Ἡ μνήμη τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου τοῦ Μεγάλου, Πατριάρχου Ἀλεξανδρείας τιμᾶται ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία στὶς 18 Ἰανουαρίου.

Ὁ Μέγας Ἀθανάσιος γεννήθηκε κατὰ τὸ ἔτος 295 μ.Χ. στὴν Ἀλεξάνδρεια ἀπὸ Χριστιανοὺς γονεῖς. Ἔτυχε ἐπιμελημένης ἐκπαιδεύσεως φιλοσοφικῆς καὶ θεολογικῆς. Κατὰ τὴ νεανική του ἡλικία συνδέθηκε μὲ τὸν Μέγα Ἀντώνιο καὶ ἀσκήτευσε μαζί του στὴν ἔρημο.

Στὴν ἀρχὴ χειροθετήθηκε ἀναγνώστης τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἀλεξανδρείας καὶ τὸ 318 μ.Χ. ἦταν ἤδη διάκονος. Τὸ ἔτος 325 μ.Χ. συνοδεύει τὸν γέροντα Πατριάρχη Ἀλεξανδρείας Ἀλέξανδρο στὴ Νίκαια, ὅπου συγκλήθηκε ἡ Α’ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος, «τοῦ χοροῦ τῶν διακόνων ἡγούμενος». Ἐκεῖ, χάρη στὴ μόρφωσή του καὶ μάλιστα στὴ θερμουργὸ καὶ ἀκλόνητη πίστη του, ἀναδείχθηκε ἕνας ἀπὸ τοὺς θαρραλέους ἀγωνιστὲς κατὰ τῆς αἱρέσεως τοῦ Ἀρείου. Μάλιστα δέ, ὅπως ἀποφάνθηκε ἡ ἐν Ἀλεξανδρείᾳ Σύνοδος τοῦ 399 μ.Χ., κυρίως ὁ Ἀθανάσιος «τὴν νόσον τοῦ Ἀρειανισμοῦ ἔστησεν». Κανένας, ἴσως, ἄλλος ἀπὸ τοὺς Πατέρες καὶ Διδασκάλους τῆς Ἐκκλησίας, τῆς περιόδου ἐκείνης, δὲν ἀντιμετώπισε τόσο σπουδαία ἐκκλησιαστικὰ καὶ θεμελιώδη προβλήματα τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως ἦταν τὰ περὶ Θεοῦ, κόσμου, ἀνθρώπου, δημιουργίας, τριαδολογίας, ἐνανθρωπήσεως τοῦ Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ, σωτηρίας, χριστολογίας, πνευματολογίας, Οἰκουμενικῆς Συνόδου κ.ἄ.

Ἡ φήμη τοῦ Ἀθανασίου ἑδραιώθηκε τόσο πολὺ κατὰ τὴ Σύνοδο τῆς Νίκαιας, ὥστε μετὰ ἀπὸ λίγο, ὅταν πέθανε ὁ γέροντας Πατριάρχης Ἀλεξανδρείας Ἀλέξανδρος ( 17 Ἀπριλίου 328 μ.Χ.), ἐξελέγη Ἐπίσκοπος Ἀλεξανδρείας πιθανότατα τὸν ἴδιο χρόνο.

Ὁ Μέγας Ἀθανάσιος, κατὰ τὰ 46 ἔτη τῆς ἀρχιερατείας του, ὑπῆρξε ὁ στύλος τῆς Ἐκκλησίας καὶ ὁ κατ’ ἐξοχὴν Πατὴρ τῆς Ὀρθοδοξίας. Μερίμνησε δραστήρια γιὰ τὴν ὀργάνωση τῆς Ἐκκλησίας του. Περιηγούμενος τὴν ἐπαρχία του, μετέβη στὴ Θηβαΐδα, τὴν Πεντάπολη, τὴν Κάτω Αἴγυπτο γιὰ νὰ δεῖ ἀπὸ κοντὰ τὶς ἀνάγκες τοῦ ποιμνίου του, τὸ ὁποῖο τὸν ὑποδεχόταν παντοῦ μὲ ἐνθουσιασμό. Ἐγκαθιστοῦσε στὶς διάφορες πόλεις ἄξιους καὶ ἱκανοὺς Ἐπισκόπους, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ τὸν Ἅγιο Φρουμέντιο ( 30 Νοεμβρίου), τὸν ὁποῖο χειροτόνησε Ἐπίσκοπο Ἀξώμης.

Ὅμως, οἱ Ἀρειανοί, δημιούργησαν πολλὲς ταραχὲς καὶ ὀχλήσεις στὸν Ἅγιο, τὸν ὁποῖο συκοφαντοῦσαν. Ὁ Ἅγιος ἐξορίστηκε πέντε φορὲς καὶ διῆλθε περισσότερα ἀπὸ δεκαέξι χρόνια τῆς ἀρχιερατείας του στὴν ἐξορία. Ἐσύρθη κατ’ ἐπανάληψη ἀπὸ τοὺς Ἀρειανοὺς ἐνώπιον Συνόδων καὶ καθαιρέθηκε. Καταδιώχθηκε ἀπὸ αὐτοκράτορες, ὑπέφερε ἀνεκδιήγητες ταλαιπωρίες καὶ στερήσεις, εἶδε πολλοὺς ἀπὸ τοὺς συνεργάτες του νὰ ὑποκύπτουν στὶς πιέσεις καὶ τὴν βία τῶν Ἀρειανῶν καὶ τὸν Ἐπίσκοπο Ρώμης Λιβέριο (352 – 366 μ.Χ) νὰ ὑπογράψει ἀρειανικὸ ὅρο πίστεως, γιὰ νὰ ἀποφύγει τὴν ἐξορία. Ἦλθαν στιγμές, κατὰ τὶς ὁποῖες ὁ χριστιανικὸς κόσμος φαινόταν ἀντίθετος πρὸς τὸν Ἅγιο, ἀλλὰ αὐτὸς ποτὲ δὲν κάμφθηκε καὶ ἀγωνιζόταν γιὰ τὴν ἀλήθεια.

Ἀφορμὴ γιὰ τὶς διώξεις κατὰ τοῦ Ἁγίου, ἔδωσε ἡ ἄρνησή του νὰ ἀποκαταστήσει στὴν ἐκκλησιαστικὴ κοινωνία τὸν ὑπὸ τῆς Α’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου καθαιρεθέντα Ἄρειο, ὁ ὁποῖος παρουσιαζόταν ὑποκριτικὰ ὡς ἀποδεχόμενος τὴν ὀρθόδοξη διδασκαλία.  Ὅταν ὁ Ἄρειος ἀνακλήθηκε ἀπὸ τὴν ἐξορία ὑπέβαλε τὸ 330 ἢ 331 μ.Χ. ὁμολογία πίστεως, στὴν ὁποία ἀπέφυγε ἐπιμελῶς νὰ ἀναφέρει τὶς ἀρειανικὲς ἐκφράσεις. Ὁ Ἅγιος Ἀθανάσιος εἶδε τὴν ἀπάτη καὶ τὸ δόλο τοῦ Ἀρείου καὶ ἀρνήθηκε κατηγορηματικὰ νὰ δεχθεῖ σὲ κοινωνία τὸν Ἄρειο παρὰ τὴ διαταγὴ τοῦ αὐτοκράτορα Μεγάλου Κωνσταντίνου. Μετὰ τὴν ἄρνηση τοῦ Ἁγίου, οἱ ἐχθροί του ἄρχισαν νὰ ὀργανώνουν συστηματικὰ τὸν κατ’ αὐτοῦ ἀγώνα. Ὁ Μέγας Κωνσταντίνος, ἂν καὶ τιμοῦσε τὸν Ἅγιο Ἀθανάσιο γιὰ τὸ ἦθος καὶ τὸ θάρρος του, παρασύρθηκε τελικὰ ἀπὸ τὶς συνεχεῖς ἐναντίον του μηχανορραφίες τῶν Ἀρειανῶν καὶ διέταξε τὴ σύγκλιση Συνόδου στὴν Καισάρεια, τὸ 335 μ.Χ., μὲ σκοπὸ τὴν ἐξέταση τῶν κατηγοριῶν κατὰ τοῦ Ἀθανασίου. Ἡ Σύνοδος τελικὰ συγκλήθηκε στὴν Τύρο τῆς Φοινίκης. Ὁ Ἀθανάσιος συνῆλθε στὴ Σύνοδο, στὴν ὁποία παρέστησαν 60 Ἀρειανοὶ Ἐπίσκοποι. Οἱ κατηγορίες δὲν ἦταν δυνατὸν νὰ σταθοῦν παρὰ τὰ ἐφευρήματα τῶν αἱρετικῶν. Ἐπειδή, ὅμως, ἔγινε ἀντιληπτὸ ὅτι οἱ ἐχθροί του Ἀθανασίου ζητοῦσαν νὰ τὸν φονεύσουν, οἱ ἄνθρωποι τοῦ βασιλέως, ποὺ εἶχαν ἐπιφορτισθεῖ τὴν τήρηση τῆς τάξεως καὶ τῆς εἰρήνης, τὸν φυγάδευσαν κρυφά. Ἔτσι κατέφυγε στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ ζήτησε νὰ δεῖ τὸν αὐτοκράτορα, ὁ ὁποῖος λόγω τῶν διαβολῶν, ἀρνήθηκε νὰ τὸν δεχθεῖ σὲ ἀκρόαση καὶ διέταξε τὴν ἐξορία του στὴ Γαλατία. Ἐπανῆλθε στὴν ἕδρα του μετὰ τὸ θάνατο τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου, στὶς 23 Νοεμβρίου 337 μ.Χ. Πλὴν ὅμως καὶ πάλι οἱ ἐχθροί του ἄρχισαν τὶς κατ’ αὐτοῦ διαβολὲς καὶ συκοφαντίες. Τότε ὁ Ἀθανάσιος συγκάλεσε Σύνοδο στὴν Ἀλεξάνδρεια, τὸ 339 μ.Χ στὴν ὁποία ἔλαβαν μέρος 100 Ἐπίσκοποι. Οἱ ἐχθροί του τότε, συγκρότησαν ἀρειανικὴ Σύνοδο στὴν Ἀντιόχεια, ἡ ὁποία τὸν καθαίρεσε καὶ ὅρισε ὡς Ἐπίσκοπο Ἀλεξανδρείας τὸν Εὐσέβιο τὸν Ἐμισηνό, ἀντ’ αὐτοῦ δέ, ἐπειδὴ δὲν ἀποδέχθηκε τὴν ἐκλογή, τὸν Καππαδόκη Γρηγόριο, ὁ ὁποῖος ἐγκαταστάθηκε στὴν Ἀλεξάνδρεια διὰ τῆς βίας μετὰ τὴν ἀπομάκρυνση τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου.

Τότε ὁ Ἅγιος κατέφυγε στὴ Ρώμη, ὅπου εὑρίσκονταν καὶ ἄλλοι ἐξόριστοι ἱερεῖς καὶ Ἐπίσκοποι. Ἐκεῖ, τὸν δέχθηκαν ὅλοι μὲ τιμὴ καὶ ἀναγνώρισαν τοὺς ἀγῶνες του ὑπὲρ τῆς Ὀρθοδοξίας. Ἔτσι, ὁ Πάπας Ἰούλιος συγκάλεσε, τὸ ἔτος 341 μ.Χ., Σύνοδο, ἡ ὁποία ἀναγνώρισε τὸν Ἅγιο Ἀθανάσιο ὡς κανονικὸ Ἐπίσκοπο Ἀλεξανδρείας καὶ τὸν κήρυξε ἀθῶο ἀπὸ ὅλες τὶς κατηγορίες τῶν ἐχθρῶν του.

Ὅταν τὸ 345 μ.Χ. πέθανε ὁ Ἀλεξανδρείας Γρηγόριος, κατόπιν ὑποδείξεως τοῦ Κώνσταντος, ὁ αὐτοκράτορας Κωνστάντιος ἀνακάλεσε τὸν Ἅγιο Ἀθανάσιο ἀπὸ τὴν ἐξορία. Ὁ Ἅγιος ἐπέστρεψε γενόμενος δεκτὸς θριαμβευτικὰ ἀπὸ τὸ ποίμνιό του. Ἀλλὰ καὶ αὐτὴ τὴ φορὰ μόνο γιὰ λίγο ἔμεινε ἀδιατάρακτος στὴν ἕδρα του, διότι μετὰ τὴν δολοφονία τοῦ Κώνσταντος, τὸ ἔτος 350 μ.Χ., ὁ Κωνστάντιος, πεισθεὶς σὲ νέες διαβολὲς καὶ πιέσεις τῶν φίλων τῶν Ἀρειανῶν, καταδίκασε συνοδικῶς τὸν Ἅγιο Ἀθανάσιο. Ἀπέστειλε μάλιστα καὶ στρατιῶτες, γιὰ νὰ τὸν συλλάβουν τὴν νύκτα τῆς 9ης Φεβρουαρίου 356 μ.Χ., ἐνῶ τελοῦσε παννυχίδα μὲ πλῆθος πιστῶν στὸ Ναὸ τοῦ Ἁγίου Θεωνᾶ. Ὁ Ἅγιος φυγαδεύτηκε στὴν ἔρημο, ὅπου παρέμεινε ἕξι χρόνια, παρακολουθώντας τὶς κινήσεις καὶ ἐνέργειες τῶν Ἀρειανῶν καὶ στηρίζοντας τοὺς κλονιζόμενους Χριστιανούς.

Τέλος, ἐπὶ αὐτοκράτορα Ἰουλιανοῦ τοῦ Παραβάτου (361 – 363 μ.Χ.) μπόρεσε νὰ ἐπανέλθει στὴν Ἀλεξάνδρεια καὶ νὰ συγκροτήσει Σύνοδο ἡ ὁποία ἀποτέλεσε σημαντικότατο σταθμὸ στὴν ἱστορία τῶν ἀγώνων τῆς Ὀρθοδοξίας κατὰ τοῦ Ἀρειανισμοῦ.

Οἱ διωγμοὶ συνεχίστηκαν καὶ ἐπὶ αὐτοκράτορα Οὐάλη, ποὺ ἐξόρισε τὸν Ἅγιο. Φοβούμενος ὅμως ἐξέγερση τοῦ λαοῦ τῆς Ἀλεξανδρείας, ἀναγκάσθηκε νὰ ἀνακαλέσει τὸν Ἅγιο ἀπὸ τὴν ἐξορία.

Ἀγωνιζόμενος γιὰ τὴν ὀρθόδοξη πίστη μέχρι τὸ τέλος τοῦ βίου του, κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη στὶς 2 Μαΐου 373 μ.Χ., σὲ ἡλικία 75 ἐτῶν, ἀφοῦ κατεκόσμησε τὸ θρόνο τῆς Ἀλεξανδρείας.

Ἡ Ἐκκλησία πολὺ νωρὶς τοῦ ἀπένειμε τὸν τίτλο τοῦ Μεγάλου Πατρὸς αὐτῆς. Εἶναι ἐκεῖνος ποὺ διαισθάνθηκε καὶ ἀντιλήφθηκε ἄριστα τὶς λεπτεπίλεπτες σχέσεις ἀλληλεξαρτήσεως τῶν ἐπὶ μέρους ἀληθειῶν τῆς πίστεως, οἱ ὁποῖες στὴ σκέψη του ἀποτελοῦν τμήματα μιᾶς καὶ τῆς αὐτῆς ἀλήθειας, ὥστε ἡ πλάνη περὶ τὴν μία ἐπὶ μέρους ἀλήθεια, νὰ συνεπάγεται ἀναπότρεπτα τὴν ἀνατροπὴ ὁλόκληρου τοῦ συστήματος τῆς χριστιανικῆς διδασκαλίας καὶ τὴν δημιουργία αἱρέσεως.
Ἀλλὰ ὁ Ἅγιος καὶ μὲ τὸν καθόλου βίο του, ἀπέδειξε τὸ ἐνάρετο καὶ τὸ εὐσεβές του ἤθους αὐτοῦ σὲ τέτοιο βαθμό, ὥστε τὸ ὄνομά του νὰ ἀποβεῖ ταυτόσημο πρὸς τὴν ἀρετή. Γι’ αὐτὸ λέγει ἐπιγραμματικὰ ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Ναζιανζηνὸς : «Ἀθανάσιον ἐπαινῶν, ἀρετὴν ἐπαινέσομαι· ταὐτὸν γὰρ ἐκεῖνόν τε εἰπεῖν καὶ ἀρετὴν ἐπαινέσαι». Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος συνεχίζοντας παρατηρεῖ ὅτι ὁ Μέγας Ἀθανάσιος ἔγινε κατ’ ἐξοχὴν δέκτης τοῦ θείου φωτισμοῦ, ἔφθασε σὲ ὕψος βιβλικῶν προσώπων καὶ ἴσως μάλιστα κάποια ἀπὸ αὐτὰ νὰ ὑπερέβαλε, γιατί κυριολεκτικὰ ἑνώθηκε καὶ ἔγινε ἕνα μὲ τὸ θεῖο φῶς. Καὶ ἔτσι μόνο κατόρθωσε νὰ ἀντιμετωπίσει τὶς μεγάλες κακοδοξίες τῶν αἱρετικῶν τῆς ἐποχῆς του.

Δὲν ἔχουμε λεπτομέρειες γιὰ τὸ γεγονὸς τῆς ἀνακομιδῆς τῶν ἱερῶν λειψάνων τοῦ Ἁγίου.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Στῦλος γέγονας, Ὀρθοδοξίας, θείοις δόγμασιν, ὑποστηρίζων, τὴν Ἐκκλησίαν, Ἱεράρχα Ἀθανάσιε· τῷ γὰρ Πατρὶ τὸν Υἱὸν ὁμοούσιον, ἀνακηρύξας κατῄσχυνας Ἄρειον. Πάτερ Ὅσιε, Χριστὸν τὸν θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

 

Κοντάκιον. Ἦχος β’. Τοῖς τῶν αἱμάτων σου.
Ὀρθοδοξίας φυτεύσας τὰ δόγματα, κακοδοξίας ἀκάνθας ἐξέτεμες, πληθύνας τὸν σπόρον τῆς πίστεως, τῇ ἐπομβρίᾳ τοῦ Πνεύματος Ὅσιε· διό σε ὑμνοῦμεν Ἀθανάσιε.

 

Μεγαλυνάριον.
Τῆς Ὀρθοδοξίας σάλπιγξ χρυσῆ, ὤφθης Ἱεράρχα, ὁμοούσιον τῷ Πατρί, τὸν Υἱὸν κηρύττων, καὶ Πνεύματι Ἁγίῳ· διό σε Ἀθανάσιε μεγαλύνομεν.

Οἱ Ἅγιοι Ἕσπερος καὶ Ζωὴ οἱ Μάρτυρες καὶ τὰ τέκνα αὐτῶν Κυριάκος καὶ Θεόδουλος

Κατὰ τὶς ἡμέρες τοῦ βασιλέως Ἀδριανοῦ (117 – 138 μ.Χ.) ἄρχισε καὶ πάλι ἡ δίωξη τῶν Χριστιανῶν. Ἐκείνη τὴν περίοδο μαρτύρησε καὶ ἡ Ἁγία Ζωὴ μὲ τὸν ἄνδρα της Ἕσπερο καὶ τὰ παιδιά της Κυριάκο καὶ Θεόδουλο, ποὺ κατάγονταν ἀπὸ τὴν Πισιδία.

Οἱ Ἅγιοι εἶχαν ἀγορασθεῖ ὡς δοῦλοι ἀπὸ τὸν Ρωμαῖο συγκλητικὸ Κάτλο καὶ τὴν γυναῖκα του Τετραδία, ποὺ κατοικοῦσαν στὴν Ἀττάλεια τῆς Παμφυλίας. Βλέποντας οἱ ἄρχοντες τὶς θυσίες τῶν ἀρχόντων στὰ εἴδωλα παρατηροῦσαν τὴν μάταιη λατρεία αὐτῶν καὶ πρόσεχαν πολὺ μήπως καὶ ἡ τροφὴ ποὺ τοὺς πρόσφεραν ἦταν ὑπολείμματα ἀπὸ εἰδωλολατρικὲς θυσίες.

Στὸ Συναξάρι τους ἀναφέρεται ὅτι ἡ Ἁγία Ζωὴ πήγαινε τὸ βράδυ στὸν φρουρὸ ποὺ φύλαγε τὸ ἀνάκτορο τῶν ἀρχόντων καὶ τοῦ ἔλεγε νὰ πάει νὰ κοιμηθεῖ, γιατί ἦταν κουρασμένος καὶ τὸν ἀναπλήρωνε στὰ καθήκοντά του. Ἔξω ὅμως ἀπὸ τὶς πύλες τοῦ ἀρχοντικοῦ ἦταν σκυλιὰ τὰ ὁποία κατασπάρασσαν ὅποιον φτωχὸ πήγαινε νὰ ζητήσει βοήθεια καὶ εὐποιία. Ἡ Ἁγία Ζωὴ ἔπαιρνε ψωμὶ ποὺ τῆς ἔδιναν γιὰ τὴν καθημερινὴ συντήρηση τῆς οἰκογένειάς της, ἔριχνε λίγο στὰ σκυλιὰ γιὰ νὰ σωπάσουν, καὶ τὸ ὑπόλοιπο τὸ μοίραζε στοὺς φτωχούς, λέγοντάς τους:

«Νὰ γίνετε Χριστιανοί, Χριστοῦ δοῦλοι, διότι μόνο Ἐκεῖνος εἶναι ὁ Σωτῆρας τοῦ κόσμου».

Ἔτσι λοιπὸν ἔπραττε ἡ Ἁγία Ζωὴ διδάσκοντας καὶ τὰ παιδιά της. Ὁ δὲ σύζυγός της Ἕσπερος ἀπεστάλη ἀπὸ τὸν ἄρχοντα Κάτλο στὴν πόλη Τριτόνιο, ὡς ἐπίτροπος αὐτοῦ καὶ ζοῦσε ἐκεῖ. Ὁ Κάτλος ἔμαθε ὅμως ὅτι ἡ οἰκογένεια τοῦ Ἑσπέρου καὶ τῆς Ζωῆς ἦταν Χριστιανοὶ καὶ ταράχθηκε ἡ διάνοιά του. Ἐπειδὴ ἡ σύζυγός του Τετραδία ἦταν ἔγκυος, ἀνέμενε τὴν γέννηση τοῦ βρέφους καὶ ἐπιθυμοῦσε νὰ προσφέρει θυσίες στὴ θεὰ Τύχη, ἐνέβαλε τὸ θέμα καὶ τοὺς ἀπέστειλε στὸ Τριτόνιο, ἐκεῖ ὅπου ἦταν ὁ Ἕσπερος.

Ὅταν γεννήθηκε τὸ παιδὶ τοῦ Κάτλου καὶ θυσίαζαν γι’ αὐτὸ στὴ θεὰ Τύχη, ὁ Κάτλος ἀπέστειλε στὸν Ἕσπερο καὶ τὴν οἰκογένειά του, κρασὶ καὶ κρέατα. Ἡ δὲ Ἁγία Ζωή, μόλις εἶδε τὰ εἰδωλόθυτα, ἀτένισε στὸν οὐρανὸ καὶ εἶπε: «Θεέ, καρδιογνῶστα, ἀληθινέ, αἰώνιε, βοήθησέ μας, διότι δὲν ἔχουμε κανένα πλήν Σοῦ καὶ τοῦ Υἱοῦ Σου». Καὶ ἔριξε στὰ σκυλιὰ τὰ μολυσμένα κρέατα καὶ ἔχυσε τὸ κρασί.

Ὅταν ὁ Κάτλος πληροφορήθηκε τὸ γεγονὸς θύμωσε καὶ διέταξε νὰ ὁδηγήσουν ἀμέσως ἐνώπιόν του τὴν Ἁγία Ζωή, τὸν ἄνδρα αὐτῆς καὶ τὰ παιδιά της. Βλέποντας ὁ ἡγεμόνας τὴν ἔνσταση τῶν Ἁγίων καὶ τὴν ἀμετάθετη πίστη τους πρὸς τὸν Χριστό, γέμισε ἡ καρδιά του ἀπὸ ὀργὴ καὶ ἀπὸ τὴν ἐνέργεια τοῦ διαβόλου. Ἔδωσε ἐντολὴ νὰ τοὺς βάλουν σὲ φοῦρνο ἀσφαλισμένο ἀπὸ παντοῦ, ἔτσι ὥστε νὰ μὴν ἀναπνέουν κὰν καὶ τὸ μαρτύριο νὰ εἶναι μεγαλύτερο καὶ φρικτότερο. Μέσα στὴν φωτιὰ οἱ Ἅγιοι δοξολογοῦσαν τὸ Ὄνομα τοῦ Ἁγίου Θεοῦ, ὅπως οἱ Ὅσιοι Παῖδες στὴν κάμινο ἐπὶ Ναβουχοδονόσορος.

Τὴν ἑπόμενη ἡμέρα ἦλθαν στὸν τόπο τοῦ μαρτυρίου ὁ Κάτλος καὶ οἱ στρατιῶτες του, ποὺ ἄκουγαν ψαλμωδίες μέσα ἀπὸ τὸν φοῦρνο. Ἄρχισαν νὰ ἀναρωτιοῦνται ἀπὸ ποὺ ἔβγαινε αὐτὸ ὁ ἦχος τοῦ πλήθους. Νόμισαν ὅτι ἄνθρωποι εἶχαν εἰσέλθει μέσα στὸν φοῦρνο καὶ ἀμέσως τὸν κύκλωσαν, γιὰ νὰ τοὺς συλλάβουν. Μόλις ἄνοιξαν τὸν φοῦρνο δὲν βρῆκαν τίποτα καὶ δὲν εἶδαν κανένα, παρὰ μόνο τὰ τίμια λείψανα τῶν Ἁγίων Μαρτύρων ποὺ κείτονταν κατὰ ἀνατολὰς σὰν νὰ ἐκοιμοῦντο.

Ἔτσι μαρτύρησαν οἱ Ἅγιοι Ζωὴ καὶ Ἕσπερος καὶ τὰ τέκνα αὐτῶν, ἀφοῦ νίκησαν τὸ δόλιο καὶ ἐνάντιο διάβολο καὶ τοὺς παρανόμους εἰδωλολάτρες αὐτοῦ.
Ναὸ στὴν Μάρτυρα Ζωὴ ἀνήγειρε ὁ αὐτοκράτορας Ἰουστινιανὸς (527 – 565 μ.Χ.), κοντὰ στὸ ναὸ τῆς Ἁγίας Ἄννας στὸ Δεύτερον τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Ὁ βασιλέας Βασίλειος Α’ (867 – 886 μ.Χ.) τὸν ἀνοικοδόμησε ἐκ βάθρων, διότι εἶχε πέσει.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ὅσιος Ἰορδάνης ὁ Θαυματουργός 

Ὁ Ὅσιος Ἰορδάνης ὁ Θαυματουργὸς κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη. Δὲν ἔχουμε περισσότερες λεπτομέρειες γιὰ τὸν βίο τοῦ Ὁσίου.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ἅγιος Σάββας Ἐπίσκοπος Δαφνουσίας 

Ἡ μνήμη τοῦ Ἁγίου Σάββα ἀγνοεῖται στὸν Συναξαριστὴ τοῦ Ἁγίου Νικοδήμου καὶ τὰ Μηναῖα. Ἀναφέρεται στὸν Συναξαριστὴ τοῦ Ἰππολύτου Delehaye, χωρὶς ὑπόμνημα καὶ στὸ Λαυριωτικὸ Κώδικα Ι 70 φ. 202β, ὅπου ἀναφέρεται ὅτι ὁ Ἅγιος Σάββας γιὰ τὴν ἐνάρετη πολιτεία του, τὴν ὁποία ἀπὸ βρέφος ἀνέδειξε μὲ κάθε εὐλάβεια καὶ σεμνότητα, ἐξελέγη Ἐπίσκοπος Δαφνουσίας. Ἀφοῦ ἀνέλαβε τὸ πηδάλιο τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας κήρυττε τὴν ἀληθινὴ πίστη καὶ πολλοὺς ἀπὸ τοὺς εἰδωλολάτρες ἔστρεψε πρὸς τὸν Χριστὸ καὶ βάπτισε. Ὁ Ἅγιος Σάββας, ἀφοῦ ἔζησε θεοφιλῶς, κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ἅγιος Βόρις – Μιχαὴλ ὁ Ἱσαπόστολος ὁ πρίγκιπας καὶ Φωτιστῆς τοῦ Βουλγαρικοῦ λαοῦ

Ὁ Ἅγιος Ἰσαπόστολος τσάρος Βόρις, ὁ μετονομασθεῖς Μιχαήλ, ἦταν βασιλέας τῆς Βουλγαρίας καὶ γιὰ τὸ ἱεραποστολικό του ἔργο εἶχε προφητεύσει ὁ θεῖος του Ἅγιος Μποϋάν ( 28 Μαρτίου).

Μόλις ἀνῆλθε στὸ θρόνο, διαδεχόμενος κατὰ πᾶσα πιθανότητα τὸν Πρεσσιάμ, ἔδειξε ὅτι εἶχε συνείδηση τῶν σκοπῶν του καὶ τῶν μέσων τῆς ἐπιτεύξεώς τους. Ὅμως τὰ πρῶτα χρόνια τῆς βασιλείας τοῦ Βόριδος, σημαδεύτηκαν ἀπὸ ἀνεπιτυχεῖς ἐκστρατεῖες κατὰ τῶν Κροατῶν καὶ τῶν Σέρβων. Κατόπιν ὅμως διὰ πολιτικῶν ἐνεργειῶν καὶ πολεμικῶν ἐπιχειρήσεων πέτυχε μερικὲς ἐδαφικὲς ἐπεκτάσεις πρὸς τὰ βορειοδυτικά, ὅταν κατέλαβε καὶ τὴν Ἀχρίδα καὶ πρὸς τὰ νοτιοανατολικά.

Κατὰ τὴν διάρκεια μιᾶς μάχης, ἀπὸ τὶς πολλὲς μεταξὺ τῶν Βουλγάρων καὶ τῶν Ἑλλήνων, αἰχμαλώτισε τὸν ἐπιφανὴ σύμβουλο Θεόδωρο Κουφαρᾶ, ὁ ὁποῖος εἶχε γίνει μοναχός. Ἦταν ὁ πρῶτος ἄνθρωπος ποὺ φύτεψε τὸν σπόρο τοῦ Εὐαγγελίου στὴν ψυχὴ τοῦ Βουλγάρου τσάρου. Σὲ μία ἀπὸ τὶς ἐκστρατεῖες τῶν Ἑλλήνων, ἡ νεότερη ἀδελφὴ τοῦ τσάρου αἰχμαλωτίσθηκε ἀπὸ τὸν Λέοντα τὸν Ἀρμένιο καὶ γαλουχήθηκε μὲ τὴν Ὀρθόδοξη πίστη στὴν αὐλὴ τοῦ Βυζαντινοῦ αὐτοκράτορος. Ὅταν ὁ Θεόφιλος πέθανε, ὁ τσάρος Βόρις ἀποφάσισε νὰ ἐκμεταλλευθεῖ αὐτὴ τὴν περίσταση, γιὰ νὰ ἐκδικηθεῖ τοὺς Ἕλληνες γιὰ προηγούμενες ἧττες. Ἔτσι καὶ κάτω ἀπὸ τὴν ἐντύπωση τῆς βυζαντινῆς λάμψεως φιλοδόξησε νὰ καταλάβει τὸ Βυζάντιο. Τὸ 853 μ.Χ. ὁ Βόρις νόμισε ὅτι ἦταν δυνατὸν νὰ ἐπωφεληθεῖ ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι τὸν θρόνο τοῦ Βυζαντίου κυβερνοῦσε ἡ Θεοδώρα καὶ κήρυξε ἀπότομα πόλεμο. Λέγουν μάλιστα ὅτι ἡ Θεοδώρα ἀπάντησε σὲ αὐτόν: «Ἂν ἐπιτεθεῖς κατὰ τῆς χώρας μου, θὰ σὲ ἀντιμετωπίσω ἐλπίζουσα τὴ νίκη. Ἂν ὅμως νικηθῶ, δὲν θὰ εἶναι μεγάλη ἡ δόξα γιὰ σένα ὅτι νίκησες γυναῖκα».

Ἡ θαρραλέα αὐτὴ ἀπάντηση ἄρεσε στὸν Βούλγαρο μονάρχη καὶ δέχθηκε νὰ διαπραγματευθεῖ. Ἄλλωστε, καθὼς ἡ πεῖνα καὶ ἡ πανώλη περιστοίχιζαν τὴν χώρα, ἡ Βουλγαρία ἀντιμετώπισε τρομερὲς δυσκολίες. Ὁ Βόρις εἶδε τὴ σωτηρία τῆς χώρας του, ἡ ὁποία βρισκόταν στὸ σκοτάδι ἐξαιτίας τῆς εἰδωλολατρίας, στὴν Ὀρθόδοξη πίστη. Ἔτσι ὁ τσάρος Βόρις συμφώνησε σὲ μία συνθήκη εἰρήνης. Ὁ Θεόδωρος Κουφαρᾶς ἀνταλλάχθηκε μὲ τὴν Βουλγάρα πριγκίπισσα, ἡ ὁποία κατήχησε τὸν Βόριδα ἀναδεικνύοντας τὴν οἰκτρότητα τῶν εἰδώλων καὶ τὸ ὕψος τῆς διδασκαλίας τοῦ Θεανθρώπου. Ἔτσι, πρὸς τὸ τέλος τοῦ 864 μ.Χ. ἢ στὶς ἀρχὲς τοῦ 865 μ.Χ., βαπτίσθηκε ἀπὸ τὸν Ἐπίσκοπο Ἰωσὴφ καὶ μετονομάσθηκε Μιχαήλ.

Ἀμέσως κατηχητὲς ἐστάλησαν παντοῦ πρὸς φωτισμὸ καὶ βάπτισμα τοῦ λαοῦ. Ὁ Πατριάρχης Φώτιος, μετὰ ἀπὸ αἴτηση τοῦ Ἁγίου Μιχαήλ, ἀπέστειλε στὴν Βουλγαρία πολλοὺς κατηχητές. Ὁ Μιχαὴλ ζήτησε ἀκόμη, ὄχι μόνο Ἀρχιεπισκόπους καὶ Ἐπισκόπους, ἀλλὰ καὶ τὴν ἵδρυση Πατριαρχείου. Φιλοδοξοῦσε νὰ περιβληθεῖ ὁ θρόνος του μὲ τὴν ἴδια πολιτική, στρατιωτικὴ καὶ ἐκκλησιαστικὴ λαμπρότητα, μὲ τὴν ὁποία ἐπιδεικνυόταν ὁ αὐτοκράτορας τοῦ Βυζαντίου. Ὁ ἱερὸς Φώτιος ἀπέφυγε κάτι τέτοιο καὶ ὁ Μιχαὴλ στράφηκε πρὸς τῆς Ρώμη. Ὁ Πάπας Νικόλαος ἀπέφυγε καὶ αὐτὸς νὰ συντελέσει στὴν ἵδρυση αὐτοκέφαλης Ἐκκλησίας, διότι φοβόταν τὴν ἀφομοίωσή της μὲ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, καὶ διότι ὁ πολλαπλασιασμὸς τῶν Αὐτοκέφαλων Ἐκκλησιῶν ἦταν ἀντίθετος πρὸς τὴν καισαρικὴ ἀντίληψη περὶ ἐκκλησιαστικῆς ἑνότητας τοῦ Βατικανοῦ. Ἔστειλε μόνο δύο Ἐπισκόπους, τὸν Φορμόζο ντὲ Πόρτο καὶ τὸν Παῦλο τῆς Ποπουλανίας καὶ ἀπάντησε σὲ 106 δογματικὰ καὶ ἄλλα ἐκκλησιαστικὰ ἐρωτήματά του, στὰ ὁποῖα καὶ ὁ ἱερὸς Φώτιος, ἀφοῦ ἐρωτήθηκε, ἀπάντησε.

Κατὰ τὸ 888 μ.Χ. ὁ Ἅγιος Βόρις-Μιχαὴλ παραιτήθηκε ἀπὸ τὸν θρόνο καὶ εἰσῆλθε σὲ μοναστήρι, ἀφήνοντας τὸ βασίλειό του στοὺς υἱούς του, Βλαδίμηρο καὶ Συμεών. Ἐπειδὴ ὅμως ὁ Βλαδίμηρος, ὁ ὁποῖος τὸν εἶχε διαδεχθεῖ, εἶχε ἀποκηρύξει τὸν Χριστιανισμὸ καὶ ἐργαζόταν μαζὶ μὲ τοὺς βογιάρους γιὰ τὴν ἐκρίζωσή του, ὁ Ἅγιος Βόρις – Μιχαὴλ ἐπανῆλθε, συνέλαβε καὶ τιμώρησε τὸν υἱό του. Ἀφοῦ ἔδωσε τὸν θρόνο στὸ νεότερο υἱό του, τὸν Συμεών, ἐπέστρεψε στὸ μοναστήρι.
Ὁ Ἅγιος Βόρις – Μιχαὴλ κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ 907 μ.Χ.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ἅγιος Ἀθανάσιος ὁ Πατελλάριος 

Ὁ Ἅγιος Ἀθανάσιος Γ’, ὁ Πατελλάριος, Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, καταγόταν ἀπὸ τὸ Ρέθυμνο τῆς Κρήτης. Ἐξελέγη Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης καὶ ἀργότερα, ὅταν ὁ Πατριάρχης Κύριλλος ὁ Λούκαρις ἐξορίστηκε στὴν Τένεδο, ὁ Ἀθανάσιος ἀνῆλθε στὸν Πατριαρχικὸ θρόνο τῆς Κωνσταντινουπόλεως τὸ Μάρτιο τοῦ 1634. Μετὰ ὅμως σαράντα ἡμέρες ἐκδιώχθηκε καὶ στὸν θρόνο ἐπανῆλθε ὁ Κύριλλος ὁ Λούκαρις. Ὁ Ἀθανάσιος ἔγινε καὶ πάλι Πατριάρχης τὸ 1651, ἀλλὰ μόνο γιὰ δεκαπέντε ἡμέρες ὅταν, ὑποκύπτοντας στὴν ἀντίδραση τῶν Μητροπολιτῶν, ἐξαναγκάσθηκε σὲ παραίτηση καὶ ἀπῆλθε στὸ Γαλάζιον καὶ ἀπὸ ἐκεῖ στὴ Ρωσία. Ἐκεῖ ἔγινε εὐμενῶς δεκτὸς στὴ Μόσχα καὶ τέλος κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη στὴν πόλη τῆς Λούβνας.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ὅσιος Ἀθανάσιος ἐκ Ρωσίας 

Ὁ Ὅσιος τιμᾶται στὶς 18 Ἰανουαρίου ὅπου καὶ ὁ βίος του.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ἅγιος Βασίλειος ὁ διὰ Χριστὸν Σαλός 

Ὁ Ἅγιος Βασίλειος, κατὰ κόσμον Βασίλειος Πέτροβιτς Καντόμσκϊυ, γεννήθηκε μεταξὺ τῶν ἐτῶν 1775 – 1780 στὴν περιοχὴ τοῦ Ριαζὰν τῆς Ρωσίας. Ἀκολούθησε τὴ σκληρὴ ἀσκητικὴ ὁδὸ τῆς σαλότητας καὶ κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ 1848.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ἡ Ὁσία Ματρώνα ἐκ Ρωσίας 

Ἡ Ὁσία Ματρώνα γεννήθηκε τὸ 1881 στὸ χωριὸ Σέμπινο Ἐπιφανίσκαγια τοῦ νομοῦ τῆς Τούλα, ποὺ σήμερα ὀνομάζεται Κιμόφσκι, ἀπὸ εὐσεβεῖς καὶ ἐνάρετους γονεῖς, τὸν Δημήτριο καὶ τὴ Ναταλία. Ἡ Ὁσία εἶχε ἀκόμη τρία ἀδέλφια, τὸν Ἰβὰν, τὸν Μιχαὴλ καὶ τὴν Μαρία. Οἱ γονεῖς της, ἐπειδὴ ἦταν φτωχοί, σκέφθηκαν νὰ δώσουν τὸ παιδὶ ποὺ περίμεναν στὸ ὀρφανοτροφεῖο τοῦ Γκολίτσιν. Ὅμως ἡ μητέρα τῆς Ματρώνας εἶδε, πρὶν τὴν γέννησή της στὸ ὄνειρό της ὅτι ἦλθε καὶ κάθισε πάνω στὸ δεξί της χέρι ἕνα πουλὶ μὲ ἀνθρώπινη μορφὴ ἀλλὰ χωρὶς μάτια. Τότε θεώρησε τὸ ὄνειρό της ὡς σημεῖο πρὸς τὸν Θεό, ὅτι τὸ παιδὶ ποὺ θὰ φέρει στὸν κόσμο θὰ εἶναι σκεῦος ἐκλογῆς καὶ ἔτσι ἀποφάσισαν νὰ μὴν τὸ δώσουν στὸ ὀρφανοτροφεῖο.

Ἡ Ὁσία γεννήθηκε τυφλή. Στὴ βάπτισή της, ποὺ ἔγινε ἀπὸ τὸν ἱερέα Βασίλειο, εὐλαβὴ καὶ προορατικό, σχηματίσθηκε πάνω ἀπὸ τὴν κολυμβήθρα ἕνα ἀνάλαφρο σύννεφο ποὺ ἀνέδιδε εὐωδία. Ἦταν καὶ αὐτὸ σημεῖο ποὺ φανέρωνε τὴν πνευματικὴ πρόοδο ποὺ θὰ εἶχε ἡ Ἁγία.

Τὸ μόνο μέρος ποὺ πήγαινε συνέχεια, ἐπειδὴ ἦταν τυφλή, ἦταν ἡ ἐκκλησία. Ὅταν ἡ μητέρα της δὲν τὴν εὕρισκε στὸ σπίτι, ἤξερε ὅτι ἡ Ματρώνα ἦταν στὴν ἐκκλησία. Ἀπὸ τὴν παιδική της ἡλικία ἀκόμη, τῆς εἶχε δοθεῖ τὸ προορατικὸ καὶ διορατικὸ χάρισμα. Γνώριζε τὶς ἀσθένειες τῶν ἀνθρώπων, τὰ προβλήματά τους, τὶς ἀστοχίες τους καὶ ἔτσι τοὺς προειδοποιοῦσε καὶ τοὺς συμβούλευε.

Ἡ Ὁσία ἐπισκέφθηκε πολλὰ προσκυνήματα τῆς Ρωσίας. Σὲ ἕνα ἀπὸ τὰ προσκυνήματά της βρέθηκε μπροστὰ στὸν Ἅγιο Ἰωάννη τῆς Κροστάνδης, ποὺ τότε ζοῦσε ἀκόμα. Χωρὶς νὰ δεῖ τὴν Ὁσία, εἶπε νὰ ἀνοίξουν χῶρο καὶ φώναζε: «Ματρώνα, ἔλα ἐδῶ», χωρὶς νὰ τὴν γνωρίζει. Καὶ συνέχισε ὁ Ἅγιος Ἰωάννης: «Αὐτὴ θὰ εἶναι ἡ διάδοχός μου. Αὐτὴ εἶναι ὁ ὄγδοος στῦλος τῆς Ρωσίας». Ἡ Ἁγία ἦταν τότε δεκατεσσάρων ἐτῶν.

Σὲ ἡλικία δεκαεπτὰ ἐτῶν ἡ Ματρώνα ὄχι μόνο δὲν ἔβλεπε, ἀλλὰ σταμάτησε καὶ νὰ περπατάει. Ἔζησε ἔτσι παράλυτη πενήντα χρόνια. Παρόλα αὐτά, ποτὲ δὲν παραπονέθηκε καὶ ἔλεγε ὅτι εἶναι πνευματικὴ ἡ αἰτία γιὰ ὅλα αὐτὰ ποὺ τῆς συνέβαιναν καὶ μόνο ὁ Θεὸς γνωρίζει τὶς αἰτίες. Ἔλεγε σὲ ἐκείνους ποὺ τὴν ἐπισκέπτονταν: «Θὰ ἔλθει ὁ καιρὸς ποὺ θὰ σᾶς βάλουν μπροστά σας ψωμὶ καὶ σταυρό, γιὰ νὰ διαλέξετε. Θὰ περάσουμε δύσκολους καιροὺς καὶ ἐμεῖς οἱ Χριστιανοὶ πρέπει νὰ διαλέξουμε τὸν σταυρό».

Τὸν κόσμο ποὺ τὴν ἐπισκεπτόταν τὸν εὐλογοῦσε, ἔβαζε τὰ χέρια της πάνω στὴν κεφαλή τους καὶ τοὺς διάβαζε προσευχές. Στὸ μέτωπό της, ἀπὸ τοὺς πολλοὺς σταυροὺς ποὺ ἔκανε, σχηματίσθηκε λακουβίτσα. Ὁ Θεὸς τὴν ἀξίωσε καὶ μὲ τὸ χάρισμα τῆς θαυματουργίας καὶ ἔτσι πολλοὺς θεράπευσε καὶ ὠφέλησε πνευματικά.
Ὁ Ἅγιος Θεὸς τῆς ἀποκάλυψε πὼς πλησίαζε ἡ ἡμέρα τῆς ἐξόδου της ἀπὸ τὸν μάταιο τοῦτο κόσμο. Τρεῖς ἡμέρες πρὶν τὴν κοίμησή της, ἔδωσε ὁδηγίες γιὰ τὴν ἐξόδιο ἀκολουθία της καὶ τὸν ἐνταφιασμό της. Ἡ Ὁσία Ματρώνα κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ 1952 καὶ ἐνταφιάσθηκε στὸ κοιμητήριο τῆς μονῆς τοῦ Δανιήλ.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

Σύναξις Ὑπεραγίας Θεοτόκου ἐν Πουτίβλ Ρωσίας

Ἡ ἱερὴ εἰκόνα τῆς Θεοτόκου τοῦ Πούτιβλ ἐμφανίσθηκε στὶς 2 Μαΐου τοῦ 1635 στὴν πόλη τοῦ Πουτίβλ, στὴν περιοχὴ τοῦ Κούρκ, στὶς εἰσόδους τοῦ Νικόλσκι. Σύμφωνα μὲ κάποιες ἄλλες πληροφορίες, ἡ εἰκόνα ἐμφανίσθηκε ἀρχικὰ τὸ 1238. Ἡ θαυματουργὴ εἰκόνα ἦταν γιὰ ἕνα μεγάλο χρονικὸ διάστημα στὶς εἰσόδους τῆς πόλεως καὶ ἦταν ξακουστὴ γιὰ τὰ πολυάριθμα θαύματα καὶ σημεῖα ποὺ ἐπιτελοῦσε.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Προφήτης Ἱερεμίας γεννήθηκε πιθανῶς κατὰ τὸ 650 π.Χ., στὴν μικρὴ πόλη τῆς φυλῆς Βενιαμὶν Ἀναθώθ, βορειοανατολικὰ τῆς Ἱερουσαλήμ. Ὁ πατέρας του ἦταν ἱερέας καὶ ὀνομαζόταν Χελκίας. Ἀνατράφηκε στὴν ἱερατικὴ αὐτὴ οἰκογένεια μὲ αὐστηρότητα. Μελετοῦσε τοὺς πρὸ αὐτοῦ Προφῆτες Ἡσαΐα καὶ Ὠσηέ. Νεότατος στὴν ἡλικία, περίπου 23 – 25 ἐτῶν, περὶ τὸ 627 – 625 π.Χ., καλεῖται ἀπὸ τὸν Θεὸ στὸ προφητικὸ ἀξίωμα. Ἀνταποκρίνεται στὸ θέλημα τοῦ Κυρίου καὶ ἔτσι τὸ ὄνομά του (Ἱερεμίας), ποὺ σημαίνει ὁ Θεὸς ἀνυψώνει ἢ καθιστᾶ, ἐκφράζει καὶ τὴν ἀποστολή του.

Κατάπληκτος ἀπὸ τὴν τιμὴ αὐτὴ ὁ Ἱερεμίας, ἀρνεῖται τὴν ὑψηλὴ τιμητικὴ κλήση, προβάλλοντας τὶς ἀσθενεῖς νεανικές του δυνάμεις. Ὁ Θεὸς ὅμως ἐνισχύει αὐτὸν ὑποσχόμενος, ὄχι ὑλικὲς ἀμοιβὲς καὶ τιμές, ἀλλὰ τὸ πολυτιμότερο ὅλων: τὴ βοήθειά Του. Ὁ Ἱερεμίας ὑπακούει.

Ὁ Προφήτης Ἱερεμίας καθαγιάσθηκε πρὶν ἀπὸ τὴ γέννησή του, ὅπως γράφει ὁ Ἅγιος Ἱερώνυμος. Πράγματι, στὴν ἀρχὴ τοῦ προφητικοῦ του βιβλίου ὁ Ἴδιος ὁ Θεὸς τοῦ λέγει: «Πρὸ τοῦ με πλάσαι σε ἐν κοιλίᾳ ἐπίσταμαί σε καὶ πρὸ τοῦ σε ἐξελθεῖν ἐκ μήτρας ἡγίακά σε, προφήτην εἰς ἔθνη τέθεικά σε».

Σὲ τέσσερις περιόδους δυνάμεθα νὰ διαιρέσουμε τὴν δημόσια δράση του. Πρώτον, ἐπὶ τοῦ βασιλέως Ἰωσίου πρὸ τῆς μετερρυθμίσεως (627 – 621 π.Χ.), δεύτερον, ἐπὶ τοῦ βασιλέως Ἰωακεὶμ μέχρι τοῦ Σεδεκίου (609 – 598 π.Χ.), τρίτον, ἐπὶ Σεδεκίου (598 – 586 π.Χ.) καὶ τέταρτον, μετὰ τὴν ἅλωση τῆς Ἱερουσαλὴμ καὶ τὴν αἰχμαλωσία τοῦ Σεδεκίου.

Μετὰ τὴν καταστροφὴ τοῦ βασιλείου τοῦ Ἰσραήλ, τὸ βασίλειο τοῦ Ἰούδα, ὅπου βρισκόταν ὁ Προφήτης Ἱερεμίας, τελοῦσε ὑπὸ τὴν ἐπίδραση τῶν Ἀσσυρίων, ὄχι μόνο πολιτικὰ ἀλλὰ καὶ θρησκευτικά. Ἡ πολυθεΐα τῶν Ἀσσυρίων εἶχε εἰσχωρήσει στοὺς Ἰουδαίους, διότι ὁ βασιλέας Μανασσῆς (693 – 639 π.Χ.) ἦταν ὑποτελὴς τῶν Ἀσσυρίων καὶ εἶχε παραδοθεῖ σὲ θρησκευτικὸ συγκρητισμὸ καὶ σὲ εἰδωλολατρία. Ὅσες πόλεις ὑπῆρχαν στὴν Ἰουδαία, τόσοι ἦταν καὶ οἱ θεοί, ὅσοι οἱ δρόμοι τῆς Ἱερουσαλήμ, τόσα θυσιαστήρια τοῦ Βαάλ. Ὑπῆρχε ἡ εἰδωλολατρία τοῦ Μολὼχ μὲ τὰ ἀνθρώπινα θύματα. Στὶς αὐλὲς τοῦ ναοῦ ἦταν θυσιαστήρια τῶν Ἀσσυρίων θεῶν καὶ τὸ εἴδωλο τῆς Ἀστάρτης. Ὁ Ἱερεμίας, ἐπὶ τῆς βασιλείας τοῦ Ἰωσίου, ἀπὸ τὸ 627 π.Χ., ἐπέρχεται κατὰ τῆς πολυθεΐας κηρύσσοντας τὸν Ἕνα καὶ Μόνο Ἀληθινὸ Θεὸ καὶ στηλιτεύοντας τὴ διαφθορά. Ἐκτὸς τῆς εἰδωλολατρίας καὶ ἀνηθικότητας, ὁ Ἱερεμίας πολεμάει κατὰ τὴν περίοδο αὐτὴ καὶ τοὺς ψευδοπροφῆτες, οἱ ὁποῖοι παραπλανοῦσαν τὸν λαὸ μὲ ψευδεῖς προφητεῖες. Ὁ Προφήτης διαισθάνεται κάποια μεταβολὴ τοῦ λαοῦ, κάποια μετάνοια, διότι στὴν πρόσκληση τοῦ Θεοῦ, ὁ λαὸς ἀπαντᾶ: «Ἰδού, πρὸς Σὲ ἔρχομαι». Ἡ μετάνοια ὅμως αὐτὴ ἦταν πρόσκαιρη λόγω τῆς ἀνομβρίας. Ὁ Προφήτης πονάει, ὑποφέρει. Περιέρχεται σὲ ἀπόγνωση. Ὅμως ἡ μακροθυμία τοῦ Θεοῦ δὲν ἐξαντλεῖται. Ὁ Θεὸς συμβουλεύει τὸν Προφήτη νὰ ἐρευνήσει τὴν ὑπὸ τοῦ κακοῦ τρυγηθεῖσα ἄμπελο, τὸ λαό Του, μήπως εὕρει ρώγα σταφυλιοῦ, κάποιον ἄνθρωπο εὐσεβή, ἀτρύγητο ἀπὸ τὸ κακό. Ἔτσι τονίζεται ἡ μεγάλη ἀξία τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ Προφήτης δὲν βρίσκει δυστυχῶς καμία ρώγα σταφυλιοῦ ἀτρύγητη ἀπὸ τὸ κακό. Στὴν ἄκαρπη αὐτὴ προσπάθεια τοῦ Προφήτη, ὁ Θεὸς συνιστᾶ σὲ αὐτὸν καὶ πάλι νὰ συνεχίσει τὴν ἐργασία του, γιὰ νὰ πεισθεῖ καὶ ὁ ἴδιος ὁ Προφήτης γιὰ τὸ ἀδιόρθωτο τοῦ λαοῦ καὶ τὴ δίκαιη τιμωρία του. Ὁ Θεὸς παρομοιάζει τὸν Προφήτη μὲ μεταλλουργὸ ποὺ δοκιμάζει τὰ μέταλλα καὶ φροντίζει ἀπὸ τὸ μεῖγμα νὰ ἐξαγάγει αὐτὰ ποὺ εἶναι εὐγενή, δηλαδὴ τὸ χρυσὸ καὶ τὸν ἄργυρο. Μάταια ὅμως.

Ἐδῶ τερματίζεται ἡ πρώτη περίοδος τῆς δράσεως τοῦ Προφήτη Ἱερεμίου. Κατόπιν ἔρχεται ἡ κατάλυση τοῦ Ἀσσυριακοῦ βασιλείου διὰ τῆς πίστεως τῆς Νινευΐ τὸ 621 π.Χ. Ὁ εὐσεβὴς βασιλέας Ἰωσίας, ἐπωφελούμενος ἀπὸ τὴν κατάρρευση αὐτή, ἀνέλαβε πολιτικὴ ἐξωτερικῆς ἀνεξαρτησίας καὶ προέβη σὲ ἐσωτερικὲς μεταρρυθμίσεις, γιὰ νὰ ὀρθώσει τὴν πίστη στὸν Θεό. Ὁ Ἱερεμίας, κατὰ τὸ χρονικὸ διάστημα 621 – 608 π.Χ., ἀποσύρθηκε πιθανότατα σὲ μόνωση. Χαρακτηριστικὸ τῆς ἀσκητικῆς του ζωῆς ἦταν ὅτι αὐτὸς «λινοῦν περίζωμα εἶχε μόνον. Ὡς δὲ τὰ εὐτραφῆ τῶν σωμάτων γυμνούμενα φανερωτέραν δείκνυσι τὴν ἀκμήν, οὕτω καὶ τῶν ἠθῶν τὸ κάλλος, μὴ ἀνειλούμενον ἀπειροκάλοις φλυαρίαις, τὸ μεγαλοπρεπὲς ἐνδείκνυται».

Κατὰ τὴν δεύτερη περίοδο τῆς δράσης του, ἐπὶ τῆς ἐποχῆς τοῦ βασιλέως Ἰωακεὶμ (609 – 598 π.Χ.), ὁ Προφήτης Ἱερεμίας στρέφεται κατὰ τῶν ἀτόπων τῆς Ἰσραηλιτικῆς θρησκείας. Ὁ μαγικὸς χαρακτήρας, τὸν ὁποῖο ἀπέδιδαν οἱ Ἰουδαῖοι στὸ ναὸ καὶ στὶς τελετές, τὸν ἐνοχλοῦσε. Ἔλεγε δέ, ὅτι «ὁ ναός, ὁ ὁποῖος χρησιμεύει νὰ καλύπτει τὰ κακουργήματα, εἶναι ὄχι ναὸς Θεοῦ, ἀλλὰ σπήλαιο λῃστῶν».

Κατὰ τὸ πρῶτο ἔτος τῆς βασιλείας τοῦ Ἰωακείμ, σὲ κάποια μεγάλη ἑορτή, ἐμφανίζεται ὁ Προφήτης Ἱερεμίας στὴν αὐλὴ τοῦ ναοῦ καὶ μέσα στὸ ἐνθουσιῶδες ἀπὸ τὴ θέα τοῦ ναοῦ πλῆθος, προσβάλλει τὴν ἐσφαλμένη αὐτὴ πίστη, τὴν ὁποία εἶχε ὁ λαὸς περὶ τοῦ ναοῦ καὶ κηρύσσει τὴν ἐπερχόμενη καταστροφὴ τοῦ ναοῦ. Ὅλος ὁ λαὸς ἐξεγείρεται καὶ ζητεῖ τὸν θάνατό του. Σώζεται μὲ τὴν ἐπέμβαση τοῦ Ἀχικάμ. Μεταβαίνει στὸ ἐργαστήριο τοῦ κεραμέως καὶ παρατηρεῖ ὅτι ὁ κεραμέας μεταπλάσσει ὅσα ἀπὸ τὰ πήλινα δοχεῖα δὲν ἀρέσουν σὲ αὐτόν. Ἔτσι, λέγει ὁ Προφήτης, θὰ κάνει ὁ Θεὸς σὲ ἔθνη καὶ ἀνθρώπους, τὰ ὁποία δὲν ἀρέσουν σὲ Αὐτόν. Γιὰ τὴν ἀποφυγὴ τῆς καταστροφῆς συνιστᾶ τὴν ἐσωτερικὴ μετάνοια τοῦ ἀνθρώπου. Ἄρχοντες καὶ λαὸς ἀντιδροῦν. Κουρασμένος ὁ Προφήτης ἀπὸ τοὺς ἄκαρπους ἀγῶνες του ζητεῖ τὴ μόνωση καὶ προβλέποντας τὴν ἀμετανοησία τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ, προλέγει τὴν καταστροφή του.

Κάποιοι ἄνθρωποι ἀποφασίζουν νὰ τὸν δηλητηριάσουν στὴν Ἀναθώθ. Συνωμοτοῦν ἐναντίον του καὶ συγγενεῖς του. Ὁ Ἱερεμίας ἀποδίδει τὴν σωτηρία του στὸν Θεό. Στρέφεται κατὰ τῶν ἀρχόντων, τοῦ βασιλέως Ἰωακεὶμ καὶ τῶν ἀνακτόρων, τῶν ὁποίων κηρύσσει τὴν καταστροφή. Ὅλος ὁ κόσμος εἶναι ἐναντίον του. Πρὸς στιγμὴν κάμπτεται, διότι νομίζει ὅτι ἔχει ἐγκαταλειφθεῖ ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ παραπονεῖται. Συνέρχεται ὅμως καὶ συνεχίζει τὸ ἔργο του. Στὴν αὐλὴ τοῦ ναοῦ κηρύσσει καὶ πάλι τὴν καταστροφὴ τοῦ ναοῦ. Τὸ κήρυγμα αὐτὸ προκαλεῖ ἀναταραχή. Γι’ αὐτὸ ὁ στρατηγὸς τοῦ ἱεροῦ χώρου τοῦ ναοῦ Πασχὼρ τὸν ραβδίζει καὶ τὸν ρίχνει στὴ φυλακή. Τὰ κηρύγματά του γίνονται δεκτὰ μὲ εἰρωνεῖες. Τοῦ ἀπαγορεύουν νὰ ἐπισκέπτεται τὸ ναό. Ὁ Προφήτης σκέπτεται νὰ ἐγκαταλείψει τὸν ἀγῶνα. Ἡ φωτιὰ ὅμως τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ, ποὺ εἶναι μέσα του, δὲν τὸν ἀφήνει. Κατὰ τὸ τέλος τοῦ 605 π.Χ., μετὰ τὴν ἥττα τῶν Αἰγυπτίων στὸ Χαρκαμύς, ἐπειδὴ ὁ ἴδιος δὲν ἦταν δυνατὸν νὰ εἰσέλθει στὴν αὐλὴ τοῦ ναοῦ, δίδει στὸν μαθητή του Βαροὺχ νὰ ἀναγνώσει στὸ μέσο τῆς αὐλῆς τοῦ ναοῦ, προφητεία, διὰ τῆς ὁποίας κηρυσσόταν ἡ καταστροφὴ τοῦ ναοῦ. Ὅλοι τότε ἐπαναστατοῦν ἐναντίον του. Ὁ Ἱερεμίας καὶ ὁ Βαροὺχ κρύβονται, γιὰ νὰ μὴ συλληφθοῦν. Ἡ προλεχθεῖσα ὅμως καταστροφὴ ἐπῆλθε.

Οἱ Βαβυλώνιοι κατέστησαν φόρου ὑποτελὴ τὸ βασιλέα Ἰωακείμ. Αὐτός, ἐπιθυμώντας τὴν ἀνεξαρτησία καὶ ἀφοῦ παρακινήθηκε ἀπὸ ἄκριτους ἀνθρώπους, προκαλεῖ τὴ Βαβυλώνιο ἐκστρατεία κατὰ τῆς Ἱερουσαλήμ. Ὁ Ναβουχοδονόσωρ ἐπέρχεται ἐναντίον του καὶ πολιορκεῖ τὴν Ἱερουσαλήμ. Ὁ Ἱερεμίας μάταια συνιστᾶ στὸν βασιλέα Ἰωακείμ, ὑποταγὴ στοὺς Βαβυλώνιους. Ὁ Ἰωακεὶμ πεθαίνει καὶ ἡ πόλη καταλαμβάνεται καὶ πολιορκεῖται. Ὁ ναὸς καταστρέφεται. Ὁ ἄμεσος διάδοχος τοῦ Ἰωακείμ, ὁ Ἰωαχεὶμ (Ἰεχονίας) πορεύεται σὲ αἰχμαλωσία μὲ τοὺς ἀξιωματούχους τῆς χώρας καὶ δέκα χιλιάδες ἀπὸ τὸ λαό. Ὁ βασιλέας Ναβουχοδονόσωρ ὁρίζει ὡς διάδοχο τοῦ Ἰεχονίου, τὸν Σεδεκία.

Κατὰ τὴν Τρίτη περίοδο τῆς δράσεως τοῦ Προφήτη Ἱερεμίου, τὸ 594 π.Χ., ἀπεσταλμένοι τῶν Ἰδουμαίων, Ἀμμωνιτῶν, Τύρου καὶ Σιδῶνος, παρακάλεσαν τὸν Σεδεκία νὰ συμμαχήσουν κατὰ τῶν Βαβυλωνίων. Οἱ ψευδοπροφῆτες κηρύσσουν ὅτι τὰ ἱερὰ σκεύη τοῦ ναοῦ ποὺ εἶχαν κλαπεῖ θὰ ἐπιστραφοῦν. Ὁ Ἱερεμίας ἀντιτίθεται καὶ συμβολικὰ θέτει ζυγὸ στὸν τράχηλό του, γιὰ νὰ δηλώσει ὅτι θὰ εἶναι δοῦλοι τοῦ Ναβουχοδονόσορ. Ὁ ψευδοπροφήτης Ἀνανίας σπάζει τὸ ζυγὸ πάνω στὸν τράχηλο τοῦ Ἱερεμία, γιὰ νὰ τονίσει τὴν ἀποτίναξη τοῦ ζυγοῦ τῶν Βαβυλωνίων. Ὁ Ἱερεμίας ἀπαντᾶ: «Ἔσπασες ξύλινους ζυγούς; Σιδερένιους θὰ θέσει ὁ Θεὸς στὸν τράχηλό σας».

Ὁ Σεδεκίας τήρησε συνετὴ πολιτικὴ πρὸς τοὺς ἀπεσταλμένους τῶν ἄλλων περιοχῶν καὶ ἐνέκρινε τὴν γνώμη τοῦ Προφήτη Ἱερεμία. Ὅμως, κατὰ τὸ 588 π.Χ., ὁ φαραὼ τῆς Αἰγύπτου Οὐαφρῆς ἐπαναστατεῖ κατὰ τῶν Βαβυλωνίων. Τὸ φρόνημα τῶν Ἰουδαίων ἀναπτερώνεται καὶ λαμβάνουν καὶ αὐτοὶ μέρος στὴν ἐπανάσταση αὐτή. Ὁ Ἱερεμίας τοὺς ἀποτρέπει ἀπὸ τὸ νὰ συμμαχήσουν μὲ τοὺς Αἰγυπτίους κατὰ τῶν Βαβυλωνίων. Οἱ Ἰουδαῖοι δὲν ὑπακοῦν καὶ ἐπαναστατοῦν. Ὁ Ἱερεμίας ἐπιμένει ὅτι ἡ πόλη τῶν Ἱεροσολύμων θὰ καταστραφεῖ. Οἱ ἄρχοντες τὸν ρίχνουν σὲ λάκκο βορβορώδη, διότι μὲ τὸν τρόπο ποὺ ὁ Προφήτης ὁμιλοῦσε παρέλυε τὰ χέρια τῶν πολεμιστῶν. Μὲ τὴν ἐπέμβαση ὅμως τοῦ Ἀβδεμέλεχ ἀποσύρεται ἀπὸ τὸν λάκκο. Ἡ πόλη τῶν Ἱεροσολύμων καταλαμβάνεται καὶ ὁ βασιλέας Σεδεκίας συλλαμβάνεται, τυφλώνεται καὶ ὁδηγεῖται στὴ Βαβυλώνα. Ἡ πόλις παραδίδεται στὶς φλόγες.

Κατὰ τὴν τέταρτη περίοδο τῆς δράσεώς του, ὁ Ἱερεμίας, μετὰ τὴν ἅλωση τῆς Ἱερουσαλήμ, ἀποφασίζει νὰ διαμείνει πλησίον τοῦ Γοδολίου. Τὸν Γοδολία, ὁ βασιλέας Ναβουχοδονόσωρ ἐγκαθιστᾶ κυβερνήτη τῆς Ἰουδαίας. Μετὰ ἀπὸ λίγο, ὅμως, ὁ Γοδολίας δολοφονεῖται καὶ ὁ Ἰουδαϊκὸς λαός, φοβούμενος τὴν τιμωρία ἀπὸ τοὺς Βαβυλωνίους, ἀποφασίζει νὰ ἀπέλθει στὴν Αἴγυπτο παρὰ τὴν γνώμη τοῦ Ἱερεμίου καὶ τὴν ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ. Χωρὶς τὴν θέλησή του, παίρνουν μαζί τους καὶ τὸν Ἱερεμία, ὁ ὁποῖος κηρύττει καὶ στὴν Αἴγυπτο. Προλέγει τὴν εἰσβολὴ τοῦ Ναβουχοδονόσωρ, ἡ ὁποία καὶ ἔγινε. Ἐκεῖ οἱ Ἰουδαῖοι περιπίπτουν σὲ εἰδωλολατρία. Ὁ Προφήτης ἐπέρχεται καὶ πάλι ἐναντίον αὐτῶν. Ἐκεῖνοι ὅμως δὲν ὑπακούουν καὶ ὁ Προφήτης προλέγει τὴν καταστροφή τους.

Ὁ Προφήτης Ἱερεμίας λιθοβολήθηκε ἀπὸ τοὺς συμπατριῶτες του στὴν πόλη Τάφνα τῆς Αἰγύπτου ἢ ἀπήχθη μαζὶ μὲ τὸν Βαροὺχ αἰχμάλωτος ἀπὸ τὸν βασιλέα Ναβουχοδονόσωρ σὲ κάποια εἰσβολή του στὴν Αἴγυπτο τὸ 568 π.Χ., ὡς λέγει κάποια Ραββινικὴ παράδοση.

Ἡ Σύναξη αὐτοῦ ἐτελεῖτο στὸ ναὸ τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου, ποὺ ἦταν κοντὰ στὴν Μεγάλη Ἐκκλησία.
Τὸ βιβλίο τοῦ Προφήτου Ἱερεμίου στὴν Παλαιὰ Διαθήκη δὲν παρουσιάζει μόνο ὑψηλὲς θρησκευτικὲς ἰδέες, ἀλλὰ κυρίως μία ζωηρὴ θρησκευτικὴ προσωπικότητα, διότι ὁ Ἱερεμίας δὲν κήρυττε μόνο, ἀλλὰ ζοῦσε τὴν διδασκαλία αὐτὴ μὲ τόση ἐπιμονή, ὥστε ὄχι μόνο ὁ θάνατός του ὑπῆρξε μαρτυρικός, ἀλλὰ καὶ ὁλόκληρη ἡ ζωή του ἦταν ἕνα διαρκὲς μαρτύριο. Ἡ διδασκαλία τοῦ Προφήτου Ἱερεμίου ἀφοροῦσε, α) τὸν ἄνθρωπο, β) τὸν Θεὸ καὶ γ) τὸ λαὸ τοῦ Θεοῦ. Κέντρο καὶ τῶν τριῶν αὐτῶν εἶναι ἡ καρδιά, ἡ βάση τῆς προσωπικότητας τοῦ ἀνθρώπου.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Ἐκ γαστρὸς ἡγιάσθης τῇ προγνώσει τοῦ Κτίσαντος, καὶ προφητικῆς ἐπληρώθης ἐκ σπαργάνων συνέσεως· ἐθρήνησας τὴν πτῶσιν Ἰσραήλ, σοφὲ Ἱερεμία ἐν στοργῇ· διὰ τοῦτο ὡς Προφήτην καὶ Ἀθλητήν, τιμῶμέν σε κραυγάζοντες· δόξα τῷ σὲ δοξάσαντι Χριστῷ, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα τῷ χορηγοῦντι διὰ σοῦ, ἡμῖν τὰ κρείττονα.

 

Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ’. Ὡς ἀπαρχὰς τῆς φύσεως.
Ὡς ἐκ γαστρὸς θεόληπτος, καὶ συμπαθείας ἔμπλεως, τὴν τοῦ λαοῦ σου ἐθρήνησας ἔκπτωσιν, Ἱερεμία ἔνδοξε· διὰ τοῦτό σε λίθοις, ἐν Αἰγύπτῳ Προφῆτα φόνῳ παρέδωκαν, οἱ μὴ εἰδότες ψάλλειν, σὺν σοὶ Θεῷ· Ἀλληλούϊα.

 

Μεγαλυνάριον.
Τὸν ἡγιασμένον ἀπὸ γαστρός, ὡς ἐκλελεγμένον, ἐπαξίως τῷ Σαβαώθ, σὲ Προφητομάρτυς, σοφὲ Ἱερεμία, ὑμνοῦμεν καὶ βοῶμεν· Σκέπε τοὺς δούλους σου.

Ὁ Ἅγιος Βατᾶς ὁ Ἱερομάρτυρας

Ὁ Ἅγιος Ἱερομάρτυρας Βατᾶς καταγόταν ἀπὸ τὴν Περσία καὶ γεννήθηκε ἀπὸ γονεῖς Χριστιανοὺς κατὰ τὸν 4ο αἰώνα μ.Χ. Σὲ ἡλικία τριάντα ἐτῶν, ἀφοῦ ἄφησε τοὺς γονεῖς, τὰ τέκνα καὶ τὴν γυναῖκα του, ἀπῆλθε σὲ μοναστήρι καὶ ἔγινε μοναχὸς ποθώντας τὴ ζωὴ τῶν Μαρτύρων. Ἔτσι, ὅταν ἔγινε ὁ διωγμὸς κατὰ τῶν Χριστιανῶν στὴν Περσία, οἱ μὲν ἄλλοι συμμοναστές του ἔφυγαν ἐγκαταλείποντας τὸ μοναστήρι, αὐτὸς δέ, ἀφοῦ ἔμεινε, συνελήφθη ἀπὸ τοὺς Πέρσες καὶ παραδόθηκε στὸν ἄρχοντα Νισίβεως Ἰασδήχ, ἀδελφὸ τοῦ Βαρζαβανᾶ, ὁ ὁποῖος τὸν διέταξε νὰ προσκυνήσει τὸν ἥλιο. Ὁ Ἅγιος ἀρνήθηκε καὶ ὁμολόγησε μὲ πνευματικὴ ἀνδρεία τὸ Ὄνομα τοῦ Κυρίου. Τότε ὑπέστη φοβερὸ μαρτύριο. Τοῦ ἔδεσαν τὰ χέρια καὶ τὰ τέντωσαν τόσο πολύ, ὥστε ἐξαρθρώθηκαν οἱ ὦμοι του. Στὴν συνέχεια τὸν ἔδεσαν καὶ τὸν ἔσυραν, τὸν κατέκοψαν μὲ μάχαιρα καὶ τέλος ἀπέκοψαν τὴν τίμια κεφαλή του.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ἅγιος Φιλόσοφος ὁ Μάρτυρας

Ὁ Ἅγιος Μάρτυς Φιλόσοφος ἔζησε κατὰ τὸν 4ο αἰώνα μ.Χ. καὶ καταγόταν ἀπὸ τὴν Ἀλεξάνδρεια. Τὰ σχετικὰ μὲ τὸν Βίο του ἀφηγήθηκε ὁ Μέγας Ἀντώνιος.

Ὁ Ἅγιος ἦταν κήρυκας τῆς ἀληθείας τοῦ Χριστοῦ, τὴν ὁποία διέδιδε μὲ πολλὴ εὐγλωττία καὶ θερμότητα, ὑποστηρίζοντας καὶ ἀναπτύσσοντας αὐτὴν πειστικὰ καὶ ἀκαταμάχητα ἐνώπιον εἰδωλολατρῶν καὶ Ἰουδαίων. Καὶ ἀκολουθώντας τὰ διδάγματα τοῦ Εὐαγγελίου, ζοῦσε μὲ τρόπο σεμνὸ καὶ ἄμεμπτο, ἐντελῶς ξένο πρὸς τὰ πάθη, μὲ νεκρὴ τὴ σάρκα του.
Οἱ ἐχθροὶ τοῦ Σταυροῦ, ἐπειδὴ δὲν μποροῦσαν νὰ τὸν νικήσουν διὰ λόγου, πολλὲς φορὲς ἀποπειράθηκαν νὰ τὸν παγιδεύσουν μὲ δολερὰ δίχτυα. Τοῦ πρόσφεραν πολλὰ χρήματα, ἀλλὰ αὐτὸς τὰ περιφρόνησε. Τοῦ ὑποσχέθηκαν ἀξιώματα, ἀλλὰ αὐτὸς ἐπέδειξε τὸ Εὐαγγέλιο. Τὸν κάλεσαν σὲ πολυτελὴ συμπόσια, ἀλλὰ ὁ Φιλόσοφος ἢ δὲν προσῆλθε ἢ περιορίστηκε στὸ μέτρο τῆς ἐγκράτειας. Τότε ὁ ἄρχοντας τῆς Ἀλεξάνδρειας καὶ οἱ ἐχθροί του, θέλοντας νὰ καταισχύνουν καὶ νὰ σπιλώσουν τὸν σώφρονα βίο τοῦ Μάρτυρα, μηχανεύθηκαν τὸ ἑξῆς: τὸν συνέλαβαν καὶ ἀντὶ ἄλλης τιμωρίας τὸν ἔδεσαν πάνω σὲ ἕνα κρεβάτι. Στὴ συνέχεια ἔστειλαν πρὸς αὐτὸν γυναῖκα ἐλαφρῶν ἠθῶν, ἡ ὁποία μὲ κάθε τρόπο τὸν δελέαζε καὶ τὸν παρακινοῦσε πρὸς μείξη ἀκόλαστη. Ὁ Μάρτυρας, μὴ δυνάμενος νὰ κινηθεῖ, ἔκλεισε τὰ μάτια του καὶ ἀψηφώντας τὴ δριμύτητα τοῦ πόνου δάγκωσε τὴν γλῶσσα του μέχρις αἵματος καὶ ἀποκοπῆς της. Τὸ αἷμα ποὺ ἔτρεξε κατέβρεξε τὴ μορφὴ καὶ τὰ ἐνδύματα τῆς πόρνης, ἡ ὁποία παρέλυσε καὶ ταράχθηκε ἀπὸ τὸν φόβο. Οἱ ἐχθροὶ τοῦ Μάρτυρα Φιλοσόφου ἐξεπλάγησαν, ἀλλὰ δὲν μετανόησαν. Ἀφοῦ ἀπέτυχαν νὰ τὸν παρασύρουν στὴν ἀκολασία, ἀποφάσισαν νὰ τὸν φονεύσουν. Ἔτσι τὸν ἀποκεφάλισαν καὶ ὁ Μάρτυρας ἔλαβε τὸν ἀμαράντινο στέφανο τῆς δόξας.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ἅγιος Σάββας ὁ Μάρτυρας

Ὁ Ἅγιος Μάρτυς Σάββας τελειώθηκε ἀφοῦ τὸν κρέμασαν ἐπάνω σὲ ἕνα δένδρο. 

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ἅγιος Ἀκάκιος ὁ Ἱερομάρτυρας 

Ὁ Ἅγιος Ἱερομάρτυρας Ἀκάκιος ἢ Ἄσιος ἦταν διάκονος καὶ μαρτύρησε στὴ Γαλλία τὸ 303 μ.Χ., ἐπὶ αὐτοκράτορα Διοκλητιανοὺ (284 – 305 μ.Χ.).

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ἅγιος Ἄκελος ὁ Μάρτυρας

Ὁ Ἅγιος Μάρτυρας Ἄκελος ἦταν ὑποδιάκονος καὶ μαρτύρησε στὴ Γαλλία τὸ 303 μ.Χ., ἐπὶ αὐτοκράτορα Διοκλητιανοὺ (284 – 305 μ.Χ.), μαζὶ μὲ τὸν Ἅγιο Ἱερομάρτυρα Ἀκάκιο ἢ Ἄσιο.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ἡ Ὁσία Ἰσιδώρα ἡ διὰ Χριστὸν Σαλή

Ἀναφέρεται στὰ Γεροντικὰ ὅτι ὁ Ὅσιος Πιτυροῦν ( 29 Νοεμβρίου) πληροφορήθηκε ἀπὸ τὸν Κύριο γιὰ τὴν ἀρετὴ τῆς Ὁσίας Ἰσιδώρας καὶ ἀφοῦ ἐπισκέφθηκε τὴ μονὴ αὐτῆς ζήτησε νὰ συγκεντρωθοῦν ὅλες οἱ μοναχές. Ὅταν ἦλθαν αὐτές, ὁ Ὅσιος Πιτυροῦν δὲν διέκρινε σὲ καμία φωτοστέφανο, ὅπως εἶχε ἀπὸ τὸν Θεὸ ἐπιβεβαιωθεῖ ὅτι θὰ ἔχει ἡ Ὁσία Ἰσιδώρα. Τότε ζήτησε νὰ πληροφορηθεῖ ἐὰν ὑπῆρχε ἄλλη μοναχὴ στὴ μονή. Ἀναφέρθηκε λοιπὸν στὸν Ἅγιο ὅτι ὑπῆρχε μία σαλή. Ὁ Ὅσιος Πιτυροῦν παρακάλεσε νὰ κληθεῖ καὶ ἡ σαλή. Κατὰ τὴν εἴσοδο τῆς Ὁσίας Ἰσιδώρας, ὁ Ὅσιος Πιτυροῦν διέκρινε τὸ φωτοστέφανο ἐπὶ τῆς κεφαλῆς αὐτῆς καὶ ἔτσι ἀποκαλύφθηκε ὅτι ἡ Ὁσία Ἰσιδώρα ὑποκρινόταν τὴν σαλὴ καὶ τοῦτο γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ.
Ἡ Ὁσία Ἰσιδώρα, ἀφοῦ ἀσκήτεψε θεοφιλῶς σὲ μονὴ τῆς Αἰγύπτου, κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 365 μ.Χ.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ὅσιος Μιχαὴλ ὁ Θαυματουργός

Ὁ Ὅσιος Μιχαὴλ εἶναι ἄγνωστος στοὺς Συναξαριστὲς καὶ στὰ Μηναῖα. Ἀκολουθία ἀφιερωμένη σὲ αὐτὸν ὑπάρχει, κατὰ τὴν 1η Μαΐου, στὸν Παρισινὸ Κώδικα, ὅπου ἐξυμνοῦνται οἱ ἀσκητικές του ἀρετὲς καὶ ἡ θαυματουργικὴ χάρη ποὺ ἀνέβλυζε ἀπὸ τὸν τάφο του.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

Ὁ Ἅγιος Ἀγαπητὸς Ἐπίσκοπος Ὡξέρρης 

Ὁ Ἅγιος Ἀγαπητὸς καταγόταν ἀπὸ τὴν Γαλλία καὶ ἔζησε μεταξὺ τοῦ 4ου καὶ 5ου αἰῶνος μ.Χ. Μετὰ ἀπὸ ἐπιμονὴ τῶν γονέων του νυμφεύθηκε τὴ Μάρθα, ἀλλὰ μετὰ τὸν γάμο τους συμφώνησαν νὰ ζήσουν μὲ ἁγνότητα καὶ παρθενία. Ἡ Μάρθα ἔγινε μοναχὴ καὶ ὁ Ἅγιος Ἀγαπητὸς μοναχός. Τὸ 388 μ.Χ. ἐξελέγη Ἐπίσκοπος Ὡξέρρης καὶ ποίμανε τὴν ἐπισκοπή του θεοφιλῶς. Γιὰ τὴν ἁγιότητα τοῦ βίου του ὁ Θεὸς τὸν προίκισε μὲ τὸ χάρισμα τῆς θαυματουργίας.
Ὁ Ἅγιος Ἀγαπητὸς κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ 418 μ.Χ.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ἅγιος Ἀσάφιος Ἐπίσκοπος Οὐαλίας

Ὁ Ἅγιος Ἀσάφιος ἔζησε κατὰ τὸ δεύτερο ἥμισυ τοῦ 6ου αἰῶνος μ.Χ. καὶ ἦταν Ἐπίσκοπος Οὐαλίας. Ἀσκήτεψε σὲ μονὴ ποὺ βρισκόταν κοντὰ στὶς ὄχθες τοῦ ποταμοῦ Ἔλγουϊ τῆς βόρειας Οὐαλίας, ἡ ὁποία καὶ εἶχε ἱδρυθεῖ ἀπὸ τὸν Ἅγιο Κεντιγκέρνο, Ἐπίσκοπο Γλασκώβης ( 13 Ἰανουαρίου). Ὁ Θεὸς τὸν ἀξίωσε μὲ τὸ χάρισμα τῆς θαυματουργίας. Ὁ Ἅγιος συνέγραψε μοναχικοὺς κανόνες, τυπικὲς διατάξεις γιὰ τὴν Ἐκκλησία του καὶ ἄλλα ἔργα καὶ κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Μνήμη ἐγκαινίων τῆς Νέας Ἐκκλησίας 

Τὸ ναὸ αὐτό, ἀφιερωμένο στὸν Σωτήρα Χριστό, τὸν Ἀρχάγγελο Μιχαὴλ καὶ τὸν Προφήτη Ἠλία, ἔκτισε στὰ ἀνάκτορα τῆς Κωνσταντινουπόλεως ὁ αὐτοκράτορας Βασίλειος ὁ Β’ κατὰ τὸ ἔνατο ἔτος τῆς βασιλείας αὐτοῦ (876 μ.Χ.), ἀφοῦ περισυνέλεξε μάρμαρα, κίονες καὶ ψηφίδες ἀπὸ ἐρειπωμένους ναούς. Τὰ ἐγκαίνια τῆς Νέας Ἐκκλησίας ἔγιναν τὴν 1η Μαΐου τοῦ 881 μ.Χ. ἀπὸ τὸν Πατριάρχη Φώτιο.
Στὴν ἑορτὴ τοῦ ναοῦ κατὰ τὸν 10ο αἰώνα μ.Χ. συνηθιζόταν ἡ προσέλευση τοῦ αὐτοκράτορα, ὁ δὲ Πατριάρχης ἀνέβαινε στὸ παλάτι καὶ ἀπὸ ἐκεῖ κατέβαινε στὴ Νέα Ἐκκλησία, γιὰ νὰ λειτουργήσει.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ὅσιος Συμεὼν ὁ Πεντάγλωσσος ὁ Σιναΐτης

Ὁ Ὅσιος Συμεὼν ὁ πεντάγλωσσος ἦταν Ἕλληνας ἀπὸ τὴ Σικελία. Σπούδασε στὴν Κωνσταντινούπολη κατὰ τὶς ἀρχὲς τοῦ 11ου αἰῶνος μ.Χ. καὶ στὴν συνέχεια μετέβη στὴν Παλαιστίνη, ὅπου μόνασε σὲ διάφορα μοναστήρια. Κατόπιν ἦλθε στὴ μονὴ Σινᾶ καὶ ἀσκήτεψε ἐκεῖ. Ἦταν ἐκεῖνος ποὺ μετέφερε περὶ τὸ 1026 λείψανα τῆς Ἁγίας Μεγαλομάρτυρος Αἰκατερίνης στὶς πόλεις Τρὲβς καὶ Ρουένη τῆς Γαλλίας, στὴν ὁποία ἵδρυσε καὶ μονὴ ἀφιερωμένη στὴν Ἁγία Αἰκατερίνη. Κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ 1035.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Μνήμη φοβεροῦ σεισμοῦ στὴ μονὴ Σινᾶ

Σήμερα εἶναι ἡ ἀνάμνηση τοῦ φοβεροῦ καὶ μετὰ φιλανθρωπίας γενομένου σεισμοῦ ἐν τῇ ἱερᾷ μονῇ Σινᾶ. Τὸ γεγονὸς τοῦ σεισμοῦ αὐτοῦ, ἀπαντᾶ σὲ Σιναϊτικοὺς Κώδικες καὶ συνέβη τὸ 1201 στὴ μονὴ Σινᾶ.
Δὲν ἔχουμε περισσότερες λεπτομέρειες γιὰ τὸ γεγονός.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ἡ Ἁγία Ταμάρα ἡ βασίλισσα

Ἡ Ἁγία Ταμάρα ἡ Μεγάλη, βασίλισσα τῆς Γεωργίας, γεννήθηκε περὶ τὸ 1165 καὶ καταγόταν ἀπὸ τὴν ἀρχαία γεωργιανὴ δυναστεία τῶν Μπαγκραντίντ. Τὸ 1178 συνεβασίλευσε μὲ τὸν πατέρα της Γεώργιο τὸν Γ’. Ἡ βασιλεία τῆς Ταμάρας ἔμεινε γνωστὴ στὴ Γεωργιανὴ Ἱστορία ὡς Χρυσὴ Ἐποχή. Ἡ Ἁγία διακρινόταν γιὰ τὴν μεγάλη εὐλάβειά της καὶ τὸ ἱεραποστολικό της ἔργο.  Συνεχίζοντας τὸ ἔργο τοῦ παπποῦ της,  Ἁγίου Δαβὶδ ( 26 Ἰανουαρίου), διέδωσε τὸν Χριστιανισμὸ σὲ ὅλη τὴν Γεωργία καὶ ἀνήγειρε ναοὺς καὶ μονές. Τὸ 1204, ὁ κυβερνήτης τοῦ σουλτανάτου Ρούμα, ὁ Ρούκν-ἐν-Ντίν, ἔστειλε μία διαταγὴ στὴ βασίλισσα Ταμάρα, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία ἡ Γεωργία ἔπρεπε νὰ ἀρνηθεῖ τὴν πίστη στὸν Χριστὸ καὶ νὰ ἀσπασθεῖ τὸν Μουσουλμανισμό.

Ἡ Ἁγία Ταμάρα ἀρνήθηκε καὶ σὲ μία ἱστορικὴ μάχη, κοντὰ στὴ Βασιανή, ὁ γεωργιανὸς στρατὸς νίκησε τοὺς Μουσουλμάνους. Ἡ σοφὴ καὶ δίκαιη βασιλεία τῆς Ἁγίας Ταμάρας τῆς χάρισε τὴν ἀγάπη τοῦ λαοῦ της. Ἡ Ἁγία διῆλθε τὰ τελευταία χρόνια τοῦ βίου της στὸ μοναστήρι τῶν Σπηλαίων τῆς Μπάρζια. Τὸ κελί της συνδεόταν μὲ τὴν ἐκκλησία μὲ ἕνα παράθυρο, διὰ μέσου τοῦ ὁποίου μποροῦσε νὰ προσεύχεται στὸν Θεὸ κατὰ τὴν διάρκεια τῶν ἱερῶν Ἀκολουθιῶν. Κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ 1213 καὶ συγκαταριθμήθηκε στὴ χορεία τῶν Ἁγίων.
Ἡ μνήμη τῆς Ἁγίας Ταμάρας τιμᾶται, ἐπίσης, καὶ τὴν Κυριακὴ τῶν Μυροφόρων.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ὅσιος Νικήτας ἐκ Ρωσίας

Ὁ Ὅσιος Νικήτας τοῦ Μπορὸβκ ἔζησε κατὰ τὸν 14ο καὶ 15ο αἰώνα μ.Χ. στὴ Ρωσία, ὅπου ἀσκήτεψε θεοφιλῶς καὶ συνδέθηκε πνευματικὰ μὲ τὸν Ἅγιο Σέργιο τοῦ Ραντονέζ. Οἱ μελετητὲς τῆς ἁγιογραφίας καὶ τῆς ἱστορίας τῶν ρωσικῶν μοναστηριῶν ὑπέθεσαν διάφορα γιὰ τὸν βίο τοῦ Ὁσίου Νικήτα, τὰ ὁποία μποροῦν νὰ ὁμαδοποιηθοῦν σὲ τρεῖς κατηγορίες.

  1. Ὁ Ὅσιος Νικήτας ἦταν διάδοχος τοῦ Ἀθανασίου Β’ τοῦ Νέου, στὴν πνευματικὴ καθοδήγηση τῆς μονῆς τοῦ Βυσόσκιϋ στὸ Σεπρούχωβ, ποὺ εἶχε ἱδρυθεῖ ἀπὸ τὸν μαθητὴ τοῦ Ἁγίου Σεργίου, τὸν Ἀθανάσιο τὸν Πρεσβύτερο, κατὰ τὰ ἔτη 1373 – 1374. Ὁ Ὅσιος θὰ πρέπει νὰ διετέλεσε ἡγούμενος ἀπὸ τὸ 1395 μέχρι τὸ 1444.
  2. Μερικοὶ ἱστορικοὶ ταυτίζουν τὸν Ὅσιο Νικήτα μὲ τὸ Νικηφόρο, ἡγούμενο καὶ ἱδρυτή, σύμφωνα μὲ τὴν παράδοση, τῆς μονῆς τῆς Προστασίας τῆς Θεοτόκου στὸ Μπορόβκ. Ὁ Ὅσιος Νικήτας πρέπει νὰ ἐγκαταβίωσε σὲ αὐτὸν τὸν τόπο ἤδη ἡλικιωμένος, ἀφοῦ εἶχε πρὶν διατελέσει Ἡγούμενος στὸ Σεπρούχωβ.
  3. Μία τελευταία ὑπόθεση, ταυτίζει τὸν Ὅσιο Νικήτα τοῦ Μπορὸβκ μὲ τὸν Ὅσιο Νικήτα τῆς Κοστρόμα.
    Ὁ Ὅσιος Νικήτας κοιμήθηκε ὁσίως μὲ εἰρήνη. Ἡ μνήμη του ἀναφέρεται, ἐπίσης, κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς ἑορτῆς τῶν μαθητῶν τοῦ Ἁγίου Σεργίου τοῦ Ραντονὲζ (6 Ἰουλίου).

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

Ὁ Ὅσιος Παφνούτιος ὁ Θαυματουργός

Ὁ Ὅσιος Παφνούτιος τοῦ Μπορόβκ, κατὰ κόσμον Παρθένιος, ἔζησε κατὰ τὸν 13ο καὶ 14ο αἰώνα μ.Χ. Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Ἰωάννης. Σὲ ἡλικία εἴκοσι ἐτῶν ὁ Παρθένιος ἔφυγε κρυφὰ ἀπὸ τὴν πατρικὴ οἰκία καὶ κατέφυγε σὲ μοναστήρι. Τὸ 1414 κείρεται μοναχὸς στὴ μονὴ Ποκρόβσκι Βισότσκι τῆς πόλεως Μπορὸβκ καὶ ὀνομάζεται Παφνούτιος. Ὅταν πέθανε ὁ ἡγούμενος τῆς μονῆς, ὁ Ὅσιος ἐξελέγη στὴ θέση του. Τὸ 1426 χειροτονεῖται πρεσβύτερος ἀπὸ τὸν Μητροπολίτη Κιέβου Φώτιο. Σὲ ἡλικία πενήντα ἑνὸς ἐτῶν ὁ Ὅσιος Παφνούτιος ἀσθένησε βαριὰ καὶ ἀποσύρθηκε ἀπὸ τὴν ἡγουμενία, ἀφοῦ ἔλαβε τὸ μέγα ἀγγελικὸ σχῆμα.

Μετὰ τὴν ἀνάρρωσή του, τὴν ἡμέρα τῆς ἑορτῆς τοῦ Ἁγίου Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου τοῦ Τροπαιοφόρου, στὶς 23 Ἀπριλίου τοῦ 1444, ἐγκαταλείπει τὸ μοναστήρι καὶ καταφεύγει γιὰ ἄσκηση καὶ ἡσυχία στὶς ὄχθες τοῦ ποταμοῦ Πρότβα. Σὲ λίγο τὸν ἀκολουθοῦν καὶ ἄλλοι μοναχοὶ καὶ ἔτσι δημιουργεῖται μία νέα μονή. Πρώτιστο μέλημα τοῦ Ὁσίου ἦταν ἡ ἀνοικοδόμηση ἑνὸς νέου πέτρινου ναοῦ ἀφιερωμένου στὸ Γενέσιον τῆς Θεοτόκου.

Ὁ Ὅσιος ἀποτελοῦσε παράδειγμα ἁπλότητας καὶ ἐγκράτειας. Εἶχε τὸ πιὸ φτωχὸ κελλὶ καὶ ἡ τροφή του ἦταν πολὺ ἁπλὴ καὶ ἐλάχιστη. Ἀπὸ τὰ διακονήματα τῆς μονῆς ὁ Ὅσιος διάλεγε τὰ πιὸ βαριά: ἔκοβε καὶ μετέφερε ξύλα, ἔσκαβε καὶ πότιζε τὸν κῆπο. Αὐτὸ ὅμως ποὺ τὸν διέκρινε ἦταν ἡ ἀγάπη του πρὸς τὸ λειτουργικὸ βίο τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὶς Ἀκολουθίες.
Ὁ Ὅσιος Παφνούτιος προέβλεψε τὸ θάνατό του. Προσευχήθηκε γιὰ τελευταία φορά, εὐλόγησε τοὺς ἀδελφούς του καὶ κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ 1477.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

Ὁ Ἅγιος Μακάριος ὁ Ἱερομάρτυρας Μητροπολίτης Κιέβου 

Ὁ Ἅγιος Ἱερομάρτυρας Μακάριος, Μητροπολίτης Κιέβου, ἦταν ἡγούμενος τῆς μονῆς τῆς Ἁγίας Τριάδος Βιλένκ. Τὸ 1495, μετὰ τὸν θάνατο τοῦ Μητροπολίτου Κιέβου, Ἰωνᾶ (1488 – 1494), ὁ Ἅγιος Μακάριος ἐξελέγη Μητροπολίτης Κιέβου. Μαρτύρησε τὸ 1497, στὸ χωριὸ Στριγκόλοβο, στὸν ποταμὸ Βζχιζά, ὅταν οἱ Τάταροι μπῆκαν στὴ Ρωσία.
Τὰ ἄφθαρτα ἱερὰ λείψανα τοῦ Ἁγίου Μακαρίου φυλάσσονται στὸν καθεδρικὸ ναὸ τοῦ Ἁγίου Βλαδίμηρου τοῦ Κιέβου.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

Ὁ Ἅγιος Ζωσιμᾶς ἐκ Γεωργίας

Ὁ Ἅγιος Ζωσιμᾶς ἔζησε κατὰ τὸν 14ο καὶ 15ο αἰώνα μ.Χ. στὴν Γεωργία καὶ ἦταν Ἐπίσκοπος τῆς πόλεως Κουμοῦρντο. Κοιμήθηκε ὁσίως μὲ εἰρήνη.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ὅσιος Γεράσιμος ἐκ Ρωσίας 

Ὁ Ὅσιος Γεράσιμος τοῦ Μπολτίνκ, κατὰ κόσμο Γρηγόριος, γεννήθηκε τὸ 1490 στὸ Πέρεσλαβ – Ζάλεσκ τῆς Ρωσίας. Ἀπὸ μικρὴ ἡλικία διακρινόταν γιὰ τὸ φιλακόλουθο τοῦ χαρακτήρα του καὶ τὴν εὐσέβειά του. Εἶχε ὡς πρότυπό του τὸν Ὅσιο Δανιὴλ τοῦ Περεγιασλάβλ ( 7 Ἀπριλίου) καὶ γι’ αὐτὸ ἀκολούθησε νωρὶς τὸν μοναχικὸ βίο. Μετὰ ἀπὸ ἕνα σύντομο χρονικὸ διάστημα δοκιμασίας, ἐκάρη μοναχὸς καὶ ἔλαβε τὸ ὄνομα Γεράσιμος.

Ὁ νέος μοναχὸς μὲ μεγάλο ζῆλο ἐκπλήρωσε τὶς ἀρετὲς τῆς νηστείας καὶ τῆς προσευχῆς καὶ σύντομα ἔγινε γνωστὸς στὴ Μόσχα γιὰ τὴν πνευματικότητα καὶ τὸ αὐστηρὸ τοῦ βίου του. Αὐτὸς ἦταν ὁ λόγος γιὰ τὸν ὁποῖο κλήθηκε στὴ Μόσχα, ὅπου γνώρισε τὸν τσάρο.

Ἡ μεγάλη φήμη του στὴ χώρα, ἦταν ἕνα βάρος γιὰ τὸν Ὅσιο, ὁ ὁποῖος ἐπιθυμοῦσε τὴν ἡσυχία καὶ τὴν ἄσκηση. Ἔτσι, μετὰ ἀπὸ εἴκοσι ἕξι χρόνια κάτω ἀπὸ τὴν πνευματικὴ καθοδήγηση τοῦ Ἁγίου Δανιήλ, ὁ Ὅσιος Γεράσιμος ἔλαβε τὴν εὐλογία τοῦ Γέροντός του γιὰ τὸν ἡσυχαστικὸ βίο. Ἐγκαταστάθηκε κοντὰ στὴν πόλη Ντορογκομπούζα, στὴ χώρα τῶν Σμόλενκ, σὲ ἕνα ἄγριο δάσος, στὸ ὁποῖο κατοικοῦσαν μόνο φίδια καὶ ἄγρια ζῶα. Συχνὰ ὁ Ὅσιος δεχόταν ἐπιθέσεις ληστῶν, ἀλλὰ τὶς ὑπέμενε μὲ ἠρεμία καὶ ἡσυχία προσευχόμενος γιὰ ἐκείνους ποὺ βρίσκονταν μακριὰ ἀπὸ τὸ δρόμο τοῦ Θεοῦ. Ἐξαιτίας ἑνὸς συγκεκριμένου ὁράματος, πῆγε στὸ βουνὸ Μπολντίνα, ὅπου σὲ μία πηγὴ βρισκόταν μία τεράστια βελανιδιά. Οἱ γηγενεῖς τὸν κτύπησαν μὲ ρόπαλα καὶ ἤθελαν νὰ τὸν πνίξουν, ἀλλὰ ἐπειδὴ φοβήθηκαν, τὸν παρέδωσαν στὸν κυβερνήτη τῆς Ντορογκοπούζα, ὁ ὁποῖος τὸν ἔριξε στὴ φυλακή, ἐπειδὴ ἦταν ἄστεγος. Ὁ Ὅσιος Γεράσιμος μὲ ὑπομονὴ ἄντεξε τὸν ἐξευτελισμό, ἔμεινε σιωπηλὸς καὶ προσευχόταν.

Κατὰ τὴν διάρκεια αὐτῆς τῆς περιόδου, ἕνας αὐτοκρατορικὸς ἀντιπρόσωπος ἦλθε στὴ Μόσχα στὸν κυβερνήτη. Βλέποντας τὸν Ὅσιο Γεράσιμο, ὑποκλίθηκε σὲ αὐτὸν καὶ ζήτησε τὴν εὐλογία του. Παλαιότερα εἶχε δεῖ τὸν Ὅσιο Γεράσιμο μαζὶ μὲ τὸν Ἅγιο Δανιὴλ ἐνώπιον τοῦ τσάρου. Ὁ κυβερνήτης τρομοκρατήθηκε καὶ ἀμέσως ἱκέτευσε γιὰ τὴ συγχώρηση τοῦ Ὁσίου καὶ ὑποσχέθηκε νὰ κτίσει ἕνα οἴκημα, γιὰ νά τὸν προστατεύει ἀπὸ τοὺς ληστές. Ἀπὸ αὐτὴν τὴν περίοδο, ὁ Ὅσιος Γεράσιμος ἄρχισε νὰ δέχεται αὐτοὺς ποὺ διακατέχονταν ἀπὸ τὸν πόθο γιὰ τὸ μοναχικὸ βίο καὶ ζήτησε ἄδεια ἀπὸ τὴ Μόσχα, γιὰ νὰ κτίσει ἕνα μοναστήρι. Τὸ 1530 ἔκτισε μία ἐκκλησία ἀφιερωμένη στὴν Ἁγία Τριάδα καὶ οἰκοδόμησε κελλιὰ γιὰ τοὺς μοναχούς.

Ἐκτὸς ἀπὸ τὸ μοναστήρι στὴ Μπολντίνα, ὁ Ὅσιος Γεράσιμος ἵδρυσε ἀκόμη ἕνα μοναστήρι πρὸς τιμὴν τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου στὴν πόλη τῆς Βιάζμα καὶ ἀργότερα στὸ δάσος Βράϊανκ, στὸν ποταμὸ Ζίζντρα, ἕνα μοναστήρι ἀφιερωμένο στὰ Εἰσόδια τῆς Θεοτόκου. Ὁ Πέτρος Κοροστέλεβ, ἕνας μαθητὴς τοῦ Ὁσίου Γερασίμου, ἔγινε ἡγούμενος σὲ αὐτὸ τὸ μοναστήρι.

Ἀρκετοὶ ἀσκητὲς ἦταν ὑπὸ τὴν πνευματικὴ καθοδήγηση τοῦ Ὁσίου Γερασίμου: ὁ ἡγούμενος Ἀντώνιος, ὁ ὁποῖο ἀργότερα ἔγινε Ἐπίσκοπος Βολόγκντα ( 26 Ὀκτωβρίου) καὶ ὁ Ἀρκάδιος, ὁ ὁποῖος ἀσκήτεψε ὡς ἐρημίτης καὶ ἐνταφιάσθηκε στὸ μοναστήρι τῆς Μπολντίνα.

Πρὶν ἀπὸ τὸν θάνατό του, ὁ Ὅσιος Γεράσιμος κάλεσε ὅλους τοὺς ἡγουμένους καὶ τοὺς μοναχοὺς ἀπὸ τὰ μοναστήρια ποὺ εἶχε ἱδρύσει, τοὺς εἶπε γιὰ τὸν βίο του καὶ τοὺς ἔδωσε τὶς τελευταῖες πνευματικὲς ὑποθῆκες, ποὺ καταγράφηκαν στὸ βιβλίο «Ζωή», τὸ ὁποῖο ἔγραψε ὁ Ἅγιος Ἀντώνιος κατ’ ἀπαίτηση τῶν γερόντων.
Ὁ Ἅγιος Γεράσιμος κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ 1554.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ἅγιος Πανάρετος Ἐπίσκοπος Πάφου

Ὁ Ἅγιος Πανάρετος γεννήθηκε στὴν Κύπρο καὶ συγκεκριμένα στὴν Περιστερωνοπηγὴ Ἀμμοχώστου, περὶ τὸ 1710. Ἡ ἐποχὴ ἐκείνη ἦταν δύσκολη. Τὸ πολύσκλαβο μαρτυρικὸ νησὶ ἦταν κάτω ἀπὸ τὴν σκλαβιὰ τῶν Τούρκων. Οἱ γονεῖς του ἦταν ἄνθρωποι εὐλαβεῖς καὶ εὔποροι. Ὁ Ἅγιος ἔμαθε τὰ πρῶτα γράμματα ἀπὸ τοὺς γονεῖς του καὶ μετὰ συνέχισε τὶς σπουδές του στὸ Ἑλληνικὸ σχολεῖο στὴ Λευκωσία. Μετὰ τὸ πέρας τῶν σπουδῶν του ἐπέστρεψε καὶ ἐγκαταβίωσε στὸ ἐρειπωμένο μοναστήρι τοῦ Ἁγίου Ἀναστασίου, ποὺ βρισκόταν στὸ χωριό του.

Ἀργότερα χειροτονήθηκε ἱερέας καὶ διετέλεσε ἡγούμενος γιὰ πολλὰ χρόνια στὸ μοναστήρι τῆς Θεοτόκου στὴν Παλλουριώτισσα Λευκωσίας. Ἡ περίοδος τῆς ἡγουμενίας του στὸ μοναστήρι ὑπῆρξε μία περίοδος ἐθνικῶν δοκιμασιῶν καὶ διωγμῶν τοῦ Ἑλληνικοῦ στοιχείου. Ἕνας Τοῦρκος ἐπαναστάτης, ὀνόματι Χαλήλης, μὲ δύο χιλιάδες περίπου ὁμοεθνεῖς του, θέλησε νὰ καταλάβει τὴν Λευκωσία. Ἡ κατάσταση ἦταν μαρτυρική. Μὲ κίνδυνο τῆς ἴδιας τῆς ζωῆς του ὁ Ἅγιος Πανάρετος, στὶς δύσκολες ἐκεῖνες στιγμές, ἔγινε ὁ παρήγορος ἄγγελος τῶν πονεμένων καὶ ὁ ὑπερασπιστὴς καὶ προστάτης τῶν καταδιωγμένων. Ἡ ζωντανὴ καὶ οὐσιαστικὴ συμπαράστασή του στὸν πόνο τοῦ λαοῦ ἐκτιμήθηκε τόσο, ὥστε κλῆρος καὶ λαὸς συνῆλθε καὶ τὸν ἐξέλεξε Μητροπολίτη Πάφου τὸ 1767.

Ἀπὸ τὴ θέση αὐτὴ τοῦ δόθηκε ἡ εὐκαιρία νὰ ἀναπτύξει ὅλα τὰ κρυμμένα χαρίσματά του καὶ ἔγινε τὰ σκοτεινὰ ἐκεῖνα χρόνια γιὰ τοὺς σκλαβωμένους βακτηρία καὶ στήριγμα καὶ φάρος φωτεινός. Ποίμανε τὸ ποίμνιό του μὲ αὐταπάρνηση. Μὲ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι παραδέχονταν μὲ εἰλικρίνεια τὰ λάθη τους καὶ ἀγωνίζονταν νὰ διορθωθοῦν, ἦταν ἐπιεικής. Τοὺς πονηροὺς καὶ ἀδιόρθωτους τοὺς ἀντιμετώπιζε μὲ τὴν ἁρμόζουσα σὲ κάθε περίπτωση αὐστηρότητα, προκειμένου νὰ ἀφυπνίσει συνειδήσεις καὶ νὰ προκαλέσει τὴ μετάνοια καὶ τὴ διόρθωση.

Κάποιος ἀπὸ τοὺς ἱερεῖς τῆς ἐπαρχίας τοῦ Ἁγίου καταλήφθηκε ἀπὸ τὸ πάθος τῆς αἰσχροκέρδειας, μὲ ἀποτέλεσμα οἱ ἐνορίτες του νὰ ὑποφέρουν καὶ νὰ ἀναγκασθοῦν νὰ τὸν καταγγείλουν στὸν Ἐπίσκοπο. Αὐτὸς κάλεσε τὸν ἱερέα, τοῦ ἔκανε τὶς σχετικὲς παρατηρήσεις, τὸν συμβούλευσε κατάλληλα καὶ ἐκεῖνος ὑποσχέθηκε ὅτι θὰ προσπαθήσει νὰ διορθωθεῖ. Στὴν πραγματικότητα ὅμως δὲν ἔκανε καμία προσπάθεια, ἀντίθετα μάλιστα τὰ πράγματα χειροτέρεψαν καὶ οἱ ἐνορίτες ζήτησαν τὴν ἀπομάκρυνσή του. Ὁ Ἐπίσκοπος τὸν συμβούλεψε καὶ γιὰ δεύτερη καὶ γιὰ τρίτη φορά. Ὅταν ὅμως βεβαιώθηκε γιὰ τὴν ἀμετανοησία του καὶ γιὰ τὴν προσπάθειά του νὰ παραπλανήσει τὸν Ἐπίσκοπο μὲ ψεύτικους ὅρκους, τὸν τιμώρησε μὲ ἕναν πρωτότυπο καὶ ἀσυνήθιστο τρόπο. Τὴν ὥρα ποὺ μιλοῦσε μὲ θράσος καὶ ἔλεγε ψέματα, τοῦ εἶπε μὲ αὐστηρότητα: «νὰ κλείσεις τὸ στόμα σου καὶ νὰ μὴν ὁμιλεῖς, ἀφοῦ καταδέχεσαι νὰ ψεύδεσαι καὶ νὰ ὁρκίζεσαι χωρὶς φόβο». Καὶ ἀπὸ ἐκείνη τὴν στιγμὴ ἔμεινε ἄλαλος καὶ δὲν μποροῦσε νὰ μιλήσει. Μετὰ ἀπὸ ἀρκετὸ χρονικὸ διάστημα καὶ ἀφοῦ ὁ ἱερέας ἀρρώστησε βαριά, ζήτησε νὰ δεῖ τὸν Ἅγιο καὶ μὲ νεύματα νὰ ἐξομολογηθεῖ. Ἐκεῖνος ἔτρεξε κοντά του καί, ὅταν διέγνωσε τὴν ἀληθινή του μετάνοια, τὸν συγχώρεσε, τὸν εὐλόγησε καὶ τότε λύθηκε ἡ γλῶσσα του. Ἐξομολογήθηκε, κοινώνησε καὶ ἀπῆλθε τοῦ κόσμου τούτου μὲ μετάνοια.
Τὸν Ἅγιο Πανάρετο ἀπασχολοῦσε ἔντονα τὸ θέμα τῆς σωτηρίας του. Σὲ ὅλη του τὴν ζωὴ προετοιμαζόταν γιὰ τὴν ὥρα τῆς ἐξόδου του. Εἶχε τὸ χάρισμα τῆς μνήμης τοῦ θανάτου καὶ ἐπιθυμοῦσε τὰ τέλη τῆς ζωῆς του νὰ εἶναι χριστιανά, ἀνεπαίσχυντα καὶ εἰρηνικά. Ἀξιώθηκε δὲ νὰ προγνώσει τὴν ὥρα τῆς κοιμήσεώς του καὶ φρόντισε νὰ εἶναι πανέτοιμος. Λίγο πρὶν τὴν κοίμησή του εἶπε στὸν πρωτοσύγκελό του ὅτι θὰ ἔλθει ὁ φίλος του Ἐπίσκοπος πρώην Καρπάθου Παρθένιος, γιὰ νὰ τὸν ἐξομολογήσει. Ὁ πρωτοσύγκελος νόμισε ὅτι ὁ Ἅγιος παραμιλοῦσε λόγω τῆς ἀρρώστιας του καὶ παράκουσε. Στὴν συνέχεια ὅμως, μετὰ τὴν ἐπιμονὴ τοῦ Ἁγίου, ὑπάκουσε καὶ πραγματικὰ βρῆκε στὴν προκυμαία ἕνα πλοῖο, τὸ ὁποῖο λόγω τῶν ἰσχυρῶν ἀνέμων ποὺ ἔπνεαν, προσάραξε στὴν Πάφο. Μέσα σὲ αὐτὸ βρισκόταν ὁ Ἐπίσκοπος Παρθένιος, ὁ ὁποῖος ἔσπευσε, γεμάτος συγκίνηση καὶ θαυμασμό, νὰ συναντήσει τὸν Ἅγιο. Ἀφοῦ τὸν ἐξομολόγησε, τὴν ἑπόμενη ἡμέρα λειτούργησε καὶ τὸν κοινώνησε. Ὁ Ἅγιος Πανάρετος τὸν παρακάλεσε νὰ παραμείνει ἄλλη μία ἡμέρα, γιὰ νὰ τελέσει καὶ τὴν ἐξόδιο Ἀκολουθία του. Ἐκεῖνος παρέμεινε καὶ κήδευσε τὸ ἱερὸ λείψανο τοῦ Ἁγίου, τὸ ὁποῖο εὐωδίαζε καὶ μάλιστα θεράπευσε καὶ πολλοὺς ἀσθενεῖς, οἱ ὁποῖοι ἐπικαλέσθηκαν τὶς πρεσβεῖες του.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ἀπολυτίκιο. Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Τὸν τῆς Πάφου Ποιμένα θεῖον Πανάρετον, ὡς Ἱεράρχην Κυρίου ἀνευφημήσωμεν, ὅτι ἐργάτης συνετὸς ὄντως καὶ ἄριστος, ποσῶν τῶν θείων ἀρετῶν, καὶ Ἁγίοις θαυμαστὸς ἐγένετο ἐπ’ ἐσχάτων, καὶ πάντων προστάτης καὶ φύλαξ, τῶν ἀνυμνοῦν τῶν αὐτοῦ τὴν κοίμησιν.

Οἱ Ἅγιοι Εὐθύμιος καὶ Ἰγνάτιος οἱ Ὁσιομάρτυρες

Ἡ Ἐκκλησία τιμᾷ τὴν μνήμη τοῦ Ὁσιομάρτυρα Εὐθυμίου ( 22 Μαρτίου) καὶ τοῦ Ὁσιομάρτυρα Ἰγνατίου τοῦ Νέου ( 8 Ὀκτωβρίου), συναθλητῶν τοῦ Ἁγίου Ἀκακίου, καὶ τὴν σημερινὴ ἡμέρα.
Περισσότερες λεπτομέρειες, στοὺς βίους τῶν Ἁγίων κατὰ τὴν ἡμερομηνία τῆς ἑορτῆς τους.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Τὴν ὡραιότητα.
Λυχνία τρίφωτος, κόσμῳ ἐδείχθητε, Ὁσιομάρτυρες, Χριστοῦ τρισάριθμοι, τὴν Ἐκκλησίαν ταῖς αὐγαῖς πυρσεύσοντες τῶν ἀγώνων, ἔνδοξε Εὐθύμιε, ἀφθαρσίας τὸ στέλεχος, ἱερὲ Ἰγνάτιε, ἐγκρατείας τὸ ἔσοπτρον, καὶ ῥόδον ἀκακίας Ἀκάκιε· ὅθεν ὑμᾶς ὑμνολογοῦμεν.

 

Κοντάκιον. Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Τῶν Ὁσίων σύμμορφοι, καὶ τῶν Μαρτύρων εἰκόνες, ἀληθῶς ἐδείχθητε, Ὁσιομάρτυρες θεῖοι· τούτων γάρ, τὰς ἀριστείας ὡς ὑπελθόντες, στέφανον, διπλοῦν εἰλήφατε ἐκ Κυρίου, Εὐθύμιε θεοφόρε, σὺν Ἰγνατίῳ καὶ Ἀκακίῳ ὁμοῦ.

 

Μεγαλυνάριον.
Τοὺς Ὁσιομάρτυρας τοῦ Χριστοῦ, Εὐθύμιον πάντες, καὶ Ἰγνάτιον τὸν κλεινόν, σὺν τῷ Ἀκακίῳ, ὑμνήσωμεν βοῶντες· Χαίρετε Ἐκκλησίας, νέα προπύργια.

Ὁ Ἅγιος Ἀκάκιος ὁ Ὁσιομάρτυρας 

Ὁ Ἅγιος Ὁσιομάρτυρας Ἀκάκιος, κατὰ κόσμον Ἀθανάσιος, καταγόταν ἀπὸ τὸ Νεοχώρι, σημερινὸ Ἀσβεστοχώρι Θεσσαλονίκης καὶ γεννήθηκε τὸ 1792. Οἱ γονεῖς του εἶχαν ἀναγκασθεῖ γιὰ βιοποριστικοὺς λόγους νὰ μετακομίσουν τὸ 1805 στὶς Σέρρες, ὅπου παρέδωσαν τὸν ἐννιάχρονο Ἀθανάσιο σὲ κάποιον ὑποδηματοποιό, γιὰ νὰ τοῦ διδάξει τὴν τέχνη του. Ὅμως ἡ σκληρὴ συμπεριφορά του καὶ ἡ κακομεταχείριση, ἐξώθησαν τὸν Ἀθανάσιο σὲ ἄρνηση τῆς πίστης του, γιὰ νὰ ἀπαλλαγεῖ ἀπὸ τὰ βάσανα. Στὴν πράξη του αὐτὴ τὸν προέτρεψαν καὶ δύο Ὀθωμανές, οἱ ὁποῖες παρακολουθοῦσαν τὴν ἀπάνθρωπη συμπεριφορὰ τοῦ ἀφεντικοῦ του καὶ ὑποσχόμενες μία καλύτερη ζωὴ στὸν μικρὸ Ἀθανάσιο, τὸν ἔπεισαν τὴν ἡμέρα τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς νὰ ἀλλαξοπιστήσει. Μωαμεθανός, πλέον, ὁ Ἀθανάσιος δέχθηκε τὴν πονηρὴ ἐπίθεση τῆς μητριᾶς του, ἡ ὁποία, καθὼς ἔβλεπε τὸν Ἀθανάσιο νὰ μεγαλώνει καὶ νὰ ἀνδρώνεται, τὸν ἐρωτεύθηκε, ὅπως στὴν Παλαιὰ Διαθήκη ἐρωτεύθηκε τὸν Ἰωσὴφ ἡ γυναίκα τοῦ Πετεφρῆ. Ἐπειδὴ ὅμως αὐτὸς δὲν ὑποχώρησε καὶ δὲν ὑπέκυψε στὸ πάθος τῆς μητριᾶς του, συκοφαντήθηκε ἀπὸ αὐτὴν στὸν θετὸ πατέρα του, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ἐκδιωχθεῖ ἀπὸ αὐτόν. Ἐκμεταλλευόμενος αὐτὴν τὴν εὐκαιρία κατέφυγε στὴν Θεσσαλονίκη κοντὰ στοὺς γονεῖς του, οἱ ὁποῖοι εἶχαν ἐγκαταλείψει τὶς Σέρρες, μόλις πληροφορήθηκαν τὴν ἀρνησιθρησκεία του.

Στὴν συνέχεια, ἀκολουθώντας τὶς συμβουλὲς τῶν γονέων του, μετέβη στὸ Ἅγιον Ὄρος, ὅπου, ἀφοῦ περιπλανήθηκε σὲ ἀρκετὲς μονές, κατέληξε τελικὰ στὴν Σκήτη τοῦ Τιμίου Προδρόμου, στὴν συνοδεία τοῦ Γέροντα Νικηφόρου, ὁ ὁποῖος τὸν παρέδωσε ὡς ὑποτακτικὸ στὸν Γέροντα Ἀκάκιο, γιὰ νὰ τὸν προετοιμάσει γιὰ τὸ μαρτύριο, ὅπως εἶχε κάνει καὶ προηγουμένως μὲ τοὺς Ὁσιομάρτυρες Εὐθύμιο καὶ Ἰγνάτιο.

Μετὰ ἀπὸ ἕνα διάστημα συνεχοῦς ἀσκήσεως καὶ ἀδιάλειπτης προσευχῆς, ὁ Ἀθανάσιος, ὁ ὁποῖος ἐκάρη μοναχὸς καὶ μετονομάσθηκε Ἀκάκιος, ἔχοντας τὶς εὐλογίες τῶν λοιπῶν γερόντων ξεκίνησε, συνοδευόμενος ἀπὸ τὸν μοναχὸ Γρηγόριο, ὁ ὁποῖος εἶχε συνοδεύσει νωρίτερα καὶ τοὺς δύο παραπάνω Ὁσιομάρτυρες, γιὰ τὴν Κωνσταντινούπολη στὶς 10 Ἀπριλίου. Ὁ Ἅγιος βάδιζε μὲ χαρὰ πρὸς τὸ μαρτύριο.

Λίγο πρὶν τὴν ἀναχώρησή του, πλήρης Πνεύματος Ἁγίου, ἔγραψε τὴν ἀκόλουθη ἐπιστολὴ πρὸς τὸν γέροντα καὶ τοὺς ἀδελφοὺς μοναχούς:

«Πανοσιώτατέ μοι καὶ πνευματικέ μου πάτερ δουλικῶς σοῦ προσκυνῶ καὶ τὴν ἁγίαν δεξιάν σου ἀσπάζομαι.

 Τὸ παρόν μου ταπεινὸν γράμμα δὲν εἶν’ εἰς ἄλλο τι εἰ μὴ εἰς τὸ νὰ ζητήσω τὴν εὐχήν σας καὶ διὰ νὰ μάθετε καὶ τὸ καλό μας κατεβώδιο μὲ τὴν χάριν τοῦ Ἁγίου Θεοῦ καὶ μὲ τὶς ἐδικές σας ἁγίες εὐχές. Κατευωδωθήκαμεν εἰς τὴν βασιλεύουσαν τὴ 24 τοῦ Ἀπριλίου μηνὸς [καὶ ἐμπήκαμεν μαζὶ μὲ τὸν γέροντά μου εἰς τὰ ἐργαστήρια τὰ χαβιαρτζίδικα, ὅπου καὶ ἄλλην φορὰ ἐμπῆκεν ὁ γέροντάς μου], καὶ ἐλπίζω μὲ τὴν χάριν τοῦ Ἁγίου Θεοῦ καὶ τῆς Κυρίας μου Βασίλισσας καὶ μὲ τὶς ἐδικές σου θερμὲς δεήσεις πρὸς τὸν Κύριον καὶ τῶν συναδέλφων μου νὰ λάβῃ τέλος κι ἡ ὑπόθεσίς μας.

Τοὺς συναδέλφους μου πολὺ τοὺς παρακαλῶ καὶ τοὺς χαιρετῶ, νὰ μὴν μὲ λησμονήσουν καὶ ἀκούγοντας τὸ μακάριόν μου τέλος νὰ εὐχαριστήσετε τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστὸν καὶ τὴν Κυρίαν μου Βασίλισσαν καὶ νὰ δοξολογήσετε καὶ νὰ καταλύσετε ὅλη τὴν ἑβδομάδα ἐν χαρᾷ καὶ ἀγαλλιάσει ψυχῆς. Διὰ τοὺς κόπους ποὺ ἐδοκιμάσατε δι’ ἐμὲ μέχρι σήμερα ἐγὼ δὲν εἶμαι ἱκανὸς νὰ σᾶς εὐχαριστήσω, μόνον ὁ ἐπουράνιος βασιλεύς μου νὰ σᾶς ἀντιβραβεύσῃ ἐν τὴ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν καὶ νὰ μᾶς ἀξιώσῃ ὁ Κύριος νὰ συγκατοικήσουμε ὁμοῦ. Καὶ ὅσοι ἀκόμη συνέδραμαν καὶ βοήθησαν εἰς αὐτὸ τὸ ἔργο ἂς λάβουν τὸν μισθό τους ἀπὸ τὸν ἐπουράνιον βασιλέα μου.

Ἀκόμη ὅλους τοὺς ἁγίους πατέρας τῆς ἱερᾶς σκήτεώς μας εὐλαβῶς τοὺς προσκυνῶ, τὸν διδάσκαλό μου, τὸν γέροντα Ὀνούφριον τὸν ἀσπάζομαι, καὶ τοὺς συναδέλφους μου γέροντες, Ἀκάκιον, Ἰάκωβον καὶ Καλλίνικον. Χαιρετίσματα καὶ εἰς τὸν διδάσκαλον Γαβριήλ. Προσκυνήματα καὶ εἰς τὸν παπᾶ Ἀγαθάγγελον, ἀσπάζομαι τὴν δεξιάν του. Τὸν παπᾶ Δοσίθεον μετὰ τοῦ γέροντός του καὶ τῆς συνοδίας του προσκυνῶ, ὡς καὶ τὸν γείτονά μας τὸν Νεόφυτον μὲ τὴν συνοδία του. Ἀσπάζομαι ὁμοίως καὶ τὸν γέροντα Μιχαὴλ καὶ τὴν συνοδίαν του. Ταῦτα γράφω ἐν συντομίᾳ γέροντά μου καὶ πνευματικέ μου. Αὔριο λοιπὸν Παρασκευὴ 28 Ἀπριλίου μέλλω νὰ κινήσω εἰς τὸν δρόμον τῆς ἀθλήσεως καὶ εἴθε οἱ ἅγιες εὐχές σας νὰ μὲ βοηθήσουν. Ἀμήν».

Ὁ πλοίαρχος, ἄνθρωπος εὐλαβής, ὅταν ἔμαθε τὸν σκοπὸ τοῦ ταξιδιοῦ τοῦ Ἀκακίου, ὑποσχέθηκε στὸν Γρηγόριο νὰ μεριμνήσει γιὰ τὴν ἐξαγορὰ τοῦ λειψάνου του μετὰ τὸ μαρτυρικό του τέλος καὶ νὰ τὸ ἐπανακομίσει ὁ ἴδιος στὸ Ἅγιον Ὄρος. Ὕστερα ἀπὸ δεκατρεῖς ἡμέρες ἔφθασαν στὴν Κωνσταντινούπολη, ὅπου φιλοξενήθηκαν ἀπὸ κάποιον παντοπώλη, γνώριμο τοῦ Γρηγορίου. Τὸ Σάββατο 29 Ἀπριλίου, ὁ Ἅγιος Ἀκάκιος, ἀφοῦ προετοιμάσθηκε κατάλληλα λαμβάνοντας τὰ Ἄχραντα Μυστήρια, ἐνδύθηκε μὲ ροῦχα τουρκικὰ καὶ μὲ τὴν καθοδήγηση τοῦ ἀδελφοῦ τοῦ καπετάνιου ἔφθασε στὸ κριτήριο, ὅπου ὁμολόγησε ἐνώπιον ὅλων τῶν παρισταμένων τὴν ἐπάνοδό του στὴν πατρώα πίστη. Ἐξαιτίας αὐτῆς του τῆς ὁμολογίας κλείσθηκε φυλακή. Καθ’ ὅλη τὴν διάρκεια τῆς φυλακίσεώς του προσπάθησαν ἐπανειλημμένα εἴτε μὲ κολακεῖες καὶ ὑποσχέσεις, εἴτε μὲ βασανιστήρια καὶ ἐκφοβισμοὺς νὰ τὸν μεταπείσουν. Ὅλα αὐτὰ ὅμως δὲν κατάφεραν νὰ τὸν κλονίσουν. Ἰδιαίτερα μάλιστα ἐνισχύθηκε καὶ προετοιμάσθηκε γιὰ νὰ ἀντιμετωπίσει τὸ μαρτύριο, ὅταν ἔλαβε τὴ Θεία Κοινωνία ποὺ τοῦ μετέφερε κρυφὰ στὴν φυλακὴ ὁ ἀδελφὸς τοῦ καπετάνιου μὲ τὴν εὐλογία τοῦ μοναχοῦ Γρηγορίου ἀπὸ τὸ ναὸ τῆς Παναγίας τῆς Καταφιανῆς. Οἱ Τοῦρκοι προύχοντες, βλέποντας τὸ σταθερὸ φρόνημα τοῦ Ἀκακίου, κατάλαβαν πὼς μάταια κοπιάζουν, γι’ αὐτὸ καὶ ἀποφάσισαν τὴν θανάτωσή του.
Ἔτσι, «εἰς τόπον καλούμενον Δακτυλόπορταν», ὁ Ἅγιος Νεομάρτυρας Ἀκάκιος παρέδωσε τὸ πνεῦμά του διὰ τοῦ ξίφους τὸ 1816. Τὴν τρίτη ἡμέρα, σύμφωνα μὲ τὴν ἐπικρατοῦσα συνήθεια, ὁ μοναχὸς Γρηγόριος ἐξαγόρασε τὸ λείψανο τοῦ Μάρτυρος μὲ χρήματα ποὺ συγκέντρωσε ἀπὸ τοὺς παντοπῶλες τοῦ Γαλατᾶ καὶ τὸ μετέφερε στὴ νῆσο Πρίγκηπο, ὅπου ἐπιβιβάστηκαν στὸ πλοῖο μὲ τὸ ὁποῖο εἶχαν ἔλθει στὴν Κωνσταντινούπολη, μὲ προορισμὸ τὸ Ἅγιον Ὄρος. Στὶς 9 Μαΐου ἀποβιβάσθηκαν στὸ λιμενίσκο τῆς μονῆς Ἰβήρων καὶ ἀπὸ ἐκεῖ μετέφεραν τὸ τίμιο λείψανο στὴν Καλύβη τοῦ Ἁγίου Νικολάου, ὅπου τὸ ἐνταφίασαν στὸ παρεκκλήσι τῶν ὁσιομαρτύρων Εὐθυμίου καὶ Ἰγνατίου μπροστὰ στὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας, σύμφωνα μὲ τὴν ἐπιθυμία τοῦ Ὁσιομάρτυρος.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Τὴν ὡραιότητα.
Λυχνία τρίφωτος, κόσμῳ ἐδείχθητε, Ὁσιομάρτυρες, Χριστοῦ τρισάριθμοι, τὴν Ἐκκλησίαν ταῖς αὐγαῖς πυρσεύσοντες τῶν ἀγώνων, ἔνδοξε Εὐθύμιε, ἀφθαρσίας τὸ στέλεχος, ἱερὲ Ἰγνάτιε, ἐγκρατείας τὸ ἔσοπτρον, καὶ ῥόδον ἀκακίας Ἀκάκιε· ὅθεν ὑμᾶς ὑμνολογοῦμεν.

 

Κοντάκιον. Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Τῶν Ὁσίων σύμμορφοι, καὶ τῶν Μαρτύρων εἰκόνες, ἀληθῶς ἐδείχθητε, Ὁσιομάρτυρες θεῖοι· τούτων γάρ, τὰς ἀριστείας ὡς ὑπελθόντες, στέφανον, διπλοῦν εἰλήφατε ἐκ Κυρίου, Εὐθύμιε θεοφόρε, σὺν Ἰγνατίῳ καὶ Ἀκακίῳ ὁμοῦ.

 

Μεγαλυνάριον.
Τοὺς Ὁσιομάρτυρας τοῦ Χριστοῦ, Εὐθύμιον πάντες, καὶ Ἰγνάτιον τὸν κλεινόν, σὺν τῷ Ἀκακίῳ, ὑμνήσωμεν βοῶντες· Χαίρετε Ἐκκλησίας, νέα προπύργια.

Ὁ Ὅσιος Νικηφόρος ἐκ Χίου 

Ὁ Ὅσιος Νικηφόρος γεννήθηκε στὰ Καρδάμυλα τῆς Χίου τὸ 1750 ἀπὸ εὐσεβεῖς γονεῖς καὶ τὸ κοσμικό του ὄνομα ἦταν Γεώργιος. Σὲ νεαρὴ ἡλικία οἱ γονεῖς του τὸν ἀφιέρωσαν στὴν Ἐκκλησία, γιὰ νὰ τὸν σώσουν ἀπὸ τὴν ἀρρώστια τοῦ λοιμοῦ. Στὴν συνέχεια εἰσῆλθε στὴ Νέα Μονή, ὅπου ἐκάρη μοναχὸς καὶ ἔλαβε τὸ ὄνομα Νικηφόρος. Διακρίθηκε γιὰ τοὺς μοναχικούς του ἀγῶνες, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὴν εὐφυΐα καὶ τὴ φιλομάθειά του. Γιὰ τὸν λόγο αὐτό, οἱ πατέρες τῆς Μονῆς τὸν ἔστειλαν στὴ Χώρα, γιὰ νὰ συνεχίσει τὶς σπουδές του, ὑπὸ τὴν ἐπίβλεψη καὶ χειραγωγία τοῦ περίφημου διδασκάλου Νεοφύτου τοῦ Καυσοκαλυβίτου. Μετὰ τὴν ὁλοκλήρωση τῶν σπουδῶν του δίδαξε ὡς δάσκαλος στὴ σχολή, ὅταν σχολάρχης ἦταν ὁ Ἀθανάσιος ὁ Πάριος. Ἐκεῖ δίδαξε μέχρι τὸ 1802, ὁπότε ἀνέλαβε τὴν ἡγουμενία τῆς μονῆς καὶ συνέγραψε τὴν ἱστορία της. Λόγω τῆς ἀκαταστασίας στὴ μονὴ καὶ τῶν ποικίλων ἀντιδράσεων ὁρισμένων πατέρων, ἀπομακρύνθηκε ἀπὸ αὐτὴν καὶ κατέφυγε στὸ Μεστά, στὸ μονύδριο τοῦ Ἁγίου Γεωργίου, ὅπου μόναζε καὶ ὁ Ἰωσὴφ ἀπὸ τὰ Ἄγραφα.
Ὁ Ὅσιος Νικηφόρος κοιμήθηκε εἰρηνικὰ τὸ 1821.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

Ἡ Ἁγία Κόρη 

Ἡ Ἁγία Κόρη, σύμφωνα μὲ τὴν παράδοση τῶν Χριστιανῶν τῆς περιοχῆς Βροντοῦ Πιερίας, καταγόταν ἀπὸ ἕνα χωριὸ τῶν Ἰωαννίνων. Τὸ ὄνομά της εἶναι ἄγνωστο, γι’ αὐτὸ οἱ πιστοὶ τὴν ὀνόμασαν Ἁγία Κόρη.
Ἡ Ἁγία ἔζησε τὴν περίοδο τῆς Τουρκοκρατίας καὶ μάλιστα τὴν ἐποχὴ τοῦ τυράννου τῆς Ἠπείρου Ἀλῆ Πασᾶ (1788 – 1822). Ἡ σωματική της ὡραιότητα συμβάδιζε μὲ τὴν ὀμορφιὰ τῆς ψυχῆς της, ἀφοῦ ἦταν κοσμημένη μὲ τὶς ἀρετὲς τῆς σεμνότητας, τῆς εὐσέβειας καὶ τῆς ἐγκράτειας. Κατὰ τὴν παράδοση, κάποιος ἄνθρωπος τοῦ Ἀλῆ Πασᾶ ἔμεινε ἔκπληκτος ἀπὸ τὴν ὡραιότητά της καὶ τὴν πρόδωσε σὲ αὐτόν. Ὁ Πασᾶς διέταξε ἀμέσως νὰ τὴν συλλάβουν καὶ νὰ τὴν ὁδηγήσουν σὲ ἐκεῖνον. Ὅμως, κάποιος ἀπὸ τοὺς στρατιῶτες, ποὺ ἦταν Ἕλληνας, εἰδοποίησε τὴν Ἁγία, ἡ ὁποία πῆρε μαζί της τὴν εἰκόνα τοῦ Κυρίου καὶ τῆς Θεοτόκου καὶ ἔφυγε. Ἡ Ἁγία βρῆκε καταφύγιο στὸν Ὄλυμπο, στὴν περιοχὴ τῆς παλαιᾶς Βροντοῦ, ποὺ βρισκόταν στοὺς πρόποδες τοῦ Ὀλύμπου καὶ κοντὰ στὸ ἐξωκκλήσι τῆς Ἁγίας Τριάδος. Ὅταν πληροφορήθηκε ὁ Ἀλῆ Πασᾶς ὅτι ἡ Ἁγία Κόρη ἦταν κρυμμένη στὴ Βροντοῦ, ἔστειλε Τούρκους νὰ τὴν συλλάβουν. Τότε αὐτὴ κυνηγημένη ἔφυγε στὸ τελευταῖο καταφύγιο, σὲ βαθιὰ χαράδρα, ὅπου καὶ πέθανε ἀπὸ τὶς κακουχίες καὶ τὶς στερήσεις. Οἱ Χριστιανοὶ τὴν ἐνταφίασαν μὲ εὐλάβεια καὶ σεβασμὸ στὸν τόπο, ὅπου σήμερα εἶναι τὸ παρεκκλήσι καὶ τὸ ἁγίασμά της. Ἀπὸ τότε ἄρχισαν νὰ ἐπισκέπτονται τὸ προσκυνητάριό της καὶ νὰ ἀνάβουν κεριά. Μὲ τὸν καιρὸ αὐτὸ ἔγινε προσκύνημα  καὶ ἡ Ἁγία Κόρη καθιερώθηκε ὡς Ἁγία καὶ στὴν συνείδηση τῶν Χριστιανῶν. Τὸ νερό, ποὺ ἀναβλύζει κάτω ἀπὸ τὸ ἁγίασμά της, ἔγινε ἁγίασμα θεραπευτικὸ γιὰ τοὺς ἀσθενεῖς καὶ στὴν Ἁγία ἀποδίδεται πλῆθος θαυμάτων.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ἡ Ἁγία Μαρία ἡ Νεομάρτυς 

Ἡ καλλιπάρθενος Νεομάρτυς τῆς πίστεως Μαρία, ἡ ἐπονομαζόμενη Μεθυμοπούλα, γεννήθηκε στὴν Κάτω Φουρνὴ Μεραμβέλλου Κρήτης ἀπὸ γονεῖς εὐσεβεῖς καὶ φιλόθεους. Τὴν Ἁγία ἀγάπησε ἕνας Τουρκαλβανὸς χωροφύλακας, ὁ ὁποῖος κατέβαλε κάθε προσπάθεια νὰ τὴν προσελκύσει στὸ μιαρὸ ἔρωτά του. Ὅσο ὅμως αὐτὸς προσπαθοῦσε, τόσο ἡ μακαρία Μαρία τὸν ἀποστρεφόταν. Ἔτσι ὁ ἀσεβὴς αὐτὸς ἄνδρας ἀποφάσισε νὰ φονεύσει τὴν Ἁγία. Ἀφοῦ τὴν βρῆκε μία ἡμέρα νὰ συλλέγει φύλλα γιὰ τὴν διατροφὴ τῶν μεταξοσκωλήκων, ἐπιτέθηκε ἐναντίον της καὶ τὴν ἔπληξε θανάσιμα στὴν καρδιά. Ἔτσι ἔλαβε ἡ πάγκαλος νύμφη τοῦ Κυρίου τὸ στέφανο τῆς ἀθλήσεως.
Ἡ Ἁγία Νεομάρτυς Μαρία φέρεται ὅτι μαρτύρησε κατὰ τὸ 1826.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

Σύναξις Ὑπεραγίας Θεοτόκου τοῦ Ἀνδρονίκου ἐν Ρωσίᾳ 

Τὸ γεγονὸς ἐπαναλαμβάνεται καὶ ἑορτάζεται τὴν 22α Ὀκτωβρίου.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Σύναξις Ὑπεραγίας Θεοτόκου τῆς Ἀπροσδοκήτου Χαρᾶς ἐν Ρωσίᾳ 

Τὸ γεγονὸς ἐπαναλαμβάνεται καὶ ἑορτάζεται τὴν 9η Δεκεμβρίου.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Σύναξις Ὑπεραγίας Θεοτόκου ἐν Τσαρεβοκοκσάισκ Ρωσίας

Ἡ ἱερὴ εἰκόνα τῆς Θεοτόκου τοῦ Τσαρεβοκοκσάισκ, ἡ Μυροβλύζουσα, ἐμφανίσθηκε στὸν χωρικὸ Ἀνδρέα Ἰβάνοφ, τὴν 1η Μαΐου τοῦ 1647 κοντὰ στὴν Μπολσάγια Κουζνέτσα, δεκαπέντε χιλιόμετρα ἀπὸ τὴν πόλη Τσαρεβοκοκσάισκ στὴν περιοχὴ τοῦ Καζάν. Δουλεύοντας στὸ χωράφι, ὁ Ἀνδρέας βρῆκε μία εἰκόνα πεσμένη στὸ ἔδαφος καὶ προσπάθησε νὰ τὴν σηκώσει. Ἡ εἰκόνα ἐξαφανίσθηκε. Ὁ ἔκπληκτος χωρικός, κοιτάζοντας γύρω του παρατήρησε ὅτι ἡ εἰκόνα μὲ μία ἀόρατη δύναμη εἶχε τοποθετηθεῖ πάνω σὲ ἕνα δένδρο. Προσευχήθηκε καὶ πῆρε τὴν εἰκόνα στὸ σπίτι του, ὅπου δοξάσθηκε μὲ θαύματα.
Προσκυνητὲς μαζεύτηκαν στὸ σπίτι ἀπὸ τὰ γύρω χωριά. Μετέφεραν ἀντίγραφο τῆς εἰκόνας στὴν πόλη Τσαρεβοκοκσάισκ καὶ ἀργότερα στὴ Μόσχα. Ἕνα μοναστήρι κτίσθηκε σὲ ἐκεῖνο τὸ μέρος, ὅπου εἶχε βρεθεῖ. Τὸ ὄνομα «Μυροβλύζουσα» δόθηκε, ἐπειδὴ ἡ Μητέρα τοῦ Θεοῦ ἀπεικονίζεται στὴν ἁγιογραφία μὲ τὶς Μυροφόρες Γυναῖκες.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ἀπόστολος Ἰάκωβος ἦταν υἱὸς τοῦ Ζεβεδαίου καὶ τῆς Σαλώμης καὶ πρεσβύτερος ἀδελφὸς τοῦ Εὐαγγελιστοῦ Ἰωάννου. Καταγόταν καὶ αὐτὸς ἀπὸ τὴν Βησθαϊδὰ τῆς Γαλιλαίας. Ἀσχολοῦνταν μὲ τὴν ἁλιεία στὴν λίμνη τῆς Γεννησαρὲτ μαζὶ μὲ τὸν Ἰωάννη, ἔχοντας καὶ οἱ δύο μαζί τους καὶ τὸν πατέρα τους, καθὼς καὶ πολλοὺς ἐργάτες. Εἶχαν δικό τους πλοῖο καὶ συνεργάτης τους ἦταν καὶ ὁ Ἀπόστολος Πέτρος. Παρόλα αὐτὰ ὅταν ἄκουσαν τὸ κήρυγμα τοῦ Ἰησοῦ «ἀφέντες τὸν πατέρα αὐτῶν Ζεβεδαῖον ἐν τῷ πλοίῳ μετὰ τῶν μισθωτῶν ἀπῆλθον ὀπίσω αὐτοῦ».

Ὁ Ἰάκωβος μαζὶ μὲ τὸν Πέτρο καὶ τὸν Ἰωάννη ἐπέδειξαν μεγάλο ζῆλο ὡς Μαθητὲς τοῦ Κυρίου. Γι’ αὐτὸ καὶ κλήθηκαν υἱοὶ βροντῆς καὶ ἔγιναν μάρτυρες πολλῶν μεγάλων γεγονότων, ποὺ δὲν τὰ βίωσαν οἱ ἄλλοι Ἀπόστολοι. Ἔγιναν ἀποκλειστικοὶ μάρτυρες τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Κυρίου. Εἶδαν τὴ θαυμαστὴ Ἀνάσταση τῆς θυγατέρας τοῦ ἀρχισυναγωγοῦ Ἰάειρου καὶ εἶχαν τὴν εὐλογία νὰ προσκληθοῦν ἀπὸ τὸν Ἰησοῦ κοντά Του κατὰ τὶς ὧρες τῆς προσευχῆς καὶ τῆς ἀγωνίας Του στὸν κῆπο τῆς Γεθσημανῆ. Ἡ οἰκειότητα αὐτὴ ὁδήγησε προφανῶς τὸν Ἰάκωβο μὲ τὸν ἀδελφό του Ἰωάννη νὰ ζητήσουν μέσῳ τῆς μητέρας τους ἀπὸ τὸν Κύριο, πρωτοκαθεδρία στὴν ἐγκόσμια βασιλεία Του, παρανοώντας τὴν ἀποστολὴ τοῦ Μεσσία. Οἱ δυὸ Μαθητὲς ζήτησαν ἀπὸ τὸν Χριστό, δόξα μὲ ἀνθρώπινα κριτήρια, ἔχοντας κατὰ νοῦ ὅτι ἡ Βασιλεία Του εἶναι αἰσθητή. Ὁ Χριστὸς ὅμως, διορθώνοντας τὴν ἐσφαλμένη δοξασία τους, ὑποδεικνύει τὴν πραγματικὴ καὶ αἰώνια δόξα, ἡ ὁποία διέρχεται μέσα ἀπὸ τὸ «ποτήριον», ποὺ εἶναι τὰ Πάθη καὶ ὁ Σταυρός. Γι’ αὐτὸ τοὺς λέγει: «Οὐκ οἴδατε τί αἰτεῖσθε. Δύνασθε πιεῖν τὸ ποτήριον ὃ ἐγὼ πίνω, καὶ τὸ βάπτισμα ὃ ἐγὼ βαπτίζομαι;».
Μετὰ τὴν Πεντηκοστὴ ὁ Ἀπόστολος Ἰάκωβος κήρυξε τὸ Εὐαγγέλιο στὴν εὐρύτερη περιοχὴ τῆς Παλαιστίνης. Μεγάλο πλῆθος ἀνθρώπων μεταστρεφόταν στὴ νέα πίστη καὶ ἄλλαξε τρόπο ζωῆς χάρη στὸ ἔργο τοῦ Ἰακώβου. Αὐτὸ θορύβησε ἰδιαίτερα τοὺς ἄρχοντες τῶν Ἰουδαίων, οἱ ὁποῖοι, τὸ ἔτος 44 μ.Χ., τὸν συνέλαβαν καὶ τὸν ἀποκεφάλισαν, ὡς ἀμνό, μὲ διαταγὴ τοῦ Ἡρώδου τοῦ Ἀγρίππα.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Γόνος ἅγιος, βροντῆς ὑπάρχων, κατεβρόντησας, τῇ οἰκουμένῃ, τὴν τοῦ Σωτῆρος Ἰάκωβε κένωσιν, καὶ τὸ ποτήριον τούτου ἐξέπιες, μαρτυρικῶς ἐναθλήσας Ἀπόστολε· ὅθεν πάντοτε, ἐξαίτει τοῖς σὲ γεραίρουσι, πταισμάτων ἱλασμὸν καὶ μέγα ἔλεος.

 

Κοντάκιον. Ἦχος β’. Τὰ ἄνω ζητῶν.
Φωνῆς θεϊκῆς, ἀκούσας προσκαλούσης σε, ἀγάπην πατρός, παρεῖδες καὶ προσέδραμες, τῷ Χριστῷ Ἰάκωβε, μετὰ τοῦ συγγόνου σου ἔνδοξε· μεθ’ οὗ ἠξιώθης ἰδεῖν, Κυρίου τὴν θείαν Μεταμόρφωσιν.

 

Μεγαλυνάριον.
Ἡ τῶν ἀπορρήτων θεία βροντή, ὁ ἐν Θαβωρίῳ, ἐπακούσας φωνῆς Πατρός, καὶ βροντοφωνήσας, ἡμῖν τὴν σωτηρίαν, Ἰάκωβος ὁ μύστης, Χριστοῦ ὑμνείσθω μοι.

Ὁ Ἅγιος Μάξιμος ὁ Μάρτυρας 

Ὁ Ἅγιος Μάρτυς Μάξιμος, τελειώθηκε μαρτυρικὰ στὴν Ἔφεσο, ἀφοῦ τοῦ διαπέρασαν τὴν κοιλιὰ μὲ ξίφος.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Οἱ Ἅγιοι Ἰσίδωρος, Ἠλίας καὶ Παῦλος οἱ Μάρτυρες 

Οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες Ἰσίδωρος, Ἠλίας καὶ Παῦλος μαρτύρησαν στὴν Κορδούη τῆς Ἱσπανίας. 

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ἅγιος Ἀφροδίσιος ὁ Ἱερομάρτυρας καὶ οἱ σὺν αὐτῷ τριάντα Μάρτυρες

Ὁ Ἅγιος Ἱερομάρτυρας Ἀφροδίσιος ἦταν πρεσβύτερος τῆς Ἐκκλησίας καὶ μαρτύρησε στὴν Ἀλεξάνδρεια μαζὶ μὲ ἄλλους τριάντα Χριστιανούς.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ἅγιος Δονάτος Ἐπίσκοπος Εὐροίας 

Ὁ Ἅγιος Δονάτος ἔζησε κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορος Θεοδοσίου τοῦ Μεγάλου (37 – 395 μ.Χ.). Γεννήθηκε περὶ τὸ 330 μ.Χ. στὴν Εὔροια καὶ μορφώθηκε στὸ Βουθρωτὸ τῆς Ἠπείρου. Σὲ ἡλικία τριάντα ἐτῶν χειροτονήθηκε Ἐπίσκοπος Εὐροίας καὶ ἀρχιεράτευσε ἐπὶ ἑξήντα χρόνια. Μετεῖχε δὲ στὴν Β’ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο. Ἄλλες πηγὲς θεωροῦν ὅτι ὁ Ἅγιος καταγόταν ἀπὸ τὴ Δύση, ἀφοῦ τὸ ὄνομα αὐτὸ ἦταν πολὺ διαδεδομένο ἐκεῖ.

Στὶς λατινικὲς πηγὲς παρατηρεῖται σύγχυση μεταξὺ τοῦ Ἁγίου Δονάτου, Ἐπισκόπου Εὐροίας, καὶ τοῦ ὁμωνύμου του Ἐπισκόπου Ἀρητίου Τυρρηνίας, ὁ ὁποῖος μαρτύρησε ἐπὶ Ἰουλιανοῦ τοῦ Παραβάτου. Αὐτὸ ἦταν εὔκολο νὰ συμβεῖ, ἀφενὸς μὲν λόγῳ τῆς συνωνυμίας, ἀφετέρου δὲ διότι ἡ Ἐπισκοπὴ Εὐροίας ὑπαγόταν Ἐκκλησιαστικὰ στὴ Δύση, ἂν καὶ πολιτικὰ ἀνῆκε στὸ Βυζάντιο.

Οἱ ἁγιολογικὲς πηγὲς μαρτυροῦν πλῆθος θαυμάτων ἀπὸ τὸν Ἅγιο. Στὸ Συναξάρι ἀναφέρεται καὶ τὸ θαῦμα τοῦ Ἁγίου ποὺ φόνευσε τὸν δράκοντα. Κοντὰ στὴν Εὔροια ὑπῆρχε ἕνα χωριὸ ποὺ ὀνομαζόταν Σωρεία, στὸ ὁποῖο ὑπῆρχε μία πηγή, ἀπὸ τὴν ὁποία, ὅποιος ἔπινε, πέθαινε. Ὅταν ὁ Ἅγιος πληροφορήθηκε τὸ γεγονός, πῆρε μαζί του καὶ ἄλλους ἱερεῖς καὶ πῆγε στὴν πηγή. Τὴν στιγμὴ ποὺ ἔφθασε ἐκεῖ, ἀκούσθηκε μία βροντή. Ἀμέσως ἐμφανίσθηκε μπροστά του ἕνας δράκοντας, ποὺ εἶχε τὴν φωλιά του στὴν πηγή. Μόλις ὁ Ἅγιος ἔστρεψε τὸ βλέμμα του καὶ εἶδε τὸ θηρίο, πῆρε στὰ χέρια του τὸ σχοινί, μὲ τὸ ὁποῖο κτυποῦσε τὸν ὄνο ἐπάνω στὸν ὁποῖο ἐπέβαινε, χτύπησε τὸ θηρίο στὴ ράχη, ποὺ ἔπεσε νεκρὸ στὸ ἔδαφος. Στὴν συνέχεια ὁ Ἅγιος εὐλόγησε τὴν πηγή, ἤπιε πρῶτος αὐτὸς νερὸ ἀπ’ αὐτὴ καί, ἀκολούθως, προέτρεψε καὶ τοὺς ἄλλους νὰ πιοῦν χωρὶς κανένα φόβο. Ἐκεῖνοι, πράγματι, ἤπιαν καὶ εὐφράνθηκαν καὶ ἐπέστρεψαν ἀσφαλεῖς στὶς οἰκίες τους.

Ἡ φήμη τῶν θαυμάτων τοῦ Ἁγίου, ἔφθασε μέχρι τὸν αὐτοκράτορα Θεοδόσιο τὸν Μεγάλο, ὁ ὁποῖος τὸν κάλεσε στὴν Κωνσταντινούπολη γιὰ νὰ θεραπεύσει τὴν θυγατέρα του ποὺ ἔπασχε ἀπὸ δαιμόνιο. Ὁ Ἅγιος θεράπευσε τὴ βασιλόπαιδα καὶ ὁ Θεοδόσιος τοῦ πρόσφερε τόπο στὸν Ὀμφάλιο Ἠπείρου καὶ χρήματα, προκειμένου ὁ Ἅγιος νὰ ἀνεγείρει ναό. Στὴν τοποθεσία αὐτὴ σώζονται ἐρείπια ἀρχαίου ναοῦ, ποὺ χρονολογεῖται ὅμως ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τοῦ Δεσποτάτου τῆς Ἠπείρου. Εἶναι πιθανὸ ὁ νεότερος αὐτὸς ναὸς νὰ οἰκοδομήθηκε ἐπὶ τῶν θεμελίων ἐκείνου, τὸν ὁποῖο ἔχτισε ὁ Ἅγιος, διότι κατὰ τὶς ἀνασκαφὲς βρέθηκε καὶ παλαιοχριστιανικὸ ὑλικό. Ὁ Ἅγιος Δονάτος «εἰς μακρὸν γῆρας ἐλάσας, ἀπῆλθε», μᾶλλον τὸ 388 μ.Χ. καὶ ἐνταφιάσθηκε πλησίον τοῦ ἀνωτέρου ναοῦ σὲ μνημεῖο, τὸ ὁποῖο κατὰ τὴν παράδοση εἶχε ὁ ἴδιος ἑτοιμάσει.
Ἡ μνήμη τοῦ Ἁγίου Δονάτου τιμᾶται ἰδιαίτερα στὴ Θεσπρωτία, τὴν Πρέβεζα καὶ τὰ Ἰωάννινα.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Εὐροίας ποιμένα σε, καὶ τῆς Ἠπείρου πυρσόν, ἡ χάρις ἀνέδειξεν, ὡς Ἱεράρχην σοφόν, Δονᾶτε μακάριε· θαύμασι γὰρ ἐκλάμψας, καὶ λαμπρότητι βίου, νέμεις τοῖς σὲ τιμῶσι, πᾶσαν ἔνθεον δόσιν· διὸ τῇ προστασίᾳ σου, Πάτερ προστρέχομεν.

 

Κοντάκιον. Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Ἑορτάζει σήμερον, Παραμυθίας ἡ πόλις, σὺν αὐτῇ δὲ ἅπασα, ἡ κληρουχία σου Πάτερ, μνήμην σου, τὴν παναγίαν καὶ φωτοφόρον· ἔχει γάρ, τὴν προστασίαν του τεῖχος μέγα· διὰ τοῦτο καὶ βοᾷ σοι· χαίροις Ἠπείρου, Δονᾶτε καύχημα.

 

Μεγαλυνάριον.
Χαίροις τῆς Εὐροίας θεῖος ποιμήν, καὶ Παραμυθίας, πολιοῦχος καὶ ἀρωγός· χαίροις Θεσπρωτίας, τὸ κλέος Ἱεράρχα, καὶ τῆς Ἠπείρου πάσης, Δονᾶτε καύχημα.

Ὁ Ἅγιος Λαυρέντιος ὁ Ἱερομάρτυρας καὶ οἱ σὺν αὐτῷ μαρτυρήσαντες

Ὁ Ἅγιος Ἱερομάρτυρας Λαυρέντιος καταγόταν ἀπὸ τὴν Ἱσπανία ἢ τὴ Γαλλία καὶ ἦταν ὑπὸ τὴν πνευματικὴ καθοδήγηση τοῦ Ἁγίου Γαυδεντίου, Ἐπισκόπου τῆς πόλεως Νοβάρα († 22 Ἰανουαρίου).
Μαρτύρησε, τὸ ἔτος 397 μ.Χ., μαζὶ μὲ μία ὁμάδα Χριστιανῶν παίδων, ποὺ κατηχοῦσε.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ἅγιος Ἐρκονγουάλδος Ἐπίσκοπος Λονδίνου

Ὁ Ἅγιος Ἐρκονγουάλδος ἦταν Ἀγγλοσάξονας καὶ καταγόταν ἀπὸ εὐγενὴ οἰκογένεια. Ἀποσύρθηκε ἀπὸ τὸν ἐγκόσμιο βίο καὶ ἔγινε μοναχός. Ἵδρυσε δυὸ μεγάλες μονές. Στὴν πρώτη, ποὺ ἦταν γυναικεία, ἐγκατέστησε ὡς ἡγούμενη ἡ ἀδελφή του Ἁγία Ἐδιλμπούργκα († 7 Ἰουλίου). Ἡ ἀνδρικὴ μονὴ ἔκειτο στὴν περιοχὴ τοῦ Τσέρτσεϊ, πλησίον τοῦ ποταμοῦ Τάμεση.

Τὸ ἔτος 675 μ.Χ. ὑποχρεώθηκε ἀπὸ τὸν Ἅγιο Θεόδωρο Ταρσοῦ, Ἀρχιεπίσκοπο Καντουαρίας, νὰ ἀφήσει τὴν προσφιλή του ἡσυχία καὶ νὰ χειροτονηθεῖ Ἐπίσκοπος Λονδίνου. Ἐξασφάλισε πολλὰ προνόμια γιὰ τὸν καθεδρικὸ ναὸ τοῦ Ἁγίου Παύλου, ὁ ὁποῖος, ὡς λέγεται, χτίσθηκε ἐπὶ θεμελίων παλαιοῦ εἰδωλολατρικοῦ ναοῦ τῆς Ἀρτέμιδος.
Ὁ Ἅγιος Ἐρκονγουάλδος ἀρχιεράτευσε ἐπὶ ἕντεκα χρόνια καὶ κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 686 μ.Χ., ἀφήνοντας ὄνομα καλοῦ ποιμένα καὶ μεγάλη φήμη ἁγιότητος.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Εὕρεσις Τιμίων Λειψάνων Ἁγίου Βασιλέως τοῦ Ἱερομάρτυρος 

Ὁ Ἅγιος Βασιλέας ὁ Ἱερομάρτυρας ἦταν Ἐπίσκοπος Ἀμασείας καὶ ἡ μνήμη του τιμᾶται στὶς 26 Ἀπριλίου ὅπου καὶ ὁ βίος του.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ὅσιος Κλήμης ὁ Ὁμολογητής ὁ Ὑμνογράφος 

Ὁ Ὅσιος Κλήμης, ὁ Ὑμνογράφος, ἔζησε μεταξὺ τοῦ 8ου καὶ 9ου αἰῶνος μ.Χ. καὶ ἦταν μοναχὸς στὴ μονὴ Στουδίου, ὑπὸ τὴν πνευματικὴ καθοδήγηση τοῦ Ὁσίου Θεοδώρου στοῦ Στουδίτου († 11 Νοεμβρίου), τὸν ὁποῖο καὶ διαδέχθηκε στὴν ἡγουμενία.

Ὑπῆρξε ἀπὸ τοὺς ἔνθερμους ὑποστηρικτὲς τῆς προσκυνήσεως τῶν ἱερῶν εἰκόνων καὶ ὑπέστη διωγμοὺς καὶ ἐξορίες. Γι’ αὐτὸ καὶ πέθανε στὴν ἐξορία, ὡς Ὁμολογητής.
Ὁ Ὅσιος Κλήμης συνέθεσε πολλοὺς Κανόνες καὶ ἄλλα ἐκκλησιαστικὰ τροπάρια. Ἀπὸ τοὺς Κανόνες αὐτοῦ, παρελήφθησαν στὰ Μηναῖα, ὁ Κανόνας στὸν Προφήτη Μωυσέα († 4 Σεπτεμβρίου), ὁ Κανόνας στοὺς Ἀρχαγγέλους († 8 Νοεμβρίου), ὁ Κανόνας στὸν Ὅσιο Ἰωάννη τῆς Κλίμακος († 30 Μαρτίου), ὁ Κανόνας στοὺς Ἁγίους Ἑπτὰ Παῖδες τοὺς ἐν Ἐφέσῳ († 4 Αὐγούστου) καὶ ὁ Κανόνας στὴ Θεοτόκο.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ἅγιος Σίμων Μητροπολίτης Μόσχας

Ὁ Ἅγιος Σίμων ἦταν μοναχὸς στὴ μονὴ τῆς Ἁγίας Τριάδος τοῦ Ὁσίου Σεργίου καὶ τὸν Σεπτέμβριο τοῦ ἔτους 1495 ἐξελέγη Μητροπολίτης Μόσχας, κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 1511 καὶ ἐνταφιάσθηκε στὸ ναὸ τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου τοῦ Κρεμλίνου.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ἅγιος Ἰγνάτιος Ἐπίσκοπος Σταυρουπόλεως

Ὁ Ἅγιος Ἰγνάτιος (Μπριαντσιανίνωφ) γεννήθηκε τὸ ἔτος 1807 μ.Χ. στὴν κωμόπολη Ποκρὸφσκ τῆς ἐπαρχίας Βολογκντὰ τῆς Ρωσίας ἀπὸ οἰκογένεια εὐγενῶν. Τὸ κατὰ κόσμον ὄνομά του ἦταν Δημήτριος. Ὁ τόπος ὅπου μεγάλωσε ὁ Ἅγιος ἦταν γεμάτος ἀπὸ μονὲς καὶ σκῆτες καὶ γι’ αὐτὸ τὸν λόγο ὀνομαζόταν «Θηβαΐδα τῆς Ρωσίας». Τὸ πνευματικὸ αὐτὸ περιβάλλον ἐπέδρασε πολὺ στὴ διαμόρφωση τῆς προσωπικότητας τοῦ Ἁγίου καὶ στὴν καλλιέργεια τῆς εὐσέβειάς του.

Ὁ πατέρας του τὸν ἔγραψε στὴν αὐτοκρατορικὴ σχολὴ πολέμου στὴν Ἁγία Πετρούπολη. Παρὰ τὴν πρόοδό του στὴ σχολή, ἐκεῖνος ἐπιθυμοῦσε νὰ γίνει μοναχὸς καὶ νὰ ἀκολουθήσει τὸ δρόμο τῆς μοναχικῆς πολιτείας. Ἀφορμὴ γι’ αὐτὸ ἔδωσε μία σοβαρὴ ἀσθένειά του τὸ ἔτος 1827, ὅταν ὁ Ἅγιος ἦταν εἴκοσι ἐτῶν, ποὺ τὸν ἔκανε νὰ παραιτηθεῖ ἀπὸ τὴν σχολὴ παρὰ τὶς ἀντιρρήσεις τῶν ἀξιωματικῶν. Ἀμέσως ἐγκαταβιώνει στὴ μονὴ τοῦ Ἁγίου Ἀλεξάνδρου τοῦ Σβὶρ στὴν Πετρούπολη. Ἐκεῖ συνδέεται πνευματικὰ μὲ τὸν Στάρετς Λεωνίδα, τῆς Ὄπτινα ὁ ὁποῖος διέμενε ἐκεῖνο τὸν καιρὸ στὴ μονή. Στὴν συνέχεια πῆγε στὴ μονὴ τοῦ Ἁγίου Κυρίλλου Πετρουπόλεως, ὅπου γνώρισε τὸν Στάρετς Θεοφάνη. Ἐκεῖ ἔμεινε τέσσερα ἀκόμη χρόνια, γιὰ νὰ καταλήξει κοντὰ στὸν γέροντά του Λεωνίδα στὴ μονὴ τῆς Ὄπτινα.

Κείρεται μοναχὸς τὸ 1831 μ.Χ. καὶ ὀνομάζεται Ἰγνάτιος. Λίγο καιρὸ ἀργότερα χειροτονεῖται διάκονος καὶ πρεσβύτερος. Ὁ Ἅγιος ἀρχίζει τὸν ἔντονο πνευματικὸ ἀγώνα. Σὲ αὐτὸν ἀναφέρεται σχετικὰ ὁ γέρων Σωφρόνιος, ποὺ γράφει: «Ἡ χριστιανικὴ τελειότητα ἔγκειται στὴν ἐσωτερικὴ (ἐγκάρδια) καθαρότητα, χάρη στὴν ὁποία ἐμφανίζεται ὁ Θεὸς νὰ ἀποκαλύπτει τὴ διαμονή Του μέσα στὴν καρδιά, μὲ πολλὰ καὶ ποικίλα χαρίσματα τοῦ Πνεύματος. Ἐκεῖνος ποὺ ἀπέκτησε τὴν τελειότητα αὐτὴ γίνεται φορεὺς φωτός, ἐκπληρώνοντας τὴν ἐντολὴ τῆς ἀγάπης πρὸς τὸν πλησίον ὄχι μὲ σωματικὴ ὑπηρεσία, ἀλλὰ μὲ τὴ διακονία τοῦ Πνεύματος, καθοδηγώντας τοὺς σωζομένους, ἐγείροντας αὐτοὺς ἀπὸ τὴν πτώση, θεραπεύοντας τὶς ψυχικὲς τους πληγές. Ὁ χορὸς τῶν μοναχῶν ἔδωσε στὴν Ἐκκλησία Ποιμένες, οἱ ὁποῖοι ὄχι μὲ ἐπιτηδευμένους λόγους ἀνθρώπινης σοφίας ἀλλὰ μὲ τοὺς λόγους τοῦ Πνεύματος, ποὺ ἐπικυρώνονταν μὲ θαύματα, ποίμαναν καὶ στερέωναν τὴν Ἐκκλησία.

Ἰδού, γιατί ἡ Ἐκκλησία μετὰ τὴν περίοδο τῶν Μαρτύρων ἐπεκτάθηκε στὴν ἔρημο. Ἐκεῖ βρίσκεται ἡ τελειότητα τῆς Ἐκκλησίας, ἡ πηγὴ τοῦ φωτός της καὶ ἡ κύρια δύναμη τῆς στρατευόμενης Ἐκκλησίας».

Μὲ ἐντολὴ τοῦ τσάρου Νικολάου καλεῖται στὴν Ἁγία Πετρούπολη καὶ ἀναλαμβάνει ἡγούμενος τῆς μονῆς τοῦ Ἁγίου Σεργίου. Προηγουμένως ὅμως, παραιτεῖται ἀπὸ ὅλα τὰ ἀξιώματα ποὺ εἶχε στὴν Ἐκκλησία καὶ ἀποσύρεται στὴν ἡσυχία τῆς μονῆς τῆς Ὄπτινα. Στὸ μεταξὺ ἡ Ἐκκλησία τὸν καλεῖ νὰ τὴν διακονήσει ὡς Ἐπίσκοπος Σταυρουπόλεως, Καυκάσου καὶ Εὐξείνου Πόντου. Ἡ πνευματική του δραστηριότητα δὲν σταματᾶ. Κατὰ ἐκείνη τὴν περίοδο θὰ γράψει καὶ τὸ περίφημο ἔργο του «Προσφορὰ εἰς τὸν σύγχρονον μοναχισμόν», στὸ ὁποῖο ἀποτυπώνεται ἡ ἁγιότητα τῆς ὑπάρξεώς του.

Λόγοι ἀσθενείας τὸν ἀναγκάζουν νὰ παραιτηθεῖ ἀπὸ τὸν ἐπισκοπικὸ θρόνο. Ἔτσι, ἀποσύρεται στὴ μονὴ τοῦ Ἁγίου Νικολάου στὸ Μπαμπάεβο.
Ὁ Ἅγιος Ἰγνάτιος, ἀφοῦ ἔζησε ἐκεῖ ὡς ἁπλὸς μοναχός, κοιμήθηκε ὁσίως μὲ εἰρήνη, τὸ ἔτος 1867, σὲ ἡλικία ἑξήντα ἐτῶν.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ἀνακομιδὴ Τιμίων Λειψάνων Ἁγίου Νικήτα Ἀρχιεπισκόπου Νόβγκοροντ

Τὴν μνήμη τοῦ Ἁγίου Νικήτα Ἀρχιεπισκόπου Νόβγκοροντ τιμᾶται ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία στὶς 31 Ἰανουαρίου.
Τὰ ἱερὰ λείψανα τοῦ Ἁγίου Νικήτα, ἀνεκομίσθηκαν τὸ ἔτος 1558.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ἀνακομιδὴ Τιμίων Λειψάνων Ἁγίας Ἀργυρῆς τῆς Νεομάρτυρος

Ἡ μνήμη τῆς Ἁγίας Ἀργυρῆς τῆς Νεομάρτυρος, τιμᾶται ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία στὶς 5 Ἀπριλίου ὅπου καὶ ὁ βίος της.

Στὶς 30 Ἀπριλίου 1725 ἐτελεῖται ἡ ἀνακομιδὴ τῶν λειψάνων της, ἐπειδὴ ζήτησε τοῦτο πολὺς κόσμος ποὺ ἐγνώριζε τὰ βάσανα ποὺ ὑπέφερε ἐπὶ τόσα χρόνια ἡ Ἀργυρή. Κατὰ τὴν ἀνακομιδή, τὴ βρῆκαν ὁλόσωμη νὰ εὐωδιάζει. Ἀμέσως εἰδοποίησαν τὸν Πατριάρχη Παΐσιο, ὁ ὁποῖος ἀφοῦ ἐρεύνησε αὐτοπροσώπως καὶ εἶδε μὲ τὰ μάτια του τὸ θαῦμα, ἐλειτούργησε μὲ ὅλη τὴν Ἱερὰ Σύνοδο καὶ διέταξε νὰ θέσουν τὸ ἅγιο λείψανό της σὲ ἰδιαίτερη λάρνακα.
Ἰδοὺ τί γράφει καὶ ὁ Πατριάρχης: «Ὢ, τῶν θαυμασίων σου Χριστέ. Ἀφοῦ ἀνοίξαμεν τὸν τάφον εἶδα νὰ μένει σῶο καὶ ἄφθορο τὸ ἅγιο αὐτῆς σκῆνος, νὰ ἀναβλύζει δὲ θαυμασίαν εὐωδίαν καὶ νὰ κάνει σὲ ὅλους θαύματα».

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Θείας πίστεως, ἀντεχομένη, πολυχρόνιον, ἤνυσας ἆθλον, Νεομάρτυς Ἀργυρῆ ἀξιάγαστε· καὶ τὸν Χριστὸν τοῖς σοῖς πόνοις δοξάσασα, ἐμεγαλύνθης ἐνθέοις χαρίσμασιν· ὅθεν πρέσβευε, δοθῆναι τοῖς σὲ γεραίρουσι, πταισμάτων ἱλασμὸν καὶ μέγα ἔλεος.

 

Κοντάκιον. Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Πτερωθεῖσα πάνσεμνε, τῆς εὐσεβείας τῷ πόθῳ, ἀνδρικῶς ἐνήθλησας, ὑπὲρ Χριστοῦ τοῦ Σωτῆρος· ὅθεν σε, ὁ σὸς Νυμφίος λαμπρῶς δοξάσας, ἄφθαρτον, ἡμῖν ἀνέδειξε τὸ σὸν σῶμα, Ἀργυρῆ Μεγαλομάρτυς, πᾶσι πηγάζον χάριν ἀέναον.

 

Μεγαλυνάριον.
Ἤθλησας νομίμως ὑπὲρ Χριστοῦ, Ἀργυρῆ θεόφρον, καὶ δεδόξασαι θαυμαστῶς· ὅθεν σου τὸ σῶμα, τὸ τίμιον πλουτοῦντες, ἐκ τούτου θείαν χάριν πιστῶς καρπούμεθα.

Ἡ Κυριακή του Παραλύτου ἀντλεῖ τὸ θέμα της ἀπὸ τὴν εὐαγγελικὴ περικοπῆ, ποὺ ἀναγινώσκεται στὴν θεία λειτουργία. Αὐτὴ περιλαμβάνει τὴν διήγηση τῆς ἰάσεως τοῦ παραλυτικοῦ στὴν Προβατικὴ κολυμβήθρα, τὴν Βηθεσδά, στὰ Ἱεροσόλυμα (Ἰω. 5, 1-15). Τὸ δράμα τοῦ ἐπὶ 38 ἔτη παραλύτου συγκινεῖ τὸν Κύριο καὶ τὸν θεραπεύει. Ὁ Χριστὸς παρουσιάζεται σὰν ἰατρὸς ψυχῶν καὶ σωμάτων. Τὸν παράλυτο δὲν τὸν θεραπεύει ἡ κολυμβήθρα, ἀλλὰ ὁ πανσθενουργὸς λόγος τοῦ Κυρίου. 

Κατὰ Ἰωάννην Ε’, 1 – 15 

Ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς θεραπεύει τὸν ἀσθενῆ τῆς δεξαμενῆς Βηθεσδ 

1 Μετὰ ταῦτα ἦν ἡ ἑορτὴ τῶν Ἰουδαίων, καὶ ἀνέβη ὁ Ἰησοῦς εἰς Ἱεροσόλυμα.

2 Ἔστι δὲ ἐν τοῖς Ἱεροσολύμοις ἐπὶ τῇ προβατικῇ κολυμβήθρᾳ, ἡ ἐπιλεγομένη ἑβραϊστὶ Βηθεσδά, πέντε στοὰς ἔχουσα.

3 Ἐν ταύταις κατέκειτο πλῆθος πολὺ τῶν ἀσθενούντων, τυφλῶν, χωλῶν, ξηρῶν, ἐκδεχομένων τὴν τοῦ ὕδατος κίνησιν.

4 Ἄγγελος γὰρ κατὰ καιρὸν κατέβαινεν ἐν τῇ κολυμβήθρᾳ, καὶ ἐταράσσετο τὸ ὕδωρ· ὁ οὖν πρῶτος ἐμβὰς μετὰ τὴν ταραχὴν τοῦ ὕδατος ὑγιὴς ἐγίνετο ᾧ δήποτε κατείχετο νοσήματι.

5 ἦν δέ τις ἄνθρωπος ἐκεῖ τριάκοντα καὶ ὀκτὼ ἔτη ἔχων ἐν τῇ ἀσθενείᾳ αὐτοῦ.

6 τοῦτον ἰδὼν ὁ Ἰησοῦς κατακείμενον, καὶ γνοὺς ὅτι πολὺν ἤδη χρόνον ἔχει, λέγει αὐτῷ· θέλεις ὑγιὴς γενέσθαι;

7 Ἀπεκρίθη αὐτῷ ὁ ἀσθενῶν· Κύριε, ἄνθρωπον οὐκ ἔχω, ἵνα ὅταν ταραχθῇ τὸ ὕδωρ, βάλῃ με εἰς τὴν κολυμβήθραν· ἐν ᾧ δὲ ἔρχομαι ἐγώ, ἄλλος πρὸ ἐμοῦ καταβαίνει.

8 Λέγει αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· ἔγειρε, ἆρον τὸν κράβαττόν σου καὶ περιπάτει.

9 Καὶ εὐθέως ἐγένετο ὑγιὴς ὁ ἄνθρωπος, καὶ ἦρε τὸν κράβαττον αὐτοῦ καὶ περιεπάτει. Ἦν δὲ σάββατον ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ.

10 Ἔλεγον οὖν οἱ Ἰουδαῖοι τῷ τεθεραπευμένῳ· σάββατόν ἐστιν· οὐκ ἔξεστί σοι ἆραι τὸν κράβαττον.

11 Ἀπεκρίθη αὐτοῖς· ὁ ποιήσας με ὑγιῆ, ἐκεῖνός μοι εἶπεν· ἆρον τὸν κράβαττόν σου καὶ περιπάτει.

12 Ἠρώτησαν οὖν αὐτόν· τίς ἐστιν ὁ ἄνθρωπος ὁ εἰπών σοι, ἆρον τὸν κράβαττόν σου καὶ περιπάτει;

13 Ὁ δὲ ἰαθεὶς οὐκ ᾔδει τίς ἐστιν· ὁ γὰρ Ἰησοῦς ἐξένευσεν ὄχλου ὄντος ἐν τῷ τόπῳ.

14 Μετὰ ταῦτα εὑρίσκει αὐτὸν ὁ Ἰησοῦς ἐν τῷ ἱερῷ καὶ εἶπεν αὐτῷ· ἴδε ὑγιὴς γέγονας· μηκέτι ἁμάρτανε, ἵνα μὴ χεῖρόν σοί τι γένηται.

15 Ἀπῆλθεν ὁ ἄνθρωπος καὶ ἀνήγγειλε τοῖς Ἰουδαίοις ὅτι Ἰησοῦς ἐστιν ὁ ποιήσας αὐτὸν ὑγιῆ.

 

Ἀπόδοση στὴ Νεοελληνική

 

1 Ὕστερα ἀπὸ αὐτὰ ἦτο ἑορτὴ τῶν Ἰουδαίων καὶ ἀνέβηκε ὁ Ἰησοῦς εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα.

2 Ὑπάρχει δὲ εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα κοντὰ εἰς τὴν πύλην τῶν Προβάτων μία δεξαμενή, ἡ ὁποία ὀνομάζεται Ἑβραϊστὶ Βηθεσδὰ καὶ ἡ ὁποία ἔχει πέντε στοές.

3 [Σ’ αὐτὲς ἤτανε ξαπλωμένος μεγάλος ἀριθμὸς ἀσθενῶν, τυφλῶν, χωλῶν, παραλυτικῶν, οἱ ὁποῖοι περίμεναν νὰ κινηθῇ τὸ νερό.

4 Διότι ἕνας ἄγγελος κατέβαινε πότε – πότε εἰς τὴν δεξαμενὴν καὶ ἐτάρασσε τὸ νερό. Ἐκεῖνος λοιπὸν ποὺ ἔμπαινε πρῶτος, μετὰ τὴν ταραχὴν τοῦ νεροῦ, ἐθεραπεύετο ἀπὸ οἱονδήποτε νόσημα καὶ ἂν ὑπέφερε.]

5 Ὑπῆρχε ἐκεῖ ἕνας, ὁ ὁποῖος ἐπὶ τριάντα ὀκτὼ χρόνια ἤτανε ἄρρωστος.

6 Ὅταν ὁ Ἰησοῦς τὸν εἶδε κατάκοιτον καὶ κατάλαβε ὅτι εἶχε ἤδη πολὺν χρόνον ἐκεῖ, τοῦ λέγει, «Θέλεις νὰ γίνῃς ὑγιής;».

7 Ἐπεκρίθη εἰς αὐτὸν ὁ ἀσθενής, «Κύριε, δὲν ἔχω ἄνθρωπον νὰ μὲ βάλῃ εἰς τὴν δεξαμενήν. Ὅταν τὸ νερὸ ταραχθῇ, καὶ ἐνῶ ἔρχομαι κατεβαίνει ἄλλος πρὶν ἀπὸ ἐμέ».

8 Ὁ Ἰησοῦς τοῦ λέγει, «Σήκω ἐπάνω, σήκωσε τὸ κρεββάτι σου καὶ περπάτησε».

9 Καὶ ἀμέσως ἔγινε ὑγιὴς ὁ ἄνθρωπος καὶ ἐσήκωσε τὸ κρεββάτι του καὶ περπατοῦσε. Ἡ ἡμέρα ἐκείνη ἦτο Σάββατον.

10 Γι’ αὐτὸ ἔλεγαν οἱ Ἰουδαῖοι εἰς τὸν θεραπευθέντα, «Εἶναι Σάββατον, δὲν σοῦ ἐπιτρέπεται νὰ σηκώσῃς τὸ κρεββάτι σου».

11 Αὐτὸς τοὺς ἀπεκρίθη, «Εκεῖνος ποὺ μὲ ἔκανε ὑγιῆ ἐκεῖνος μοῦ εἶπε, «Σήκωσε τὸ κρεββάτι σου καὶ περπάτησε».

12 Τότε τὸν ρώτησαν, «Ποιός εἶναι ὁ ἄνθρωπος ποὺ σοῦ εἶπε, «Σήκωσε τὸ κρεββάτι σου καὶ περπάτησε;»

13 Αλλ’ ὁ θεραπευθεὶς δὲν ἤξερε ποιός εἶναι, διότι ὑπῆρχε πολὺς κόσμος εἰς τὸ μέρος ἐκεῖνο καὶ ὁ Ἰησοῦς ἐξέφυγε.

14 Ὕστερα τὸν εὑρῆκε ὁ Ἰησοῦς εἰς τὸν ναὸν καὶ τοῦ εἶπε, «Ἰδές, ἔγινες ὑγιής, μὴ ἁμαρτάνῃς πλέον, διὰ νὰ μὴ σοῦ συμβῇ κάτι χειρότερον».
15 Ἔφυγε ὁ ἄνθρωπος καὶ εἶπε εἰς τοὺς Ἰουδαίους ὅτι ὁ Ἰησοῦς εἶναι αὐτὸς ποὺ τὸν ἔκανε ὑγιῆ.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’.
Εὐφραινέσθω τὰ οὐράνια, ἀγαλλιάσθω τὰ ἐπίγεια, ὅτι ἐποίησε κράτος ἐν βραχιόνι αὐτοῦ ὁ Κύριος· ἐπάτησε τῷ θανάτῳ τὸν θάνατον· πρωτότοκος τῶν νεκρῶν ἐγένετο, ἐκ κοιλίας ᾍδου ἐρρύσατο ἡμᾶς, καὶ παρέσχε τῷ κόσμῳ τὸ μέγα ἔλεος.

 

Κοντάκιον. Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Τὴν ψυχήν μου Κύριε, ἐν ἁμαρτίαις παντοίας, καὶ ἀτόποις πράξεσι, δεινῶς παραλελυμένην, ἔγειρον, τῇ θεϊκῇ σου ἐπιστασίᾳ, ὥσπερ, καὶ τὸν παράλυτον ἤγειρας πάλαι, ἵνα κράζω σεσωσμένος· Οἰκτίρμον δόξα, Χριστὲ τῷ κράτει σου.

 

Μεγαλυνάριον.
Λόγῳ σου Σωτήρ μου ζωοποιῷ, ἤγειρας ἐκ κλίνης, τὸν Παράλυτον ὡς Θεός, κείμενον χρονίως παρὰ τὴν κολυμβήθραν, τοῦ Σιλωὰμ ὃς ἄρας, τὴν κλίνην ᾤχετο.

Οι Ἁγίοι Ιάσονας και Σωσίπατρος οι Απόστολοι

Οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι Ἰάσων καὶ Σωσίπατρος ἀνήκουν στὴ χορεία τῶν Ἀποστόλων τοῦ Κυρίου καὶ κατάγονταν ὁ μὲν Ἰάσων ἀπὸ τὴν Ταρσὸ ἢ τὴν Θεσσαλονίκη, κατὰ τὸ παλαιὸ χειρόγραφο, ὅπως σημειώνει ὁ Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης, ὁ δὲ Σωσίπατρος ἀπὸ τὴν Ἀχαΐα.

Τὸ ὄνομα τοῦ Ἰάσων ἀπαντᾶ σὲ δύο ἀπὸ τὰ βιβλία τῆς Καινῆς Διαθήκης. Στὶς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων καὶ στὴν πρὸς Ρωμαίους Ἐπιστολὴ τοῦ Παύλου.

Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, μετὰ τοὺς Φιλίππους, ἦλθε στὴν Θεσσαλονίκη, ὅπου δίδαξε ἐπὶ τρεῖς ἑβδομάδες. Ἡ διδασκαλία του ἐπέσυρε τὸ μίσος τῶν Ἰουδαίων, οἱ ὁποῖοι στράφηκαν ἐναντίον του, παρακινώντας καὶ τοὺς ἀγοραίους τῆς πόλεως. Ἐπειδὴ φιλοξενοῦνταν στὸ σπίτι τοῦ Ἰάσονος, οἱ Ἰουδαῖοι τὸν ἀναζήτησαν ἐκεῖ. Δὲν τὸν βρῆκαν ὅμως, γι’ αὐτὸ ἔσυραν τὸν Ἰάσονα καὶ τοὺς ἄλλους ἀδελφοὺς στοὺς πολιτάρχες, δηλαδὴ στοὺς δημοτικοὺς ἄρχοντες. Στὴν ἀφήγηση αὐτὴ τῶν Πράξεων τῶν Ἀποστόλων ἀναφέρεται γιὰ πρώτη φορὰ τὸ ὄνομα τοῦ Ἰάσονα. Στὴν πρὸς Ρωμαίους Ἐπιστολὴ ὁ Παῦλος ἀναφέρει τὸν Ἰάσονα μὲ ἐκείνους ποὺ ἀπηύθυναν χαιρετισμοὺς στοὺς παραλῆπτες τῆς Ἐπιστολῆς.

Ἀπὸ τὴν Ἁγία Γραφή, ἀπὸ τὴν ὁποία ἔχουμε τὶς πρῶτες πληροφορίες καὶ συγκεκριμένα στὴν πρὸς Ρωμαίους Ἐπιστολή, ὁ Ἰάσων καὶ ὁ Σωσίπατρος χαρακτηρίζονται «συγγενεῖς» τοῦ Ἀποστόλου Παύλου. Ὁ χαρακτηρισμὸς αὐτὸς δημιούργησε ὁρισμένα ἐρωτήματα. Κατὰ πᾶσα πιθανότητα σημαίνει ὅτι ὁ Παῦλος καὶ ὁ Ἰάσων ἦταν ὁμότεχνοι, πάντως ὄχι συγγενεῖς ἐξ αἵματος. Ἐν τούτοις, ὅπως δέχονται οἱ ἐρευνητές, ὁ ἀναφερόμενος στὶς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων καὶ στὴν Ἐπιστολὴ εἶναι ἕνα καὶ τὸ αὐτὸ πρόσωπο. «Τούτου τοῦ Ἰάσονος», λέγει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος, «καὶ Λουκᾶς μέμνηται. Οὐ γὰρ ἁπλῶς συγγενῆν μέμνηται, εἰ μὴ καὶ τὴν εὐσέβειαν εἶεν ἑοικότως αὐτῷ». Μὲ τὸ ἴδιο πνεῦμα ὁμιλεῖ καὶ ὁ Θεοφύλακτος: «Εἰ μὴ γὰρ τοιοῦτοι ἦσαν, οὐκ ἂν αὐτῶν ἐμνήσθη». Στὸ ἴδιο συμπέρασμα καταλήγουν ὁ Θεοδώρητος Κύρου, ὁ Οἰκουμένιος καὶ ὅλοι οἱ νεότεροι ἑρμηνευτές· δέχονται δηλαδὴ ταυτισμὸ τοῦ Ἰάσονος τῶν Πράξεων καὶ τῆς Ἐπιστολῆς.

Ὁ Ἰάσων φαίνεται ὅτι διατηροῦσε μικρὸ ἐργαστήριο ὑφαντουργίας, στὸ ὁποῖο ὁ Παῦλος βρῆκε ἐργασία. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ὁ συνεργάτης τοῦ Ἀποστόλου ἦταν ἐγκατεστημένος στὴ Θεσσαλονίκη καὶ ἴσως μονίμως. Τὸ Μηναῖον τῆς Ἐκκλησίας φέρει τὸν Ἰάσονα Ταρσέα ὡς πρὸς τὴν καταγωγή. «Τούτων ὁ μὲν Ἰάσων Ταρσεὺς ἦν, ὃς καὶ πρῶτος ἐκεῖθεν ζωγρεῖται πρὸς τὴν εὐσέβειαν». Ἴσως ἡ ἄποψη αὐτὴ σχηματίσθηκε ἀπὸ τὴν φράση τοῦ Παύλου «οἱ συγγενεῖς μου» καὶ κυρίως ἀπὸ παρερμηνεία σχετικῆς φράσεως τῶν λεγομένων «Πράξεων τῶν Ἁγίων», ἔργο κατὰ πᾶσα πιθανότητα τοῦ 9ου αἰῶνος μ.Χ. Οἱ «Πράξεις τῶν Ἁγίων» ἀναφέρουν ὅτι ὁ Ἰάσων καταστάθηκε ἀπὸ τὸν Παῦλο, Ἐπίσκοπος Ταρσοῦ. «Ἐξ ἀρχῆς», λέγει τὸ κείμενο τῶν «Πράξεων τῶν Ἁγίων»«ὁμοῦ Ἰάσων τῆς Ταρσοῦ μητρόπολιν κυβερνῶν ἐμπεπίστευτο παρὰ Παύλου ὡς οἰκείαν πατρίδα». Ἀλλὰ τὸ «οἰκείαν πατρίδα» δὲν ἀναφέρεται στὸν Ἰάσονα, ἀλλὰ στὸν Ταρσέα Παῦλο, ποὺ ἐμπιστεύθηκε τὴν πατρίδα του στὸν Ἰάσονα. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἀκόμη ὁ Ἰάσων καταγόταν ἀπὸ τὴν Ταρσό, δὲν θὰ ἦταν Χριστιανὸς πρὶν ἀπὸ τὴν ἐγκατάστασή του στὴ Θεσσαλονίκη. Τοῦτο εἶναι εὔκολο νὰ τὸ ἰσχυρισθοῦμε, διότι ἐὰν εἶχε γνωρίσει τὴν χριστιανικὴ πίστη στὴν Ταρσό, βρισκόμενος στὴν Θεσσαλονίκη ἔπρεπε τουλάχιστον νὰ εἶχε προλειάνει τὸ ἔδαφος. Τὸ μόνο βέβαιο εἶναι ὅτι ὁ Ἰάσων ζοῦσε στὴν Θεσσαλονίκη καὶ ὅτι ἔγινε μαθητὴς τοῦ Ἀποστόλου Παύλου.

Ἡ γνώμη τοῦ Holzner ὅτι ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ἦλθε ἀπὸ τοὺς Φιλίππους στὴ Θεσσαλονίκη κομίζοντας Ἐπιστολὲς πρὸς τὸν Ἰάσονα, συνηγορεῖ ὑπὲρ τῆς ἀπόψεως ἐκείνης ὅτι ὁ Παῦλος δὲν γνώριζε τὸν Ἰάσονα καὶ ὅτι ὁ Ἰάσων γνώρισε τὸν Χριστιανισμὸ ἀπὸ τὸν Παῦλο. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος στὰ πρῶτα χρόνια τῆς ἱεραποστολικῆς δράσεώς του, ἐπισκεπτόταν καταρχὴν τοὺς Ἰουδαίους καὶ ἔπειτα ἀπευθυνόταν στοὺς Ἐθνικούς. Ἔτσι καὶ στὴ Θεσσαλονίκη, ὅπως εἶναι γνωστό, πρῶτα ἐπισκέφθηκε τὴ συναγωγή, ὅπου καὶ μίλησε. Πολλοὶ ἀπὸ τοὺς ἑρμηνευτὲς ἰσχυρίζονται ὅτι ὁ Ἰάσων ἦταν Ἰουδαῖος. Τὸ ὄνομα Ἰάσων ἦταν συνηθισμένο στοὺς Ἕλληνες, τὸ ἔπαιρναν ὅμως καὶ πολλοὶ Ἑλληνιστὲς Ἰουδαῖοι. Ἡ πληροφορία τοῦ Δωροθέου Τύρου, ὅτι ὁ Ἰάσων ἦταν ἕνας ἀπὸ τοὺς Ἑβδομήκοντα Μαθητὲς τοῦ Κυρίου ἔχει ἀποκρουσθεῖ.

Ἡ δράση τοῦ Ἰάσονος, ἀρχίζει ἀμέσως μετὰ τὴν μεταστροφή του στὸν Χριστό. Φιλοξενεῖ τὸν Παῦλο στὸ σπίτι του, προσφέρει στὸν δάσκαλο καὶ στοὺς πρώτους Χριστιανοὺς τὴ βοήθειά του, διαθέτει τὸ ἴδιο του τὸ σπίτι γιὰ τὶς συνάξεις καὶ ὑφίσταται διώξεις χάρη τοῦ Εὐαγγελίου. Ἡ ἀναζήτηση τοῦ Παύλου ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους καὶ ἡ σύλληψη τοῦ Ἰάσονος στὴ Θεσσαλονίκη ἦταν πράξη ἀνεύθυνη. Ἂν πράγματι οἱ κατηγορίες ὅτι ἐνεργοῦσε κατὰ τοῦ Καίσαρος ἦταν ἐπιβεβαιωμένες, τότε ἔπρεπε νὰ γίνει ἔρευνα ὄχι ἀπὸ τὸν ὄχλο, ἀλλὰ ἀπὸ τὶς ἀρχές. Οἱ πολιτάρχες, ὕστερα ἀπὸ ἐξέταση στὴν ὁποία ὑπέβαλαν τὸν Ἰάσονα καὶ τοὺς ἀδελφούς, τοὺς ἄφησαν ἐλεύθερους καὶ τοὺς διαβεβαίωσαν ὅτι δὲν ἐπρόκειτο νὰ ἐνοχληθοῦν. Παρ’ ὅλα αὐτά, ἡ θέση τοῦ Ἰάσονος δὲν ἔπαυσε νὰ εἶναι ἐπισφαλής.

Ὅλα αὐτὰ ἀποτελοῦν προοίμιο ἄλλων διώξεων ποὺ ἐπρόκειτο νὰ ὑποστεῖ ὁ Ἰάσων. Ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος, ἐπαινώντας τὸν Ἀπόστολο Ἰάσονα, τὸν χαρακτηρίζει θαυμαστό: «Θαυμαστὸς ὁ ἀνὴρ εἰς κινδύνους ἑαυτὸν ἐκδοὺς καὶ ἐκπέμψας αὐτούς».

Μετὰ τὰ συμβάντα στὴ Θεσσαλονίκη, ὁ Παῦλος ἀναχωρεῖ γρήγορα γιὰ τὴν Βέροια. «Οἱ δὲ ἀδελφοὶ διὰ νυκτὸς ἐξέπεμψαν τόν τε Παῦλον καὶ Σίλαν εἰς Βέροιαν». Πρωτοστάτης γιὰ τὴ φυγάδευση τοῦ διδασκάλου τους ἦταν ὁ Ἰάσων, ὁ ὁποῖος ἔμεινε στὴ Θεσσαλονίκη διοργανώνοντας τὴν πρώτη Ἐκκλησία.

Ὅταν οἱ Ἀπόστολοι Τιμόθεος καὶ Σίλας πῆγαν στὴν Κόρινθο, ὁ Ἰάσων τοὺς ἔδωσε χρήματα γιὰ τὸν Παῦλο. Καὶ ὅταν ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ἔγραφε τὴν πρὸς Ρωμαίους Ἐπιστολή, ὁ Ἰάσων ἦταν στὴν Κόρινθο καὶ ἀπηύθυνε χαιρετισμοὺς στοὺς Χριστιανοὺς τῆς κοινότητος τῆς Ρώμης.

Μία παράδοση φέρει τὸν Ἀπόστολο Ἰάσονα Ἐπίσκοπο τῆς γενέτειρας τοῦ διδασκάλου του, τὸν δὲ Ἀπόστολο Σωσίπατρο Ἐπίσκοπο Ἰκονίου. Ἄλλη πάλι παράδοση, τὴν ὁποία ὅμως ἀποκρούουν οἱ ἑρμηνευτές, θέλει τὸν Ἰάσονα Ἐπίσκοπο Ἰκονίου. Τόσο ὁ Ἰάσων ὅσο καὶ ὁ Σωσίπατρος ἦλθαν στὴν Κέρκυρα, ὅπου ἀνέπτυξαν πλούσια δράση.

Καὶ οἱ δύο συνεργάτες τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, ἐξαιτίας τῆς ἱεραποστολικῆς τους δραστηριότητας, συκοφαντήθηκαν, συνελήφθησαν καὶ ρίχθηκαν στὴ φυλακὴ ἀπὸ τὸν ἡγεμόνα Κερκυλλίνο. Στὴν φυλακὴ μετέστρεψαν ἑπτὰ ληστὲς στὸν Χριστό, οἱ ὁποῖοι ἀργότερα μαρτύρησαν γιὰ τὴν πίστη τους. Οἱ δύο Ἀπόστολοι παραδόθηκαν ἀπὸ τὸν ἡγεμόνα στὸν ἔπαρχο Καπριανό, ὁ ὁποῖος μὴν μπορώντας νὰ τοὺς μεταπείσει, τοὺς ἔριξε στὴν φυλακή.

Τὰ βασανιστήρια ποὺ ὑπέστησαν ἀπὸ τὸν ἔπαρχο οἱ δύο Ἀπόστολοι, συγκίνησαν τὴν θυγατέρα τοῦ ἡγεμόνος, Κέρκυρα, ἡ ὁποία ἀσπάσθηκε τὸν Χριστιανισμό. Οἱ δύο Ἀπόστολοι ρίχθηκαν σὲ ἕνα σιδερένιο καζάνι, ὅπου ὑπῆρχε πίσσα καὶ ρητίνη. Ὁ Ἰάσων ἐξῆλθε ἀβλαβής, ἐνῷ ὁ Σωσίπατρος πέθανε. Ἀπὸ τὴ δοκιμασία αὐτὴ τῶν δύο Ἀποστόλων, ὁ ἡγεμόνας μετανόησε, κατηχήθηκε, βαπτίσθηκε καὶ μετονομάσθηκε Σεβαστιανός.

Ὁ Ἀπόστολος Ἰάσων, ὅπως ἀναφέρουν οἱ «Πράξεις τῶν Ἁγίων», ἔζησε μέχρι τὰ βαθειὰ γεράματα, διακονώντας τὴν Ἐκκλησία τῆς Κέρκυρας καὶ χτίζοντας ναούς. Οἱ Κερκυραίοι γιὰ τὴν προσφορὰ τῶν δύο Ἀποστόλων, τοὺς εὐλαβοῦνται καὶ πρὸς τιμὴν τους ὑπάρχει περικαλλὴς ναός, ποὺ θεωρεῖται ὁ ἀρχαιότερος στὴν πόλη.
Οἱ τίμιες κάρες τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων Ἰάσονος καὶ Σωσιπάτρου φυλάσσονται μὲ εὐλάβεια στὴν ἱερὰ μονὴ Ὁσίου Λουκᾶ Βοιωτίας.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Δυὰς ἡ ὁμότροπος, τῶν Ἀποστόλων Χριστοῦ, Ἰάσων ὁ ἔνδοξος, Σωσίπατρος ὁ κλεινός, συμφώνως τιμάσθωσαν· οὗτοι γὰρ δεδεγμένοι, τὸν τῆς χάριτος λόγον, ηὔγασαν ἐν Κερκύρᾳ, εὐσεβείας τὸ φέγγος, πρεσβεύοντες τῷ Κυρίῳ, ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν.

 

Κοντάκιον. Ἦχος β’. Χειρόγραφον εἰκόνα.
Τοῖς δόγμασι τοῦ Παύλου καταυγασθέντες, γεγόνατε φωστῆρες τῆς οἰκουμένης, τρισμακάριοι· καταυγάζετε γὰρ ἀεὶ κόσμον θαύμασιν, Ἰάσων, ἡ πηγὴ τῶν ἰαμάτων, Σωσίπατρε, Χριστοῦ Μαρτύρων κλέος, Ἀπόστολοι θεοφόροι, προστάται τῶν ἐν ἀνάγκαις, καθικετεύσατε Θεῷ, τοῦ σωθήναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

 

Μεγαλυνάριον.
Χαίροις Ἀποστόλων ἡ ξυνωρίς, τῆς σεπτῆς Τριάδος, δημηγόροι καὶ ὑπουργοί, σὺν τῷ Σωσιπάτρῳ, Ἰάσων θεοφόρε· ὑμεῖς γὰρ ἀληθείας, ὤφθητε στόματα. 

Ἡ Ἁγία Κέρκυρα ἡ Μάρτυς

Ἡ Ἁγία Μάρτυς Κέρκυρα ἔζησε τὸν 1ο αἰώνα μ.Χ. καὶ ἦταν θυγατέρα τοῦ ἡγεμόνος τῆς Κέρκυρας, Κερκυλλίνου. Πίστεψε στὸν Χριστὸ διὰ τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων Ἰάσονος καὶ Σωσιπάτρου. Ὅταν δὲ εἶδε τοὺς Ἁγίους νὰ ἔχουν συλληφθεῖ καὶ νὰ ὁδηγοῦνται στὴ φυλακή, ὁμολόγησε καὶ αὐτὴ τὸν Χριστὸ καὶ διαμοίρασε στοὺς φτωχοὺς τὰ κοσμήματά της, τὰ ὁποία φοροῦσε.
Ὅταν τὸ ἔμαθε ὁ πατέρας της καὶ ἀφοῦ δὲν μπόρεσε νὰ τῆς ἀλλάξει τὴν ἀπόφασή της, τὴν παρέδωσε σὲ ἕναν Αἰθίοπα γιὰ νὰ τὴν διαφθείρει. Ἀλλὰ ὁ Αἰθίοπας πίστεψε στὸν Χριστὸ διὰ αὐτῆς καὶ θανατώθηκε. Ἡ δὲ Ἁγία Κέρκυρα, ἀφοῦ βασανίσθηκε ποικιλοτρόπως, κρεμάσθηκε, τρυπήθηκε μὲ βέλη καὶ ἔλαβε ἔτσι τὸ στέφανο τοῦ μαρτυρίου.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Οἱ Ἅγιοι Ἰακισχόλος, Ἰανουάριος, Εὐφράσιος, Μάμμινος, Μαρσάλιος, Σατορνίνος καὶ Φαυστιανὸς οἱ Μάρτυρες πρώην ληστές 

Οἱ Ἅγιοι αὐτοὶ Μάρτυρες, ἦταν στὸν πρότερό τους βίο λῃστές. Ὅταν ἦταν φυλακισμένοι στὴν Κέρκυρα, πίστεψαν στὸν Χριστὸ διὰ τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων Ἰάσονος καὶ Σωσιπάτρου.
Τελειώθηκαν μαρτυρικά.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Οἱ Ἅγιοι Βιτάλιος καὶ Βαλερία οἱ Μάρτυρες 

Ὁ Ἅγιος Μάρτυρας Βιτάλιος καταγόταν ἀπὸ τὸ Μιλάνο τῆς Ἰταλίας καὶ ἦταν πιθανῶς ὁ πατέρας τῶν Μαρτύρων Γερβασίου καὶ Προτασίου († 19 Ἰουνίου). Ἦλθε μαζὶ μὲ τὴν σύζυγό του Βαλερία στὴ Ραβέννα, ὅταν θὰ ἐκτελεῖτο ὁ Ἅγιος Οὐρσικίνος. Καὶ ἀφοῦ τὸν ἐνθάρρυνε, καθὼς πρὸς στιγμὴν ὁ Ἅγιος Οὐρσικίνος φοβήθηκε τὸ μαρτύριο, ἐνταφίασε τὸ ἱερὸ λείψανό του μετὰ τὸν μαρτυρικό του θάνατο.
Ὁ Ἅγιος Βιτάλιος συνελήφθη ἐπειδὴ ἦταν Χριστιανὸς καί, ἀφοῦ βασανίσθηκε, ὁδηγήθηκε στὴν πυρά. Ὁμοίως καὶ ἡ Ἁγία Βαλερία μαρτύρησε, ὅταν ἐπέστρεφε στὸ Μιλάνο. Ἦταν τὸ ἔτος 62 μ.Χ.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ἅγιος Ζήνων ὁ Μάρτυρας 

Ὁ Ἅγιος Μάρτυς Ζήνων τελειώθηκε διὰ πυρός.         

Πηγή: http://www.synaxarion.gr       

Ὁ Ἅγιος Νέων ὁ Μάρτυρας 

Ὁ Ἅγιος Μάρτυς Νέων μαρτύρησε στὴν πυρά.                 

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Οἱ Ἅγιοι Ἀττικὸς καὶ Κυντιανὸς οἱ Μάρτυρες 

Οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες Ἀττικὸς καὶ Κυντιανὸς ἀναφέρονται στὸν Συναξαριστὴ τοῦ Ἱππολύτου Delehaye.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Οἱ Ἅγιοι Ἀγάπιος καὶ Σεκουνδίνος οἱ Ἱερομάρτυρες καὶ οἱ σὺν αὐτοῖς μαρτυρήσαντες

Οἱ Ἅγιοι Ἱερομάρτυρες Ἀγάπιος καὶ Σεκουνδίνος γεννήθηκαν στὴν Ἱσπανία. Ἦταν Ἐπίσκοποι στὴν περιοχὴ τῆς Νουμιδίας τῆς Ἀφρικῆς καὶ ὑπέστησαν μαρτυρικὸ θάνατο, τὸ ἔτος 259 μ.Χ., ἐπὶ αὐτοκράτορος Βαλεριανοῦ (253 – 259 μ.Χ.), μαζὶ μὲ τὶς παρθένες Τέρτουλα καὶ Ἀντωνία καὶ μία ἀνώνυμη Μάρτυρα μὲ τὰ δύο της τέκνα.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Οἱ Ἅγιοι Ἀγάπιος καὶ Σεκουνδίνος οἱ Ἱερομάρτυρες καὶ οἱ σὺν αὐτοῖς μαρτυρήσαντες 

Οἱ Ἅγιοι Ἱερομάρτυρες Ἀγάπιος καὶ Σεκουνδίνος γεννήθηκαν στὴν Ἱσπανία. Ἦταν Ἐπίσκοποι στὴν περιοχὴ τῆς Νουμιδίας τῆς Ἀφρικῆς καὶ ὑπέστησαν μαρτυρικὸ θάνατο, τὸ ἔτος 259 μ.Χ., ἐπὶ αὐτοκράτορος Βαλεριανοῦ (253 – 259 μ.Χ.), μαζὶ μὲ τὶς παρθένες Τέρτουλα καὶ Ἀντωνία καὶ μία ἀνώνυμη Μάρτυρα μὲ τὰ δύο της τέκνα.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Καλοκτένης Μητροπολίτης Θηβῶν 

Ὁ Ἄγιος Ἰωάννης ὁ Καλοκτένης ἔζησε πρὸ τοῦ 12ου αἰῶνος μ.Χ. καὶ καταγόταν ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολη. Γεννήθηκε ἀπὸ εὔπορους γονεῖς, τὸν Κωνσταντίνο καὶ τὴ Μαρία, οἱ ὁποῖοι τὸν ἀνέθρεψαν μὲ παιδεία καὶ νουθεσία Κυρίου. Ἔγινε μοναχὸς σὲ κάποια μονὴ τῆς Κωνσταντινουπόλεως καὶ λόγω τῆς ἀρετῆς καὶ τῶν ἱκανοτήτων του ἐξελέγη Μητροπολίτης Θηβῶν καὶ Ἔξαρχος πάσης Βοιωτίας.

Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ἀφιερώθηκε πλήρως στὸ ποίμνιό του, τὸ ὁποῖο διακόνησε μὲ πιστότητα καὶ ἔνθεο ζῆλο. Ἔχτισε ναούς, ἀνέπτυξε ἀρδευτικὰ ἔργα γιὰ τὶς καλλιέργειες τοῦ τόπου, ἵδρυσε παρθενῶνα, στὸν ὁποῖο ἔμεναν παρθένες καὶ ἔγινε τὸ καταφύγιο τῶν φτωχῶν καὶ τῶν πασχόντων. Ἡ φιλανθρωπία καὶ ἡ ἐλεημοσύνη του, τοῦ χάρισαν τὸ ὄνομα «Νέος Ἐλεήμων».

Ὁ Ἅγιος συμμετεῖχε τὸ ἔτος 1166 στὴ Σύνοδο τῆς Κωνσταντινουπόλεως, στὴν ὁποία προήδρευσε ὁ ἴδιος ὁ αὐτοκράτορας. Ἀπὸ τὰ πρακτικὰ αὐτῆς τῆς Συνόδου, διασώζεται ἡ θεολογικὴ διδασκαλία τοῦ Ἁγίου: «Ἐρωτηθεὶς ὁ Θηβῶν Ἰωάννης εἶπεν: Ἐπεί τὸν Υἱὸν συγκτίστην καὶ συνδημιουργὸν τῷ Πατρὶ οἶδα, δι’ Αὐτοῦ γὰρ καὶ τοὺς αἰῶνας ἐποίησεν , ἴσον ἔχω Τοῦτον τῷ Πατρί. Ἐπεί δ’ εἶπεν ὅτι ὁ Πατήρ μου μείζων μού ἐστι, καὶ ἐτυπώθη τῆ προτεραία κατεξετασθῆναι, πῶς τινες τῶν Ἁγίων προσέθεντο. Καὶ κατὰ τὸ ἀνθρώπινον νοῶ τοῦτο εἰρῆσθαι παρ’ Αὐτοῦ διὰ τὴν ταπείνωσιν καὶ τὴν ἄκραν συγκατάβασιν πρὸς τὴν φύσιν τὴν ἀνθρωπίνην ἣν προσελάβετο, καθ’ ἣν παραπλησίως ἡμῖν σαρκὸς καὶ αἵματος κεκοινώνηκεν».

Ἡ μαρτυρία αὐτὴ εἶναι πολὺ σημαντική, διότι ἀποδεικνύει τὴ μεγάλη θεολογικὴ κατάρτιση καὶ τὴ βαθιὰ πίστη τοῦ Ἁγίου.
Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Καλοκτενὴς κοιμήθηκε εἰρηνικὰ στὴν πόλη τῶν Θηβῶν τῆς Βοιωτίας.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ἅγιος Βασίλειος ὁ Θαυματουργός ἐκ Σερβίας

Ὁ Ἅγιος Βασίλειος, Ἐπίσκοπος Ζακχόλμσκ, γεννήθηκε ἀπὸ εὐσεβεῖς γονεῖς τὸν 16ο αἰώνα μ.Χ. στὴν περιοχὴ τοῦ Πόποβ τῆς Ἐρζεγοβίνης. Ἀπὸ ἀγάπη πρὸς τὸ μοναχικὸ βίο ἐγκατέλειψε τὴν πατρικὴ οἰκία καὶ εἰσῆλθε στὴ μονὴ τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου τοῦ Τρέμπινκ, ὅπου ἐκάρη μοναχός.
Λόγῳ τῆς ἀρετῆς του ἐξελέγη Ἐπίσκοπος Ζάκχολμσκ καὶ Σκεντερίας. Ἀνέλαβε τὸν Μητροπολιτικὸ θρόνο στὸ δεύτερο ἥμισυ τοῦ 16ου αἰῶνος, ὡς διάδοχος τοῦ Ἐπισκόπου Παύλου καὶ προκάτοχος τοῦ Ἐπισκόπου Νικοδήμου. Ὁ Ἅγιος Βασίλειος ἦταν ἕνας πραγματικὸς ποιμένας γιὰ τὸ ποίμνιο τοῦ Χριστοῦ καὶ ὁ Κύριος τὸν ἀξίωσε τοῦ χαρίσματος τῆς Θαυματουργίας.
Γιὰ νὰ γνωρίσει ὁ Ἅγιος τὴ βυζαντινὴ μοναστικὴ καὶ ἡσυχαστικὴ παράδοση, ἐπισκέφθηκε τὸ Ἅγιον Ὄρος.

Ὁ Ἅγιος Βασίλειος κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη καὶ ἐνταφιάσθηκε στὴν πόλη Ὄστρογκ, στὴν Τσερνογκόρια, ποὺ βρίσκεται κοντὰ στὰ σύνορα μὲ τὴν Ἐρζεγοβίνη.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Οἱ Ἅγιοι ἐννέα Μάρτυρες τῆς Κυζίκου, ὁ Ἀντίπατρος,  Ἀρτεμᾶς, ὁ Θαυμάσιος, ὁ Θεόγνις, ὁ Θεόδουλος, ὁ Θεόστιχος, ὁ Μάγνος, ὁ Ροῦφος καὶ ὁ Φιλήμονας κατάγονταν ἀπὸ διάφορους τόπους. Συνελήφθησαν ὅμως ὅλοι μαζὶ στὴν Κύζικο τὴν περίοδο τῶν διωγμῶν. Ὅταν ὁδηγήθηκαν μπροστὰ στὸν τοπικὸ ἄρχοντα ἐπέδειξαν θαυμαστὴ γενναιότητα καὶ ὑπερασπίσθηκαν μὲ παρρησία καὶ θάρρος τὴν πίστη τους. Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ καὶ γιὰ νὰ καμφθεῖ τὸ σθένος τους, ρίχθηκαν στὴ φυλακή. Ἐκεῖ χωρὶς νερὸ καὶ τροφὴ προσεύχονταν καὶ δοξολογοῦσαν τὸν Κύριό τους, ὁ Ὁποῖος τοὺς ἀξίωσε νὰ ὑποφέρουν γιὰ Ἐκεῖνον καὶ ὁ ἕνας ἔδινε θάρρος στὸν ἄλλον. Ὅταν ὁ ἄρχοντας τοὺς ρώτησε γιὰ τελευταία φορὰ ἐὰν ἐπιμένουν νὰ πιστεύουν στὸν Χριστό, ὅλοι μὲ ἕνα στόμα καὶ μία καρδιὰ τοῦ ἀπάντησαν ὅτι προτιμοῦν τὸ μαρτύριο ἀπὸ τὸ νὰ ἀρνηθοῦν τὸν Πλάστη καὶ Δημιουργὸ καὶ Σωτῆρα τοῦ κόσμου. Ἔξαλλος ἀπὸ ὀργὴ ὁ ἄρχοντας διέταξε ἀμέσως τὸν ἀποκεφαλισμό τους. Ἔτσι τελειώθηκε ὁ βίος τους καὶ οἱ Ἅγιοι ἔλαβαν τὸν ἀμαράντινο στέφανο τῆς δόξας.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ'. Θείας πίστεως.
Θείας πίστεως, τῇ συμφωνίᾳ, ἐννεάριθμος, Μαρτύρων δῆμος, ἐν Κυζίκῳ ἱερῶς ἠνδραγάθησε· τὸν γὰρ Ὑπέρθεον Λόγον κηρύξαντες, ὑπὲρ αὐτοῦ ὡς ἀμνοὶ σφαγιάζονται· ὅθεν ἄφεσιν, αἰτοῦνται ἡμῖν καὶ ἔλεος, τοῖς μέλπουσιν αὐτῶν τὴν θείαν ἄθλησιν.

 

Κοντάκιον. Ἦχος α’. Τὸν τάφον σου Σωτήρ.
Ἐννάριθμος χορός, τῶν Μαρτύρων αἰνείσθω, Θεόγνις ὁ κλεινός, καὶ Ἀντίπατρος ἅμα, Μάγνος τε καὶ Θεόστιχος, Ἀρτεμᾶς καὶ Θεόδοτος, καὶ Θαυμάσιος, Φιλήμων ἅμα καὶ Ῥοῦφος· θείαν χάριν γάρ, ἐκ τῶν πηγῶν τοῦ Σωτῆρος, ἠμῖν ἀναβλύζουσι.

 

Μεγαλυνάριον.
Ἄρνες τοῦ τυθέντος ἐν τῷ Σταυρῷ, ὤφθησαν νομίμως, ἐννεάριθμοι Ἀθληταί, οἱ ἐν τῇ Κυζίκῳ, τὸν ὄφιν καθελόντες· διὸ πρὸς οὐρανίαν, μάνδραν εἰσήλασαν.

Ὁ Ὅσιος Μέμνων ὁ Θαυματουργός 

Ὁ Ὅσιος Μέμνων ἀπὸ νεαρὴ ἡλικία ἐγκατέλειψε τὸν κόσμο καὶ ἀφιέρωσε τὸν ἑαυτό του στὸν Θεό. Ἐκάρη μοναχὸς καὶ μὲ τοὺς ἀσκητικούς του ἀγῶνες ὑπέταξε τὴ σάρκα στὸ πνεῦμα. Οἱ ἀδελφοὶ τῆς σκήτης, ἀναγνωρίζοντας τὶς πλούσιες ἀρετές του καὶ τὴν ἐπίπονη ἄσκησή του, τὸν ἐξέλεξαν ἡγούμενό τους. Ὁ Θεὸς τὸν τίμησε καὶ μὲ τὸ χάρισμα τῆς θαυματουργίας. Ἔτσι ὁ Ὅσιος θεράπευε ἀνίατα πάθη καὶ ἀσθένειες πρὸς δόξα Θεοῦ.
Ὁ Ὅσιος Μέμνων κοιμήθηκε εἰρηνικά.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ἅγιος Αὐξίβιος Β’ Ἐπίσκοπος Σόλων τῆς Κύπρου

Ὁ Ἅγιος Αὐξίβιος καταγόταν ἀπὸ τὴν Κύπρο καὶ ἔζησε κατὰ τὸν 4ο αἰώνα μ.Χ. Ἦταν Ἐπίσκοπος Σόλων καὶ ὑπογράφει πρῶτος, μεταξὺ δώδεκα Κυπρίων Ἐπισκόπων, τὰ Πρακτικὰ τῆς Συνόδου τῆς Σαρδικῆς, τὸ 343 μ.Χ., ἐνῷ νωρίτερα, τὸ ἔτος 325 μ.Χ., εἶχε λάβει μέρος καὶ στὴν Α’ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, ποὺ συνῆλθε στὴ Νίκαια.
Ὁ Ἅγιος Αὐξίβιος κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Διήγηση γενομένου θαύματος ἐν Καρθαγένῃ Βορείου Ἀφρικῆς

Κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορος Ἡρακλείου (610 – 641 μ.Χ.) καὶ ὅταν ἔξαρχος Ἀφρικῆς ἦταν ὁ πατρίκιος Νικήτας, ἔγινε ἐκεῖ ἕνα περίεργο θαῦμα. Στὴν Καρθαγένη ζοῦσε κάποιος ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος, ὅταν ἔπεσε στὴν πόλη αὐτὴ ἡ ἐπιδημία, ἔφυγε ἀπὸ ἐκεῖ μὲ τὴν  σύζυγό του. Πῆγαν στὴν ἐξοχική τους κατοικία, ὅπου καὶ διέμεναν γιὰ νὰ μὴν ἀσθενήσουν. Ἀλλὰ ὁ φθονερὸς καὶ ἀνθρωποκτόνος διάβολος παρέσυρε αὐτὸ τὸν ἄνθρωπο στὴν ἁμαρτία καὶ τὸν ὁδήγησε στὸ νὰ διαπράξει μοιχεία μὲ τὴ σύζυγο τοῦ γεωργοῦ, ὁ ὁποῖος τοῦ καλλιεργοῦσε τὰ κτήματα. Στὴν συνέχεια ἀσθένησε καὶ πέθανε.

Ὕστερα ὅμως ἀπὸ τρεῖς ὧρες ἀφότου τὸν ἐνταφίασαν, ἄρχισε νὰ φωνάζει μέσα ἀπὸ τὸν τάφο καὶ νὰ λέγει: «Ἐλεῆστέ με, ἐλεῆστέ με». Ἀφοῦ ἄνοιξαν λοιπὸν τὸν τάφο, τὸν βρῆκαν ζωντανό, χωρὶς ὅμως νὰ μπορεῖ νὰ μιλήσει. Ὁ παρευρισκόμενος δὲ ἐκεῖ Ἐπίσκοπος Ἀφρικῆς Θαλάσσιος τὸν ἐνίσχυσε μὲ λόγια παραμυθητικά.

Ὅταν πέρασαν τέσσερις ἡμέρες, ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς ἄρχισε νὰ ὁμιλεῖ καὶ διηγήθηκε τὰ ἀκόλουθα: «Τὴν στιγμὴ ποὺ ἔβγαινε ἡ ψυχή μου ἀπὸ τὸ σῶμα μου, ἔβλεπα τοὺς δαίμονες, σὰν Αἰθίοπες, νὰ βρίσκονται πλησίον μου καὶ νὰ ἔχουν ὄψη ποὺ προκαλοῦσε τὸν τρόμο καὶ τὴν φρίκη. Στὴν συνέχεια εἶδα δύο Ἀγγέλους μὲ τὴν μορφὴ ὡραίων νέων, οἱ ὁποῖοι μὲ πλησίασαν καὶ μὲ τὴν παρουσία τους χάρηκε ἡ ψυχή μου. Οἱ Ἄγγελοι μὲ πῆραν μαζί τους, καθὼς ἀνέβαιναν στὸν οὐρανό. Τότε οἱ δαίμονες ἐξέταζαν κάθε ἁμαρτία μου.  Καὶ συγκεκριμένα, ἄλλος δαίμονας ἐξέταζε τὸ ψεῦδος, ἄλλος τὸν φθόνο καὶ ἄλλος τὴν πλεονεξία. Στὶς ἁμαρτίες μου δὲ αὐτές, ποὺ ἐξέταζαν τὰ δαιμόνια, οἱ Ἄγγελοι ἀντέτασσαν τὶς ἀγαθές μου πράξεις.

Ὅταν φθάσαμε στὴν πύλη τοῦ οὐρανοῦ, μᾶς συνάντησε τὸ τάγμα τῶν διαβόλων ποὺ ἐξετάζει τὸ ἁμάρτημα τῆς πορνείας καὶ ἀποκάλυψε τὴ μοιχεία ποὺ εἶχα διαπράξει πρὶν ἀπὸ λίγες ἡμέρες. Οἱ δαίμονες δὲ τοῦ τάγματος τῆς πορνείας νίκησαν καὶ μὲ τράβηξαν στὰ ἔγκατα τῆς γῆς, ὅπου κολάζονται οἱ ψυχὲς τῶν ἀμετανοήτων. Καὶ τὸ τί συμβαίνει ἐκεῖ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὸ περιγράψει ἀνθρώπινη γλῶσσα.

Ἐνῷ λοιπὸν θρηνοῦσα γιὰ τὸ κατάντημά μου, ἐμφανίσθηκαν οἱ δύο Ἄγγελοι, στοὺς ὁποίους κλαίγοντας εἶπα: «Σπλαχνισθεῖτε με καὶ βοηθῆστε με νὰ μετανοήσω». Τότε μὲ πῆραν καὶ μὲ ἔβαλαν στὸν τάφο. Ἐκεῖ βρῆκα τὸ σῶμα μου σὰν λάσπη καὶ βόρβορο καὶ δὲν ἤθελα νὰ εἰσέλθω σὲ αὐτό. Ἐκεῖνοι ὅμως μοῦ εἶπαν ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μετανοήσω μὲ ἄλλο τρόπο, παρὰ μαζὶ μὲ τὸ σῶμα μου, μὲ τὸ ὁποῖο διέπραξα τὴν ἁμαρτία. Τότε λοιπὸν εἰσῆλθα στὸ σῶμα μου καί, ἀφοῦ ἑνώθηκε πάλι ἡ ψυχὴ μὲ αὐτό, ἄρχισα νὰ φωνάζω».
Αὐτὰ διηγήθηκε ἐκεῖνος ὁ ἄνθρωπος καί, ἀφοῦ ἔζησε χωρὶς τροφὴ ἐπὶ σαράντα ἡμέρες κλαίγοντας καὶ ὀδυρόμενος γιὰ τὶς ἁμαρτίες του, πέθανε.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ἅγιος Κύριλλος Ἐπίσκοπος Τούρωφ 

Ὁ Ἅγιος Κύριλλος γεννήθηκε ἀπὸ πλούσιους γονεῖς τὴν τρίτη δεκαετία τοῦ 12ου αἰῶνος μ.Χ. στὴν πόλη Τούρωφ, στὸν ποταμὸ Προπάϊατ. Ἀπὸ πολὺ νωρὶς ὁ Ἅγιος Κύριλλος μὲ ἔνθερμο ζῆλο μελετοῦσε τὰ ἱερὰ βιβλία τῆς Ἐκκλησίας καὶ τοὺς Πατέρες. Σπούδασε μάλιστα καὶ τὴν ἑλληνικὴ γλῶσσα.

Ὅταν ὡρίμασε, ἀρνήθηκε τὴν πατρική του κληρονομιὰ καὶ ἐγκατέλειψε τὰ ἐγκόσμια. Ἐκάρη μοναχὸς στὸ μοναστήρι τῶν Ἁγίων Βόριδος καὶ Γκλέμπ, στὸ Τούρωφ. Ἀσκήθηκε πάρα πολὺ στὴ νηστεία καὶ στὴν ἀδιάλειπτη προσευχὴ καὶ δίδασκε μὲ τὸν τρόπο του τὴν ὑπακοή. Ἔλεγε δὲ ὅτι ὁ μοναχὸς ὁ ὁποῖος δὲν ὑπακούει στὸν ἡγούμενο, δὲν ὁλοκληρώνει τὴν μοναχική του ὑπόσχεση καὶ ἔτσι δὲν μπορεῖ νὰ σωθεῖ. Ἔχουν μάλιστα διασωθεῖ καὶ τρία συγγράμματα τοῦ Ἁγίου Κυρίλλου σχετικὰ μὲ τὸν μοναχικὸ βίο καὶ τὴν πολιτεία τῶν μοναχῶν.

Μετὰ ἀπὸ κάποιο χρονικὸ διάστημα, ὁ Ἅγιος ἔζησε ὡς στυλίτης καὶ ἐντρύφησε πολὺ στὴν Ἁγία Γραφή. Καὶ πολλοὶ ἄνθρωποι τὸν ἐπισκέπτονταν γιὰ συμβουλὲς στὴν πνευματικὴ ζωὴ καὶ καθοδήγηση.

Λόγω τῆς ἁγιότητας τοῦ βίου του ὁ Ἅγιος ἀσκητὴς ἐξελέγη Ἐπίσκοπος τῆς πόλεως Τούρωφ ἔχοντας πάντα συναίσθηση τοῦ ὑψηλοῦ ἱεραρχικοῦ ἀξιώματος, στὸ ὁποῖο ὁ Κύριος τὸν εἶχε καλέσει.

Τὸ ἔτος 1169, ὁ Ἅγιος Κύριλλος συμμετεῖχε σὲ μία Σύνοδο καὶ ἐπέκρινε τὸν Ἐπίσκοπο Θεόδωρο, ὁ ὁποῖος κατεῖχε τὴν καθέδρα τοῦ Βλαντιμὶρ καὶ τῆς Σουζδαλίας καὶ ὁ ὁποῖος ἐπιθυμοῦσε νὰ χωρισθεῖ ἀπὸ τὴν κανονικὴ δικαιοδοσία τῆς μητροπολιτικῆς περιφέρειας τοῦ Κιέβου.

Ἡ ἀγάπη του γιὰ τὴν ἡσυχία καὶ τὴν ἀπομόνωση τὸν ὁδήγησε σὲ παραίτηση ἀπὸ τὸν ἐπισκοπικὸ θρόνο. Ἔτσι ἀφιερώθηκε πλήρως στὴν ἄσκηση καὶ τὴν συγγραφὴ πνευματικῶν ἔργων.
Ὁ Ἅγιος Κύριλλος κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 1183. Οἱ σύγχρονοί του τὸν θεωροῦσαν ὡς τὸν Χρυσόστομο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρωσίας. Ἐκεῖνος ὅμως ταπεινὰ ἔγραφε γιὰ τὸν ἑαυτό του: «Δὲν εἶμαι θεριστής, παρὰ μαζεύω τὰ δεμάτια τῶν σιτηρῶν».

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ἅγιος Ἱερομάρτυρας Συμεών, ἀναδείχθηκε διάδοχος τοῦ Ἁγίου Ἰακώβου τοῦ Ἀδελφοθέου († τὸ 62 μ.Χ.), μετὰ τὴν καταστροφὴ τῆς Ἱερουσαλὴμ ἀπὸ τοὺς Ρωμαίους τὸ 70 μ.Χ.

Κατὰ τὸν Ἡγήσιππο ἦταν υἱὸς τοῦ Κλωπᾶ, ἀδελφοῦ τοῦ Ἰωσὴφ καὶ ἀδελφὸς τοῦ Ἰούδα. Κατὰ ἄλλη δὲ ἐκδοχὴ ἦταν υἱὸς τοῦ Ἰωσὴφ τοῦ Μνήστορος καὶ ἀδελφὸς τοῦ Ἁγίου Ἰακώβου τοῦ Ἀδελφοθέου.

Ἐνῷ ἐπισκόπευε στὴν Ἱερουσαλήμ, ἐπὶ αὐτοκράτορος Τραϊανοῦ (98 – 117 μ.Χ.), διαβλήθηκε ἀπὸ τοὺς αἱρετικοὺς στὸν ὕπατο Ἀττικὸ γιὰ τὸν ἀποστολικό του ζῆλο. Ὁ Συμεὼν κατηγορήθηκε ὄχι ἀπὸ Χριστιανοὺς αἱρετικούς, ἀλλὰ ἀπὸ Ἰουδαίους. Ἡ κατηγορία περιελάμβανε δύο σκέλη. Τὸ ἕνα ἦταν ὅτι καταγόταν ἀπὸ τὸ γένος Δαβὶδ καὶ τὸ ἄλλο ὅτι ἦταν Χριστιανός. Ἀφοῦ συνελήφθη, βασανίσθηκε σκληρὰ καὶ στὴν συνέχεια ὁδηγήθηκε σὲ σταυρικὸ θάνατο, τὸ ἔτος 107 μ.Χ., σὲ ἡλικία ἑκατὸν εἴκοσι ἐτῶν.
Στοὺς Παρισινοὺς Κώδικες βρίσκεται Ἀκολουθία τοῦ Ἁγίου Συμεών, ποίημα τοῦ ὑμνογράφου Θεοφάνους.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος α’. Χορὸς Ἀγγελικός.
Χριστοῦ σε συγγενῆ, Συμεὼν Ἱεράρχα, καὶ Μάρτυρα στερρόν, ἱερῶς εὐφημοῦμεν, τὴν πλάνην ὀλέσαντα, καὶ τὴν πίστιν τηρήσαντα· ὅθεν σήμερον, τὴν παναγίαν σου μνήμην, ἑορτάζοντες, ἁμαρτημάτων τὴν λύσιν, εὐχαῖς σου λαμβάνομεν.

 

Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.

Ὡς ἀστέρα μέγιστον ἡ Ἐκκλησία, κεκτημένη σήμερον, τὸν θεηγόρον Συμεών, φωταγωγεῖται κραυγάζουσα· χαίροις Μαρτύρων σεπτὸν ἀκροθίνιον.

 

Ἕτερον Κοντάκιον. Ἦχος β’. Τὰ ἄνω ζητῶν.
Τῆς ἄνω Σιῶν, πολίτης γενόμενος, τῆς κάτω Σιῶν, τὸν θρόνον ἐγκεχείρισαι, καὶ καλῶς τὸ ποίμνιον, ὁδηγήσας πρὸς μάνδραν οὐράνιον, ἐσταυρώθης Χριστῷ Συμεών, τὸ θεῖον πάθος αὐτοῦ μιμησάμενος.

 

Μεγαλυνάριον.
Συγγενὴς ὑπάρχων ὦ Συμεών, τοῦ μέχρι καὶ δούλου, κενωθέντος ὑπὲρ ἡμῶν, σύμμορφος καὶ μάρτυς, παθῶν αὐτοῦ έδείχθης, παγεὶς ὡς ὁ Δεσπότης, Σταυρῷ μακάριε.

Ὁ Ἅγιος Ποπλίων ὁ Μάρτυρας 

Ὁ Ἅγιος Μάρτυς Ποπλίων, τελειώθηκε διὰ μάχαιρας.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ἅγιος Λολλίων ὁ Μάρτυρας ὁ Νέος 

Ὁ Ἅγιος Μάρτυς Λολλίων, ὁ Νέος, τελειώθηκε συρόμενος κατὰ γῆς.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ἅγιος Θεόφιλος Ἐπίσκοπος Βρεσκίας 

Ὁ Ἅγιος Θεόφιλος ἔζησε τὸν 5ο αἰώνα μ.Χ. καὶ χειροτονήθηκε Ἐπίσκοπος τῆς πόλεως Βρεσκίας τῆς Λομβαρδίας.
Δὲν ἔχουμε περισσότερες λεπτομέρειες γιὰ τὸν βίο τοῦ Ἁγίου Θεοφίλου.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ὅσιος Ἰωάννης ὁ Ὁμολογητής 

Ὁ Ὅσιος Ἰωάννης γεννήθηκε στὴν Εἰρηνούπολη, ποὺ ὑπαγόταν στὴ Δεκάπολη τῆς Κοίλης Συρίας. Οἱ γονεῖς του, ὁ Θεόδωρος καὶ ἡ Γρηγορία,  διακρίνονταν γιὰ τὴν εὐσέβειά τους, τὴν ὁποία καὶ μετέδωσαν μὲ κάθε φροντίδα στὸν εὐπειθὴ υἱό τους. Κατὰ τὴν παιδική του ἡλικία περνοῦσε τὸν χρόνο του μεταξὺ τῆς ἀνατροφῆς του αὐτῆς, τῶν σπουδῶν του καὶ πολλῶν ἀγαθοεργιῶν, μὲ τὶς ὁποῖες οἱ γονεῖς του προσπάθησαν ἀπὸ νωρὶς νὰ τὸν ἐξοικειώσουν. Ἡ ἴδια εὐσέβεια καὶ ἡ φιλάνθρωπη τάση τὸν διέκρινε καὶ κατὰ τὴ νεότητά του, κατὰ τὴν ὁποία μὲ τὴν τήρηση τοῦ θείου θελήματος διατηρήθηκε μακριὰ ἀπὸ κάθε ματαιότητα καὶ ἀκαθαρσία.

Ἀργότερα ἔγινε μοναχός. Καὶ στὴ νέα αὐτὴ ζωὴ δὲν εὐδοκίμησε λιγότερο. Ὁ ζῆλος του καὶ ἡ παιδεία του τὸν ἔκαναν νὰ ξεχωρίσει στὴν ἐκτίμηση τῶν λοιπῶν ἀδελφῶν, τὸν παρέλαβε δὲ μαζί του ὁ ἡγούμενος τῆς μονῆς στὴ Νίκαια, τὸ 787 μ.Χ., ὅπου τότε συγκαλεῖτο ἡ Ζ’ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος. Μετὰ ἀπὸ τὸ τέλος τῆς Συνόδου ἦλθαν καὶ οἱ δύο στὴν Κωνσταντινούπολη. Καὶ ἐπειδὴ καὶ οἱ δύο τους κατὰ τὴν διάρκεια τῶν συνοδικῶν ἐργασιῶν ἀπέσπασαν τὴν εὐμενὴ προσοχὴ καὶ τῆς βασίλισσας Εἰρήνης καὶ τοῦ Πατριάρχη Ταρασίου, ὁ γέροντας καὶ ἡγούμενός του, ἀναδείχθηκε ἡγούμενος τῆς μονῆς τῶν Δαλμάτων, ὁ δὲ Ὅσιος Ἰωάννης χειροτονήθηκε Πρεσβύτερος καὶ κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορος Νικηφόρου (802 – 811 μ.Χ.), πού διαδέχθηκε τὴν Εἰρήνη στὸν βασιλικὸ θρόνο, διορίσθηκε ἡγούμενος στὸ μοναστήρι, τὸ ἀποκαλούμενο τῶν Καθαρῶν.

Τὰ καθήκοντά του ἐκεῖ τὰ ἄσκησε μὲ κάθε εὐσυνειδησία, ἀφοῦ πρόσεξε νὰ προαγάγει τὴν πειθαρχία μεταξὺ τῶν ἀδελφῶν καὶ νὰ ὑψώσει τὴν πνευματικὴ καὶ ἠθικὴ ζωή τους. Καὶ ἐπειδὴ κατὰ τὰ χρόνια ἐκεῖνα ἐξακολουθοῦσαν ἀκόμα οἱ συνέπειες ἐκείνου τοῦ σαλοῦ ἐναντίων τῶν εἰκόνων, ὁ Ὅσιος Ἰωάννης μετέδιδε στοὺς μοναχούς του τὰ διδάγματα τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ τοὺς προετοίμαζε σὲ κάθε τόλμη καὶ κάθε κίνδυνο γι’ αὐτά. Καὶ ἡ μέρα τῆς μεγάλης δοκιμασίας φανερώθηκε κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ βασιλέως Λέοντος τοῦ Ε’, ὁ ὁποῖος κατέλαβε τὸν θρόνο τὸ ἔτος 813.

Ὁ βασιλέας αὐτὸς συμπαθοῦσε τὶς ἀρχὲς τῆς μεταρρυθμίσεως. Μεταξὺ δὲ τῶν ἄλλων, κρίνοντας ἐπιπόλαια τὰ πράγματα, πρέσβευε ὅτι ἡ Ἐκκλησία δὲν θὰ μποροῦσε νὰ ἀνορθωθεῖ, ἐὰν ἐπιτέλους δὲν ἐπερχόταν ἡ πλήρης κατάργηση τῶν ἁγίων εἰκόνων ἀπὸ αὐτή. Ὅτι μία τέτοια δοξασία ἦταν ἀνόητη, ὅτι οἱ ὑπέρμαχοι τῆς λεγόμενης μεταρρυθμίσεως μέσῳ τοῦ λυσσαλέου ἀγῶνος κατὰ τῶν εἰκόνων, κατανάλωσαν χωρὶς λόγο δυνάμεις πολύτιμες γιὰ τὸ βυζαντινὸ κράτος καὶ τὴν Ἐκκλησία, τὸ ὁμολογοῦν καὶ περίφημοι ἱστορικοί.

Ὁ Λέων ὁ Ε’ ὅμως παρασυρόταν καὶ ὁ ἴδιος ἀπὸ τὴν τυφλὴ προκατάληψη κατὰ τῶν εἰκόνων. Σὲ αὐτὸ τὸν ὠθοῦσαν καὶ δύο ἄνδρες ποὺ ἀσκοῦσαν πάνω του μεγάλη ἐπιρροή, ὁ Θεόδοτος Μελισσηνὸς καὶ ὁ Ἰωάννης ὁ Γραμματικός. Προέβη λοιπὸν σὲ διατάγματα καὶ βίαια μέτρα γιὰ τὴν κατάργηση τῶν ἱερῶν εἰκόνων καὶ ἐπεχείρησε φοβερὸ διωγμὸ ἐναντίων τῶν Ὀρθοδόξων Ἐπισκόπων καὶ ἡγουμένων καὶ μοναχῶν, τὸ ὁποῖο ἐπέκτεινε καὶ ἐναντίον τῶν συγκλητικῶν, πατρικίων, ἀκόμα δὲ καὶ ἐναντίον γυναικῶν καὶ παρθένων. Τὸ μοναστήρι τῶν Καθαρῶν συμπεριελήφθη στὸν διωγμό. Μαινόμενοι στρατιῶτες ἅρπαξαν τὰ ὑπάρχοντά του, οἱ μοναχοὶ κακοποιήθηκαν καὶ διασκορπίσθηκαν, ἐνῷ ὁ ἡγούμενος Ἰωάννης ὁδηγήθηκε σιδηροδέσμιος στὴν Κωνσταντινούπολη. Ὁ βασιλέας εἶχε ἀκούσει πολλὰ γι’ αὐτόν. Καὶ θέλησε νὰ τὸν δεῖ, θεωρώντας ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὸν μεταπείσει. Ἀλλὰ ὁ Ὅσιος, ἀφοῦ ἀπέδειξε τὸ ἀντιορθόδοξο καὶ ἐπιβλαβὲς πνεῦμα τοῦ διωγμοῦ κατὰ τῶν εἰκόνων, ἔλεγξε τὸν βασιλέα γιὰ τὸ πεῖσμα του καὶ τὶς δυσσεβεῖς ἀπόψεις του καὶ προανήγγειλε σὲ αὐτὸν ὅτι ἡ δυσμένεια τῶν Ἁγίων καὶ ἡ κατακραυγὴ τῶν θυμάτων πρὸς τὸν Θεὸ θὰ ἔφερναν κάποια ἡμέρα τὴν τιμωρία.

Ὁ βασιλέας ἐξοργίσθηκε καὶ διέταξε τὴν κράτηση τοῦ Ὁσίου σὲ μετόχι τοῦ μοναστηριοῦ του. Διότι δὲν σταμάτησε νὰ διατηρεῖ τὴ μάταιη ἐλπίδα ὅτι ὠριμότερα σκεπτόμενος ὁ Ὅσιος, θὰ συμμορφωνόταν πρὸς τὴν βασιλικὴ θέληση. Ὅταν ὅμως ἀντιλήφθηκε τὴν ἄκαρπη προσδοκία του, τὸν ἐξόρισε σὲ φρούριο ποὺ ὀνομαζόταν Πενταδάκτυλο καὶ βρισκόταν στὴ χώρα τῆς Λάμπης.

Ἀπὸ ἐκεῖ, μετὰ ἀπὸ αὐστηρὴ κάθειρξη δεκαοκτὼ μηνῶν, τὸν μετέφεραν πάλι στὴν Κωνσταντινούπολη, ὅπου μάταιες, ὅπως καὶ πρίν, ἀπέβησαν οἱ προσπάθειες καὶ τοῦ νέου Πατριάρχη Θεοδότου Α’ τοῦ Μελισσηνοῦ (815 – 821 μ.Χ.), τοῦ ἐπονομαζόμενου Κασσιτερᾶ, νὰ παραπείσουν τὸν Ὅσιο νὰ ἀπαρνηθεῖ τὶς ἅγιες εἰκόνες. Ἀκολούθησε νέα κάθειρξη τοῦ Ἰωάννου, ἡ ὁποία διήρκησε δύο χρόνια, στὸ φρούριο Κριόταυρο τῶν Βουκελλαρίων. Καὶ ἐκεῖ ὑπέστη τὰ πάνδεινα, χωρὶς ὅμως νὰ μετριασθεῖ στὸ παραμικρὸ ὁ ζῆλος του πρὸς τὶς ἱερὲς εἰκόνες.

Ἡ πρόρρησή του ἐπαληθεύθηκε. Ὁ Λέων ὁ Ε’ σφαγιάσθηκε, διαδέχθηκε δὲ αὐτὸν ὁ Μιχαὴλ ὁ Β’. Αὐτὸς σχεδίαζε νὰ συμβιβάσει τὰ ἀντίπαλα στρατόπεδα, δηλαδὴ τῶν φίλων τῆς μεταρρυθμίσεως καὶ τῶν ὑπερασπιστῶν τῶν ἁγίων εἰκόνων, ἐπέτρεψε δὲ στοὺς διωχθέντες ἀπὸ τὸν Λέοντα τὸν Ε’, νὰ ἐπανέλθουν ἀπὸ τὴν ἐξορία τους. Ἐπανῆλθε τότε καὶ ὁ Ὅσιος Ἰωάννης. Ἀλλὰ οἱ ἀντίπαλοι τῶν εἰκόνων ἔπεισαν τὸν βασιλέα νὰ τοῦ ἐπιτρέψει διαμονὴ μόνο στὴ Χαλκηδόνα. Ἔτσι τοῦ ἀπαγορεύθηκε ἡ εἴσοδος στὴν Κωνσταντινούπολη.
Τὸν Μιχαὴλ διαδέχθηκε ὁ υἱὸς του Θεόφιλος, κατὰ τὸ 829 μ.Χ., θιασώτης καὶ αὐτὸς καὶ προστάτης τῆς μεταρρυθμίσεως καὶ ἐχθρὸς τῶν εἰκόνων. Ὁ Ὅσιος Ἰωάννης, τὸ ἔτος 836 μ.Χ., θέλησε νὰ εἰσέλθει στὴν Κωνσταντινούπολη γιὰ νὰ μείνει κοντὰ στοὺς ὁμόφρονές του κληρικούς, στὴν περιοχὴ ἑνὸς ναοῦ. Ἀλλά, ὁ τότε Πατριάρχης Ἰωάννης ὁ Ζ’ ὁ Γραμματικὸς (836 – 842 μ.Χ.) δὲν τὸ ἐπέτρεψε καὶ ἐξόρισε τὸν Ὅσιο στὴ νῆσο Ἀφουσία. Ἐκεῖ ὁ Ὅσιος Ἰωάννης, μετὰ ἀπὸ δυόμισι χρόνια, πιθανῶς τὸ ἔτος 839 μ.Χ., κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Οἱ Ὅσιοι Συμεὼν καὶ Γεώργιος 

Οἱ Ὅσιοι Συμεὼν ὁ νέος Στυλίτης καὶ Γεώργιος ὁ ἀδελφός του εἶναι ἄγνωστοι στοὺς Συναξαριστές. Ἡ μνήμη τοὺς ἀναφέρεται σὲ Κώδικα τῶν Ἱεροσολύμων, ὅπου ὑπάρχει καὶ ἡ Ἀκολουθία τους, ποίημα τοῦ ὑμνογράφου Θεοφάνους.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ὅσιος Εὐλόγιος ὁ λατόμος 

Ὁ Ὅσιος Εὐλόγιος ἔζησε καὶ ἀσκήτεψε στὴ Θηβαΐδα τῆς Αἰγύπτου. Τὸ ἐπάγγελμά του ἦταν λατόμος καὶ ὀνομάσθηκε Ξενοδόχος, διότι εἶχε ἀφιερώσει ὅλο του τὸν βίο στὴν φιλανθρωπία καὶ τὴν φιλοξενία τῶν φτωχῶν καὶ τῶν πασχόντων. Ὁ Ὅσιος φιλοξένησε κάποτε καὶ τὸν Ἀββᾶ Δανιὴλ μὲ τὸν ὑποτακτικό του, ὅταν αὐτοὶ κατέβηκαν στὴν πόλη καὶ ἔμειναν χωρὶς τροφὴ καὶ στέγη.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ὅσιος Εὐλόγιος κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη.

Ὁ Άγιος Στέφανος Επίσκοπος Βλαντιμίρ


Ὁ Ἅγιος Στέφανος ἔζησε στὴ Ρωσία κατὰ τὸν 11ο αἰώνα μ.Χ. καὶ ἀσκήτεψε στὴ Λαύρα τοῦ Κιέβου. Μετὰ τὴν κοίμηση τοῦ Ὁσίου Θεοδοσίου († 3 Μαΐου) ἔγινε ἡγούμενος τῆς ἱερᾶς μονῆς τῶν Σπηλαίων τοῦ Κιέβου. Ἀπὸ τὴ νέα αὐτὴ θέση ἦταν πολὺ δραστήριος καὶ φρόντισε μὲ ἐπιμέλεια γιὰ τὴν κτηριακὴ ὁλοκλήρωση τῆς μονῆς. Παράλληλα ὅμως φρόντιζε καὶ γιὰ τὴν πνευματικὴ αὔξηση τῶν μοναχῶν. Ὅρισε νὰ τελεῖται καθημερινὰ στὴ μονή, ἡ Θεία Λειτουργία ὑπὲρ ἀναπαύσεως τῶν μακαρίων κτιτόρων καὶ τῶν κεκοιμημένων ἀδελφῶν, καθὼς καὶ γιὰ τὴν σωτηρία τῶν ζώντων ἀδελφῶν καὶ ὅλων τῶν Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν.

Ὁ ἐπίβουλος διάβολος ὅμως φθόνησε τὸν ἔνθεο ζῆλο τοῦ Ἁγίου Στεφάνου καὶ ξεσήκωσε μερικοὺς ἀδελφοὺς ἐναντίον τοῦ Ἁγίου ἡγουμένου τους καὶ δημιούργησε ἔτσι μεγάλη ἀναταραχὴ στὴν ἀδελφότητα. Ὁ Ἅγιος ἀναχώρησε ἀπὸ τὴν ἡγουμενία καὶ ἐκδιώχθηκε ἀναίτια ἀπὸ τὴ μονή. Ὡστόσο τὰ ὑπέμεινε ὅλα ἀγόγγυστα, χωρὶς παράπονο καὶ μνησικακία.

Ὁ Θεὸς ὅμως εὐλόγησε τόσο τὸν πιστὸ δοῦλο Του, ὥστε ὁ Ἅγιος Στέφανος ἀξιώθηκε νὰ χτίσει νέα μονὴ στὸ Κλόβ, μὲ πέτρινο ναὸ ἀφιερωμένο στὴν Κατάθεση τῆς Τιμίας Ἐσθῆτος τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου.

Ἡ ἀρετή του προσείλκυσε πολλὲς εὐσεβεῖς ψυχές, ποὺ ἦλθαν κοντά του καὶ δέχθηκαν ἀπὸ τὰ τίμια χέρια του τὸ μοναχικὸ σχῆμα. Ἡ φήμη τοῦ Ἁγίου ἁπλώθηκε σὲ ὅλη τὴ Ρωσικὴ γῆ. Γι’ αὐτό, ὅταν τὸ ἔτος 1091 ὁ Ἐπίσκοπος τοῦ Βλαντιμὶρ κοιμήθηκε, ὁ Ἅγιος Στέφανος χειροτονήθηκε Ἀρχιερέας καὶ διάδοχός του στὸ Βλαντιμὶρ ἀπὸ τὸν Μητροπολίτη Κιέβου Ἰωάννη.
Ὁ Ἅγιος Στέφανος ποίμανε θεοφιλῶς τὸ ποίμνιό του καὶ κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 1094.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ἐγκαίνια τοῦ Ναοῦ τῆς Ἁγίας Εἰρήνης «ἀρχαίας καὶ νέας»

Ἡ ἑορτὴ τῶν ἐγκαινίων τοῦ ναοῦ τῆς Ἁγίας Εἰρήνης, ἀναφέρεται στὸν Πατμιακὸ Κώδικα.
Δὲν ἔχουμε περισσότερες λεπτομέρειες γιὰ τὸ γεγονός.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr