. Μένω καὶ προσεύχομαι γιὰ σᾶς, γιὰ τοὺς δικούς μας, τὴν πατρίδα μας, γιὰ μένα. Συνήθως ἐπιστρέφω πολὺ πρωί, ὅταν ἀκόμη κοιμᾶστε. Σήμερα ὅμως παρασύρθηκα στὴν προσευχὴ καὶ ξεχάστηκα. Ἔτσι ἄργησα. Συγχωρέστε με, εἶπε ξανά, πού σᾶς λύπησα καὶ σᾶς ἔκαμα ν’ ἀνησυχήσετε...

Καὶ τὰ μάτια της γιόμισαν δάκρυα. 

Ἡ εἰλικρίνεια, ἡ ἀθῳότητα τῆς μορφῆς της, τὰ μάτια της τὰ δακρυσμένα καθησύχασαν τοὺς καλοὺς γονεῖς, ποὺ δὲν τόλμησαν νὰ τὴν μαλώσουν περισσότερο, οὔτε καὶ σκέφτηκαν νὰ τὴν περιορίσουν καὶ νὰ τῆς ἀνακόψουν τὴν ἱερὴ ἀπόφασή της νὰ ζήσει γιὰ τὸν Χριστό.  

Τὴν ἄλλη μέρα οἱ γονεῖς τῆς Φωτούλας συνόδεψαν τὴν κόρη τους στὸ ἀσκητήριό της. Ἦταν μία σπηλιὰ ἔξω ἀπὸ τὸ χωριό, μὲ λίγο φῶς, ἀλλὰ καθαρή. Σ' αὐτὴν ἡ Ἁγία κάποια μέρα μὲ τὶς εὐχὲς τῶν γονιῶν της, κι ἀφοῦ ἀποχαιρέτησε τὶς φίλες της, κατέφυγε νὰ ζήσει, ὅπως ποθοῦσε τὴν ζωή της. Σὲ λίγο καιρὸ ὅμως τὸ ταπεινὸ καὶ φτωχικὸ κατάλυμά της ἔγινε τόπος πολυσύχναστος, τόπος ἐπισκέψεων καὶ προσκυνήματος, τόπος καταφυγῆς καὶ παρηγοριᾶς, μὰ καὶ διδασκαλίας καὶ καθοδηγήσεως τῶν κατοίκων ὅλων τῶν γύρω χωριῶν. 

Στὸ σπήλαιο αὐτὸ ἡ ἁγνὴ καὶ ἡ ἡρωικὴ κόρη πέρασε ὅλη της τὴ ζωή. Μιὰ ζωὴ ἐγκαρτέρησης καὶ προσευχῆς, ζωὴ ἐγκράτειας καὶ ἀφιέρωσης ὁλοκληρωτικῆς στὸν Οὐράνιο Νυμφίο Χριστό. 

Εἴπαμε τὴ ζωὴ αὐτὴ ἡρωική. Κι εἶναι στ’ ἀλήθεια ἡρωική. Γιατί ὁ βίος τοῦ πιστοῦ, μέσα στὴ μαρτυρία Ἰησοῦ Χριστοῦ «εἴτε διὰ ζωῆς εἴτε διὰ θανάτου», εἶναι μία πορεία ἔνδοξη πρὸς αἰώνιο τέρμα. Εἶναι ἀνάγκη ὁ πιστὸς κάθε ἥμερα νὰ δίνει τὴ μαρτυρία τῆς πίστεώς του. Ἕνας ἀγῶνας εἶναι τοῦτος καὶ μία μάχη γιὰ τὴν κατάκτηση τῆς τελειότητας. Τὸ τέλος δὲν εἶναι πάντα εἰρηνικὸ καὶ ἀνώδυνο. ὁ σκοπὸς ὅμως εἶναι πάντα ὁ ἴδιος, ἡ σωτηρία, ἡ δόξα τοῦ Θεοῦ μέσα στὸ μυστήριο τῆς σωτηρίας μας. Καὶ τὸ μέσο καὶ κεῖνο εἶναι ἕνα, ἡ προσφορὰ τοῦ ἐαυτοῦ μας ὁλόκληρου σὲ μία θυσία ζωντανὴ κι εὐπρόσδεκτη στὸν Κύριο, «εἴτε διὰ ζωῆς εἴτε διὰ θανάτου». Ἐπισκόπου Διονυσίου Ψαριανοῦ, Μαρτυρία Ἰησοῦ Χρίστου, σελ. 252. Μὲ αἷμα καὶ μὲ δάκρυ «μεγαλυνθήσεται ἐν ἡμῖν ὁ Χριστός». 

Ναί! μεγαλυνθήσεται ἐν ἡμῖν ὁ Χριστός. Αὐτὸ ἔγινε καὶ μὲ τὴν ἁγνὴ κόρη, τὴν Φωτού. Ἐδῶ ζωντανὴ τὴν δόξασε ὁ Κύριος.

Θαύματα πολλά, πολλὰ θαύματα ἔκαμε ἡ Ἁγία σὲ πονεμένους καὶ δυστυχισμένους, ὅταν ἀκόμη βρισκόταν στὴ ζωή. Ἐδῶ καὶ πεθαμένη τὴν τίμησε. Τὸ ἅγιο λείψανό της ποὺ τάφηκε κι εὑρέθηκε στὴ σπηλιὰ γύρω στὰ 1718 – 1732 μὲ τὴ σκαλιστὴ ἐπιγραφὴ ἀπὸ πάνω «Φωτεινὴ Παρθένος Νύμφη Χριστοῦ», ἐξακολουθεῖ καὶ σήμερα νὰ προσφέρει τὴ θεραπεία στοὺς ἀρρώστους, στοὺς τυφλοὺς τὸ φῶς, στοὺς πονεμένους τὸ ψυχικὸ ξεκούρασμα καὶ τὴ χαρά. 

Τὸ ἀσκητήριο τῆς ἁγίας Φωτεινῆς ὑπάρχει καὶ σήμερα.

Βρίσκεται στὸ χωριὸ Ἅγιος Ἀνδρόνικος.

Σ’ αὐτὸ μπαίνει ἕνας ἀπὸ μία στενὴ εἴσοδο καὶ καταβαίνει ἀπὸ μία σκάλα φτιαγμένη ἀπὸ ἐγχώριες πέτρες καὶ ποὺ ἔχει 23 σκαλοπάτια. Τὸ σπήλαιο μοιάζει μὲ κατακόμβη, σὰν κι ἐκεῖνες ποὺ χρησιμοποιοῦσαν οἱ πρῶτοι χριστιανοί. Στὸ βάθος τοῦ σπηλαίου εἶναι τὸ ἁγίασμα. Ἀπὸ τὸ νερὸ αὐτὸ παίρνουν οἱ ἄρρωστοι καὶ πλένουν τὰ ἀρρωστημένα μέλη τους γιὰ νὰ θεραπευτοῦν.

Ἰδιαίτερα ἡ Ἁγία πιστεύεται, πὼς θεραπεύει τὰ ὀφθαλμικὰ νοσήματα. 

Στὰ μαῦρα χρόνια τῆς τουρκικῆς σκλαβιᾶς τὸ σπήλαιο τῆς Ὁσίας χρησιμοποιήθηκε καὶ ὡς ναός. Μέσα σ' αὐτὸν λιγογράμματοι, μὰ πιστοὶ ἱερεῖς θέριεψαν τὴν ἀποσταμένη ἐλπίδα μὲ τὰ ἁπλά, ἀλλὰ καὶ μαγικὰ λόγια τοῦ ποιητῆ: 

Μὴ σκιάζεστε στὰ σκότη

κι ἡ λευτεριὰ σὰν τῆς αὐγῆς τὸ φεγγοβόλο ἀστέρι

τῆς νύχτας τὸ ξημέρωμα θὰ φέρει. 

Ἡ Ἁγία Φωτεινὴ εἶναι πολὺ σεβαστῆ στὴν Κύπρο. Σεβαστῆ γιὰ τὰ θαύματά της τὰ πολλά, ποὺ πετυχαίνουν ὅλοι ἐκεῖνοι ποὺ μ’ εὐλάβεια καὶ πίστη καταφεύγουν στὸ ναό της. Ὑπάρχει ἐπίσης παράδοση ποὺ λέει, πὼς στὸ Ριζοκάρπασο ὑπάρχουν καὶ σήμερα συγγενεῖς ἀπὸ τὴ γενιά της. 

Τὴν ἡμέρα τῆς γιορτῆς της χιλιάδες πιστῶν ἀπ’ ὅλη τὴν Καρπασία κι ἀπὸ διάφορα μέρη τῆς Κύπρου πηγαίνουν στὸν Ἅγιο Ἀνδρόνικο ποὺ εἶναι τὸ ἀσκητήριό της γιὰ νὰ τιμήσουν τὴν Ἁγία καὶ νὰ παρακολουθήσουν μὲ προσοχὴ τὴ θεία Μυσταγωγία.

Τὴ στιγμὴ αὐτὴ ἂς πᾶμε νοερὰ ὡς ἐκεῖ, μιὰ κι οἱ ὀρδὲς τοῦ Ἀττίλα δὲν μᾶς ἀφήνουν νὰ πᾶμε τώρα καὶ σωματικά, κι ἀφοῦ γονατίσουμε μπροστὰ στὸν τάφο ποὺ ἔκλεισε τὸ ἅγιο σκήνωμά της, ἂς ποῦμε εὐλαβικά:

 Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

 

Ὁσία Φωτεινὴ πανένδοξε,

τᾶς οὐρανίους μονάς, ἐπαξίως οἰκήσασα,

σὺν παρθένων τάγμασι, καὶ ὁσίων στρατεύμασι,

τοὺς ἐκτελοῦντας πίστει τὴν μνήμην σου,

καὶ προσιόντας πιστῶς τὴ σκέπη σου,

σῷζε πρεσβείαις σου,

καὶ πταισμάτων ἄφεσιν παρὰ Θεοῦ,
αἴτησαι καὶ λύτρωσιν, καὶ μέγα ἔλεος.

 

Ἀπολυτίκιο. Ἦχος α’.

Καρηασέων τὸ κλέος καὶ Κυπρίων ἀγλάϊσμα, καὶ τῶν ἀσθενούντων

ἡ ῥῶσις, τῶν πεπηρωμένων ἀνάβλεψις, τῶν πρὸς σὲ πιστῶς

προστρεχόντων ἐν τῷ θείῳ ναῷ σου, πανένδοξε, τὰς ἰάσεις

παράσχου τοῖς δούλοις σου πάντοτε, ἵνα εὐχαρίστως κράζωμεν·

Φωτεινὴ Ὁσία νύμφη Χριστοῦ καλλιπάρθενε. Δόξα τῷ σὲ

δοξάσαντι, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργοῦντι διὰ σοῦ πᾶσιν ἰάματα.