Ὁ Ὅσιος Σαμψὼν ἐγεννήθηκε στὴ Ρώμη, ἀπὸ εὔπορους καὶ εὐσεβεῖς γονεῖς καὶ ἦταν συγγενὴς τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου. Ἐσπούδασε φιλολογία, φιλοσοφία καὶ ἰατρική. Μεταχειρίσθηκε ὅμως τὴν ἰατρικὴ ὄχι σὰν ἐπικερδὲς ἐπάγγελμα, ἀλλὰ γιὰ εὐεργετικοὺς καὶ φιλανθρωπικοὺς σκοπούς. Ὁδηγὸς στὸ βίο του ἦταν ὁ λόγος τοῦ Κυρίου: «Γίνεσθε οὖν οἰκτίρμονες καθὼς καὶ ὁ πατὴρ ἡμῶν οἰκτίρμων ἐστί». Ἔτσι ὁ Ὅσιος Σαμψὼν ἦταν προστάτης ἰατρὸς τῶν φτωχῶν. Τὴν οἰκία του τὴν εἶχε μετατρέψει σὲ νοσοκομεῖο καὶ περιέθαλπε πάσχοντες ἀστέγους.

Ὅταν ἀπέθαναν οἱ γονεῖς του, μὲ τὸν ἴδιο τρόπο ὁ Σαμψὼν συνέχισε τὴν ζωή του στὴν Κωνσταντινούπολη προσευχόμενος στοὺς ναοὺς τῶν Ἁγίων Προφητῶν. Ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Μηνᾶς (536 – 552 μ.Χ.), βλέποντας τὸ ἔργο καὶ τὴν ἀρετὴ τοῦ Σαμψών, τὸν ἐχειροτόνησε ἱερέα.

Μὲ ὅση περιουσία τοῦ ἀπέμεινε, ὁ Ὅσιος ἔκτισε νοσοκομεῖο, ποὺ ἀναδείχθηκε σὲ φημισμένο φιλανθρωπικὸ ἵδρυμα. Ἡ φήμη του προσείλκυσε τὴν εὔνοια καὶ αὐτοῦ τοῦ αὐτοκράτορος Ἰουστινιανοῦ (541 μ.Χ.), τὸν ὁποῖο ἐθεράπευσε ἀπὸ βαριὰ ἀσθένεια. Ὁ αὐτοκράτορας ἀπὸ εὐγνωμοσύνη ἀνακαίνισε τὸν ξενώνα, ποὺ εἶχε καταστραφεῖ ἀπὸ πυρκαγιὰ τὸ 532 μ.Χ., δίνοντάς του τὸ ὄνομα τοῦ ἰατροῦ ποὺ τὸν ἐθεράπευσε.

Ὁ ξενώνας τοῦ Ὁσίου Σαμψὼν κατεῖχε ξεχωριστὴ θέση ἀνάμεσα σὲ ὅλα τὰ νοσηλευτικὰ ἱδρύματα τῆς ἐποχῆς του. Εὑρισκόταν μεταξὺ τῶν ναῶν τῆς Ἁγίας Σοφίας καὶ τῆς Ἁγίας Εἰρήνης, σύγχρονοι δὲ μελετητὲς τὸν τοποθετοῦν στὰ βόρεια τῆς Ἁγίας Σοφίας. Τὸ Δεκέμβριο τοῦ 536 μ.Χ. καταστράφηκε πάλι ἀπὸ πυρκαγιὰ καὶ ξανακτίσθηκε. Ἡ «Σύνοψις τῶν Βασιλικῶν» στὸ τέλος τοῦ 9ου αἰῶνος μ.Χ. ὅριζε πὼς ὅλα τὰ προνόμια ποὺ εἶχαν δοθεῖ στὴν Ἐκκλησία τῆς Ἁγίας Σοφίας στὸν ξενώνα τοῦ ἀειμνήστου Σαμψὼν πρέπει νὰ διατηρηθοῦν. Ὁ Κωνσταντίνος ὁ Πορφυρογέννητος γράφει στὸ ἔργο του «Περὶ Βασιλείου Τάξεως», ὅτι ὁ διευθυντὴς τοῦ ξενῶνος τοῦ Σαμψὼν ἐκρατοῦσε στὴ λιτανεία τῆς Κυριακῆς τῶν Βαΐων τὸ ἕκτο λάβαρο. Ὁ ξενώνας ἐλειτούργησε ἄριστα μέχρι τὸν 13ο αἰώνα καὶ αὐτὸ φαίνεται ἀπὸ τὸ κείμενο τοῦ Μανουὴλ Φιλῆ (1275 – 1345), ὁ ὁποῖος ἐξέφρασε τὴν εὐχὴ ὁ ἀνιψιὸς τοῦ Μιχαὴλ Η’ Παλαιολόγου νὰ γίνει δεύτερος Σαμψών.
Ὁ Ὅσιος Σαμψὼν ἐκοιμήθηκε μὲ εἰρήνη, σὲ βαθὺ γήρας, στὸν ξενώνα του. Τὸ τίμιο λείψανό του ἐτοποθετήθηκε στὸ ναὸ τοῦ Ἁγίου Μάρτυρος Μωκίου.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Ὁ φέρων τὴν μίμησιν, τῶν τοῦ Θεοῦ οἰκτίρμων, ἐνθέου χρηστότητος, ἀναβλυσταίνεις κρουνούς, Σαμψὼν ἱερώτατε· σὺ γὰρ θεομιμήτῳ, ἐλλαμφθεὶς συμπαθείᾳ, ὤφθης τῶν τεθλιμένων, καὶ πασχόντων ἀκέστωρ, παρέχων ἑνὶ ἑκάστῳ, ῥῶσιν καὶ ἔλεος.

 

Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ’. Ὡς ἀπαρχὰς τῆς φύσεως.
Ὡς ἰατρὸν πανάριστον, καὶ λειτουργὸν εὐπρόσδεκτον, οἱ τῇ σορῷ του τῇ θείᾳ προστρέχοντες, Σαμψὼν θεόφρον Ὅσιε, συνελθόντες σε ὕμνοις καὶ ψαλμοῖς ἀνυμνοῦμεν, Χριστὸν δοξάζοντες, τὸν τοιαύτην σοι χάριν, παρέχοντα τῶν ἰάσεων.

 

Μεγαλυνάριον.
Χαίροις ἀσθενούντων ὁ ἰατρός· χαίροις θλιβομένων, ὁ θερμότατος ἀρωγός· χαίροις τῶν πενήτων, καὶ ξένων ἀντιλήπτωρ, Σαμψὼν Χριστοῦ θεράπον, ἀξιοθαύμαστε.

Ἡ Ὁσία Ἰωάννα ἡ Μυροφόρος

Ἡ Ὁσία Ἰωάννα ἡ Μυροφόρος ἦταν σύζυγος τοῦ Χουζᾶ, ἐπιτρόπου τοῦ Ἡρώδη, καὶ διακονοῦσε τὸν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστὸ μαζὶ μὲ τὶς ἄλλες Μυροφόρες γυναῖκες. Ἐκοιμήθηκε μὲ εἰρήνη.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ἅγιος Ἄνεκτος ὁ Μάρτυρας ἐν Καισαρείᾳ τῆς Παλαιστίνης

Ὁ Ἅγιος Μάρτυς Ἄνεκτος, εὐσεβὴς καὶ ζηλωτὴς Χριστιανός, ποὺ μὲ τοὺς λόγους καὶ τὰ ἔργα του, ἀποτελοῦσε πολύτιμη δύναμη τῆς Ἐκκλησίας στὴν Καισάρεια τῆς Καππαδοκίας, ἐμαρτύρησε ἐπὶ αὐτοκράτορος Διοκλητιανοῦ (284 – 305 μ.Χ.). Ὁ ἡγεμόνας τῆς πόλεως αὐτῆς, Οὐρβανός, ἀφοῦ συνέλαβε τὸν Ἄνεκτο καὶ δὲν μπόρεσε νὰ τὸν ἀποσπάσει ἀπὸ τὴν πίστη του, κατέφυγε στὴν ὠμὴ καὶ θηριώδη βία τῶν βασανιστηρίων. Στὴν ἀρχὴ τὸν ἐράβδισαν καὶ ἔπειτα τοῦ ἔσχισαν τὰ πλευρὰ μὲ σιδερένια νύχια, ἐτρύπησαν τοὺς ἀστραγάλους του καὶ ἔκαψαν τὶς πληγές του μὲ ἀναμμένες λαμπάδες. Ὅταν οἱ δήμιοι εἶδαν ὅτι ἀκόμα ἀνέπνεε, τὸν ἀποκεφάλισαν, τὸ 298 μ.Χ. Ἔτσι ὁ Μάρτυς ἔλαβε τὸν ἀμαράντινο στέφανο τοῦ μαρτυρίου καὶ εἰσῆλθε στὴ χαρὰ τοῦ Κυρίου του.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

 

Οἱ Ἅγιοι Θεράπων, Μακάριος, Μάρκιος καὶ Μαρκία οἱ Μάρτυρες

Περὶ τῶν Ἁγίων Μαρτύρων Θεράποντος καὶ Μακαρίου δὲν ἔχουμε ἱκανὰ ἁγιολογικὰ στοιχεῖα καὶ ἡ μνήμη τους ἀποσιωπᾶται σὲ διάφορους Συναξαριστές. Ἡ Μάρτυς Μαρκία ἐμαρτύρησε διὰ ξίφους, ἐνῶ ὁ Μάρτυς Μάρκιος ὁδηγήθηκε στὸν ἄρχοντα τοῦ Ἰκονίου Περίνιο καὶ ἐπειδὴ ὁμολογοῦσε τὸν Χριστό, ἔγδαραν τὸ σῶμά του, τὸν ἔβαλαν ἐπάνω σὲ πυρακτωμένη σχάρα, ἔκοψαν τὴ γλώσσα του, καὶ στὸ τέλος τὸν ἀποκεφάλισαν.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ἅγιος Πιέριος ὁ Ἱερομάρτυρας

Ὁ Ἅγιος Ἱερομάρτυς Πιέριος ἦταν πρεσβύτερος στὴν Ἀντιόχεια καὶ ἐτελειώθηκε διὰ πυρός. Ὁρισμένοι Συναξαριστές, μαζὶ μὲ τὴ μνήμη τοῦ Ἱερομάρτυρος Πιερίου, ἀναφέρουν καὶ αὐτὴ τοῦ ἀδελφοῦ του Ἰσιδώρου.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ὅσιος Λουκᾶς ὁ Ἐρημίτης 

Ὁ Ὅσιος Λουκᾶς, ἀφοῦ ἀσκήτεψε θεοφιλῶς, ἐκοιμήθηκε μὲ εἰρήνη.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Μνήμη διηγήσεως Συνεσίου 

Ἡ διήγηση τοῦ Ἁγίου Συνεσίου, Ἐπισκόπου Κυρήνης, περὶ Εὐαγρίου φιλοσόφου, εὑρίσκεται στὸ Λειμωνάριο τοῦ Ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ἅγιος Ἰάκωβος ὁ Νεομάρτυρας 

Διαβάζουμε: «Τῇ αὐτῇ ἡμέρα, μνήμη τοῦ Ἁγίου Νεομάρτυρος Ἰακώβου, ἐξ Ἐμέσης τῆς Συρίας καὶ ἐν Τριπόλει τοῦ Λιβάνου ἀθλήσαντος».
Ὁ Ἅγιος Νεομάρτυς Ἰάκωβος ἐμαρτύρησε κατὰ τὸν 15ο ἢ 16ο αἰώνα μ.Χ.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ὅσιος Σεραπίων ἐκ Ρωσίας 

Ὁ Ὅσιος Σεραπίων τῆς λίμνης τοῦ Κόζε ἔζησε στὴ Ρωσία τὸν 16ο αἰώνα μ.Χ. Ἐβαπτίσθηκε στὴν οἰκία τοῦ βογιάρου Ζαχαρία Πλέσεεβ, στὴ Μόσχα, καὶ ἔλαβε τὸ ὄνομα Σέργιος. Τὸ 1560 ἀποσύρθηκε στὴν περιοχὴ τῆς λίμνης Κόζε καὶ ἔζησε κοντὰ στὸν ἐρημίτη Νήφωνα ποὺ τὸν ἔκειρε μοναχὸ μὲ τὸ ὄνομα Σεραπίων. Ἐκοιμήθηκε μὲ εἰρήνη, ἀφοῦ ἀσκήτεψε θεοφιλῶς καὶ ἀνήγειρε μονὴ, τὸ 1611.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Οἱ Ἅγιοι Γρηγόριος, Ἀλέξανδρος, Βλαδίμηρος καὶ Πέτρος οἱ Ἱερομάρτυρες

Οἱ Ἅγιοι Ἱερομάρτυρες ἄθλησαν στὴ Ρωσία. Οἱ Γρηγόριος, Ἀλέξανδρος καὶ Βλαδίμηρος τὸ 1918 καὶ ὁ Πέτρος τὸ 1939.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

 

Ὁ Ἅγιος Κυρίων Β’ ὁ Ἱερομάρτυρας 

Ὁ Ἅγιος Ἱερομάρτυς Κυρίων Β’, κατὰ κόσμον Γεώργιος Σαντζαγκλισχβίλι, ἐγεννήθηκε τὸ 1855 στὸ χωριὸ Νικόζι τῆς περιοχῆς Γκόρι τῆς Γεωργίας ἀπὸ ἱερατικὴ οἰκογένεια. Μετὰ τὰ ἐγκύκλια γράμματα, καὶ ἀφοῦ ἀνατράφηκε μὲ παιδεία καὶ νουθεσία Κυρίου, παρακολούθησε μαθήματα στὴ Θεολογικὴ Ἀκαδημία τοῦ Κιέβου καὶ μετὰ τὴν ἀποφοίτησή του διορίσθηκε ὡς βοηθὸς τοῦ κοσμήτορος τῆς Ἀκαδημίας τῆς Ὀδησσοῦ. Ἐκάρη μοναχός, τὸ 1886, καὶ ἔλαβε τὸ ὄνομα Κυρίων. Ἀπὸ τότε ἀφιερώθηκε μὲ ἱερὸ ζῆλο στὴ συγγραφὴ καὶ τὴ μελέτη.

Μὲ τόλμη ὁ Ἅγιος ἀγωνίσθηκε κατὰ τῶν αἱρετικῶν Μονοφυσιτῶν ποὺ λυμαίνονταν τοὺς ναοὺς τῆς Γεωργίας καὶ ἀγωνίσθηκε μὲ θάρρος γιὰ τὴν ἐπιστροφὴ τῶν δημευμένων ἀπὸ τὸ κράτος ἐκκλησιῶν.
Τὸ 1901, ἐξελέγη Ἐπίσκοπος τῆς ἐπαρχίας Γκόρι καὶ διακόνησε στὴ συνέχεια στὴ Χαρσώνα, τὸ Ὀρὲλ καὶ τὸ Σοχούμι. Τὸ Ρωσικὸ καθεστὼς ἔδωσε τὴν ἄδεια, μετὰ ἀπὸ συνεχεῖς διώξεις τοῦ Ἁγίου, νὰ ἀνυψωθεῖ σὲ Ἀρχιεπίσκοπο Πολὼτσκ καὶ Βιτέμπσκ, ἀλλὰ δὲν τοῦ ἐπέτρεπε νὰ ἐπιστρέψει στὴ Γεωργία. Αὐτὸ ἔγινε τὸ 1917 καὶ τὸν Σεπτέμβριο τοῦ ἰδίου ἔτους ὁ Κυρίων ἐξελέγη Πατριάρχης τῆς Γεωργίας. Ἀπὸ τὴ θέση αὐτὴ ἀγωνίσθηκε σθεναρὰ γιὰ τὰ δίκαια τῆς Γεωργιανῆς Ἐκκλησίας καὶ τὸ αὐτοκέφαλό της, ἀλλὰ αὐτὸ ἐξόργισε πολλούς. Ἔτσι στὶς 27 Ἰουνίου 1918 ὁ Πατριάρχης Κυρίων εὑρέθηκε δολοφονημένος στὴν πατριαρχικὴ κατοικία στὴ μονὴ Μερτκόπι. Οἱ ἔρευνες ποὺ ἀκολούθησαν ἦσαν τυπικὲς καὶ ὁ δολοφόνος δὲν εὑρέθηκε ποτέ.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ὅσιος Δαβὶδ καταγόταν ἀπὸ τὴ βόρεια Μεσοποταμία, ποὺ ἦταν μεγάλο μοναστικὸ κέντρο, καὶ ἐγεννήθηκε περὶ τὸ 450 μ.Χ. Γιὰ λόγους ποὺ δὲν ἀναφέρονται ἦλθε στὴ Θεσσαλονίκη μαζὶ μὲ τὸ μοναχὸ Ἀδολᾶ. Κατὰ τὸ βιογράφο τους ὁ Ὅσιος εἰσῆλθε ἀρχικὰ στὴ μονὴ τῶν Ἁγίων Μαρτύρων Θεοδώρου καὶ Μερκουρίου, ἐπιλεγομένη Κουκουλλιατῶν, τῆς ὁποίας ἡ τοποθεσία προσδιορίζεται «ἐν τῷ ἀρκτικῷ μέρει τῆς πόλεως πλησίον τοῦ τείχους ἐν ᾧ ἐστι τὸ παραπόρτιον τῶν Ἀπροΐτων». Τὸ προσωνύμιο «Κουκουλλιατῶν»«Κουκουλλατῶν» δηλώνει τοὺς μοναχοὺς ποὺ ἔφεραν κουκούλιο, ἴσως κατὰ ἰδιάζοντα τρόπο, ἂν κρίνει κανεὶς ἀπὸ τὶς σωζόμενες ἀπεικονίσεις τοῦ Ὁσίου, δηλαδὴ ριγμένο στοὺς ὤμους. Ἡ θέση τῆς μονῆς πρέπει νὰ ἀναζητηθεῖ βορειοανατολικὰ τῆς Ἀκροπόλεως, ἐκεῖ ὅπου ἀναγνωρίζεται τὸ τοπωνύμιο «Κῆπος τοῦ Προβατᾶ».

Τὰ παραδείγματα τῶν ἁγίων ἀνδρῶν τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ἰδιαιτέρως τοῦ Προφήτου καὶ βασιλέως Δαβίδ, ὁ ὁποῖος «τριετῆ χρόνον ᾐτήσατο, ἵνα δοθῇ αὐτῷ χρηστότης καὶ παιδεία καὶ σύνεσις», ὤθησαν τὸν Ὅσιο Δαβὶδ νὰ ἀποφασίσει νὰ καθίσει σὲ δένδρο ἀμυγδαλέας μέχρι ὁ Κύριος νὰ τοῦ ἀποκαλύψει τὸ θέλημά Του καὶ νὰ τοῦ χαρίσει σύνεση καὶ ταπείνωση. Στὸ τέλος τῆς τριετίας ἐμφανίσθηκε στὸν Ὅσιο Ἄγγελος Κυρίου, ὁ ὁποῖος τὸν διαβεβαίωσε ὅτι εἰσακούσθηκε ἡ παράκλησή του καὶ ἡ δοκιμασία του ὡς δενδρίτου ἀσκητοῦ ἔληξε. Ὁ Ἄγγελος τοῦ εἶπε νὰ κατέλθει ἀπὸ τὸ δένδρο καὶ νὰ συνεχίσει τὸν ἀσκητικό του βίο σὲ κελὶ αἰνῶν καὶ εὐλογῶν τὸν Θεό. Ὁ Ὅσιος ἐκοινοποίησε τὴν ὀπτασία αὐτὴ στοὺς μαθητές του, ζητώντας τὴ βοήθειά τους γιὰ τὴν κατασκευὴ τοῦ κελιοῦ. Ἡ εἴδηση γρήγορα ἔφθασε στὸν Ἀρχιεπίσκοπο Θεσσαλονίκης Δωρόθεο καὶ σὲ ὅλη τὴν πόλη.

Ὅταν ὁ αὐτοκράτορας Ἰουστινιανὸς μὲ τὴ Νεαρὰ 11, τοῦ 535 μ.Χ., ἀπέσπασε ἀπὸ τὴν ἐκκλησιαστικὴ δικαιοδοσία τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης τὶς βόρειες περιοχὲς τοῦ Ἰλλυρικοῦ καὶ ἀνύψωσε τὴν ἰδιαίτερή του πατρίδα σὲ Ἀρχιεπισκοπή, ὑπὸ τὸν τίτλο τῆς Νέας Ἰουστινιανῆς, Ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης ἦταν ὁ Ἀριστείδης, ὁ ὁποῖος ἂν καὶ ἀποδέχθηκε τὴ μεταβολή, προσπάθησε ὅμως νὰ περισώσει τὴν πολιτικὴ σημασία τῆς πόλεως, μὲ τὴν ἐπαναφορὰ τῆς ἕδρας τοῦ ὑπάρχου τοῦ Ἰλλυρικοῦ ἀπὸ τὴν Πρώτη Ἰουστινιανὴ στὴ Θεσσαλονίκη. Ἐνῶ ἡ διάσπαση τῆς ἐκκλησιαστικῆς διοικήσεως δὲν ἐμείωνε τὴν ἀξία τῆς Θεσσαλονίκης, ἡ μετάθεση τῆς ἕδρας τῆς ὑπαρχίας συνιστοῦσε σοβαρὸ ὑποβιβασμὸ τῆς πόλεως. Τὸ αἴτημα λοιπὸν τῶν Θεσσαλονικέων, καθὼς καὶ ἡ ἐπιθυμία τοῦ ὑπάρχου Δομνίκου, ἦταν ἡ ἐπαναφορὰ τῆς ἕδρας στὴ Θεσσαλονίκη, ἰδέα ποὺ ἐνστερνίσθηκε μὲ ἐνθουσιασμὸ ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀριστείδης. Στὸ σημεῖο αὐτὸ ἐζητήθηκε ἡ βοήθεια τοῦ Ὁσίου Δαβὶδ γιὰ τὴ μεταφορὰ τοῦ αἰτήματος στὸν Ἰουστινιανό, διότι ὁ Ἀρχιεπίσκοπος, ὅπως ὁ Βίος ἐξηγεῖ, δὲν μποροῦσε «καταλιπεῖν τὴν πόλιν ἀδιοίκητον» καὶ νὰ μεταβεῖ στὴν Κωνσταντινούπολη. Ἐκτὸς τῶν ἄλλων ὅμως, ἡ προτίμηση τοῦ Ὁσίου Δαβὶδ δείχνει τὴ βαρύτητα, ἀλλὰ καὶ τὶς δυσχέρειες ποὺ προβλεπόταν ὅτι θὰ συναντοῦσε ἕνα παρόμοιο αἴτημα στὸν Ἰουστινιανό, ὁ ὁποῖος προσφάτως εἶχε τιμήσει τὴν ἰδιαίτερή του πατρίδα, Πρώτη Ἰουστινιανή, μὲ τὶς ἕδρες τῆς νέας Ἀρχιεπισκοπῆς καὶ τῆς ὑπαρχίας. Μετὰ ἀπὸ τόσα χρόνια ἐγκλεισμοῦ ὁ Ὅσιος ἐμφανίσθηκε γιὰ πρώτη φορὰ στὸ φῶς τοῦ ἥλιου. Ἡ μορφή του εἶχε ἀλλάξει. Τὰ μαλλιά του εἶχαν μακρύνει μέχρι τὴν ὀσφὺ αὐτοῦ καὶ τὰ γένεια του μέχρι τοὺς πόδες του, τὸ δὲ ἅγιο πρόσωπό του ἔλαμπε σὰν τὶς ἀκτῖνες  τοῦ ἥλιου. Συνοδευόμενος ἀπὸ δύο μαθητές του, τὸν Θεόδωρο καὶ τὸν Δημήτριο, ἀπέπλευσε πρὸς τὴ Βασιλεύουσα. Ἡ φήμη ὅμως τοῦ Ὁσίου εἶχε προτρέξει. Ἔτσι, ὅταν ἔφθασε ἐκεῖ, ὅλη ἡ Πόλη τὸν ὑποδέχθηκε. Ἡ ὑποδοχή του ἀπὸ τὴ Θεοδώρα, σύζυγο τοῦ Ἰουστινιανοῦ, καθὼς καὶ οἱ τιμὲς καὶ ὁ σεβασμός της πρὸς τὸ πρόσωπο τοῦ Ὁσίου, προκάλεσαν τὸν θαυμασμὸ ὅλων τῶν παρισταμένων. Ἡ Θεοδώρα ἐκινήθηκε  δραστήρια· ἔτσι, ὅταν ἐπέστρεψε ὁ Ἰουστινιανός, ὁ ὁποῖος ἀπουσίαζε  σὲ ἐπίσημες ὑποχρεώσεις, ἐφρόντισε νὰ προκαταλάβει τὴ γνώμη του θετικὰ ὑπὲρ τοῦ Ὁσίου Δαβίδ, μὲ ἀποτέλεσμα ὁ αὐτοκράτορας νὰ προσκαλέσει τὸν Ὅσιο ἐνώπιον τῆς συγκλήτου. Ὁ Ὅσιος παρουσιάσθηκε στὴ σύγκλητο κατὰ τρόπο θεαματικὸ κρατώντας στὰ χέρια του φωτιὰ μὲ θυμίαμα ποὺ δὲν κατέκαιγε τὴ σάρκα του. Τὸ παράστημα τοῦ Ὁσίου καθὼς καὶ τὸ προφανὲς θαῦμα ἐπέβαλε σὲ ὅλους κλίμα  δέους καὶ κατανύξεως, ὥστε ὁ βασιλέας πρόθυμα ἱκανοποίησε τὸ αἴτημά του μὲ σπουδή.

Κομίζοντας τὰ ἀγαθὰ νέα ὁ Ὅσιος ἀπέπλευσε γιὰ τὴ Θεσσαλονίκη, τὴν ὁποία ὅμως ἔμελλε μόνο ἀπὸ μακριὰ νὰ ξαναδεῖ, διότι μόλις τὸ πλοῖο παρέκαμψε τὸ ἀκρωτήριο ἐκεῖνος παρέδωσε τὸ πνεῦμά του στὸ Θεό. Τὸ γεγονὸς συνέβη μεταξὺ τῶν ἐτῶν 535 – 541 μ.Χ.

Ἡ εἴδηση τῆς ἀφίξεως τοῦ ἱεροῦ λειψάνου τοῦ Ὁσίου κάτω ἀπὸ τὶς συνθῆκες αὐτὲς συγκλόνισε ὁλόκληρη τὴν πόλη τῆς Θεσσαλονίκης. Τὸ σκήνωμα τοῦ Ὁσίου Δαβὶδ ἀρχικά κατατέθηκε στὸν τόπο, ὅπου εἶχαν ἀποτεθεῖ παλαιότερα τὰ ἱερὰ λείψανα τῶν Μαρτύρων Θεοδούλου καὶ Ἀγαθόποδος, στὰ δυτικὰ τοῦ λιμανιοῦ. Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀριστείδης μὲ πολλὴ θλίψη ὅρισε πάνδημη κηδεία. Τὸ λείψανο τοῦ Ὁσίου ἐνταφιάσθηκε στὴ μονή του, τῶν Ἀπροΐτων, σύμφωνα μὲ τὴν ἐπιθυμία του.

Ἑκατὸν πενήντα χρόνια μετὰ τὴν κοίμηση τοῦ Ὁσίου, περὶ τὸ 685 – 690 μ.Χ., ἔγινε μία προσπάθεια γιὰ τὴ διάνοιξη τοῦ τάφου, ὅταν ὁ ἡγούμενος τῆς μονῆς τῶν Ἀπροΐτων Δημήτριος «ἠθέλησεν ἀπὸ πολλὴν πίστιν λαβεῖν τι μέρος ἐκ τοῦ ἁγίου αὐτοῦ λειψάνου». Μόλις ὅμως ἐξεκίνησε ἡ ἐργασία αὐτή, ἡ πλάκα ποὺ ἐκάλυπτε τὸν τάφο ἔσπασε καὶ αὐτὸ ἐθεωρήθηκε ὡς φανέρωση τοῦ θελήματος τοῦ Ὁσίου νὰ μὴ θιγεῖ. Τὸ ἱερὸ λείψανο παρέμεινε στὴν ἀρχική του θέση μέχρι τὴν ἐποχὴ τῶν σταυροφοριῶν. Κατὰ τὴν περίοδο τῆς λατινικῆς κυριαρχίας τοῦ μομφερρατικοῦ οἴκου στὴ Θεσσαλονίκη (1204 – 1222), τὸ ἱερὸ λείψανο μεταφέρθηκε στὴν Ἰταλία καὶ τὸ 1236 ἀπαντᾶται στὴν Παβία, ἀπ’ ὅπου μεταφέρθηκε στὸ Μιλάνο, τὸ 1967.
Τελικά, τὸ σεπτὸ λείψανο τοῦ Ὁσίου Δαβὶδ μεταφέρθηκε στὴ Θεσσαλονίκη καὶ κατατέθηκε στὴ βασιλικὴ τοῦ Ἁγίου Δημητρίου στὶς 16 Σεπτεμβρίου 1978.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.

Ὡς φοῖνιξ ἐξήνθησας, τῶν ἀρετῶν τοὺς καρπούς, ἀσκήσας ὡς ἄσαρκος, ἀμυγδαλῆς ἐν φυτῷ, Δαβὶδ Πάτερ Ὅσιε. Ὅθεν Θεσσαλονίκη, τοῖς ὁσίοις σου πόνοις, χάριν παρὰ Κυρίου, δαψιλῆ καρπουμένη, γεραίρει ὡς μεσίτην σε, θερμὸν πρὸς τὸν Φιλάνθρωπον.

 

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Τῇ ἀγάπῃ τοῦ Λόγου Πάτερ πτερούμενος, ἐπὶ τοῦ δένδρου διῆλθες ἀγγελικὴν βιοτήν, καὶ ἐξήνεγκας ἡμῖν καρποὺς τῆς χάριτος· ἐξ ὧν τρυφῶντες νοητῶς, ἐκβοῶμέν σοι πιστῶς, Δαβὶδ Ὁσίων ἀκρότης· μὴ διαλίπῃς πρεσβεύων, ἐλεηθῆναι τὰς ψηχὰς ἡμῶν.

 

Κοντάκιον. Ἦχος β’. Τοὺς ἀσφαλεῖς.
Ὡς μιμητήν, τῶν οὐρανίων τάξεων, καὶ ἀγαθῶν, τῶν ἐπιγείων πάροικον, ἐπαξίως μακαρίζομεν, σὲ ὦ Δαβὶδ θεομακάριστε· τὸν βίον γὰρ ὡς ἄγγελος ἐτέλεσας, καὶ θείων δωρημάτων κατετρύφησας, ἐξ ὧν καὶ ἡμῖν μετάδος Ὅσιε.

 

Μεγαλυνάριον.
Ἤνεγκας ὡς κλῆμα ἐν τῇ Ἐδέμ, ἑστὼς ὑπὲρ φύσιν, ἐπὶ δένδρου Πάτερ Δαβίδ, βότρυας ἡδίστους, ζωῆς τῆς μακαρίας, δι’ ὧν ἀεὶ εὐφραίνεις, τοὺς σὲ γεραίροντας.

Οἱ Ἅγιοι Ἰωάννης καὶ Παῦλος οἱ Μάρτυρες

Ἡ χρονολογία καὶ τὰ γεγονότα τοῦ μαρτυρίου τῶν Ἁγίων Ἰωάννου καὶ Παύλου δὲν δύνανται νὰ ἐξακριβωθοῦν ἱστορικά. Κατὰ τὴν ἁγιολογικὴ παράδοση, ἀποκεφαλίσθηκαν ἐπὶ τῆς βασιλείας Ἰουλιανοῦ τοῦ Παραβάτου (361 – 363 μ.Χ.). Μὲ ἄλλους Ἁγίους μνημονεύονται στὴν Ἀναφορὰ τῆς Ρωμαϊκῆς καὶ Ἀμβροσιανῆς λειτουργίας.

Ἡ ἐπίσημη ἀναγνώριση τῶν δύο Μαρτύρων ἀρχίζει, ὅπως φαίνεται, στὴ Ρώμη μὲ τὴν ἀφιέρωση στὴ μνήμη τους, περὶ τὰ τέλη τοῦ 6ου αἰῶνος μ.Χ., ρωμαϊκῆς βασιλικῆς. Ἡ βασιλικὴ αὐτή, ἀνεγερθεῖσα κατὰ τὸν 4ο αἰώνα μ.Χ., ἐπὶ τῶν ἐρειπίων τριῶν οἰκιῶν τοῦ Καιλίου λόφου, ἔφερε τὸν τίτλο τοῦ Παμμαχίου ἢ πιθανῶς καὶ τοῦ Βυζαντίου.

Κατὰ τὴν ἁγιολογικὴ παράδοση, ὁ Ἰωάννη καὶ ὁ Παῦλος, εὐνοῦχοι τῆς Κωνσταντίας ἢ Κωνσταντίνης καὶ τιτλοῦχοι τῆς αὐτοκρατορίας, ἀκολούθησαν τὸν στρατηγὸ Γαλλικανὸ σὲ πολεμικὴ ἐκστρατεία, κατὰ τὴν ὁποία τὸν ἔπεισαν περὶ τῆς ἀληθείας τῆς Χριστιανικῆς πίστεως. Ἀφοῦ ἐπανῆλθε στὴ Ρώμη νικητής, ὁ Γαλλικανὸς ἀπαρνεῖται τὸν κόσμο τοῦ παλατίου καὶ ἀποσύρεται στὴν Ὠστία. Ἐκεῖ, μετατρέπει τὴν οἰκία φίλου ἀνδρός, ποὺ ὀνομαζόταν Ἰλαρίνος, σὲ πανδοχεῖο καὶ ἀφιερώνεται ἐξ ὁλοκλήρου στὴν ἐξυπηρέτηση τῶν διερχόμενων πτωχῶν καὶ ἀσθενῶν. Ὁ αὐτοκράτορας Ἰουλιανὸς τὸν καλεῖ τότε νὰ θυσιάσει στὰ εἴδωλα, ἀλλ’ ἀρνεῖται καὶ καταφεύγει στὴν Αἴγυπτο, ὅπου συλλαμβάνεται καὶ ὑπόκειται σὲ μαρτυρικὸ θάνατο ( 25 Ἰουνίου). Παρόμοιο θάνατο εὑρίσκει καὶ ὁ Ἰλαρίνος στὴν Ὠστία ( 7 Αὐγούστου).

Στὴ συνέχεια ὁ Ἰωάννης καὶ ὁ Παῦλος καλοῦνται στὸ παλάτι, ἀλλὰ δὲν ἀποδέχονται τὴν πρόσκληση. Ὁ Ἰουλιανὸς ἀπέστειλε πρὸς αὐτοὺς τὸν Τερεντιανό, γιὰ νὰ τοὺς πείσει νὰ θυσιάσουν, ἀλλὰ καὶ οἱ δύο ἀρνήθηκαν μὲ πνευματικὴ ἀνδρεία. Ἔτσι, ἀποκεφαλίσθηκαν ἀμέσως μετὰ στὴν οἰκία τους, ὅπου καὶ ἐνταφιάσθηκαν.
Ὁ μυστικὸς τάφος τῶν Ἁγίων Μαρτύρων Ἰωάννου καὶ Παύλου εὑρέθηκε κατὰ τὴ βασιλεία τοῦ Ἰοβιανοῦ (363 – 364 μ.Χ.), διαδόχου τοῦ Ἰουλιανοῦ. Τότε ὁ διώκτης τους Τερεντιανὸς ἀσπάζεται τὴ Χριστιανικὴ πίστη καὶ ἀναλαμβάνει νὰ συγγράψει τὸ βίο τους.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ὅσιος Ἀνθίων 

Ὁ Ὅσιος Πατέρας μας Ἀνθίων, ἀφοῦ ἔζησε θεοφιλῶς, ἐκοιμήθηκε μὲ εἰρήνη.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ὅσιος Ἰωάννης Ἐπίσκοπος Γοτθίας 

Ὁ Ὅσιος Ἰωάννης, ὡς ὁ μέγας Προφήτης Ἰερεμίας, ἀφοῦ ἁγιάσθηκε ἀπὸ βρέφος, ἐγεννήθηκε ἀπὸ γονεῖς εὐλαβικούς, τὸν Λέοντα καὶ τὴν Φωτεινή, καὶ πιστοὺς μετὰ ἀπὸ τὴν ἐπαγγελία. Καὶ ἐδόθηκε ἀπὸ αὐτοὺς ταυτόχρονα μὲ τὴ γέννηση ὡς δῶρο στὸν Θεὸ καὶ ἀφιερώθηκε στὴν Ἐκκλησία τῆς Ἐπισκοπῆς Γοτθίας κατὰ τοὺς χρόνους τῆς βασιλείας τοῦ Λέοντος τοῦ Ἰσαύρου. Ὅταν ὅμως ἔφθασε στὸ μέτρο τῆς πνευματικῆς καὶ σωματικῆς ἡλικίας, καὶ ἔπρεπε αὐτὸς νὰ ἀνέλθει στὸ θρόνο τῆς ἀρχιερωσύνης, ἀφοῦ ἐψηφίσθηκε ἀπὸ τὸν ἴδιο λαό, ἀπεστάλει στὴν Ἰβέρια καὶ ἐχειροτονήθηκε ἀπὸ τὸν Ἀρχιερέα ποὺ ἦταν ἐκεῖ, ἐξαιτίας τοῦ ὅτι στὴν Κωνσταντινούπολη ἐπικρατοῦσε ἡ αἵρεση τῶν Εἰκονομάχων. Καὶ ἀφοῦ ἐπέστρεψε καὶ ἄριστα διαποίμανε τὸ ποίμνιό του, μεταφέρθηκε στὴν Κωνσταντινούπολη μετὰ τὸ θάνατο τοῦ Ἰσαύρου. Καὶ ἀφοῦ ἔγινε δεκτὸς ἀπὸ τὴ βασίλισσα Εἰρήνη, ἐπέστρεψε στὸ ποίμνιό του.
Παρέμεινε ἁπλός, ταπεινόφρων, φτωχὸς καὶ ἀφιλάργυρος, ἀδελφὸς τῶν ἱερέων, πατέρας τῶν λαϊκῶν του, ἀλλὰ κάποια αἱματηρὴ στάση ἀνάγκασε τὸν καλὸ ποιμένα νὰ καταφύγει μὲ πολλοὺς Χριστιανοὺς στὴν Ἀμάστριδα τοῦ Εὐξείνου Πόντου. Ἐκεῖ ἔμεινε ἐπὶ τέσσερα χρόνια καὶ ἐκοιμήθηκε μὲ εἰρήνη, μὴ παύων νὰ ἐλεεῖ μέχρι τὴν τελευταία του ἀναπνοή.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Σύναξις Ὑπεραγίας Θεοτόκου τῶν ἑπτὰ Λιμνῶν ἐν Καζὰν Ρωσίας 

Δὲν ἔχουμε λεπτομέρειες γιὰ τὸ γεγονός.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr         

Ὁ Ἅγιος Διονύσιος Ἀρχιεπίσκοπος Σουζδαλίας

Ὁ Ὅσιος Διονύσιος ἐγεννήθηκε στὴ νότια Ρωσία στὴν ἐπαρχία τοῦ Κιέβου, κατὰ τὶς ἀρχὲς τοῦ 14ου αἰῶνος μ.Χ., ἦταν ἐρημίτης καὶ ἱδρυτὴς κοινοβίων, καθὼς καὶ ἕνας ἀπὸ τοὺς πρωταγωνιστὲς τῆς μοναστικῆς ἀναγεννήσεως καὶ τῆς γενικῆς πολιτικῆς καὶ πολιτιστικῆς ἀφυπνίσεως στὴ Ρωσία τῆς ἐποχῆς του. Ὅταν ἔγινε ἐπίσκοπος ὑπερασπίσθηκε μὲ θάρρος τὴν αὐτονομία τῆς Ἐκκλησίας ἀπὸ τὴν πολιτικὴ ἐξουσία καὶ τὴν ὀρθόδοξη πίστη ἀπὸ τὶς αἱρέσεις.

Σχετικὰ μὲ τὰ πρῶτα του βήματα στὸ μοναχικὸ βίο συλλέγουμε τὶς πληροφορίες ἀπὸ διάφορα ρωσικὰ χρονογραφήματα. Ἀπὸ αὐτὰ τὰ χρονογραφήματα συνθέτουμε τὶς κύριες κατευθύνσεις τῆς ἐπισκοπικῆς του διακονίας ποὺ ἦταν στενότατα συνδεδεμένη μὲ τὶς πολιτικὲς καὶ ἐκκλησιαστικὲς ἀνακατατάξεις τῆς ἐποχῆς του. Σημαντικὲς πληροφορίες γιὰ τὴν ἀναγέννηση ποὺ ἔφερε στὸ μοναχισμὸ εἶναι, ἐπίσης, οἱ Βίοι τῶν μαθητῶν του. Σὲ νεανικὴ ἡλικία ἔζησε ὡς ἀναχωρητὴς σὲ μία σπηλιὰ κατὰ μῆκος τοῦ Βόλγα. Ἡ παρουσία σὲ ἐκείνη τὴν ἔρημο τῆς θαυματουργικῆς εἰκόνας τῆς Παναγίας στὴν ὁποία ἀπεικονίζονταν καὶ οἱ Ὅσιοι Ἀντώνιος καὶ Θεοδόσιος τοῦ Κιέβου, μᾶς ὁδηγεῖ στὸ συμπέρασμα ὅτι ὁ Διονύσιος προερχόταν ἀπὸ τὴ Λαύρα τῶν Σπηλαίων τοῦ Κιέβου. Στὶς ἀρχὲς τοῦ 1330 ἔκτισε σὲ ἐκείνη τὴν περιοχὴ τὸ μοναστήρι τῆς Ἀναλήψεως, ἀναδεικνυόμενος σὲ ἱκανότατο ἡγούμενο καὶ σοφότατο πνευματικὸ πατέρα.

Οἱ ἐπιδόσεις τοῦ Ὁσίου Διονυσίου στὴ σκληρὴ ἄσκηση καὶ οἱ γνώσεις του ἐπάνω στὶς Γραφὲς προσελκύουν κοντά του ἕνα μεγάλο ἀριθμὸ νέων. Αὐτοὶ μὲ τὴ σειρά τους, γύρω στὸ 1350, θὰ ἱδρύσουν πολλὰ κοινόβια μοναστήρια στὶς περιοχὲς τοῦ Νόβγκοροντ καὶ τῆς Σουζδαλίας.

Τὸ 1371, ὁ Ὅσιος Διονύσιος ἐτέλεσε τὴ μοναχικὴ κουρὰ τῆς πριγκίπισσας Βασίλισσας – Θεοδώρας, χήρας τοῦ πρίγκιπα τοῦ Νίζνϊυ Νόβγκοροντ Ἀνδρέα Κωνσταντίνοβιτς, ἡ ὁποία, ἀφοῦ ἐμοίρασε ὅλα της τὰ πλούτη, ἀποσύρθηκε στὸ μοναστήρι ποὺ εἶχε κτίσει ἡ ἴδια στὶς ὄχθες τοῦ Βόλγα. Τὸ παράδειγμά της ἀκολούθησαν καὶ ἄλλες εὐγενεῖς, ἀκολουθώντας τὸ μοναχικὸ τυπικὸ τὸ ὁποῖο εἶχε δώσει ὁ Ὅσιος Διονύσιος στὴ Θεοδώρα.

Τὸ γεγονὸς ὅτι ὅλοι οἱ μαθητὲς τοῦ Ὁσίου Διονυσίου ἵδρυσαν κοινόβια μοναστήρια, μᾶς ὁδηγεῖ στὸ συμπέρασμα ὅτι ἡ ἀδελφότητα τῆς μονῆς ποὺ ἵδρυσε ὁ ἴδιος στὶς ἀρχὲς τοῦ 1335 ἦταν ἕνα ἀπὸ τὰ πρῶτα κοινόβια τῆς βόρειας Ρωσίας.

Στὶς 19 Φεβρουαρίου 1374, ὁ Ὅσιος Διονύσιος ἐχειροτονήθηκε Ἐπίσκοπος τῆς Σουζδαλίας ἀπὸ τὸ Μητροπολίτη Ἀλέξιο, τοῦ ὁποίου τὶς ἀπόψεις ἀκολούθησε σχετικὰ μὲ τὴν πολιτικὴ ἑνοποίηση ὅλων τῶν πριγκίπων κάτω ἀπὸ τὴς ἡγεμονία τῆς Μόσχας.

Ὅταν ὁ Μητροπολίτης Ἀλέξιος ἐκοιμήθηκε ( 1378), ὁ Διονύσιος μαζὶ μὲ τὸν Ὅσιο Σέργιο τοῦ Ραντονὲζ καὶ τὸν Ὅσιο Θεόδωρο τοῦ Σιμωνώφ, ἀντιτάχθηκαν μὲ σκληρότητα ἐναντίον τῆς ἐκλογῆς τοῦ μοναχοῦ Μιχαὴλ στὴ χηρεύουσα Μητρόπολη. Ἡ δραστικὴ εἰσήγηση τοῦ Διονυσίου στὴ Σύνοδο, τὴν ὁποία συγκάλεσε ὁ πρίγκιπας τῆς Μόσχας Δημήτριος Ἰβάνοβιτς, προκάλεσε τὴν ὀπισθοχώριση τοῦ τελευταίου ἀπὸ τὴν ἀξίωσή του νὰ χειροτονήσει τὸν ὑποψήφιό του στὴ Μόσχα, πράγμα τὸ ὁποῖο θὰ ἦταν κανονικὸ ἀτόπημα καὶ θὰ ὑπαινισσόταν τὴν de facto αὐτοκεφαλία τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας. Ὁ Μιχαὴλ ἐστάλθηκε στὴν Κωνσταντινούπολη, προκειμένου νὰ χειροτονηθεῖ ἀπὸ τὸ συναινετικὸ Πατριάρχη Μακάριο, ἐνῶ ὁ Ὅσιος Διονύσιος ἐφυλακίσθηκε. Μὲ τὴ διαμεσολάβηση τοῦ Ὁσίου Σεργίου, ἐλευθερώθηκε δίνοντας τὴν ὑπόσχεση πὼς δὲν θὰ ἐγκαταλείψει τὴ Ρωσία καὶ ἐγκαταστάθηκε στὸ Νόβγκοροντ. Ἀπὸ ἐκεῖ ταξίδεψε στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ παρέστη στὴ Σύνοδο τοῦ 1380, ὅπου ὁ νέος Πατριάρχης Νεῖλος ἐχειροτόνησε ὡς νέο Μητροπολίτη Κιέβου καὶ τῆς Μεγάλης Ρωσίας τὸν ἀρχιμανδρίτη Ποιμένα, ἕναν ἐκ τῶν ἀπεσταλμένων τοῦ Δημητρίου ποὺ συνόδευε τὸν Μιχαήλ, ὁ ὁποῖος ἀπέθανε κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ ταξιδίου.

Ὁ Ὅσιος Διονύσιος προκάλεσε τὸ θαυμασμὸ τῶν Ἑλλήνων Ἐπισκόπων ὄχι μόνο μὲ τὴν ἀσκητικότητά του, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὶς νηστεῖες του, γιὰ τὶς ὁλονύκτιες προσευχές του καὶ γενικὰ γιὰ ὅλες τὶς χάρες ποὺ εἶχε ὡς ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ. Θαυμασμὸ προκαλοῦσε καὶ ἡ γνώση του ἐπάνω στὰ Ἱερὰ Κείμενα τῆς Παλαιᾶς καὶ τῆς Καινῆς Διαθήκης. Ὁ Πατριάρχης τὸν ἀνύψωσε σὲ Ἀρχιεπίσκοπο καὶ μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ κατέστη ὁ δεύτερος στὴν ἱεραρχία τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας. Ὁ Ὅσιος Διονύσιος παρέμεινε στὴ Βασιλεύουσα μέχρι τὰ τέλη τοῦ 1382. Τὸ 1381, ἀπέστειλε στὴ Ρωσία μὲ τὸν Ἕλληνα μοναχὸ Μαλαχία τὸν Φιλόσοφο, δύο ἀντίγραφα τῆς εἰκόνος τῆς Παναγίας τῆς Ὁδηγήτριας, προκειμένου νὰ τοποθετηθοῦν μία στὸ ναὸ τοῦ Σωτῆρος  στὸ Νίζνϊυ Νόβγκοροντ καὶ ἡ ἄλλη στὸν καθεδρικὸ ναὸ τῆς Σουζδαλίας.

Τὴν 1η Ἰανουαρίου 1383, ὁ Ὅσιος Διονύσιος ἦταν παρὼν στὴν ἐξόδιο ἀκολουθία τοῦ στάρετς Παύλου Βισόσκϊυ, ποὺ ἦταν μαθητής του καὶ γιὰ τὸ χαμὸ τοῦ ὁποίου ἔκλαψε πολύ, ὅπως μᾶς ἀναφέρουν διάφορες πηγές.

Ἀπὸ ἐκεῖ ἐπῆγε στὴ Σουζδαλία καὶ στὸ Νόβγκοροντ, ἀπ’ ὅπου ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀλέξιος τὸν ἔστειλε  στὸ Πσκώφ. Ἐκεῖ ὁ Ὅσιος Διονύσιος ἔστειλε στοὺς μοναχοὺς τῆς μονῆς Σνετογκόρσκϊυ μία ἐπιστολὴ σχετικὰ μὲ τὸ τυπικὸ τοῦ κοινοβιακοῦ μοναχισμοῦ. Τὸ σπουδαιότερο δὲ πρόβλημα ποὺ εἶχε νὰ ἀντιμετωπίσει στὶ Πσκὼφ ὁ Διονύσιος ἦταν ἡ αἵρεση τῶν Στριγγολνίκων, οἱ ὁποῖοι, κατὰ τὸ πρώτυπο τῶν Βογομόλων, ἀρνοῦνταν τὴν ἐκκλησιαστικὴ ἱεραρχία ὠς ἀντικανονική, ἀρνοῦνταν τὰ Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὸ θρησκευτικὸ ἐνταφιασμό, ἐκτὸς ἀπὸ μία παράδοξη ὁμολογία πρὸς τὴ γῆ.

Ἐπιστρέφοντας ἀπὸ τὸ Πσκώφ, ὁ Ὅσιος Διονύσιος εἶχε νὰ ἀντιμετωπίσει τὸ μοναχικὸ κίνημα ἐναντίον τοῦ Μητροπολίτου Ποιμένος. Προκειμένου νὰ τὸν ἐξαναγκάσουν σὲ παραίτηση, τὸν ἐφυλάκισαν ἀμέσως μετὰ τὴν ἐπιστροφή του ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολη. Μὲ τὴν παρέμβαση τοῦ Ὁσίου Διονυσίου ἀποκαταστάθηκε στὸ θρόνο του καὶ πάλι.

Τὸ 1383, συνοδευόμενος ἀπὸ τὸν Θεόδωρο Σιμωνόφσκι (ἀνιψιὸ τοῦ Ὁσίου Σεργίου) ἐπιστρέφει στὴν Κωνσταντινούπολη ὡς πρέσβης τοῦ μεγάλου πρίγκιπος Δημητρίου καὶ σύμφωνα μὲ τὰ ρωσικὰ χρονογραφήματα προήχθη σὲ Μητροπολίτη Κιέβου καὶ πάσης Ρωσίας. Ἡ ἀντικανονικότητα αὐτῆς τῆς ἐκλογῆς ὁδηγεῖ κάποιους στὸ συμπέρασμα ὅτι ἐπρόκειτο στὴν πραγματικότητα γιὰ μία συμφωνία, κατὰ τὴν ὁποία ὁ Ὅσιος Διονύσιος θὰ ἀνελάμβανε τὴ διοίκηση μέχρι τὴ διευθέτηση τοῦ προβλήματος ποὺ ὑπῆρχε μεταξὺ τῶν Ποιμένως καὶ Κυπριανοῦ ποὺ ἦσαν διεκδικητὲς τοῦ μητροπολιτικοῦ θρόνου.

Ὁ Ὅσιος Διονύσιος ἐπιστρέφοντας ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολη, δὲν κατάφερε νὰ φθάσει στὴ Μόσχα, διότι περνώντας ἀπὸ τὸ Κίεβο συνελήφθη ἀπὸ τὸ Λιθουανὸ πρίγκιπα Βλαδίμηρο Ὀλγκέρδοβιτς καὶ μετὰ ἀπὸ ἕνα χρόνο ἀπομονώσεως, ἐκοιμήθηκε στὶς 15 Ὀκτωβρίου 1385. Ἐνταφιάσθηκε στὴ Λαύρα τῶν Σπηλαίων τοῦ Κιέβου, ὅπου καὶ εἶχε ξεκινήσει τὸ μοναχικό του βίο.
Τὰ ἱερὰ λείψανα τοῦ Ὁσίου ἐχάθησαν μεταξὺ τοῦ 1638 καὶ 1686. Ἔχει τὴ φήμη τοῦ θαυματουργοῦ καὶ τὸ ὄνομά του εἶναι καταγεγραμμένο στὴ λίστα ὅλων τῶν Ἁγίων τῆς Λαύρας τῶν Σπηλαίων τοῦ Κιέβου. Στὸ Συνοδικὸ τῆς μονῆς τῆς Ἀναλήψεως ἡ μνήμη τοῦ Ὁσίου ἑορτάζεται στὶς 26 Ἰουνίου, ἀλλὰ καὶ στὶς 15 Ὀκτωβρίου, ἡμέρα τῆς κοιμήσεώς του.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Σύναξις Ὑπεραγίας Θεοτόκου τῆς Ὁδηγήτριας ἐν Τιχβὶν Ρωσίας 

Ἡ ἱερὴ εἰκόνα τῆς Θεοτόκου τοῦ Τιχβὶν ἐφυλασσόταν ἀρχικὰ στὴν Ἀντιόχεια καὶ κατέληξε στὴν Κωνσταντινούπολη, στὴν ἐκκλησία τῶν Βλαχερνῶν. Τὸ 1383, τὴν ἐποχὴ τοῦ πρίγκιπος Δημητρίου Ντονσκόϊ, ἐμφανίσθηκε μέσα σ’ ἕνα λαμπερὸ φῶς νὰ μεταφέρεται ἀπὸ Ἀγγέλους στὴ λίμνη Ὀνέγκα καὶ εὑρέθηκε ἀπὸ τοὺς κατοίκους τοῦ Τιχβὶν σὲ βαλτώδη περιοχή. Ἐκεῖ ἀνήγειραν, πρὸς τιμὴν τῆς Θεοτόκου, ναὸ καὶ ἀργότερα ἵδρυσαν μονή. Ἀνάμεσα στὰ πολλὰ θαύματα τῆς εἰκόνος θεωρεῖται καὶ ἡ διάσωση τῆς πόλεως ἀπὸ τὴν ἐπιδρομὴ τῶν Σουηδῶν, τὸ 1613.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ἅγιος Δαβὶδ ὁ Ὁσιομάρτυρας ἐκ Κυδωνιῶν 

Ὁ Ἅγιος Ὁσιομάρτυς Δαβὶδ καταγόταν ἀπὸ τὶς Κυδωνίες (Ἀϊβαλὶ) τῆς Μικρᾶς Ἀσίας. Οἱ κάτοικοι τῶν Κυδωνιῶν εἶχαν ἀναπτύξει μιὰ ἰδιαίτερη σχέση μὲ τὸ Ἅγιον Ὄρος, καθὼς ὑπῆρχαν δύο ἁγιορείτικα μετόχια στὴν πόλη τους, ἕνα τῆς μονῆς Ἰβήρων καὶ ἕνα τῆς μονῆς Παντοκράτορος. Ἔτσι, ὅταν ὁ Δαβὶδ ἐγκατέλειψε τὴ γενέτειρά του, ἐπισκέφθηκε τὸ Ἅγιον Ὄρος καὶ διέμενε κοντὰ σὲ κάποιον συμπατριώτη του, ἀδελφὸ τῆς Σκήτης τῆς Ἁγίας Ἄννης, ὅπου ἀργότερα ἐκάρη καὶ ὁ ἴδιος μοναχός.

Ὁ Ὅσιος Δαβὶδ κατὰ τὴ διάρκεια τῆς μοναχικῆς του πολιτείας, κινούμενος ἀπὸ θεῖο ζῆλο, ἀνέλαβε τὴν πρωτοβουλία, ἀφοῦ πρῶτα ἔλαβε τὴν εὐλογία τοῦ γέροντός του, νὰ ἐπισκεφθεῖ τὴ Σμύρνη, γιὰ νὰ συλλέξει χρήματα γιὰ τὴν ἀνοικοδόμηση τῶν ἐρειπωμένων ναῶν τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος καὶ τῆς Θεοτόκου στὸ Ἅγιον Ὄρος. Μετὰ τὴν ἀποπεράτωση τῶν ἐργασιῶν στοὺς δύο ναούς, οἰκοδόμησε καὶ δύο δεξαμενὲς νεροῦ, καθὼς καὶ μία σειρὰ κελιὰ γιὰ τοὺς προσκυνητές. Δὲν παρέμεινε ὅμως ἄλλο στὸ Ἅγιον Ὄρος, ἀλλὰ φλεγόμενος ἀπὸ τὸν πόθο τοῦ μαρτυρίου ἐπισκέφθηκε τὴ Μαγνησία, ὅπου προκάλεσε τοὺς Τούρκους, ὀνειδίζοντάς τους γιὰ τὴ θρησκεία τους. Αὐτοὶ τὸν συνέλαβαν καί, ἀφοῦ τὸν ἐξυλοκόπησαν ἄγρια, τὸν ἀπέπεμψαν ἀπὸ τὴν πόλη τους. Ἔτσι, χωρὶς νὰ πραγματοποιήσει τὴν ἐπιθυμία του ἐπέστρεψε στὴ Σκήτη τῆς Ἁγίας Ἄννης, ὅπου ἐξομολογήθηκε στὸ γέροντά του τὸ διακαὴ πόθο του γιὰ τὸ μαρτύριο. Ὁ πνευματικός του, φοβούμενος γιὰ τὴν ἔκβαση μιᾶς τέτοιας πράξεως, προσπάθησε νὰ τὸν ἀποτρέψει, χωρὶς ὅμως τελικὰ νὰ τὸ ἐπιτύχει. Ὁ Ὅσιος Δαβὶδ ἐπισκέφθηκε στὶς Καρυὲς τὸν Ἐπίσκοπο πρώην Χριστουπόλεως Παγκράτιο, ἀπὸ τὸν ὁποῖο ἔλαβε τὴν εὐλογία γιὰ νὰ προχωρήσει στὸ μαρτύριο, καὶ κατόπιν ἦλθε στὴ Θεσσαλονίκη. Ἐκεῖ ἐπληροφορήθηκε γιὰ τὴν ἐξώμοση ἑνὸς μοναχοῦ ἀπὸ τὴ Βατοπαιδινὴ Σκήτη τοῦ Ἁγίου Δημητρίου. Ὁ Ὅσιος Δαβὶδ τὸν ἐπισκέφθηκε καὶ προσπάθησε νὰ τὸν μεταπείσει· μάταια ὅμως, γιατὶ ὁ ἀρνησίθρησκος ἐπέμενε στὴν πλάνη του. Οἱ Τοῦρκοι, οἱ ὁποῖοι ἐφρουρούσαν τὸν ἐξωμότη, συνέλαβαν τὸν Ὅσιο καὶ ἀφοῦ τὸν ἐκτύπησαν, τὸν παρέδωσαν στὸν κριτή, γιὰ νὰ δικασθεῖ. Ὁ κριτής, φοβούμενος μήπως ὁ Ὅσιος Δαβὶδ καταφέρει νὰ μεταπείσει τὸν ἐξωμότη, διέταξε τὴν ἄμεση θανάτωση τοῦ Ὁσίου. Τὴν ἴδια νύχτα λοιπόν, στὶς 26 Ἰουνίου τοῦ 1813, ὁ Ὅσιος Δαβὶδ ὁ Κυδωνιεὺς εὑρῆκε μαρτυρικὸ θάνατο δι’ ἀπαγχονισμοῦ.
Ἰδιαίτερα τιμᾶται ὁ Ὁσιομάρτυς Δαβὶδ στὴ Σκήτη τῆς Ἁγίας Ἄννης τοῦ Ἁγίου Ὄρους.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

 

Σύναξις Ὑπεραγίας Θεοτόκου ἐν Νεάμτς Ρουμανίας 

Ἡ ἱερὰ εἰκόνα τῆς Παναγίας τοῦ Νεὰμτς προσφέρθηκε ὡς δῶρο ἀπὸ τὸ βυζαντινὸ αὐτοκράτορα Μανουὴλ Β’ Παλαιολόγο (1391 – 1425) στὸν ἡγεμόνα τῆς Μολδαβίας Ἀλέξανδρο τὸ 1399 καὶ τοποθετήθηκε στὸ μοναστήρι τοῦ Νεὰμτς τῆς Ρουμανίας.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Σύναξις Ὑπεραγίας Θεοτόκου τῆς Ρωμαίας ἐν Ρωσίᾳ 

Δὲν ἔχουμε λεπτομέρειες γιὰ τὸ γεγονός.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ἡ Ὁσιομάρτυς Φεβρωνία ἐμόναζε σὲ κάποιο μοναστήρι τῆς πόλεως Νισίβεως τῆς Μεσοποταμίας μαζὶ μὲ τὴ θεία της Βρυαίνη καὶ τὴν ἀδελφὴ Θωμαΐδα, διότι ὅλες οἱ ἄλλες μοναχές, ἀφοῦ ἐπληροφορήθηκαν ὅτι ἔρχονταν στὴ μονὴ πρὸς σύλληψή τους στρατιῶτες τοῦ ἡγεμόνος Σελήνου (288 μ.Χ.), κατὰ τοὺς διωγμοὺς τοῦ Διοκλητιανοῦ (284 – 305 μ.Χ.), ἐζήτησαν σωτηρία διὰ τῆς φυγῆς. Προσελθόντες δὲ οἱ στρατιῶτες τὶς ἀπήγαγαν πρὸς τὸν Σελῆνο, ὁ ὁποῖος καὶ ἐπέβαλε τὴν Ὁσία Φεβρωνία σὲ φρικότατα βασανιστήρια, ἀφοῦ ἀρνήθηκε νὰ θυσιάσει στὰ εἴδωλα καὶ νὰ δεχθεῖ ὡς σύζυγό της τὸν Λυσίμαχο, ἀνεψιὸ τοῦ ἡγεμόνος. Μὲ προσευχὲς καὶ πνευματικὴ ἀνδρεία, ἐπιθυμοῦσα νὰ γίνει «τῆς μελλούσης δόξης κοινωνὸς» ἐδέχθηκε τὸ μαρτυρικὸ διἀποκεφαλισμοῦ τέλος αὐτῆς, τὸ 304 μ.Χ.
Σύναξις αὐτῆς ἐτελεῖτο στὸ ναὸ τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Βαπτιστοῦ ποὺ εὑρισκόταν στὴν Ὀξεία.

 Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ἀπολυτίκιον.Ἦχος γ’. Τὴν ὡραιότητα.
Ὡς τῆς ἀσκήσεως, ῥόδον ἡδύπνευστον, ὀσμὴν ἀθλήσεως, τῷ κόσμῳ ἔμπνευσας, εἰς ὀσμὴν μύρων τοῦ Χριστοῦ, δραμοῦσα ἀσχέτῳ, πόθῳ· ὅθεν ὡς παρθένον σε, καὶ Ὁσίαν καὶ Μάρτυρα, θαυμαστῶς ἐδόξασε, Φεβρωνία ὁ Κύριος· ᾧ πρέσβευε ὑπὲρ τῶν βοώντων· χαῖρε σεμνὴ Ὁσιομάρτυς.

 

Κοντάκιον. Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Παρθενίας χάρισι, καῖ μαρτυρίου τῷ κάλλει, κοσμηθεῖσα ἔνδοξε, ὡς πανακήρατος νύμφη, ἔδραμες, λαμπαδηφόρος τῷ σῷ Νημφίῳ, ἔστεψαι, τῆς ἀφθαρσίας τῇ εὐπρεπείᾳ, καὶ πρεσβεύεις Φεβρωνία, ὑπὲρ τῶν πίστει ὑμνολογούντων σε.

 

Μεγαλυνάριον.
Χαίροις Φεβρωνία πανευκλεής, Ὁσίων ἡ δόξα, καὶ Μαρτύρων ἡ καλλονή· ἐν γὰρ ἀμφοτέροις, ἀθλήσασα νομίμως, εἰκότως καὶ βραβείων, διπλῶν ἠξίωσαι.

Ὁ Ὅσιος Διονύσιος κτίτωρ Ἱερᾶς Μονῆς Διονυσίου Ἁγίου Ὄρους 

Ὁ Ὅσιος Διονύσιος καταγόταν ἀπὸ τὸ χωριὸ Κορησσὸς Καστορίας καὶ ἐγεννήθηκε ἀπὸ εὐσεβεῖς γονεῖς. Ἦταν ἀδελφὸς τοῦ Ὁσίου Θεοδοσίου ( 11 Ἰανουαρίου), ἡγουμένου τῆς μονῆς Φιλοθέου τοῦ Ἁγίου Ὄρους καὶ Ἐπισκόπου Τραπεζοῦντος. Ὁ Ὅσιος, σὲ νεαρὴ ἡλικία, ἀκολούθησε τὸν ἀδελφό του Θεοδόσιο. Ἀπὸ ἐκεῖνον ἐδιδάχθηκε τὰ τῆς μοναχικῆς πολιτείας καὶ τοῦ ἀσκητικοῦ βίου. Ὅταν ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος ἔγινε Ἐπίσκοπος Τραπεζοῦντος, ὁ ἀδελφός του Διονύσιος τὸν ἐπισκέφθηκε. Ἀπὸ τὸν Θεοδόσιο ἐκάρη μοναχὸς καὶ ἀργότερα, τὸ 1346, ἐχειροτονήθηκε πρεσβύτερος ἀπὸ τὸν Ἐπίσκοπο Ἱερισσοῦ. Ὁ Ὅσιος Διονύσιος ἐγνωρίσθηκε μὲ τὸν αὐτοκράτορα  Ἀλέξιο Κομνηνὸ (1350 – 1390 μ.Χ.), ὁ ὁποῖος τὸν ἐβοήθησε νὰ τελειώσει τὴν ἀνοικοδόμηση τῆς ἱερᾶς μονῆς τοῦ Τιμίου Προδρόμου ποὺ εἶχε ἀρχίσει στὸ Ἄγιον Ὄρος, ἡ ὁποία μέχρι σήμερα εἶναι γνωστὴ μὲ τὸ ὄνομά του, μονὴ Διονυσίου. Γιὰ τὸ λόγο αὐτὸ ἐξασφάλισε καὶ τὸ μέλλον τῆς μονῆς μὲ Χρυσόβουλο, τὸ ὁποῖο ἐκδόθηκε τὸ Σεπτέμβριο τοῦ 1374. Ὁ Ὅσιος Διονύσιος, ἀφοῦ παρέλαβε τὸ Χρυσόβουλο, ἐπέστρεψε ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολη στὸν Ἄθωνα. Κατὰ τὴν ἐπιστροφή του εὑρῆκε λεηλετημένη τὴ μονὴ καὶ διαπίστωσε ὅτι ὅλοι οἱ μοναχοὶ εἶχαν αἰχμαλωτισθεῖ. Ἀναζητώντας τους μετέβη στὴ Βιθυνία, ὅπου εὑρῆκε τοὺς μοναχούς, τοὺς ὁποίους ἀφοῦ ἐξαγόρασε ἀπὸ τοὺς πειρατὲς τοὺς ὁδήγησε πάλι στὸ Ἅγιον Ὄρος. Τὸ 1380 ἐπισκέφθηκε, γιὰ τὴν ἐνίσχυση τῆς μονῆς, τὴν Τραπεζούντα, καί, τὸ 1382, τὴν Κωνσταντινούπολη.
Ὁ Ὅσιος Διονύσιος ἐκοιμήθηκε μὲ εἰρήνη στὴν Τραπεζούντα, τὸ 1388, καὶ ἐκηδεύθηκε ἀπὸ τὸν αὐτάδελφό του Θεοδόσιο στὸ ναὸ Χρυσοκεφάλου τῆς Τραπεζοῦντος.

 Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Φῶς οὐράνιον, ἐν σοὶ σκηνῶσαν, λύχνον ἄσβεστον, τοῖς ἐν τῷ Ἄθῳ, Διονύσιε σαφῶς σε ἀνέδειξε· σὺ γὰρ Προδρόμου τὸν βίον μιμούμενος, Μονὴν αὐτῷ ἀνέγειρες περίβλεπτον. Πάτερ Ὅσιε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

 

Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ᾿ Τῇ ὑπερμάχῳ.

Ὡς τοῦ Προδρόμου μιμητὴν βίου λαμπρότητι

Καὶ μοναζόντων ὁδηγὸν καὶ τύπον ἄριστον

Ἀνυμνοῦμέν σε οἱ δοῦλοί σου θεοφόρε.

Ἐν τῷ Ἄθῳ γὰρ βιώσας ὡς ἀσώματος

Καταυγάζεις ταῖς σαῖς πράξεσιν ἑκάστοτε
Τοὺς βοῶντάς σοι, χαίροις Πάτερ Διονύσιε.

 

Μεγαλυνάριον.
Χαίροις τῶν Ὁσίων ὁ μιμητής, καὶ τῶν ἐν τῷ Ἄθῳ, γνώμων θεῖος δι’ ἀρετῆς· χαίροις τῆς Μονῆς σου, ἀντίληψης καὶ σκέπη, ἣν φρούρει οὐρανόθεν, ὦ Διονύσιε.

Οἱ Ἅγιοι Ὀρέντιος, Φαρμάκιος, Ἔρως, Φίρμος, Φιρμίνος, Κυριακὸς καὶ Λογγίνος οἱ Μάρτυρες

Οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες Ὀρέντιος, Φαρμάκιος, Ἔρως, Φίρμος, Φιρμίνος, Κυριακὸς καὶ Λογγίνος, ὀνομαστοὶ γιὰ τὴν ἀνδρεία τους, κατάγονταν ἀπὸ τὴν Ἀνατολή, ἦταν ἀδέλφια καὶ ὑπηρετοῦσαν ὡς στρατιῶτες στὴ Θράκη κατὰ τοὺς χρόνους τῶν αὐτοκρατόρων Διοκλητιανοῦ (284 – 305 μ.Χ) καὶ Μαξιμιανοῦ (286 – 305 μ.Χ.). Σὲ κάποια μάχη ἐναντίον τῶν Σκυθῶν, ὁ Ὀρέντιος κατόρθωσε νὰ φονεύσει τὸν ἀρχηγό τους Μαροθώμ. Γιὰ τὸ κατόρθωμά του αὐτὸ ἐτιμήθηκε , ἀλλὰ συγχρόνως προσκλήθηκε νὰ συμμετέχει στὶς θυσίες πρὸς τὰ εἴδωλα ποὺ θὰ προσφέρονταν γιὰ τὴ νίκη του. Ὁ Μάρτυς ἀρνήθηκε μὲ πνευματικὴ γενναιότητα νὰ θυσιάσει  καὶ διακήρυξε μὲ παρρησία ὅτι ὁμολογεῖ τὴν ἀκλόνητη πίστη του στὸν Ἀληθινὸ Θεό. Μετὰ ἀπὸ αὐτὸ τὸν ἀπέστειλαν, μαζὶ μὲ τὰ ἕξι ἀδέλφια του, δυσμενὴ μετάθεση στὰ Σάταλα τῆς Ἀρμενίας. Ἐκεῖ, μετὰ ἀπὸ λίγο χρόνο, συνελήφθησαν καὶ ὑπεβλήθησαν σὲ ἀνάκριση. Ὅλοι, «ἐν ἑνὶ στόματι καὶ μιᾷ καρδίᾳ», διεκήρυξαν τὴν πίστη τους πρὸς τὸν Κύριον καὶ Σωτήρα τους. Ἀμέσως ἐξορίσθηκαν σὲ μακρινοὺς καὶ σκληροὺς τόπους, ὅπου ἀπέθαναν μαρτυροῦντες ἀπὸ τὶς κακουχίες καὶ τὶς ταλαιπωρίες, τὶς ὁποῖες ὑπέστησαν χάριν τοῦ Νυμφίου Χριστοῦ.
Ὁ Μάρτυς Ὀρέντιος ἐτελειώθηκε στὸ Ρίζιο, ὅταν οἱ εἰδωλολάτρες τοῦ ἔδεσαν στὸ λαιμὸ βαριὰ πέτρα καὶ τὸν ἔρριψαν στὴ θάλασσα. Ἀπὸ ἐκεῖ, ὅμως, τὸν ἔβγαλε σῶο καὶ ἀβλαβὴ στὴν ξηρὰ Ἄγγελος Κυρίου, καὶ ἀφοῦ ὁ Ἅγιος προσευχήθηκε, παρέδωσε τὸ πνεῦμά του στὸν Θεό, στὶς 24 Ἰουνίου. Ἐκεῖ ἐνταφιάσθηκε τὸ τίμιο λείψανό του. Ὁ Μάρτυς Φαρνάκιος ἀναπαύθηκε, στὶς 3 Ἰουλίου, στὴν Κορδύλη. Οἱ Μάρτυρες Φίρμος καὶ Φιρμίνος ἀπέθαναν στὶς 7 Ἰουλίου στὴν Ἄψαρο τῆς ἀνατολικῆς πλευρᾶς τῆς Μαύρης Θάλασσας. Ὁ Μάρτυς Κυριακὸς ὑπέκυψε στὴ χώρα τῶν Λαζῶν, σὲ μιὰ περιοχὴ ὀνομαζόμενη Ζιγάνεω, στὶς 14 Ἰουλίου. Ὁ Μάρτυς Λογγίνος ἐπνίγηκε, ὅταν τὸ πλοῖο ποὺ τὸν μετέφερε στὴν Λιβυκὴ ἐβυθίστηκε στὴν Πιτυούντα. Ἐκεῖ καὶ ἐνταφιάσθηκε.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Οἱ Ἁγίες Εὐτροπία, Λεωνὶς καὶ Λιβύη οἱ Ὁσιομάρτυρες 

Ἡ Ἁγία Ὁσιομάρτυς Εὐτροπία ἐμαρτύρησε διὰ πυρὸς μὲ προτροπὴ τῆς μητέρας της, οἱ δὲ Λεωνὶς καὶ Λιβύη διὰ ξίφους, ἐν Παλμύρᾳ τῆς Συρίας, τὸ 303 μ.Χ.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ἅγιος Γαλλικανὸς ὁ Μάρτυρας 

Ὁ Ἅγιος Μάρτυς Γαλλικανὸς ἐγεννήθηκε περὶ τὰ τέλη τοῦ 3ου αἰῶνος μ.Χ., ἐπὶ Μεγάλου Κωνσταντίνου, τοῦ ὁποίου ἦταν φίλος. Ἀφοῦ προσῆλθε στὸ Χριστιανισμό, τὸν ὁποῖο ἐδιδάχθηκε ἀπὸ τοὺς Μάρτυρες Ἰωάννη καὶ Παῦλο ( 26 Ἰουνίου) παραιτήθηκε ἀπὸ τὸ δημόσιο ἀξίωμά του καὶ ἀποσύρθηκε στὴν Ὠστία, ὅπου ἀφιέρωσε τὸ βίο του δεχόμενος καὶ περιθάλπων ἀσθενεῖς καὶ πρωχοὺς ὁδοιπόρους. Καταδιώχθηκε ἐπὶ Ἰουλιανοῦ τοῦ Παραβάτου (361 – 363 μ.Χ.) καὶ κατέφυγε στὴν Ἀλεξάνδρεια τῆς Αἰγύπτου. Ἐκεῖ συνελήφθη καὶ ἐτελειώθηκε μαρτυρικὰ δι’ ἀποκεφαλισμοῦ, τὸ 362 μ.Χ., ὑπὸ τοῦ δικαστοῦ Ραυκίωνος.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ἅγιος Πρόσπερος ἐξ Ἀκουϊτανίας τῆς Γαλλίας 

Ὁ Ἅγιος Πρόσπερος ἐγεννήθηκε στὴ Γαλλία, τὸ 390 μ.Χ. Ἐγκαταστάθηκε στὴ Μασσαλία καὶ ἀφιέρωσε τὸ βίο του στὴ θεία μελέτη καὶ τὴ θεολογικὴ συγγραφὴ ἀναδειχθὴς σφοδρὸς πολέμιος τοῦ Πελαγιανισμοῦ. Εἶχε συνδεθεῖ μετὰ τοῦ Ἁγίου Αὐγουστίνου καί, κατὰ μία παράδοση, λέγεται ὅτι διετέλεσε γραμματεὺς τοῦ Ἐπισκόπου Ρώμης Λέοντος τοῦ Α’ (440 – 461 μ.Χ.). Ἐκοιμήθηκε μὲ εἰρήνη στὴ Ρώμη, τὸ 463 μ.Χ.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ἅγιος Γαλλικανὸς ἐκ Γαλλίας 

Ὁ Ἅγιος Γαλλικανὸς διετέλεσε πέμπτος Ἐπίσκοπος τῆς πόλεως Ἐμπροὺν τῆς Γαλλίας καὶ ἐκοιμήθηκε μὲ εἰρήνη, μετὰ τὸ 541 μ.Χ.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ἅγιος Μαρτύριος 

Ἡ μνήμη τοῦ Ἁγίου Μαρτυρίου ἀναφέρεται στὸ Ἱεροσολυμιτικὸν Κανονάριον, χωρὶς ἐπιπλέον λεπτομέρειες.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ὅσιος Σίμων 

Ὁ Ὅσιος Σίμων, ἀφοῦ ἀσκήτεψε θεοφιλῶς, ἐκοιμήθηκε μὲ εἰρήνη. Ἀποφθέγματά του εὑρίσκονται στὸν Εὐεργετινὸ καὶ ἐμφαίνουν τὴν ταπεινοφροσύνη του.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ὅσιος Μεθόδιος ὁ ἐν Νηβρύτῳ τῆς Κρήτης 

Ὁ Ὅσιος Μεθόδιος καταγόταν ἀπὸ τὴν ἐπαρχία Ρεθύμνου τῆς Κρήτης. Ἔχοντας στὴν καρδιά του ἀπὸ τὴν παιδικὴ ἡλικία τὴ μοναχικὴ ἔφεση, ἐγκατέλειψε τὸν κόσμο καὶ ἀκολούθησε τὸν ἀσκητικὸ βίο. Ἦλθε στὴν πόλη τῆς Νηβρύτου κοντὰ στὴν περιοχὴ τῆς Γορτύνης καὶ ἐκεῖ διέμεινε στὶς ὑπερωρεῖες τοῦ ὄρους Ἴδη, μέσα σὲ σπήλαιο, ἀγωνιζόμενος μὲ νηστεία, προσευχὴ καὶ σκληραγωγία. Ἀφοῦ ἔφθασε στὸ ὑψηλότερο στάδιο τῶν ἀρετῶν, ἦταν ὡς ἄγγελος ἔνσαρκος καὶ ἀξιώθηκε τοῦ χαρίσματος τῆς θαυματουργίας.
Ὁ Ὅσιος Μεθόδιος ἐκοιμήθηκε μὲ εἰρήνη, πλήρης ἡμερῶν καὶ ἡ μνήμη του ἑορτάζεται ἰδιαίτερα στὴν Κρήτη.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

 

Μνήμη βοηθείας παρὰ τοῦ μεγάλου Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ 

Γιὰ τὸ γεγονὸς διαβάζουμε:
«Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, ἀνάμνησις τῆς ὑπὲρ λόγον καὶ πᾶσαν ἐλπίδα δωρηθείσης ἡμῖν βοηθείας παρὰ τοῦ μεγάλου Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, διὰ πρεσβειῶν τῆς ἀσπόρως Αὐτὸν τεκούσης Παναχράντου Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου καὶ Ἀειπαρθένου Μαρίας, κατὰ τῶν διά τε γῆς καὶ θαλάσσης κυκλωσάντων τὴν βασιλίδαν πόλιν καὶ πανωλεθρίᾳ παραδοθέντων καὶ τελείῳ ἀφανισμῷ».

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ὅσιος Ἀδελβέρτος ὁ Ἀρχιδιάκονος 

Ὁ Ὅσιος Ἀδελβέρτος ἐγεννήθηκε στὴν πόλη Νορθούμπερλαντ τῆς Ἀγγλίας. Ἀπὸ ἀγάπη πρὸς τὸ μοναχικὸ βίο ἀκολούθησε τὸν Ὅσιο Ἔγκμπερτ ( 24 Ἀπριλίου) στὴν Ἰρλανδία. Ἔγινε μοναχὸς πιθανῶς στὸ ἀββαεῖο τοῦ Μέλιφορντ καί, τὸ 690 μ.Χ., ἐχειροτονήθηκε διάκονος. Στὴ συνέχεια ἔγινε ὑποτακτικὸς τοῦ Ἁγίου Οὐϊλλιβρόρδου ( 7 Νοεμβρίου) καὶ ἐργάσθηκε ἱεραποστολικὰ μαζί του. Θεωρεῖται ὅτι ἐκήρυξε τὸ Εὐαγγέλιο στὴν περιοχὴ τῆς Οὐτρέχτης ὡς ἀρχιδιάκονος καὶ ἐκοιμήθηκε μὲ εἰρήνη, τὸ 710 μ.Χ.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Οἱ Ὅσιοι Δαβὶδ καὶ Εὐφροσύνη οἱ Ρώσοι 

Ὁ Ὅσιος Δαβίδ, κατὰ κόσμον Πέτρος, ἦταν ὁ δευτερότοκος υἱὸς τοῦ Γιούρι Βλαντιμίροβιτς, ἡγεμόνος τοῦ Μούρωμ, καὶ διαδέχθηκε στὸ θρόνο τὸν πατέρα του, τὸ 1203. Ὅμως ὁ πρίγκιπας Πέτρος ἀρρώστησε ἀπὸ τὴ φοβερὴ νόσο τῆς λέπρας καὶ ἐθεραπεύθηκε μετὰ ἀπὸ ὄραμα ἀπὸ τὴ Φεβρωνία, θυγατέρα ἑνὸς ἁπλοϊκοῦ μελισσοκόμου ποὺ ἐζοῦσε στὸ χωριὸ Λάσκοβα τοῦ Ριαζάν, τὴν ὁποία καὶ ἐνυμφεύθηκε. Οἱ ὑπεροπτικοὶ Βογιάροι δὲν ἄντεχαν νὰ βλέπουν ὅτι ἡ πριγκίπισσά τους δὲν εἶναι ἀριστοκρατικῆς καταγωγῆς καὶ ἐπίεζαν τὸν ἡγεμόνα Πέτρο νὰ τὴν ἀφήσει, παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι οἱ ἡγεμόνες τους ἦσαν ἄνθρωποι εὐσεβεῖς καὶ φιλάνθρωποι. Ὁ Πέτρος ἀρνήθηκε καὶ ἔτσι τὸ ἱερὸ ζεῦγος ἔφυγε ἀπὸ τὸ Μούρωμ προσευχόμενο γιὰ τὴ δοκιμασία αὐτή. Σύντομα ὅμως οἱ κάτοικοι ἱκέτευαν γιὰ τὴν ἐπιστροφή τους, ὅταν μετὰ ποικίλες δοκιμασίες, κατάλαβαν ὅτι ἀντιβαίνουν στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ μὲ αὐτὲς τὶς σκέψεις τους.
Καὶ οἱ δύο ἐκοιμήθησαν μὲ εἰρήνη τὴν ἴδια ἡμέρα, τὸ 1228, ἀφοῦ πρῶτα ἔλαβαν τὸ μοναχικὸ σχῆμα καὶ τὰ ὀνόματα Δαβὶδ καὶ Εὐφροσύνη.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ἅγιος Θεόληπτος Μητροπολίτης Φιλαδελφείας

Ὁ Ἅγιος Θεόληπτος ἐγεννήθηκε στὴ Νίκαια τῆς Βιθυνίας περὶ τὸ 1250. Ἔλαβε πολὺ καλὴ μόρφωση καί, ἀφοῦ ἐγκατέλειψε νωρὶς τὴ σύζυγό του, ἀκολούθησε τὸ μοναχικὸ βίο ἀναζητώντας τὴν ἡσυχία στὸ Ἅγιον Ὄρος. Ἐκεῖ συνάντησε τὸν ἡσυχαστὴ Νικηφόρο καὶ τὸν Ἅγιο Ἀθανάσιο Κωνσταντινουπόλεως ποὺ ἐπέδρασαν πνευματικὰ στὴν ψυχή του. Ἔζησε γιὰ ἕνα χρονικὸ διάστημα στὴ μονὴ Ἐσφιγμένου. Κατὰ τὴν ἐπίσκεψή του στὴν Κωνσταντινούπολη ἔλεγξε γιὰ τὴν ἐκκλησιαστική του πολιτικὴ τὸν αὐτοκράτορα Μιχαὴλ Η’ τὸν Παλαιολόγο (1259 – 1282) μὲ συνέπεια νὰ ἐγκλεισθεῖ στὴ φυλακή. Μετὰ τὴν ἀποφυλάκισή του, ἐπέστρεψε στὴ γενέτειρά του καὶ λόγῳ τῆς ἁγίας ζωῆς του ὁ λαὸς τὸν ἐθεώρησε ὡς πνευματικό του πατέρα.

Περὶ τὸ 1324 ἐκλέγεται Μητροπολίτης Φιλαδελφείας καὶ ποιμένει θεοφιλῶς τὸ θεόλεκτο ποίμνιό του ἐπὶ 40 χρόνια. Τὰ κείμενα καὶ οἱ ὁμιλίες του,ποὺ διασώζονται, τὸ μαρτυροῦν περίτρανα. Θεωρεῖται πρόδρομος τῆς θεολογικῆς ἀναγεννήσεως τοῦ 14ου αἰῶνος μ.Χ. καὶ διακρίνεται γιὰ τὴν ἄσκηση, τὴ νήψη καὶ τὴν ἀδιάλειπτη προσευχή. Γι’ αὐτὸ καὶ ὑπῆρξε ὁ πρῶτος πνευματικὸς διδάσκαλος τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ.
Ὁ Ἅγιος Θεόληπτος, θεόσοφος καὶ ὑψίνους ἐκκλησιαστικὸς ποιμένας, ἐκοιμήθηκε μὲ εἰρήνη καὶ σκηνὲς μεγάλης συγκινήσεως ἐκτυλίχθηκαν κατὰ τὴν ἐκδημία του. Ἡ Ἐκκλησία τιμᾶ, ἐπίσης, τὴ μνήμη του τὴ Β’ Κυριακὴ τοῦ Ματθαίου.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ὅσιος Δομέτιος ὁ Διονυσιάτης

Ὁ Ὅσιος Δομέτιος, φίλος καὶ συνασκητὴς τοῦ Ὁσίου Διονυσίου, τοῦ κτίτορος τῆς ἱερᾶς μονῆς τοῦ Τιμίου Προδρόμου, ἐκατοικοῦσε στὰ Βουλευτήρια. Εἶδε καὶ αὐτὸς τὸ θεῖο ὅραμα, ἀπὸ τὸν Ἀντιάθωνα ποὺ κατόπιν ἀσκήτευε, νὰ εἶναι λαμπάδα ἀναμμένη ἐπάνω στὸ βράχο, ὅπου σήμερα ἡ μονὴ Διονυσίου.
Πρὸ τῆς ἀναχωρήσεώς του, ὁ Ὅσιος Διονύσιος παρέδωσε τὴν ποίμνη του στὸν εὐλογημένο Δομέτιο. Διετέλεσε ἡγούμενος τῆς μονῆς ἀπὸ τὸ 1390 μέχρι τὸ 1405 καὶ ἐκοιμήθηκε μὲ εἰρήνη σὲ μεγάλη ἡλικία, ἀφοῦ ὡς ἡγούμενος ἐστάθηκε πατέρας καὶ ὑπόδειγμα καὶ ἄριστος ὁδηγὸς τῶν μοναχῶν.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ἅγιος Προκόπιος ὁ Ὁσιομάρτυρας ἐκ Βάρνας 

Ὁ Ὁσιομάρτυρας Προκόπιος καταγόταν ἀπὸ τὰ πλησιόχωρα μέρη τῆς Βάρνας καὶ ἀπὸ εὐσεβεῖς γονεῖς. Σὲ ἡλικία 20 ἐτῶν ἐπῆγε στὸ Ἅγιον Ὄρος καὶ ἐμόνασε στὴ Σκήτη τοῦ Τιμίου Προδρόμου, ὡς ὑποτακτικὸς τοῦ γέροντος Διονυσίου. Ὡς μοναχὸς διακρίθηκε γιὰ τὶς ἀρετὲς καὶ τὴν ἀσκητικὴ βιοτή του. Ἀργότερα, ἐγκατέλειψε τὴ μοναχικὴ ζωή, ἔφθασε στὴ Σμύρνη καὶ εὑρισκόμενος σὲ ἀπόγνωση, ἐξισλαμίσθηκε. Κατόπιν ὅμως, οἱ τύψεις συνειδήσεως ποὺ εἶχε γιὰ τὸ βαρὺ πνευματικὸ ὀλίσθημά του, τὸν ἐφεραν μὲ δάκρυα μετανοίας σὲ κάποιο πνευματικό, στὸν ὁποῖο ἐξομολογήθηκε καὶ ἐπῆρε τὶς ἀνάλογες συμβουλὲς παρηγοριᾶς καὶ ἀνανήψεως. Κατόπιν προσευχήθηκε μὲ θέρμη στὴν εἰκόνα τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου καὶ ἐξεκίνησε γιὰ τὸν κριτὴ τῆς πόλεως.

Μόλις ἔφθασε ἐνώπιον τοῦ κριτοῦ, ἐπέταξε τὸ τούρκικο σαρίκι ποὺ ἐφοροῦσε στὴν κεφαλή του καὶ ἐφόρεσε τὸ μοναχικὸ σκοῦφο. Ἔπειτα ἔλεγξε μὲ τόλμη τὴ μουσουλμανικὴ θρησκεία καὶ ὁμολόγησε μὲ θάρρος τὴν πίστη του στὸν Χριστὸ καὶ Κύριό του.
Οἱ Τοῦρκοι, ὅταν εἶδαν τὸ ἀμετάθετο τῆς γνώμης τοῦ Μάρτυρος, τὸν ὁδήγησαν μὲ χλευασμοὺς στὸν τόπο τοῦ μαρτυρίου. Ἀλλ’ ὅταν διαπίστωσαν τὴ χαρὰ μὲ τὴν ὁποία ἐβάδιζε πρὸς τὸ μαρτύριο, οἱ δήμιοι ἐφοβήθηκαν καὶ ἀρνήθηκαν νὰ τὸν ἐκτελέσουν. Τότε ἀνέλαβε καὶ τὸν ἀποκεφάλισε κάποιος ἀρνησίχριστος, ποὺ ἐκλήθηκε γιὰ τὸ λόγο αὐτό, στὶς 25 Ἰουνίου 1810, ἡμέρα Σάββατο.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ἅγιος Γεώργιος ὁ Νεομάρτυρας ἐξ Ἀτταλείας

Ὁ Ἅγιος Νεομάρτυς Γεώργιος ἐγεννήθηκε στὰ μέρη τῆς Ἀττάλειας ἀπὸ γονεῖς εὔπορους καὶ εὐσεβεῖς. Νήπιο ἀκόμα, ὁ Γεώργιος ἁρπάχθηκε ἀπὸ τὸν ἀγᾶ Προύσαλη, κατὰ τὶς συνηθισμένες ἁρπαγὲς Χριστιανόπουλων ἀπὸ τοὺς Τούρκους, ἐξισλαμίσθηκε καὶ ὀνομάσθηκε Μεχμέτ. Ὅταν ἦλθε σὲ ἡλικία γάμου, ἐνυμφεύθηκε τὴ θυγατέρα τοῦ ἀγᾶ. Μὲ τὴν προτροπὴ τῶν θεοσεβῶν γονέων του, μία Χριστιανὴ ὑπηρέτρια τοῦ Γεωργίου, ὀνομαζόμενη Μαρία, ἀποκάλυψε σ’ αὐτὸν γιὰ τὴν καταγωγή του καὶ τὸν τρόπο τοῦ ἐξισλαμισμοῦ του. Μὲ τὴν πρόφαση ὅτι θὰ ἐπήγαινε γιὰ προσκύνημα στὴ Μέκκα, ὁ Γεώργιος, μαζὶ μὲ τὴ Μαρία, ἦλθε στοὺς Ἁγίους Τόπους, ὅπου παρέμεινε γιὰ δύο χρόνια. Κατόπιν ἔφθασε στὴν πόλη Κρήνη τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, ὅπου ἐνυμφεύθηκε τὴν Ἑλένη Μαυρογιάννη.
Ἐπιζητώντας τὸ μαρτύριο ὁ Γεώργιος, ἐπῆγε στὸ διοικητήριο καὶ ἐβοήθησε νὰ κατέβει ἀπὸ τὸ ἄλογο ὁ διερχόμενος ἀπὸ τὴν Κρήνη πρώην πεθερός του, στὸν ὁποῖο μετὰ ἀπὸ λίγο ὁμολόγησε τὴν πίστη του στὸν Χριστό. Τότε οἱ Τοῦρκοι τὸν ἔρριψαν στὴ φυλακή, ὅπου τὸν ἔχτύπησαν βάναυσα καὶ ἔβαλαν στοὺς πόδες του φάλαγγα καὶ στὴ συνέχεια πυρακτωμένο χάλκινο σκεῦος ἐπὶ τῆς κεφαλῆς του. Τελικά, τὸ 1823, τὸν ἐκρέμασαν στὸν τοῖχο τῆς οἰκίας τοῦ Παντελάκη Φαρμάκη καὶ τὸν ἀαπγχόνισαν.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ἅγιος Νίκων ὁ Ἱερομάρτυρας τῆς Ὄπτινα 

Ὁ Ἅγιος Ἱερομάρτυς Νίκων, κατὰ κόσμον Νικόλαος, ἐγεννήθηκε στὶς 26 Σεπτεμβρίου 1888 στὴ Μόσχα ἀπὸ γονεῖς εὐσεβεῖς καὶ φιλόθεους, τὸν Μητροφάνη καὶ τὴ Βέρα Μπελϋάεφ. Ἡ οἰκογένεια, μετὰ τὴν εὐλογημένη ἐπίσκεψη στὴν οἰκία τους τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τῆς Κροστάνδης, ἔφερε τὸν Νικόλαο στὴ Σκήτη τῆς Ὄπτινα. Ἐδῶ ὁ Νικόλαος, στὶς 24 Μαΐου 1915, ἐκάρη μοναχὸς μὲ τὸ ὄνομα Νίκων καὶ ἄρχισε τὸν ἀγώνα γιὰ τὴν πνευματικὴ ἄνοδο. Ἡ χειροτονία του εἰς διάκονον ἔγινε στὶς 30 Ἀπριλίου 1916 καὶ ἡ εἰς πρεσβύτερον στὶς 3 Νοεμβρίου 1917.

Τὰ χρόνια ὅμως ἦταν δύσκολα. Τὸ νέο καθεστὼς προέβαινε σὲ συλλήψεις καὶ φυλακίσεις Χριστιανῶν. Ἔτσι ἡ πρώτη σύλληψη τοῦ Νίκωνος γίνεται τὸ 1919. Μετὰ τὴν ἀπελευθέρωσή του, ἐπέστρεψε καὶ πάλι στὴν Ὄπτινα. Ἀλλὰ οἱ ἀρχὲς ἔκλεισαν τὴ μονὴ καὶ τὸν ἀγροτικὸ συνεταιρισμὸ αὐτῆς καὶ τὴν μετέτρεψαν σὲ μουσεῖο.
Μετὰ ἀπὸ πολλὲς περιπέτειες ὁ Νίκων συλλαμβάνεται καὶ φυλακίζεται στὸ στρατόπεδο Κεμπερμπούνκτ. Ἐδῶ παρέδωσε, ἀσθενής, μετὰ ἀπὸ κακουχίες, τὸ πνεῦμά του στὸν Κύριό του, τὸ 1931, ἀφοῦ μετέλαβε τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ακολουθία Εσπερινού Σαββάτου και Κυριακής, όρθρου και Θείας Λειτουργίας της Γ΄ Ματθαίου (24-06-2017 και 25-06-2017) εδώ

Τυπικόν εδώ 

Κανόνιον εδώ

Κυριακή Γ’ Ματθαίου

Η πρόνοια του Θεού

Ευαγγέλιο Κυριακής: Ματθ. στ’ 22-33

 

Εἶπεν ὁ Κύριος· 22  Ὁ λύχνος τοῦ σώματός ἐστιν ὁ ὀφθαλμός· ἐὰν οὖν ὁ ὀφθαλμός σου ἁπλοῦς ᾖ, ὅλον τὸ σῶμά σου φωτεινόν ἔσται· 23 ἐὰν δὲ ὁ ὀφθαλμός σου πονηρὸς ᾖ, ὅλον τὸ σῶμά σου σκοτεινὸν ἔσται. εἰ οὖν τὸ φῶς τὸ ἐν σοὶ σκότος ἐστί, τὸ σκότος πόσον; 24 Οὐδεὶς δύναται δυσὶ κυρίοις δουλεύειν· ἢ γὰρ τὸν ἕνα μισήσει καὶ τὸν ἕτερον ἀγαπήσει, ἢ ἑνὸς ἀνθέξεται καὶ τοῦ ἑτέρου καταφρονήσει. οὐ δύνασθε Θεῷ δουλεύειν καὶ μαμωνᾷ.

 

25 Διὰ τοῦτο λέγω ὑμῖν, μὴ μεριμνᾶτε τῇ ψυχῇ ὑμῶν τί φάγητε καὶ τί πίητε, μηδὲ τῷ σώματι ὑμῶν τί ἐνδύσησθε· οὐχὶ ἡ ψυχὴ πλεῖόν ἐστι τῆς τροφῆς καὶ τὸ σῶμα τοῦ ἐνδύματος; 26 ἐμβλέψατε εἰς τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ, ὅτι οὐ σπείρουσιν οὐδὲ θερίζουσιν οὐδὲ συνάγουσιν εἰς ἀποθήκας καὶ ὁ πατὴρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος τρέφει αὐτά· οὐχ ὑμεῖς μᾶλλον διαφέρετε αὐτῶν; 27 τίς δὲ ἐξ ὑμῶν μεριμνῶν δύναται προσθεῖναι ἐπὶ τὴν ἡλικίαν αὐτοῦ πῆχυν ἕνα; 28 καὶ περὶ ἐνδύματος τί μεριμνᾶτε; καταμάθετε τὰ κρῖνα τοῦ ἀγροῦ πῶς αὐξάνει· οὐ κοπιᾷ οὐδὲ νήθει· 29 λέγω δὲ ὑμῖν ὅτι οὐδὲ Σολομὼν ἐν πάσῃ τῇ δόξῃ αὐτοῦ περιεβάλετο ὡς ἓν τούτων. 30 Εἰ δὲ τὸν χόρτον τοῦ ἀγροῦ, σήμερον ὄντα καὶ αὔριον εἰς κλίβανον βαλλόμενον, ὁ Θεὸς οὕτως ἀμφιέννυσιν, οὐ πολλῷ μᾶλλον ὑμᾶς, ὀλιγόπιστοι;

 

31 μὴ οὖν μεριμνήσητε λέγοντες, τί φάγωμεν ἢ τί πίωμεν ἢ τί περιβαλώμεθα; 32 πάντα γὰρ ταῦτα τὰ ἔθνη ἐπιζητεῖ· οἶδε γὰρ ὁ πατὴρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος ὅτι χρῃ£ζετε τούτων ἁπάντων. 33 ζητεῖτε δὲ πρῶτον τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν δικαιοσύνην αὐτοῦ, καὶ ταῦτα πάντα προστεθήσεται ὑμῖν.

Η πρόνοια του Θεού

Τι θησαυρίζουμε

Το λυχνάρι που δίνει φως στο σώμα, είπε o Κύριος, είναι το µάτι· και το λυχνάρι που φωτίζει την ψυχή είναι ο νους. Εάν λοιπόν το µάτι µας είναι υγιές, όλο το σώμα µας θα είναι γεμάτο φως. Εάν όμως το µάτι µας είναι τυφλό, όλο το σώμα µας θα είναι βυθισμένο στο σκοτάδι. Εάν επομένως ο νους µας σκοτισθεί από την προσκόλληση στον πλούτο, σε πόσο σκοτάδι θα βυθισθεί ή ψυχή µας;

 

Και συνέχισε ο Κύριος λέγοντας: Κανείς δεν μπορεί να είναι συγχρόνως δούλος σε δυο κυρίους. Ή θα μισήσει τον ένα και θα αγαπήσει τον άλλο· ή θα προσκολληθεί στον ένα και θα καταφρονήσει τον άλλο. Διότι δεν μπορείτε να είστε συγχρόνως δούλοι και του Θεού και του πλούτου. Ή θα μισήσετε τον πλούτο για να αγαπήσετε τον Θεό, ή θα προσκολληθείτε στον πλούτο και θα καταφρονήσετε τον Θεό.

 

Γιατί όμως ο Κύριος μας ζητεί να διαλέξουμε ένα από τα δύο: ή τον Θεό και το θέλημά του, ή τον πλούτο και τις συνέπειές του; Δεν μπορεί κανείς να αγαπά και τον πλούτο και τον Θεό; Όχι! Διότι όποιος έχει προσκόλληση στον πλούτο δεν μπορεί να αγαπήσει αληθινά τον Θεό και τον ουρανό. Διότι ο πλούτος, όταν κυριεύσει τον άνθρωπο, υποδουλώνει τις ψυχές και δεν τις αφήνει να στραφούν προς τα ουράνια αγαθά. Τα πλούτη, οι ανέσεις σκλαβώνουν τον άνθρωπο.

 

Στα λόγια του Κυρίου μάλιστα ο πλούτος προσωποποιείται ως ανταγωνιστής και ως εχθρός του Θεού. Διότι ο άνθρωπος με τα πολλά χρήματα έχει την αίσθηση της δυνάμεως. Και αγοράζει διαρκώς υλικά αγαθά και αποξενώνεται από τα πνευματικά. Όποιος σκλαβώθηκε στο χρήμα, δεν μπορεί να είναι γνήσιος δούλος Ιησού Χριστού, ο Οποίος ζητά από μας αποκλειστική αφοσίωση. Και η καθημερινή πραγματικότητα αυτό αποδεικνύει. Σε εποχές και σε περιοχές που οι άνθρωποι ζουν μέσα στις ανέσεις, στην πολυτέλεια και την καλοπέραση, πολύ εύκολα ξεχνούν τον Θεό και το θέλημά του. Αντίθετα όταν έλθουν καιροί δύσκολοι, καιροί στερήσεων και πείνας, οι άνθρωποι συνέρχονται, μετανοούν, συναισθάνονται τη μικρότητά τους και την ανάγκη του Θεού. Επιπλέον η προσκόλληση στο χρήμα καλλιεργεί μέσα μας την πλεονεξία, η οποία χαρακτηρίζεται από τον λόγο του Θεού ως ειδωλολατρία. Το βλέπει κανείς και στις μέρες μας ότι κι εμείς οι πιστοί επηρεαζόμαστε συχνά από το κλίμα αυτό της πλεονεξίας. Θέλουμε διαρκώς να αγοράζουμε, να αποκτούμε περισσότερα, έπιπλα, σκεύη, αυτοκίνητα, σπίτια. Και χωρίς να το καταλαβαίνουμε γινόμαστε ειδωλολάτρες. Δηλαδή κινδυνεύουμε να χάσουμε τον Θεό και την ψυχή μας.

 

Έχουμε πατέρα

Μη φροντίζετε, συνεχίζει ο Κύριος, με αγωνία και στενοχώρια για τη ζωή σας, τι θα φάτε και τι θα πιείτε και τι θα φορέσετε. Δεν αξίζει η ζωή περισσότερο από την τροφή, και το σώμα πιο πολύ από το ένδυμα; Ο Θεός που σας έδωσε αυτά τα ανώτερα, θα σας δώσει και τα κατώτερα.

 

Κοιτάξτε τα πουλιά που πέφτουν στον αέρα. Ούτε σπέρνουν ούτε θερίζουν ούτε μαζεύουν τροφές σε αποθήκες. Κι όμως ο επουράνιος Πατέρας σας τα τρέφει. Εσείς δεν αξίζετε πολύ περισσότερο από αυτά; Άλλωστε, ποιος από σας μπορεί να προσθέσει στο ανάστημά του έναν πήχυ; Κανένας. Άλλα και για το ντύσιμό σας γιατί αγωνιάτε; Παρατηρήστε τα αγριολούλουδα, που φυτρώνουν μόνα τους στους αγρούς κι όμως ούτε ο σοφός Σολομών με όλη τη βασιλική του μεγαλοπρέπεια δεν ντύθηκε με ένδυμα τόσο ωραίο, όπως ένα από τα αγριολούλουδα αυτά. Κι αν ο Θεός ντύνει µε τόση μεγαλοπρέπεια τα αγριόχορτα, που σήμερα υπάρχουν και αύριο ρίχνονται στη φωτιά, δεν θα φροντίσει πολύ περισσότερο για σας, ολιγόπιστοι; Μην κυριευθείτε λοιπόν από αγωνιώδη φροντίδα λέγοντας, τι θα φάμε, τι θα πιούμε και τι θα ντυθούμε; Διότι για όλα αυτά αγωνιούν όσοι δεν εμπιστεύονται τη ζωή τους στον Θεό. Άλλωστε ο Πατέρας σας γνωρίζει τι έχετε ανάγκη και θα σας το δώσει. Γι’ αυτό πάνω από όλα να ζητάτε τα πνευματικά αγαθά της βασιλείας του Θεού. Και τότε θα σας δοθούν και όλα το επίγεια.

 

Τι µας λέει λοιπόν ο Κύριος; Ότι το άγχος, που στις μέρες µας έχει καταντήσει αληθινή μάστιγα, θεραπεύεται όταν εμπιστευθούμε τη ζωή µας στο χέρια του Θεού. Δεν λέει βέβαια ο Κύριος να μην εργαζόμαστε ή να µη νοιαζόμαστε για τα καθημερινά µας προβλήματα. Αλλά λέει να μην αγωνιούμε αρρωστημένα γι’ αυτά. Θα εργαστούμε βέβαια, θα κουραστούμε, αλλά χωρίς υπερβολές. Όχι εξοντωτικές διπλές και τριπλές εργασίες µόνο και µόνο για να έχουμε πολλές ανέσεις και τελικά γινόμαστε νευρικοί και τρέχουμε στους γιατρούς να µας ηρεμήσουν και να µας θεραπεύσουν. Θα φροντίζουμε εμείς για τα απαραίτητα µε σύνεση, εργατικότητα και υπομονή. Και θα φροντίζει πολύ περισσότερο για µας ο ίδιος ο Θεός. Θα µας δώσει τα αγαθά που χρειαζόμαστε εκεί που δεν το περιμένουμε. Ιδιαιτέρως θα φροντίσει για τους αδικημένους, τους φτωχούς, τους πεινασμένους, αλλά και για εκείνες τις πολύτεκνες οικογένειες που κάποιες στιγμές βρίσκονται σε οικονομικά αδιέξοδα και μεγάλες στερήσεις και προβλήματα που φαίνονται άλυτα. Δεν µας εγκαταλείπει ο Θεός. Αυτός που τρέφει τα πουλιά και ντύνει τα λουλούδια, πολύ περισσότερο θα φροντίσει για µας. Με µία όμως προϋπόθεση. Να ζητούμε εμείς πάνω απ’ όλα τα πνευματικά αγαθά της Βασιλείας του.

 

Πηγή:Ο Σωτήρ, 1982

Ἡ Ἐκκλησία, τρία μόνο Γενέθλια τιμᾶ καὶ ἑορτάζει: α. τοῦ Δεσπότου καὶ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, β. τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, καὶ γ. τοῦ Τιμίου Προδρόμου.

Τὰ γεγονότα  τῆς γεννήσεως τοῦ Τιμίου Προδρόμου ἀναφέρει ὁ Εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς στὸ α’ κεφάλαιο τοῦ Εὐαγγελίου του.

Γράφει, λοιπόν, ὅτι στὶς ἡμέρες τοῦ βασιλέως Ἡρώδη ἐζοῦσε στὴν Ἰουδαία κάποιος ἱερέας ποὺ λεγόταν Ζαχαρίας. Εἶχε σύζυγό του τὴν Ἐλισάβετ, ἡ ὁποία ἦταν ἀπόγονος τοῦ Προφήτου Ἀαρών. Ἦσαν καὶ οἱ δύο ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ καὶ ἐζοῦσαν μὲ δικαιοσύνη, φόβο Θεοῦ, εὐλάβεια, σωφροσύνη, καὶ ἐτηροῦσαν τὶς θεῖες ἐντολές. Γιὰ πολλὰ χρόνια ἱκέτευαν τὸν Κύριο νὰ τοὺς εὐλογήσει μὲ τὴ χαρὰ τῆς τεκνογονίας, ἀλλὰ δὲν εἶχαν ἀποκτήσει, παρὰ τὴ θερμὴ προσευχή τους, παιδί. Ὁ Ζαχαρίας καὶ ἡ στείρα σύζυγός του Ἐλισάβετ εἶχαν φθάσει σὲ βαθὺ γήρας καὶ δὲν εἶχαν πλέον ἐλπίδα νὰ τεκνοποιήσουν.

Ἐνῶ ὁ ἱερέας Ζαχαρίας εὑρισκόταν μία ἡμέρα στὸ ναὸ καὶ ἐθυμίαζε στὸ ἱερὸ Βῆμα, ἐφανερώθηκε σ’ αὐτὸν Ἄγγελος Κυρίου, γιὰ νὰ προμηνύσει τὴ γέννηση τοῦ ἐπιγείου καὶ ἔνσαρκου ἄγγελου, τοῦ Βαπτιστοῦ Ἰωάννου. Βλέποντάς τον ὁ Ζαχαρίας ἐταράχθηκε καὶ ἐφοβήθηκε τόσο πολὺ ὥστε ἔμεινε ἐκστατικός. Τότε ὁ Ἄγγελος Κυρίου τοῦ εἶπε: «Μὴ φοβᾶσαι, Ζαχαρία. Γιατὶ ὁ Θεὸς ἐδέχθηκε τὴν προσευχή σου καὶ ἡ γυναίκα σου, ἡ Ἐλισάβετ, θὰ γεννήσει υἱό. Καὶ θὰ τὸν ὀνομάσεις Ἰωάννη. Καὶ θὰ δοκιμάσεις μεγάλη χαρὰ καὶ ἀγαλλίαση. Πολλοὶ θὰ χαροῦν γιὰ τὴ γέννησή του, γιατὶ θὰ εἶναι μεγάλος καὶ περιφανὴς ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. Θὰ λάβει ὅλο τὸ πλήρωμα τῆς Θείας Χάριτος καὶ θὰ γεμίσει ἀπὸ τὰ χαρίσματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὅταν ἀκόμη θὰ κυοφορεῖται στὴν κοιλία τῆς μητέρας του Ἐλισάβετ. Καὶ μὲ τὸ κήρυγμά του θὰ ἐπιστρέψουν πολλοὶ Ἰσραηλῖτες στὴ γνώση τοῦ Ἀληθινοῦ Θεοῦ, τοῦ Κυρίου αὐτῶν».

Ἀκούγοντας ἔκπληκτος ὁ Ζαχαρίας τὸ μήνυμα τοῦ Ἀγγέλου, κατεπλάγη καὶ τὸν ἐρώτησε γεμάτος ἀπορία: «Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ γίνει αὐτό; Καὶ μὲ ποιὸ τρόπο θὰ τὸ γνωρίσω καὶ θὰ τὸ πιστέψω, ὅταν εἶμαι γέροντας στὴν ἡλικία καὶ ἡ γυναίκα μου ὑπέργηρη καὶ στείρα;». Τότε ὁ Ἄγγελος τοῦ εἶπε: «Ἐγὼ εἶμαι ὁ Γαβριήλ, ποὺ παρουσιάζομαι ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καὶ μὲ ἀπέστειλε ὁ Θεὸς νὰ σοῦ φέρω αὐτὴ τὴ χαρμόσυνη ἀγγελία. Καὶ ἰδού, ἐπειδὴ δὲν ἐπίστεψες στὰ λόγια μου, θὰ μείνεις ἄλαλος μέχρι τὴν ἡμέρα ποὺ θὰ ἐκπληρωθοῦν ὅσα σοῦ προανήγγειλα, δηλαδὴ μέχρι νὰ γεννηθεῖ ὁ Ἰωάννης».

Πράγματι ἀπὸ ἐκείνη τὴν ἡμέρα ὁ Ζαχαρίας ἔμεινε βουβὸς καὶ ἄλαλος, ἕως ὅτου ἡ Ἐλισάβετ ἔτεκε τὸν Πρόδρομο.

Τὴν ὄγδοη ἡμέρα οἱ συγγενεῖς ἦλθαν γιὰ νὰ ἐκτελέσουν τὴν περιτομὴ τοῦ παιδιοῦ καὶ ἤθελαν νὰ τὸ ὀνομάσουν μὲ τὸ ὄνομα τοῦ πατέρα του, Ζαχαρία. Ἀλλὰ ἡ Ἐλισάβετ τοὺς εἶπε ὅτι θὰ ὀνομαστεῖ Ἰωάννης. Στὴν ἀπορία τους, πῶς θὰ λάβει τὸ ὄνομα αὐτό, ἐπειδὴ κανένας ἀπὸ τοὺς συγγενεῖς δὲν εἶχε τὸ ὄνομα αὐτό, ὁ Ζαχαρίας ἐζήτησε μία μικρὴ πλάκα ἐπὶ τῆς ὁποίας ἔγραψε τὰ ἀκόλουθα: «Ἰωάννης εἶναι τὸ ὄνομά του». Καὶ ἐξεπλάγησαν ὅλοι. Ὁ Ζαχαρίας δὲ ἄνοιξε ἀμέσως τὸ στόμα του καὶ εὐλογοῦσε τὸν Θεὸ μέσα ἀπὸ τὴν καρδιά του. Ὁ δὲ Ἰωάννης καθημερινὰ ἀναδεικνυόταν ὡς ἔμψυχο ὄργανο τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ, πλήρης τῶν χαρισμάτων τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, στήλη κάθε ἀρετῆς καὶ εὐσέβειας.
Κατὰ τοὺς τελευταίους βυζαντινοὺς χρόνους, ἡ ἑορτὴ αὐτὴ ἐτελεῖτο στὸ ναὸ τοῦ Προδρόμου τῆς Πέτρας, μὲ τὴν παρουσία τοῦ αὐτοκράτορος.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Προφῆτα καὶ Πρόδρομε, τ[πης παρουσίας Χριστοῦ, ἀξίως εὐφημῆσαί σε, οὐκ εὐποροῦμεν ἡμεῖς, οἱ πόθῳ τιμῶντές σε· στείρωσις γὰρ τεκούσης, καὶ πατρὸς ἀφωνία, λέλυνται τῇ ἐνδόξῳ, καὶ σεπτῇ σου γεννήσει, καὶ σάρκωσις Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, κόσμῳ κηρύττεται.

 

Κοντάκιον. Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Ἡ πρὶν στεῖρα σήμερον, Χριστοῦ τὸν Πρόδρομον τίκτει, καὶ αὐτὸς τὸ πλήρωμα, πάσης τῆς προφητείας· ὃνπερ γὰρ, προανεκήρυξαν οἱ Προφῆται, τοῦτον δή, ἐν Ἰορδάνῃ χειροθετήσας, ἀνεδείχθη Θεοῦ Λόγου, Προφήτης κῆρυξ, ὁμοῦ καὶ Πρόδρομος.

 

Μεγαλυνάριον.
Ἄνθος τὸ θεόσδοτον ἐκφυέν, σήμερον ἐκ στείρας, εὐωδίας ἁγιασμοῦ, ἔπλησε τὰ πάντα, τὴν ἔρημον τὰ ὄρη, τῶν ποταμῶν τὰ ῥεῖθρα, Χριστοῦ ὁ Πρόδρομος.

Σύναξις Ζαχαρίου καὶ Ἐλισάβετ τῶν Δικαίων γονέων τοῦ Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου καὶ Βαπτιστοῦ 

Σήμερα ἐτελεῖτο ἡ Σύναξις τῶν γονέων τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου καὶ Βαπτιστοῦ, μὲ ἀφορμὴ τὴν ἑορτὴ τοῦ γενεσίου αὐτοῦ, Ἁγίων Δικαίων Ζαχαρίου καὶ Ἐλισάβετ.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ἅγιος Νικήτας Ἐπίσκοπος Ρεμεσιάνας τῆς Ρουμανίας

Ὁ Ἅγιος Νικήτας, Ἐπίσκοπος Ρεμεσιάνας, ἔζησε τὸν 4ο καὶ 5ο μ.Χ. αἰώνα καὶ ἐγεννήθηκε στὴ Δεκία, τὸ 338 μ.Χ. Στοιχεῖα γιὰ τὴ δράση του σώζονται στὸ ἔργο τοῦ Παυλίνου ( 431 μ.Χ.), Ἐπισκόπου Νόλλης, τὸν Γεννάδιο τῆς Μασσαλίας ( 492 – 505 μ.Χ.), τὸν Κασσιόδωρο ( 575 μ.Χ.), καὶ τὸν Ὅσιο Ἱερώνυμο.

Ὁ Ἅγιο Νικήτας συμμετεῖχε ὡς πρεσβύτερος στὴ Σύνοδο τῆς Ρώμης, ποὺ συγκλήθηκε τὸ 369 μ.Χ., κατὰ τοῦ Ἀρειανισμοῦ καὶ ἀναδείχθηκε ὑπέρμαχος τῆς ὀρθοδόξου πίστεως. Μεταξὺ τῶν ἐτῶν 370 – 371 μ.Χ. ἐξελέγη Ἐπίσκοπος Ρεμεσιάνας καὶ ἔγραψε τὸ πρῶτό του ἔργο «Περὶ πίστεως». Διακρινόμενος γιὰ τοὺς ἀγῶνές του κατὰ τῶν αἱρετικῶν ἔλαβε μέρος στὴ Σύνοδο τῆς Ἀντιόχειας, τὸ 378 μ.Χ., ὡς καὶ σὲ ἄλλες. Διέπρεψε στὸ κήρυγμα, στὴν ἱεραποστολικὴ ἐργασία, τὴ συγγραφικὴ δύναμη καὶ τὴν ποιμαντικὴ δράση, γι’ αὐτὸ καὶ ἀποκαλέσθηκε «Ἀπόστολος τῶν Δακο-Ρουμάνων».
Ὁ Ὅσιος Νικήτας ἐκοιμήθηκε μὲ εἰρήνη, τὸ 420 μ.Χ.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ὅσιος Γκερμόκιος ἐκ Κορνουάλης 

Ὁ Ὅσιος Γκερμόκιος ἔζησε καὶ ἀσκήτεψε θεοφιλῶς κατὰ τὸν 6ο αἰώνα μ.Χ. Ἐκοιμήθηκε μὲ εἰρήνη.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ἡ Ἁγία Ἀλένα ἡ Μάρτυς ἐκ Βρυξελλῶν

Ἡ Ἁγία Ἀλένα καταγόταν ἀπὸ τὶς Βρυξέλλες καὶ ἔζησε τὸν 7ο αἰώνα μ.Χ. Ἐβαπτίσθηκε Χριστιανή, χωρὶς νὰ τὸ γνωρίζουν οἱ ἐθνικοὶ γονεῖς της, καὶ ἐμαρτύρησε τὸ 640 μ.Χ.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ὅσιος Ἰβὰν ἐκ Τσεχίας 

Ὁ Ὅσιος Ἰβάν, ἀφοῦ ἀσκήτεψε θεοφιλῶς, ἐκοιμήθηκε μὲ εἰρήνη, τὸ 903 μ.Χ.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ὅσιος Ἱλαρίων ἐκ Γεωργίας 

Ὁ Ὅσιος Ἱλαρίων (Τβαλοέλι) ἔζησε στὴ Γεωργία κατὰ τὸ 10ο καὶ 11ο αἰώνα μ.Χ. Ἀσκήτεψε στὴ μονὴ τοῦ Καχούλι τῆς περιοχῆς Σάμζχε καὶ ἐκοιμήθηκε μὲ εἰρήνη, τὸ 1401.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ὅσιος Ἀντώνιος ἐκ Ρωσίας

Ὁ Ὅσιος Ἀντώνιος τοῦ Ντύμσκ, ἐγεννήθηκε στὸ Νόβγκοροντ, περὶ τὸ 1157. Μία ἡμέρα, ἐνῶ ἦταν στὸ ναὸ καὶ προσευχόταν, ἄκουσε τὴ φωνὴ τοῦ Κυρίου: «Ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτόν, καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ, καὶ ἀκολουθείτω μοι». Τότε ὁ Ὅσιος ἐγκατέλειψε τὰ πάντα καὶ ἀκολούθησε τὸ μοναχικὸ βίο, ὑποτασσόμενος πνευματικὰ στὸν Ὅσιο Βαρλαὰμ τοῦ Χουτὺν ( 6 Νοεμβρίου), ὁ ὁποῖος τὸν ὅρισε διάδοχό του μετὰ τὴν κοίμησή του. Ὁ Ὅσιος δὲν ἀποδέχθηκε τὴ θέση αὐτή, ἀλλὰ κατέφυγε στὴν περιοχὴ τῆς λίμνης Ντύμα κοντὰ στὸ Τιχβίν, γιὰ μεγαλύτερη ἄσκηση. Ἐκεῖ ἵδρυσε μοναστήρι στὸ ὁποῖο, μετὰ ἀπὸ πνευματικοὺς ἀγῶνες, ἐκοιμήθηκε μὲ εἰρήνη, τὸ 1224.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

 

Οἱ Ἅγιοι Ἰάκωβος καὶ Ἰωάννης οἱ Δίκαιοι οἱ αὐτάδελφοι 

Οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες Ἰάκωβος καὶ Ἰωάννης κατάγονταν ἀπὸ εὐσεβὴ οἰκογένεια καὶ ἦσαν τέκνα τοῦ Ἰσιδώρου καὶ τῆς Βαρβάρας. Ἐμαρτύρησαν ἀπὸ ἐθνικούς, τὸ 1569, στὴν πόλη Μενούγκα τῆς Ρωσίας, ὁ μὲν Ἰάκωβος σὲ ἡλικία 3 ἐτῶν, ὁ δὲ Ἰωάννης σὲ ἡλικία 5 ἐτῶν.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Μετακομιδὴ Τιμίων Λειψάνων Ἁγίου Μεγαλομάρτυρος Ἰωάννου τοῦ Νέου

Ἡ μνήμη τοῦ Ἁγίου Μεγαλομάρτυρος Ἰωάννου τοῦ Νέου τιμᾶται τὴν 12η Ἰουνίου, ὅπου καὶ ὁ βίος του, καθὼς καὶ τὴν 2α Ἰουνίου μὲ ἀφορμὴ θαύματος μὲ τὸ ὁποῖο ἐσώθηκε ἡ πόλη Σουτσεάβα, στὴν ὁποία φυλάσσονταν τὰ ἱερὰ λείψανα τοῦ Ἁγίου. Ἡ μετακομιδὴ τῶν ἱερῶν λειψάνων, ἔγινε στὴν πόλη Σουτσεάβα, ἀπὸ τὴν πόλη Ζιολκίεβ τῆς Πολωνίας, τὸ 1783 μ.Χ.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ἅγιος Παναγιώτης ὁ Νεομάρτυρας ὁ Καισαρεύς 

Ὁ Ἅγιος Νεομάρτυς Παναγιώτης ὁ Καισαρεὺς καταγόταν ἀπὸ τὸ Δελβινάκι τῆς Β. Ἠπείρου καὶ ἐμαρτύρησε στὴν Κωνσταντινούπολη γιὰ τὴν πίστη του στὸ Χριστὸ σὲ ἡλικία 20 ἐτῶν, τὸ 1765, ἐνῶ κατ’ ἄλλους τὸ μαρτύριό του ἔλαβε χώρα τὸ 1767. Τὸ τίμιο λείψανό του ἐνταφιάσθηκε μὲ εὐλάβεια ἀπὸ τοὺς Χριστιανοὺς στὸ ναὸ τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς στὴν Κωνσταντινούπολη.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ἅγιος Γεράσιμος ὁ Ἱερομάρτυρας ἐν Ἀρχαγγέλσκ Σιβηρίας 

Δὲν ἔχουμε λεπτομέρειες γιὰ τὸν βίο καὶ τὸ μαρτύριο τοῦ Ἁγίου Ἱερομάρτυρος Γερασίμου.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ὅσιος Ἀθανάσιος ὁ Πάριος 

Ὁ Ἅγιος Ἀθανάσιος ὁ Πάριος ὁ Κολλυβᾶς, ἀποτελεῖ μία ἀπὸ τὶς μεγαλύτερες ἐξέχουσες μορφὲς τοῦ μοναστικοῦ φρονήματος τοῦ 18ου αἰῶνος, καθὼς καὶ μία φωτισμένη μορφὴ τοῦ Ἑλληνικοῦ γένους. Τὸ κατὰ κόσμον ὄνομά του ἦταν Ἀθανάσιος Τούλιος καὶ καταγόταν ἀπὸ τὸ νησὶ τῆς Πάρου. Ὁ ἴδιος ξεχώρισε σὲ μία δύσκολη ἐποχὴ γιὰ τὸ Ἑλληνικὸ γένος, γιὰ τὴ θεολογικὴ κατάρτισή του, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὴ θύραθεν παιδεία του, ἀφοῦ διετέλεσε διδάσκαλος καὶ σχολάρχης.

Ὁ Ὅσιος ἐγεννήθηκε τὸ 1722 ἢ 1723, στὸ Κῶστο τῆς Πάρου καὶ ἔλαβε τὸ ὄνομα Ἀθανάσιος. Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Ἀπόστολος Τούλιος μὲ καταγωγὴ ἀπὸ τὴ Σίφνο, ἀλλὰ ἐκατοίκησε στὸ Κῶστο, ἀφοῦ ἐνυμφεύθηκε Κωστιανή. Ἐκεῖ ἐδιδάχθηκε τὰ πρῶτα του γράμματα στὰ ὁποῖα ἔδειξε ἰδιαίτερη κλίση, καὶ γι’ αὐτὸ ὁ πατέρας του τὸν ἔστειλε στὴ Σχολὴ τῆς Μονῆς τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου Ναούσης Πάρου. Στὴν συνέχεια τὸν ἀπέστειλε στὴ Σχολὴ τοῦ Παναγίου Τάφου στὴ Σίφνο καὶ κατόπιν μὲ ἔξοδα τῆς Μονῆς Ἁγίου Ἀντωνίου Κεφάλου στὴ Σχολὴ τῆς Ἄνδρου, ἂν καὶ οἱ βιογράφοι του δὲν συμφωνοῦν ὄλοι μὲ αὐτό. Τὸ 1745, σὲ ἡλικία 23 ἐτῶν ἀποχαιρετᾶ τοὺς γονεῖς του καὶ φθάνει στὴ Σμύρνη, ὅπου ἐγγράφεται στὴν Εὐαγγελικὴ Σχολή. Μιὰ σχολὴ ὅπου ἐφοίτησαν ὁ Ἀδαμάντιος Κοραῆς καὶ ὁ Νικόλαος Καλλιβούρτσης, δηλαδὴ ὁ μετέπειτα στενός του συνεργάτης Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης, παραμένοντας ἐκεῖ γιὰ ἕξι ἔτη. Ὅταν πληροφορήθηκε τὴ λειτουργία τῆς Ἀθωνιάδας Σχολῆς μὲ διευθυντὴ τὸ Νεόφυτο Καυσοκαλυβίτη, ἀπὸ τὴν Πάτρα, ἐγγράφεται ἀμέσως (1751), τὴν ἐποχὴ ποὺ ἀναλαμβάνει Διευθυντὴς ὁ Διάκονος τότε, Εὐγένιος Βούλγαρης. Ἀπὸ τὸ Νεόφυτο ἐκπαιδεύτηκε στὰ «Γραμματικὰ» καὶ στὰ «Περὶ Συντάξεως» τοῦ Θεοδώρου Γαζῆ, ἐνῶ ἀπὸ τὸν Εὐγένιο στὰ φιλοσοφικὰ μαθήματα καὶ τὶς ὑπόλοιπες ἐπιστῆμες τῆς ἐποχῆς. Κατόπιν ἐκπαιδεύεται στὴ ρητορικὴ καὶ τὴν ποιμαντική, ἐνῶ σταδιακὰ ἀρχίζει νὰ ξεχωρίζει γιὰ τὶς ἰκανότητές του. Ἡ διαρκὴς ἀνέλιξή του τὸν καθιστᾶ «δεξὶ χέρι» τοῦ Εὐγένιου Βούλγαρη καὶ σὲ ἡλικία 35 ἐτῶν, ἀναλαμβάνει τὴ θέση τοῦ καθηγητοῦ τῆς Σχολῆς.

Ἡ φήμη του γιὰ τὶς ἰκανότητές του ἐμαθεύθηκε ἀνάμεσα στὴν ὑπόδουλη ὀρθόδοξη κοινότητα, γι’ αὐτὸ καὶ οἱ Θεσσαλονικεῖς τὸν ζητοῦν γιὰ τὴ Διεύθυνση τῆς Σχολῆς τους. Μὲ παρότρυνση ἀλλὰ καὶ πίεση τοῦ Εὐγένιου Βούλγαρη δέχεται, ἂν καὶ ἀρχικὰ προέβαλε κάποιες ἐνστάσεις. Ἔτσι διευθύνει τὴ Σχολὴ ἐπιτυχῶς γιὰ τέσσερα χρόνια (1758 – 1762), ὅταν καὶ τὸ 1762 ἡ Σχολὴ κλείνει λόγῳ ἐπιδημίας πανώλης. Ἔτσι καταφεύγει σὲ μία σχολὴ στὴν Κέρκυρα, ποὺ τὴ διευθύνει ὁ Νικηφόρος Θεοτόκης. Ἐκεῖ τελικὰ ὁλοκληρώνει τὶς σπουδές του καὶ ὁδηγεῖται στὸ Μεσολόγγι, μετὰ ἀπὸ πρόσκληση τοῦ συμμαθητοῦ του στὴν Ἀθωνιάδα Παναγιώτη Παλαμᾶ, ποὺ εἶχε ἱδρύσει ἀπὸ τὸ 1760 τὴν Παλαμιαία Σχολή. Μετὰ τὰ Ὀρλωφικὰ (1768 – 1774), ἡ Παλαμιαία Σχολὴ εὑρίσκεται σὲ ἀκμὴ μὲ τὸν Ἀθανάσιο νὰ διαδραματίζει σημαντικὸ ρόλο, ὅμως τότε λαμβάνει τιμητικὴ πρόσκληση ἀπὸ τὸ Πατριαρχεῖο ἀναφέροντάς του: «Ἡ μεγάλη τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησία διὰ γραμμάτων Συνοδικῶν τὸν παρακαλεῖ ν’ ἀπέλθει εἰς Ἅγιον Ὄρος ὡς διδάσκαλος καὶ σχολάρχης τῆς Ἀθωνιάδος Σχολῆς μετὰ τὸν ἀοίδιμον Εὐγένιον».

Ὁ ἴδιος δέχεται ἄμεσα καὶ παρεπιδημεῖ στὸ Ἅγιον Ὄρος, ὅπου συναντᾶ τὸν Ἅγιο Μακάριο Νοταρᾶ, ὁ ὁποῖος τὸν προτρέπει νὰ χειροτονηθεῖ. Ὁ Ἀθανάσιος ὑπακούει καὶ χειροτονεῖται ἀπὸ τὸν ἴδιο πρεσβύτερος. Τὸ 1777, πικραμένος ἀπὸ τὸν τρόπο ποὺ ἀντιμετωπίσθηκαν οἱ Κολλυβάδες καὶ μετὰ ἀπὸ κάλεσμα ἐπιστρέφει ὡς Σχολάρχης στὴ Σχολὴ τῆς Θεσσαλονίκης. Διευθύνει τὴ Σχολὴ γιὰ 6 ἔτη (1777 – 1783) ἢ γιὰ ἄλλους 8 ἔτη (1777 – 1785). Τὸ ποίμνιο τῆς Θεσσαλονίκης τὸν γνωρίζει πλέον καὶ ἀπὸ τοῦ ἄμβωνος ὡς Ἱερέα. Τώρα μὲ νέα Πατριαρχικὴ ἐπιστολὴ καλεῖται νὰ ἀναλάβει τὴ διεύθυνση τῆς Σχολῆς τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Τοῦ ζητοῦν μάλιστα νὰ καθορίσει μόνος του τὸ ὕψος τῆς ἀμοιβῆς του. Ὁ ἴδιος ὅμως θὰ ἀπαντήσει: «Τὰς μὲν ἀρχιερατείας τιμῶ καὶ προσκυνῶ ἀλλ’ ἐγὼ δὲν εἶμαι ἄξιος. Ἂν ἐκαταλάμβανα ὅτι ἔκαμνα περισσότερον καρπὸν εἰς τὴν Βασιλεύουσαν πόλιν, ἤθελα ἔλθει αὐτόκλητος. Ἐπειδὴ ὅμως, ὡς στοχάζομαι, αὐτοῦ εἶναι κάποια ἐμπόδια, διὰ τοῦτο, ἄφετέ μέ, παρακαλῶ, ἐδῶ εἰς τὰ πέριξ νὰ ὠφελῶ ὅσον δύναμαι τοὺς ἀδελφούς μου καὶ τὸ Γένος μου». Καὶ τὸν ἄφησαν...

Ἡ ὁριστική του ἀπόφαση εἶναι ἡ ἐπιστροφὴ στὴν πατρίδα του, τὴν Πάρο. Καὶ ἐνῶ τὸ πλοῖο κατευθύνεται πρὸς τὸ νότιο Αἰγαῖο, ξεσπάει ὁ Ρωσοτουρκικὸς πόλεμος καὶ τὸ πλοῖο ἀναγκάζεται νὰ προσορμισθεῖ στὴ Χίο (5 – 6 Νοεμβρίου 1786, 64 ἐτῶν). Ἀποσύρεται στὸ μονύδριο τῆς Ἁγίας Τριάδας. Ἐκεῖ μελετᾶ καὶ προσεύχεται. Ξεκινᾶ τὸ Θεολογικὸ τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ καὶ τὴ Λογικὴ τοῦ ἀοιδίμου Εὐγένιου Βούλγαρη. Ὅταν τελειώνει ὁ πόλεμος, δέχεται νὰ παραμείνει στὴ Χίο, στὰ χέρια τῆς βουλήσεως τοῦ Θεοῦ. Τελικὰ θὰ παραμείνει ἐκεῖ τρεῖς δεκαετίες. Ἡ «Φιλοσοφικὴ Σχολή», ὅπως τὴν ἀποκαλοῦσαν, ἐπὶ τῶν ἡμερῶν του γνωρίζει τεράστια ἀκμὴ καὶ ἀνάλογη φήμη. Τὸ 1812, 90 ἐτῶν πλέον, παραιτεῖται.

Ὁ Ἅγιος Ἀθανάσιος ὁ Πάριος, πρέπει νὰ ἀναφερθεῖ πὼς ἦταν ἕνας ἀπὸ τοὺς διωκόμενους Κολλυβάδες μοναχοὺς (ὅπως ὑποτιμητικὰ τοὺς ἀποκαλοῦσαν, λόγῳ τῆς θεολογικῆς διαμάχης γιὰ τὴ χρήση τῶν Κολλύβων), οἱ ὁποῖοι μὲ ἰσχυρὰ ἐπιχειρήματα, προσπάθησαν καὶ τελικὰ κατάφεραν νὰ διατηρήσουν, ἀπὸ τὶς νοθεῖες τοῦ Πρωτεσταντισμοῦ καὶ τῆς Οὐνίας, τὴν Ὀρθόδοξη πίστη. Γι’ αὐτὸ τὸ λόγο ἐδέχθηκε σφοδρὸ διωγμὸ στὸ Πατριαρχεῖο, μαζὶ μὲ τὸν Ἅγιο Νικόδημο τὸν Ἁγιορείτη, τὸν Ἅγιο Μακάριο Νοταρᾶ, τὸν Νεόφυτο Καυσοκαλυβίτη, τὸν Ἀγάπιο τὸν Κύπριο, τὸν Ἰάκωβο τὸν Πελοποννήσιο καὶ τὸν Χριστόφορο Προδρομίτη, γιὰ τὸν ἀγώνα τους ὑπὲρ τῆς Ὀρθοδόξου Θεολογίας. Ὁ ἴδιος καθαιρεῖται ἀπὸ ἱερέας καὶ καταδικάζονται οἱ ὑπόλοιποι. Διώκονται καὶ ἐξορίζονται ἀπὸ τὸ Ἅγιον Ὄρος, ἐνῶ ὁ Ἀθανάσιος ὁδηγεῖται, ὅπως προαναφέρθηκε, στὴ Θεσσαλονίκη. Ἡ πίκρα ὅμως τῶν διωγμῶν αὐτῶν ἔγινε τὸ νερὸ ποὺ ἐπότισε  μὲ τοὺς διασκορπισμένους Κολλυβάδες τὸ Ὀρθόδοξο Γένος σὲ μία δύσκολη καὶ μεταβατικὴ ἱστορικὴ ἐποχή.

Τὸ 1771 ἐντέλει, ἡ Μεγάλη τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησία διαπίστωσε τὶς συκοφαντίες καὶ τοὺς ἀθωώνει. Μεταξὺ ἄλλων ἡ ἀθώωση ἀναφέρει:

«Δύναται πολλάκις καὶ συρραφεῖσα διαβολὴ ὑποκλέψαι τοῖς ἀνεγκλήτοις καὶ ἀναιτίου καταδίκης αἰτία γενέσθαι πρὸς ἄνδρας ἀθώους καὶ ἀμετόχους τῶν κατ’ αὐτῶν λαληθέντων... Ἐπειδὴ τοιγαροῦν καὶ ὁ κὺρ Ἀθανάσιος ὁ Πάριος, ἀνὴρ ὢν οὐ τῶν εὐκαταφρονήτων, σοφίας τὲ μετασχηκὼς τῆς θύραθεν καὶ τῆς καθ’ ἡμᾶς καὶ καλῶς μεμνημένος τὰ θεῖα... ἀθῶος ὑπάρχει... ἔχων καὶ τὸ ἐνεργοῦν τῆς ἱερωσύνης αὐτοῦ ἀκωλύτως...».

Στὸ τέλος τῆς ζωῆς του ἀποσύρθηκε σὲ ἕνα ἀπόμερο μέρος τῆς Χίου, τὰ Ρεστά, ὅπου ὑπῆρχε μονύδριο τοῦ Ἁγίου Γεωργίου. Ἐκεῖ μαζί του ἡσύχαζε καὶ ὁ μαθητὴς καὶ φίλος του Νικηφόρος καὶ ὁ Ἱεροδιάκονος Ἰωσὴφ ἀπὸ τὰ Φουρνὰ τῶν Ἀγράφων, ὁ ὁποῖος εἶχε χρηματίσει καὶ δάσκαλος στὴ Σχολή. Ἐδῶ συγγράφει τὸ πόνημά του «ἀλεξίκακον πνευματικὸν» κατὰ τῶν τότε «ἐκσυγχρονιστῶν» ποὺ ἀντέλεγαν καὶ ἐφέρονταν καταφρονητικὰ σὲ ζητήματα τῶν Θείων Γραφῶν. Πρὸς τὸ τέλος τῆς ζωῆς του παθαίνει ἀποπληξία. Ὁ ἴδιος προετοιμάσθηκε πνευματικά, μετέλαβε καὶ ἐκοιμήθηκε μὲ εἰρήνη μιὰ ἡμέρα μετά, στὶς 24 Ἰουνίου 1813. Στὰ προπύλαια τοῦ ναοῦ ἐθαψαν τὸ σεπτό του σκήνωμα, ἐνῶ οἱ συνασκητὲς στὸ κελί του βρῆκαν μόνο μία τριμμένη στολή, ἕνα μελανοδοχεῖο καὶ ἕνα λυχνάρι. Τὰ ὀστά του τοποθετήθηκαν στὸ ὀστεοφυλάκιο τοῦ ναϋδρίου, ἀλλὰ ἀποτεφρώθηκαν κατὰ τὴ μεγάλη πυρκαγιά, τὸ 1822.
Τὸ συγγραφικὸ ἔργο τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου εἶναι πλούσιο καὶ πολὺ σημαντικό. Ἀφορᾶ σχεδὸν ὅλους τοὺς τομεῖς τῆς χριστιανικῆς δράσεως (βίοι Ἁγίων, δογματικά, κοινωνικά, λειτουργικά, παιδαγωγικά, ποιμαντικά) καὶ ἀξιολογεῖται σήμερα τὴ βιβλική, κοινωνικὴ καὶ δογματική του κατάρτιση, ὡς ἕνα ἐξαιρετικὸ δεῖγμα ὀρθόδοξης ποιμαντικῆς διακονίας.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Μνήμη Θαύματος Ὑπεραγίας Θεοτόκου τῆς Ὡραιοτάτης ἐν Ἀκαρνανίᾳ 

Δὲν ἔχουμε λεπτομέρειες γιὰ τὸ γεγονός.
Πηγή: http://www.synaxarion.gr