Αποτέλεσμα εικόνας για οσιος παισιος

Έχουν γραφτεί πολλά βιβλία με τις απόψεις του Αγίου για τα διάφορα θέματα που συζητούσε με τους προσκυνητές που τον επισκεπτόντουσαν.

Μεταξύ άλλων ο Γέροντας Παΐσιος μίλησε για την κατάσταση που βιώνει η χώρα μας.

Ό Καλός Θεός όλα θα τα οικονομήσει με τον καλύ­τερο τρόπο, αλλά χρειάζεται πολλή υπομονή και προσοχή, γιατί πολλές φορές, με το να βιάζωνται οι άνθρω­ποι να ξεμπλέξουν τα κουβάρια, τα μπλέκουν περισσό­τερο. Ό Θεός με υπομονή τα ξεμπλέκει.

Δεν θα πάει πολύ αυτή ή κατάσταση. Θα πάρει σκούπα ό Θεός! Κατά το 1830, επειδή υπήρχε στο Άγιον Όρος πολύς τουρκικός στρατός, για ένα διάστημα δεν είχε μείνει στην Μονή Ιβή­ρων κανένας μοναχός. Είχαν φύγει οι Πατέρες, άλλοι με τα άγια Λείψανα, άλλοι για να βοηθήσουν στην Επανά­σταση. Ερχόταν στο μοναστήρι μόνον ένας μοναχός από μακριά πού άναβε τα κανδήλια και σκούπιζε.

Μέσα και έξω από το μοναστήρι ήταν τουρκικός στρατός, και αυτός ό καημένος σκούπιζε και έλεγε: «Παναγία μου, τι θα γίνει μ’ αυτήν την κατάσταση;». Μία φορά πού προσευχόταν με πόνο στην Παναγία, βλέπει να τον πλησιάζει μία γυ­ναίκα – ήταν ή Παναγία – πού έλαμπε και το πρόσωπο της ακτινοβολούσε.

Τού παίρνει την σκούπα από το χέρι και τού λέει: «Εσύ δεν ξέρεις να σκουπίζεις καλά· εγώ θα σκουπίσω». Και άρχισε να σκουπίζει. Υστέρα εξαφανί­σθηκε μέσα στο Ιερό. Σε τρεις μέρες έφυγαν όλοι οι Τούρκοι! Τους έδιωξε ή Παναγία.

Ό Θεός άτι δεν είναι σωστό θα το πετάξει πέρα, όπως το μάτι πετάει το σκουπιδάκι. Δουλεύει ό διάβολος, άλλα δουλεύει και ό Θεός και αξιοποιεί το κακό, ώστε να πρό­κυψη από αυτό καλό. Σπάζουν λ.χ. τα πλακάκια και ό Θεός τα παίρνει και φτιάχνει ωραίο μωσαϊκό.

Γι’ αυτό μή στενοχωρήσθε καθόλου, διότι πάνω από όλα και από όλους είναι ό Θεός, πού κυβερνά τα πάντα και θα καθίσει τον καθέναν στο σκαμνί, για να απολογηθεί για το τι έπραξε, οπότε και θα τον ανταμείψει ανάλογα. Θα αμει­φθούν αυτοί πού θα βοηθήσουν μία κατάσταση και θα τιμωρηθεί αυτός πού κάνει το κακό. Τελικά ό Θεός θα βάλει τα πράγματα στην θέση τους, αλλά ό καθένας μας θα δώσει λόγο για το τι έκανε σ’ αυτά τα δύσκολα χρόνια με την προσευχή, με την καλωσύνη.

Σήμερα προσπαθούν να γκρεμίσουν την πίστη, γι’ αυτό αφαιρούν σιγά-σιγά από καμμιά πέτρα, για να σωριασθεί το οικοδόμημα της πίστεως. Όλοι όμως ευθυνό­μαστε για το γκρέμισμα αυτό· όχι μόνον αυτοί πού αφαι­ρούν τις πέτρες και το γκρεμίζουν, άλλα και όσοι βλέ­πουμε να γκρεμίζεται και δεν προσπαθούμε να το υπο­στυλώσουμε.

Οποίος σπρώχνει στο κακό τον άλλον θα δώσει λόγο στον Θεό γι’ αυτό. Και ό διπλανός όμως θα δώσει λόγο, γιατί έβλεπε εκείνον να κάνη κακό στον συ­νάνθρωπο του και δεν αντιδρούσε. Ό κόσμος εύκολα πιστεύει έναν άνθρωπο πού έχει τον τρόπο να πείθει.

– Ό λαός, Γέροντα, είναι σαν θηρίο.

– Εγώ από τα θηρία δεν έχω παράπονο. Βλέπεις, τα ζώα δεν μπορούν να κάνουν μεγάλο κακό, γιατί δεν έχουν μυα­λό, ενώ ό άνθρωπος πού φεύγει μακριά από τον Θεό γί­νεται χειρότερος από το μεγαλύτερο θηρίο! Κάνει μεγά­λο κακό. Το δυνατό ξίδι γίνεται από το χαλασμένο κρα­σί. Τα άλλα Τα τεχνητά ξίδια δεν είναι τόσο δυνατά… Πιο φοβερό είναι, όταν ό διάβολος συμμαχήσει με έναν άνθρω­πο διεστραμμένο· τότε κάνει διπλό κακό στους άλλους, όπως ό σαρκικός λογισμός, όταν συμμαχήσει με την σάρ­κα, τότε κάνει μεγαλύτερο κακό στην σάρκα. Για να συνεργασθεί ό διάβολος με έναν τέτοιο άνθρωπο, πρέπει αυτός να είναι υπολογίσιμος, να έχει κακή προαίρεση, κακία.

Στην συνέχεια, Θεός φυλάξοι, αυτοί θα φέρουν δυ­σκολίες, θα στριμώξουν ανθρώπους, μοναστήρια. Ή Εκκλησία, ό Μοναχισμός, θα τους κάνη κακό, γιατί θα τους εμπόδιση στα σχέδια τους. Μόνον πνευματικά μπο­ρεί να αντιμετωπισθεί ή σημερινή κατάσταση, όχι κοσμι­κά. Θα σηκωθεί ακόμη λίγη φουρτούνα, θα πετάξει έξω κονσερβοκούτια, σκουπίδια, όλα Τα άχρηστα, και μετά θα ξεκαθαρίσουν Τα πράγματα. Σ’ αυτήν την κατάσταση θα δείτε, άλλοι θα έχουν καθαρό μισθό και άλλοι θα ξο­φλούν χρέη. Θα γίνουν έτσι Τα πράγματα, πού δεν θα στε­νοχωριέται κανείς για την ταλαιπωρία πού θα περνάνε – δεν θα λέει φυσικά «δόξα σοι ό Θεός».

Πόσο ό Θεός μας αγαπά! Αυτά πού γίνονται σήμε­ρα και αυτά πού σκέφτονται να κάνουν, αν γίνονταν πριν από είκοσι χρόνια πού είχε περισσότερη πνευμα­τική άγνοια ό κόσμος, θα ήταν πολύ δύσκολα. Τώρα ξέ­ρει ό κόσμος· ή Εκκλησία δυνάμωσε. Ό Θεός αγαπάει τον άνθρωπο, το πλάσμα Του, και θα φροντίσει γι’ αυτά πού τού χρειάζονται, φθάνει ό άνθρωπος να πιστεύει και να τηρεί τις εντολές Του.

Γέροντος Παισίου Αγιορείτου – Λόγοι Β΄- Πνευματικη Αφύπνιση

Ὁ Ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, γεννήθηκε στὸ Μονοδένδρι τῆς Αἰτωλοακαρνανίας, ἀπὸ γονεῖς εὐσεβεῖς, ποὺ τοῦ ἔμαθαν τὰ πάντα γύρω ἀπὸ τὸν Χριστιανισμό. Σὲ ἡλικία 20 χρόνων πῆγε στὸ Ἅγιο Ὄρος, γιὰ νὰ σπουδάσει στὸ σχολεῖο τῆς Μονῆς Βατοπεδίου. Στὴν συνέχεια πῆγε στὴν Μονὴ Φιλοθέου, ὅπου ἐκάρη μοναχὸς καὶ χειροτονήθηκε καὶ ἱερέας.

Ὁ Κοσμᾶς ὅμως, δὲν μποροῦσε νὰ ἡσυχάσει. Ἤθελε νὰ διδάξει ὅλους τοὺς σκλαβωμένους Ἕλληνες γιὰ τὸν Χριστό. Θεωροῦσε ὅμως τὸν ἑαυτό του ἀδύνατο γιὰ νὰ τὸ κάνει. Μὲ Θεία ὅμως φώτιση πῆγε στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ συνάντησε τὸν ἀδελφό του, Χρύσανθο, ὁ ὁποῖος ἦταν δάσκαλος. Αὐτὸς τὸν βοήθησε στὴν ρητορική, ὥστε νὰ μπορεῖ νὰ διδάξει.

Στὴν συνέχεια, ἀφοῦ πῆρε τὴν ἄδεια τοῦ πατριάρχη, γύρισε στὴν Ἑλλάδα καὶ κυριολεκτικὰ τὴν ὄργωσε ἀπὸ ἄκρη σὲ ἄκρη. Ἀπ’ ὅπου πέρναγε πλῆθος πιστῶν «ραγιάδων», τὸν ἄκουγε μὲ πολλὴ προσοχή. Εἶναι χαρακτηριστικὸ αὐτὸ ποὺ εἶπε κάποτε στὴν ὁμιλία του σ’ ἕνα χωριὸ: «Ἦρθα στὸ χωριό σας νὰ σᾶς κηρύξω τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ. Δίκαιο λοιπὸν εἶναι νὰ μὲ πληρώσετε γιὰ τὸν κόπο μου. Ὄχι ὅμως μὲ χρήματα, γιατί τί νὰ τὰ κάνω; Ἡ πληρωμή μου εἶναι νὰ βάλετε τὰ λόγια του Θεοῦ στὴν καρδιά σας γιὰ νὰ κερδίσετε τὴν αἰώνια ζωή».

Ἀπ’ ὅπου πέρασε ἐκτὸς ἀπὸ τὶς διδασκαλίες ποὺ ἔκανε, ἔκτιζε σχολεῖα, βοηθοῦσε τοὺς ἀπόρους καὶ γενικῶς ἔκανε πολλὰ καλά.
Τελικὰ ἐπειδὴ ἔκανε κακὸ στοὺς Τούρκους, συνελήφθη καὶ ἀπαγχονίστηκε τὸ 1779.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

Ἀπολυτίκιο. Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Θείας πίστεως, διδασκαλίᾳ, κατεκόσμησας, τὴν Ἐκκλησία, ζηλωτὴς τῶν Ἀποστόλων γενόμενος· καὶ κατασπείρας τὰ θεῖα διδάγματα, μαρτυρικῶς τὸν ἀγῶνα ἐτέλεσας. Κοσμᾶ ἔνδοξε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

 

Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Ὡς φωστὴρ νεόφωτος τὴν Ἐκκλησίαν, καταυγάζεις ἅπασαν, Εὐαγγελίου διδαχαῖς, Κοσμᾶ Χριστοῦ Ἰσαπόστολε· διὸ ἀξίως γεραίρει τὴν μνήμην σου.

 

Μεγαλυνάριον.
Χαίροις Ἀποστόλων ὁ μιμητής, Κοσμᾶ Θεοφόρε, εὐσεβείας ὑφηγητά, τοῦ Εὐαγγελίου ὁ θεηγόρος κῆρυξ, καὶ τῶν πιστῶν ἁπάντων, θεῖον ἀγλάϊσμα. 

Ὁ Ἅγιος Εὐτυχὴς ὁ Ἱερομάρτυρας μαθητὴς τοῦ Ἁγίου Ἰωάννη Θεολόγου 

Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Εὐαγγελιστής, θέλοντας νὰ δείξει τὸν ἄνθρωπο ποὺ ἔχει ἀληθινὰ πνεῦμα Θεοῦ, εἶπε: "Πὰν πνεῦμα ὃ ὁμολογεῖ Ἰησοῦν Χριστὸν ἐν σαρκὶ ἐληλυθότα, ἐκ τοῦ Θεοῦ ἐστι". Δηλαδή, κάθε ἄνθρωπος ποὺ παρουσιάζεται μὲ χάρισμα Πνεύματος, ἂν ὁμολογεῖ ὄχι μόνο μὲ λόγια ἀλλὰ καὶ μὲ ἔργα ὅτι ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς πράγματι σαρκώθηκε καὶ ἔζησε σὰν ἄνθρωπος φέροντας τὴν ἀνθρώπινη φύση, αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἀπὸ τὸ Θεό.

Ἕνας τέτοιος ἄνθρωπος ἦταν καὶ ὁ Ἅγιος Εὐτυχής. Σὰν γνήσιος μαθητὴς τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Εὐαγγελιστοῦ, ἀπέδειξε περίτρανα στὴν ζωή του ὅτι εἶναι πραγματικὰ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ. Κήρυξε μὲ ἀνδρεῖα τὸ Εὐαγγέλιο, γκρέμισε πολλοὺς ναοὺς εἰδώλων, ὑπέμεινε δαρμοὺς καὶ κακοπάθησε πολλὰ χρόνια δέσμιος μέσα στὴ φυλακή. Κατόπιν τὸν ἔριξαν στὴ φωτιὰ καὶ μετὰ στὰ πεινασμένα θηρία. Ἐπειδή ὅμως, ἕνα ἀπὸ τὰ θηρία μίλησε μὲ ἀνθρώπινη φωνή, ἀλλὰ καὶ ἐπειδὴ στὴ συνέχεια ἔμεινε ἀβλαβὴς ἀπὸ τὰ ὑπόλοιπα μαρτύρια, ὅλοι ἐξεπλάγησαν.
Ἐξ’ αἰτίας, λοιπόν, αὐτῶν τῶν θαυμάτων, τὸν ἄφησαν ἐλεύθερο νὰ γυρίσει στὴν πατρίδα του Σεβαστή, ὅπου εἰρηνικὰ παρέδωσε στὸν Κύριο τὸ πνεῦμα του.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

Ἀπολυτίκιο. Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεῖς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Ὡς φοιτητὴς τῶν ἱερῶν Ἀποστόλων, τῆς εὐσεβείας ὑποφήτης ἐδείχθης, καὶ τὴν τοῦ Λόγου σάρκωσιν ἐκήρυξας τρανῶς· ὅθεν ἐνδιέπρεψας, μαρτυρίου τοῖς πόνοις, θαύμασι τῆς πίστεως, βεβαιώσας τὸν λόγον. Ἱερομάρτυς Πάτερ Εὐτυχές, Χριστὸν δυσώπει, ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν.

 

Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Εὐτυχίας κρείττονος κατατρυφήσας, Εὐτυχὲς μακάριε, ὡς ἱερεὺς καὶ ἀθλητής, Χριστὸν ἀπαύστως ἱκέτευε, πάσης ἀνάγκης ῥυσθῆναι τοὺς δούλους σου.

 

Μεγαλυνάριον.
Σύμπονος καὶ σύμπνους ἀναδείχθης, Εὐτυχὲς θεόφρον, Ἀποστόλων τῶν τοῦ Χριστοῦ, μέγιστον ἀξίως, εἰσεποιήσω κλέος, καὶ τῶν παθῶν Κυρίου, Μάρτυς γεγένησαι. 

Ὁ Ἅγιος Τατίων ὁ Μάρτυρας 

Καταγόταν ἀπὸ τὸ Μαντίναιο τῆς Μητροπόλεως Κλαυδιουπόλεως στὴν Ἐρδελία, τῆς ἐπαρχίας Ὀνωριάδος.

Συνελήφθη διότι ἦταν χριστιανὸς καὶ ὁδηγήθηκε στὸν ἡγεμόνα Οὐρβανό. Αὐτὸς τὸν ρώτησε ἂν ἐπιμένει νὰ ὁμολογεῖ τὸν Χριστὸ καὶ ὁ Τατίων μὲ τόλμη ἀπάντησε ὅτι θὰ τὸν ὁμολογεῖ μέχρι τελευταίας του πνοῆς.
Ἀμέσως τότε τὸν ἔδειραν σκληρὰ καὶ τὸν ξέσχισαν μὲ σιδερένια νύχια. Κατόπιν τὸν ἔσυραν μέχρι θανάτου μέσα στὴν Κλαυδιούπολη, ἀφοῦ πρῶτα ἔκανε τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

Ὁ Ὅσιος Γεώργιος ὁ Ὁμολογητής ὁ Λιμνιώτης

Ὁ Ὅσιος αὐτός, ἀπὸ μικρὸ παιδὶ ἀγάπησε τὴν μοναχικὴ ζωὴ καὶ ὅταν ἐνηλικιώθηκε ἔγινε μοναχὸς καὶ ἀσκήτευε στὸν Ὄλυμπο (τῆς Βιθυνίας).

Στὰ χρόνια τοῦ εἰκονομάχου βασιλιὰ Λέοντα τοῦ Ἰσαύρου (716), ὁ Γεώργιος ἀγωνίστηκε γιὰ τὴν Ὀρθοδοξία καὶ ἔκανε δριμύτατες παρατηρήσεις στὸν ἀσεβὴ βασιλιά.
Τότε ὑπέστη ἀπ’ αὐτὸν πολλὰ βάσανα καὶ μάλιστα σὲ ἡλικία 95 χρονῶν. Στὸ τέλος τοῦ ἔκοψαν τὴν μύτη, ἔκαψαν τὸ κεφάλι του καὶ ἔτσι παρέδωσε τὸ πνεῦμα του στὸν Θεό.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

Ἀνακομιδὴ Τιμίων Λειψάνων Ἁγίου Διονυσίου τοῦ ἐκ Ζακύνθου 

Γόνος εὐσεβέστατης καὶ ἀρχοντικὴς οἰκογένειας τῆς Ζακύνθου (πατρὸς Μωκίου Σηκούρου καὶ Παυλίνας), ἀνατράφηκε ἀπ’ αὐτὴν μὲ τὰ διδάγματα τοῦ Εὐαγγελίου. Ἔτσι γρήγορα διακρίθηκε στὰ γράμματα καὶ τὴν ἀρετή.

Νωρίς, μόλις ἐνηλικιώθηκε, ἀσχολήθηκε μὲ τὴν διδασκαλία τοῦ θείου λόγου, φροντίζοντας συγχρόνως νὰ συντρέχει στὴν ἀνακούφιση τῶν φτωχῶν. Κατόπιν ἔγινε μοναχὸς στὴν βασιλικὴ Μονὴ τῶν Στροφάδων, ὅπου ἀσκήθηκε στὴν ἀγρυπνία, τὴν ἐγκράτεια καὶ τὴν μελέτη τῶν Γραφῶν.

Ἔπειτα πῆγε στὴν Ἀθήνα, γιὰ νὰ βρεῖ καράβι προκειμένου νὰ ταξιδέψει στὰ Ἱεροσόλυμα. Ἀλλὰ ὁ τότε ἀρχιερέας τῶν Ἀθηνῶν, ἄκουσε κάποια Κυριακὴ τὸ λαμπρό του κήρυγμα καὶ μετὰ ἀπὸ πολλὲς παρακλήσεις τὸν ἔκανε ἐπίσκοπο Αἰγίνης, μὲ τὴν ἐπίσημη κατόπιν ἔγκριση τῆς Ἐκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως. Τὰ ποιμαντικά του καθήκοντα, ἐπιτέλεσε ἄγρυπνα καὶ ἄοκνα. Ἀναδείχτηκε διδάσκαλος, πατέρας καὶ παιδαγωγὸς τοῦ ποιμνίου του. Ἡ φήμη του εἶχε διαδοθεῖ παντοῦ, ἀλλὰ αὐτὸς παρέμενε ἁπλὸς καὶ ταπεινός. Ἀσθένησε ὅμως ἀπὸ τοὺς πολλοὺς κόπους καὶ παραιτήθηκε.

Γύρισε στὴν Ζάκυνθο, ὅπου μέχρι τὸ 1579 ἦταν προσωρινὸς ἐπίσκοπος. Μετὰ ἀποσύρθηκε στὴ Μονὴ τῆς Θεοτόκου τῆς Ἀναφωνητρίας, ὅπου ἀσκήτευε καὶ μὲ ἀγάπη κήρυττε καὶ βοηθοῦσε τοὺς κατοίκους τοῦ νησιοῦ. Ἦταν τόση ἡ ἀγάπη ποὺ εἶχε, ὥστε προστάτεψε ἀκόμα καὶ τὸν φονιὰ τοῦ ἀδελφοῦ του.
Ὁ Διονύσιος πέθανε σὲ βαθιὰ γεράματα, 17 Δεκεμβρίου 1624. Τάφηκε στὴ Μονὴ Στροφάδων καὶ κατὰ τὴν ἐκταφὴ τὸ λείψανό του βγῆκε εὐωδιαστὸ καὶ ἀδιάφθορο. Ἔτσι παραμένει μέχρι σήμερα καὶ ἡ Ζάκυνθος τιμᾶ καὶ πανηγυρίζει τὸν Ἅγιο, σὰν προστάτη καὶ πολιοῦχο της.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

Ἀπολυτίκιο. Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Τοῦ παντίμου Λειψάνου σου τὴν μετάθεσιν, ἀπὸ Στροφάδων εἰς Ζάκυνθον ἑορτάζοντες, Διονύσιε σοφὲ ἀνευφημοῦμέν σε· σὺ γὰρ παρέχεις δι’ αὐτοῦ, χάριν ἄφθονον ἀεί, τοῖς πίστει προσερχομένοις, τῇ θεϊκῇ χορηγίᾳ, ὡς τοῦ Χριστοῦ θεράπων γνήσιος.

 

Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Τοῦ σεπτοῦ Λειψάνου σου τῇ μεταθέσει, ἑορτὴν κροτοῦμέν σοι, πᾶς ὁ λαὸς ὁ τοῦ Θεοῦ, πανευσεβῶς εὐφημοῦντές σε, θαυματοφόρε σοφὲ Διονύσιε.

 

Μεγαλυνάριον.
Ἦκεν ἐκ Στροφάδων ὡς θησαυρός, τῇ πόλει Ζακύνθου, τὸν σὸν Λείψανον τὸ σεπτόν, καὶ καταπλουτίζει, θαυμάτων ἐνεργείαις, τῶν εὐσεβῶν τὰ στίφη, ὦ Διονύσιε.

Ὁ Ὅσιος Ἀρσένιος ὁ Θαυματουργός (Ρῶσος † 1550) 

Δὲν ἔχουμε λεπτομέρειες γιὰ τὸν βίο τοῦ Ὁσίου.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

Αποτέλεσμα εικόνας για ιακωβος τσαλικης

Ο γέροντας Ιάκωβος Τσαλίκης (1991) εξομολόγησε κάποτε μία γερόντισσα και της έβαλε κανόνα νά μην κοινωνήσει για τρία χρόνια.

-Γιατί δεν κοινωνάς; τη ρώτησε μία μέρα ο ιερέας της ενορίας της.

-Μου έβαλε κανόνα ο π. ‘Ιάκωβος, απάντησε εκείνη, και του είπε την αιτία.

-Όχι γιαγιά, μη στενοχωριέσαι. Αυτός είναι αγράμματος καλόγερος.

-Εγώ είμαι μορφωμένος και σου λύνω τον κανόνα. Νά έρθεις την Κυριακή νά σε κοινωνήσω.

Καθώς όμως πλησίασε ή γιαγιά νά μεταλάβει, ένιωσε στο στόμα της την άγία λαβίδα άδεια και κρύα, δεν κατάλαβε τη γεύση της-θείας Κοινωνίας.

Το θαυμαστό γεγονός επαναλήφθηκε άλλες δύο Κυριακές, όπότε ή γυναίκα ανησύχησε και ξαναπήγε στο γέροντα ‘Ιάκωβο.

-Παιδί μου, της είπε εκείνος, ο κανόνας δεν λύνεται. Πρέπει νά κάνεις τον κανόνα πού σου έβαλα.

Το 1987, ο π. Ιάκωβος εξομολόγησε μία κοπέλα, αλλά της απαγόρευσε νά κοινωνήσει.

Εκείνη τότε επισκέφθηκε κάποιον επίσκοπο, πού της επέτρεψε τη θεία μετάληψη.

Όταν όμως πλησίασε νά κοινωνήσει, ή άγία λαβίδα μπήκε άδεια στο στόμα της.

Αυτό το παράδοξο και θαυμαστό επαναλήφθηκε κι άλλη φορά, οπότε η κοπέλα τρόμαξε, μετανόησε και πήγε να εξομολογηθεί πάλι στον π. ‘Ιάκωβο.

Όταν κοινωνώ τούς ανθρώπους, διηγιόταν χαρακτηριστικά άλλοτε ο μακαριστός γέροντας Ιάκωβος, ποτέ δεν κοιτάζω τα πρόσωπά τους.

Μερικές φορές όμως μου λέει ο λογισμός νά τα κοιτάξω.

Τότε βλέπω μερικά πρόσωπα νά έχουν μορφή σκύλου, πιθήκου ή άλλων ζώων. Είναι φοβερή η μορφή τους. Βλέπω όμως και μερικά ήρεμα και ιλαρά πού μετά τη θεία μετάληψη λάμπουν σαν τον ήλιο.

Μία φορά του είπε κάποιος συλλειτουργός του: Μ’ έκαψε ή θεία Κοινωνία!…

Εγώ, απάντησε ο γέροντας, δεν αισθάνθηκα νά με καίει.

Αντίθετα, ζούσε τόσο έντονα τη μέθεξη του δεσποτικού Σώματος, ώστε ανακαινιζόταν ψυχικά και σωματικά.

–Σήμερα πού κοινώνησες, είπε σ’ ένα πνευματικό του παιδί, βλέπεις πώς αισθάνεσαι; Εγώ αισθάνομαι έτσι πάντοτε. Ό Χριστός βρίσκεται μέσα μου πάντα.

ΘΑΥΜΑΤΑ ΚΑΙ ΑΠΟΚΑΛΥΨΕΙΣ ΑΠΟ ΤΗ ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ, Έκδοση Ιεράς Μονής Παρακλήτου Αττικής – Γέροντας Ιάκωβος Τσαλίκης, Ι.Ν. Παντανάσσης

 

 

Αποτέλεσμα εικόνας για αγιος παισιος

Μια μέρα ο Γέροντας Παΐσιος ησύχαζε στο κελί των Αγίων Αρχαγγέλων, στη σκήτη των Ιβήρων. Ήταν Αύγουστος μήνας και είχαν περάσει οι οχτώ πρώτες μέρες του. Ό Γέροντας τηρούσε αυστηρή νηστεία. Δεν είχε φάει μέχρι τότε τίποτα και οι σωματικές του δυνάμεις είχαν ελαττωθεί. Ωστόσο, το φρόνημα του ήταν ακμαίο και ή προθυμία του να βοηθάει τους αδελφούς της σκήτης, ιδίως αυτούς, πού ήταν μεγάλης ηλικίας, παρέμενε αμείωτη.Γύρω στις δέκα το πρωί, χτύπησε την πόρτα του ό γέρο — Μάξιμος, ένας σεβάσμιος μοναχός, πού είχε πάρει απόφαση να κατεβεί στο μοναστήρι, για να περάσει εκεί τον υπόλοιπο χρόνο της ζωής του.-Δι’ ευχών των αγίων, Γέροντα, ακούστηκε ή ψιλή φωνή του γέρο-Μάξιμου.

-Αμήν. Έλα μέσα, ευλογημένε, του απάντησε ό Γέροντας με χαμόγελο και του άνοιξε την πόρτα.

Οι δύο μοναχοί έδωσαν τον εν Χριστώ ασπασμό και κάθισαν σ’ ένα καναπέ. Ό γέρο-Μάξιμος ήταν πάνω από ογδόντα ετών, είχε δηλαδή τα διπλάσια χρόνια του π. Παϊσίου. Τελευταία αντιμετώπιζε πολλά προβλήματα υγείας και στη σκήτη δεν μπορούσε να έχει κάποια ουσιαστική βοήθεια, μια κι έμενε μόνος στο κελί. Ό Γέροντας Παΐσιος του ετοίμασε τον καφέ και τον ρώτησε πότε θέλει να κατεβεί στο μοναστήρι. Εκείνος με λυπημένο ύφος τού είπε:

-Παΐσιε αδελφέ μου, σήμερα λέω να κατεβώ και γι’ αυτό θέλω να με βοηθήσεις. Έχω μαζεμένα τα πράγματα σε δυο τσουβάλια και τρία χαρτοκιβώτια Μου έδωσε και ό παπα-Ιάκωβος το μουλάρι, για να τα φορτώσουμε.

—Να ‘ναι ευλογημένο, γέρο-Μάξιμε. Το μεσημέρι θα κατέβουμε στο μοναστήρι.

-Ξέρεις, Παΐσιε, πονάει ή καρδιά μου, πού φεύγω απ’ εδώ, άλλα δεν μπορώ να μείνω άλλο. Κι εσύ δεν μπορείς κάθε μέρα να έρχεσαι να με βοηθάς και να μου δίνεις ευλογία.

-Καλά, Γέροντα Όπως θέλεις, τον καθησύχασε ό π. Παΐσιος.

Κουβέντιασαν λίγη ώρα ακόμα και μετά σηκώθηκαν, για να πάνε να φορτώσουν τα πράγματα. Στο μονοπάτι πρώτος βάδιζε ό γέρο-Μάξιμος, πού παρ’ όλα τα γεράματα του προσπαθούσε να έχει γοργό βήμα και ακολουθούσε ό Γέροντας. Σε δεκαπέντε λεπτά είχαν φτάσει. Ό Γέροντας άρχισε να φορτώνει στο μουλάρι όλο το νοικοκυριό του αδελφού, ρίχνοντας και μερικές ματιές στο πρόσωπο του. Όταν όλα ήταν έτοιμα ό γέρο-Μάξιμος ανέβηκε να προσκυνήσει για τελευταία φορά στο εκκλησάκι και γρήγορα κατέβηκε τα λίγα σκαλοπάτια έχοντας τα μάτια του γεμάτα δάκρυα.

Ό Γέροντας κρατούσε το καπίστρι του μουλαριού και προχωρούσε σιγά – σιγά για να προλαβαίνει και ο γέρο—Μάξιμος από πίσω. Στο δρόμο έλεγε την Παράκληση της Παναγίας ψιθυριστά. Μετά από μισή ώρα, έφτασαν στην Πορταΐτισσα. Ξεφόρτωσαν το μουλάρι και με τη βοήθεια των άλλων δυο μοναχών μετέφεραν τα πράγματα σ’ ένα ευρύχωρο κελί, οπού θα έμενε ό γέρο-Μάξιμος. Το μοναστήρι ήταν ιδιόρρυθμο κι έπρεπε ο καθένας μοναχός να έχει τα αναγκαία πράγματα, για να ζήσει.

Χωρίς καθυστέρηση, ο Γέροντας άνοιξε τα τσουβάλια και τα κουτιά, τακτοποίησε τα πράγματα και προέτρεψε τον αδελφό να ξεκουραστεί. Εκείνος, συγκινημένος απ’ την αγάπη του Γέροντα, είπε:

Σε ευχαριστώ Παΐσιε. Ο Θεός να σου ανταποδώσει όλα όσα προσέφερες και , τον αγκάλιασε με τα τρεμάμενα γεροντικά του χέρια. Ή συγκίνηση του γέρο-Μάξιμου ήταν μεγάλη. Ό Γέροντας του έπιασε το χέρι με σεβασμό, του το φίλησε και τού υποσχέθηκε ότι θα περνάει να τον βλέπει. Ή αποστολή του Γέροντα είχε τελειώσει. Χαιρέτησε και δυο τρεις άλλους μοναχούς, πού πέρασαν από μπροστά του και πήγε προς την έξοδο. Τότε τον πλησίασαν δυο δόκιμοι μοναχοί, οί οποίοι τον παρακάλεσαν να τους πει λόγο αγαθό. ‘Ο Γέροντας τους είπε ότι βιάζεται και δεν θα καθίσει. Τους έδωσε την ευχή του κι έφυγε. Καθώς γύριζε στη σκήτη, το ανηφορικό μονοπάτι τον κούραζε πολύ. Δεν περπατούσε, όπως άλλες φορές. Ή νηστεία τον είχε εξαντλήσει. Μετά από τριακόσια περίπου μέτρα, όταν πια ήταν μέσα στο δάσος, άρχισε να ζαλίζεται. Κάθισε στη ρίζα κάποιας καστανιάς κι έκανε τρεις φορές τον σταυρό του. Πολύ λίγο φως έβλεπε. Άλλο απ’ τη ζαλάδα άλλο απ’ τη σκιά των δέντρων, ό Γέροντας βρισκόταν στο ημίφως. Ψιθύριζε, όμως, την ευχή, ακολουθώντας τον αργό ρυθμό της αναπνοής του.

Μετά από λίγη ώρα, όταν κάπως συνήλθε, είδε μπροστά του έναν νεαρό, πού είχε λαμπρό πρόσωπο και φορούσε λευκά ρούχα Στο χέρι του κρατούσε ένα μικρό καλαθάκι, το οποίο ήταν περίτεχνα φτιαγμένο. Ο νεαρός πήγε πολύ κοντά του, του πρόσφερε το καλαθάκι και τον προέτρεψε να φάει απ’ το περιεχόμενό του.

Ό Γέροντας άκουσε το νεαρό, τον ευχαρίστησε και άπλωσε το χέρι ίου στους καρπούς, πού είχε το καλαθάκι. Πήρε πέντε κεράσια και άρχισε να τα τρώει. Θέλησε να ευχαριστήσει και για δεύτερη φορά τον νεαρό, άλλα δεν τον έβλεπε. Άρχισε να παραξενεύεται για το τι είχε συμβεί. Ξανάκανε το σταυρό του, άπλωσε εκ νέου το χέρι του στο καλάθι και δοκίμασε ένα μήλο.

Αμέσως, όμως του ήρθε λογισμός: «Αύγουστος μήνας κι εγώ τρώω κεράσια και μήλα;». Κοίταξε όλους τους καρπούς του καλαθιού και διαπίστωσε ότι οι περισσότεροι δεν ήταν της εποχής. «Άγγελος Κυρίου ήταν», μονολόγησε ό Γέροντας.

Κάθισε λίγη ώρα ακόμα γιατί ήθελε να κατανοήσει την εμφάνιση του Αγγέλου και να ευχαριστήσει τον Κύριο. Έφαγε το μήλο και μετά κρατώντας το καλαθάκι, συνέχισε τον ανήφορο. Περπατούσε κάπως ξεκούραστα. Αργά το απόγευμα, έφτασε στο κελί του και πήγε κατ’ ευθείαν στο εκκλησάκι. Σταυροκοπήθηκε και γονάτισε. Ήθελε να ευχαριστήσει τον Κύριο, αλλά και να του παραπονεθεί:

«Κύριε, σ’ ευχαριστώ για τα φρούτα πού μου έστειλες με τον Άγγελό σου. Όμως, εγώ χάλασα τη νηστεία! Δεν μπόρεσα να νηστέψω μέχρι της Παναγίας. Συγχώρεσέ με!».

Μετά σηκώθηκε, μπήκε στο κελί του και ξάπλωσε στο ξύλινο κρεβάτι του, για να ξεκουραστεί.Ο κάματος της νηστείας και της μέρας ήταν πολύ μεγάλος.

Πρεσβύτερος Διονύσιος Τάτσης Εφημερίδα Ορθόδοξος Τύπος.

Ἀπολυτίκιο. Ἦχος α’.
Ἐν τῇ γεννήσει τὴν παρθενίαν ἐφύλαξας, ἐν τῇ κοιμήσει τὸν κόσμον, οὐ κατέλιπες Θεοτόκε· μετέστης πρὸς τὴν ζωήν, Μήτηρ ὑπάρχουσα τῆς ζωῆς, καὶ ταῖς πρεσβείαις ταῖς σαῖς λυτρουμένη, ἐκ θανάτου τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

 

Κοντάκιον. Ἦχος β’. Αὐτόμελον.
Τὴν ἐν πρεσβείαις ἀκοίμητον Θεοτόκον, καὶ προστασίαις ἀμετάθετον ἐλπίδα, τάφος καὶ νέκρωσις οὐκ ἐκράτησεν· ὡς γὰρ ζωῆς Μητέρα, πρὸς τὴν ζωὴν μετέστησεν, ὁ μήτραν οἰκήσας ἀειπάρθενον.

 

Μεγαλυνάριον.
Παρέστης Παρθένε ἐκ δεξιῶν, τοῦ Παμβασιλέως, ὡς βασίλισσα τοῦ παντός, περιβεβλημένη, ἀθανασίας αἴγλην, ἀρθεῖσα μετὰ δόξης, πρὸς τὰ οὐράνια.

Ὁ Ἅγιος Λοῦππος ὁ Μάρτυρας 

Γιὰ τὸν Ἅγιο αὐτὸ δὲν ἀναφέρεται πουθενὰ βιογραφικό του ὑπόμνημα στοὺς Συναξαριστές. Μόνο στὸν Παρισινὸ Κώδικα 1617 ἀναγράφεται ὅτι ὁ μάρτυρας αὐτὸς ὁμολόγησε μὲ θάρρος τὸν Χριστὸ μπροστὰ στὸν εἰδωλολάτρη ἄρχοντα, ὁ ὁποῖος μὲ διάφορες κολακεῖες προσπάθησε νὰ τὸν πείσει νὰ θυσιάσει στὰ εἴδωλα. Ἀλλὰ ἐπειδὴ δὲν τὰ κατάφερε τὸν βασάνισε μὲ τὸν πιὸ φρικιαστικὸ τρόπο καὶ  στὸ τέλος τὸν ἀποκεφάλισε.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

Ἀπολυτίκιο. Ἦχος γ’. Τὴν ὡραιότητα.
Τὴν ἀπροσμάχητον, τοῦ Λόγου δύναμιν, Λοῦππε μακάριε, περιζωσάμενος, κατεπολέμησας στερρῶς, τὸν ἄρχοντα τῆς κακίας· σὺ γὰρ ὑπερέλαμψας, ἐν ἀγῶσιν ἀθλήσεως· ὅθεν καὶ ἀπέλαβες, τὸ βραβεῖον τῶν ἄθλων σου, πρεσβεύων ἐκτενῶς Ἀθλοφόρε, δοῦναι ἡμῖν πταισμάτων λύσιν.

 

Κοντάκιον. Ἦχος β’. Τὰ ἄνω ζητῶν.
Ὁπλίτης στερρός, Κρίου ἐχρημάτισας, ὀλέσας ἐχθρῶν, ἀθλητικῶς τὰς φάλαγγας· σὺ γὰρ τῷ θείῳ ἔρωτι, ὐπὲρ φύσιν ἀγῶνας διήνυσας, πρεσβεύων Χριστῷ τῷ Θεῷ, πανένδοξε Λοῦππε, ὑπὲρ πάντων ἡμῶν.

 

Μεγαλυνάριον.
Μάρτυς ἀκαθαίρετος τοῦ Χριστοῦ, Λοῦππε ἀνεδείχθης, ἐν ἀγῶσι καταβαλών, τῶν ἀντικειμένων, ἐχθρῶν τὰς παρατάξεις}διὸ καὶ ἐδοξάσθης, ἀξίως ἔνδοξε.

Ὁ Ἅγιος Εἰρηναῖος ὁ Μάρτυρας Ἐπίσκοπος Σιρμίου 

Ἡ ζωὴ τοῦ ὑπῆρξε ἀνάλογη μὲ τὴ θερμὴ πίστη του πρὸς τὸν Χριστό. Ἦταν ἐπίσκοπος Σιρμίου, πρωτεύουσας τῆς Παννονίας. Σὰν ποιμενάρχης ἦταν ἁγνός, δραστήριος, γεμάτος εἰλικρινὴ ἀγάπη γιὰ τὸ ποίμνιό του, τὸ ὁποῖο τόσο πολὺ ἀγαποῦσε, ὥστε ἦταν ἀποφασισμένος νὰ δώσει καὶ τὴν ζωή του γι’ αὐτό, σὰν γνήσιος μιμητὴς τοῦ ἀρχιποιμένα Χριστοῦ, ποὺ εἶπε: «ὁ ποιμὴν ὁ καλὸς τὴν ψυχὴν αὐτοῦ τίθησιν ὑπὲρ τῶν προβάτων». Δηλαδή, ὁ καλὸς ποιμένας παραδίδει τὴν ζωή του γιὰ νὰ ἀπομακρύνει κάθε κίνδυνο ἀπὸ τὰ πρόβατά του καὶ γιὰ νὰ ὑπερασπισθεῖ τὴ ζωή τους.

Ἀργότερα, ὁ Εἰρηναῖος καταγγέλθηκε στὸν ἡγεμόνα τῆς πόλης ὅτι παρέσυρε στὴ θρησκεία τοῦ Ἰησοῦ εἰδωλολάτρες. Τότε συνελήφθη καί, ὅταν ὁ ἡγεμόνας Πρόβος τὸν ρώτησε ἂν ἀληθεύει αὐτὸ γιὰ τὸ ὁποῖο τὸν κατηγοροῦν, αὐτὸς ἀντὶ ἄλλης ἀπαντήσεως προσευχήθηκε μπροστά του.
Ὁ ἡγεμόνας ἀμέσως τὸν φυλάκισε καὶ ἔπειτα, ἀφοῦ τὸν μαστίγωσε, τὸν ἀποκεφάλισε καὶ ἔριξε τὸ κεφάλι του στὸν ποταμὸ Σαῦο.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

Ὁ Ἅγιος Εἰρηναῖος ὁ Ἱερομάρτυρας Ἐπίσκοπος Λουγδούνου 

Ὁ ἔνδοξος αὐτὸς Ἱερομάρτυρας, ὑπῆρξε στὰ χρόνια του βασιλιὰ Μάρκου Αὐρηλίου (160). (Πιθανὸν νὰ γεννήθηκε στὴν Σμύρνη, περὶ τὸ 140, διότι σὲ κάποιο ἀπὸ τὰ συγγράμματά του, λέει ὅτι, παιδὶ ἀκόμα γνώρισε τὸν ἐπίσκοπο Σμύρνης Πολύκαρπο. Ποιοῦ δάσκαλου ὅμως μαθητὴς ὑπῆρξε καὶ πὼς μπῆκε στὸν ἱερὸ κλῆρο δὲν γνωρίζουμε).

Ἦταν διάδοχος τῶν ἁγίων Ἀποστόλων καὶ ἔκανε ἐπίσκοπος τῆς πόλης Λουγδούνου (σημερινῆς Λυών) τῆς Γαλλίας (μετὰ τὸν μαρτυρικὸ θάνατο τοῦ προκατόχου του Ποθεινοῦ). Αὐτὸς ὅπως λένε, συνέγραψε πολλὰ συγγράμματα κυρίως δογματικά. Καὶ μ’ αὐτὰ στήριξε πολλοὺς χριστιανοὺς στὴν ὀρθὴ πίστη, καὶ τοὺς γλίτωσε ἀπὸ τὶς πλάνες τῶν διαφόρων αἱρέσεων.
Τέλος, ἀποκεφαλίστηκε καὶ αὐτὸς ἀπὸ τὸν βασιλιὰ Σεβῆρο, τὸ ἔτος 202, παίρνοντας ἔτσι τὸ ἀμάραντο στεφάνι τοῦ μαρτυρίου.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Ὡς σοφὸς Ἱεράρχης φερωνύμως ἐκήρυξας, τοῦ Εὐαγγελίου ἐν κόσμῳ, τῆς εἰρήνης τὰς χάριτας, παμμάκαρ Εἰρηναῖε ἱερέ, καὶ ἤθλησας στερρῶς ὑπὲρ Χριστοῦ· διὰ τοῦτό σε τιμῶμεν μελῳδικῶς, Ἱερομάρτυς κράζοντες· δόξα τῷ δεδωκότι σοι ἰσχύν, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα τῷ χορηγοῦντι διὰ σοῦ, ἡμῖν χάριν καὶ ἔλεος.

 

Κοντάκιον. Ἦχος β’. Τοὺς ἀσφαλεῖς.
Ὡς ἱερόν, ὑφηγητὴν τῆς χάριτος, καὶ εὐκλεῆ, τῆς ἀληθείας μάρτυρα, εὐφημοῦμεν καὶ βοῶμέν σοι, Εἰρηναῖε παμμακάριστε· Εἰρήνης πρὸς ὁδὸν Πάτερ κατεύθυνον, τοὺς πόθῳ προσιόντας τῇ πρεσβείᾳ σου, παρέχων ἡμῖν πταισμάτων ἄφεσιν.

 

Μεγαλυνάριον.
Χαίροις Ἀποστόλων ὁ μιμητής, καὶ τῆς ἐν Λουγδούνῳ, Ἐκκλησίας ὑφηγητής· χαίροις Εἰρηναῖε, σοφὲ Ἱερομάρτυς, εἰρήνην ὁ βραβεύων, τοῖς σὲ γεραίρουσι.

Ὁ Ἅγιος Πόθεινος ὁ Ἱερομάρτυρας Ἐπίσκοπος Λουγδούνου 

Ὑπῆρξε ἐπίσκοπος Λουγδούνου (σημερινῆς Λυὼν τῆς Γαλλίας) πρὶν τὸν Ἅγιο Εἰρηναῖο. Ἔζησε μᾶλλον στὶς ἀρχὲς τοῦ 2ου αἰῶνα καὶ μαρτύρησε γιὰ τὸν Χριστὸ κατὰ τὸ δεύτερο μισό του 2ου αἰῶνα.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

Ὁ Ὅσιος Καλλίνικος

Ὁ Ὅσιος Καλλίνικος, ὁ ὁποῖος διαδέχτηκε στὸν θρόνο τὸν Παῦλο τὸν Γ’, προηγουμένως ἦταν ἱερέας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κωνσταντινουπόλεως, καὶ προηγουμένως τοῦ ναοῦ τῶν Βλαχερνῶν.

Ὁ Καλλίνικος ὁ Α’, εἶχε μεγάλα πλεονεκτήματα. Στὰ χρόνια της πατριαρχείας του, βασιλιὰς ἦταν ὁ ἀσύνετος Ἰουστινινανὸς ὁ Β’. Αὐτὸς λοιπὸν ἤθελε νὰ κάνει μία πολυτελὴ βρύση κοντὰ στὰ ἀνάκτορά του καὶ γι’ αὐτὸν τὸν λόγο ἀπαίτησε ἀπὸ τὸν Καλλίνικο νὰ δώσει τὴν εὐχή του νὰ γκρεμιστεῖ ὁ ναὸς τῆς Θεοτόκου. Ὁ Καλλίνικος ἀπάντησε ὅτι ἡ Ἐκκλησία του, δίνει εὐχὲς γιὰ ἀνέγερση ναῶν καὶ ὄχι γιὰ γκρέμισμα. Στὴν πίεση ὅμως τοῦ αὐτοκράτορα εἶπε « Ἂς εἶναι δόξα εἰς σὲ Χριστέ μου, ὅτι πάντοτε ἀνέχεσαι καὶ ὑπομένεις». Ἦταν μία εὐχὴ εἰς βάρος τοῦ αὐτοκράτορα. Πράγματι τὸ 695 ὁ Ἰουστινιανὸς ἔπεσε ἀπὸ τὸν στρατηγὸ Λεόντιο καὶ μέσα στὸν ἱππόδρομο τοῦ ἔκοψαν τὴν μύτη καὶ τὸν ἐξόρισαν στὴν Χερσώνα.

Ἀργότερα τὸ 705, ὅταν μὲ προδοσία μαζὶ μὲ τοὺς Βούλγαρους καὶ Σλάβους, μπῆκε στὴν Κωνσταντινούπολη, τὸ πρῶτο του θῦμα ἦταν ὁ Καλλίνικος. Τὸν καταδίκασε χωρὶς δίκη, τὸν τύφλωσε καὶ τὸν ἐξόρισε στὴν Ρώμη ὅπου καὶ ἀπεβίωσε.
Ὁ Πατριάρχης Καλλίνικος ὁ Α’, ἔμεινε στὸν Θρόνο ἀπὸ τὸ 693 ἕως τὸ 705 μ.Χ.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

Οἱ Ἅγιοι 38 Μάρτυρες ποὺ μαρτύρησαν στὴ Θρᾴκη 

Ὅλοι μαρτύρησαν διὰ ξίφους. Ἴσως εἶναι οἱ ἴδιοι μὲ αὐτοὺς τῆς 20ης Αὐγούστου.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

Ὁ Ἅγιος Ἀντώνιος Ἐπίσκοπος Σάρδης 

Ἄγνωστος στοὺς Συναξαριστὲς καὶ τὰ Μηναῖα. Ἡ μνήμη του ἀναφέρεται, μαζὶ μὲ τὸν Μάρτυρα Λοῦππο, στὸν Σιναϊτικὸ Κώδικα 631.

Ὁ Ἀντώνιος αὐτὸς ἦταν ἐπὶ ἐποχῆς Νικολάου τοῦ Μυστικοῦ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως, ὁ ὁποῖος κατὰ τὴ δεύτερη πατριαρχία του (912 – 925), ἔστειλε στὸν Ἀντώνιο θερμὴ φιλικὴ ἐπιστολή, ποὺ ἀναδημοσίευσε ὁ Σεβασμιότατος Μητροπολίτης Σάρδεων Γερμανὸς στὸ Παράρτημα τῆς μελέτης του, περὶ τῆς Ἐκκλησίας τῶν Σάρδεων σ. 106.
Στὸν προαναφερθέντα Σιναϊτικὸ Κώδικα, ὑπάρχει κοινὸς Κανόνας Παρακλητικὸς στὸν Μάρτυρα Λοῦππο καὶ τὸν Ἀντώνιο ἐπίσκοπο Σάρδεων.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

Ὁ Ὅσιος Νικόλαος ὁ Σικελιώτης 

Ὁ Ὅσιος Νικόλαος ὁ Σικελιώτης, ασκήτευσε στὸ ὄρος Νεοτάκου τῆς Εὐβοίας. Δὲν ἔχουμε περισσότερες λεπτομέρειες γιὰ τὸν βίο τοῦ Ὁσίου Ἀσκητή.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

Ὁ Ὅσιος Χαράλαμπος ὁ Νεοφανὴς 

Δὲν ἔχουμε λεπτομέρειες γιὰ τὸν βίο τοῦ Ὁσίου.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

Και σαν έρθει η στιγμή της θείας Κοινωνίας και πρόκειται να πλησιάσεις την αγία Τράπεζα, πίστευε ακλόνητα πως εκεί είναι παρών ο Χριστός, ο Βασιλιάς των όλων. Όταν δεις τον ιερέα να σου προσφέρει το σώμα και το αίμα του Κυρίου, μη νομίσεις ότι ο ιερέας το κάνει αυτό, αλλά πίστευε ότι το χέρι που απλώνεται είναι του Χριστού. Αυτός που λάμπρυνε με την παρουσία Του την τράπεζα του Μυστικού Δείπνου, Αυτός και τώρα διακοσμεί την Τράπεζα της Θείας Λειτουργίας. Παραβρίσκεται πραγματικά και εξετάζει του καθενός την προαίρεση και παρατηρεί ποιος πλησιάζει με ευλάβεια ταιριαστή στο άγιο Μυστήριο, ποιος με πονηρή συνείδηση, με σκέψεις βρωμερές και ακάθαρτες, με πράξεις μολυσμένες.Αναλογίσου, λοιπόν, κι εσύ ποιο ελάττωμά σου διόρθωσες, ποιαν αρετή κατόρθωσες, ποιαν αμαρτία έσβησες με την εξομολόγηση, σε τι έγινες καλύτερος. Αν η συνείδησή σου σε πληροφορεί ότι φρόντισες αρκετά για την επούλωση των ψυχικών σου τραυμάτων, αν έκανες κάτι περισσότερο από τη νηστεία, κοινώνησε με φόβο Θεού. Αλλιώς, μείνε μακριά από τα άχραντα Μυστήρια. Και όταν καθαριστείς απ’ όλες τις αμαρτίες σου, τότε να πλησιάσεις.

Να προσέρχεστε, λοιπόν, στη θεία Κοινωνία με φόβο και τρόμο, με συνείδηση καθαρή, με νηστεία και προσευχή. Χωρίς να θορυβείτε, χωρίς να ποδοπατάτε και να σπρώχνετε τους διπλανούς σας. Γιατί αυτό αποτελεί τη μεγαλύτερη τρέλα και τη χειρότερη περιφρόνηση των θείων Μυστηρίων.

Πες μου, άνθρωπε, γιατί κάνεις θόρυβο; Γιατί βιάζεσαι; Σε πιέζει τάχα η ανάγκη να κάνεις τις δουλειές σου; Και σου περνάει άραγε, την ώρα που πας να κοινωνήσεις, η σκέψη ότι έχεις δουλειές; Έχεις μήπως την αίσθηση ότι είσαι πάνω στη γη; Νομίζεις ότι βρίσκεσαι μαζί με ανθρώπους και όχι με τους χορούς των αγγέλων; Μα κάτι τέτοιο είναι δείγμα πέτρινης καρδιάς…

Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου
«Ο Εκκλησιασμός»
Ιερά Μονή Παρακλήτου