Οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες Κοδράτος, Ἄνεκτος, Παῦλος, Διονύσιος, Κυπριανὸς καὶ Κρήσκης ἦταν φίλοι καὶ μαρτύρησαν κατὰ τὸν διωγμὸ τῶν αὐτοκρατόρων Δεκίου (249 – 251 μ.Χ.) ἢ Οὐαλεριανοῦ (253 – 259 μ.Χ.) στὴν Κόρινθο, ὅταν ἡγεμόνας τῆς Ἑλλάδος ἦταν ὁ Ἰάσων.

Στὸ Μηνολόγιον τοῦ αὐτοκράτορος Βασιλείου Β’ ἀναφέρεται ὅτι ἀπὸ τοὺς Χριστιανούς, ὅσοι μὲν εἶχαν συλληφθεῖ σφαγιάζονταν, ὅσοι ὅμως ἔφευγαν κρύβονταν στὰ ὄρη, γιὰ ὅσο διάστημα χρειαζόταν. Ἔτσι καὶ ἡ μητέρα τοῦ Κοδράτου, ποὺ καταγόταν ἀπὸ τὴν πόλη τῶν Κορινθίων, ἔφυγε γιὰ τὸ ὄρος καὶ κρυβόταν. Καὶ καθὼς ἦταν ἔγκυος, γέννησε υἱὸ ποὺ τὸν ὀνόμασε Κοδράτο. Στὴν συνέχεια, ἀφοῦ ἔζησε γιὰ λίγο, πέθανε, ἐγκαταλείποντας τὸν υἱό της βρέφος. Αὐτὸς τρεφόταν ἀπὸ τὰ νέφη ποὺ συνενώνονταν ἐπάνω ἀπὸ αὐτὸν καὶ τὸν πότιζαν. Ὁ Κοδράτος, ἀφοῦ μεγάλωσε, δίδασκε τὴν Χριστιανικὴ πίστη στὸν Ἄνεκτο, τὸν Κρήσκεντα, τὸν Κυπριανό, τὸν Παῦλο καὶ τὸν Διονύσιο, ποὺ εἶχαν στὸ μεταξὺ καταφύγει κοντά του. Ὅμως οἱ Ἅγιοι Ἄνεκτος, Κρῆσκος, Κυπριανὸς καὶ Παῦλος συνελήφθησαν ἐπειδὴ ἦταν Χριστιανοί. Ὁ ἡγεμόνας Ἰάσων προσπάθησε μὲ διάφορους τρόπους νὰ τοὺς δελεάσει καὶ νὰ τοὺς πείσει νὰ ἀπαρνηθοῦν τὴ χριστιανικὴ τους πίστη καὶ νὰ θυσιάσουν στὰ εἴδωλα. Ἐκεῖνοι ὁμολόγησαν μὲ πνευματικὴ ἀνδρεία τὸν Χριστό, βασανίσθηκαν καὶ τέλος ἀποκεφαλίσθηκαν.

Ἔτσι εἰσῆλθαν οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες στὴ χαρὰ τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ καὶ Κυρίου μας.
Ὁ Ἅγιος Μάρτυρας Διονύσιος κατηγορήθηκε στὸν ἡγεμόνα τῆς Κορίνθου ὅτι δὲν ὑπακούει στὴν διαταγὴ τῶν βασιλέων καὶ ὅτι περιφρονεῖ τοὺς θεούς, κηρύττοντας κάποιον ἄλλον Θεὸ Ἐσταυρωμένο καὶ λέγοντας ὅτι Αὐτὸς εἶναι ὁ Δημιουργὸς τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς καὶ τῆς θάλασσας καὶ ὅλων ὅσων ὑπάρχουν μέσα σὲ αὐτά, Αὐτὸς ποὺ πρόκειται νὰ ἔλθει ἀπὸ τὸν οὐρανὸ καὶ νὰ κρίνει μὲ δόξα ζωντανοὺς καὶ νεκροὺς καὶ νὰ ἀνταποδώσει στὸν καθένα σύμφωνα μὲ τὰ ἔργα του. Γι’ αὐτό, ἀφοῦ συνελήφθη καὶ δέθηκε μὲ ἁλυσίδες, παρουσιάσθηκε στὸν ἄρχοντα, ὁ ὁποῖος προσπαθοῦσε νὰ τὸν ἐξαναγκάσει, πότε μὲ κολακεῖες καὶ πότε μὲ ἀπειλές, νὰ ἀπαρνηθεῖ τὸν Χριστὸ καὶ νὰ θυσιάσει στὰ εἴδωλα. Ὅμως ὁ Μάρτυρας τοῦ Χριστοῦ Διονύσιος ὁμολογοῦσε τὸν Χριστὸ μὲ μεγάλη φωνή. Ἔτσι σφαγιάσθηκε μὲ μαχαίρι καὶ τελειώθηκε ὁ πρόσκαιρος βίος του.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος α’. Τὸν τάφον σου Σωτήρ.
Ἐξάριθμος χορός, τῶν Χριστοῦ Ἀθλοφόρων, ὑμνείσθω εὐσεβῶς, μελωδίαις ᾀσμάτων, Κοδρᾶτος καὶ Ἄνεκτος, Παῦλος καὶ Διονύσιος, καὶ σὺν Κρήσκεντι, Κυπριανὸς ὁ θεόφρων· τὴν Τριάδα γάρ, διηνεκῶς δυσωποῦσιν, ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν.

 

Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Ὡς λαμπὰς ἑξάφωτος, ἐν τῇ Κορίνθῳ, καρτερῶς ἀθλήσαντες, ὤφθητε Μάρτυρες σοφοί, φωταγωγοῦντες ταῖς χάρισι, τῆς Ἐκκλησίας, ἀπαύστως τὸ πλήρωμα.

 

Μεγαλυνάριον.
Ἑξάστερος ὥσπερ λαμπρὰ πλειάς, τῷ τῆς Ἐκκλησίας, διαλάμπετε οὐρανῷ, Μάρτυρες Κυρίου, καὶ ἄθλων διαυγείᾳ, ἡμῶν τὰς διανοίας, καταπυρσεύετε.

Ἡ Ἁγία Ἀναστασία ἡ Πατρικία 

Ἡ Ἁγία Ἀναστασία ἔζησε στὴν Κωνσταντινούπολη κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἰουστινιανοῦ τοῦ Μεγάλου (527 – 565 μ.Χ.) καὶ καταγόταν ἀπὸ πλούσιους καὶ εὐγενεῖς γονεῖς. Ἦταν πρώτη Πατρικία τοῦ βασιλέως καὶ φοβούμενη τὸν Θεό. Οἱ ἀρετές της κίνησαν σὲ φθόνο τὴν βασίλισσα καὶ ἔτσι ἡ Ἁγία ἀναγκάστηκε νὰ παραλάβει μέρος τῆς περιουσίας της καὶ νὰ καταφύγει στὴν Ἀλεξάνδρεια, ὅπου ἔκτισε στὴν θέση ποὺ καλεῖται Πέμπτον μονή, ἡ ὁποία ὀνομάστηκε καὶ τῆς Πατρικίας καὶ ζοῦσε ἀσκητικά. Ὅταν πληροφορήθηκε ὅτι ὁ αὐτοκράτορας Ἰουστινιανὸς τὴν ἀναζητεῖ, ἐγκατέλειψε τὴν μονὴ καὶ προσῆλθε στὴν σκήτη τοῦ ἀββᾶ Δανιήλ, στὸν ὁποῖο ἐμπιστεύθηκε τὰ κατ’ αὐτήν. Ὁ ἀββᾶς τὴν ἔνδυσε μὲ ἀνδρικὰ ἐνδύματα καὶ τὴν μετονόμασε σὲ Ἀναστάσιο. Ὅρισε δὲ καὶ ἕναν ἀπὸ τοὺς ὑποτακτικοὺς τῆς σκήτης, γιὰ νὰ προσκομίζει σὲ αὐτὴν τὰ ἀπαραίτητα, ἔτσι ὥστε νὰ μὴν ἐξέρχεται ἀπὸ τὸ σπήλαιο μέσα στὸ ὁποῖο ἀσκήτευε.
Ἐκεῖ ἡ Ἁγία Ἀναστασία παρέμεινε κλεισμένη ἐπὶ εἴκοσι ὀκτὼ ὁλόκληρα χρόνια. Ὅταν προεῖδε τὸ τέλος της, προσκάλεσε τὸν ἀββᾶ Δανιὴλ καὶ ἀφοῦ κοινώνησε τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr   

Ὁ Ἅγιος Μαρκιανὸς ὁ Μάρτυρας

Ὁ Ἅγιος Μάρτυρας Μαρκιανὸς τελειώθηκε ἀφοῦ τὸν κτύπησαν μέχρι θανάτου μὲ ξύλα. Δὲν ἔχουμε περισσότερες λεπτομέρειες γιὰ τὸν βίο τοῦ Ἁγίου Μάρτυρα.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

Ὁ Ὅσιος Ἀγάθων

Ὁ Ὅσιος Ἀγάθων ἀσκήτεψε στὴ μονὴ τοῦ Ἁγίου Συμεὼν κοντὰ στὸ Χαλέπιον τῆς Συρίας καὶ κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

Ὁ Ὅσιος Ἰωάννης ἐκ Γεωργίας

Ὁ Ὅσιος Ἰωάννης ἔζησε καὶ ἀσκήτεψε στὴ Γεωργία κατὰ τὸ δεύτερο ἥμισυ τοῦ 10ου αἰῶνος καὶ τὸν 11ο αἰώνα μ.Χ. Κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

Ὁ Ἅγιος Μιχαὴλ ὁ Νεομάρτυρας ὁ Μαυρουδής

Ἡ μνήμη τοῦ Νεομάρτυρος Μιχαὴλ τιμᾶται τὴν 21 Μαρτίου ὅπου καὶ ὁ βίος του. Ἄγνωστο γιατί ἀναφέρεται και σήμερα.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Σοφίᾳ τῇ θεόθεν δεδομένῃ κοσμούμενος, ἐκήρυξας εὐτόλμως τοῦ Σωτῆρος τὸ ὄνομα, καὶ τούτῳ ὡς θυσία καθαρά, προσήχθης τῷ πυρὶ τελειωθείς· διὰ τοῦτο Νεομάρτυς σε Μιχαήλ, τιμῶμεν ἀνακράζοντες· δόξα τῷ παρασχόντι σοι ἰσχύν, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα τῷ χορηγοῦντι διὰ σοῦ, ἡμῖν πταισμάτων ἄφεσιν.

 

Κοντάκιον. Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Ἀθλητὴς θεόσοφος, καὶ στρατιώτης γενναῖος, Μιχαὴλ μακάριε, Χριστοῦ ἀθλήσας ἐδείχθης· πᾶσαν γάρ, καταπατήσας ἐχθροῦ μανίαν, ἤνεγκας, τὸν ἐν πυρὶ θάνατον χαίρων, καὶ ὡς θεῖον ἱερεῖον, Χριστῷ προσήχθης, τῷ σὲ δοξάσαντι.

 

Μεγαλυνάριον
Χαίροις ὁ Γρανίτσης θεῖος βλαστός, ὁ Χριστὸν δόξασας, δι’ ἀθλήσεως θαυμαστῆς· χαίροις ὁ Κυρίῳ προσενεχθεὶς ὡς θῦμα, ὦ Μιχαὴλ ἐνέγκας, πυρὸς τὴν ἔκκαυσιν.

Οἱ Ἅγιοι Τεσσαράκοντα Μάρτυρες, οἱ ὁποῖοι κατάγονταν ἀπὸ διάφορους τόπους καὶ μαρτύρησαν στὴν λίμνη τῆς Σεβαστείας, τὸ ἔτος 320 μ.Χ., εἶναι οἱ : Ἀγγίας, Ἀγλάϊος, Ἀειθαλᾶς, Ἀέτιος, Ἀθανάσιος, Ἀκάκιος, Ἀλέξανδρος, Βιβιανός, Γάϊος, Γοργόνιος, Γοργόνιος, Δομετιανὸς ἢ Δομέτιος, Δόμνος, Ἐκδίκιος, Εὐνοϊκός, Εὐτύχιος, Ἠλιάδης ἢ Ἠλίας, Ἡράκλειος, Ἡσύχιος, Θεόδουλος, Θεόφιλος, Ἰωάννης ἢ Κάνδιδος, Κλαύδιος, Κύριλλος, Κυρίων, Λεόντιος, Λυσίμαχος, Μελίτων, Νικόλαος, Ξανθίας, Οὐαλέριος, Οὐάλης, Πρίσκος, Σακερδὼν ἢ Σακεδών, Σεβηριανός, Σισίνιος, Σμάραγδος, Φιλοκτήμων, Φλάβιος καὶ Χουδίων.

Οἱ Ἅγιοι ἦταν στρατιῶτες ἐπὶ αὐτοκράτορα Λικινίου (308 – 323 μ.Χ.) καὶ ἡγεμόνος Ἀγρικολάου. Ἐπειδὴ ἀρνήθηκαν νὰ θυσιάσουν στὰ εἴδωλα, συνελήφθησαν καὶ ὁμολόγησαν ὅτι ἦταν Χριστιανοί. Καὶ ἐπειδὴ δὲν πείσθηκαν νὰ ἀρνηθοῦν τὴν πίστη τους, τοὺς συνέτριψαν μὲ πέτρες τὰ σώματά τους καὶ σὲ καιρὸ χειμῶνος τοὺς καταδίκασαν νὰ στέκονται ὅλη τὴν νύχτα μέσα στὴν λίμνη ποὺ εἶχε παγώσει ἀπὸ τὸ κρύο καὶ εἶχε κρυσταλλώσει.

Ἐκεῖ, ὅταν ἕνας λιποψύχησε καὶ ἔτρεξε πρὸς τὸ κοντινότερο λουτρὸ γιὰ νὰ ζεσταθεῖ, ὁ καπικλάριος ποὺ τοὺς φύλαγε, ὅταν εἶδε ἀπὸ τὸν οὐρανὸ νὰ κατεβαίνουν οἱ στέφανοι γιὰ τοὺς τριάντα ἐννέα Μάρτυρες καὶ ἕνα στεφάνι νὰ περισσεύει, τὸ ὁποῖο ἀνῆκε σὲ ἐκεῖνον ποὺ λιποψύχησε, ἀφοῦ ἀπέβαλε τὴν στολή του, ἔτρεξε πρὸς τοὺς Ἁγίους καὶ πίστεψε στὸν Χριστό. Τὸ πρωί, ὅσους δὲν εἶχαν πεθάνει ἀκόμη, ἀφοῦ οἱ φύλακες τοὺς ὁδήγησαν στὴν ἀκτὴ καὶ τοὺς ἔσπασαν τὰ πόδια, τοὺς ἔκαψαν καὶ ἔριξαν τὰ ἱερὰ σκηνώματά τους στὴν λίμνη. Τὰ μαρτυρικὰ λείψανα εὑρέθησαν ἀπὸ τοὺς Χριστιανοὺς σὲ κάποιο γκρεμό, ὅπου εἶχαν συναχθεῖ κατὰ θεία οἰκονομία καὶ ἐνταφιάσθηκαν μὲ εὐλάβεια.

Στὸν Εὐεργετινὸ ἀναφέρεται ὅτι ἐνῷ οἱ Ἅγιοι Τεσσαράκοντα Μάρτυρες βρίσκονταν στὸ στάδιο τῆς ἀθλήσεως ἔχοντας παραμείνει ὅλη τὴ νύχτα μέσα στὴν παγωμένη λίμνη καὶ καθὼς τοὺς ἔσερναν στὸν αἰγιαλὸ γιὰ νὰ τοὺς συντρίψουν τὰ σκέλη, ἡ μητέρα ἑνὸς Μάρτυρος παρέμενε ἐκεῖ πάσχουσα μὲ αὐτούς, βλέποντας τὸ παιδί της ποὺ ἦταν νεότερο στὴν ἡλικία ἀπὸ ὅλους, μήπως καὶ λόγω τοῦ νεαροῦ τῆς ἡλικίας καὶ τῆς ἀγάπης πρὸς τὴν ζωή, δειλιάσει καὶ βρεθεῖ ἀνάξιο τῆς τιμῆς καὶ τῆς τάξεως τῶν στρατιωτῶν τοῦ Χριστοῦ. Στεκόταν λοιπόν, ἐκεῖ καὶ ἅπλωνε τὰ χέρια της πρὸς τὸ παιδί της λέγοντας: «Παιδί μου γλυκύτατο, ὑπόμεινε γιὰ λίγο καὶ θὰ καταστεῖς τέκνο τοῦ Οὐράνιου Πατέρα. Μὴν φοβηθεῖς τὶς βασάνους. Ἰδού, παρίσταται ὡς βοηθός σου ὁ Χριστός. Τίποτε δὲν θὰ εἶναι ἀπὸ ἐδῶ καὶ πέρα πικρό, τίποτα τὸ ἐπίπονο δὲν θὰ ἀπαντήσεις. Ὅλα ἐκεῖνα παρῆλθαν, διότι ὅλα αὐτὰ τὰ νίκησες μὲ τὴ γενναιότητά σου. Χαρὰ μετὰ ἀπὸ αὐτά, ἄνεση, εὐφροσύνη. Ὅλα αὐτὰ θὰ τὰ γεύεσαι, διότι θὰ εἶσαι κοντὰ στὸν Χριστὸ καὶ θὰ πρεσβεύεις εἰς Αὐτὸν καὶ γιὰ μένα ποὺ σὲ γέννησα».

Τὰ λείψανα τῶν Ἁγίων βρῆκε μὲ θεία ὀπτασία, τὸ ἔτος 438 μ.Χ., ἡ αὐτοκράτειρα Πουλχερία κρυμμένα στὸ ναὸ τοῦ Ἁγίου Θύρσου, πίσω ἀπὸ τὸν ἄμβωνα, στὸν τάφο τῆς διακόνισσας Εὐσέβειας σὲ δύο ἀργυρὲς θῆκες, οἱ ὁποῖες κατὰ τὴν διαθήκη τῆς Εὐσέβειας, εἶχαν ἐναποτεθεῖ στὸν τάφο της στὸ μέρος τῆς κεφαλῆς της. Στὴν συνέχεια ἡ Πουλχερία οἰκοδόμησε ναὸ ἔξω ἀπὸ τὰ τείχη τῶν Τρωαδησίων.

Σπουδαία ἀπὸ ἱστορικῆς ἀπόψεως θεωρεῖται ἀπὸ νεότερους ἐρευνητὲς ἡ Διαθήκη τῶν Ἁγίων Τεσσαράκοντα Μαρτύρων, ἡ ὁποία ἀποσκοπεῖ στὸ νὰ παρεμποδίσει τὸν διασκορπισμὸ τῶν ἱερῶν λειψάνων τους μεταξὺ τῶν Χριστιανῶν, πράγμα συνηθισμένο στὴν Ἀνατολὴ κατὰ τοὺς χρόνους ἐκείνους. Γι’ αὐτὸ ἐκρίναμε σκόπιμο νὰ παραθέσουμε στὴ νεοελληνικὴ γλώσσα τὸ κείμενο τῆς Διαθήκης:

 

Διαθήκη τῶν Ἁγίων καὶ ἐνδόξων Σαράντα Μαρτύρων τῶν ὁποίων ὁ βίος ἐτελειώθηκε στὴ Σεβαστεία

 

«Ὁ Μελέτιος, ὁ Ἀέτιος καὶ ὁ Ἡσύχιος, οἱ δοῦλοι τοῦ Χριστοῦ, χαίρουν ἐν Χριστῷ ἀνάμεσα σὲ ὅλους τοὺς Ἁγίους ἐπισκόπους καὶ πρεσβυτέρους καὶ διακόνους καὶ ὁμολογητὲς καὶ τοὺς ὑπολοίπους ἐκκλησιαστικοὺς ἄνδρες σὲ ὅλη τὴν πόλη καὶ τὴ χώρα.

1 Ὅταν μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ καὶ τὶς κοινὲς προσευχὲς ὅλων τελέσουμε τὸν προκαθορισμένο σὲ ἐμᾶς ἀγώνα καὶ φθάσουμε στὰ βραβεῖα τῆς ἄνω κλήσεως, τότε αὐτὸ τὸ θέλημά μας γιὰ τὴν ἀνακομιδὴ τῶν λειψάνων μας θέλουμε νὰ κυριαρχήσει στοὺς ἀνθρώπους γύρω ἀπὸ τὸν πρεσβύτερο καὶ πατέρα μας Πρόϊδο καὶ τοὺς ἀδελφούς μας Κρισπίνο καὶ Γόρδιο μαζὶ μὲ τὸ λαὸ ποὺ τοὺς ἀκολουθεῖ, καὶ τὸν Κύριλλο, τὸν Μάρκο καὶ τὸν Σαπρίκιο, τὸ υἱὸ τοῦ Ἀμμωνίου, μὲ σκοπὸ νὰ μετατεθοῦν τὰ λείψανά μας ἀπὸ τὴν πόλη Ζήλων στὸ χωριὸ Σαρείμ. Γιατὶ ἂν καὶ ὅλοι καταγόμαστε ἀπὸ διαφορετικὰ μέρη, ὅμως προτιμοῦμε τὸν ἕνα καὶ ἴδιο τόπο ἐνταφιασμοῦ γιὰ τὴν αἰώνια ἀνάπαυση. Γιατὶ ἀφοῦ ἀγωνισθήκαμε τὸν κοινὸ ἀθλοφόρο ἀγώνα, συμφωνήσαμε ὅτι θὰ ἔχουμε κοινὸ τόπο ἐνταφιασμοῦ στὸν προαναφερθέντα τόπο. Αὐτὰ λοιπὸν ἐφάνηκαν σωστὰ κατὰ τὸ ἅγιο Πνεῦμα, καὶ φάνηκαν καλὰ καὶ σὲ ἐμᾶς.

Ἐξ αἰτίας αὐτοῦ ἐμεῖς οἱ συγγενεῖς τοῦ Ἀετίου καὶ τοῦ Εὐτυχίου καὶ τῶν ὑπολοίπων ἐν Χριστῷ ἀδελφῶν παρακαλοῦμε τοὺς κυρίους γονεῖς μας καὶ τοὺς ἀδελφούς μας νὰ μείνουν μακριὰ ἀπὸ κάθε ταραχὴ καὶ λύπη, νὰ τιμήσουν δὲ τὸν ὅρο τῆς φιλάδελφης συμμετοχῆς τους καὶ νὰ συμβαδίσουν μὲ προθυμία στὴ θέλησή μας, γιὰ νὰ ἀποκτήσουν τὸ μεγάλο μισθὸ τῆς ὑπακοῆς καὶ τῆς συμπάθειας ἀπὸ τὸν κοινὸ πατέρα μας.

Ἀκόμη ἀξιώνουμε ἀπὸ ὅλους, κανεὶς νὰ μὴ θησαυρίσει γιὰ τὸν ἑυατό του τὰ περισυλλεγέντα λείψανα ἀπὸ τὸ καμίνι, ἀλλὰ ἀφοῦ φροντίσει γιὰ τὴ συγκέντρωσή τους στὸ ἴδιο μέρος, νὰ τὰ ἀποδώσει στοὺς προαναφερθέντες, μὲ σκοπὸ νὰ ἀποκομίσει τὸ κέρδος τῆς φιλευσπλαχνίας τῶν ἴδιων του κόπων, ἀφοῦ ἐπιδείξει ἰσχυρὸ ζῆλο καὶ ἀληθινὴ εὐγνωμοσύνη. Ὅπως ἀκριβῶς ἡ Μαρία, ἡ ὁποία ἀφοῦ ἐπερίμενε καρτερικὰ στὸν τάφο καὶ εἶδε πρώτη ἀπὸ ὅλους τὸν Κύριο, πρώτη ἐδέχθηκε καὶ τὴ χάρη τῆς χαρᾶς καὶ τῆς εὐλογίας.

Ἂν κάποιος ἐναντιωθεῖ στὸ θέλημα τὸ δικό μας, ἂς εἶναι ξένος ἀπὸ τὸ θεῖο κέρδος, ἔνοχος κάθε παρακοῆς, ἀφοῦ μὲ ἐπιπόλαιη σκέψη ἔχασε τὸ δίκαιό του, ἐπειδὴ ἐξαναγκαζόταν, ὅσο ἐξαρτιόταν ἀπὸ αὐτόν, νὰ κατατεμαχίσει ἐμᾶς, τοὺς ὁποίους ὁ Ἅγιος Σωτήρας μας μὲ τὴν προσωπικὴ χάρη και πρόνοια συνέδεσε μὲ πίστη.

Ἂν ὅμως καὶ τὸ παιδί, ὁ Εὐνοϊκός, μὲ τὴ συγκατάνευση τοῦ φιλάνθρωπου Θεοῦ φθάσει στὸ ἴδιο τέλος τοῦ ἀγῶνος, ἀξίωσε νὰ ἔχει τὴν ίδια μὲ ἐμᾶς διαμονή. Ἂν βέβαια διαφυλαχθεῖ ἀβλαβὴς μὲ τὴ Χάρη τοῦ Χριστοῦ καὶ δοκιμασθεῖ στὸν κόσμο, παραγγέλλουμε νὰ ἀσχοληθεῖ αὐτὸς ἐλεύθερα μὲ τὸ μαρτύριό μας καὶ παρακαλοῦμε νὰ διαφυλάττει τὶς ἐντολὲς τοῦ Χριστοῦ, μὲ σκοπὸ νὰ μετέχει τῆς ἀπολαύσεως μαζὶ μὲ ἐμᾶς κατὰ τὴ μεγάλη ἡμέρα τῆς Ἀναστάσεως, ἐπειδὴ καὶ ὅσο εὑρισκόταν στὸν κόσμο ὑπέμεινε τὶς ἴδιες θλίψεις.

Γιατὶ ἡ εὐγνωμοσύνη πρὸς τὸν ἀδελφὸ ἀποβλέπει στὴ δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ, ἡ παρακοὴ ὅμως πρὸς τοὺς ὁμόφυλους καταπατᾶ τὴν ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ. Γιατὶ ἔχει γραφεῖ ὅτι: αὐτὸς ποὺ ἀγαπᾶ τὴν ἀδικία, μισεῖ τὴν ψυχή του.

2 Ἑπομένως ἀξιώνω ἀπὸ ἐσᾶς, ἀδελφὲ Κρισπίνε, καὶ παραγγέλω νὰ μείνετε μακριὰ ἀπὸ κάθε κοσμικὴ τρυφὴ καὶ πλάνη. Γιατὶ εἶναι ἐσφαλμένη καὶ ὄχι ἰσχυρὴ ἡ δόξα τοῦ κόσμου, ἡ ὁποία γιὰ λίγο μὲν ἀκμάζει καὶ πάλι μαραίνεται σὰν χόρτο, ἀφοῦ δέχεται τὸ τέλος πιὸ γρήγορα ἀπὸ τὴν ἀρχή. Νὰ θελήσετε ὅμως νὰ προσφύγετε στὸν φιλάνθρωπο Θεό, ὁ ὁποῖος παρέχει σὲ ὅσους προστρέχουν σὲ Αὐτὸν πλοῦτο ἀδιάκοπο, καὶ βραβεύει μὲ ζωὴ αἰώνια ὅσους πιστεύουν σὲ Αὐτόν.

Εἶναι ἡ στιγμὴ κατάλληλη γιὰ ὅσους θέλουν νὰ σώζονται καὶ γιὰ ὅσους δὲν τὸ ἀναβάλλουν γιὰ τὸ μέλλον, παρέχοντας ἄφθονη διορία γιὰ μετάνοια καὶ τὴ χωρὶς δισταγμὸ ἐνέργεια τῆς πολιτείας. Γιατὶ οἱ ἀλλαγὲς τῆς ζωῆς εἶναι ἀπρόοπτες. Ἀλλὰ ἂν ἔχεις γνώση, πρόσεξε μέσα σὲ αὐτὴ τὴ ζωὴ νὰ ἐμφανίσεις τὴν ὠφέλεια καὶ τὴν ἁγνότητα τοῦ σεβασμοῦ πρὸς τὸν Θεό, μὲ σκοπὸ ἀφοῦ γίνεις κύριος αὐτῆς νὰ ἐξαλείψεις τὸ χειρόγραφο κείμενο τῶν προπατορικῶν ἁμαρτημάτων: γιατὶ θὰ σὲ βρῶ σὲ αὐτό, ἐν τῷ μεταξὺ καὶ θὰ σὲ κρίνω.

Ἀσχοληθεῖτε, λοιπόν, σοβαρὰ μὲ τὶς ἐντολὲς τοῦ Χριστοῦ γιὰ νὰ εὑρεθεῖτε ἄμεμπτοι, μὲ σκοπὸ νὰ ἀποφύγετε τὸ ἀκοίμητο καὶ αἰώνιο πῦρ. Γιατὶ ὁ καιρὸς εἶναι περιορισμένος ἀπὸ παλιά, φωνάζει ἡ θεία φωνή.

Προπαντὸς λοιπὸν ἀποδώσατε τιμὴ στὴν ἀγάπη. Γιατὶ αὐτὴ μόνη τιμᾶ μὲ νόμο τὸ δίκαιο τῆς ἀδελφικῆς ἀγάπης ὑπακούοντας στὸν Θεό. Καὶ γιατὶ μέσῳ τοῦ ἀδελφοῦ ποὺ εἶναι ὁρατὸς τιμᾶται ὁ ἀόρατος Θεός. Καὶ τὰ λόγια αὐτὰ στρέφονται πρὸς τοὺς ὁμομήτριους ἀδελφούς, ἡ ἄποψη αὐτὴ ὅμως ἀπευθύνεται σὲ ὅλους τοὺς φιλόχριστους. Καὶ ἰσχυρίστηκε ὁ Ἅγιος Σωτήρας μας καὶ Θεὸς ὅτι ἐκεῖνοι εἶναι ἀδελφοί, ὄχι ὅσοι μετέχουν τῆς ἴδιας φύσεως, ἀλλὰ ὅσοι συνδέονται μὲ ἄριστες πράξεις, μὲ τὴν πίστη καὶ ἐκπληρώνουν τὸ θέλημα τοῦ Πατέρα μας ποὺ εὑρίσκεται στὸν οὐρανό.

3 Χαιρετίζουμε τὸν κύριό μας τὸν πρεσβύτερο Φίλιππο καὶ τὸν Προκλιανὸ καὶ τὸν Διογένη μαζὶ μὲ τὴν ἁγία Ἐκκλησία. Χαιρετίζουμε τὸν Μάξιμο μὲ τὴν Ἐκκλησία. Χαιρετίζουμε τὸν Δόμνο μὲ τοὺς συγγενεῖς του, τὸν Ἴλη τὸν πατέρα μας καὶ τὸν Οὐάλη μὲ τὴν Ἐκκλησία. Χαιρετίζω καὶ ἐγώ, ὁ Μελέτιος, τοὺς συγγενεῖς μου Λουτάνιο, Κρίσπο καὶ τὸν Γόρδιο μὲ τοὺς συγγενεῖς τους, τὸν Ἐλπίδιο μὲ τοὺς συγγενεῖς του, τὸν Ὑπερέχιο μὲ τοὺς συγγενεῖς του.

Χαιρετίζουμε καὶ ὅσους εὑρίσκονται στὸ χωριὸ Σαρείμ, τὸν πρεσβύτερο μὲ τοὺς συγγενεῖς του, τοὺς διακόνους μὲ τοὺς συγγενεῖς τους, τὸν Μάξιμο μὲ τοὺς συγγενεῖς του, τὸν Ἡσύχιο μὲ τοὺς συγγενεῖς του, τὸν Κυριακὸ μὲ τοὺς συγγενεῖς του. Χαιρετίζουμε ὅλους ὅσοι εὑρίσκονται στὸ Χαδουθὶ ὀνομαστικά. Ζαιρετίζουμε ὀνομαστικὰ ὅλους ὅσοι εὑρίσκονται στὴ Χαρισφώνη. Χαιρετίζω καὶ ἐγὼ ὁ Ἀέτιος τοὺς συγγενεῖς μου Μάρκο καὶ Ἀκυλίνα καὶ τὸν πρεσβύτερο Κλαύδιο καὶ τοὺς ἀδελφούς του Μάρκο, Τρύφωνα, Γόρδιο καὶ Κρίσπο καὶ τὶς ἀδελφές μου καὶ τὴ σύζυγό μου Δόμνα μὲ τὸ παιδί μου.

Χαιρετίζω καὶ ἐγὼ ὁ Εὐτύχιος ὅσους εὑρίσκονται στὰ Ξίμαρα, τὴ μητέρα μου Ἰουλία καὶ τοὺς ἀδελφούς μου Κύριλλο, Ροῦφο, Ρίγλο καὶ Κυρίλλα καὶ τὴ νύμφη μου Βασιλεία καὶ τοὺς διακόνους Κλαύδιο καὶ Ρουφίνο καὶ Πρόκλο. Χαιρετίζουμε καὶ τοὺς ὑπηρέτες τοῦ Θεοῦ, τὸν Σαπρίκιο, τὸν υἱὸ τοῦ Ἀμμωνίου, καὶ τὸν Γενέσιο, καὶ τὸν Σωσάννα μὲ τοὺς δικούς του.

Χαιρετίζουμε λοιπὸν ὅλους ἐσᾶς, ποὺ εἶστε κύριοί μας, ὅλοι ἐμεῖς οἱ σαράντα ἀδελφοὶ καὶ συγκρατούμενοι, ὁ Μελέτιος, ὁ Ἀέτιος, ὁ Εὐτύχιος, ὁ Κυρίων, ὁ Κάνδιδος, ὁ Ἀγγίας, ὁ Γάιος, ὁ Χουδίων, ὁ Ἡράκλειος, ὁ Ἰωάννης, ὁ Θεόφιλος, ὁ Σισίνιος, ὁ Σμάραγδος, ὁ Φιλοκτήμων, ὁ Γοργόνιος, ὁ Κύριλλος, ὁ Σεβηριανός, ὁ Θεόδουλος, ὁ Νίκαλλος, ὁ Φλάβιος, ὁ Ξάνθιος, ὁ Οὐαλέριος, ὁ Ἡσύχιος, ὁ Δομετιανός, ὁ Δόμνος, ὁ Ἡλιανός, ὁ Λεόντιος, ὁ ὀνομαζόμενος καὶ Θεόκτιστος, ὁ Εὐνοϊκὸς, ὁ Οὐάλης, ὁ Ἀκάκιος, ὁ Ἀλέξανδρος, ὁ Βικράτιος, ὁ ὀνομαζόμενος καὶ Βιβιανός, ὁ Πρίσκος, ὁ Σακέρδων, ὁ Ἐκδίκιος, ὁ Ἀθανάσιος, ὁ Λυσίμαχος, ὁ Κλαύδιος, ὁ Ἴλης, καὶ ὁ Μελίτων. Ἐμεῖς λοιπὸν οἱ σαράντα δοῦλοι τοῦ κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ ὑπογράψαμε μὲ τὸ χέρι τοῦ Μελετίου γιὰ τὸν καθένα ἀπὸ ἐμᾶς, καὶ ἐπικυρώσαμε ὅλα ὅσα ἐγράφησαν πρὶν, καὶ ἐφάνηκε καλὸ σὲ ὅλους ἐμᾶς. Μὲ τὴν ψυχή μας καὶ τὸ θεῖο πνεῦμα προσευχόμαστε νὰ τύχουμε ὅλοι τὰ αἰώνια ἀγαθὰ τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν Βασιλεία Του τώρα καὶ στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν».

Οἱ γονεῖς τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, ποὺ κατεῖχαν «κόνιν» καὶ τεμάχια τῶν ἱερῶν λειψάνων τῶν Ἁγίων Τεσσαράκοντα Μαρτύρων, ἀνήγειραν τὸν πρῶτο ναὸ στὴν Ἀνατολὴ εἰς τιμὴν τῶν Ἁγίων, ὅπου καὶ ἐτάφησαν, σὲ κτῆμα τους στὸν Πόντο.

Ναὸς ἀφιερωμένος στοὺς Ἁγίους Τεσσαράκοντα Μάρτυρες ὑπῆρχε στὴν περιοχὴ Μέση τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ποὺ εἶχε ἀνεγερθεῖ ἀπὸ τὸν αὐτοκράτορα Τιβέριο Α’ (579 – 582 μ.Χ.) καὶ συμπληρωθεῖ ἀπὸ τὸν αὐτοκράτορα Μαυρίκιο (582 – 602 μ.Χ.). Τὸ ναὸ κατεκόσμησε ὁ Ἀνδρόνικος ὁ Κομνηνός (1183 – 1185 μ.Χ.). Στὸ ναὸ αὐτὸ ἐλειτουργοῦνταν κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς μνήμης τῶν Ἁγίων Μαρτύρων οἱ αὐτοκράτορες. Ἄλλοι ναοὶ ὑπῆρχαν α) στὸ παλάτι, καὶ ὁ ὁποῖος πανηγύριζε στὶς 27 Αὐγούστου, β) στὴ νῆσο Πλάτη, ἢ Πλατεία, γ) στὴ μονὴ τῆς Χώρας, δ) στὴν Ἔμμεσα τῆς Συρίας.
Ἡ Σύναξη αὐτῶν ἐτελεῖτο στὸ ἁγιότατο Μαρτύριό τους πλησίον τοῦ Χαλκοῦ Τετραπύλου.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

Ἀπολυτίκιο. Ἦχος γ’. θείας πίστεως.

Θείῳ Πνεύματι, συγκροτηθέντες, δῆμος ὤφθητε, τροπαιοφόρος, Ἀθλοφόροι Χριστοῦ Τεσσαράκοντα· διὰ πυρὸς γὰρ καὶ ὕδατος ἔνδοξοι, δοκιμασθέντες λαμπρῶς ἐδοξάσθητε. Ἀλλ' αἰτήσασθε, Τριάδα τὴν Ὑπερούσιον, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

 

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον. Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Τοὺς γενναίους ὁπλίτας τοῦ τῶν ὅλων δεσπόζοντος, τοὺς συγκροτηθέντας ἐν πίστει, ὁμοφώνος τιμήσωμεν· Χριστῷ γὰρ στρατευθέντες εὐσεβῶς, δι’ ὕδατος διῆλθον καὶ πυρός, καὶ πρὸς θείαν εἰσέλθοντες ἀναψυχήν, προΐστανται τῶν βοώντων· δόξα τῷ ἐνισχύσαντι ὑμᾶς, δόξα τῷ στεφανώσαντι, δόξα τῷ θαυμαστώσαντι ὑμᾶς, Τεσσαράκοντα Μάρτυρες.

 

Κοντάκιον. Ἦχος πλ. β’. Τὴν ὑπὲρ ἡμῶν.

Πᾶσαν στρατιὰν, τοῦ κόσμου καταλιπόντες, τῷ ἐν οὐρανοῖς Δεσπότῃ προσεκολλήθητε, Ἀθλοφόροι Κυρίου Τεσσαράκοντα· διὰ πυρὸς γὰρ καὶ ὕδατος, διελθόντες μακάριοι, ἐπαξίως ἐκομίσασθε, δόξαν ἐκ τῶν οὐρανῶν, καὶ στεφάνων πληθύν.

 

Ἕτερον Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ’. Τῇ ὑπερμάχῳ.

Συντεταγμένοι εὐσεβείᾳ καὶ στερρότητι

Μαρτυρικῶς τὸν δυσμενῆ ἐθριαμβεύσατε,

Τεσσαράκοντα γενναῖοι Χριστοῦ ὁπλῖται·

Ἀλλ’ ὡς σύμμορφοι ἐν ἄθλοις καὶ ἐν χάριτι,

Ἐν ἀγάπῃ καὶ εἰρήνῃ συντηρήσατε
Τοὺς κραυγάζοντας, χαίροις ἅγιον σύνταγμα.

 

Μεγαλυνάριον.
Τὸ τετραδεκάριθμον καὶ λαμπρόν, σύνταγμα τοῦ Λόγου, εὐφημήσωμεν ἐν ᾠδαῖς· κρύει καὶ πυρὶ γάρ, στερρῶς δοκιμασθέντες, ἐστέφθησαν ἀξίως, οἱ Τεσσαράκοντα.

Ὁ Ἅγιος Οὐρπασιανὸς ὁ Μάρτυρας

Ὁ Ἅγιος Μάρτυρας Οὐρπασιανὸς ἦταν συγκλητικὸς καὶ μαρτύρησε μεταξὺ τῶν ἐτῶν 286 – 305 μ.Χ. ἐπὶ αὐτοκράτορα Μαξιμιανοῦ.

Ὡς συγκλητικὸς ἀκολούθησε τὸν βασιλέα στὴν Νικομήδεια σὰν κρυφὸς Χριστιανός. Κάποια μέρα ὁ Μαξιμιανός, ἐπάνω στὴν μανία του κατὰ τῶν Χριστιανῶν, κάλεσε ὅλους τοὺς ἄρχοντες καὶ συγκλητικοὺς στὰ ἀνάκτορα τῆς Νικομήδειας καὶ τοὺς εἶπε: «Ἐὰν κάποιος ἀπὸ ἐσᾶς εἶναι Χριστιανὸς καὶ μένει ἀμετανόητος, ἂς λύσει ἐνώπιον ὅλων τὴν ζώνη του καὶ ἂς ἀποχωρήσει ἀπὸ τὰ ἀνάκτορα, διότι ἡ πόλη αὐτὴ ἀπὸ τούς προγόνους της διδάχθηκε νὰ λατρεύει τοὺς θεοὺς καὶ ὄχι ἕναν Θεὸ καὶ τοῦτον ἐσταυρωμένο».

Τότε ὁ Οὐρπασιανὸς σηκώθηκε καὶ ἔριξε κατὰ πρόσωπο τοῦ βασιλέως τὴν χλαμύδα καὶ τὴν ζώνη του λέγοντας πρὸς τὸν αὐτοκράτορα: «Λάβε τὴν ζώνη καὶ τὴν τιμὴ καὶ τὴν δόξα. Ἐγὼ σήμερα στρατεύομαι μὲ τὸν ἐπουράνιο καὶ ἀθάνατο Βασιλέα».

Μόλις ὁ Μαξιμιανὸς ἄκουσε αὐτὰ τὰ λόγια, ἀλλοιώθηκε στὸ μυαλὸ καὶ ἔμεινε ἐμβρόντητος. Μόλις συνῆλθε ἀπὸ τὴν ταραχὴ καὶ τὴν ἔκπληξη, διέταξε νὰ κρεμάσουν τὸν Μάρτυρα, νὰ τοῦ ξεσκίσουν τὶς σάρκες καὶ νὰ τὸν κλείσουν στὴ φυλακή, μήπως καὶ ἀλλάξει. Ὅμως ὁ Ἅγιος Οὐρπασιανὸς ἔμενε σταθερὸς στὴν πίστη του. Τότε τὸν ἔκλεισαν σὲ σιδερένιο κλουβὶ καὶ τὸν ἔκαψαν μέσα ἐκεῖ ζωντανό. Ἀφοῦ κάηκαν οἱ σάρκες καὶ τὰ ὀστὰ τοῦ Ἁγίου, ὁ Μαξιμιανὸς διέταξε νὰ τὰ συλλέξουν καὶ νὰ τὰ ρίξουν στὴν θάλασσα.
Ἔτσι μαρτύρησε ὁ Ἅγιος Οὐρπασιανὸς καὶ ἔλαβε τὸ ἁμαράντινο στέφανο τῆς δόξας τοῦ Θεοῦ ἀψηφώντας τὴν δόξα τοῦ κόσμου καὶ τὶς βασάνους.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

Ὁ Ἅγιος Καισάριος 

Ὁ Ἅγιος Καισάριος γεννήθηκε ἀπὸ τὸν Ἅγιο Γρηγόριο καὶ τὴν Ἁγία Νόννα καὶ ἦταν ἀδελφὸς τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου. Σπούδασε στὴν Ἀλεξάνδρεια καὶ στὴν συνέχεια μετέβη στὴν Κωνσταντινούπολη, ὅπου ἄσκησε τὸ ἐπάγγελμα τοῦ ἰατροῦ. Τόση ἦταν ἡ φήμη του, ὥστε προσλήφθηκε ὡς ἰατρὸς τῶν ἀνακτόρων. Ὁ ἀδελφός του Ἅγιος Γρηγόριος, μετὰ τὸ πέρας τῶν σπουδῶν του στὴν Ἀθήνα, ἦλθε μεταξὺ τῶν ἐτῶν 358 – 360 μ.Χ. στὴν Κωνσταντινούπολη, ὅπου συνάντησε τὸν Καισάριο καὶ ἔτσι ἐπέστρεψαν μαζὶ καὶ οἱ δυὸ ἀδελφοὶ στὴν ἰδιαίτερή τους πατρίδα, τὴ Ναζιανζό. Ἀλλὰ ὁ Καισάριος ἐπέστρεψε καὶ πάλι στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ προσλήφθηκε ὡς ἰατρὸς τῆς βασιλικῆς αὐλῆς. Τὴ θέση αὐτὴ διατήρησε καὶ μετὰ τὴν ἀνάρρηση στὸν αὐτοκρατορικὸ θρόνο, τὸ ἔτος 361 μ.Χ., τοῦ Ἰουλιανοῦ τοῦ Ἀποστάτου. Ὁ Καισάριος, ποὺ εἶχε ἀνατραφεῖς χριστιανοπρεπῶς, δὲν ἦταν δυνατὸν νὰ ἐπηρεαστεῖ ἀπὸ τὸν χριστιανομάχο Ἰουλιανό, ὥστε νὰ ἐνδώσει στὶς παροτρύνσεις καὶ τὶς πιέσεις πρὸς ἄρνηση τῆς χριστιανικῆς πίστεως καὶ ἐπέστρεψε στὴν γενέτειρά του. Ἀλλὰ καὶ πάλι, μετὰ τὸν θάνατο τοῦ Ἰουλιανοῦ, τὸ ἔτος 363 μ.Χ., ἐπανῆλθε στὴν πρωτεύουσα τοῦ Βυζαντίου. Ἐπὶ αὐτοκράτορα δὲ Οὐάλεντος (364 – 378 μ.Χ.) καὶ Οὐαλεντινιανοῦ (364 – 374 μ.Χ.) διορίστηκε ἐπιμελητὴς θησαυρῶν καὶ ταμίας τῶν δημοσίων χρημάτων στὴ Νίκαια τῆς Βιθυνίας.
Ἐκεῖ, στὴ Βιθυνία, σώθηκε ὡς ἐκ θαύματος, στὸν σεισμὸ ποὺ ἔγινε τὸ ἔτος 368 μ.Χ. καὶ μετὰ ἀπὸ λίγο κοιμήθηκε ὁσίως μὲ εἰρήνη τὸ ἴδιο ἔτος ἢ στὶς ἀρχὲς τοῦ 369 μ.Χ. Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος ὁμιλεῖ στὰ ἔργα του γιὰ τὴν εὐσέβεια καὶ τὴ σωφροσύνη τοῦ Ἁγίου Καισαρίου.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

Οἱ Ἅγιοι πάππος, μάμμη, πατέρας, μητέρα καὶ τὰ δύο τέκνα αὐτῶν οἱ Μάρτυρες 

Οἱ Ἅγιοι αὐτοὶ Μάρτυρες τελειώθηκαν διὰ ξίφους. Δὲν ἔχουμε περισσότερες λεπτομέρειες ἀπὸ τὸν βίο τῶν Ἁγίων.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

Ὁ Ὅσιος Βιτάλιος ἐκ Σικελίας 

Ὁ Ὅσιος Βιτάλιος γεννήθηκε στὴν πόλη Καστρόνοβο τῆς Σικελίας κατὰ τὸν 10ο αἰώνα μ.Χ. ἀπὸ γονεῖς εὔπορους καὶ εὐσεβεῖς, τὸν Σέργιο καὶ τὴν Χρυσονίκη, οἱ ὁποῖοι φρόντισαν γιὰ τὴν κατὰ Θεὸν ἀνατροφή του καὶ τὴν παιδεία του.

Ὁ Ὅσιος ἀπὸ νεαρὴ ἡλικία ἀγάπησε τὸν Χριστὸ καὶ τὴν μοναχικὴ πολιτεία, γι’ αὐτὸ καὶ ἔφυγε στὴ μονὴ τοῦ Ἁγίου Φιλίππου στὴν Ἄγκυρα. Ἐκεῖ ἐκάρη μοναχὸς καὶ ἔλαβε τὸ ἀγγελικὸ σχῆμα ζωντας μὲ ἄσκηση καὶ προκόπτοντας στὴν ἀρετὴ ἐπὶ δεκαπέντε χρόνια.

Κατὰ τὴν διάρκεια τῶν χρόνων αὐτῶν ἐπισκέφθηκε γιὰ προσκύνημα τὴν Ρώμη, τὴν Καλαβρία καὶ ἄλλους ἱεροὺς τόπους. Τελικὰ ἐπέστρεψε στὴν Καλαβρία καὶ ἀσκήτεψε στὸ ὄρος τοῦ Λιποράχου. Ἐκεῖ συνάντησε τὸν ἀσκητὴ Ἀντώνιο καὶ ἔζησε μαζί του γιὰ λίγο χρόνο. Στὴν συνέχεια μετακινεῖται ἀπὸ ὄρος σὲ ὄρος, γιὰ νὰ καταλήξει στὴ μονὴ τοῦ Ἁγίου Ἠλία.

Μετὰ τὴν πάροδο ἀρκετοῦ χρόνου, πηγαίνει σὲ ἕνα σπήλαιο μεταξὺ τῶν ὀρέων Τοῦρρι καὶ Ἀρμέντο. Ὁ Ὅσιος ἀγωνίζεται μέρα καὶ νύκτα προσευχόμενος καὶ φθάνει σὲ πνευματικὰ ὕψη. Ἀκόμη καὶ τὰ ἄγρια θηρία τοῦ βουνοῦ τὸν πλησιάζουν ἤρεμα, γιὰ νὰ λάβουν τὴν εὐλογία του.

Ἐκεῖ τὸν ἐπισκέπτεται καὶ ὁ Ὅσιος Λουκᾶς τοῦ Ντέμενα τῆς Σικελίας († 13 Ὀκτωβρίου), μαζὶ μὲ τὸν ὁποῖο συζητοῦν πνευματικὰ θέματα καὶ προσεύχονται.

Ἀργότερα ὁ Ὅσιος μεταβαίνει στὸ Μπάρι καὶ μαζὶ μὲ τὸν ἀνεψιό του Ἠλία καταλήγει στὸ ὄρος Τοῦρρι, ὅπου κτίζει μία ἐκκλησία. Τελικὸς σταθμὸς τοῦ Ὁσίου Βιταλίου εἶναι ἡ περιοχὴ τῆς Ράπολλα, στὴν ὁποία ἀνήγειρε μονή. Σὲ αὐτὴν διῆλθε τὸ ὑπόλοιπο τοῦ ἀσκητικοῦ βίου του, συγκεντρώνοντας γύρω του πλῆθος μοναχῶν.
Ὁ Ὅσιος Βιτάλιος κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 994 μ.Χ.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

Ὁ Ὅσιος Κλεόπας ἐκ Ρωσίας 

Ὁ Ὅσιος Κλεόπας ἦταν μαθητὴς τοῦ Ὁσίου Παϊσίου Βελιτσκόφσκυ († 15 Νοεμβρίου) καὶ κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 1778.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

Σύναξις Ὑπεραγίας Θεοτόκου «τοῦ Ἔνσαρκου Λόγου» ἐν Ἀλμπαζὶν τῆς Ρωσίας 

Δὲν ἔχουμε λεπτομέρειες γιὰ τὸ γεγονός.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

Ὁ Ὅσιος Θεοφύλακτος καταγόταν ἀπὸ τὴν Ἀνατολὴ καὶ ἔζησε κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Λέοντος τοῦ Δ’ (775 – 780 μ.Χ.). Λόγω τῆς μεγάλης του παιδείας καὶ πρὸς συνέχιση τῶν σπουδῶν του ἦλθε στὴν Κωνσταντινούπολη, ὅπου γρήγορα ἀπέκτησε φήμη σοφοῦ καὶ δημιούργησε φιλικὲς σχέσεις μὲ ἀνώτερους κρατικοὺς λειτουργοὺς καὶ ἀξιωματούχους, καθὼς καὶ μὲ τὸν μετέπειτα Πατριάρχη Ταράσιο, ποὺ ἦταν τότε πρωτοσηκρίτης.

‘Όταν τὸ ἔτος 784 μ.Χ. ἐξελέγη Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως ὁ Ταράσιος, εἰς διαδοχὴ τοῦ Πατριάρχου Παύλου, ὁ Ὅσιος Θεοφύλακτος μαζὶ μέ τὸν Μιχαήλ, ποὺ ἀργότερα ἔγινε Ἐπίσκοπος Συνάδων, ἀπεστάλησαν ἀπὸ τὸν Ταράσιο σὲ κάποια μονὴ τοῦ Εὔξεινου Πόντου. Λίγο ἀργότερα, πιθανὸν περὶ τὸ ἔτος 800 μ.Χ., ἐξελέγη Ἐπίσκοπος Νοκομήδειας. Ἀπὸ τὴ θέση αὐτὴ ὁ Ὅσιος Θεοφύλακτος διέπρεψε σὲ ἔργα ἐκκλησιαστικῆς φιλανθρωπίας καὶ κοινωνικῆς πρόνοιας. Ἀνήγειρε ναούς, τὸ μέγα νοσοκομεῖο τῶν Ἁγίων Ἀναργύρων Κοσμᾶ καὶ Δαμιανοῦ, γηροκομεῖα, πτωχοκομεῖα καὶ δημιούργησε λογία γιὰ τὶς ἄπορες χῆρες καὶ τὰ ὀρφανά. Μάλιστα δὲ ὁ ἴδιος διακονοῦσε καὶ περιποιόταν τοὺς πάσχοντες ἀδελφούς του.

Ὅταν πέθανε ὁ Πατριάρχης Ταράσιος, ἐξελέγη στὸν Πατριαρχικὸ θρόνο ὁ Ἅγιος Νικηφόρος Α’ (806 – 815 μ.Χ.). Στὴ βασιλεία ὑπερίσχυσε ὁ Λέων Ε’ ὁ Ἀρμένιος (813 – 820 μ.Χ.), ὁ ὁποῖος κινήθηκε κατὰ τῶν ἁγίων εἰκόνων. Τότε παρέλαβε ὁ Ἅγιος Νικηφόρος τὸν Ὅσιο Θεοφύλακτο, τὸν Ἅγιο Αἰμιλιανὸ Κυζίκου, τὸν Ἅγιο Εὐθύμιο Σάρδεων, τὸν Εὐδόξιο Ἀμορίου, τὸν Ἅγιο Μιχαὴλ Συνάδων καὶ τὸν Ἅγιο Ἰωσὴφ Θεσσαλονίκης, ἀνέβηκε στὸ παλάτι καὶ ἔλεγξε μὲ εἰκονογραφικὰ χωρία τὸν αὐτοκράτορα γιὰ τὰ δυσσεβὴ διδάγματα καὶ τὴν εἰκονομαχική του διάθεση. Ἐπειδὴ ὁ αὐτοκράτορας ἔμενε ἀμετάπειστος, ὁ Ὅσιος Θεοφύλακτος ἔλαβε τὸν λόγο καὶ τοῦ εἶπε μὲ παρρησία: «Γνωρίζω ὅτι καταφρονεῖς τὴν ἀνοχὴ καὶ μακροθυμία τοῦ Θεοῦ. Ἀλλὰ θὰ ἔλθει σὲ σένα ξαφνικὰ ὄλεθρος καὶ ἡ καταστροφὴ θὰ εἶναι ὅμοια μὲ καταιγίδα».

Ὁ αὐτοκράτορας ἐξαγριώθηκε καὶ τοὺς καταδίκασε ὅλους σὲ ἐξορία. Τὸν μὲν Πατριάρχη Νικηφόρο στὴ Χρυσούπολη, τοὺς ἄλλους Ἀρχιερεῖς σὲ διαφορετικὰ μέρη καὶ τὸν Ὅσιο Θεοφύλακτο στὸ Στρόβιλο, ὅπου ἐπὶ τριάντα ἔτη παρέμεινε μὲ καρτερία καὶ ἐκεῖ κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 845 μ.Χ.

Μετὰ τὴν κατάπαυση τοῦ διωγμοῦ, ἐπὶ τῆς εὐσεβεστάτης βασιλίσσης Θεοδώρας (842 – 857 μ.Χ.) καὶ τοῦ Πατριάρχου Μεθοδίου (842 – 846 μ.Χ.), τὸ ἱερὸ σκήνωμα αὐτοῦ ἀνακομίσθηκε στὴ Νικομήδεια, τὸ ἔτος 846 μ.Χ. καὶ ἐναποτέθηκε στὸ ναὸ τῶν Ἁγίων Ἀναργύρων Κοσμᾶ καὶ Δαμιανοῦ, ποὺ ὁ ἴδιος εἶχε οἰκοδομήσει.

Ὁ Ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης ἀποκαλεῖ τὸν Ὅσιο Θεοφύλακτο στῦλο ἀληθείας, Ὀρθοδοξίας ἑδραίωμα, φύλακα τῆς εὐσεβείας, στήριγμα τῆς Ἐκκλησίας.
Μικρὸς ναὸς τοῦ Ὁσίου Θεοφύλακτου ἀνεγέρθη στὸ παλάτι κατὰ τὸν 10ο αἰώνα μ.Χ. ἴσως ἐπὶ αὐτοκράτορα Ρωμανοὺ Α’ τοῦ Λεκαπηνοῦ (920 – 944 μ.Χ.), πατέρα τοῦ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Θεοφυλάκτου (931 – 956 μ.Χ.)

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Φύλαξ ἄγρυπνος, τῆς Ἐκκλησίας, καὶ καθαίρεσις, τῆς δυσσεβείας, Ἱεράρχα Θεοφύλακτε πέφηνας· τοῦ γὰρ Χριστοῦ τὴν Εἰκόνα σεβόμενος, ὑπερορίας καὶ θλίψεις ὑπέμεινας· Πάτερ Ὅσιε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

 

Κοντάκιον. Ἦχος β’. Τοὺς ἀσφαλεῖς.
Ὡς ἀρραγῆ, Ὀρθοδοξίας πρόμαχον, καὶ ἰσχυρόν, κακοδοξίας ἔλεγχον, εὐφημοῦμεν καὶ βοῶμέν σοι, Ἱερομύστα Θεοφύλακτε· Ἐκ πάσης ἐπηρείας διαφύλαττε, τοὺς πίστει ἑορτάζοντας τὴν μνήμην σου, πρεσβεύων σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

 

Μεγαλυνάριον.
Ὡς θησαυροφύλακι ἱερῷ, τῶν θεοτυπώτων, παραδόσεων καὶ θεσμῶν, χαῖρέ σοι βοῶμεν, ψυχῆς ἐν εὐφροσύνῃ, Πατέρων χαῖρε δόξα, ὦ Θεοφύλακτε.

Ὁ Ἅγιος Ἑρμῆς ὁ Ἀπόστολος 

Ὁ Ἀπόστολος Ἑρμῆς μνημονεύεται στὴν πρὸς Ρωμαίους Ἐπιστολὴ τοῦ Ἀποστόλου Παύλου. Κατὰ τὴν παράδοση ἔγινε Ἐπίσκοπος Δαλματίας. Στὸ Συναξάριον τῆς Κωνσταντινουπόλεως καλεῖται Ἔρμυλος. Στὸν Παρισινὸ Κώδικα ἡ μνήμη αὐτοῦ ἀναφέρεται στὶς 8 Ἀπριλίου μετὰ τῶν Ἀποστόλων Ἀγάβου, Ἀσυγκρίτου, Ἐπαφρᾶ, Ἡρωδίωνος, Ρούφου καὶ Φλέγοντος.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ἅγιος Κύριλλος ὁ Ἱερομάρτυρας 

Ὁ Ἅγιος Ἱερομάρτυρας Κύριλλος, σύμφωνα μὲ τὸ Ρωμαϊκὸ Μαρτυρολόγιο, ἦταν Ἐπίσκοπος καὶ μαρτύρησε στὴν Ἀφρικὴ κατ’ ἄγνωστο χρόνο.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Οἱ Ἅγιοι Φηλικίτη, Ἑρένια, Ρογάτος, Φίλιξ, Ρογάτος, Βεάτος, Οὐρβανός, Σιλβάνος καὶ Μάμμιλος οἱ Μάρτυρες

Οἱ Ἅγιοι αὐτοὶ μάρτυρες, ποὺ ἀναφέρονται στὸ Ρωμαϊκὸ Μαρτυρολόγιο, μαρτύρησαν κατ’ ἄγνωστο χρόνο στὴν Ἀφρική.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ἅγιος Δίων ὁ Μάρτυρας 

Ὁ Ἅγιος Μάρτυρας Δίων τελειώθηκε διὰ μάχαιρας. Δὲν ἔχουμε περισσότερες λεπτομέρειες γιὰ τὸν βίο τοῦ Ἁγίου Μάρτυρα.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ὅσιος Δομέτιος  

Ὁ Ὅσιος Δομέτιος κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 363 μ.Χ. Δὲν ἔχουμε περισσότερες λεπτομέρειες γιὰ τὸν βίο τοῦ Ὁσίου.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

Ὁ Ὅσιος Παῦλος ὁ Ὁμολογητής 

Ὁ Ὅσιος Παῦλος ἔζησε κατὰ τὰ τέλη τοῦ 8ου αἰώνα καὶ τὶς ἀρχὲς τοῦ 9ου αἰώνα μ.Χ. καὶ ἐξελέγη Ἐπίσκοπος Πλουσιάδος ἢ Προυσιάδος τῆς Βιθυνίας, τῆς καλουμένης πρὶν Κίερος.
Ὅταν ὁ Ὅσιος εἶδε τοὺς αἱρετικοὺς εἰκονομάχους νὰ μαίνονται κατὰ τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ καὶ νὰ ἀνατρέπουν τὴν ὀρθὴ ἐκτέλεση τῶν θεσμῶν καὶ τὶς μορφὲς τῶν Ἁγίων, νὰ καταστρέφουν τὰ ἀνάγλυφα τῶν σεπτῶν εἰκόνων καὶ νὰ τὶς ἀπαλείφουν ἀπὸ τοὺς ἅγιους ναούς, νὰ ζωγραφίζουν ἀντὶ αὐτῶν μορφὲς θηρίων καὶ ὀρνέων καὶ ἑρπετῶν καὶ νὰ ἀνατρέπουν τὶς παραδόσεις τῶν θείων Πατέρων, ἀγωνίσθηκε μὲ ἱερὸ ζῆλο κατὰ τῆς αἱρέσεως καὶ ὑπὲρ τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως, ἐπιλέγοντας καταπονήσεις ὑπὲρ τῶν ἁγίων εἰκόνων καὶ ὑπὲρ τοῦ ἰδίου τοῦ Χριστοῦ καὶ Θεοῦ μας καὶ τῆς Παναγίας μας, τῶν θείων στὴ μορφὴ Ἀγγέλων καὶ ὅλων τῶν Ἁγίων. Γι’ αὐτὸ ἀφοῦ ὑπέμεινε πολλοὺς πειρασμοὺς γιὰ πολλὰ χρόνια καὶ ἀφοῦ μέχρι τέλους ἀγωνίσθηκε καλῶς, κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Οἱ Ὅσιοι Λάζαρος καὶ Ἀθανάσιος ἐκ Ρωσίας 

Οἱ Ὅσιοι Λάζαρος καὶ Ἀθανάσιος ἔζησαν μεταξὺ 14ου καὶ 15ο αἰώνα μ.Χ. στὴ Ρωσία καὶ ἀσκήτεψαν στὴν περιοχὴ Μούρμανκ. Κοιμήθηκαν ὁσίως μὲ εἰρήνη.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Σύναξις Ὑπεραγίας Θεοτόκου τοῦ Σημείου ἐν Κοὺρσκ τῆς Ρωσίας 

Πρόκειται γιὰ ἀντίγραφο τῆς εἰκόνας τῆς Θεοτόκου τοῦ Σημείου στὸ Κοὺρκ τῆς Ρωσίας. Δὲν ἔχουμε περισσότερες λεπτομέρειες γιὰ τὸ γεγονός.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ὅσιος Λαυρέντιος, κατὰ κόσμον Λάμπρος Κανέλλος, γεννήθηκε στὰ Μέγαρα ἀπὸ εὐσεβεῖς καὶ φιλόθεους γονεῖς, τὸν Δημήτριο καὶ τὴν Κυριακή. Τὸ ἐπάγγελμά του ἦταν γεωργὸς καὶ οἰκοδόμος. Νυμφεύθηκε τὴν Βασιλικὴ καὶ ἀπὸ τὸν γάμο του ἀπέκτησε δύο υἱούς, τὸν Ἰωάννη καὶ τὸν Δημήτριο. Κάποιος βράδυ, στὸ χωριὸ Μάντρον, ὁραματίσθηκε τὴν Θεοτόκο, ἡ ὁποία τοῦ ὑπέδειξε νὰ πάει στὴν Σαλαμίνα, ὅπου βρῆκε τὴν ἱερὰ εἰκόνα της καὶ νὰ ἀνακαινίσει τὸν ἐρειπωμένο ναὸ αὐτῆς. Ἔτσι, τὸ ἔτος 1862, ὁ Ὅσιος ἀνήγειρε νέα μονή, τὴν γνωστὴ ἕως σήμερα μονὴ τῆς Φανερωμένης. Ἐκεῖ ἀργότερα ὁ Ὅσιος ἐκάρη μοναχὸς καὶ ἔλαβε τὸ ὄνομα Λαυρέντιος. Μοναχὴ ὅμως ἔγινε καὶ ἡ σύζυγός του, ἡ ὁποία μετονομάσθηκε σὲ Βασσιανή. Γιὰ τὰ πολλά του πνευματικὰ χαρίσματα καὶ τὴν καθαρότητα τῆς καρδιᾶς του ἔλαβε ἀπὸ τὸν Θεὸ τὸ χάρισμα τῆς θαυματουργίας.
Ὁ Ὅσιος Λαυρέντιος, σύμφωνα καὶ μὲ σχετικὸ χειρόγραφο σημείωμα, κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 1707. Ἡ τιμία κάρα του, ποὺ φέρει ἀργυρὸ περίβλημα, ἀπόκειται σὲ προσκύνηση στὸ ναΰδριο τοῦ Ἁγίου Νικολάου.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

πολυτίκιον. χος α’. Τς ρήμου πολίτης.
Τῶν Μεγάρων τὸν γόνον, Ἀσκητῶν τὸν ὁμότροπον, καὶ φρουρὸν Μονῆς Σαλαμῖνος, θεοφόρον Λαυρέντιον, τιμήσωμεν προφρόνως ἀδελφοί, ὡς μέτοχον τῆς δόξης τοῦ Χρίστου, ἵνα τούτου ταῖς πρεσβείαις πάσης ὀργῆς, ῥυώμεθα κραυγάζοντες· δόξα τῷ δεδωκότι σοι ἰσχύν, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα τῷ χορηγοῦντι διὰ σοῦ, ἡμῖν Πάτερ τὰ πρόσφορα.

 

Κοντάκιον. Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Ἐκ Μεγάρων Ὅσιε, οἷάπερ φοῖνιξ βλαστήσας, μυστικῶς ἐξήνθησας, ἐν Σαλαμῖνι τῇ νήσῳ· ἔνθα δή, Μονὴν ἐγείρας τῇ Θεοτόκῳ, σκήνωμα, τοῦ Παρακλήτου λαμπρὸν ἐδείχθης, τῇ ὁσίᾳ σου ἀσκήσει, Χριστοῦ θεράπον, Πάτερ Λαυρέντιε.

 

Μεγαλυνάριο.
Χαίροις τῶν Ὁσίων ὁ μιμητής, καὶ τῶν Μεγαρεών, ἐγκαλλώπισμα ἱερόν· χαίροις Σαλαμῖνος, Μονῆς θεῖος δομήτωρ, καὶ φύλαξ καὶ προστάτης, Πάτερ Λαυρέντιε.

Οἱ Ἅγιοι Ἀγαθόδωρος, Αἰθέριος, Βασιλέας, Ἐλπίδιος, Εὐγένιος, Ἐφραὶμ καὶ Καπίτων οἱ Ἱερομάρτυρες

Ἐπὶ τῆς βασιλείας τοῦ αὐτοκράτορα Διοκλητιανοῦ (284 – 305 μ.Χ.) ὁ Πατριάρχης Ἱεροσολύμων Ἕρμων (300 – 314 μ.Χ.) ἀπέστειλε στὴ Σκυθία τὸν Ἐπίσκοπο Ἅγιο Ἐφραὶμ καὶ στὴ Χερσώνα τὸν Ἐπίσκοπο Ἅγιο Βασιλέα, μὲ σκοπὸ τὴν διάδοση τοῦ Χριστιανισμοῦ. Ὁ Ἅγιος Βασιλέας ἐπειδὴ κήρυττε τὸν Χριστό, ἐκδιώχθηκε ἀπὸ τοὺς εἰδωλολάτρες. Ὅμως καὶ πάλι προσκλήθηκε ἀπὸ τὸν ἡγεμόνα τοῦ τόπου καὶ ἀνέστησε, κατὰ τὸν Συναξαριστή, τὸν υἱό του. Ἀπὸ τὸ γενόμενο θαῦμα καὶ ὁ ἄρχοντας καὶ πλῆθος λαοῦ πίστεψαν στὸν Χριστὸ καὶ βαπτίσθηκαν. Οἱ εἰδωλολάτρες ὅμως ἐξεμάνησαν καὶ τὸν συνέλαβαν. Τὸν ἔδεσαν καὶ τὸν ἔσυραν ἀπὸ τὰ πόδια, καὶ συρόμενος πέθανε.

Ἀλλὰ καὶ ὁ Ἅγιος Ἐφραίμ, ἐνῷ δίδασκε τὸ Εὐαγγέλιο, συνελήφθη ἀπὸ τοὺς εἰδωλολάτρες καὶ ἀποκεφαλίσθηκε.

Μετὰ τὸν μαρτυρικὸ θάνατο τοῦ Ἁγίου Βασιλέως ἀπεστάλησαν στὴ Χερσώνα οἱ Ἐπίσκοποι Ἀγαθόδωρος, Ἐλπίδιος καὶ Καπίτων ὡς κήρυκες τοῦ Εὐαγγελίου καὶ τῆς πίστεως, ἀλλὰ καὶ αὐτοὶ φονεύθηκαν ἀπὸ τοὺς ἄπιστους.
Στὴν συνέχεια ἀπεστάλη ὑπὸ τοῦ Πατριάρχη Ἱεροσολύμων ὁ Ἐπίσκοπος Αἰθέριος, ὁ ὁποῖος μόλις εἶδε τὸν ἐθνικὸ λαὸ ἐξαγριωμένο, κατέφυγε στὸν Μέγα Κωνσταντίνο καὶ ζήτησε τὴν ἀπέλαση τῶν εἰδωλολατρῶν ἀπὸ τὴ Χερσώνα, πρᾶγμα τὸ ὁποῖο ἔγινε. Ἀφοῦ δὲ ὁ Ἅγιος ἀνήγειρε ἐκεῖ ναό, μετέβη στὸν βασιλέα, γιὰ νὰ τὸν εὐχαριστήσει. Ὅμως κατὰ τὴν ἐπιστροφή του τὸν συνέλαβαν καὶ τὸν ἔπνιξαν στὸν ποταμὸ Δνείπερο.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.

Ἐπτάριθμος σύλλογος, Ἱεραρχῶν ἱερῶν, ἀγῶσιν ἀθλήσεως, τὴν Ἐκκλησίαν Χριστοῦ, ἐνθέως ἐφαίδρυναν, Εὐγένιος Βασιλεύς τε, σὺν Ἐφραὶμ Αἰθερίῳ, Ἐλπίδιος καὶ Καπίτων, Ἀγαθόδωρος ἅμα. Αὐτῶν Χριστὲ ἱκεσίαις, πάντας ἐλέησον.

 

τερον πολυτίκιον. χος πλ. α’.
Τὰ θαύματα τῶν ἁγίων σου Μαρτύρων, τεῖχος ἀκαταμάχητον ἡμῖν δωρησάμενος, Χριστὲ ὁ Θεός, ταῖς αὐτῶν ἱκεσίαις βουλᾶς ἐθνῶν διασκέδασον, τῆς βασιλείας τὰ σκῆπτρα κραταίωσον, ὡς μόνος ἀγαθὸς καὶ φιλάνθρωπος.

 

Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ’. Ὡς ἀπαρχὰς τῆς φύσεως.
Ὥσπερ ἀστέρες ἄδυτοι, τῆς νοητῆς ἐλλάμψεως, τοὺς ἐν νυκτὶ τῆς ἀπάτης καθεύδοντας, υἱοὺς φωτὸς ἐδείξατε, Εὐγένιε καὶ Καπίτων, Ἀγαθόδωρε Βασιλεῦ καὶ Αἰθέριε, Ἐφραὶμ σὺν Ἐλπιδίῳ, ἀθλήσαντες ὡς ἀήττητοι.

 

Μεγαλυνάριον.
Θύσαντες θυσίαν τὴν λογικήν, ὡς τοῦ Θεοῦ Λόγου, Ἱεράρχαι πανευκλεεῖς, ἔμψυχοι τῷ Κτίστῃ, προσήχθητε θυσίαι, ἀθλητικῶς Πατέρες ἀγωνισάμενοι.

Οἱ Ἅγιοι Αἰμιλιανός, Ἰάκωβος καὶ Μαριανὸς οἱ Μάρτυρες 

Οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες Αἰμιλιανὸς ὁ Ρωμαῖος, Ἰάκωβος καὶ Μαριανός, μαρτύρησαν στὴ Ρώμη τὸ ἔτος 259 μ.Χ., εἰ αὐτοκράτορα Οὐαλεριανοῦ (253 – 259 μ.Χ.)

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Οἱ Ἅγιοι Ἀρκάδιος καὶ Νέστορας Ἐπίσκοποι Τριμυθοῦντος Κύπρου 

Ἀπὸ ἀναφορὰ στὸ Λαυρεωτικὸ Κώδικα, ὅτι οἱ Ἅγιοι ἀγωνίσθηκαν κατὰ τῶν εἰδώλων καὶ βάπτισαν Χριστιανοὺς πολλοὺς εἰδωλολάτρες, προκύπτει ὅτι θὰ πρέπει νὰ ἤκμασαν κατὰ τοὺς πρώτους Χριστιανικοὺς αἰῶνες.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ὅσιος Παῦλος ὁ Ἁπλὸς 

Ὁ Ἅγιος Παῦλος ἔζησε κατὰ τὸν 4ο αἰῶνα μ.Χ. καὶ ἐκλήθη Ἁπλός, διότι ἦταν ἀγράμματος γεωργὸς ἀλλὰ συγχρόνως ἄκακος καὶ ἁπλοϊκὸς στὸ ἦθος. Ἡ σύζυγός του ἦταν ὡραία μὲν στὴ μορφή, κακότροπη δὲ στὴν ψυχή. Αὐτὴ μοιχευμένη μὲ ἄλλους, συνελήφθη κάποια μέρα ἀπὸ τὸν Ὅσιο, ὅταν αὐτὸς ἐπέστρεφε ἀπὸ τοὺς ἀγρούς. Ἔτσι ὁ Ὅσιος ἄφησε τὴν γυναίκα του καὶ τὰ παιδιά του στὴν φροντίδα τοῦ μοιχοῦ καὶ κατέφυγε στὴν Αἰγυπτιακὴ ἔρημο, στὸ κελὶ τοῦ Μεγάλου Ἀντωνίου, ζητώντας νὰ γίνει μοναχός. Ὅταν τὸν εἶδε ὁ Ἅγιος Ἀντώνιος, τοῦ εἶπε ὅτι ἕνας ἄνθρωπος ἑξήντα χρονῶν εἶναι γέροντας καὶ δὲν δύναται νὰ ὑπομείνει τοὺς πειρασμούς. Ἔτσι τοῦ ἔκλεισε τὴν θύρα τοῦ κελιοῦ. Ὁ Ὅσιος Παῦλος ἔμεινε ἔξω ἀπὸ τὸ κελὶ τοῦ μεγάλου καθηγητοῦ τῆς ἐρήμου ἐπὶ τρεῖς ἡμέρες ἄσιτος, χωρὶς τροφὴ καὶ νερό. Ἡ ὑπομονὴ τοῦ Ὁσίου Παύλου ἔκαμψε ἔτσι τὸ ἀνένδοτο τοῦ Ἁγίου Ἀντωνίου, ὁ ὁποῖος τὸν κράτησε κοντά του καὶ καθημερινὰ τὸν παιδαγωγοῦσε καὶ τὸν δοκίμαζε, μὲ σκοπὸ νὰ τὸν ἀναγκάσει νὰ μεταβεῖ σὲ κοινόβιο, ὅπου ὁ ἀσκητικὸς βίος θὰ ἦταν πιὸ ἄνετος γιὰ τὸν Ὅσιο, λόγω τῆς ἡλικίας του. Ὅμως ὁ Ὅσιος Παῦλος παρέμεινε κοντὰ στὸν Ἅγιο Ἀντώνιο μὲ ὑπακοή, ἐργαζόμενος καθημερινὰ τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ.

Τόσο πολὺ πρόκοψε στὴν ἀρετὴ καὶ στὴν εὐσέβεια ὁ Ἁπλοῦς Παῦλος, ὥστε ὅταν καθόταν ἔξω ἀπὸ τὸ ναὸ καὶ ἔβλεπε τοὺς ἀδελφοὺς νὰ εἰσέρχονται σὲ αὐτόν, μποροῦσε νὰ διακρίνει σὲ ποιὰ ψυχὴ ἀναπαυόταν ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ. Ἔτσι ἔβλεπέ τούς ἀδελφοὺς λαμπροὺς στὴν ὄψη καὶ φαιδροὺς στὸ πρόσωπο, τὸν δὲ Ἄγγελο ἑκάστου νὰ χαίρει μαζί του. Κάποια φορὰ εἶδε ἕναν μοναχὸ μαῦρο στὴν ὄψη καὶ ζοφώδη καὶ γύρω του δαίμονες ποὺ τὸν περιέβαλλαν, ἐνῷ ὁ φύλακας Ἄγγελός του τὸν ἀκολουθοῦσε ἀπὸ μακριὰ λυπημένος. Μόλις ὁ Ὅσιος Παῦλος εἶδε τὸ θέαμα αὐτὸ ἄρχισε νὰ κλαίει καὶ νὰ χτυπᾶ μὲ τὰ χέρια τὸ στῆθος του. Βλέποντας οἱ μοναχοὶ τὴν ἀθρόα μεταβολὴ τοῦ Ὁσίου καὶ τὸ κατώδυνο πένθος, προσῆλθαν καὶ ρωτοῦσαν νὰ μάθουν τὴν αἰτία καὶ τὸν παρακαλοῦσαν νὰ ἔλθει στὴ σύναξη. Ἐκεῖνος παρέμεινε ἔξω καὶ ὅταν οἱ μοναχοὶ ἀπελύθησαν ἀπὸ τὴν σύναξη καὶ ἔβγαιναν ἔξω, βλέπει καὶ πάλι τὸν μοναχὸ ἐκεῖνο ποὺ πρὶν ἦταν ζοφώδης καὶ περικυκλωμένος ἀπὸ δαίμονες, νὰ ἐξέρχεται μὲ λαμπρὸ τὸ πρόσωπο καὶ λευκὸ τὸ σῶμα, τὸν δὲ Ἄγγελό του νὰ εἶναι κοντά του καὶ νὰ χαίρει μαζί του. Τότε ὁ Ὅσιος εὐχαρίστησε καὶ εὐλόγησε τὸ Ὄνομα τοῦ Θεοῦ λέγοντας: «Ὢ τῆς ἀφάτου τοῦ Δεσπότου ἡμῶν φιλανθρωπίας καὶ ἀγαθότητος!». Καὶ ἀφοῦ ἀνῆλθε σὲ σημεῖο ὑψηλὸ φώναζε λέγοντας: «Δεῦτε καὶ ἴδετε τὰ ἔργα τοῦ Θεοῦ, ὡς φοβερὰ καὶ πάσης ἐκπλήξεως γέμοντα».

Ὁ Ὅσιος ἐξήγησε στὸν ἀδελφὸ πῶς τὸν εἶχε δεῖ πρὶν τὴν εἴσοδό του στὸ ναὸ καὶ πῶς τὸν εἶδε μετά. Τότε ὁ μοναχὸς ἐκεῖνος μὲ εἰλικρίνεια ἄρχισε νὰ ὁμολογεῖ ὅτι ἦταν ἄνθρωπος ἁμαρτωλὸς καὶ ζοῦσε στὴν ἁμαρτία τῆς πορνείας. Μόλις δὲ εἰσῆλθε στὸ ναὸ ἄκουσε τὴ φωνὴ τοῦ Προφήτου Ἡσαΐου, μᾶλλον δὲ τοῦ Θεοῦ λαλοῦντος δι’ αὐτοῦ, νὰ λέγει: «Λούσασθε καὶ καθαροὶ γίνεσθε. Ἀφέλετε τὰς πονηρίας ἀπὸ τῶν ψυχῶν ὑμῶν ἀπέναντι τῶν ὀφθαλμῶν μου, παύσασθε ἀπὸ τῶν πονηριῶν ὑμῶν, μάθετε καλὸν ποιεῖν… Καὶ ἐὰν ὦσιν αἱ ἁμαρτίαι ὑμῶν ὡς φοινικοῦν, ὡς χιόνα λευκανῶ. Καὶ ἐὰν θέλητε καὶ εἰσακούσητέ μου, τὰ ἀγαθὰ τῆς γῆς φάγεσθε». Αὐτά, ἀφοῦ ἄκουσε, κατανύγηκε ἡ καρδία του, ἀναστέναξε ἐκ βάθους καρδίας καὶ εἶπε πρὸς τὸν Θεό: «Δέσποτα, Κύριε ὁ Θεός, ποὺ ἦλθες στὸν κόσμο νὰ σώσεις τούς ἁμαρτωλούς, χάρισέ μου αὐτὰ ποὺ ἄκουσα διὰ τοῦ Προφήτου ἐγὼ ὁ ἀνάξιος καὶ ἁμαρτωλός. Καὶ νά, δίδω τὸν λόγο στὸν καρδιογνώστη Θεό, ὅτι ἀποτάσσομαι κάθε παρανομία καὶ αἰσχρὰ πράξη, ποὺ μέχρι τώρα ἐδούλευα καὶ δὲν θὰ προσθέσω ἄλλες στὸν βίο μου. Ἀλλὰ θὰ δουλεύω σὲ Σένα, Κύριε, μὲ ὅλη τὴν ἰσχύ μου καὶ ὅλη μου τὴ διάνοια». Καὶ ἀναφώνησε τότε ὁ Ἁπλοῦς Παῦλος, ὅτι ὅπως ὁ κασσίτερος μαυρίζει καὶ γίνεται πάλι λαμπρός, ἔτσι καὶ οἱ πιστεύοντες, ποὺ ἂν ἁμαρτήσουν μαυρίζουν τὴν ψυχή τους, ὅταν μετανοοῦν λαμπρύνονται ἀπὸ τὰ ἔργα τῆς πίστεως καὶ τῆς μετάνοιας.
Ἔτσι ἀφοῦ διήνυσε μὲ εὐσέβεια καὶ ἄσκηση τὸν βίο του, κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη σὲ βαθὺ γῆρας.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Τῆς ἁπλότητος ὤφθης ἄνθος μυρίπνοον, παμμακάριστε Παῦλε, τῇ καθαρᾷ σου ψυχῇ, καὶ βίωσας ἐπὶ γῆς καθάπερ ἄγγελος, κατὰ πνευμάτων πονηρῶν, ἐξουσίαν ἐκ Θεοῦ, δεξάμενος θεοφόρε, αὐτῶν τῆς λύμης λιταῖς σου, ἡμᾶς ἀτρώτους διαφύλαττε.

 

Κοντάκιον. Ἦχος β’. Τοῖς τῶν αἱμάτων σου.
Τοῖς ἁπλουστάτοις σου τρόποις κοσμούμενος, τοῦ Ἀντωνίου συνόμιλος γέγονας, καὶ τούτου τὸν βίον μιμούμενος, Παῦλε φωτὸς θείου ἔμπλεως γέγονας, αἰτούμενος πᾶσι θείαν ἔλλαμψιν.

 

Μεγαλυνάριον.
Στήλη τῆς ἁπλότητος ἐν Χριστῷ, Παῦλε ἀνεδείχθη, ἡ ὁσία σου βιωτή· ὅθεν πονηρίας, πνευμάτων ἀκαθάρτων, ἀτρώτους ἡμᾶς τήρει, τῇ ἀντιλήψει σου.

Ὁ Ἅγιος Ἐφραὶμ Πατριάρχης Ἀντιόχειας

Ὁ Ἅγιος Ἐφραίμ, ὁ ὁποῖος καταγόταν ἀπὸ τὴν Ἄμιδα, ὑπῆρξε πρῶτα κόμης τῆς Ἀντιόχειας ἐπὶ αὐτοκράτορος Ἰουστίνου Α’ τοῦ Θρακὸς (518 – 527 μ.Χ.). Ἀπὸ τὴν τάξη τῶν λαϊκῶν, μὲ τὴν ἐπίνευση τοῦ αὐτοκράτορα, ἀνῆλθε στὸν θρόνο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἀντιόχειας, τὸ ἔτος 526 μ.Χ.

Ἔχοντας ὁ Ἅγιος Ἐφραὶμ τὶς λεγόμενες νεοχαλκηδονικὲς πεποιθήσεις κατέστη ἀπὸ τοὺς σπουδαιότερους συμβούλους τοῦ αὐτοκράτορα, οἱ ὁποῖοι τὸν παρέσυραν σὲ μετριοπάθεια ἔναντι τῶν Μονοφυσιτῶν. Δέχθηκε χωρὶς ἀντιρρήσεις τὸ διάταγμα τοῦ Ἰουστινιανοῦ κατὰ Ὠριγένους (543 μ.Χ.) καὶ μὲ ἀντιρρήσεις τὸ διάταγμα κατὰ τῶν Τριῶν Κεφαλαίων (544 μ.Χ.), τὸ ὁποῖο καταδικάζοντας μεταξὺ ἄλλων καὶ τὰ συγγράμματα τοῦ Θεοδωρήτου Κύρου, φαινόταν ἀντιτιθέμενο πρὸς τὶς Ἀποφάσεις τῆς Συνόδου τῆς Χαλκηδόνος. Ὅμως ὡς Πατριάρχης ἀνέπτυξε μεγάλη δραστηριότητα καὶ ἀγωνίσθηκε κατὰ τῶν αἱρετικῶν Μονοφυσιτῶν, ποὺ λυμαίνονταν τὴν Ἐκκλησία του. Ὅπως δὲ ἀναφέρει ὁ Ἱερὸς Φώτιος († 6 Φεβρουαρίου) στὴ Μυριόβιβλο, ὁ Ἅγιος Ἐφραὶμ συνέγραψε καὶ πολλὰ συγγράμματα κατ’ αὐτῶν.

Ὁ Ἅγιος ἐπανέφερε στὴν ὀρθὴ πίστη καὶ κάποιο μοναχὸ στυλίτη, ποὺ ἦταν φανατικὸς Μονοφυσίτης καὶ ἀσκήτευε στὴν Ἱεράπολη, μὲ θαῦμα πού, μὲ τὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ, ἐπιτέλεσε.
Ἀφοῦ ποίμανε τὸ ποίμνιό του θεοφιλῶς, κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 546 μ.Χ.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr   

Σύναξις Ὑπεραγίας Θεοτόκου «τῆς τῶν Ἁμαρτωλῶν Ἐγγυήσεως» ἐν Ρωσίᾳ 

Ἡ ἱερὰ εἰκόνα τῆς Παναγίας «Ἡ τῶν Ἁμαρτωλῶν Ἐγγύησις» βρισκόταν παλαιότερα στὴ μονὴ τοῦ Ὀρντίσκ τῆς ἐπαρχίας Ὀρλώφ, ὅπου καὶ ἔγινε ὀνομαστὴ γιὰ τὰ θαύματα ποὺ ἐπιτελοῦσε.

Ἕνα ἀντίγραφο αὐτῆς τῆς ἱερᾶς εἰκόνος φυλασσόταν στὸ ναὸ τοῦ Ἁγίου Νικολάου Χαμώνβικ τῆς Μόσχας. Ἡ εἰκόνα κάθε βράδυ ἀκτινοβολοῦσε ἀπὸ θεϊκὸ φῶς. Εἶναι χαρακτηριστικὴ ἡ ἐπιγραφὴ ποὺ εἶχε χαραχθεῖ στὴν εἰκόνα: «Ἐγὼ εἶμαι ἡ ἐγγύηση τῶν ἁμαρτωλῶν πρὸς τὸν Υἱό».
Ἡ Εἰκόνα τῆς Παναγίας ἑορτάζει, ἐπίσης, στὶς 29 Μαΐου.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης Ἐπίσκοπος Ὑόρκης 

Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης (Μπεβερλέϊ) γεννήθηκε στὴ Βόρειο Ἀγγλία καὶ μαθήτευσε στὴν περίφημη σχολὴ τοῦ Αὐγουστίνου Καντουαρίας. Μετὰ τὸ πέρας τῶν σπουδῶν του ἐκάρη μοναχὸς στὴ μονὴ τῆς Ἁγίας Χίλντας στὸ Οὐΐντμπυ. Ἐξελέγη Ἐπίσκοπος τῆς πόλεως Ἕξμαμ καὶ διακρίθηκε γιὰ τὴν ὁσιότητα τοῦ βίου του. Μετὰ ἀπὸ λίγο ἀναγκάστηκε νὰ παραιτηθεῖ καὶ νὰ ἀποσυρθεῖ στὴν ἔρημο, προκειμένου νὰ εἰρηνεύσει ἡ τοπικὴ Ἐκκλησία μετὰ ἀπὸ ἀπαιτήσεις τοῦ Ἐπισκόπου τῆς γειτονικῆς περιοχῆς, ὁ ὁποῖος διεκδικοῦσε τὴν κανονικὴ δικαιοδοσία τῆς ἐπαρχίας τοῦ Ἁγίου.

Ὕστερα ἀπὸ λίγο χρόνο ὁρίσθηκε Ἀρχιεπίσκοπος Ὑόρκης, ἀλλὰ καὶ πάλι παραιτήθηκε, γιὰ νὰ ἀφιερωθεῖ στὴν προσευχὴ καὶ τὴν ἄσκηση, τηρώντας μὲ ἀκρίβεια τὰ μοναχικὰ καθήκοντά του.
Ὁ Ὅσιος Ἰωάννης κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 721 μ.Χ.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

Ἡ Ἁγία Ἑλένη (247 – 328 μ.Χ.), μητέρα τοῦ πρώτου Χριστινανοῦ αὐτοκράτορα Κωνσταντίνου Α’ τοῦ Μεγάλου (280/288 – 337 μ.Χ.), τὸ ἔτος 326 μ.Χ. πῆγε στὴν Ἱερουσαλήμ, ὅπου «μὲ μέγαν κόπον καὶ πολλὴν ἔξοδον καὶ φοβερίσματα ηὗρεν τὸν τίμιον σταυρὸν καὶ τοὺς ἄλλους δύο σταυροὺς τῶν λῃστῶν», ὅπως γράφει ὁ Κύπριος Χρονογράφος Λεόντιος Μαχαιρᾶς. Κατὰ τὴν παράδοση, ὕστερα ἀπὸ τὴν πληροφορία κάποιου Ἑβραίου, μὲ τὸ ὄνομα Ἰούδας, ὑποδείχθηκε ἡ θέση ὅπου ἔγινε ἡ ἀνασκαφή, κατὰ τὴν ὁποία βρέθηκαν τρεῖς σταυροί, ἤτοι τοῦ Χριστοῦ καὶ τῶν δύο λῃστῶν. Ἐπειδή, ὅμως, δὲν ἦταν δυνατὸν νὰ ἀναγνωρισθεῖ ποιὸς ἀπὸ τοὺς τρεῖς σταυροὺς ἦταν τοῦ Κυρίου, ἡ Ἁγία Ἑλένη παρακάλεσε νὰ τεθεῖ διαδοχικὰ ἐπάνω στοὺς σταυροὺς ἕνας νεκρὸς ποὺ τὸν πήγαιναν γιὰ ἐνταφιασμό. Μόλις λοιπὸν ὁ νεκρὸς ἐτέθη ἐπὶ τοῦ Σταυροῦ τοῦ Κυρίου ἀναστήθηκε. Ἡ Ἁγία Ἑλένη ἔθεσε τότε τὰ θεμέλια τοῦ Ναοῦ τῆς Ἀναστάσεως, τὴν ἀνέγερση τοῦ ὁποίου διέταξε ὁ Μέγας Κωνσταντίνος, ὅταν πληροφορήθηκε τὴν εὕρεση τοῦ Τιμίου Σταυροῦ.
Ὁ Μέγας Κωνσταντίνος τὸ μὲν ἥμισυ τοῦ Τιμίου Σταυροῦ τὸ ἄφησε στὰ Ἱεροσόλυμα, ὅπου μεγάλο μέρος φυλάσσεται μέχρι σήμερα, τὸ δὲ ἄλλο ἥμισυ μετὰ τῶν ἥλων (καρφιῶν) τὸ μετακόμισε στὴν Κωνσταντινούπολη.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος α’.
Σῶσον Κύριε τὸν λαόν σου, καὶ εὐλόγησον τὴν κληρονομίαν σου, νίκας τοῖς Βασιλεύσι, κατὰ βαρβάρων δωρούμενος, καὶ τὸ σὸν φυλάττων, διὰ τοῦ Σταυροῦ σου πολίτευμα.

Οἱ Ἅγιοι Ἀέτιος, Βασσόης, Θεόδωρος, Θεόφιλος, Κάλλιστος, Κωνσταντῖνος καὶ ἄλλοι 36 Μάρτυρες 

Οἱ 42 Ἅγιοι Μάρτυρες ἔζησαν στὰ χρόνια τῆς βασιλείας τοῦ Θεοφίλου τοῦ εἰκονομάχου (829 – 842 μ.Χ.) καὶ ἦταν στρατηγοὶ καὶ ταξιάρχες, πλούσιοι καὶ εὐγενεῖς. Ὁ Ἅγιος Θεόφιλος ἦταν στρατηγὸς καὶ πατρίκιος, ὀΆγιος Ἀέτιος στρατηγός, ὁ Ἅγιος Βασσόης δρομεύς, ὁ Ἅγιος Θεόδωρος πρωτοσπαθάριος, ὁ Ἅγιος Κάλλιστος τουρμάρχης καὶ ὁ Ἅγιος Κωνσταντίνος δρουγγάριος.

Ἐκεῖνο τὸν καιρό, ἀφοῦ βγῆκε ἀπὸ τὴν Συρία ὁ Ἀμηρᾶς μὲ ἀναρίθμητο στρατό, κατὰ τῶν ἀνατολικῶν μερῶν τῆς ἐπικράτειας τῶν Ρωμαίων, ἀπεστάλησαν ἀπὸ τὸν βασιλέα στρατιῶτες, γιὰ νὰ προστατέψουν τὴν πόλη τοῦ Ἀμορίου, πρωτεύουσας τῆς Φρυγίας. Καὶ ὅταν εἶδαν τὸ ἄπειρο πλῆθος τῶν Σαρακηνῶν, εἰσῆλθαν στὸ ἐσωτερικὸ μέρος τοῦ κάστρου ἀγωνιζόμενοι μὲ καρτερία. Ἐκεῖ, ἀφοῦ συνελήφθησαν, τὸ ἔτος 838 μ.Χ., ἀπὸ τὸν χαλίφη Μοτασέμ, ὁδηγήθηκαν εἰς Σάμαρα τῆς Μεσοποταμίας καὶ κλείσθηκαν στὴ φυλακή. Ὁ χαλίφης τοὺς ὑποσχέθηκε νὰ τοὺς ἀποκαταστήσει στὰ ἀξιώματά τους, ἐὰν ἀλλαξοπιστήσουν καὶ γίνουν Μωαμεθανοί. Ὅμως οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες ἀρνήθηκαν μὲ γενναιότητα καὶ ὁμολόγησαν τὴν πίστη τους στὸν Χριστό. Καὶ ἀφοῦ ὑπέστησαν πολλὲς ταλαιπωρίες καὶ ἀπάνθρωπα βασανιστήρια, ἀποκεφαλίσθηκαν, τὸ ἔτος 842 μ.Χ. καὶ ἔτσι σφράγισαν τὴν ὁμολογία τους γιὰ τὸν Χριστὸ μὲ τὸ αἷμα τους.
Ναὸ ἐπ’ ὀνόματι τῶν Ἁγίων τεσσαράκοντα δύο τούτων Μαρτύρων ἀνήγειρε στὸ παλάτι τῶν Πηγῶν ὁ αὐτοκράτορας Βασίλειος Β’ (976 – 1025).

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Τὴν ὡραιότητα.
Τὴν θεοσύλλεκτον, τοῦ Λόγου φάλαγγα, τοὺς Τεσσαράκοντα καὶ δύο Μάρτυρας, τοὺς ἐν μιᾷ πάντας σπουδῇ, ἀθλήσαντας τιμήσωμεν· οὗτοι γὰρ τῆς πίστεως, ἡνωμένοι τῇ χάριτι, δῆμον ἀκαθαίρετον, ἱερῶς συνεκρότησαν, καὶ ὤφθησαν Χριστοῦ κληρονόμοι, ξίφει τμηθέντες τοὺς αὐχένας.

 

Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Οἱ ἐν τῇ γῇ διὰ Χριστὸν ἠθληκότες, ἀναδειχθέντες εὐσεβεῖς στεφανῖται, τοὺς οὐρανοὺς ἐλάβατε οἰκεῖν ἐν χαρᾷ· πᾶσαν γὰρ ἐπίνοιαν, τοῦ ἐχθροῦ καθελόντες, πόνοις καὶ τοῖς αἵμασι, τῶν ὑμῶν παλαισμάτων, τοῖς εὐφημοῦσιν ἄνωθεν ἀεί, τῶν ὀφλημάτων, τὴν λύσιν βραβεύετε.

 

Μεγαλυνάριον.
Χαίροις ἀθλοφόρων συναγωγή, οἱ ἐν Ἀμορίῳ, ἀριστεύσαντες ἱερῶς· ἐπὶ τὸ αὐτὸ γάρ, πιστῶς συντεταγμένοι, ἐχθροῦ τὰς παρατάξεις ἐθριαμβεύσατε.

Ὁ Ἅγιος Θεόδωρος ὁ Μάρτυρας ὁ Κρατερός

Ὁ Ἅγιος Μάρτυς Θεόδωρος ὁ Κρατερὸς ἦταν ἕνας ἀπὸ τοὺς 42 Μάρτυρες ποὺ μαρτύρησαν τὸ ἔτος 842 μ.Χ. Ἦταν εὐνοῦχος κουβικουλάριος στὴν αὐλὴ τοῦ βασιλέως τοῦ Βυζαντίου Θεοφίλου (829 – 842 μ.Χ.), ἄριστος ἱππέας καὶ δεξιότατος χειριστὴς τῶν ὅπλων.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ἅγιος Μελισσηνὸς ὁ Μάρτυρας

Ὁ Ἅγιος Μάρτυς Μελισσηνὸς συμμετεῖχε στὴν ἄμυνα τοῦ Ἀμορίου κατὰ τῶν Ἀράβων, τὸν Αὔγουστο τοῦ ἔτους 838 μ.Χ., καὶ ὑπέστη μαρτυρικὸ θάνατο, τὸ 842 μ.Χ., μαζὶ μὲ τοὺς ἄλλους Ἁγίους Μάρτυρες.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ἅγιος Εὐφρόσυνος ὁ Μάρτυρας 

Ὁ Ἅγιος Μάρτυς Εὐφρόσυνος μαρτύρησε μέσα σὲ καυτὸ νερό. Δὲν ἔχουμε περισσότερες λεπτομέρειες γιὰ τὸν βίο τοῦ Ἁγίου.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ὅσιος Ἀρκάδιος 

Ὁ Ὅσιος Ἀρκάδιος ἀσκήτεψε στὴν Κύπρο κατὰ τὸν 4ο αἰῶνα μ.Χ. καὶ ἦταν «ὀσφὺν νοητὴν ἀρεταῖς ἐζωσμένος». Ἔκανε πολλοὺς ἀγῶνες στὰ χρόνια τῆς βασιλείας τοῦ Κωνσταντίνου τοῦ Μεγάλου καὶ ὠφελοῦσε πολλούς, ὄχι μόνο μὲ τὸν βίο καὶ τὴν ἀρετή, ἀλλὰ καὶ μὲ τὴ διδασκαλία καὶ τὴ συμβουλή. Κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Οἱ Ἅγιοι Ἰουλιανὸς καὶ Εὔβουλος οἱ Μάρτυρες

Οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες Ἰουλιανὸς καὶ Εὔβουλος ὁ ἰατρός, ἦταν μαθητὲς τοῦ Ὁσίου Ἀρκαδίου. Ἐρχόμενοι πρὸς αὐτὸν καὶ στηριζόμενοι στὰ λόγια του φρόντιζαν γιὰ τὴν ἀρετὴ καὶ τὴν κατὰ Θεὸν αὔξησή τους.

Συνελήφθησαν ἀπὸ τοὺς εἰδωλολάτρες κατὰ τὴν βασιλεία τοῦ ἀσεβοῦς Ἰουλιανοῦ τοῦ Παραβάτου (361 – 363 μ.Χ.) καὶ ἀφοῦ βασανίσθηκαν ὑπερβολικά, ἀποκεφαλίσθηκαν.
Ὅταν ἔμαθε τὰ γενόμενα ὁ Ὅσιος Ἀρκάδιος λυπήθηκε, εὐχαρίστησε ὅμως τὸν Θεό, ὁ Ὁποῖος τὰ οἰκονόμησε ἔτσι.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁσιομάρτυρας 

Ὁ Ἅγιος Ὁσιομάρτυς Μάξιμος τελειώθηκε διὰ λιθοβολισμοῦ. Δὲν ἔχουμε περισσότερες λεπτομέρειες γιὰ τὸν βίο τοῦ Ἁγίου.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

Ὁ Ἅγιος Ἀρκάδιος Ἀρχιεπίσκοπος Κύπρου 

Ὁ Ἅγιος Ἀρκάδιος συγκαταριθμεῖται ὑπὸ τοῦ Λεοντίου Μαχαιρᾶ μεταξὺ τῶν Ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κύπρου. Διετέλεσε Ἀρχιεπίσκοπος Κύπρου καὶ κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ὅσιος Ἡσύχιος ὁ Θαυματουργός

Ὁ Ὅσιος Ἠσύχιος καταγόταν ἀπὸ τὴν ἀρχαία πόλη Ἄνδραπα τῆς Γαλατίας. Σὲ νεαρὴ ἡλικία, φλεγόμενος ἀπὸ πόθο γιὰ τὴ μοναχικὴ πολιτεία, ἐγκατέλειψε τὴν πατρίδα του καὶ κατέφυγε στὰ πρὸς τὴν θάλασσα μέρη τῆς Ἀρδανίας, πρὸς τὸ ὄρος τοῦ Μαΐωνος, ὅπου ἔκτισε καλύβα καὶ διέμενε καλλιεργώντας τοὺς ἔρημους ἀγροὺς ποὺ βρίσκονταν γύρω ἀπὸ τὸ κελί του. Γιὰ τὸ ἄνυδρο τοῦ τόπου κατέβηκε στοὺς πρόποδες τοῦ βουνοῦ, ὅπου βρῆκε πηγὴ νεροῦ καὶ ἐκεῖ ἔκτισε ναὸ ἀφιερωμένο στὸν Ἀπόστολο Ἀνδρέα. Ἔζησε αὐστηρὸ ἀσκητικὸ βίο καὶ ὁ Θεὸς τοῦ δώρισε τὸ χάρισμα τῆς θαυματουργίας.
Ὁ Ὅσιος Ἡσύχιος κοιμήθηκε σὲ βαθὺ γῆρας μὲ εἰρήνη καὶ ἐνταφιάσθηκε ἐντὸς τοῦ ναοῦ, ποὺ εἶχε οἰκοδομήσει, πλησίον τῆς δεσποτικῆς πύλης καὶ μέσα σὲ λίθινη λάρνακα. Κατὰ τὸ ἔτος 781 μ.Χ., ὁ Ἐπίσκοπος Ἀμασείας Θεοφύλακτος μετέφερε τὸ ἱερὸ λείψανο αὐτοῦ στὴν Ἀμάσεια καὶ ἀπέθεσε αὐτὸ στὸ δεξιὸ μέρος τοῦ Θυσιαστηρίου.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Τὴν σὴν κλῆσιν σφραγίζων Πάτερ τῷ τρόπῳ σου,  ἐν ἡσυχίᾳ διῆλθες τὴν σὴν ὁσίαν ζωήν, καὶ ἐδόξασας Χριστὸν τῇ πολιτείᾳ σου· καὶ θαυμάτων αὐτουργός, ἀνεδείχθης ἀληθῶς, Ἡσύχιε θεοφόρε, διὰ παντὸς ἱκετεύων, ἐλεηθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

 

Κοντάκιον. Ἦχος β’. Τὰ ἄνω ζητῶν.
Χριστὸν τὸν Θεόν, ποθήσας ἐκ νεότητος, αὐτοῦ τὸν Σταυρόν, ἄρας σοφὲ ἐπ’ ὤμων σου, αὐτῷ κατηκολούθησας, καὶ ἰσάγγελον βίον ἐβίωσας· καὶ νὺν δυσώπει ὑπὲρ ἡμῶν, Ἡσύχιε Πάτερ τῶν τιμώντων σε.

 

Μεγαλυνάριον.
Χαίροις ἡσυχίας θεῖος πυρσός, Ἡσύχιε Πάτερ, καὶ θησαύρισμα ἀρετῶν· χαίροις τῆς Τριάδος, θεράπων θεοφόρος, καὶ πρέσβυς ἡμῶν μέγας, πρὸς τὸν φιλάνθρωπον.

Ἀνακομιδὴ Τιμίων Λειψάνων Ἁγίου Νεομάρτυρα Ἀβρααμίου τοῦ ἐκ Βουλγαρίας

Ὁ Ἅγιος Νεομάρτυς Ἀβραάμιος τιμᾶται τὴν 1η Ἀπριλίου.
Ἡ Ἀνακομιδὴ τῶν ἱερῶν λειψάνων αὐτοῦ ἔγινε στὶς 6 Μαρτίου τοῦ ἔτους 1230 ἀπὸ τὸ μεγάλο πρίγκιπα τοῦ Βλαντιμὶρ Γεώργιο († 4 Φεβρουαρίου), ὁ ὁποῖος τὰ ἐναπέθεσε στὸν ἱερὸ ναὸ τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου τῆς μονῆς τοῦ Κνυατζινίν.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ὅσιος Ἰὼβ ὁ Ἐρημίτης 

Ὁ Ὅσιος Ἰώβ, κατὰ κόσμον Ἰωάννης, γεννήθηκε στὴν Μόσχα τὸ ἔτος 1635. Στὶς 3 Ἀπριλίου 1701 ἐκάρη μοναχὸς μὲ τὸ ὄνομα Ἰὼβ στὴ μονὴ τοῦ Σολόφσκι καὶ ἄρχισε τοὺς πνευματικοὺς ἀγῶνες ὑπὸ τὴν καθοδήγηση τοῦ στάρετς Ἰωνᾶ. Κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 1720.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Σύναξις Ὑπεραγίας Θεοτόκου τῆς Τσζεστόκοβα ἐν Ρωσίᾳ 

Δὲν ἔχουμε περισσότερες λεπτομέρειες γιὰ τὸ γεγονός.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Σύναξις Ὑπεραγίας Θεοτόκου τῆς Καρδίας ἐν Σελτομέζᾳ τῆς Ρωσίας 

Δὲν ἔχουμε περισσότερες λεπτομέρειες γιὰ τὸ γεγονός.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Σύναξις Ὑπεραγίας Θεοτόκου τῆς Οὐρανίου Χαρᾶς ἐν Μόσχᾳ 

Ἡ ἱερὰ εἰκόνα τῆς Παναγίας τῆς «Οὐρανίου Χαρᾶς» φυλάσσεται στὸ παρεκκλήσι τοῦ Ἀρχαγγέλου Μιχαὴλ στὸν καθεδρικὸ ναὸ τοῦ Κρεμλίνου. Ἡ εἰκόνα βρισκόταν ἀρχικὰ στὸ Σμολὲνσκ καὶ τὴ μετέφερε στὴν Μόσχα ἡ Σοφία, θυγατέρα τοῦ Λιθουανοῦ πρίγκιπα Βίτοβτ.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ἅγιος Κόνων γεννήθηκε περὶ τὰ τέλη τοῦ 1ου αἰῶνα μ.Χ. στὴ Βαδινή, χωριὸ τῆς Ἰσαυρίας τῆς Μικρᾶς Ἀσίας καὶ ἔζησε στοὺς Ἀποστολικοὺς χρόνους. Οἱ γονεῖς του, Νέστωρ καὶ Νάδα ἦταν ἀρχικὰ εἰδωλολάτρες. Σὲ νεαρὴ ἡλικία ἔγινε Χριστιανὸς καὶ ὅταν οἱ γονεῖς του τὸν πίεσαν νὰ νυμφευθεῖ, συμφώνησε μὲ τὴ σύζυγό του νὰ ζοῦν ὡς ἀδελφοὶ ἀφιερωμένοι στὸν Θεό.

Στὸ Συναξάρι ἀναφέρεται, ὅτι τὸν Ἅγιο καθοδηγοῦσε ὁ Ἀρχιστράτηγος Μιχαήλ, ὁ ὁποῖος καὶ τὸν βάπτισε, τοῦ δίδαξε τὸ Ὄνομα τῆς Ἁγίας Τριάδος, μετέδωσε τὰ Θεία Μυστήρια σὲ αὐτόν, μέχρι τέλους τῆς ζωῆς του, τοῦ συμπαραστεκόταν καὶ τοῦ χορήγησε μάλιστα καὶ τὴ χάρη τῶν παράδοξων θαυμάτων.

Ὁ Ἅγιος Κόνων ὁδήγησε στὴν Χριστιανικὴ πίστη καὶ τοὺς γονεῖς του, ὁ δὲ πατέρας του Νέστωρ μαρτύρησε γιὰ τὸν Χριστό. Ἀλλὰ καὶ τοὺς Ἕλληνες, ποὺ ἀντιστέκονταν σὲ αὐτὸν καὶ ἔλεγαν ὅτι δὲν ὑπάρχει ἄλλος Θεὸς ἐκτὸς τῶν εἰδώλων, τοὺς ἔπεισε καὶ τοὺς προετοίμασε νὰ ὁμολογήσουν μὲ μεγάλη φωνὴ τὸν Χριστὸ καὶ νὰ βαπτισθοῦν. Μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ, ὁ Ἅγιος ὑπέταξε καὶ τοὺς δαίμονες καὶ ἄλλοι μὲν μὲ ἐντολή του προστάτευαν τοὺς ἀγρούς, ἄλλοι δὲ ἐγκλείστηκαν σὲ πιθάρια.

Ὅμως οἱ εἰδωλολάτρες συμπολίτες του ἀντιμετώπιζαν μὲ μεγάλη δυσαρέσκεια τὴν ἱεραποστολικὴ δραστηριότητά του και τὴν ἐπιρροὴ ποὺ ἀσκοῦσε πάνω στοὺς Ἐθνικούς. Κάποια μέρα ὁ Ἅγιος ἐπισκέφθηκε ἕναν εἰδωλολατρικὸ ναό, ὅπου προσευχήθηκε θερμὰ στὸν Κύριο. Ἀποτέλεσμα ἦταν νὰ γίνουν κομμάτια ὅλα τὰ εἴδωλα τοῦ ναοῦ. Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ συνελήφθη ἀπὸ τὸν ἄρχοντα Μάγνο καὶ βασανίσθηκε. Ὅταν ἀφέθη ἐλεύθερος, οἱ Χριστιανοὶ τὸν περιέθαλψαν καὶ τὸν περιέβαλαν μὲ τὸ σεβασμό τους.

Μετὰ ἀπὸ δύο χρόνια, ὁ Ἅγιος Κόνων κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη παραδίδοντας τὴν ἁγία του ψυχὴ στὸν Θεό.
Ἴσως στὸ ὄνομα τοῦ Ἁγίου Κόνωνος νὰ ὑπῆρχε ναός, ὁ ὁποῖος ἔκειτο πέραν τῆς Κωνσταντινουπόλεως καὶ ἀναφέρεται ὡς μονὴ κατὰ τὰ χρόνια τῆς βασιλείας τοῦ αὐτοκράτορα Ἰουστινιανοῦ Α’ (527 – 565 μ.Χ.).

 Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Τὴν χάριν τοῦ Πνεύματος, ἐνδεδυμένος σοφέ, τὸ κράτος διέλυσας, τῆς ἀσεβείας στερρῶς, ἐκλάμπων τοῖς θαύμασιν· ὅθεν πεφοινιγμένος, ταῖς ῥοαῖς τῶν αἱμάτων, Κόνων Ὁσιομάρτυς, τὸν Δεσπότην δοξάζεις, τὸν παρέχοντα ἡμῖν διὰ σοῦ, χάριν καὶ ἔλεος.

 

Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Ἀγγελικῆς ἀξιωθεὶς ὀπτασίας, τὴν ἐν Χριστῷ μεμυσταγώγησαι πίστιν, καὶ τῶν θαυμάτων εἴληφας τὴν δύναμιν σοφέ·ὅθεν καθυπέταξας, τὴν ὀφρὺν τῶν δαιμόνων, καὶ τῆς πλάνης ἔσβεσας, ἐναθλήσας τὴν φλόγα. Ὁσιομάρτυς Κόνων Ἀθλητά, ἐξευμενίζου, ἡμῖν τὸν Φιλάνθρωπον.

 

Μεγαλυνάριον.
Βίον καθαρώτατον γεωργῶν, χαίρων προσελάβου, ὡς βασίλειον στολισμόν,  ἄθλησιν τὴν θείαν, Ὁσιομάρτυς Κόνων, ἀνθ’ ὧν διπλοῦν ἐδέξω, θεόθεν στέφανον.

Ὁ Ἅγιος Νέστωρ ὁ Μάρτυρας 

Ὁ Ἅγιος Νέστωρ ἦταν πατέρας τοῦ Ἁγίου Κόνωνος τοῦ Ἰσαύρου. Σύζυγός του ἦταν ἡ Νάδα. Στὴν ἀρχὴ ἦταν εἰδωλολάτρες. Ὅμως μὲ τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ, ὁ υἱός του Ἅγιος Κόνων τοὺς ὁδήγησε στὴν Χριστιανικὴ πίστη καὶ τοὺς βάπτισε.
Ὁ Ἅγιος Νέστωρ μαρτύρησε λαμβάνοντας τὸ στέφανο τῆς δόξης τοῦ Κυρίου.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ἅγιος Θεόφιλος ὁ Ἱερομάρτυρας Ἐπίσκοπος Καισαρείας

Ὁ Ἅγιος Θεόφιλος ἦταν Ἐπίσκοπος Καισαρείας τῆς Παλαιστίνης. Ἔλαβε μέρος σὲ Σύνοδο ποὺ συγκλήθηκε στὴν Παλαιστίνη γιὰ τὸν καθορισμὸ τῆς ἡμέρας τοῦ ἑορτασμοῦ τοῦ Πάσχα. Μαρτύρησε ἐπὶ αὐτοκράτορα Κομμόδου (180 – 192 μ.Χ.).

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ἅγιος Κόνων ὁ Κηπουρὸς 

Ὁ Ἅγιος Μάρτυς Κόνων καταγόταν ἀπὸ τὴ Ναζαρὲτ τῆς Γαλιλαίας καὶ ἔζησε κατὰ τὰ χρόνια τῆς βασιλείας τοῦ Δεκίου (249 – 251 μ.Χ.). Ἀφοῦ ἦλθε στὴν χώρα τῆς Παμφυλίας καὶ διάλεξε μικρὸ τόπο, τὸν μετασκεύασε σὲ κῆπο φυτεύοντας λάχανα, ἀπὸ τὰ ὁποῖα προμήθευε τὸν ἑαυτό του καὶ τοὺς πτωχοὺς ξένους μὲ τροφή. Ἦταν στὸ χαρακτήρα ἁπλός, ὥστε καὶ αὐτοὺς ἀκόμα ποὺ ἐπρόκειτο νὰ τὸν συλλάβουν καὶ νὰ τὸν ὁδηγήσουν στὸν ἄρχοντα, γιὰ νὰ τιμωρηθεῖ ἐπειδὴ ἦταν Χριστιανός, ὅταν τὸν ἀσπάσθηκαν μὲ περιπαικτικὸ τρόπο, καὶ ἐκεῖνος τοὺς ἀνταπέδωσε τὸν ἀσπασμό. Καὶ ὅταν τοῦ εἶπαν, ὅτι σὲ καλεῖ ὁ ἡγεμόνας, ἀποκρίθηκε: «Γιατί; Ποιὰ ἀνάγκη ἔχει ἐκεῖνος ἀπὸ μένα καὶ περισσότερο ποὺ εἶμαι Χριστιανός;». Οἱ στρατιῶτες τὸν ἔδεσαν καὶ τὸν ὁδήγησαν ἐνώπιον τοῦ ἡγεμόνος. Ἐκεῖνος τὸν προέτρεψε νὰ θυσιάσει στὰ εἴδωλα. Ὁ Ἅγιος τότε εἶπε πρὸς τὸν ἡγεμόνα μὲ πνευματικὴ ἀνδρεία: «Μακάρι, ἡγεμόνα καὶ ἐσὺ νὰ μποροῦσες νὰ ἀπαρνηθεῖς τὰ εἴδωλα καὶ νὰ προσέλθεις στὸν Χριστό». Τότε ὁ ἡγεμόνας ἔδωσε ἐντολὴ νὰ τὸν βασανίσουν. Τοῦ τρύπησαν τοὺς ἀστραγάλους, τὸν καθήλωσαν μὲ σιδερένια καρφιὰ καὶ τὸν ἀνάγκασαν νὰ τρέχει μπροστὰ ἀπὸ ἅρμα ἀλόγων.
Ἔτσι μαρτύρησε ὁ Ἅγιος Κόνων καὶ εἰσῆλθε στὴ χαρὰ τοῦ Κυρίου του.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Οἱ Ἅγιοι Ἀρχέλαος, Κύριλλος, Φώτιος οἱ Μάρτυρες καὶ οἱ σὺν αὐτοῖς 

Οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες ἀριθμοῦνται στὰ Μηναῖα σὲ 142, στοὺς δὲ Συναξαριστὲς σὲ 152.
Δὲν ἔχουμε λεπτομέρειες γιὰ τὸν βίο καὶ τὸ Μαρτύριο τῶν Ἁγίων.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ἅγιος Εὐλάμπιος ὁ Μάρτυρας 

Ὁ Ἅγιος Μάρτυς Εὐλάμπιος μαρτύρησε στὴν Παλαιστίνη διὰ ξίφους.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ἅγιος Εὐλόγιος ὁ Μάρτυρας 

Ὁ Ἅγιος Μάρτυς Εὐλόγιος καταγόταν ἀπὸ τὴν Παλαιστίνη καὶ ἦταν υἱὸς πλούσιων εἰδωλολατρῶν γονέων. Ὁ ἴδιος, ἀφοῦ ἐπέστρεψε στὸν Χριστὸ καὶ βαπτίσθηκε, μετὰ τὸν θάνατο τῶν γονέων του, διαμοίρασε τὰ πλούτη του στοὺς πτωχοὺς καὶ περιερχόταν σὲ ὅλη τὴν πόλη καὶ τὴ χώρα, διδάσκοντας στοὺς εἰδωλολάτρες τὸν λόγο τοῦ Χριστοῦ καὶ βαπτίζοντας πολλοὺς ἀπὸ αὐτοὺς στὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ ἁγίου Πνεύματος.

Ὅμως κατηγορήθηκε ἀπὸ τοὺς εἰδωλολάτρες στὸν ἄρχοντα τῆς χώρας, ὁ ὁποῖος ἔδωσε ἐντολὴ νὰ τὸν συλλάβουν καὶ νὰ τὸν ὁδηγήσουν ἐνώπιόν του. Ὁ Ἅγιος μὲ θάρρος καὶ παρρησία ὁμολόγησε τὴν πίστη του στὸν Χριστὸ καὶ ἀρνήθηκε νὰ θυσιάσει στὰ εἴδωλα. Ἀμέσως ἄρχισαν τὰ βασανιστήρια. Ἀφοῦ τὸν ἔγδυσαν, τὸν κτύπησαν βίαια μὲ σκληρὲς χορδὲς ἀπὸ νεῦρα βοδιῶν καὶ στὴν συνέχεια ἀπέκοψαν τὴν τίμια κεφαλὴ αὐτοῦ.
Ἔτσι ὁ Ἅγιος Εὐλόγιος ἔλαβε τὸ ἁμαράντινο στέφανο τῆς δόξας καὶ εἰσῆλθε στὴν οὐράνια ζωὴ τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ὅσιος Κόνων ἐκ Κύπρου 

Ὁ Ὅσιος Κόνων ἔζησε περὶ τὸν 4ο αἰῶνα μ.Χ. Γεννήθηκε στὴν περιοχὴ τοῦ Ἀκάμα τῆς Κύπρου, λίγα χρόνια μετὰ τὴν κοίμηση τοῦ Ὁσίου Ἰλαρίωνος τοῦ Μεγάλου († 21 Ὀκτωβρίου), ἀπὸ εὐσεβεῖς καὶ φιλόθεους γονεῖς. Ἀπὸ τὴν παιδική του ἡλικία ἀγάπησε τὴν ἐγκράτεια, τὴν ἄσκηση καὶ τὴν ἀρετή. Ἔτσι ἀποφάσισε νὰ ἐγκαταλείψει τὸν κόσμο καὶ νὰ ἐγκατασταθεῖ σὲ ἕνα σπήλαιο μακριὰ ἀπὸ τὸ χωριό του.

Ἐκεῖ ὁ Ὅσιος ἀγωνιζόταν τὸν καλὸ ἀγῶνα καὶ προέκοπτε στὴν κατὰ Χριστὸν ζωή. Σιγὰ – σιγὰ γύρω του συγκεντρώθηκε μία ὁμάδα νέων ἀνθρώπων καὶ ἔτσι δημιουργήθηκε μία μοναστικὴ ἀδελφότητα.

Τὰ χρόνια ἦταν δύσκολα. Ἡ φτώχεια καὶ οἱ ἀσθένειες ταλαιπωροῦσαν τοὺς ἀνθρώπους. Ἔτσι ὁ Ὅσιος, τὸν ὁποῖο χαρακτήριζε ἡ φιλοθεΐα καὶ ἡ φιλανθρωπία, φρόντισε νὰ ἱδρύσει γύρω ἀπὸ τὴ μονὴ ἕνα νοσοκομεῖο, τὸ γνωστὸ Πτωχεῖο, γιὰ νὰ βρίσκουν ἐκεῖ ἐλπίδα καὶ καταφύγιο οἱ ἀσθενεῖς καὶ οἱ πτωχοί.
Ὁ Ὅσιος Κόνων, ἀφοῦ ἀγωνίσθηκε θεοφιλῶς μὲ τέλεια ἀγάπη πρὸς τὸν Θεὸ καὶ τὸν ἄνθρωπο, κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη σὲ βαθὺ γῆρας. Ἱερὰ λείψανά του φυλάσσονται στὶς μονὲς Κύκκου καὶ Μαχαιρᾶ τῆς Κύπρου.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ὅσιος Μᾶρκος ὁ Ἀθηναῖος 

Ὁ Ὅσιος Μάρκος ἦταν Ἀθηναῖος καὶ ἔζησε τὸν 4ο αἰῶνα μ.Χ. Ἀφοῦ ἔλαβε ἀξιόλογη μόρφωση, ἐγκατέλειψε τὴν Ἀθήνα καὶ πῆγε στὴν Ἀντιόχεια, ὅπου μαθήτευσε κοντὰ στὸν Ἅγιο Ἰωάννη τὸν Χρυσόστομο. Ἀργότερα ἐκάρη μοναχὸς καὶ ἀφιέρωσε τὸν ἑαυτό του στὴν μελέτη τῶν Θείων Γραφῶν καὶ ἔφθασε στὸν ὕψιστο βαθμὸ τῆς ἀρετῆς. Φανερὲς ἀποδείξεις καὶ οἱ λόγοι ποὺ ἐγράφησαν ἀπὸ αὐτὸν γιὰ τὴν ὠφέλεια καὶ τὴν ἐνέργεια τῶν θαυμάτων. Γιατί κάποτε, ἐνῷ ἡσύχαζε, πλησίασε αὐτὸν μία ὕαινα ποὺ εἶχε τὸ παιδί της τυφλό, μὲ ταπεινὴ στάση σὰν νὰ παρακαλοῦσε νὰ τὴν εὐσπλαχνισθεῖ γιὰ τὴν τύφλωση τοῦ μικροῦ της. Καὶ ὁ Ὅσιος, ἀφοῦ κατάλαβε, ἔπτυσε στὰ μάτια τοῦ ζώου καὶ αὐτὸ βρῆκε τὴν ὅρασή του. Μετὰ ἀπὸ ἡμέρες ἦλθε πάλι ἡ ὕαινα στὸν Ἅγιο, μεταφέροντάς του τὸ δέρμα ἑνὸς μεγάλου κριαριοῦ ὡς ἀνταπόδοση γιὰ τὴν θεραπεία. Αὐτὸς ὅμως δὲν δεχόταν νὰ τὸ λάβει, προτοῦ τὸ θηρίο ὑποσχεθεῖ νὰ μὴν βλάπτει πιὰ τὰ πρόβατα τῶν πτωχῶν.

Ὁ Ὅσιος εἶχε φθάσει σὲ τέτοια ὕψη ἀρετῆς, ὥστε ὁ πρεσβύτερος τῆς μονῆς ἔλεγε ὅτι ποτὲ αὐτὸς δὲν μετέδωσε Θεία Κοινωνία στὸν Ὅσιο, ἀλλὰ τὴν παρεῖχε σὲ αὐτὸν χέρι Ἀγγέλου.
Ὁ Ὅσιος Μάρκος κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη σὲ βαθὺ γῆρας. Ἀπὸ τὰ ἔργα του σώζονται μόνο μερικοὶ λόγοι, ἐπιστολὲς καὶ συμβουλευτικὲς πραγματεῖες.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.

Ὡς ἄγγελος ἔζησας, ἐν τῇ ἐρήμῳ σοφέ, καὶ ὤφθης ἀνάπλεως, τῶν ἐκ Θεοῦ δωρεῶν, ὦ Μᾶρκε Πατὴρ ἡμῶν· ὅθεν ἐν σοὶ ἐξέστη, Σεραπίων ὁ θεῖος, καὶ ἤγγειλε τοῖς ἐν κόσμῳ, τὴν ἁγίαν ζωήν σου· μεθ’ οὗ ἀεὶ δυσώπει, ὑπὲρ τῶν τιμώντων σε.

 

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Ἐκ πόλεως ἤνθησας, τῶν Ἀθηνῶν τῆς λαμπρᾶς, καὶ βίον ἰσάγγελον, ἐπολιτεύσω ἐν γῇ, τρωθεὶς θείῳ ἔρωτι· ὅθεν ἐν τῇ ἐρήμῳ, ὁ ἀββᾶς Σεραπίων, εὗρέ σε θείᾳ νεύσει, Ὁσιώτατε Μᾶρκε· διὸ τῆς πολιτείας σου, τὸν τρόπον ἀγάμεθα.

 

Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Ἐν ἐρήμῳ Ὅσιε, στερρῶς ἀσκήσας, καὶ τραφεὶς ὡς ἄγγελος, ἀπ’ οὐρανοῦ ὑπερφυῶς, Ἀγγέλων ὤφθης ἰσότιμος, Μᾶρκε παμμάκαρ, Ὁσίων ἀγλάϊσμα.

Οἱ Ὅσιοι Ἀδριανὸς καὶ Λεωνίδας οἱ Μάρτυρες ἐκ Ρωσίας 

Ὁ Ὅσιος Ἀδριανὸς τοῦ Ποσεσόνε ἔζησε στὴ Ρωσία κατὰ τὸν 16ο αἰῶνα μ.Χ. Ἀρχικὰ μόνασε στὴν μονὴ τοῦ Ἁγίου Κορνηλίου τῆς περιοχῆς Κομέλ, ὅταν τὸ 1540 εἶδε σὲ ὅραμα ἕνα γηραιὸ μοναχὸ μὲ τὸ ὄνομα Βεστούζ, ποὺ τὸν καλοῦσε νὰ ἱδρύσει ἕνα καινούργιο μοναστήρι.

Μὲ τὴν εὐλογία τοῦ ἡγουμένου, ποὺ τοῦ παρέδωσε μία εἰκόνα τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου, ὁ Ὅσιος Ἀδριανὸς καὶ ὁ μαθητής του Ὅσιος Λεωνίδας, ἄφησαν τὴ μοναστικὴ κοινότητά τους.

Φθάνοντας στὰ βάθη ἑνὸς δάσους, οἱ δυὸ μοναχοὶ τοποθέτησαν τὴν εἰκόνα πάνω σὲ μία ψηλὴ βελανιδιὰ καὶ ἀπομακρύνθηκαν, γιὰ νὰ διαλέξουν τὸ νέο τόπο τῆς ἀσκήσεώς τους. Πέρασαν ὅμως ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ σημεῖο κάποιοι ψαράδες καὶ βλέποντας τὴν εἰκόνα προσπάθησαν νὰ τὴν πάρουν. Μία μυστικὴ δύναμη ὅμως τοὺς ἀπωθοῦσε. Τρομαγμένοι ἀπὸ τὸ θαυμαστὸ γεγονὸς ἄφησαν ψωμὶ καὶ ψάρια κάτω στὸ δένδρο. Οἱ μοναχοὶ εὐχαρίστησαν τὸν Θεὸ γιὰ τὸ θεόσταλτο αὐτὸ δῶρο καὶ κατάλαβαν ὅτι ἐκεῖνο ἦταν τὸ μέρος ποὺ τοὺς παραχωρήθηκε γιὰ νὰ οἰκοδομήσουν τὸ νέο μοναστήρι, πρὸς τιμὴν τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου.

Ὁ Ὅσιος Λεωνίδας, ἀφοῦ ἀσκήτεψε θεοφιλῶς, κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 1549.

Δέκα χρόνια μετὰ τὴν ἵδρυση τῆς μονῆς, στὶς 5 Μαρτίου 1550, μία συμμορία ληστῶν λεηλάτησε τὸ μοναστήρι, βασάνισε καὶ φόνευσε τὸν ἡγούμενο Ὅσιο Ἀδριανό.
Τὰ ἱερὰ λείψανα τοῦ Ὁσίου Ἀδριανοῦ εὑρέθησαν τὸ ἔτος 1626 καὶ μὲ εὐλάβεια, κατόπιν ἐντολῆς τοῦ Πατριάρχου Φιλάρετου, μετεκομίσθησαν στὸ μοναστήρι ποὺ ὁ ἴδιος ἵδρυσε στὴν πόλη τοῦ Ποσεσόνε.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Νεομάρτυρας ἐκ Βουλγαρίας

Ὁ Ἅγιος Νεομάρτυς Ἰωάννης καταγόταν ἀπὸ τὴ Βουλγαρία καὶ ἦταν ὡραῖος στὴν ὄψη καὶ ἐγγράμματος. Κάποτε ἐνεπλάκη σὲ μία περιπέτεια καὶ ἀρνήθηκε τὸν Χριστό. Αἰσθανόμενος ὅμως τύψεις γιὰ τὴν ἀποστασία του, ἔφυγε ἀπὸ τὴ Βουλγαρία καὶ ἦλθε στὸ Ἅγιον Ὄρος, ὅπου ἔκανε ὑπακοὴ σὲ κάποιον ἀνάπηρο κατὰ τὸ ἕνα χέρι μοναχὸ στὴ Λαύρα τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου. Σὲ ἡλικία 18 ἐτῶν ἀναχώρησε ἀπὸ τὸ Ἅγιον Ὄρος καὶ ἦλθε στὴν Κωνσταντινούπολη. Ἐκεῖ ἐνδύθηκε τουρκικὰ ἐνδύματα καὶ εἰσῆλθε στὸ ναὸ τῆς Ἁγίας Σοφίας, ποὺ εἶχε μετατραπεῖ σὲ τέμενος (τζαμί). Ἐνώπιον τῶν Τούρκων ἔκανε τὸν σταυρό του καὶ προσκύνησε στὸ ναὸ χριστιανοπρεπῶς. 
Οἱ Τοῦρκοι ἀμέσως τὸν συνέλαβαν καὶ τὸν πίεσαν νὰ ἀρνηθεῖ τὸν Χριστό. Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης μὲ πνευματικὴ ἀνδρεία ὁμολόγησε τὴν πίστη του στὴν πατρώα εὐσέβεια. Ἔτσι τὸν ἀποκεφάλισαν στὴν αὐλὴ τοῦ ναοῦ τῆς τοῦ Θεοῦ Σοφίας τὸ ἔτος 1784.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ἅγιος Γεώργιος ὁ Νεομάρτυρας ἐκ Ραψάνης

Ὁ Ἅγιος Νεομάρτυς Γεώργιος ἀνῆκε σὲ ἀνώτερη, κοινωνικὰ καὶ οἰκονομικὰ, οἰκογένεια τῆς Ραψάνης. Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Χατζηλάσκαρης καὶ ἦταν υἱὸς τοῦ Ἀναστασίου Ψάλτου. Δὲν εἶναι γνωστὸ ὅμως ἂν τὸ Ψάλτου εἶναι ἐπώνυμο ἢ ἰδιότητα τοῦ Ἀναστασίου. Ἡ μητέρα τοῦ Νεομάρτυρα εἶχε τὸ ὄνομα Σμαράγδα καὶ ἦταν θυγατέρα τοῦ Θεόδωρου Σακελλαρίδου. Σὲ κωνικὸ πῶμα παλαιᾶς – πρὶν τὸ 1900 – ἀργυρῆς λειψανοθήκης, ἡ ὁποία ἀντικατέστησε ἀκόμη παλαιότερη πρόχειρη καὶ ἁπλὴ κατασκευή, εἶναι χαραγμένα μὲ κεφαλαῖα γράμματα ἀκριβῶς τὰ ἑξῆς:

 

Ο ΕΝΔΟΞΟΣ ΝΕΟΜΑΡΤΥΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ

ΑΘΛΗΣΑΣ ΕΝ ΤΥΡΝΑΒΩ ΚΑΤΑ ΤΟ ΕΤΟΣ

1818 ΕΠΙ ΒΑΛΗ ΠΑΣΙΑ ΥΙΟΥ ΑΛΗ ΠΑΣΙΑ

ΗΤΟΝ ΥΙΟΣ ΧΑΤΖΗ ΛΑΣΚΑΡΕΩΣ ΥΙΟΥ

ΑΝΑΣΤΑΣΕΙΟΥ ΨΑΛΤΟΥ ΚΑΙ ΜΗΤΡΟΣ

ΣΜΑΡΑΓΔΑΣ ΘΥΓΑΤΡΟΣ ΘΕΟΔΩΡΟΥ

ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΔΟΥ.

 

Δὲν εἶναι γνωστὸ ἂν εἶχε ἢ πόσα ἀδέλφια εἶχε ὁ Νεομάρτυς. Ὅμως ἡ παράδοση ὁμόφωνα παρουσιάζει τὸν Γεώργιο νὰ συνδέεται συγγενικὰ μὲ τὸ λογιότατο κληρικὸ τῆς Ραψάνης «παπὰ κὺρ Χριστόδουλον» Καραζήση, ποὺ ἦταν οἰκονόμος.

Ἕνα πωλητήριο ἔγγραφο τοῦ 1852, τὸ ὁποῖο βρέθηκε μαζὶ μὲ ἄλλα ἔγγραφα στὴν παλαιὰ βιβλιοθήκη ποὺ φυλασσόταν στὴν παλαιὰ καὶ ἀρχοντικὴ οἰκία Καραβασίλη, εἶναι ἀρκετὰ διαφωτιστικό. Σὲ αὐτὸ παρουσιάζεται «ὁ ἐλάχιστος ἱερεὺς καὶ οἰκονόμος (Χριστόδουλος) υἱὸς Χατζηβασιλείου Καραζήση καὶ Κερασίνης θυγατρὸς παπᾶ Ἀθανασίου Γεροπασχάλη» νὰ πωλεῖ «πρὸς ἀνεψιὸν αὐτοῦ Βασίλειον Χαδούλη Γογούρα» κτήματα, τὰ ὁποία στὸ ἑξῆς «ὑπάρχουσιν… ἰδιοκτησίαι τοῦ ρηθέντος ἀνεψιοῦ αὐτοῦ Βασιλείου ἀναπόσπαστοί τε καὶ ἀναφαίρετοι παρὰ παντὸς ἑτέρου κληρονόμου αὐτοῦ καὶ τῆς μακαρίτιδος συζύγου αὐτοῦ Μαρίας Α. Χατζηλασκάρεως…».

Ἀπὸ αὐτὸ συνεπάγεται τὸ συμπέρασμα ὅτι ὁ Νεομάρτυς εἶχε τουλάχιστον μία ἀδελφή, τὴ Μαρία, τὸν δὲ παπὰ κὺρ Χριστόδουλο Καραζήση, γαμπρὸ ἀπὸ τὴν ἀδελφή του. Ἀξίζει νὰ ὑπογραμμισθεῖ ὅτι τὴν ἐξ ἀγχιστείας αὐτὴ συγγένεια συμπλήρωσε ἡ πνευματική, γιατί ὁ Χριστόδουλος ὑπῆρξε διδάσκαλος τοῦ Γεωργίου. Μόνο δὲν γνωρίζουμε ἀκριβῶς ποιὰ ὑπῆρξε πρώτη ἢ ἐὰν ἡ μία συγγένεια προκάλεσε τὴν ἄλλη.

Ὁ Γεώργιος παρουσιάζεται ἀπὸ τὴν παράδοση ὡς τρόφιμος καὶ ἀπόφοιτος τῆς ἀνωτέρου ἐπιπέδου Σχολῆς Ραψάνης, στὴν ὁποία χρημάτισε διδάσκαλος καὶ ὁ κὺρ Χριστόδουλος Καραζήσης.  Σύμφωνα μὲ τὶς ὑπάρχουσες πληροφορίες, ἡ ὀρεινὴ κωμόπολη τῆς Ραψάνης ἄκμαζε οἰκονομικὰ τὸν 18ο αἰῶνα, ὅπως καὶ ὁ Τύρναβος καὶ τὰ Ἀμπελάκια. Εἶχε βιομηχανία, ἔκανε ἐξαγωγὴ ἐξαίρετου κρασιοῦ καὶ ἀποτελοῦσε πόλο ἕλξεως γιὰ τὰ γύρω χωριὰ τοῦ κάτω Ὀλύμπου.

Ἐνῷ λοιπὸν ὑπῆρχαν οἱ οἰκονομικὲς προϋποθέσεις, ὁ λογιότατος καὶ ἰδιαίτερα δραστήριος Ἐπίσκοπος Πλαταμῶνος καὶ Λυκοστομίου Διονύσιος, ὁ ὁποῖος θεμελίωσε καὶ προστάτευσε καὶ τὴ σπουδαία Σχολὴ στὰ Ἀμπελάκια, προέβη στὴν ἵδρυση καὶ τῆς ἐν λόγῳ Σχολῆς στὴ Ραψάνη τὸ ἔτος 1767. Ὀνομαστὸ ὑπῆρξε τὸ πνευματικὸ αὐτὸ Ἵδρυμα. Στὴν ἀκμή του συγκρινόταν μὲ τὶς Σχολὲς τῶν Μηλέων, τῆς Ζαγορᾶς, τῶν Ἀμπελακίων, τοῦ Τυρνάβου κ.ἄ. Σὲ αὐτὴ μαθήτευσαν καὶ ὁ Βασίλειος ὁ Ραψανιώτης, ἕνας ἀπὸ τοὺς ἄριστους μαθητὲς στὴν Ἀθωνιάδα Ἀκαδημία (1753 – 1758) τοῦ Εὐγενίου Βούλγαρη καὶ ὁ Ἰωνᾶς Σπερμιώτης, ἕνας ἀπὸ τοὺς διακεκριμένους δασκάλους ἐκείνης τῆς ἐποχῆς καὶ περιζήτητος γι’ αὐτὸ στὴ Μακεδονία καὶ στὴ Θεσσαλία καὶ ἄλλοι. Κατὰ τὴν Ἐπανάσταση καὶ λίγο πρὶν ἀπὸ αὐτή, σταμάτησε νὰ λειτουργεῖ ἡ Σχολὴ καὶ ἐπαναλειτούργησε τὸ 1830.

Μὲ τὸ δεδομένο ὅτι ὁ Νεομάρτυς ἄθλησε τὸ 1818, θὰ πρέπει νὰ συμπεράνουμε μὲ ἀσφάλεια ὅτι ἀποφοίτησε ἀπὸ τὴ Σχολὴ τὸ 1815 – 16. Ἀφοῦ ἀποφοίτησε ὁ Γεώργιος ἀπὸ τὴ Σχολή, ἀσκοῦσε στὴν γενέτειρά του τὸ ἐπάγγελμα τοῦ γραμματοδιδασκάλου μὲ ζῆλο ἔνθεο καὶ νεανικὸ σφρίγος, ἐμπνέοντας τοὺς νεαροὺς μαθητές του καὶ δημιουργώντας στὶς ἀδιαμόρφωτες ψυχές τους ζωηρὰ ἱερὰ καὶ ἐθνικὰ βιώματα.

Ἀναφέραμε πρὶν ὅτι ἡ Ραψάνη ἀποτελοῦσε πόλο ἕλξεως γιὰ τὰ χωριὰ τοῦ κάτω Ὀλύμπου. Αὐτὸ συνέβαινε γιὰ πολλὲς δεκαετίες μέχρι καὶ τὶς ἀρχὲς τοῦ 20ου αἰῶνα. Καὶ βέβαια ὄχι μόνο γιὰ τὴν ὑλικὴ εὐπορία καὶ τὴν ἐμπορικὴ καὶ βιομηχανική της κίνηση, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὴν πνευματική της ἄνθηση καὶ καλλιέργεια τῶν γραμμάτων, ὅπως ἐλέχθη. Ἀποτελοῦσε ἀφορμὴ καυχήσεως γιὰ ἕνα γονέα νὰ ἀποστέλλει γιὰ σπουδὲς τὸν υἱό του στὴ Ραψάνη. Τὴν ἐποχὴ ἐκείνη, γιὰ τὴν ὁποία κάνουμε λόγο, τὰ παραποτάμια χωριὰ τῆς περιοχῆς κατοικοῦνταν ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἀπὸ Ὀθωμανούς, ποὺ συναλλάσσονταν, μέχρι καὶ συνδέονταν ἀκόμη σὲ περιορισμένη βέβαια κλίμακα, μὲ Ἕλληνες Χριστιανούς.

Ἕνας ἀπὸ τοὺς Ὀθωμανούς, κάτοικος τῆς κωμοπόλεως Δερελὶ (Γόννοι) καὶ οἰκογενειάρχης, ἐπιθυμώντας ὁ υἱός του νὰ τύχει ἀξιόλογης παιδείας, τὸν ἀπέστειλε οἰκότροφο σὲ φίλο του ποὺ διέμενε στὴ Ραψάνη. Ἄρχισε ἔτσι τὸ τουρκόπουλο νὰ παρακολουθεῖ καὶ νὰ μαθαίνει τὰ στοιχειώδη γράμματα μαζὶ μὲ τὰ ἑλληνόπουλα, στὰ πόδια τοῦ γραμματοδιδάσκαλου Γεωργίου.

Ὁ μικρὸς Ἀγαρηνὸς προσαρμόστηκε σύντομα στὸ κλίμα τοῦ σχολείου καὶ συναγωνιζόταν τοὺς συμμαθητές του, ἐνθαρρυνόμενος καὶ ἀπὸ τὸν διδάσκαλό του, ἴσως τυγχάνοντας ἀπὸ ἐκεῖνον καὶ ἰδιαίτερης φροντίδας.

Μὲ τὸ δεδομένο ὅτι αἰῶνες πρὶν ἡ Ἑλληνικὴ παιδεία μὲ δυσκολία διαχωριζόταν ἀπὸ τὴ χριστιανικὴ κατήχηση, ὁ μικρὸς ἀλλοεθνής, συγχρόνως πρὸς τὴν ἑλληνικὴ ἐκπαίδευση, λίγο – λίγο ἀλλὰ σταθερὰ ἐπηρεαζόταν ἀπὸ τὴ χριστιανικὴ πίστη καὶ ζωή. Σὲ αὐτὸ ἀσφαλῶς καὶ ἀποφασιστικὰ συνέβαλε καὶ ἡ προσωπικότητα τοῦ δασκάλου του. Συνέβαλε ὅμως καὶ ἡ γοητεία τῶν ἐκκλησιαστικῶν Ἀκολουθιῶν, τὶς ὁποῖες ὡς αὐτοπρόβλητος κατηχούμενος παρακολουθοῦσε.

Ἀλλὰ ἡ σημειούμενη ἀλλαγὴ τοῦ μικροῦ Ἀγαρηνοῦ, στὰ φρονήματα, τὶς πεποιθήσεις καὶ τὰ ἤθη, δὲν ἦταν δυνατὸν νὰ μείνει ἀπαρατήρητη. Ἀρχικὰ στὸ οἰκογενειακό του περιβάλλον, κάθε φορὰ ποὺ μετέβαινε γιὰ διακοπὲς στὸ Δερελί, καὶ στὴ συνέχεια στὸ συγγενικὸ καὶ εὐρύτερο κύκλο γινόταν αἰσθητὴ ἡ μεταβολή, κάτι ποὺ δημιουργοῦσε ἀνησυχίες καὶ ἐρέθιζε τοὺς Ὀθωμανούς. Ἀλλὰ ἡ πρόκληση ἔγινε μεγαλύτερη καὶ ἡ δυσφορία τῶν Ἀγαρηνῶν ἀφόρητη, ὅταν μὲ τὸν καιρὸ ὁ μικρὸς καὶ αὐθόρμητος προσήλυτος ὄχι μόνο ἐκφραζόταν μὲ ἐκτίμηση γιὰ τὰ ἱερὰ τῶν Ρωμιῶν, ἀλλὰ καί, ἀντιδιαστέλλοντας αὐτὰ πρὸς τὰ ἀντίστοιχα τῶν ὁμοεθνῶν του, ὑποτιμοῦσε τὰ ἱερὰ τῶν Μωαμεθανῶν καὶ τὰ περιφρονοῦσε.

Ὅπως ἦταν ἑπόμενο, ὅσοι ἐξοργίσθηκαν ἀναζήτησαν τὸν ἔνοχο τῆς «προσβολῆς». Τὸν ἐντόπισαν στὸ σχολεῖο τῆς Ραψάνης. Τὸν ἔσυραν δέσμιο γιὰ τὰ περαιτέρω στὸν Τύρναβο, ὅπου ἀπὸ τὸ 1811 εἶχε ἕδρα του ὁ διορισμένος Σατράπης τῆς Θεσσαλίας, Βελῆ Πασᾶς, υἱὸς τοῦ Ἀλῆ Πασᾶ τοῦ Τεπελενλῆ, ἀφοῦ ἡ Ὑψηλὴ Πύλη τὸν μετέθεσε ἐκεῖ ἀπὸ τὴν Πελοπόννησο.

Ἡ κατηγορία ἐναντίων τοῦ κατηγορουμένου ἦταν συγκεκριμένη, σαφὴς καί, σύμφωνα μὲ ὅσα ἴσχυαν στοὺς Ὀθωμανούς, βαρύτατη: ἀπόπειρα ἐκχριστιανισμοῦ μουσουλμανόπαιδος. Αὐτὸ καὶ μόνο, ἀνεξάρτητα τοῦ ἀποτελέσματος τῆς προσπάθειας, συνεπαγόταν ἀνελέητη καταδίκη σὲ μαρτυρικὸ θάνατο.

Στὸν Τύρναβο εἶχε τὴν ἕδρα του Στρατοδικεῖο. Δὲν εἶναι, ἐν τούτοις, γνωστὸ ἂν τὸν Γεώργιο τὸν δίκασε στρατοδίκης, προσωπικὰ ὁ Βελῆ Πασᾶς, κάποιος ἄλλος μουλᾶς (δικαστής) ἢ δικαστήριο μὲ πολυμελὴ σύνθεση, ὅπως καὶ στὴν περίπτωση τοῦ Γεδεῶν, ποὺ μαρτύρησε τὸ ἴδιο ἔτος στὸν Τύρναβο.

Γνωστὸ εἶναι ὅτι ἡ διαδικασία ἦταν σύντομη καὶ τελεσίδικη. Ἡ ἀπόφαση δὲν ἦταν ἡ προβλεπόμενη καὶ ἡ συνηθισμένη σὲ παρόμοιες ἀφορμές: ἐκτέλεση διὰ βασανισμοῦ. Συγκεκριμένα ὁ Νεομάρτυς Γεώργιος ἀποκεφαλίσθηκε, ἀφοῦ προηγουμένως ὑπέστη πολλὰ καὶ ποικίλα ὀδυνηρότατα μαρτύρια.

Τὸν ἔκλεισαν σὲ πυρακτωμένο λουτρό, γυμνὸ ἀπὸ τὸ κεφάλι μέχρι τὰ πόδια. Τὸν τρύπησαν μὲ σιδερένια νύχια. Τοῦ κάρφωσαν τὰ πόδια σὲ πέταλα. Τὸν διαπόμπευσαν σὲ ὅλο τὸν Τύρναβο. Τὸν κάρφωσαν σὲ τετράγωνο στῦλο ἴσο στὸ ὕψος μὲ τὸν Μάρτυρα καὶ ἀφοῦ τὸν περιτύλιξαν μὲ σχοινιὰ βουτηγμένα στὴν πίσσα, στὴ νάφθα (ἀκάθαρτο πετρέλαιο) καὶ σὲ ἄλλα ἐλαιώδη καὶ οἰνοπνευματώδη ὑγρά, τὸν παρέδωσαν στὴ φωτιά. Ὅμως μὲ τὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ, πρὸς ἐνίσχυση τοῦ Ἁγίου, ὁ Μάρτυρας δὲν ἔπαθε τίποτα.

Στὶς ἱστορήσεις τῶν εἰκόνων παρουσιάζονται συμπληρωματικὰ καὶ ἄλλες σκηνὲς βασανισμῶν. Στραγγαλισμοί, ἐξαρθρώσεις, κτυπήματα μὲ τὸ σπαθί, μέχρι καὶ τοποθέτηση πυρακτωμένου σιδερένιου στεφανιοῦ πάνω στὸ γυμνὸ σῶμα τοῦ Νεομάρτυρος.

Στὶς ἱστορήσεις τῶν εἰκόνων, ἐπίσης, παρουσιάζεται ὁ ἀθλητὴς τῆς πίστεως Γεώργιος, ἔχοντας τὸ κεφάλι στοὺς ὤμους, νὰ μεταφέρεται πρὸς ἐνταφιασμό, παρουσία κάποιου ἱερέα ὀνόματι Δημητρίου ποὺ θυμιάζει καὶ ὁ ὁποῖος εἶχε προσκληθεῖ καὶ διαταχθεῖ εἰδικὰ γιὰ τὸ λόγο αὐτό. Σύμφωνα μὲ ἄλλη παράδοση ὁ Νεομάρτυς ἀποκεφαλίζεται προτοῦ προλάβει νὰ πεθάνει ἀπὸ τὰ μαρτύρια ποὺ ἤδη εἶχαν γίνει. Σὲ αὐτὸ συνηγορεῖ καὶ τὸ γεγονὸς ὅτι μεταξὺ τῶν ἱερῶν λειψάνων τοῦ Ἁγίου δὲν ὑπάρχει ἡ ἁγία του κάρα, ἀφοῦ ἐξαφανίσθηκε ἀπὸ τοὺς Ἀγαρηνούς.

 Τὸ ἔτος τῆς ἀθλήσεως τοῦ Νεομάρτυρα Γεωργίου εἶναι τὸ 1818. Τότε ὁ Ἅγιος βρισκόταν στὸ εἰκοστό, τουλάχιστον, ἔτος τῆς ἡλικίας του.

Ἀπὸ τὰ ὑπάρχοντα στοιχεῖα ὑποδηλώνεται ὅτι ἡ ἀρχὴ τοῦ μαρτυρίου ἔγινε σὲ κάποιο διοικητικὸ κτίριο στὸν Τύρναβο. Ἴσως, ὅπως καὶ τοῦ Ὁσιομάρτυρα Γεδεῶν, «εἰς τὸ τοῦ Ἡγεμόνος Παλάτιον». Ἀκολούθως καὶ «ἐπειδὴ τοῖς ἀνωτέρω βασάνοις οὐκ ἐνέδωκε (ὁ Γεώργιος), δι’ ἐπιταγῆς τοῦ Βαλῆ πασιᾶ, δι’ ὤλου τοῦ Τυρνάβου πομπευθεὶς καὶ τοῦ ποταμοῦ (Τιταρησίου) περαιωθείς…», ὁδηγήθηκε στὴ δεύτερη καὶ σκληρότερη φάση τῶν βασανιστηρίων του. Γι’ αὐτὸ καὶ ἦταν ἄλλοι δήμιοι ἐκεῖ, ὁ Ἀγὰ Σεβράνι καὶ κάποιος Φράγκος.

Ἀπὸ τὰ παλαιότατα χρόνια μέχρι καὶ σήμερα, ἀπὸ τὴ μεριὰ τοῦ Τιταρησίου (ἢ Σαλαμπριᾶ ἀποκαλούμενου) ποταμοῦ, ὑπῆρχαν στρατῶνες. Ἐκεῖ λοιπὸν καὶ κοντὰ στὴ μακρὰ γέφυρα, ἄθλησε καὶ ἐνταφιάσθηκε ὁ Νεομάρτυς Γεώργιος. Ἡ ἄποψη αὐτὴ ἐνισχύεται καὶ ἀπὸ τὸ λόγο ὅτι καὶ στὶς δύο ἱστορήσεις στὶς ἅγιες εἰκόνες, στὰ πόδια τοῦ Ἁγίου εἰκονίζεται ἡ ἐν λόγῳ γέφυρα.

Τὴν πρώτη ἤδη ἐκείνη νύχτα εἶδαν οἱ Τοῦρκοι σκοποὶ τῶν στρατώνων «οὐρανομήκη» στήλη φωτός, ποὺ σημάδευε τὸν τάφο τοῦ Νεομάρτυρα. Τὴν ἑπόμενη ἐνημέρωσαν γι’ αὐτὸ τοὺς προϊσταμένους τους. Ἐκεῖνοι καὶ μὲ τὰ ἴδια τὰ μάτια τους διαπίστωσαν τὴν φωτοφάνεια καὶ κατὰ τὴν δεύτερη νύχτα καὶ ἀνέφεραν σχετικὰ τὴν ἑπόμενη στὸν Βελῆ πασᾶ, τὸν ὁποῖο καὶ προκαλοῦσαν, ἐὰν ἐπιθυμοῦσε, νὰ διαπιστώσει καὶ προσωπικὰ τὸ ἐξαίσιο φαινόμενο.

Ἐκεῖνος ὁ ὑπερφίαλος, ἀφοῦ ἀπαξίωσε νὰ ἀσχοληθεῖ μὲ τὸ συγκεκριμένο γεγονός, διέταξε νὰ προσκληθοῦν τὸ συντομότερο στὴ Ραψάνη οἱ συγγενεῖς τοῦ Νεομάρτυρα, νὰ ξεθάψουν καὶ νὰ παραλάβουν τὸ ἱερὸ σκήνωμά του, πράγμα τὸ ὁποῖο καὶ ἔγινε.

Μετὰ ἀπὸ λίγο καιρό, μὲ πολλὴ εὐλάβεια καὶ κατάνυξη, τὰ ἅγια λείψανα μετακομίσθηκαν ἀπὸ τὸ κοιμητήριο τῆς Ραψάνης, τὸ ὁποῖο ἦταν στὸ χῶρο γύρω ἀπὸ τὸ ναὸ τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου, στὴν εὐρύχωρη ἀρχοντικὴ οἰκία Καραζήση ποὺ βρισκόταν κοντά.

Ἐκεῖ βρίσκονται μέχρι σήμερα θησαυρισμένα σὲ εἰδικὰ γι’ αὐτὸ τὸν σκοπὸ ἀφιερωμένο δωμάτιο, τὸ ὁποῖο φωτίζεται ἀπὸ ἄσβεστο καντήλι μὲ ἱλαρὸ φῶς καὶ εἶναι προσιτὸ σὲ κάθε εὐλαβὴ προσκυνητή.
Πραγματικά, ἐφαρμόστηκαν πλήρως καὶ οἱ λόγοι τοῦ Ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου, τοὺς ὁποίους ἔγραψε στὸ Νέο Μαρτυρολόγιο καὶ τοὺς ἀπηύθυνε πρὸς τοὺς Νεομάρτυρες: «Τὰ τίμια λείψανά σας θέλει δοξάσει (ὁ Θεός) ἐδῶ κάτω εἰς τὴν γῆν ἢ μὲ τὴν ἐπιφάνεια τοῦ Φωτός του ἢ καὶ μὲ ἄλλα σημεῖα καὶ θαύματα, καθὼς ἤθελε κρίνει ἡ θεία δικαιοσύνη Του, ἢ τὸ ὀλιγώτερον ὀλιγώτερον θέλει τὰ τιμήσῃ μὲ τὴν παρὰ τῶν Χριστιανῶν προσκύνησιν καὶ εὐλάβειαν…».

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ἀνακομιδὴ Τιμίων Λειψάνων Ἁγίου Θεοδώρου τοῦ Πρίγκιπος καὶ τῶν υἱῶν αὐτοῦ Δαβὶδ καὶ Κωνσταντίνου

Ἡ μνήμη τοὺς τιμᾶται στὶς 19 Σεπτεμβρίου. Δὲν ἔχουμε λεπτομέρειες γιὰ τὸ γεγονὸς τῆς ἀνακομιδῆς τῶν Ἱερῶν Λειψάνων τους.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ἅγιος Νικόλαος Ἐπίσκοπος Ἀχρίδος καὶ Ζίτσης 

Ὁ Ἅγιος Νικόλαος γεννήθηκε στὶς 23 Δεκεμβρίου 1880 στὸ χωριὸ Λέλιτς τῆς κεντροδυτικῆς Σερβίας. Ἦταν τὸ πρῶτο ἀπὸ τὰ ἐννέα τέκνα τῶν εὐσεβῶν ἀγροτῶν Δραγομίρου καὶ Αἰκατερίνης. Ἀσθενικὸς στὴν σωματική του διάπλαση καὶ κράση, ἐπέδειξε ἀπὸ μικρὸς τὴν εὐφυΐα του, τὴ μεγάλη του ἀγάπη πρὸς τὸν Θεὸ καὶ τὴν Ἐκκλησία καὶ τὴν κλίση πρὸς τὸν μοναχικὸ βίο. Σπούδασε, παρὰ τὸ γεγονὸς τῆς μεγάλης πτωχείας τῆς οἰκογένειάς του, στὴ θεολογικὴ σχολὴ Βελιγραδίου, ἀνακηρύχθηκε διδάκτωρ τῆς Θεολογίας στὴ Βέρνη τῆς Ἐλβετίας (1908), διδάκτωρ στὴν Ὀξφόρδη τῆς Ἀγγλίας (1909) καὶ τὸ Χάλλε τῆς Γερμανίας (1911). Γνώριζε ἑπτὰ γλῶσσες, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ τὴν ἑλληνική.

Ὁ Νικόλαος λάτρευε τὸν Θεὸ ἐξ ὅλης τῆς καρδίας, ἰσχῦος καὶ διανοίας αὐτοῦ, καὶ ὁ Θεὸς τοῦ ἔδωσε στόμα καὶ σοφία ἀσυναγώνιστο καὶ ἀκαταγώνιστο. Ἐκάρη μοναχὸς καὶ χειροτονήθηκε πρεσβύτερος στὴ μονὴ Ρακόβιτσα, κοντὰ στὸ Βελιγράδι, τὸν Δεκέμβριο τοῦ ἔτους 1909. Εἶχε ἀρρωστήσει βαριὰ ἀπὸ δυσεντερία καὶ ἔταξε, ἐὰν ὁ Κύριος τὸν θεραπεύσει, νὰ Τοῦ ἀφιερωθεῖ διὰ βίου μὲ ὅλη του τὴν ὕπαρξη, ὅπως καὶ ἔγινε.

Κατὰ τὴν περίοδο 1915 – 1919 ἀπεστάλη στὴν Ἀμερικὴ καὶ στὴν Ἀγγλία, γιὰ νὰ συντρέξει καὶ νὰ ἐνισχύσει τὸν πολύπαθο Σερβικὸ λαό. Τὸ ἔτος 1919 ἐξελέγη Ἐπίσκοπος Ζίτσης στὴν κεντρικὴ Σερβία καὶ τὸ ἔτος 1920 μεταφέρθηκε στὴν Ἀχρίδα, ὅπου ἀνέπτυξε ἕνα τεράστιο ἱεραποστολικό, ποιμαντικό, κοινωνικὸ καὶ φιλανθρωπικὸ ἔργο.

Ὁ Ἐπίσκοπος Νικόλαος, παρὰ τὴν τεράστια μόρφωσή του καὶ τὰ πολλά του χαρίσματα, διακρινόταν γιὰ τὴν ἁπλότητα τοῦ ἤθους του, τὴν καλοσύνη καὶ τὴν ἀγάπη του. Ἡ ἀρετή, ἡ ὁποία κατ’ ἐξοχὴν τὸν στόλιζε, ἦταν ἡ ταπείνωση. Ἡ μελέτη τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἡ συναναστροφή του μὲ Ἁγιορεῖτες Πατέρες ἐπλούτιζαν τὴν πνευματικότητά του. Μὲ τὰ συγγράμματά του καὶ τὴν πνευματική του καθοδήγηση ὁ λαὸς ἀναγεννιέται πνευματικὰ καὶ ὁ μοναχισμὸς ἀνθίζει.

Τὸ 1941 οἱ ἀρχὲς κατοχῆς τῆς χώρας του, οἱ Γερμανοί, τὸν συλλαμβάνουν, τὸν περιορίζουν καὶ τὸ 1944 τὸν στέλνουν στὸ στρατόπεδο συγκεντρώσεως τοῦ Νταχάου στὴ Γερμανία, ὅπου ὑπέστη πάνδεινα βασανιστήρια. Ὁ δοῦλος τοῦ Κυρίου βάσταζε τὰ στίγματα τοῦ μαρτυρίου στὸ σῶμα του, ποὺ ὅλο εἶχε γίνει μία πληγή. Μάλιστα δέρμα στὴν πλάτη καὶ στὰ πέλματα δὲν ὑπῆρχε.

Μετὰ τὴν ἀπελευθέρωσή του, τὸ Μάιο τοῦ 1945, δὲν θέλησε πλέον νὰ ἐπιστρέψει στὴν πατρίδα του. Τὸ τότε καθεστὼς τὸν θεωροῦσε ἀνεπιθύμητο πρόσωπο. Πῆγε, λοιπόν, στὴν Ἀμερικὴ καὶ παρὰ τὴν κλονισμένη ὑγεία του συνέχισε τὸ φιλανθρωπικὸ καὶ ἱεραποστολικὸ ἔργο τοῦ Χριστοῦ. Δίδαξε στὴν ἱερατικὴ σχολὴ τῆς μονῆς τοῦ Ἁγίου Σάββα στὸ Λίμπερτβιλ τοῦ Ἰλλινόις καὶ ἀπὸ τὸ 1951 ἐγκαταστάθηκε στὴ Ρωσικὴ μονὴ τοῦ Ἁγίου Τύχωνος στὴν Πενσυλβάνια, ὅπου καθοδηγοῦσε τοὺς μοναχοὺς καὶ διηύθυνε τὸ θεολογικὸ σεμινάριο τῆς μονῆς. Οἱ δυσκολίες καὶ τὰ προβλήματα δὲν τὸν ἀποθάρρυναν ποτέ. Αἰσθανόταν ἔντονα τὴν παρουσία τῆς Θείας Πρόνοιας στὸ βίο του καὶ αὐτὸ τοῦ ἔδινε δύναμη, ἀνδρεία καὶ χαρά.
Ἡ προσευχή του ἦταν ἀδιάλειπτη καὶ ἔρεε ὡς ποταμὸς τοῦ παραδείσου. Πενθοῦσε ἀβίαστα καὶ ἔχυνε δάκρυα μετάνοιας, παρακλήσεως, μεσιτείας καὶ δοξολογίας. Προσευχόμενος τὸ πρωὶ τῆς Κυριακῆς τοῦ ἔτους 1956 στὸ ταπεινὸ κελί του καὶ προετοιμαζόμενος νά λειτουργήσει, κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη. 

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Μεγαλυνάριον.
Βλάστημα ὑπάρχων τῶν Ἀθηνῶν, ἄνθος τῆς ἐρήμου, διὰ βίου ἀγγελικοῦ, Μᾶρκε ἀνεδείχθης, καὶ κόσμῳ διαπνέεις, τῶν ἀρετῶν σου Πάτερ, ὀσμὴν τὴν κρείττονα.