Ὁ Ἅγιος Ἀχίλλιος γεννήθηκε κατὰ τὸ δεύτερο ἥμισυ τοῦ 3ου αἰῶνος μ.Χ. στὴν Καππαδοκία τῆς Μικρᾶς Ἀσίας ἀπὸ εὐσεβεῖς γονεῖς καὶ ἔζησε κατὰ τὴν ἐποχὴ τοῦ αὐτοκράτορος Κωνσταντίνου τοῦ Μεγάλου (306 – 337 μ.Χ.).

Ἀφοῦ ἔτυχε εὐσεβοῦς παιδείας, ἀπὸ θεῖο ζῆλο κινούμενος, ἐπισκέφθηκε τοὺς Ἁγίους Τόπους καὶ στὴ συνέχεια τὴ Ρώμη, ὅπου τὰ λείψανα καὶ οἱ τάφοι τῶν Ἀποστόλων Πέτρου καὶ Παύλου προσείλκυαν τοὺς εὐσεβεῖς Χριστιανούς. Ἀσπάσθηκε τὸ μοναχικὸ σχῆμα καὶ ἐπιδόθηκε στὸ κήρυγμα τοῦ θείου λόγου, περιεχόμενος τὶς διάφορες χῶρες καὶ ἀψηφώντας τὶς ταλαιπωρίες καὶ τοὺς κινδύνους. Ἡ θεοφιλὴς δράση του καὶ τὰ πολλὰ πνευματικὰ χαρίσματα, μὲ τὰ ὁποῖα ἦταν στολισμένος, τὸν ἀνέδειξαν Ἐπίσκοπος Λαρίσης.

Ὁ Ἅγιος Ἀχίλλιος ἔλαβε μέρος στὴν Α’ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, ποὺ ἔγινε τὸ 325 μ.Χ. στὴ Νίκαια τῆς Βιθυνίας τῆς Μικρᾶς Ἀσίας καὶ συνετέλεσε τὰ μέγιστα στὴν καταδίκη τοῦ Ἀρείου.

Ἀφοῦ ἐπέστρεψε στὴ Λάρισα, ἐπιδόθηκε μὲ ζῆλο στὴ στερέωση τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως τοῦ ποιμνίου του, μὲ τὴν ὑποστήριξη δὲ τοῦ αὐτοκράτορος κατόρθωσε νὰ καταστρέψει τοὺς εἰδωλολατρικοὺς ναοὺς καὶ νὰ ἱδρύσει στὴ θέση τους Χριστιανικούς.
Ἔτσι θεοφιλῶς ἀφοῦ ἔζησε ὁ Ἅγιος Ἀχίλλιος καὶ ἀφοῦ ἐπιτέλεσε πολλὰ θαύματα, κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Λαρίσης σε πρόεδρον, καὶ πολιοῦχον λαμπρόν, ἡ χάρις ἀνέδειξεν, ὡς Ἱεράρχην σοφόν, παμμάκαρ Ἀχίλλιε· σὺ γὰρ τὸ τῆς Τριάδος, ὁμοούσιον κράτος, θαύμασί τε καὶ λόγοις, κατετράνωσας κόσμῳ. Ἣν Πάτερ ἐξευμενίζου, τοῖς σὲ γεραίρουσι.

 

Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ’. Τῇ ὑπερμάχῳ.

Τῆς οἰκουμένης τὸν ἀστέρα τὸν ἀνέσπερον

Καὶ Λαρισαίων τὸν ποιμένα τὸν ἀκοίμητον

Τὸν ἀχίλλιον ὑμνήσωμεν ἐκβοῶντες·

Παρρησίαν κεκτημένος πρὸς τὸν Κύριον

Ἐκ παντοίας τρικυμίας ἡμᾶς λύτρωσαι
Τοὺς βοῶντάς σοι, χαίροις Πάτερ Ἀχίλλιε.

 

Μεγαλυνάριον.
Χαίροις τῆς Ἑῴας ἀστὴρ λαμπρός, καὶ τῶν Λαρισαίων, λαμπαδοῦχος καὶ ὁδηγός, χαίροις εὐσεβείας, λειμὼν ὁ ἀνθηφόρος, Ἀχίλλιε παμμάκαρ, Τριάδος πρόμαχε.

Ὁ Ὅσιος Παχώμιος ὁ Μέγας 

Ὁ Ὅσιος Παχώμιος γεννήθηκε τὸ 292 μ.Χ. στὴν Κάτω Θηβαΐδα τῆς Αἰγύπτου ἀπὸ γονεῖς εἰδωλολάτρες καὶ ἔζησε κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορος Κωνσταντίνου τοῦ Μεγάλου (306 – 337 μ.Χ.). Στὸ στρατό, στὸν ὁποῖο κατετάγη, γνωρίσθηκε μὲ Χριστιανοὺς στρατιῶτες καὶ διδάχθηκε ἀπὸ αὐτοὺς τὰ τῆς Χριστιανικῆς πίστεως. Ὅταν δὲ ἀπολύθηκε ἀπὸ τὶς τάξεις τοῦ στρατοῦ, ἐγκατέλειψε τὸν κόσμο καὶ ἀφοῦ μετέβη στὴν Ἄνω Θηβαΐδα, βαπτίσθηκε καὶ ἐκάρη μοναχός.

Ἐπιθυμώντας μεγαλύτερη ἡσυχία, γιὰ νὰ ἀφοσιωθεῖ στὴν ἐρημικὴ ζωὴ καὶ τὴν ἄσκηση, κατέφυγε στὴν ἔρημο καὶ ἐτέθη ὑπὸ τὴν πνευματικὴ καθοδήγηση τοῦ περίφημου ἡσυχαστοῦ Παλάμονος ( 12 Αὐγούστου), τοῦ ὁποίου ἔγινε τέλειος μιμητής.

Μετὰ τὴν κοίμηση τοῦ πνευματικοῦ του πατέρα, περὶ τὸ 320 μ.Χ., κατέφυγε σὲ ἔρημο νησίδα τοῦ Νείλου, στὴ νῆσο Ταβέννη τῆς Ἄνω Θηβαΐδος, ὅπου βοηθούμενος καὶ ἀπὸ τὸν ἀσπασθέντα τὸ μοναχικὸ σχῆμα ἀδελφό του Ἰωάννη, ἵδρυσε μικρὴ μονή.

Ἡ φήμη τῆς ἁγιότητας καὶ τῆς συνέσεώς του, εἵλκυσε πολλοὺς μοναχούς, ἐξαιτίας δὲ τούτου ὁλοένα καὶ μεγάλωνε τὴ μονή του, ὥστε σὲ διάστημα ὀλίγων ἐτῶν αὐτὴ νὰ ἀριθμεῖ περισσότερους ἀπὸ 14.000 μοναχούς. Ἔτσι ὁ Ὅσιος Παχώμιος ἔγινε ἕνας ἀπὸ τοὺς μεγάλους οἰκιστὲς καὶ ἀσκητὲς τῆς ἐρήμου.

Ὁ Ὅσιος Παχώμιος θεωρεῖται θεμελιωτὴς τῆς κοινοβιακῆς ὀργανώσεως τῶν ἀσκητῶν. Ὅπως φαίνεται ἀπὸ τὴ Λαυσαϊκὴ Ἱστορία, βιβλίο ποὺ ἔγραψε ὁ Παλλάδιος περὶ τὸ 420 μ.Χ., οἱ μοναχοὶ τοῦ Παχωμίου, ποὺ ὀνομάζονταν Ταβεννησιῶτες, ζοῦσαν ἀνὰ τρεῖς σὲ μικρὰ οἰκήματα. Ὁ Ὅσιος Παχώμιος ἐπέβαλε στοὺς μοναχοὺς κοινὴ προσευχὴ κάθε πρωὶ καὶ βράδυ (συνολικὰ βέβαια οἱ μοναχοὶ προσεύχονταν, σύμφωνα μὲ τὸν Κανόνα, δώδεκα φορὲς τὴν ἡμέρα καὶ δώδεκα τὴ νύχτα), κοινὴ ἐργασία, κοινὰ ἔσοδα, κοινὲς δαπάνες, κοινὰ γεύματα καὶ ὁμοιόμορφη ἐνδυμασία. Τὰ γεύματά τους ἀποτελοῦνταν ἀπὸ φυτικὲς τροφὲς καὶ τυρί. Κατ’ αὐτὰ οἱ μοναχοὶ δὲν μιλοῦσαν μεταξύ τους καί, γι’ αὐτό, συνεννοοῦνταν μὲ νεύματα. Κάλυπταν δὲ τὰ πρόσωπά τους κατὰ τέτοιο τρόπο, ὥστε νὰ μποροῦν νὰ βλέπουν μόνο τὴν τράπεζα. Ἡ ὁμοιόμορφη στολή τους ἀποτελεῖτο ἀπὸ τὰ ἑξῆς ἐνδύματα: λινὸ χιτώνα («λεβιτωνάριο»), ποὺ ἔφθανε λίγο κάτω ἀπὸ τὰ γόνατα καὶ ζωνόταν μὲ ζώνη, λευκὸ μαλλοφόρο ἔνδυμα αἰγὸς ἢ προβάτου («μηλωτή»), ἐπίσης ζωσμένο, ποὺ ἔφθανε ὡς τὰ γόνατα καὶ εἶχε τὴ μαλλοφόρο ὄψη πρὸς τὰ ἔξω, κωνοειδὲς κουκούλιο, ποὺ στὸ πίσω μέρος ἔφθανε ὡς τοὺς ὤμους, καὶ μικρὸ λινὸ ὠμοφόριο («μαφόριον» ἢ «μαφόριον»), ποὺ κάλυπτε συνήθως τὸν αὐχένα καὶ τοὺς ὤμους. Ὑποδήματα σπανίως χρησιμοποιοῦσαν.

Οἱ Ταβεννησιῶτες μοναχοὶ κοιμοῦνταν καθήμενοι καὶ κοινωνοῦσαν τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων κάθε Σάββατο καὶ Κυριακή. Διαιροῦνταν σὲ εἴκοσι τέσσερα τάγματα, καθένα ἀπὸ τὰ ὁποία χαρακτηρίζονταν μὲ ἕνα γράμμα τῆς ἀλφαβήτου, ἀνάλογα μὲ τὴν κατάσταση καὶ τὸν τρόπο συμπεριφορᾶς ἐκείνων ποὺ τὸ ἀποτελοῦσαν.

Πνεῦμα ὀργανωτικὸ καὶ ἀπαράμιλλος στὴν καθοδήγηση καὶ διακυβέρνηση προσώπων καὶ πραγμάτων, κατόρθωσε νὰ διατηρήσει μεταξὺ τοῦ πλήθους τῆς περὶ αὐτὸν ἀδελφότητας πειθαρχία καὶ ἀγάπη, φροντίζοντας ὡς φιλόστοργος πατέρας γιὰ τὶς πνευματικὲς καὶ ὑλικές τους ἀνάγκες, διὰ δὲ τῶν σοφῶν συμβουλῶν του καὶ τοῦ παραδείγματός του νὰ τοὺς ἐνθερρύνει στὸν ἀγῶνα πρὸς τὴν ἁγιότητα. Λόγω τῆς θεοσεβείας καὶ τῆς θεοφιλοῦς δράσεώς του ὁ Ὅσιος Παχώμιος προικίσθηκε ἀπὸ τὸν Θεὸ διὰ τῆς χάριτος τῆς θαυματουργίας καὶ ἐπιτέλεσε πλεῖστα ὅσα θαύματα.
Τὸ 348 μ.Χ. περιποιούμενος ὁ ἴδιος τοὺς μοναχοὺς ποὺ ἀσθένησαν ἀπὸ πανώλη, ἀρρώστησε καὶ ὁ ἴδιος καὶ μετὰ ἀπὸ λίγο πέθανε. Τὸν Ὅσιο Παχώμιο διαδέχθηκε στὴν ἡγουμενία τῆς μονῆς ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος ὁ Ἡγιασμένος ( 16 Μαΐου).

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

 

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Ἀγελάρχης ἐδείχθης τοῦ Ἀρχιποίμενος, Μοναστῶν τᾶς ἀγέλας Πάτερ Παχώμιε, πρὸς τὴν μάνδραν ὁδηγῶν τὴν ἐπουράνιον, καὶ τὸ πρέπον ἀσκηταῖς, ἐκεῖθεν σχῆμα μυηθείς, καὶ τοῦτο πάλιν μυήσας· νῦν δὲ σὺν τούτοις ἀγάλλῃ, καὶ συγχορεύεις ἐν οὐρανίαις σκηναῖς.

 

Κοντάκιον  Ἦχος β’. Τὴν ἐν πρεσβείαις.
Τὴν τῶν Ἀγγέλων ἐν σώματι πολιτείαν, ἐπιδειξάμενος Παχώμιε θεοφόρε, τούτων καὶ τῆς εὐκλείας ἠξίωσαι, τῷ τοῦ Δεσπότου θρόνῳ, σὺν αὐτοῖς παριστάμενος, καὶ πᾶσι πρεσβεύων θείαν ἄφεσιν.

 

Μεγαλυνάριον.
Πάχος ἀπορρίψας τὸ γεηρόν, πρὸς γνόφον εἰσέδυς, τῶν ἀΰλων θεωριῶν· ὅθεν ἐκομίσω, τὰς θεογράφους πλάκας, Παχώμιε παμμάκαρ, ζωῆς τῆς κρείττονος.

Οἱ Ἅγιοι Τορκουάτος, Κτησιφῶν, Σεκοῦνδος, Ἰνδαλέτιος, Καικίλιος, Ἡσύχιος καὶ Εὐφράσιος οἱ Μάρτυρες 

Οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες Τορκουάτος, Κτησιφῶν, Σεκοῦνδος, Ἰνδαλέτιος, Καικίλιος, Ἡσύχιος καὶ Εὐφράσιος μαρτύρησαν στὴν Ἱσπανία κατὰ τὸν 1ο αἰώνα μ.Χ., ὅπου κήρυξαν τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ, ὅταν ἀπεστάλησαν ἀπὸ τοὺς Ἀποστόλους Πέτρο καὶ Παῦλο. Ὁ Ἅγιος Τορκουάτος κήρυξε στὴν πόλη Γκουάντιξ κοντὰ στὴ Γρανάδα, ὁ Ἅγιος Καικίλιος στὴ Γρανάδα, ὁ Ἅγιος Κτησιφῶν στὴν πόλη Μπέργκα, ὁ Ἅγιος Εὐφράσιος στὴν πόλη Ἀντουγιάρ, ὁ Ἅγιος Ἡσύχιος στὸ Γιβραλτάρ, ὁ Ἅγιος Ἰνδαλέτιος στὴν πόλη Οὔρσι κοντὰ στὴν Ἀλμέρια καὶ ὁ Ἅγιος Σεκοῦνδος στὴν πόλη Ἄβηλα.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

 

Ὁ Ἅγιος Σιμπλίκιος ὁ Μάρτυρας 

Ὁ Ἅγιος Μάρτυς Σιμπλίκιος μαρτύρησε στὴ Σαρδηνία τὸ 304 μ.Χ., ἐπὶ αὐτοκράτορος Διοκλητιανοῦ (284 – 305 μ.Χ.).

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ὅσιος Σιλβανὸς ὁ Ταβεννησιώτης 

Ὁ Ὅσιος Σιλβανὸς ἔζησε τὸν 4ο αἰώνα μ.Χ. καὶ ἀσκήτεψε στὴν Ταβέννη τῆς Ἄνω Θηβαΐδος, κοντὰ στὸν Ὅσιο Παχώμιο τὸν Μέγα. Ὁ Ὅσιος διακρίθηκε γιὰ τὸ χάρισμα τῶν δακρύων, τὸ προφητικὸ δῶρο καὶ τὴν ἀδιάλειπτη προσευχή. Κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ὅσιος Ἱλάριος 

Ὁ Ὅσιος Ἱλάριος ἔζησε κατὰ τὸν 6ο αἰώνα μ.Χ. καὶ γεννήθηκε στὴν Τοσκάνη. Ἀσκήτεψε στὰ Ἀπέννινα Ὄρη ἐπὶ πενήντα δύο χρόνια καὶ κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ 558 μ.Χ.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ὅσιος Βάρβαρος ὁ Μυροβλύτης 

Ὁ Ὅσιος Βάρβαρος ἀνῆκε, σύμφωνα μὲ τὸν ἐγκωμιαστή του Κωνσταντίνο Ἀκροπολίτη καὶ τὸ Συναξάρι, σὲ ληστρικὴ ὁμάδα Ἀράβων, ἡ ὁποία ἐπέδραμε στὴ νότια Ἤπειρο καὶ τὴν Αἰτωλία ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τοῦ αὐτοκράτορος Μιχαὴλ τοῦ Τραυλοῦ (820 – 829 μ.Χ.). Σὲ κάποια σύγκρουση οἱ σύντροφοί του φονεύθηκαν καὶ ἀπὸ τότε ὁ Βάρβαρος περιφερόταν μόνος «λήσταρχος γενόμενος, καὶ ποιῶν ἀβάτους τὰς ὁδούς, οἰκῶν ἐν ὄρεσι καὶ ἁλσώδεσι τόποις». Κατ’ οἰκονομία Θεοῦ κάποια ἡμέρα εἰσῆλθε σὲ ναὸ ποὺ ἦταν ἀφιερωμένος στὸν Ἅγιο Μεγαλομάρτυρα Γεώργιο, σὲ τόπο ποὺ ὀνομαζόταν Νήσα, ὅπου λειτουργοῦσε ὁ ἱερεὺς Ἰωάννης. Κατὰ τὴν ὥρα τῆς ὑψώσεως τῶν Τιμίων Δώρων ὁ ἱερεὺς τὸν εἶδε καὶ προσευχήθηκε μετὰ φόβου στὸν Θεό. Τὴ στιγμὴ ἐκείνη, ὁ Κύριος ἄνοιξε τοὺς ὀφθαλμοὺς τοῦ ληστοῦ, ποὺ εἶδε τοὺς Ἀγγέλους νὰ συλλειτουργοῦν μὲ τὸν ἱερέα. Ὅταν ὁ ἱερεὺς τελείωσε τὴν Θεία Λειτουργία, ὁ Βάρβαρος τὸν ρώτησε: «Ποῦ εἶναι αὐτοὶ ποὺ ἦταν μαζί σου;». Ὁ δὲ ἱερεὺς τοῦ ἐξήγησε ὅτι ἡ Οἰκονομία τοῦ Θεοῦ τὸν ἀξίωσε νὰ δεῖ αὐτὰ ποὺ δὲν μποροῦν νὰ δοῦν τὰ ἀνθρώπινα μάτια, γιὰ νὰ ὁδηγηθεῖ σὲ μετάνοια. Ὁ Βάρβαρος ἀμέσως ἀπέβαλε τὰ λησταρχικὰ ὅπλα, μετανόησε, ἄρχισε τὴν ἄσκηση καὶ βαπτίσθηκε. Ὁ ἀσκητικὸς ἀγῶνας στὴν περιοχὴ Τρύφου τοῦ Ξηρομέρου (ἢ Ξηρομένων) Αἰτωλοακαρνανίας ἔγινε μεγαλύτερος. Ἐπὶ τρία ἔτη ἀγωνίσθηκε πνευματικὰ καὶ «πεποίηκε χρόνους τρεῖς κυλιόμενος ὡς τετράπους καὶ ἐσθίων χοῦν καὶ βοτάνας τὰς φυομένας, κλαίων καὶ ὀδυρόμενος, κατακοπτομένων αὐτοῦ τῶν σαρκῶν». Μία νύχτα, ἕνας γεωργὸς ποὺ ἔτρωγε σὲ ἐκεῖνον τὸν τόπο ποὺ ἀσκήτευε ὁ Ὅσιος, τὸν φόνευσε κατὰ λάθος, νομίζοντας ὅτι εἶναι θηρίο.

Ὁ τάφος του ἀνέδιδε μύρο καὶ ὁ Ὅσιος ἐπιτελοῦσε θαύματα πολλά. Ἡ Ἐκκλησία τιμᾶ τὴν ἱερὴ μνήμη του στὶς 15 Μαΐου.
Ὁ Ὅσιος ἀναφέρεται στὴν τοπικὴ ἁγιολογία τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας καὶ Κέρκυρας ὡς Ὅσιος Βάρβαρος ὁ Πενταπολίτης, ἡ ὁποία τιμᾶ τὴν μνήμη του στὶς 23 Ἰουνίου.

Μέχρι σήμερα στὴν Αἰτωλοακαρνανία μιλοῦν γιὰ τὸ σπήλαιο, ὅπου ὁ Ἅγιος Βάρβαρος πέρασε τὰ δέκα ὀκτὼ χρόνια τῆς ἀσκήσεώς του καὶ τὸ ἁγίασμά του. Σύμφωνα μὲ αὐτὴν τὴν ἀναφορὰ τὸ 1571 μ.Χ. ἕνας Βενετὸς στρατιωτικός, ὀνόματι Σκλαβοῦνος, ποὺ ἔλαβε μέρος στὴ ναυμαχία τῆς Ναυπάκτου, ἀσθένησε ξαφνικὰ ἀπὸ θανατηφόρα ἀσθένεια. Ὁ ἀσθενὴς βλέπει τὸν Ὅσιο σὲ ὅραμα, ὁ ὁποῖος τὸν καλεῖ νὰ προσκυνήσει τὸν τάφο του, γιὰ νὰ θεραπευθεῖ. Πράγματι, ὅταν ἔφθασε στὸν τάφο τοῦ Ὁσίου, προσκύνησε μὲ εὐλάβεια καὶ ἔγινε καλά. Θέλοντας νὰ τιμήσει τὸν Ὅσιο Βάρβαρο ἔκανε ἀνακομιδὴ τῶν λειψάνων του μὲ σκοπὸ νὰ τὰ μεταφέρει στὴ Βενετία. Περνώντας ἀπὸ τὴν Κέρκυρα γιὰ ἀνεφοδιασμό, σταμάτησε στὸ χωριὸ Ποταμός, ὅπου θεραπεύθηκε ἕνας παράλυτος νέος. Γι’ αὐτὸ καὶ σήμερα ὑπάρχει ἐκεῖ ναὸς ἀφιερωμένος στὸν Ὅσιο.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ὅσιος Πανηγύριος ὁ ἐκ Κύπρου 

Ὁ Ὅσιος Πανηγύριος ἔζησε καὶ ἔδρασε στὴ Μαλούντα, ἕνα χωριὸ τῆς ἐπαρχίας Λευκωσίας τῆς Κύπρου. Ἦταν μοναχὸς καὶ ἡ φήμη τῆς ἁγιότητός του ἔφθασε μέχρι τὸν Ἐπίσκοπο τῆς περιοχῆς, ὁ ὁποῖος τὸν κάλεσε καὶ τὸν χειροτόνησε πρεσβύτερο. Μὲ βαθιὰ εὐγνωμοσύνη ὁ εὐλαβὴς ἀσκητὴς ἀποδέχθηκε τὴ μεγάλη τούτη τιμή, ὥστε ἀπὸ τὸν ὑμνογράφο του νὰ χαρακτηρίζεται «τῶν ἱερέων τὸ ἐγκαλλώπισμα καὶ τῶν Ὁσίων τὸ κλέος».

Ὁ Ἅγιος Θεὸς χάρισε στὸν Ὅσιο καὶ τὸ δῶρο τῆς θαυματουργίας. Ἔτσι, ἐπιτελοῦσε πολλὰ θαύματα γιὰ τὴ δόξα τοῦ Θεοῦ καὶ τὴ σωτηρία τῶν ἀνθρώπων.
Ὁ Ὅσιος Πανηγύριος κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος α’. Θείας πίστεως.
Τῶν Κυπρίων τὸ κλέος, Μαλουντίων τὸ καύχημα καὶ θαυματουργὸς ἀνεδείχθης, θεοφόρε Πατὴρ ἡμῶν Πανηγύριε· ἱερωσύνης ἐνεδύσω τὴν στολὴν καὶ θαυμάτων τε πηγὴ ἀνεδείχθης, τοῖς προστρέχουσιν ἐν πίστει ἐν τῷ πανσέπτῳ καὶ θείῳ τεμένει σου. Δόξα τῷ οὕτως εὐδοκήσαντι Θεῷ, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα τῷ δωρησαμένῳ σε ἡμῖν πρέσβυν ἀκοίμητον.

Μνήμη ἐν τῷ περιτειχίσματι καὶ ἡ ἀνάδειξις τῆς ἀχειροποιήτου εἰκόνος ἐν Καμουλιανοῖς 

Ἡ μνήμη τῆς ἑορτῆς αὐτῆς ἀναγράφεται στὸ Λαυριωτικὸ Κώδικα. Ἡ διήγηση περὶ τῆς εὑρέσεως τῆς ἀχειροποιήτου εἰκόνος τοῦ Κυρίου ἀπὸ τὴν εἰδωλολάτρισσα καὶ μετέπειτα Χριστιανὴ Ἀκυλίνα , μέσα σὲ ἕνα κιβώτιο ἀποδόθηκε στὸν Ἅγιο Γρηγόριο Νύσσης, ἀλλὰ εἶναι ψευδεπίγραφη.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ἅγιος Ἡσαΐας ὁ Θαυματουργός Ἐπίσκοπος Ροστώβ 

Ὁ Ἅγιος Ἡσαΐας γεννήθηκε στὴ γῆ τοῦ Κιέβου ἀπὸ εὐγενεῖς καὶ φιλόθεους γονεῖς, ποὺ τοῦ ἔδωσαν χριστιανικὴ ἀγωγή. Ἀπὸ τὰ νεανικά του χρόνια ἀγάπησε τὸν Χριστό, περιφρόνησε ὅλες τὶς κοσμικὲς ἀπολαύσεις καὶ ἦλθε στὴ μονὴ τῶν Σπηλαίων, γιὰ νὰ γίνει μοναχός. Ἡγούμενος ἦταν τότε ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος, ποὺ διεῖδε μὲ τὴν χαρισματική του διάνοια τὴν μελλοντικὴ ἐξέλιξη τοῦ νέου καὶ τὸν ἔνδυσε μὲ τὸ μοναχικὸ ἔνδυμα. Ἀπὸ τότε ὁ Ἡσαΐας ἀφιερώθηκε «ψυχή τε καὶ σώματι» στὸν Νυμφίο Χριστὸ καὶ ἄρχισε μία αὐστηρὴ ἀσκητικὴ ζωή.

Ἦταν ἁπλός, ταπεινός, ὑπάκουος, ἀφιλάργυρος, φιλάνθρωπος, γνήσιος ἐνσαρκωτὴς τῆς ἀγγελικῆς ζωῆς. Καὶ ἐπειδὴ «οὐ δύναται πόλις κρυβήναι ἐπάνω ὄρους κειμένη», ἡ φήμη τῆς ἀρετῆς καὶ τῆς ἁγιότητός του διαδόθηκε σὲ ὅλη τὴ χώρα καὶ ἔφθασε μέχρι τὰ αὐτιὰ τοῦ μεγάλου ἡγεμόνος Ἰζιασλάβου Παροσλάβιτς.

Τότε ἐκεῖνος ἄρχισε νὰ παρακαλεῖ ἐπίμονα τὸν Ὅσιο Θεοδόσιο νὰ δώσει τὴν εὐλογία του, γιὰ νὰ τοποθετηθεῖ ὁ Ἡσαΐας ἡγούμενος στὸ μοναστήρι τοῦ Ἁγίου Δημητρίου, μία καὶ ὁ μακάριος Βαρλαὰμ εἶχε κοιμηθεῖ ἐν Κυρίῳ.

Ὁ θεοφώτιστος Θεοδόσιος πληροφορήθηκε ἐσωτερικὰ ἀπὸ τὸ Πανάγιο Πνεῦμα ὅτι ἦταν θέλημα Θεοῦ νὰ ἀναλάβει ὁ ὑποτακτικός του τὴ διακονία τοῦ ἡγουμένου. Ἔτσι ἔδωσε τὴν συγκατάθεση καὶ τὴν εὐλογία νὰ γίνει ὁ Ἡσαΐας ἡγούμενος. Καὶ ἐκεῖνος, μὴ θέλοντας νὰ παρακούσει, σήκωσε μὲ πόνο τὸ βαρὺ φορτίο καὶ ἔγινε ὁ ποιμένας ὁ καλὸς τῶν μοναχῶν τῆς νέας μονῆς του.

Οὔτε ὁ τρόπος τῆς ζωῆς του ἄλλαξε, οὔτε τὸ ταπεινὸ φρόνημά του ἀλλοιώθηκε ἀπὸ τὸ ἀξίωμα ποὺ ἀνέλαβε. Ὁ νοῦς του ἦταν πάντοτε προσκολλημένος  στὴ μνήμη τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ θανάτου, τῆς κρίσεως καὶ τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν. Γι’ αὐτὸ συνέχιζε, μὲ περισσότερο τώρα ζῆλο, τὶς ἀσκήσεις καὶ τοὺς ἀγῶνες του καὶ γινόταν ζωντανὸ παράδειγμα ἀγγελικῆς βιοτῆς γιὰ τοὺς ὑποτακτικούς του, καλώντας τους στὶς κορυφὲς τῶν ἀρετῶν καὶ ἐκπληρώνοντας πάντοτε πρῶτος ἐκεῖνο ποὺ ζητοῦσε ἀπὸ τοὺς ἄλλους.

Ὁ ἡγεμόνας Ἰζιασλάβος χαιρόταν καὶ εὐγνωμονοῦσε τὸν Θεὸ καὶ τὸν Ὅσιο Θεοδόσιο, ποὺ ἔστειλαν στὴ μονὴ τοῦ Ἁγίου Δημητρίου αὐτὸν τὸν ἔμψυχο ἀδάμαντα. Ἀλλὰ περισσότερο ὁ Κύριος δόξασε τὸν πιστὸ δοῦλο του, τιμώντας τον μὲ τὸ ὑψηλὸ καὶ θεῖο ἀρχιερατικὸ ἀξίωμα. Μετὰ τὴν μακαρία κοίμηση τοῦ θεοφιλοῦς Λεοντίου, ἐπισκόπου τοῦ Ροστώβ, ὁ Ἅγιος Ἡσαΐας, μὲ κοινὴ βουλὴ Θεοῦ καὶ ἀνθρώπων, ἀναδείχθηκε Ἐπίσκοπος σὲ ἐκείνη τὴν ἐπαρχία.

Ὅταν ἦλθε στὴ θεόσωστη γῆ τοῦ Ροστώβ, ὁ Ἅγιος ποιμενάρχης βρῆκε πολλοὺς Χριστιανούς, πρόσφατα βαπτισμένους ἀλλὰ ἀστερέωτους στὴν πίστη. Εἶχαν κρατήσει πολλὲς παλαιὲς εἰδωλολατρικὲς συνήθειες καὶ διέπρατταν, ἀπὸ ἄγνοια, σοβαρὰ ἁμαρτήματα. Ἄρχισε τότε ὁ Ἅγιος ἕνα δύσκολο καὶ κοπιαστικὸ ποιμαντικὸ ἀγώνα, γιὰ τὴ διαφώτιση καὶ τὴν στήριξη τοῦ ποιμνίου του στὴν πίστη καὶ τὴν διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ. Περιόδευε ἀκατάπαυστα στὶς πόλεις καὶ τὰ χωριὰ τῆς περιοχῆς τοῦ Ροστὼβ καὶ τῆς Σουζδαλίας. Κατηχοῦσε, κήρυττε, νουθετοῦσε, δίδασκε, διέλυε τὶς πλάνες, κατέλυε τὰ προπύργια τοῦ νοητοῦ ἐχθροῦ. Ὅπου ἔβλεπε νὰ ὑπάρχουν ἀκόμα εἴδωλα ἢ εἰδωλολατρικοὶ ναοί, ἔδινε ἐντολὴ νὰ κατεδαφισθοῦν ἢ νὰ παραδοθοῦν στὴ φωτιὰ καὶ ἔπειτα δίδασκε στοὺς κατοίκους τὴν Ὀρθόδοξη πίστη στὴν Ἁγία καὶ Ὁμοούσιο καὶ Ζωαρχικὴ Τριάδα. Ὅσοι ἀπὸ τοὺς ἀβάπτιστους Ρώσους πίστευαν, βαπτίζονταν ἀπὸ τὸν Ὅσιο Ἱεράρχη στὸ Ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Καὶ ὅσοι δὲν πίστευαν μὲ τὴν κατήχηση καὶ τὸ κήρυγμα, πείθονταν μὲ τὰ ὑπερφυσικὰ θαύματα καὶ σημεῖα ποὺ ἐπιτελοῦσε ὁ Ἅγιος μὲ τὴν δύναμη τοῦ Θεοῦ. Ἀλλὰ καὶ τὶς πιὸ σκληρὲς καρδιὲς τὶς λύγιζε ἡ ἀγάπη, ἡ εὐσπλαχνία, ἡ ἀκακία καὶ ἡ μακροθυμία τοῦ Ἁγίου. Ἦταν παρηγορητὴς τῶν θλιβομένων, τροφὸς τῶν πεινασμένων, προστάτης τῶν χηρῶν καὶ ὀρφανῶν, βοηθὸς τῶν φτωχῶν, ὑπερασπιστὴς τῶν ἀδικουμένων.
Ὁ Ἅγιος Ἠσαΐας κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ 1090.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ὅσιος Ἡσαΐας ὁ Θαυματουργός

Ὁ Ὅσιος Ἡσαΐας ἔζησε κατὰ τὸν 10ο καὶ 11ο αἰώνα μ.Χ. καὶ ἀσκήτεψε στὴ Λαύρα τῶν Σπηλαίων τοῦ Κιέβου. Κοιμήθηκε ὁσίως μὲ εἰρήνη τὸ 1115.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ὅσιος Ἀνδρέας ὁ Ἐρημίτης ὁ Θαυματουργός

Ὁ Ὅσιος Ἀνδρέας ὁ Ἐρημίτης ἔζησε κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ δεσπότου τῆς Ἠπείρου Μιχαὴλ Β’ τοῦ Κομνηνοῦ (1237 – 1271) καὶ καταγόταν ἀπὸ τὸ χωριὸ Μονοδένδρι Ζαγορίου Ἰωαννίνων.

Σύμφωνα μὲ τὸ Συναξάρι, ἐπειδὴ ζήλωσε τὸν ἀσκητικὸ βίο, ἐγκατέλειψε τὰ ἐγκόσμια καὶ ἦλθε καὶ κατοίκησε σὲ σπήλαιο, στὸ ὄρος Καλάνα τῆς ἐπαρχίας Βάλτου, τὸ ὁποῖο βρίσκεται μεταξὺ Αἰτωλοακαρνανίας καὶ Εὐρυτανίας.
Ὁ Κύριος, κατὰ τὸν βιογράφο του, ἔδωσε θαυμαστὸ σημεῖο, κατὰ τὴν κοίμηση τοῦ Ὁσίου, γιὰ νὰ τὸν δοξάσει: «Οὐράνιο φῶς καὶ ἀναμμένες λαμπάδες κατέβαιναν ἀπὸ τὸν οὐρανὸ στὸ σημεῖο ποὺ βρισκόταν τὸ τίμιο λείψανό του». Μόλις πληροφορήθηκε τὸ γεγονὸς ἡ βασίλισσα τῆς Ἄρτας, Ἁγία Θεοδώρα, συγκέντρωσε τὴν σύγκλητο καὶ μετέβησαν στὸ μέρος ποὺ βρισκόταν τὸ ἱερὸ λείψανο καὶ τὸ ἐνταφίασαν ἔξω ἀπὸ τὸ σπήλαιο μὲ τιμὲς καὶ εὐλάβεια. Ἔδωσε δὲ ἐντολὴ νὰ κτίσουν ναὸ πρὸς τιμὴν τοῦ Ὁσίου.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ὅσιος Παχώμιος ὁ Ἀναχωρητής 

Ὁ Ὅσιος Παχώμιος, τῆς Νερέκτα, κατὰ κόσμον Ἰάκωβος, γεννήθηκε ἀπὸ μία ἱερατικὴ οἰκογένεια στὸ Βλαντιμὶρ τοῦ Κλιάζμα. Ὁ πατέρας του ἦταν ὁ ἱερεὺς Ἰγνάτιος, ὁ ὁποῖος διακονοῦσε στὸ ναὸ τοῦ Ἁγίου Νικολάου. Ἡ οἰκογένειά του τὸν ἔστειλε στὸ σχολεῖο καὶ σὲ ἡλικία ἑπτὰ ἐτῶν ὁ Ὅσιος εἶχε μάθει πολὺ καλὰ τὴν Ἁγία Γραφή.

Ποθώντας τὸν μοναχικὸ βίο κατέφυγε στὴ μονὴ τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου τοῦ Βλαντιμὶρ καὶ ἔγινε μοναχός.

Γιὰ μεγαλύτερη ἄσκηση ὁ Ὅσιος ἔφυγε ἀπὸ τὴ μονὴ καὶ πῆγε στὰ περίχωρα τῆς Νερέκτα. Ἐδῶ, στὸν ποταμὸ Γκριντένκα, βρῆκε ἕνα κατάλληλο μέρος γιὰ μοναστήρι, ἕνα ὑπερυψωμένο τοπίο, σὰ νησί, μέσα στὸ πυκνὸ δάσος. Ὁ Ὅσιος ζήτησε ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους νὰ κτίσουν ἕνα μοναστήρι στὴν περιοχὴ τοῦ Σιπάνοβο, στὰ σύνορα μὲ τὴν πόλη Κοστρόμα. Οἱ κάτοικοι τῆς Νερέκτα μὲ χαρὰ συναίνεσαν καὶ βοήθησαν στὴν ἀνέγερση τῆς μονῆς. Ὁ Ὅσιος Παχώμιος ἁγιογράφησε  μία εἰκόνα τῆς Ἁγίας Τριάδος καὶ ἀφοῦ ἔψαλλε τὸν Παρακλητικὸ Κανόνα, τὴν μετέφερε στὸ μέρος ὅπου θὰ ἔκτιζε τὸ ναό, ἀφιερωμένο στὴν Ἁγία Τριάδα. Ὅταν ἡ κατασκευὴ ὁλοκληρώθηκε, ὁ Ὅσιος Παχώμιος ὀργάνωσε τὸ νέο μοναστήρι, τὸ ὁποῖο σύντομα ἄρχισε νὰ προσελκύει μοναχούς.

Στὸ νέο μοναστήρι οἱ μοναχοὶ ἔπρεπε ἀπὸ μόνοι τους νὰ καλλιεργοῦν τὴ γῆ καὶ νὰ τρέφουν τοὺς ἑαυτοὺς τους μὲ τὸν μόχθο τῶν χεριῶν τους. Ὁ Ὅσιος ἔδιδε πρῶτος τὸ παράδειγμα γιὰ τοὺς ἀδελφοὺς μὲ τὴν ἐργασία του.

Ὁ Ὅσιος Παχώμιος κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη σὲ βαθὺ γῆρας τὸ 1384, καὶ ἐνταφιάσθηκε στὸ ναὸ τῆς Ἁγίας Τριάδος, τὸν ὁποῖο καὶ ἔκτισε.
Ἡ Ἐκκλησία τιμᾶ, ἐπίσης, τὴν μνήμη τοῦ Ὁσίου Παχωμίου στὶς 23 Μαρτίου, ἡμέρα τῆς κοιμήσεώς του.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ὅσιος Εὐφρόσυνος ὁ Θαυματουργός 

Ὁ Ὅσιος Εὐφρόσυνος, κατὰ κόσμον Ἐλεάζαρ, γεννήθηκε περὶ τὸ 1386 στὸ χωριὸ Βιντελεμπιέ, κοντὰ στὸ Πσκώφ. Ἀπὸ τὸ ἴδιο χωριὸ καταγόταν ὁ Ὅσιος Νίκανδρος τοῦ Πσκὼφ ( 24 Σεπτεμβρίου).

Οἱ γονεῖς του Ἐλεάζαρ ἤθελαν νὰ νυμφεύσουν τὸν υἱό τους, ἀλλὰ αὐτὸς ἐγκατέλειψε τὴν πατρικὴ οἰκία καὶ κατέφυγε στὴ μονὴ τοῦ Σνετνογκόρσκϊυ, ὅπου ἔγινε μοναχός.

Περὶ τὸ 1425, ἐπιθυμώντας ὁ Ὅσιος νὰ ζήσει σὲ ἀπομόνωση, γιὰ νὰ ἀφοσιωθεῖ στὴν ἀδιάλειπτη προσευχή, μὲ τὴν εὐλογία τοῦ ἡγουμένου τῆς μονῆς ἐγκαθίσταται σὲ ἕνα ἀπομονωμένο κελλὶ στὸν ποταμὸ Τόλβα, ὄχι μακριὰ ἀπὸ τὸ Πσκώφ. Ἐδῶ εἶδε σὲ ὅραμα τοὺς τρεῖς Οἰκουμενικοὺς Διδασκάλους τῆς Ἐκκλησίας, τὸν Μέγα Βασίλειο, τὸν Γρηγόριο τὸν Θεολόγο καὶ τὸν ἱερὸ Χρυσόστομο, οἱ ὁποῖοι τοῦ ὑπέδειξαν τὸν τόπο ὅπου θὰ οἰκοδομοῦσε μία ἐκκλησία ἀφιερωμένη σὲ αὐτούς. Ἀμέσως μετά, τὸν πλησίασε ἕνας εὐσεβὴς μοναχὸς μὲ τὸ ὄνομα Σεραφεὶμ καὶ γύρω ἀπὸ τὸν Ὅσιο Εὐφρόσυνο ἄρχισαν νὰ συναθροίζονται καὶ ἄλλοι ἀσκητὲς ποὺ ἐπιθυμοῦσαν νὰ ζήσουν μαζί του τὸν ἀναχωρητικὸ βίο.

Τὸ 1477 ὁ Ὅσιος Εὐφρόσυνος κατασκεύασε στὴν τοποθεσία ποὺ τοῦ εἶχε ὑποδειχθεῖ, μία ἐκκλησία ἀφιερωμένη στοὺς τρεῖς Ἱεράρχες καὶ τὸν Ὅσιο Ὀνούφριο καὶ κελλιὰ γιὰ τὴν ἀδελφότητα καὶ ἄρχισε νὰ δέχεται ὅσους εἶχαν ἀνάγκη πνευματικὴ καθοδήγηση. Σὲ ὅσους μοναχοὺς τὸν ἐπισκέπτονταν ὁ Ὅσιος ἔλεγε νὰ ζήσουν σύμφωνα μὲ τὸν μοναχικὸ κανόνα ποὺ ὁ ἴδιος εἶχε φτιάξει. Αὐτὸς ὁ κανόνας στὴν πραγματικότητα ἦταν μία διδασκαλία γιὰ τὴν ἀληθινὴ εὐαγγελικὴ ζωὴ ποὺ πρέπει νὰ ζεῖ ἕνας μοναχός.

Ἀπὸ ταπείνωση καὶ διάθεση νὰ ἀφιερωθεῖ στὴν προσευχή, ὁ Ὅσιος δὲν ἀνέλαβε ποτὲ τὰ καθήκοντα τοῦ ἡγουμένου, ἀλλὰ συνέχισε νὰ ζεῖ ὡς ἐρημίτης λίγο μακριά, στὶς ὄχθες τῆς λίμνης τοῦ Πσκώφ.
Ὁ Ὅσιος Εὐφρόσυνος κοιμήθηκε σὲ ἡλικία ἐνενήντα πέντε ἐτῶν, τὸ 1481. Στὸν τάφο του τοποθετήθηκε ἡ εἰκόνα του, εἰκονογραφημένη ἀπὸ τὸν μαθητὴ του Ἰγνάτιο, ὅταν ἀκόμα ὁ Ὅσιος Εὐφρόσυνος ἦταν στὴ ζωὴ καὶ ἡ διαθήκη ποὺ ὁ ἴδιος ἄφησε στὴν ἀδελφότητα καὶ ἔγραψε μὲ τὰ ἴδια του τὰ χέρια σὲ περγαμηνὴ καὶ ἐπικύρωσε μὲ μολυβένια σφραγίδα ὁ Ἐπίσκοπος τοῦ Νόβγκοροντ, Θεόφιλος.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ὅσιος Σεραπίων τοῦ Πσκώφ 

Ἡ Ἐκκλησία τιμᾶ τὴν μνήμη τοῦ Ὁσίου Σεραπίωνος στὶς 8 Σεπτεμβρίου, ὅπου καὶ ὁ βίος του.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ἅγιος Δημήτριος ὁ Θαυματουργός ὁ πρίγκιπας

Ὁ Ἅγιος Δημήτριος (Ἰβάνοβιτς) γεννήθηκε στὴ Μόσχα τὸ 1581. Ἦταν υἱὸς τοῦ τσάρου Ἰβὰν Δ’ τοῦ Τρομεροῦ ἀπὸ τὸν ἕβδομο γάμο του, ἀποδόθηκε σὲ αὐτὸν ὁ τίτλος τοῦ «τσάρεβιτς», δηλαδὴ τοῦ διαδόχου τοῦ θρόνου, καθ’ ὅσον ὑπῆρχε φόβος μὴν πεθάνει ἄτεκνος ὁ πρεσβύτερος ἀδελφὸς αὐτοῦ, Θεόδωρος. Αὐτός, ἀφοῦ ἀνῆλθε στὸν θρόνο, ἄφησε ὅλη τὴν ἐξουσία στὸ γυναικαδελφό του Βορὶς Γκουτουνώφ, ὁ ὁποῖος, φιλοδοξώντας τὴν κατάληψη τοῦ θρόνου, ἀποφάσισε νὰ ἀπαλλαγεῖ ἀπὸ τὸν Δημήτριο. Περιόρισε, λοιπόν, τὸ νεαρὸ τσάρο στὸ Οὔγκλιχ μαζὶ μὲ τὴν μητέρα του Μαρία Θεοδώροβνα.

Ὁ νεαρὸς Δημήτριος εἶχε ἐμπνεύσει στοὺς Ρώσους μεγάλες ἐλπίδες, οἱ ὁποῖες χάθηκαν ἀπὸ τὸν αἰφνίδιο θάνατό του. Ὁ θάνατός του, τὸ 1591, παρέμεινε μυστηριώδης, μεταξὺ δὲ τῶν ἱστορικῶν ὑπάρχουν διαφωνίες, ἐὰν ἐπῆλθε τυχαία ἢ κατόπιν ἐγκλήματος. Ἡ ἱστορία ὅμως στιγμάτισε ὡς ἠθικὸ αὐτουργὸ τῆς δολοφονίας του, τὸν Γκουτουνώφ.
Ἡ Ἐκκλησία ἑορτάζει τὴν μετακομιδὴ τῶν ἱερῶν λειψάνων αὐτοῦ στὶς 3 Ἰουνίου.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ὅσιος Παχώμιος τοῦ Κένο

Ὁ Ὅσιος Παχώμιος τοῦ Κένο ἔζησε τὸν 15ο καὶ 16ο αἰώνα μ.Χ. στὴ Ρωσία καὶ ἀσκήτεψε στὴ μονὴ τῆς Μεταμορφώσεως κοντὰ στὴν περιοχὴ τῆς λίμνης Κένο, στὴν ἐπαρχία τῆς Καργκοπόλ. Κοιμήθηκε ὁσίως μὲ εἰρήνη.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ἀνακομιδὴ Τιμίων Λειψάνων Ἁγίου Τύχωνος Ἐπισκόπου Ζαντόνκ

Ἡ Ἐκκλησία τιμᾶ τὴν μνήμη τοῦ Ἁγίου Τύχωνος, Ἐπισκόπου τοῦ Ζαντὸνκ στὶς 13 Αὐγούστου, ὅπου καὶ ὁ βίος του.
Ἡ ἀνακομιδὴ τῶν ἱερῶν λειψάνων τοῦ Ἁγίου Τύχωνος ἔγινε τὸ 1846 κατὰ τὴν διάρκεια τῆς ἀνεγέρσεως τοῦ νέου καθεδρικοῦ ναοῦ τοῦ Ζαντόνκ.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ἅγιος Νικόλαος ὁ Ἱερομάρτυρας

Ὁ Ἅγιος Ἱερομάρτυς Νικόλαος (Κεδρώφ) ἦταν πρεσβύτερος στὴν πόλη Γιαράνκ, κοντὰ στὴν ἐπαρχία Βυάτκα τῆς Ρωσίας. Ἀπὸ τὸν γάμο του μὲ τὴν πρεσβυτέρα Ἐλισάβετ ἀπέκτησε τρεῖς υἱούς, τοὺς Ἱερομάρτυρες Παχώμιο καὶ Ἀβέρκιο, τὸν Μιχαὴλ Ἐπίσκοπο τῆς πόλεως Βρασλάβα τῆς Πολωνίας καὶ μία θυγατέρα, τὴν Βέρα.
Ὁ Ἅγιος Ἱερομάρτυς Νικόλαος μαρτύρησε τὸ 1936.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ἅγιος Ἀβέρκιος ὁ Ἱερομάρτυρας 

Ὁ Ἅγιος Ἱερομάρτυς Ἀβέρκιος, κατὰ κόσμον Πολύκαρπος Κεδρώφ, γεννήθηκε στὶς 2 Μαρτίου 1879 στὴν πόλη Γιαρὰνκ τῆς ἐπαρχίας Βυάτκα ἀπὸ εὐσεβεῖς καὶ φιλόθεους γονεῖς, τὸν Ἱερομάρτυρα Νικόλαο καὶ τὴν Ἐλισάβετ. Σπούδασε στὴ Θεολογικὴ Σχολὴ τῆς Βυάτκα καὶ στὴ Θεολογικὴ Ἀκαδημία τῆς Ἁγίας Πετρουπόλεως. Στὶς 2 Ἰουλίου 1910 ἔγινε μοναχὸς ἀπὸ τὸν Ἀρχιεπίσκοπο τῆς Φιλανδίας Σέργιο Στραγκορόντσκυ, ὀνομάσθηκε Ἀβέρκιος καὶ στὶς 5 τοῦ ἰδίου ἔτους εἰσῆλθε στὴν ἱερωσύνη. Ἀνέλαβε καθήκοντα διευθυντοῦ τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Σχολῆς τοῦ Ζχιτομὶρ καὶ στὶς 27 Ἰουνίου 1915 ἐξελέγη Ἐπίσκοπος τῆς περιοχῆς.

Ὁ Ἅγιος Ἀβέρκιος συνελήφθη γιὰ πρώτη φορὰ ἀπὸ τὸ σοβιετικὸ καθεστὼς τὸ 1922 καὶ ἐξορίσθηκε στὸ Οὐζμπεκιστάν. Κατὰ τὴν περίοδο ἐκείνη ἀγωνίσθηκε κατὰ τῆς αὐτοκεφαλίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Οὐκρανίας. Τὸ 1925 ζοῦσε στὴ Μόσχα καὶ παρευρέθηκε στὴν κηδεία τοῦ Πατριάρχου Τύχωνος. Συνελήφθη ἐκ νέου τὸ 1926 καὶ φυλακίσθηκε στὸ Ζχιτομίρ. Κατόπιν μεταφέρθηκε στὴ φυλακὴ Μπουτύρκι στὴ Μόσχα.
Ὁ σθεναρὸς Ἀβέρκιος, μαζὶ μὲ τὸν ἀδελφό του Ἀρχιεπίσκοπο Παχώμιο, ὑπέγραψε μία ἐπιστολὴ κατὰ τῆς «κρατικῆς θρησκείας», τὴν ὁποία τὸ ἄθεο καθεστὼς προσπαθοῦσε νὰ ἐπιβάλει.
Τὸ 1929 φυλακίσθηκε στὸ Μπουτύρκι καὶ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 1930 ἐξορίσθηκε στὴν πόλη τοῦ Ἀρχαγγέλσκ. Ἀπὸ τὸ 1933 μέχρι τὸ 1934 ἦταν ἐξόριστος στὴν πόλη Βὶρκ στὴν Μπασκιρία, ὅπου συνελήφθη καὶ καταδικάσθηκε, τὸ 1937, στὸν διὰ τυφεκισμοῦ θάνατο.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ἅγιος Παχώμιος ὁ Ἱερομάρτυρας Ἀρχιεπίσκοπος Τσέρνιγκωφ

Ὁ Ἅγιος Ἱερομάρτυς Παχώμιος, κατὰ κόσμον Πέτρος Κεδρώφ, γεννήθηκε στὶς 30 Ἰουλίου 1876 στὴν πόλη Γιαρὰνκ τῆς ἐπαρχίας Βυάτκα καὶ ἦταν ὁ μεγαλύτερος ἀδελφὸς τοῦ Ἁγίου Ἱερομάρτυρος Ἀβερκίου. Ἀπὸ τὴν φύση του ὁ Πέτρος ἦταν ταπεινὸς καὶ πρᾶος καὶ ἀγαποῦσε πολὺ τὴν Ἐκκλησία. Μετὰ τὶς ἐγκύκλιες σπουδές του φοίτησε στὴν θεολογικὴ ἀκαδημία τοῦ Καζάν, ὅταν διευθυντὴς ἐκεῖ ἦταν ὁ Ἐπίσκοπος Ἀντώνιος (Χαροποβίτσκϊυ).

Ὁ Πέτρος εἶχε τόση ἁπλότητα, ποὺ ἀποφάσισε νὰ ἐκπληρώσει κυριολεκτικὰ τὴν ἐντολὴ τοῦ Κυρίου, ποὺ λέγει: «Καὶ ἂν κάτι τόσο σπουδαῖο σὰν τὸ δεξί σου μάτι σὲ σκανδαλίζει, βγάλε το καὶ πέταξε το. Γιατί σὲ συμφέρει νὰ χάσεις ἕνα μέλος σου, παρὰ νὰ ριφθεῖ ὅλο τὸ σῶμα σου στὴν κόλαση». Γι’ αὐτὸ μία νύχτα ἀποπειράθηκε νὰ κάψει τὸ ἕνα του μάτι μὲ ἕνα κερί. Τὸ ἔγκαυμα ἦταν τόσο σοβαρὸ ποὺ ἀπαίτησε χειρουργικὴ ἐπέμβαση.

Τὸ 1899 εἰσῆλθε στὶς τάξεις τοῦ ἱεροῦ κλήρου καὶ τὸ 1916 ἐξελέγη Ἐπίσκοπος Σταροντοὺμπ τῆς ἐπαρχίας Τσέρνιγκωφ, γιὰ νὰ ἀναδειχθεῖ Ἀρχιεπίσκοπος Τσέρνιγκωφ τὸ ἑπόμενο ἔτος.

Κατὰ τὴν διάρκεια τοῦ σοβιετικοῦ καθεστῶτος οἱ ἀρχὲς προσπάθησαν νὰ τὸν συλλάβουν μία ἡμέρα κατὰ τὴν ὁποία θὰ τελοῦσε τὴν Θεία Λειτουργία, ἀλλὰ τὸ πλῆθος τῶν Χριστιανῶν τοὺς ἐμπόδισε. Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Παχώμιος εἶχε τὴν συνήθεια νὰ παραμένει ἐπὶ πολὺ ὥρα στὸ ἱερὸ βῆμα, ὅταν τελείωνε τὶς Ἀκολουθίες. Ἐκεῖ τὸν συνέλαβαν γιὰ πρώτη φορά. Ἡ ἱστορία ἐπανελήφθη πολλὲς φορές. Αὐτὸς ἦταν ὁ συνεχὴς ἐφιάλτης ποὺ ἄρχισε νὰ ὑπονομεύει τὴν εἰρήνη τῆς ψυχῆς τοῦ Ἀρχιεπισκόπου.

Ἀθεϊστικὴ ἐπιτροπὴ ἐπιστημόνων ἔπρεπε νὰ ἀποφανθεῖ γιὰ τὴν ἁγιότητα τῶν ἱερῶν λειψάνων, τὰ ὁποία πολλὲς φορὲς πετοῦσαν. Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Παχώμιος ἔζησε τὴν σκηνὴ τῆς ἔρευνας γιὰ τὰ ἱερὰ λείψανα τοῦ Ἁγίου Θεοδοσίου τοῦ Τσέρνιγκωφ. Μόνο ποὺ ὅταν τὰ ἄνοιξαν, δὲν ἐπέτρεψε σὲ κανέναν νὰ πλησιάσει. Οἱ ἀρχὲς πῆραν τὰ ἱερὰ λείψανα καὶ τὰ τοποθέτησαν στὸ μουσεῖο. Ἀπὸ ἐκεῖ οἱ Χριστιανοὶ τὰ μετέφεραν κρυφά.  Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Παχώμιος συνελήφθη. Μετὰ τὴν ἀπελευθέρωσή του τὸ 1923, βρῆκε καταφύγιο στὴν μονὴ τοῦ Ἁγίου Δανιήλ, στὴ Μόσχα. Ἐδῶ συνελήφθη καὶ μετὰ τὸν ἐγκλεισμό του στὴν φυλακὴ Μπουτύρκι τῆς Μόσχας καταδικάσθηκε σὲ τριετὴ ἐξορία σὲ στρατόπεδο συγκεντρώσεως τῶν ἀντιφρονούντων.

Τὸ 1927, ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Παχώμιος, μαζὶ μὲ τὸν ἀδελφό του Ἐπίσκοπο Ἀβέρκιο Παχώμιο, ὑπέγραψε μία ἐπιστολὴ κατὰ τῆς «κρατικῆς θρησκείας» καὶ τῆς προσπάθειας τῶν κρατούντων νὰ ἀποϊεροποιήσουν τὴν Ἐκκλησία.

Ὁ Ἅγιος καὶ πάλι συνελήφθη καὶ ἐξορίσθηκε στὴν Κουζέμα. Ἀφέθηκε ἐλεύθερος, γιὰ νὰ συλληφθεῖ ἐκ νέου τὸ 1930, μὲ τὶς κατηγορίες τῆς ἐπαναστατικῆς δραστηριότητας, τῆς ὑποκινήσεως τῶν ἱερῶν σὲ ἀντίσταση, τῆς ἐκκλησιαστικῆς δραστηριότητας.
Τὸ μαρτυρικὸ τέλος τοῦ Ἁγίου Ἱερομάρτυρα Παχωμίου συνέβη τὸ 1937.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ἀνακομιδὴ Τιμίων Λειψάνων Ἁγίου Ἀποστόλου Τίτου 

Φεύγοντας οἱ Ἑνετοὶ ἀπὸ τὴν Κρήτη μετὰ τὴν ἅλωση τῆς νήσου ἀπὸ τοὺς Τούρκους τὸ 1669, μετέφεραν μαζί τους καὶ τὴ σωζόμενη τιμία κάρα τοῦ Ἀποστόλου Τίτου, ἡ ὁποία κατατέθηκε στὴν λειψανοθήκη τοῦ Ἁγίου Μάρκου τῆς Βενετίας, ἀποδόθηκε δὲ στὴν Ἐκκλησία τῆς Κρήτης τὸ 1966, ἀρχιερατεύοντος τοῦ μακαριστοῦ Μητροπολίτου Κρήτης κυροῦ Εὐγενίου (Ψαλλιδάκη) καὶ κατατέθηκε στὸ σεβάσμιο φερώνυμο ναὸ τοῦ Ἀποστόλου, στὸ Ἡράκλειο Κρήτης.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὅλη αὐτὴ τὴ περίοδο ποὺ διανύουμε τώρα, ἐπεκτεινομένη σὲ πενήντα μέρες, ἑορτάζομε τὴν ἀπὸ τοὺς νεκροὺς ἀνάσταση τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ καὶ Σωτήρα μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, δεικνύοντας μὲ αὐτὴ τὴν παράταση τὴν ὑπεροχὴ τῆς ἀπέναντι στὶς ἄλλες ἑορτές.

Πραγματικὰ ὅλοι ὅσοι ἀναστήθηκαν ἀπὸ τοὺς νεκροὺς ἀναστήθηκαν ἀπὸ ἄλλους καί, ἀφοῦ πέθαναν πάλι, ἐπέστρεψαν στὴ γῆ. Ὁ δὲ Χριστός, ἀφοῦ ἀναστήθηκε ἀπὸ τοὺς νεκρούς, δὲν κυριεύεται πλέον καθόλου ἀπὸ τὸ θάνατο, γιατί δὲν ἐπέστρεψε πάλι στὴ γῆ, ἀλλὰ ἀνέβηκε στὸν οὐρανό, καθιστώντας τὸ φύραμά μας ποὺ εἶχε λάβει ὁμόθρονο μὲ τὸ Πατέρα ὡς ὁμόθεο.

Εἶναι ὁ μόνος ποὺ ἔγινε ἀρχὴ τῆς μελλοντικῆς ἀναστάσεως ὅλων καὶ πρωτότοκος ἀπὸ τοὺς νεκροὺς καὶ πατέρας τοῦ μέλλοντος αἰῶνος.

Καὶ ὅπως ὅλοι ἁμαρτωλοὶ καὶ δίκαιοι, πεθαίνουν στὸν Ἀδάμ, ἔτσι στὸ Χριστὸ θὰ ζωοποιηθοῦν ὅλοι, ἁμαρτωλοὶ καὶ δίκαιοι, ἀλλὰ ὁ καθένας στὴ τάξη του. Ὅταν καταργήσει κάθε ἀρχὴ καὶ ἐξουσία καὶ δύναμη καὶ θέσει ὅλους τους ἐχθρούς του κάτω ἀπὸ τὰ πόδια του, τελευταῖος ἐχθρὸς ποὺ θὰ καταργηθεῖ εἶναι ὁ θάνατος, κατὰ τὴ κοινὴ ἀνάσταση.

Ὁ Κύριος κηρύττοντας τὸ εὐαγγέλιο τῆς βασιλείας πρὶν ἀπὸ τὸ πάθος, δεικνύει στοὺς μαθητὲς ὅτι ἡ ἐκλογὴ τῶν ἀξίων τῆς πίστεως δὲν θὰ γίνει μόνο ἀνάμεσα στοὺς Ἰουδαίους, ἀλλὰ καὶ ἀνάμεσα στοὺς Ἐθνικούς, στὴ σημερινὴ περικοπὴ τοῦ εὐαγγελίου.

Ἔρχεται ὁ Κύριος σὲ μία πόλη τῆς Σαμάρειας ποὺ λέγεται Σιχάρ. (Σαμάρεια ὀνομάσθηκε ἡ πόλη ποὺ ἔκτισε τὸ 880 π.Χ. ὁ βασιλιὰς τοῦ Ἰσραήλ, Ἀμβρί, ἔπειτα τὸ ὄρος Σομὸρ ποὺ ἦταν ἡ ἀκρόπολή της καὶ τέλος ὅλο τὸ βόρειο βασίλειο τοῦ Ἰσραήλ, ποὺ καταλύθηκε ἀπὸ τοὺς Ἀσσυρίους τὸ 721 π.Χ. καὶ ὁ ἡγεμόνας τους ἐγκατέστησε ἐκεῖ ἐθνικοὺς ἀπὸ πολλὰ μέρη).

Ἐκεῖ ἦταν ἡ πηγὴ τοῦ Ἰακώβ, τὸ πηγάδι ποὺ ἐκεῖνος εἶχε ἀνοίξει. Κουρασμένος ὁ Κύριος ἀπὸ τὴν ὁδοιπορία κάθισε μόνος του δίπλα ἀπὸ τὸ πηγάδι καὶ κάτω ἀφελῶς, γιατί οἱ μαθητές του πῆγαν νὰ ἀγοράσουν τροφές. Ἔρχεται ἐκεῖ μιὰ γυναίκα ἀπὸ τὴ Σαμάρεια νὰ πάρει νερὸ καὶ ὁ Κύριος διψώντας ὡς ἄνθρωπος, τῆς ζήτησε νερό.

Αὐτὴ ἀντιλήφτηκε ἀπὸ τὴν ἐμφάνισή του ὅτι ἦταν Ἰουδαῖος καὶ θαύμασε πῶς ἕνας Ἰουδαῖος ζητᾶ νερὸ ἀπὸ τὴν ἐθνικὴ Σαμαρείτιδα. Ἂν γνώριζες, τῆς εἶπε, τὴ δωρεὰ τοῦ Θεοῦ, ποιὸς εἶναι αὐτὸς ποὺ σοῦ ζητᾶ νὰ πιεῖ νερό, ἐσὺ θὰ τοῦ ζητοῦσες καὶ θὰ σοῦ ἔδινε ζωντανὸ νερό. Ὁ Κύριος ἐπιβεβαίωσε ὅτι ἂν γνώριζε θὰ γινόταν μέτοχος πραγματικὰ ζωντανοῦ νεροῦ, ὅπως ἔπραξε καὶ ἀπόλαυσε ἀργότερα ὅταν τὸ ἔμαθε, ἐνῶ τὸ συνέδριο τῶν Ἰουδαίων ποὺ ἔμαθαν σαφῶς, ἔπειτα ἐσταύρωσαν τὸν Κύριο τῆς δόξης. Δωρεὰ τοῦ Θεοῦ εἶναι, ἐπειδὴ θεωρεῖ ἀγαπητοὺς ὅλους ἀκόμα καὶ τοὺς μισητοὺς ἀπὸ τοῦ Ἰουδαίους ἐθνικοὺς καὶ προσφέρει τὸν ἑαυτό του καὶ καθιστᾶ τοὺς πιστοὺς σκεύη δεκτικά της Θεότητός του.

Ἡ Σαμαρείτιδα δὲν κατάλαβε τὸ μεγαλεῖο τοῦ ζωντανοῦ νεροῦ, ἀπορεῖ ποὺ θὰ βρεῖ νερὸ χωρὶς κουβὰ σὲ ἕνα βαθὺ πηγάδι. Ἔπειτα ἐπιχειρεῖ νὰ τὸν συγκρίνει μὲ τὸν Ἰακώβ, ποὺ τὸν ἀποκαλεῖ πατέρα, ἐξυμνώντας τὸ γένος ἀπὸ τὸν τόπο καὶ ἐξαίρει τὸ νερὸ μὲ τὴ σκέψη ὅτι δὲν μπορεῖ νὰ βρεθεῖ καλύτερο. Ὅταν ὅμως ἄκουσε ὅτι τὸ «νερό ποὺ θὰ σοῦ δώσω» θὰ γίνει πηγὴ ποὺ τρέχει πρὸς αἰώνια ζωή, ἄφησε λόγο ψυχῆς ποὺ ποθεῖ καὶ ὁδηγεῖται πρὸς τὴ πίστη καὶ ζήτησε νὰ τὸ λάβει γιὰ νὰ μὴ ξαναδιψάσει. Ὁ Κύριος θέλοντας νὰ ἀποκαλύπτεται λίγο – λίγο, τῆς λέγει νὰ φωνάξει τὸν ἄνδρα της, γνωρίζοντάς της πόσους ἄνδρες εἶχε καὶ αὐτὸν ποὺ ἔχει τώρα δὲν εἶναι δικός της. Ἐκείνη ὅμως δὲν στενοχωρεῖται ἀπὸ τὸν ἔλεγχο, ἀλλὰ ἀμέσως καταλαβαίνει ὅτι ὁ Κύριος εἶναι προφήτης καὶ τοῦ ζητᾶ ἐξηγήσεις σὲ ψηλὰ ζητήματα.

Βλέπετε πόση εἶναι ἡ μακροθυμία καὶ ἡ φιλομάθεια αὐτῆς τῆς γυναίκας; Πόση συλλογὴ καὶ γνώση εἶχε στὴ διάνοιά της, πόση γνώση τῆς θεόπνευστης Γραφῆς; Καὶ ἀμέσως τὸν ρωτᾶ ποῦ πρέπει νὰ λατρεύεται σωστὰ ὁ Θεός, ἐδῶ σ’ αὐτὸ τὸν τόπο ἢ στὰ Ἱεροσόλυμα; Καὶ τότε παίρνει τὴν ἀπάντηση, ὅτι ἔρχεται ἡ ὥρα, ὁπότε οὔτε στὸ ὄρος αὐτὸ οὔτε στὰ Ἱεροσόλυμα θὰ προσκυνᾶτε τὸν Πατέρα. Τῆς γνωρίζει μάλιστα ὅτι ἡ σωτηρία εἶναι ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους, δὲν εἶπε θὰ εἶναι, στὸ μέλλον, γιατί ἦταν αὐτὸς ὁ ἴδιος. Ἔρχεται ὤρα καὶ εἶναι τώρα ποὺ οἱ ἀληθινοὶ προσκυνητὲς θὰ προσκυνοῦν τὸ Πατέρα κατὰ Πνεῦμα καὶ ἀλήθεια.

Γιατί ὁ ὕψιστος καὶ προσκυνητὸς Πατέρας, εἶναι Πατέρας αὐτοαληθείας, δηλαδὴ τοῦ μονογενοῦς Υἱοῦ καὶ ἔχει Πνεῦμα ἀληθείας, τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιο καὶ αὐτοὶ ποὺ τὸν προσκυνοῦν, τὸ πράττουν ἔτσι διότι ἐνεργοῦνται δι’ αὐτῶν. Ὁ Κύριος ἀπομακρύνει κάθε σωματικὴ ἔννοια τόπο καὶ προσκύνηση, λέγοντας: «Πνεῦμα ὁ Θεὸς καὶ αὐτοὶ ποὺ τὸν προσκυνοῦν πρέπει νὰ τὸν προσκυνοῦν κατὰ Πνεῦμα καὶ ἀλήθεια». Ὡς πνεῦμα ποὺ εἶναι ὁ Θεὸς εἶναι ἀσώματος, τὸ δὲ ἀσώματο δὲν εὑρίσκεται σὲ τόπο οὔτε περιγράφεται μὲ τοπικὰ ὅρια. Ὡς ἀσώματος ὁ Θεὸς δὲν εἶναι πουθενά, ὡς Θεὸς δὲ εἶναι παντοῦ, ὡς συνέχων καὶ περιέχων τὸ πᾶν.

Παντοῦ εἶναι ὁ Θεὸς ὄχι μόνο ἐδῶ στὴ γῆ ἀλλὰ καὶ ὑπεράνω τῆς γῆς, Πατὴρ ἀσώματος καὶ κατὰ τὸν χρόνο καὶ σὲ τόπο ἀόριστος.

Βέβαια καὶ ἡ ψυχὴ καὶ ὁ ἄγγελος εἶναι ἀσώματα, δὲν εἶναι ὅμως σὲ τόπο, ἀλλὰ δὲν εἶναι καὶ παντοῦ, γιατί δὲν συνέχουν τὸ σύμπαν ἀλλὰ αὐτὰ ἔχουν ἀνάγκη τοῦ συνέχοντος.
Ἡ Σαμαρείτιδα καθὼς ἄκουσε ἀπὸ τὸ Χριστὸ αὐτὰ τὰ ἐξαίσια καὶ θεοπρεπὴ λόγια, ἀναπτερωμένη, μνημονεύει τὸν προσδοκώμενο καὶ ποθούμενο Μεσσία, τὸν λεγόμενο Χριστὸ ποὺ ὅταν ἔρθει θὰ μᾶς τὰ διδάξει ὅλα. Βλέπετε πῶς ἦταν ἐτοιμότατη γιὰ τὴν πίστη; Ἀπὸ ποῦ θὰ γνώριζε τοῦτο, ἂν δὲν εἶχε μελετήσει τὰ προφητικὰ βιβλία μὲ πολλὴ σύνεση; Ἔτσι προλαβαίνει περὶ τοῦ Χριστοῦ ὅτι θὰ διδάξει ὅλη τὴν ἀλήθεια. Μόλις τὴν εἶδε ὁ Κύριος τόσο θερμή, τῆς λέγει ἀπροκάλυπτα: Ἐγὼ εἶμαι ὁ Χριστός, ποὺ σοῦ μιλῶ. Ἐκείνη γίνεται ἀμέσως ἐκλεκτὴ εὐαγγελίστρια καὶ ἀφήνοντας τὴ ὑδρία καὶ τὸ σπίτι της τρέχει καὶ παρασύρει ὅλους τους Σαμαρεῖτες πρὸς τὸ Χριστὸ καὶ ἀργότερα μὲ τὸν ὑπόλοιπο φωτοειδὴ βίο της (ὡς Ἁγία Φωτεινή) σφραγίζει μὲ τὸ μαρτύριο τὴν ἀγάπη της πρὸς τὸν Κύριο.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’.

Τὸ φαιδρὸν τῆς Ἀναστάσεως κήρυγμα, ἐκ τοῦ Ἀγγέλου μαθοῦσαι, αἱ τοῦ Κυρίου Μαθήτριαι, καὶ τὴν προγονικὴν ἀπόφασιν ἀπορρίψασαι, τοῖς Ἀποστόλοις καυχώμεναι ἔλεγον· Ἐσκύλευται ὀ θάνατος, ἠγέρθη Χριστὸς ὁ Θεός, δωρούμενος τῷ κόσμῳ τὸ μέγα ἔλεος.

 

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον τῆς Μεσοπεντηκοστῆς.

Μεσούσης τς ορτς διψσάν μου τήν ψυχήν εσεβείας πότισον νάματα· τι πσι, Σωτήρ βόησας· διψν ρχέσθω πρός με καί πινέτω. πηγή τς ζως, Χριστέ Θεός, δόξα σοι.

 

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Τὸ ὕδωρ ὡς ἤντλησας, τῆς αἰωνίου ζωῆς, εὑροῦσα καθήμενον, παρὰ τὸ φρέαρ σεμνή, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἡμῶν, λόγοις σου θεηγόροις, καὶ ἐν ἄθλοις ἀνδρείοις, ᾔσχυνας τὴν ἀπάτην, Ἰσαπόστολε Μάρτυς· διὸ σὲ Ἀθληφόρε Φωτεινή, ὕμνοις γεραίρομεν.

 

Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ’. Πίστιν Χριστοῦ.
Πίστειν ἐλθοῦσα ἐν τῷ φρεάτι, ἡ Σαμαρεῖτις ἐθεάσατο, τὸ τῆς σοφίας ὕδωρ σε, ᾧ ποτισθεῖσα δαψιλῶς, βασιλείαν τὴν ἄνωθεν ἐκληρώσατο αἰωνίως ἡ ἀοίδιμος.

 

Μεγαλυνάριον.
Χαίροις Ἰσαπόστολε Φωτεινή, ἡ ἐκ Σαμαρείας, ἀνατείλασα ὡς ἀστήρ· χαῖροις ἡ τοῖς ῥείθροις, τοῦ νάματος τοῦ θείου, καὶ ἄθλοις μαρτυρίου, κόσμον εὐφράνασα.

Ὁ Ἅγιος Ἰσίδωρος ὁ Μάρτυρας ἐν Χίῳ 

Ὁ Ἅγιος Μάρτυς Ἰσίδωρος καταγόταν ἀπὸ τὴν Ἀλεξάνδρεια. Οἱ γονεῖς του ἦταν εἰδωλολάτρες. Ὑπηρέτησε στὸ ρωμαϊκὸ στρατὸ ἐπὶ βασιλέως Δεκίου (249 – 250 μ.Χ.) καὶ προήχθη στὸ ἀξίωμα τοῦ Ὀπτίωνος. Ὁ Ἅγιος εἶχε ἑλκυσθεῖ στὴν Χριστιανικὴ πίστη κατὰ τὸ τελευταῖο του ταξίδι ἀπὸ ἄλλους Χριστιανοὺς ποὺ ὑπηρετοῦσαν μαζί του στὴ ναυτικὴ στρατιωτικὴ δύναμη. Ὅταν ἦλθε στὴ Χίο ὁ Κεντυρίων Ἰούλιος τὸν διέβαλε ἀναφέροντας στὸ ναύαρχο Νουμέριο ὅτι ἦταν Χριστιανὸς καὶ ἀρνιόταν νὰ προσφέρει θυσία στοὺς θεούς. Τότε τὸν συνέλαβαν καὶ τὸν ἀπείλησαν, γιὰ νὰ ἀρνηθεῖ τὴν πίστη του στὸν Χριστό. Ὑποβλήθηκε σὲ φρικτὰ βασανιστήρια καὶ σὲ σκληρὸ ξυλοδαρμὸ ποὺ κατανίκησε μὲ τὴν ἀδάμαστη πίστη του. Ὁ πατέρας του, ὅταν ἔμαθε ὅτι ἦταν Χριστιανός, ἐξεπλάγην. Ἔτσι, ξεκίνησε τὸ ταξίδι γιὰ τὴν Χίο, ὅπου ἔφθασε μὲ πολὺ κόπο. Ἀμέσως ζήτησε νὰ δεῖ τὸν φυλακισμένο υἱό του καὶ ὁ ναύαρχος Νουμέριος, νομίζοντας ὅτι ἡ πατρικὴ παρέμβαση θὰ ἄλλαζε τὴν πίστη τοῦ Μάρτυρα, τὸ ἐπέτρεψε. Ὁ Ἅγιος ἱκέτευε τὸν πατέρα του νὰ ἀνοίξει τὰ μάτια τῆς ψυχῆς του καὶ νὰ δεῖ τὴν ἀλήθεια. Ὁ πατέρας τοῦ Ἁγίου ἦταν ἀνένδοτος. Δὲν μποροῦσε νὰ ἀποδεχθεῖ ὅτι ὁ υἱός του πίστευε στὸν σταυρωθέντα Ναζωραῖο καὶ ἀρνήθηκε τὴν προγονικὴ θρησκεία τῶν εἰδώλων. Τὸν καταράστηκε καὶ δήλωσε στὸν ναύαρχο Νουμέριο ὅτι τὸν ἀποκηρύσσει παρακαλώντας τον ταυτόχρονα νὰ ἐπισπεύσει τὴ θανατικὴ καταδίκη τοῦ υἱοῦ του. Ὁ Νουμέριος τὸν ἔδεσε σὲ ἄλογο ποὺ τὸν παρέσυρε καλπάζοντας ἐπάνω σὲ πέτρες. Ὁ Μάρτυς ἦταν γεμάτος πληγὲς καὶ αἵματα. Ἀμέσως ὁ Νουμέριος διέταξε τὴν διὰ ἀποκεφαλισμοῦ θανάτωσή του.
Τὸ σεπτὸ λείψανό του τὸ ἔριξαν σὲ φαράγγι, γιὰ νὰ τὸν καταφάγουν τὰ ὄρνεα, λίγοι δὲ στρατιῶτες φύλαγαν ἐκεῖ, μὴν τυχὸν ἔλθουν οἱ Χριστιανοὶ καὶ παραλάβουν τὸ σῶμα. Ὅμως, μία Χριστιανή, ὀνόματι Μυρόπη, ἦλθε τὴ νύχτα καὶ μὲ τὴν βοήθεια δύο ὑπηρετριών, τὴν ὥρα ποὺ οἱ στρατιῶτες εἶχαν πέσει καὶ ἡσύχαζαν, παρέλαβε τὸ ἱερὸ λείψανο, τὸ ὁποῖο ἐνταφίασε. Τὴν ἑπομένη, ὁ Νουμέριος πληροφορήθηκε ὅτι τὸ λείψανο τοῦ Μάρτυρος εἶχε ἁρπαχθεῖ. Ὑπέθεσε ὅτι οἱ στρατιῶτες δελεάστηκαν μὲ χρήματα καὶ δῶρα καὶ ἐπέτρεψαν στοὺς Χριστιανοὺς νὰ παραλάβουν τὸ σῶμα τοῦ Ἁγίου. Γι’ αὐτὸ τοὺς φυλάκισε, ἐνῷ παράλληλα κυκλοφόρησε τὴν εἴδηση ὅτι θὰ τοὺς φονεύσει , ἂν δὲν τοῦ ποῦν σὲ ποιὸν παρέδωσαν τὸ λείψανο. Ἡ Μυρόπη ἔκρινε ὅτι θὰ ἦταν ἄδικο νὰ ἐκτελεσθοῦν οἱ στρατιῶτες. Γι’ αὐτὸ παρουσιάσθηκε στὸν Νουμέριο καὶ τοῦ δήλωσε τὴν ἀλήθεια. Ἐκεῖνος ἔδωσε ἐντολὴ νὰ τὴν φυλακίσουν. Μετὰ τὸ μαρτύριό της, οἱ Χριστιανοὶ ἔθαψαν μὲ εὐλάβεια τὸ λείψανο τῆς Παρθενομάρτυρος κοντὰ στὸν τάφο, ὅπου προηγουμένως αὐτὴ εἶχε ἀποθέσει αὐτὸ τοῦ Ἁγίου Ἰσιδώρου.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Ὡς στρατευθεὶς τῷ Βασιλεῖ τῶν αἰώνων, τῶν ἐπιγείων τὴν στρατείαν ἀπώσω, καὶ εὐθαρςῶς ἐκήρυξας Χριστὸν τὸν Θεὸν· ὅθεν τὸν ἀγῶνά σου, τὸν καλὸν ἐκτελέσας, Μάρτυς θεοδόξαστος, τοῦ Σωτῆρος ἐδείχθης· ὃν ἐκδυσώπει σώζεσθαι ἡμᾶς, τοὺς σὲ τιμῶντας, παμμάκαρ Ἰσίδωρε.

 

Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Κυβερνήτης μέγιστος τῇ οἰκουμένῃ, σὺ ἐφάνης Ἅγιε, ταῖς πρὸς Θεόν σου προσευχαῖς· διὸ ὑμνοῦμέν σε σήμερον, Μάρτυς θεόφρον, Ἰσίδωρε ἔνδοξε.

 

Μεγαλυνάριον.
Ξίφει ἐκτμηθείς σου τὴν κεφαλήν, ἔτεμες τῆς πλάνης, Ἀθλοφόρε τὰς μηχανάς, καὶ Χριστῷ ἡνώθεις, τῇ κεφαλῇ τῶν ὅλων, ὡς κοινωνὸς τοῦ πάθους, τούτου Ἰσίδωρε.

 

Οἱ Ἅγιοι Ἀλέξανδρος, Βάρβαρος καὶ Ἀκόλουθος οἱ Μάρτυρες 

Οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες Ἀλέξανδρος, Βάρβαρος καὶ Ἀκόλουθος κήρυξαν μὲ παρρησία τὸν Χριστὸ καὶ χειραγώγησαν πολλοὺς πρὸς τὴν εὐσέβεια. Ὑπέμειναν μὲ πνευματικὴ ἀνδρεία τὶς ὕβρεις καὶ τὰ βασανιστήρια. Μαρτύρησαν διὰ τῆς ἀποτομῆς τῆς τιμίας αὐτῶν κεφαλῆς. Ἡ Σύναξη αὐτῶν ἐτελεῖτο στὸ ναὸ τῆς Ἁγίας Εἰρήνης ποὺ ἦταν κοντὰ στὴ θάλασσα.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ἅγιος Καρτέγιος Ἐπίσκοπος Λίσμορ 

Ὁ Ἅγιος Καρτέγιος καταγόταν ἀπὸ τὴν Ἰρλανδία καὶ ἦταν ἱδρυτὴς τῆς περίφημης μονῆς τοῦ Ραθανόφφαλυ, ποὺ εἶχε περὶ τοὺς ὀκτακόσιους ἑξήντα μοναχούς. Τὸ 635 μ.Χ. ἀναγκάσθηκε νὰ ἐγκαταλείψει τὴ μονὴ καὶ νὰ ἐγκατασταθεῖ στὸ Λίσμορ, ὅπου ἐξελέγη Ἐπίσκοπος. Ἀφοῦ ἔζησε καὶ ποίμανε τὸ ποίμνιό του θεοφιλῶς, κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ 637 μ.Χ.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

 

Ὁ Ἅγιος Θεράποντας ὁ Ἱερομάρτυρας Ἐπίσκοπος Κύπρου

Ὁ μακάριος αὐτός ἄνδρας, καταγόταν ἀπὸ τὴν χώρα τῶν Ἀλεμάνων (Δουκάτο στὴν περιοχὴ τῆς Γερμανίας), ἀπὸ εὐγενεὶς  καὶ ευσεβεὶς γονείς. Καταφρόνησε ὅλες τὶς ἀνάγκες τῆς ζωῆς γιατὶ ἐκπαιδεύτηκε στὰ Ἱερὰ Γράμματα κατανοώντας τα πλήρως.  Περνοῦσε κάθε ἡμέρα, ὅλο τὸν χρόνο του στὶς ἱερὲς Ἐκκλησίες, μελετώντας τὶς Γραφές. Ἡ ζωή του ἦταν πολὺ λιτὴ καὶ ἁπλή. Ἤθελε νὰ ἀρέσει στὸν Θεὸ καὶ γιὰ νὰ ἀποκτήσει τὴν ἐπίδοση τῶν ἀρετῶν, σκληραγωγοῦσε τὸν ἑαυτό του σὲ ἐγκράτεια καὶ πολλοὺς ἀγῶνες. Ἔγινε ἔνθερμος κήρυκας τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Ἐπίσκοπος τῆς Ἀλεμανίας τὸν κάλεσε – ἀφοῦ ἔμαθε γιὰ τὴν ζωή του – καὶ μὲ τὴν συνεργεία τῆς Θείας Πρόνοιας καὶ τὴν ψήφο τοῦ λαοῦ χειροτονήθηκε Ἐπίσκοπος. Ἀξίζει νὰ σημειωθεῖ, ὅτι ὁ Ἅγιος Θεράπων δὲν τὸ ἐπιθυμοῦσε αὐτό, ἀλλὰ ὑπάκουσε στὴν ἐντολὴ τῆς Θείας Χάριτος καὶ ἐγκαταστάθηκε στὴν πατρίδα του μὲ τὸν βαθμὸ τοῦ Ἐπισκόπου. Λάμπρυνε τὸ ἀξίωμά του, ἔγινε διδάσκαλος τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ ἀκριβὴς στὸν λόγο του. Μετέστρεψε πολλοὺς ἀπὸ διάφορες αἱρέσεις πίσω στὴν Ἀληθινὴ Πίστη τῆς Ὀρθοδοξίας.

 

Ἐπειδὴ ποίμανε θεάρεστα γιὰ πολλὰ χρόνια τὸ ποίμνιο τοῦ Χριστοῦ, ὁ Διάβολος, κήρυξε βρώμικο πόλεμο κατὰ τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, γιὰ τὴν προσκύνηση τῶν Ἁγίων Εἰκόνων. Ὁ Ἅγιος Θεράπων ἀντιτάχθηκε καὶ ἄσκησε κριτικὴ στοὺς εἰκονομάχους ἀποκαλώντας αὐτοὺς αἱρετικούς, ἄθεους καὶ ἀσεβείς. Ἐκείνοι, μὴ ἀνεχόμενοι τὶς ὕβρεις τοῦ Ἁγίου, τὸν συκοφάντησαν καὶ τὸν φυλάκισαν καὶ μὲ σιδερένια νύχια ἔσκιζαν τὸ σῶμά του. Ὁ Ἄγιος, τὰ ὑπέμεινε ὅλα αὐτά μὲ χαρὰ καὶ ἔλεγε στοὺς βασανιστές του «Γιὰ τὴν Ἁγία Εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ, εἶμαι ἔτοιμος ἀκόμα καὶ κομμάτια νὰ γίνω». Καὶ αὐτοὶ ἔδεσαν χειροπόδαρα καὶ φυλάκισαν τὸν Ἅγιο, τοποθετώντας μάλιστα καὶ μεγάλη φρουρὰ ἔξω ἀπό τὸ κελί του. Καὶ ἐνῷ οἱ θύρες τοῦ κελιοῦ του ἦταν σφραγισμένες, Ἄγγελος Κυρίου παρουσιάστηκε στὸν Ἄγιο τρεῖς φορὲς καὶ ἀφοῦ τοῦ ἔλυσε τὰ δεσμὰ καὶ τοῦ γιάτρεψε τὶς πληγές, τοῦ εἶπε: «Σήκω καὶ μὴ φοβᾶσαι τίποτα. Ἀκούστηκε ἡ προσευχή σου γνήσιε Μαθητὴ τοῦ Χριστοῦ». Τὸ ἑπόμενο πρωί, οἱ φρουροὶ ἔβγαλαν τὸν Ἅγιο ἀπὸ τὸ κελί του, τὸν χτυποῦσαν καὶ τὸν χλεύαζαν. Ὁ Ἅγιος ἀμέσως τοὺς εἶπε: «ἐπειδή μὲ εἰρωνεύεστε καὶ παραμένετε ἀδιόρθωτοι καὶ μὲ βρίζετε, ἔφθασε σὲ σᾶς ἡ ὀργὴ τοῦ Κυρίου, καὶ θὰ γίνετε ὅλοι παράλυτοι, ὥστε ἀπὸ σᾶς, νὰ σωφρονιστοῦν καὶ οἱ ὑπόλοιποι». Μόλις τελείωσε τὸν λόγο του, σχηματίστηκε στὸν οὐρανὸ ἕνα εἶδος ἀστραπὴς ποὺ ἄφησε μεγάλο κρότο, καὶ παρέλυσε τοὺς φρουρούς, καὶ μὲ τὴν βοήθεια τοῦ Ἀγγέλου τοῦ Κυρίου, δραπέτευσε ὁ Ἅγιος καὶ μεταφέρθηκε ἀπὸ τὴν Ἀλεμανία στὰ Ἱεροσόλυμα, μέσα σὲ μία νύχτα. Ἀφοῦ ἐπισκέφτηκε ὅλα τὰ Ἱερά προσκυνήματα γιὰ δική του ὡφέλεια, κατέπληξε πολλούς, μὲ πολλὰ θαύματα καὰ σημεῖα ποὺ ἔκανε καὶ ἀνακηρύχτηκε ἀπὸ τοὺς κατοίκους ὡς Μέγας καὶ Θαυματουργός.

 

Ἕνα ἀπὸ τὰ πιὸ σημαντικὰ θαύματα ποὺ ἔκανε ὁ Ἅγιος Θεράπων, ἔγινε στὴν Ἱερουσαλήμ, ὅταν συνάντησε τυχαῖα στὸν δρόμο μία τελετὴ ταφῆς ἑνὸς μικροῦ παιδιοῦ. Ὁ Ἅγιος, σπλαγχνίσθηκε τὴ μάνα τοῦ παιδιοῦ ποὺ «ἀμέτρως ἐκόπτετο». Πλησίασε τὴν σωρὸ τοῦ νεκροῦ παιδιοῦ, καὶ ἅπλωσε τὸ δεξί του χέρι πρὸς αὐτὴν καὶ εἶπε: «Σήκω, στὸ ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, τὸν ὁποῖον οἱ ἄνομοι Ἑβραῖοι σταύρωσαν, ἐπὶ ἡγεμονίας Ποντίου Πιλάτου». Ὁ λόγος τοῦ Ἅγίου, ἀμέσως ἀνέστησε τὸ νεκρὸ παιδὶ καὶ ἔμειναν ὅλοι ἔκπληκτοι. Ἡ μάνα τοῦ παιδιοῦ, προσκύνησε τὰ ἴχνη τοῦ Ἁγίου καὶ μὲ ἀναφιλητὰ τὸν παρεκάλεσε νὰ τὴν βαπτίσει μαζὶ μὲ τὸ παιδί της καὶ νὰ ἀναγεννηθεῖ στὴν Ὀρθοδοξία. Μετὰ τὸ γεγονὸς αυτό, ὅλος ὁ κόσμος διατυμπάνιζε παντοῦ αὐτὸ τὸ μέγα θαῦμα ποὺ τέλεσε ὁ Ἄγιος.

 

Ὁ Ἅγιος, ἔμεινε πολλὰ χρόνια στὰ Ἱεροσόλυμα καὶ τελοῦσε πλῆθος θαυμάτων σὲ ὅλον τὸν κόσμο, μὲ τὴν ἐπίκληση τοῦ ὀνόματος τοῦ Χριστοῦ. Βλέποντας ὅμως τὸν κόσμο νὰ τὸν τιμάει καὶ ἔχοντας ἤδη γίνει αρκετὰ γνωστὸς σὲ ὅλη τὴν ἐκεῖ περιοχή, ἀποφάσισε νὰ ἀφήσει τὰ Ἱεροσόλυμα καὶ νὰ πάει κάπου μακριὰ γιὰ νὰ ἀποφύγει τὴν δόξα. Μπῆκε σὲ ἕνα πλοῖο καὶ πῆγε στὴν Κύπρο. Ὅμως ἡ φήμη του ἦταν τόσο μεγάλη, ποὺ εἶχε φθάσει ἀκόμα καὶ στὴν Κύπρο. Φιλοξενήθηκε ἀπὸ κάποιον Σώσιο ὁ ὁποῖος μαζὶ μὲ τὴν γυναίκα του ἦταν φιλάσθενοι. Ἡ γυναίκα του ἦταν κατάκοιτη στὸ κρεβάτι γιὰ ἐννέα χρόνια μὲ ὑψηλὸ πυρετό. Βλέποντας ὁ Ἅγιος τὴν καλοσύνη τους, τοὺς ἔδωσε τὴν πολυπόθητη ὑγεία. Καὶ ἄλλοι πολλοὶ ἀσθενείς, ὅταν τὸ ἔμαθαν παρακαλοῦσαν τὸν Ἅγιο νὰ τοὺς θεραπεύσει καὶ ὁ Ἅγιος, βάζοντας τὰ χέρια του ἐπάνω στὰ κεφάλια τους, θεράπευε ὅλες τὶς ἀσθένειες, κηρύττοντας σὲ ὅλον τὸν κόσμο τὴν Ἀληθινὴ Πίστη τῆς Ὀρθοδοξίας, ἀσκῶντας ἔλεγχο καὶ κριτικὴ στοὺς Αἱρετικοὺς ποὺ πολεμοῦσαν τὴν προσκύνηση τῶν Ἁγίων Εἰκόνων. Ὁ Ἅγιος Θεράπων ἦταν ἀπόλυτος σὲ ὅ,τι ἀφοροῦσε τέτοια θέματα (γι’ αὐτὸ καὶ ἡ εἰκόνα του, κάνει πολλὰ θαύματα).

Κάποια στιγμή, ἐνῷ ὁ Ἅγιος ἔδινε τὸν ἀγῶνά του ἐναντίον τῶν αἱρετικῶν σὲ δημόσιο χῶρο, κάποιος αὐθάδης αἱρετικὸς μὴ μπορῶντας νὰ ἀντιμετωπίσει τὸν Ἅγιο, τὸν χτύπησε στὸ πρόσωπο καὶ τὸν ἔριξε καταγῆς. Μετὰ ἀπὸ μερικὲς ἡμέρες, νιώθοντας τύψεις γιὰ τὴν μεγάλη διαφορὰ ἡλικίας ποὺ τοὺς χώριζε καὶ γιὰ τὴν βία ποὺ ἄσκησε στὸ πρόσωπο τοῦ γέροντα, ζήτησε ἀπὸ τὸν Ἅγιο νὰ τὸν συγχωρέσει. Ὁ Ἅγιος τὸν κάλεσε νὰ ἀσπασθεῖ τὶς Ἱερὲς εἰκόνες καὶ νὰ ἀρνηθεῖ τὴν αἵρεση. Ἐκεῖνος δὲν δέχθηκε καὶ ὁ Ἅγιος δὲν τὸν συγχώρεσε, διώχνοντάς τον ἀπὸ κοντά του «ἐπαρασάμενος αὐτὸν εἶναι κεχωρισμένον τῆς δόξης τοῦ Χριστοῦ». Εἶχε δεῖ σὲ ὅνειρο, τὸν Κύριο σὲ νηπιακὴ ἡλικία, νὰ φοράει ἕναν χιτῶνα λευκὸ ἀλλὰ σκισμένο ἀπὸ τὴν κορυφὴ ὡς τὰ πόδια καὶ νὰ τὸν πληροφορεῖ ὅτι αὐτὸς ὁ Αἱρετικὸς καὶ οἱ ὅμοιοί του διέρρηξαν τὸν χιτώνα του μὲ τὰ πιστεύω τους. Ὅλη ἡ κοινωνία τῆς Κύπρου ἔμεινε ἔκπληκτη μὲ τὸ θᾶρρος καὶ τὴν ἀρετὴ τοῦ Ἁγίου.

 

Ὁ τότε Πρόεδρος τοῦ νησιοῦ, ἀφοῦ ἔμαθε γιὰ τὸν Ἅγιο, τὸν κάλεσε καὶ τὸν παρακάλεσε νὰ μείνει ἐκεῖ κοντά του, δίνοντάς του τὴν ἐπισκοπὴ τῆς Λάρνακας, γιὰ νὰ ὡφεληθεῖ ὅλος ὁ κόσμος. Ὁ Ἅγιος, δέχθηκε καὶ ἔγινε Ἐπίσκοπος Κύπρου. Ὅλοι ἦταν χαρούμενοι γιατὶ ἑκτὸς ἀπὸ Ἐπίσκοπος, ἦταν καὶ ὁ Ἀνάργυρος Ἰατρὸς τοῦ Νησιοῦ.

 

Μετὰ ἀπὸ πολλὰ χρόνια, ἔγινε ἐπιδρομὴ τῶν Ἀράβων στὴν Κύπρο, οἱ ὁποῖοι κατέκαυσαν ὅλα τὰ Μοναστήρια καὶ τὶς Ἐκκλησίες καὶ ἔσφαξαν πολλοὺς κατοίκους τοῦ νησιοῦ. Καὶ τὸν Ἅγιο Θεράποντα τὸν συνέλαβαν στὴν Ἐκκλησία καὶ τὸν ἀποκεφάλισαν μπροστὰ στὴν Ἁγία Τράπεζα τὴν ὥρα ποὺ λειτουργοῦσε στὶς 14 Μαΐου. Ξαφνικά, μόλις ἔγινε αὐτό, οὐράνιες μελῳδίες καὶ ἕνα Ἄκτιστο Φῶς κύκλωσε ὅλο τὸν χῶρο τῆς Ἁγίας Τράπεζας. Αὐτὸ τὸ θέαμα στοὺς πιστοὺς τοὺς ἔδωσε δύναμη, ἐνῷ στοὺς Ἄραβες προκάλεσε φόβο καὶ τύψεις γι’ αὐτὸ ποὺ ἔκαναν. Τὸ σῶμα τοῦ Ἁγίου Θεράποντος τοῦ Ἱερομάρτυρα κηδεύτηκε ἀπὸ τοὺς πιστούς, ὅπου καὶ χτίστηκε ὁ πρῶτος Ναός του.

 

Ἔπειτα ἀπὸ μερικοὺς αἰῶνες, καὶ λίγο πρὶν ἐπιτεθοῦν ξανὰ οἱ Ἀγαρηνοὶ στὴν Κύπρο, ἐμφανίστηκε σὲ ὅνειρο ὁ Ἅγιος καὶ ἔδωσε ἐντολὴ νὰ μεταφερθοῦν τὰ ὀστά του στὴν Κωνσταντινούπολη, γιὰ νὰ μὴν πατηθοῦν ἀπὸ ἀπίστους. Πράγματι, τὰ ὀστά του μεταφέρθηκαν στὴν Πόλη στὶς 27 Μαΐου, ὅπου ἔγινε καὶ ναὸς πρὸς τιμήν του καὶ ἀναβλύζουν θαύματα σὲ ὅποιον ἐπικαλεῖται τὸ Πάνσεπτο ὄνομά του καὶ τιμᾶ τὴν Ἁγία Εἰκόνα του.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Θεραπεύσας ἐνθέῳ ζήλῳ τὸν Κύριον, ἀληθῶς ἀνεδείχθης θεράπων τούτου πιστός· διὸ δέδοσαι ἡμῖν τοῖς τιμῶσί σε, ἀκεσώδυνος πηγή, καὶ πολυχεύμων ποταμός, θαυμάτων καὶ ἰαμάτων, Θεράπον Ἱερομάρτυς· ὅθεν σε πάντες μακαρίζομεν.

 

Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Τῇ ἱερᾷ καὶ ζωηφόρῳ πηγῇ σου, πεποικιλμένῃ ποικιλίᾳ θαυμάτων, πάντες πιστοὶ προστρέχοντες πιστῶς καὶ εὐλαβῶς, πλοῦτον ἀρυόμεθα, ἐξαισίων θαυμάτων, καὶ φαιδρῶς γεραίρομεν, τοὺς σεπτούς σου ἀγῶνας, οὓς περ ὑπέστης ὑπὲρ τοῦ Χριστοῦ, Ἱερομάρτυς Θεράπον θαυμάσιε.

 

Μεγαλυνάριον.
Χαίροις ἱερέων ἔμπνους εἰκών, Θεράπον παμμάκαρ, καὶ Μαρτύρων ὁ κοινωνός· χαίροις ὁ πηγάζων, θαυμάτων θεῖα ῥεῖθρα, σοφὲ Ἱερομάρτυς, τοῖς εὐφημοῦσί σε.

Ὁ Ἅγιος Λεόντιος Πατριάρχης Ἱεροσολύμων 

Ὁ Ἅγιος Λεόντιος καταγόταν ἀπὸ τὴν Τιβεριούπολη τῆς Φρυγίας καὶ γεννήθηκε ἀπὸ γονεῖς πλούσιους καὶ εὐσεβεῖς περὶ τὸ β’ ἥμισυ τοῦ 12ου αἰῶνος μ.Χ. Ὅταν πέθανε ὁ πατέρας του, ἀφοῦ ἐγκατέλειψε τὴν γενέτειρά του καὶ φοίτησε κοντὰ σὲ εὐλαβὴ ἱερέα, προσῆλθε στὴ μονὴ τοῦ Πτελιδίου, ὅπου ἔγινε μοναχός. Ἀργότερα μετέβη στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ συνδέθηκε μὲ τὸν Μητροπολίτη Τιβεριάδος, στὸν ὁποῖο καὶ ὑπετάγη. Ἀφοῦ ἀκολούθησε τὸν γέροντά του, ὁ ὁποῖος ἐπέστρεφε στὴν Ἐπισκοπή του, κατέπλευσε μαζί του στὴν Πάτμο, γιὰ νὰ προσκυνήσει στὴ μονὴ τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου. Ξεκίνησε τὸ ταξίδι του γιὰ τὴν Κύπρο, ἀλλὰ ἡ βουλὴ τοῦ Θεοῦ τὸν ὁδήγησε καὶ πάλι πίσω στὴν Πάτμο. Ἐκεῖ, μὲ πνευματικὴ καθοδήγηση τοῦ ἡγουμένου τῆς μονῆς Θεοκτίστου, ἀνδρὸς ἔμπειρου στὰ πνευματικά, κατέστη ὑπόδειγμα ἀδελφικῆς ἀγάπης καὶ ταπεινοφροσύνης. Ὅταν ὁ ἡγούμενος Θεόκτιστος πέθανε, ὁ Λεόντιος ἐξελέγη διάδοχός του μὲ ὁμόφωνη ἀπόφαση τῶν μοναχῶν.

Ὁ Ἅγιος Λεόντιος ἐπισκεπτόταν γιὰ τὶς ὑλικὲς ἀνάγκες τῆς μονῆς καὶ τὴ νῆσο τῆς Κρήτης. Εἶχε δὲ ὁρμητήριο στὴν Κρήτη τὸ μονύδριο τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου καὶ Εὐαγγελιστοῦ Ἰωάννου, ἐντὸς τῆς ἀρχαίας πόλεως Ἄπτερα, ἐπάνω ἀπὸ τὸ τουρκικὸ φρούριο Ἰσδεζὶν (Καλάμι), ποὺ ἦταν τότε μετόχι τῆς μονῆς Πάτμου.

Μεριμνώντας γιὰ τὶς ὑποθέσεις τῆς μονῆς, ὁ Ἅγιος Λεόντιος μετέβη στὴν Κωνσταντινούπολη. Ἐκεῖ εἵλκυσε τὸν σεβασμὸ καὶ τὴν ἐκτίμηση τοῦ αὐτοκράτορος Μανουὴλ τοῦ Κομνηνοῦ (1143 – 1180 μ.Χ.) γιὰ τὸ πρόσωπό του, κατὰ σύσταση καὶ ὑποστήριξη τοῦ ὁποίου ἐξελέγη Πατριάρχης Ἱεροσολύμων τὸ 1170, σὲ καιροὺς κατὰ τοὺς ὁποίους ἡ Σιωνίτιδα Ἐκκλησία δοκιμαζόταν ἀπὸ τὴν κυριαρχία τῶν Λατίνων.
Ὁ Ἅγιος Λεόντιος, ἀφοῦ διέπρεψε σὲ ὁσιότητα βίου καὶ ἀποστολικὸ ζῆλο, κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ 1190.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

 

Ὁ Ἅγιος Ἰσίδωρος ὁ Θαυματουργός ὁ διὰ Χριστὸν σαλός 

Ὁ Ἅγιος Ἰσίδωρος Τβερντίσλοβ (=πιστὸς τοῦ Λόγου), γεννήθηκε στὴν Γερμανία ἀπὸ πλούσιους γονεῖς. Μεγαλωμένος σὲ Ρωμαιοκαθολικὸ περιβάλλον, μεταστράφηκε ἀργότερα στὴν Ὀρθόδοξη πίστη. Ἀπὸ τὴ νεότητά του ἔζησε ἀσκητικὸ βίο καὶ εἶχε στὴν καρδιά του μεγάλη εὐσπλαχνία γιὰ τοὺς ἀνθρώπους. Ἐπιθυμώντας τὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ ὁ Ἅγιος ἐγκατέλειψε τὴν πατρικὴ οἰκία, διαμοίρασε τὴν περιουσία του στοὺς φτωχοὺς καὶ ἄρχισε νὰ ζεῖ περιπλανώμενος. Τελικὰ ἔφθασε στὴ Ρωσία καὶ ἀποφάσισε νὰ ζήσει στὸ Ροστώβ. Ἐδῶ ὁ Ἅγιος Ἰσίδωρος ζοῦσε μέσα στὸ χιόνι καὶ στὸ κρύο, ὑπομένοντας κάθε προσβολή. Ἐγκαταστάθηκε σὲ μία σαθρὴ ξύλινη καλύβα, τὴν ὁποία ἔφτιαξε ὁ ἴδιος. Ἐπέλεξε ἕνα ἀκατανόητο τρόπο ζωῆς γιὰ τὸ Ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, τὸν ὁποῖο ὁ Ἀπόστολος Παῦλος περιγράφει στὴν Α’ Ἐπιστολή του πρὸς Κορινθίους.

Ὁ Ἅγιος Ἰσίδωρος περνοῦσε τὸν καιρό του μὲ ἀδιάλειπτη προσευχή, μὴ ἐπιτρέποντας στὸν ἑαυτό του πολὺ ὕπνο ἢ ξεκούραση. Στεκόταν ὅλη τὴ νύχτα ἄγρυπνος καὶ δοξολογοῦσε τὸν Θεό.

Τὴν ἡμέρα ὁ Ἅγιος ἔκανε τοὺς γύρους τῆς πόλεως, ἐνεργώντας ὡς σαλός. Ὅπως ὁ Ἰὼβ ὁ παλαιὸς στὴν ὑπομονή του, ἔτσι καὶ ὁ Ἅγιος Ἰσίδωρος, ἐνῷ ἦταν ἀκόμα ζωντανός, ἦταν μαζὶ ἐπίγειος Ἄγγελος καὶ οὐράνιος ἄνθρωπος, μία φιλεύσπλαχνη ψυχή, ἁγνὸς στὴ σκέψη, μὲ ἄγρυπνη καρδιά, πίστη ἀκαταίσχυντη καὶ ἀληθινὴ ἀγάπη χωρὶς ὑποκρισία. Κατὰ τὴν διάρκεια τοῦ βίου του ἀξιώθηκε ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ ἐπιτελεῖ θαύματα.

Ὁ Ἅγιος Ἰσίδωρος κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ 1474. Οἱ Χριστιανοὶ πληροφορήθηκαν τὴν κοίμησή του μόνο ὅταν περνώντας ἔξω ἀπὸ τὴν καλύβα του ἔνιωσαν τὴν εὐωδία, ποὺ ἀνέδιδε τὸ ἱερὸ λείψανό του. Στὸν τόπο τοῦ ἐνταφιασμοῦ τοῦ Ἁγίου, κτίσθηκε ὁ ναὸς τῆς Ἀναλήψεως τοῦ Κυρίου, στὸν ὁποῖο φυλάσσονται τὰ λείψανά του.
Ὁ Ἅγιος Ἰσίδωρος ὀνομάζεται Τβερντίσλοβ (πιστὸς τοῦ Λόγου), ἐπειδὴ ὁμιλοῦσε συνεχῶς γιὰ τὸν Ἰησοῦ Χριστό.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

 

Ὁ Ἅγιος Ἀντώνιος ὁ Ἱερομάρτυρας καὶ οἱ σὺν αὐτῷ Μάρτυρες μοναχοὶ καὶ λαϊκοί

Ὁ Ἅγιος Ἱερομάρτυς Ἀντώνιος, ἡγούμενος τῆς μονῆς τοῦ Ὁσίου Παϊσίου τοῦ Οὔγκλιχ ( 6 Ἰουνίου), μαρτύρησε μαζὶ μὲ σαράντα μοναχοὺς τῆς μονῆς καὶ χίλιους λαϊκούς, ἀπὸ τοὺς Πολωνοὺς τὸ 1609.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ἅγιος Δανιὴλ ὁ Ἱερομάρτυρας καὶ οἱ σὺν αὐτῷ Μάρτυρες μοναχοὶ καὶ λαϊκοί 

Ὁ Ἅγιος Ἱερομάρτυς Δανιήλ, ἡγούμενος τῆς μονῆς τοῦ Ἁγίου Νικολάου, μαρτύρησε μαζὶ μὲ τριάντα μοναχοὺς τῆς μονῆς καὶ διακόσιους λαϊκούς, ἀπὸ τοὺς Πολωνοὺς τὸ 1609.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ἅγιος Μᾶρκος ὁ Νεομάρτυρας

Ὁ Ἅγιος Νεομάρτυς Μᾶρκος ἦταν γέννημα καὶ θρέμμα τῆς νήσου Κρήτης. Ὁ πατέρας του, ὀνόματι Ἀνδρέας, καταγόταν ἀπὸ τὴν Ζάκυνθο καὶ ἡ μητέρα του ἀπὸ τὴν Κρήτη. Σὲ μικρὴ ἡλικία, μετὰ τὸν θάνατο τῆς μητέρας του, ἀκολούθησε τὸν πατέρα του στὴν Σμύρνη. Ἐκεῖ, λόγω τῆς βίαιης διαγωγῆς τοῦ πατέρα του, ἐξισλαμίσθηκε ἀπὸ τοὺς Τούρκους. Τέσσερα χρόνια παρέμεινε στὸν Ἰσλαμισμὸ ὁ Μᾶρκος καὶ μετονομάσθηκε Μουσταφᾶ.
Στὴ συνέχεια, ἀφοῦ μετανόησε καὶ ἀνένηψε, ἀπέκρουσε μὲ βδελυγμία τὴν πλάνη τῶν Ἀγαρηνῶν καὶ διέφυγε στὴ Ζάκυνθο καὶ ἀπὸ ἐκεῖ στὴν Κρήτη. Κατέφυγε στὴν ἀκμάζουσα τότε ἱερὰ μονὴ τῆς Κυρίας Ἀκρωτηριανῆς (Τοπλοῦ) Σητείας, γιὰ περισυλλογὴ καὶ ἄσκηση. Ἀργότερα πῆγε στὴν Κωνσταντινούπολη, ὅπου ἐξομολογήθηκε καὶ μαθήτευσε κοντὰ στὸν σοφὸ καὶ πολυμαθὴ διδάσκαλο Μελέτιο Συρίγο. Ἐπανῆλθε στὴ Σμύρνη, ὅπου κήρυξε δημόσια τὸν Χριστιανισμό. Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ συνελήφθη καὶ ἀφοῦ μὲ σθένος ἀρνήθηκε νὰ προδώσει τὴν πίστη του, βασανίσθηκε σκληρὰ καὶ τέλος ἀποκεφαλίσθηκε στὴ Σμύρνη τὸ 1643. Τὸ τίμιο λείψανό του, ἀφοῦ ἐξαγοράσθηκε ἀπὸ τοὺς Χριστιανούς, ἐνταφιάσθηκε στὸ ναὸ τῆς Ἁγίας Φωτεινῆς, ὁ δὲ Θεός, σὲ ἀνταμοιβὴ τῆς θυσίας του, τὸν ἀνέδειξε πηγὴ ἰαμάτων γιὰ ὅσους προσέτρεχαν πρὸς αὐτὸν μὲ πίστη.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Νεομάρτυρας ὁ Βούλγαρος, ὁ χρυσοχόος

Ὁ Ἅγιος Νεομάρτυς Ἰωάννης καταγόταν ἀπὸ τὴν πόλη Σούμνα τῆς Βουλγαρίας καὶ ἀσκοῦσε τὸ ἐπάγγελμα τοῦ χρυσοχόου. Ἦταν ὡραῖος στὴν ὄψη καὶ ἐνάρετος. Τὸν Ἰωάννη ἐρωτεύθηκε μία Ὀθωμανίδα, ποὺ κατοικοῦσε κοντὰ στὸ ἐργαστήριό του. Ἐπειδὴ ἀπέτυχε στὴν προσπάθειά της νὰ ἑλκύσει τὸν Ἰωάννη, ἡλικίας δεκαοκτῶ ἐτῶν, τὸν συκοφάντησε ὅτι ἀποπειράθηκε νὰ τὴν βιάσει. Κατόπιν τούτου, συνελήφθη καὶ ὁδηγήθηκε στὸν κριτή, ὁ ὁποῖος τὸν πίεζε νὰ ἀλλαξοπιστήσει καὶ νὰ νυμφευθεῖ τὴν δῆθεν βιασμένη ἀπὸ αὐτὸν γυναῖκα. Ὁ Ἰωάννης, ἀφοῦ ἀντέκρουσε τὴν ἐναντίον του συκοφαντία, δήλωσε πρὸς τὸν κριτὴ ὅτι ἦταν καὶ θὰ παρέμενε μέχρι τέλους πιστὸς στὴν Χριστιανικὴ πίστη του. Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ βασανίσθηκε σκληρὰ καὶ κλείσθηκε στὴ φυλακή. Ἡ πίστη τοῦ Νεομάρτυρα ἦταν ἀκατάβλητη. Οἱ βασανιστὲς τὸν ἔβαλαν σὲ τροχό, ἔσκισαν τὸ δέρμα αὐτοῦ ἀπὸ τῆς κοιλιᾶς μέχρι τοῦ λαιμοῦ καὶ τὸν ἔκαιγαν μὲ ἀναμμένες λαμπάδες. Τέλος, μὲ διαταγὴ τοῦ μουφτῆ, οἱ δήμιοι τὸν ἀποκεφάλισαν τὸ 1802.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

 

Ὁ Ὅσιος Νικήτας ὁ Ἔγκλειστος 

Ἡ μνήμη τοῦ Ὁσίου Νικήτα ἐπαναλαμβάνεται στὶς 31 Ἰανουαρίου, ὅπου καὶ ὁ βίος του καὶ ἡ ἀνακομιδὴ τῶν ἱερῶν λειψάνων αὐτοῦ στὶς 30 Ἀπριλίου.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Σύναξις Ὑπεραγίας Θεοτόκου ἐν Ἰαροσλάβλ 

Ἡ ἱερὴ εἰκόνα τῆς Θεοτόκου τοῦ Ἰαροσλάβλ (Πετσέρκ) ὑπῆρχε στὴν ὁμώνυμη πόλη. Ἡ Ἀλεξάνδρα Ντομπίτσκινα, ποὺ ὑπέφερε τρομακτικὰ γιὰ δεκαεπτὰ χρόνια ἀπὸ ψυχικὴ καὶ σωματικὴ ἀσθένεια, εἶδε τὸ 1823 σὲ ὅραμα μία ἐκκλησία μὲ τὴν εἰκόνα τῆς Θεοτόκου. Ἀποφάσισε νὰ ψάξει γιὰ ὁ ναὸ τοῦ Ἰαροσλάβλ καὶ τὴν εἰκόνα ποὺ εἶχε δεῖ στὸ ὅραμα. Ὅταν εἰσῆλθε στὸ ναό, ἡ λυπημένη Ἀλεξάνδρα εἶδε στὸν τοῖχο τὴν ἀπεικόνιση τῆς Θεοτόκου τῶν Σπηλαίων. Ξαφνικὰ εἶχε μία ἰσχυρὴ κρίση πυρετοῦ, μετὰ τὴν ὁποία ἦλθε ἡ ἀνακούφιση καὶ ἡ πλήρης θεραπεία ἀπὸ τὴν πολύχρονη ἀσθένεια. Ἀπὸ τότε ἡ εἰκόνα ἐπιτελεῖ πολλὰ θαύματα σὲ ἐκείνους ποὺ προστρέχουν μὲ πίστη καὶ εὐλάβεια πρὸς τὴν Ὑπεραγία Θεοτόκο.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

 

Οἱ Ἅγιοι Ἀριστοτέλης καὶ Λέανδρος οἱ Μάρτυρες 

Δὲν ἔχουμε λεπτομέρειες γιὰ τὸν Βίο καὶ τὸ Μαρτύριο τῶν Ἁγίων.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

 

Ακολουθία Εσπερινού Σαββάτου, όρθρου και Θείας Λειτουργίας της Σαμαρείτιδος (13-05-2017 και 14-05-2017) εδώ. 

 Τυπικόν εδώ 

Κανόνιον εδώ

Κυριακή της Σαμαρείτιδος

Οἱ ψυχὲς διψοῦν, κ᾽ ἐμεῖς ἀδρανοῦμε;

του μακαριστού Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου

 

«…Ὃς δ᾿ ἂν πίῃ ἐκ τοῦ ὕδατος οὗ ἐγὼ δώσω αὐτῷ, οὐ μὴ διψήσῃ εἰς τὸν αἰῶνα»(Ἰωάν. 4,14)

 

Ο άνθρωπος, ἀγαπητοί μου, δὲν εἶνε αὐτάρκης. Ἀπ᾿ τὴ στιγμὴ ποὺ ἔρχεται στὸν κόσμο μέχρι τὴ στιγμὴ ποὺ ἀφήνει τὴν ὑστάτη του πνοή, χρειάζεται γιὰ νὰ ζήσῃ ὡρισμένα πράγματα. Πολλὰ ἀπ᾿ αὐτὰ εἶνε χρήσιμα καὶ κάνουν τὴ ζωή του εὐχάριστη, ὅπως εἶνε λ.χ. ἕνα καλὸ σπίτι, ἕνα ὑγιεινὸ ροῦχο, ἕνα μέσο μεταφορᾶς. Ὡρισμένα ὅμως δὲν εἶνε ἁπλῶς χρήσιμα, εἶνε κυριολεκτικῶς ἀπαραίτητα• χωρὶς αὐτὰ δὲν μπορεῖ νὰ ζήσῃ. Ἕνα ἀπὸ αὐτὰ τὰ ἀπαραίτητα εἶνε καὶ τὸ νερό. Χωρὶς νερὸ ὁ ἄνθρωπος δὲν ζῇ. Ἡ δίψα εἶνε ἀνάγκη ἐπιτακτική. Καὶ αὐτὸς ὁ Θεάνθρωπος ἀκόμα, ὅπως ἀκούσαμε στὸ σημερινὸ εὐαγγέλιο, αἰσθανόταν τὴν ἀνάγκη αὐτή.

Ἀλλὰ δὲν ἔχει ἀνάγκες μόνο τὸ σῶμα• ἀνάγκες ἔχει καὶ ἡ ψυχή. Ἔχει ἐφέσεις, ἐπιθυμίες, πόθους, λαχτάρες. Ἑλκύεται ἀπὸ ἀξίες, ὀνειρεύεται ὕψη, ἀναζητεῖ τὴν εἰρήνη καὶ τὴ γαλήνη, ποθεῖ τὴ χαρὰ καὶ τὴν ἀνάπαυσι… Καὶ ἂν αὐτὰ ἀναζητῇ ἡ ψυχὴ τῶν ἀνθρώπων, ἡ ψυχὴ τοῦ Θεανθρώπου τί ἐπιθυμεῖ ἆραγε;

Τὴν ἀπάντησι στὸ ἐρώτημα αὐτὸ δίδει ἡ εὐαγγελικὴ περικοπὴ τῆς Σαμαρείτιδος.

  Ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, ὅπως μᾶς διηγεῖται στὸ σημερινὸ εὐαγγέλιο ὁ «ἠγαπημένος» μαθητής του, ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης, ἀναχωρεῖ ἀπὸ τὴν πόλι τῶν Ἰεροσολύμων καὶ κατευθύνεται πρὸς βορρᾶν. Εἶνε Μάιος, καὶ ὁ ἥλιος ῥίχνει τὶς καυστικές του ἀκτῖνες• ἐπικρατεῖ μεγάλη ζέστη. Ἀλλὰ ὁ Κύριος μὲ τὴ συνοδεία τῶν μαθητῶν του βαδίζει• δὲν ὑπολογίζει τὴ ζέστη, τὸν κόπο καὶ τὸν ἱδρῶτα. Ἄρχοντες καὶ μεγιστᾶνες τῆς γῆς, πλούσιοι μὲ τὶς ἀστραφτερές σας λιμουζίνες, ἰδέστε καὶ θαυμάστε τὴν ἁπλότητα τῆς ζωῆς Ἐκείνου! Δὲν ἔχει ἅμαξα ποὺ τὴν σύρουν ὑπερήφανα ἄλογα. Αὐτὸς ποὺ εἶπε ὅτι «Αἱ ἀλώπεκες φωλεοὺς ἔχουσι καὶ τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ κατασκηνώσεις, ὁ δὲ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου οὐκ ἔχει ποῦ τὴν κεφαλὴν κλίνῃ» (Ματθ. 8,20• Λουκ. 9,58), πεζοπορεῖ σὰν τὸν πιὸ φτωχὸ ἄνθρωπο. Βαδίζει δεκάδες χιλιόμετρα, διασχίζει κατὰ μῆκος τὴν ἐπαρχία τῆς Ἰουδαίας, περνάει τὰ σύνορα καὶ μπαίνει στὴν ἄλλη ἐπαρχία, τῆς Σαμαρείας. Νά τώρα φαίνεται ἀπὸ μακριὰ ἡ πόλι τῆς Συχάρ. Ἐκεῖ, λίγο ἔξω ἀπὸ τὴν πόλι, σὲ μία πηγή, στὸ ἱστορικὸ φρέαρ (πηγάδι) τοῦ πατριάρχου Ἰακώβ, κάθεται ὁ Κύριος.

Γιατί κάθεται ἐδῶ ὁ Χριστός; Ἁπλῶς γιὰ ν᾿ ἀναπαυθῇ; Καὶ γιατί δὲν κάθησε σὲ κάποιο ἄλλο σημεῖο τῆς μακρᾶς καὶ κουραστικῆς ὁδοιπορίας του; Ἔχει τὸ λόγο του. Κάθεται στὸ πηγάδι τοῦ Ἰακώβ, γιὰ νὰ δροσίσῃ κάποια διψασμένη πνευματικῶς ψυχή, ποὺ θὰ ἐρχόταν νὰ πάρῃ νερὸ ὡδηγημένη ἐκεῖ ἀπὸ τὴ σωματική της δίψα. Κάθησε δηλαδὴ ἐκεῖ ὁ Κύριος, γιὰ νὰ τραβήξῃ μέσα ἀπὸ τὸ βόρβορο τῆς ἁμαρτίας μία ψυχὴ ποὺ χρόνια ὁλόκληρα ἐκυλίετο στὴ σαρκικὴ ἀκαθαρσία, νὰ τὴν καθαρίσῃ καὶ νὰ τὴν κάνῃ, ἀπὸ μαύρη – κατάμαυρη ποὺ ἦταν, λευκὴ σὰν τὸ χιόνι. Γιὰ μία ψυχὴ λοιπὸν σηκώθηκε ὁ Κύριος μαζὶ μὲ τοὺς μαθητάς του ἀπὸ τὰ Ἰεροσόλυμα καὶ ἦρθε στὴ Σαμάρεια. Ἀλλὰ τί λέω; Ἡ ἀπόστασι αὐτὴ εἶνε μικρὴ ἐμπρὸς στὴν ἄλλη ἐκείνη, τὴν ἰλιγγιώδη ἀπόστασι ποὺ διήνυσε ὅταν ἀπὸ τὸν οὐρανὸ ἦρθε στὴ γῆ νὰ γίνῃ ἄνθρωπος, ὅταν «ἔκλινεν οὐρανοὺς καὶ κατέβη» (Β΄ Βασ. 22,10• Ψαλμ. 17,10• πρβλ. 143,5). Ἐνανθρώπησε, καὶ ἔπαθε καὶ σταυρώθηκε, γιὰ νὰ σώσῃ ἔστω καὶ μία ψυχὴ ἁμαρτωλή. Δηλαδή, καὶ ἂν ἀκόμη κάτω ἐδῶ στὴ γῆ ὑπῆρχε μία μόνο ψυχὴ ἁμαρτωλή, γι᾿ αὐτὴν καὶ μόνο θὰ ὑπέφερε προθύμως τὰ πάντα (τοὺς ἐμπτυσμούς, τὴ μαστίγωσι, τὸ ἀγκάθινο στεφάνι, τὴν κόκκινη χλαμύδα καὶ πρὸ πάντων τὸ σταυρικὸ θάνατο), γιὰ νὰ τὴν πάρῃ ἀπὸ τὰ χέρια τοῦ σατανᾶ καὶ νὰ τῆς χαρίσῃ τὴ σωτηρία.

Καὶ ποιά εἶνε ἡ ψυχὴ αὐτή, τὴν ὁποία ἐκεῖ παρὰ τὸ φρέαρ τοῦ Ἰακὼβ ἦρθε νὰ σώσῃ ὁ Θεάνθρωπος; Εἶνε, ὅπως επαμε, μιὰ δυστυχισμένη ἁμαρτωλὴ ὕπαρξι, στὴν ὁποία κανείς ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους τῆς πρὸ Χριστοῦ ἐποχῆς δὲν ἔδινε σημασία. Εἶνε μία γυναίκα τῆς Σαμαρείας, ποὺ μέρα μεσημέρι, ὅταν κανείς δὲν ἐκινεῖτο ἀπὸ τὴν πολλὴ ζέστη, ἔρχεται στὸ φρέαρ τοῦ Ἰακὼβ μὲ τὰ δοχεῖα στὰ χέρια, γιὰ νὰ πάρῃ νερό.

Καθὼς πλησιάζει στὸ πηγάδι, ἀντικρύζει κάποιον ποὺ καθόταν δίπλα ἐκεῖ. Ἦταν ὁ Κύριος. Εἶχε μείνει μόνος, διότι οἱ μαθηταί του εἶχαν μεταβῆ στὴν κωμόπολι γιὰ ν᾿ ἀγοράσουν τρόφιμα. Ἀφήνει λοιπὸν τὴ στάμνα ἡ Σαμαρεῖτις, βγάζει νερὸ καὶ τὴ γεμίζει. Τῆς λέει ὁ Κύριος• ―«Δός μοι πιεῖν» (Ἰωάν. 4,7), δός μου λίγο νερὸ νὰ πιῶ. Ἐκείνη, ἀντὶ νὰ δώσῃ νερὸ στὸ διψασμένο, ἐξέφρασε ἔκπληξι πῶς τῆς ζητάει νερό, καὶ τοῦ λέει• ―Πῶς ζητᾷς νερὸ ἀπὸ μιὰ γυναῖκα Σαμαρείτιδα, ἐνῷ σὺ εἶσαι Ἰουδαῖος;… Τὸ εἶπε αὐτό, διότι οἱ Ἰουδαῖοι δὲν εἶχαν καμμία ἐπικοινωνία καὶ καμμία σχέσι μὲ τοὺς Σαμαρεῖτες. Οἱ Ἰουδαῖοι μισοῦσαν θανασίμως τοὺς Σαμαρεῖτες καὶ οἱ Σαμαρεῖτες τοὺς Ἰουδαίους• κι ἂν ἀκόμα καιγόταν κανεὶς ἀπὸ τὴ δίψα, ὁ ἄλλος δὲν τοῦ ἔδινε νερό. Ἔτσι ὅμως, μὲ τὸ νὰ ζητήσῃ ὁ Κύριος νερό, ἀρχίζει μία διαλογικὴ συζήτησι μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τῆς ἁμαρτωλῆς γυναικός. Ὁ Κύριος τῆς λέει• ―Ἂν γνώριζες ποιός εἶν᾿ αὐτὸς ποὺ σοῦ ζητάει νερό, ἐσύ θὰ τοῦ ζητοῦσες κ᾿ ἐκεῖνος θὰ σοῦ ἔδινε «ὕδωρ ζῶν». ―Πῶς εἶνε δυνατόν, ρωτᾷ ἡ γυναίκα, ἐφ᾿ ὅσον οὔτε ἄντλημα ἔχεις καὶ τὸ πηγάδι εἶνε βαθύ, νὰ βγάλῃς νερὸ καὶ νὰ δώσῃς καὶ σ᾿ ἐμένα; ―Ὅποιος πίνει ἀπ᾿ τὸ νερὸ αὐτό, τῆς ἀπαντᾷ ὁ Κύριος, θὰ διψάσῃ πάλι• ὅποιος ὅμως πιῇ ἀπ᾿ τὸ νερὸ ποὺ θὰ τοῦ δώσω ἐγώ, δὲν θὰ ξαναδιψᾴσῃ ποτέ πιά… Ἡ καημένη ἡ γυναίκα δὲν εἶχε ἐννοήσει γιὰ ποιό νερὸ τῆς μιλοῦσε ὁ Χριστός, καὶ λέει• ―Κύριε, δός μου αὐτὸ τὸ νερό!… Γνωρίζοντας ὁ Κύριος τί κατὰ βάθος ζητοῦσε ἡ ψυχή της, μὲ ἄριστο παιδαγωγικὸ τρόπο τὴ διαφωτίζει. Τὴ μεταφέρει ἀπὸ τὴν ὕλη στὸ πνεῦμα, ὑψώνει τὸ νοῦ της στὶς ἰλιγγιώδεις κορυφὲς τῶν θείων ἀποκαλύψεων. Καὶ τέλος ἡ Σαμαρεῖτις ἀκούει ἀπὸ τὸν Κύριο τὴν ὑψίστη ἀποκάλυψι• ὅτι αὐτός, μὲ τὸν ὁποῖο συνομιλεῖ, εἶνε ὁ διος ὁ Μεσσίας Χριστός, ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ Σωτὴρ τοῦ κόσμου.

Ἡ ἡμέρα αὐτή, ποὺ ἡ Σαμαρεῖτις ἀκούει καὶ πιστεύει στὸ Χριστό, εἶνε ἡ σπουδαιοτέρα ἡμέρα τῆς ζωῆς της, ἡμέρα ἀσυγκρίτως ἀνωτέρα ἀπὸ τὴν ἡμέρα τῆς γεννήσεώς της. Παίρνει τὸ ὄνομα Φωτεινή, καὶ ἕνας νέος κόσμος ἀνατέλλει τώρα μπροστά της. Ἡ μοιχαλίδα, ἡ ἁμαρτωλὴ ἐκείνη γυναίκα, γίνεται εὐαγγελίστρια – ὤ τῶν θαυμάτων σου, Χριστέ! Αὐτὴ τώρα θὰ καλέσῃ σὲ μετάνοια ὅλο τὸν κόσμο τῆς πόλεώς της καὶ ὅλη τὴν οἰκογένειά της. Θὰ τρέξῃ καὶ ἔξω ἀπὸ τὴν πατρίδα της, σὲ ἄλλες χῶρες, γιὰ νὰ κηρύξῃ παντοῦ τὰ μεγαλεῖα τοῦ Θεοῦ. Καὶ πράγματι περιώδευσε ἐν συνεχείᾳ ὅλη τὴ Μικρὰ Ἀσία μέχρι τὶς ἀκτὲς τοῦ Αἰγαίου πελάγους. Ἔφθασε μάλιστα καὶ στὴν ὡραία ἑλληνικὴ πόλι τῆς Σμύρνης, ἡ ὁποία πρὸς τιμὴν τῆς εὐαγγελιστρίας αὐτῆς τοῦ Χριστοῦ εἶχε ἀνεγείρει κατόπιν μεγαλοπρεπέστατο ναὸ ἐπ᾿ ὀνόματί της, τὸ μητροπολιτικὸ ναὸ τῆς Ἁγίας Φωτεινῆς. Ἡ Ἐκκλησία μας τὴν ἑορτάζει σήμερα, τετάρτη Κυριακὴ μετὰ τὸ Πάσχα.

 Καταλάβατε, ἀγαπητοί μου, ποιά εἶνε ἡ δίψα τοῦ Θεανθρώπου; Ὁ Κύριος βάδισε χιλιόμετρα ὁλόκληρα γιὰ νὰ σώσῃ μία ψυχή. Κ᾿ ἐμεῖς; Δυστυχῶς ἀδρανοῦμε. Τί θά ᾿πρεπε νὰ κάνουμε; Μποροῦμε ὅλοι νὰ γίνουμε κήρυκες, ὁ καθένας στὸν κύκλο του, μέσα στὸ σπίτι μας, στὴ γειτονιά μας, στὴν ἐργασία μας, ἐκεῖ ποὺ περιμένουν ἀναρίθμητες ψυχὲς περιφρονημένες ἀπὸ τὸν κόσμο, κουρασμένες ἀπὸ τὶς θλίψεις καὶ τὰ βάσανα τῆς ζωῆς. Ἂς τὶς πλησιάσουμε καὶ ἂς τὶς ἀνακουφίσουμε μὲ τὰ ὡραῖα λόγια τοῦ Εὐαγγελίου.

Νὰ τοὺς ποῦμε, ὅτι ὁ Χριστὸς εἶνε ἡ πηγὴ τοῦ ζῶντος ὕδατος, καὶ ἂν κάποιος πιῇ ἀπ᾿ τὸ δικό του τὸ νερό, δὲν θὰ ξαναδιψάσῃ ποτέ.

Ἀλλὰ γιὰ νὰ τὸ ἐπιτύχουμε αὐτό, πρέπει νὰ πιοῦμε ἐμεῖς πρῶτοι ἀπ᾿ τὸ νερὸ τοῦ Χριστοῦ. Καὶ θὰ πιοῦμε – πότε; Ὅταν ἐκτελοῦμε τὸ νόμο τοῦ Θεοῦ, ὅταν ἔχουμε ζωντανὴ σχέσι μὲ τὴν Ἐκκλησία, μὲ τὰ μυστήριά της, ὅταν διαδίδουμε τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ καὶ βοηθοῦμε τὰ πρόσωπα ἐκεῖνα ποὺ ἐργάζονται γιὰ τὴ διάδοσι τοῦ εὐαγγελίου. Ἔτσι καὶ ἐμεῖς θὰ ἔχουμε ἐλπίδα νὰ σωθοῦμε, ἀλλὰ καὶ θὰ μπορέσουμε κι ἄλλους νὰ σώσουμε, ὥστε ὅλοι νὰ κληρονομήσουμε τὴν οὐράνιο βασιλεία, τὴν ὁποία κληρονόμησε καὶ ἡ ἁγία Φωτεινή. Γένοιτο.

† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος-

 Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου Ν. Μεσημβρίας - Γεφύρας Θεσσαλονίκης τὴν 15-5-1955

 

Ἡ Ἁγία Μάρτυς Γλυκερία γεννήθηκε στὴν Τραϊανούπολη τὸν 2ο αἰώνα μ.Χ., ὅταν αὐτοκράτορας ἦταν ὁ Ἀντωνίνος ὁ Εὐσεβὴς (138 – 161 μ.Χ.). Ὁ πατέρας της ὀνομαζόταν Μακάριος καὶ εἶχε διατελέσει ὕπατος. Σὲ μικρὴ ἡλικία ἀσπάσθηκε τὸν Χριστιανισμὸ καὶ ἀνέπτυξε ἔντονη χριστιανικὴ καὶ κατηχητικὴ δράση. Ὅταν πληροφορήθηκε τὸ γεγονὸς ὁ ἡγεμόνας Σαβίνος, τὴν κάλεσε νὰ παρουσιασθεῖ μπροστά του. Μὲ μεγάλη προθυμία ἡ Ἁγία ἐμφανίσθηκε σὲ ἐκεῖνον, ἔχοντας σημειώσει στὸ μέτωπό της τὸν Τίμιο Σταυρὸ καὶ δὲν δίστασε νὰ ὁμολογήσει μὲ παρρησία καὶ σθένος τὴν πίστη της στὸν Σωτήρα καὶ Λυτρωτὴ Ἰησοῦ Χριστό.

Ὅταν ὁ ἡγεμόνας κάλεσε τὴν Ἁγία νὰ θυσιάσει στὰ εἴδωλα, αὐτὴ ἀρνήθηκε καὶ ὁμολόγησε τὴν πίστη της στὸν Χριστό. Ἀκολούθως προσευχήθηκε στὸν Θεὸ λέγοντας: «Ὁ Θεός, ὁ Παντοκράτορας, Σὺ πού δοξάζεσαι μὲ τὸ Σταυρὸ τοῦ Χριστοῦ Σου ἀπὸ τοὺς δούλους Σου, Σὺ ποὺ ἐμφανίσθηκες στοὺς Ὁσίους Σου παῖδες καὶ τοὺς γλύτωσες ἀπὸ ἀναμμένο καμίνι, Σὺ ποὺ ἔκλεισες τὰ στόματα τῶν λιονταριῶν καὶ ἀνέδειξες νικητὴ τὸν δοῦλο Σου Δανιήλ, Σὺ ποὺ κατέστρεψες τὸν Βάαλ καὶ ἐξόντωσες τὸν δράκοντα καὶ συνέτριψες τὴ διαβολικὴ εἰκόνα (τοῦ βασιλέως Ναβουχοδονόσορ), Ἰησοῦ Χριστέ, τὸ ἄμωμο καὶ ἄκακο ἀρνίον τοῦ Θεοῦ, ἔλα σὲ ἐμένα τὴν ταπεινὴ καὶ συνέτριψε τὸν δαίμονα (τὸν Δία) ποὺ δημιουργήθηκε μὲ τὴν ἀνθρώπινη τέχνη καὶ διασκόρπισε τὴν κακή τους θυσία». Ἀμέσως μετὰ τὴν προσευχὴ ἔγινε βροντὴ μεγάλη καὶ ἔπεσε τὸ ἄγαλμα τοῦ Δία καὶ συντρίφθηκε, γιατί ἦταν πέτρινο.

Ὅταν ὁ ἡγεμόνας καὶ οἱ εἰδωλολάτρες ἱερεῖς εἶδαν νὰ συντρίβεται τὸ ἄγαλμα τοῦ θεοῦ τους, γεμάτοι ἀπὸ ὀργή, ἔδωσαν τὴν ἐντολὴ νὰ πεθάνει ἡ Γλυκερία μὲ λιθοβολισμό. Ἀμέσως τὰ πλήθη τῶν εἰδωλολατρῶν ὅρμησαν μανιασμένα καὶ ἄρχισαν νὰ λιθοβολοῦν τὴν Ἁγία. Οἱ πέτρες ὅμως ἔπεφταν δίπλα της χωρὶς καθόλου νὰ τὴν ἀγγίζουν. Οἱ εἰδωλολάτρες βλέποντας τὸ φαινόμενο καὶ μὴ ἀντιλαμβανόμενοι αὐτὴ τὴ δωρεὰ καὶ εὐεργεσία τοῦ Θεοῦ, νόμισαν ὅτι ἡ Ἁγία εἶναι μάγισσα καὶ γι’ αὐτὸ δὲν τὴν ἄγγιζαν οἱ πέτρες. Ἄρχισαν λοιπὸν νὰ τὴν βρίζουν.

Ὁ ἡγεμόνας παρεμβαίνοντας διέταξε νὰ τὴν βάλουν μέχρι τὸ πρωὶ τῆς ἑπόμενης ἡμέρας στὴ φυλακὴ καὶ νὰ τὴν ἀσφαλίσουν καλά, μήπως κάνοντας χρήση τῶν μαγικῶν της ἱκανοτήτων κατορθώσει νὰ φύγει καὶ ἔπειτα διαδώσει ὅτι τὴν βοήθησε ὁ Θεός της μὲ συνέπεια νὰ ἐξαπατήσει πολλούς.

Ἐκεῖ στὴν φυλακή, τὸ ἀπόγευμα τῆς ἴδιας ἡμέρας, ἐπισκέφθηκε τὴν Ἁγία ὁ Χριστιανὸς ἱερέας τῆς πόλεως, Φιλοκράτης, τὸν ὁποῖο ἡ Ἁγία παρακάλεσε νὰ τὴ σφραγίσει μὲ τὸ σημεῖο τοῦ Σταυροῦ.

Τὸ πρωὶ τῆς ἑπόμενης ἡμέρας ὁ ἡγεμόνας ᾖλθε στὸ δικαστήριο, γιὰ νὰ δικάσει καὶ τιμωρήσει παραδειγματικὰ τὴν Ἁγία Γλυκερία. Διέταξε λοιπὸν νὰ τὴν ὁδηγήσουν μπροστά του καὶ τὴν ρώτησε, ἐὰν θέλει νὰ θυσιάσει στὸν Δία. Τῆς ἐπέστησε δὲ τὴν προσοχὴ ὅτι σὲ περίπτωση ποὺ δὲν ἐπείθετο καὶ δὲν ὑπάκουε θὰ ἔδινε τὴν ἐντολὴ νὰ τὴν σκοτώσουν. Ἡ Ἁγία ἀρνήθηκε. Τότε ὁ ἡγεμόνας διέταξε νὰ τὴν κρεμάσουν ἀπὸ τὰ μαλλιὰ καὶ νὰ τῆς γδάρουν τὴν κεφαλή. Ἡ Ἁγία, καθὼς ἦταν κρεμασμένη, εὐχαριστοῦσε τὸν Θεό.

Ὅταν ὁ ἡγεμόνας ἀντιλήφθηκε ὅτι δὲν μπορεῖ νὰ κατισχύσει τῆς Ἁγίας Γλυκερίας, διέταξε νὰ ξεκρεμάσουν τὴν Μάρτυρα καὶ νὰ τῆς συντρίψουν τὸ πρόσωπο. Μόλις τελείωσε τὴν προσευχή της, οἱ ὑπηρέτες ἄρχισαν νὰ τὴν χτυποῦν. Ξαφνικὰ ὅμως ἐμφανίσθηκε Ἄγγελος Κυρίου καὶ παρέλυσε αὐτούς, οἱ ὁποῖοι ἔμειναν ἀποσβολωμένοι σὰν νεκροί. Τότε ὁ ἡγεμόνας διέταξε νὰ μεταφερθεῖ ἡ Ἁγία καὶ πάλι στὴ φυλακὴ καὶ ἔδωσε τὴν ἐντολή, κανένας νὰ μὴν τῆς δώσει τροφή. Ἡ Ἁγία Γλυκερία γεμάτη χαρὰ καὶ δοξάζοντας τὸν Θεὸ ἐπανῆλθε στὴν φυλακή. Ὁ δεσμοφύλακάς της μὲ πολὺ σεβασμὸ καὶ φόβο τὴν κλείδωσε στὸ κελλί της. Ἡ Μεγαλομάρτυς εὐχαρίστησε τὸν Θεό.

Ἀπὸ τότε πέρασε ἱκανὸς χρόνος κατὰ τὸν ὁποῖο ἡ Ἁγία ἦταν πάντα κλεισμένη μέσα στὴ φυλακὴ καὶ δοξολογοῦσε τὸν Θεό, ἐνῷ Ἄγγελοι ἔφερναν τροφὴ σὲ αὐτήν.

Κάποτε ὁ ἡγεμόνας ἐπρόκειτο νὰ μεταβεῖ στὴν Ἡράκλεια. Τότε σκέφθηκε νὰ περάσει καὶ ἀπὸ τὴν φυλακή, γιὰ νὰ δεῖ τί γίνεται ἡ Γλυκερία καὶ ἂν εἶναι σὲ θέση νὰ τὸν ἀκολουθήσει στὴν Ἡράκλεια. Ὅταν ὅμως ἔφθασε στὴ φυλακὴ καὶ εἶδε τὴν πόρτα σφραγισμένη, νόμισε ὅτι εἶχε ἤδη πεθάνει ἡ Ἁγία. Ἀλλὰ μόλις ἄνοιξε ἡ πόρτα διαπίστωσε ὅτι ἡ Ἁγία ἦταν λυμένη καὶ δίπλα της ὑπῆρχε ἕνα πινάκιο μὲ γάλα καὶ ψωμὶ καὶ ἕνα δοχεῖο μὲ νερό. Γεμάτος ἔκπληξη ὁ ἡγεμόνας καὶ μὴ γνωρίζοντας ὅτι ὁ Θεὸς ἔτρεφε τὴν Ἁγία, τὴν ἔβγαλε ἀπὸ τὴν φυλακή.

Μετὰ ἀπὸ αὐτά, πῆρε ὁ ἡγεμόνας τὴν Ἁγία καὶ κατευθύνθηκε πρὸς τὴν Ἡράκλεια. Ὅταν οἱ Χριστιανοὶ τῆς Ἡράκλειας ἄκουσαν γιὰ τὴν ἀθληφόρο τοῦ Χριστοῦ καὶ ὅτι τὴν ἔφερναν στὴν πόλη τους, ἔτρεξαν ὅλοι νὰ τὴν προϋπαντήσουν ἔχοντας ἐπικεφαλῆς τους τὸν Ἐπίσκοπο τῆς πόλεως, Δομίτιο.

Τὸ πρωὶ τῆς ἑπομένης ἡμέρας ἡ ἡγεμόνας διέταξε νὰ προσαχθεῖ σὲ δίκη ἡ Ἁγία καὶ σὲ περίπτωση ποὺ καὶ πάλι θὰ ἀρνιόταν νὰ ὑπακούσει, νὰ τὴν ἔριχναν στὴ φωτιά. Ἡ Ἁγία καὶ πάλι ὁμολόγησε τὴν πίστη της στὸν Χριστό. Τότε ὁ ἡγεμόνας διέταξε νὰ ρίξουν τὴν Ἁγία μέσα σὲ καμίνι. Ὅταν ἑτοιμάσθηκε ἡ φωτιὰ μέσα στὸ καμίνι, ὥστε νὰ μὴν μπορεῖ νὰ τὸ πλησιάσει ἄνθρωπος, ἡ Ἁγία κάνοντας τὸ σημεῖο τοῦ Σταυροῦ σφράγισε τὸν ἑαυτό της καὶ προσευχήθηκε πρὸς τὸν Θεό. Μόλις τὴν ἔριξαν μέσα στὸ καμίνι, ἦλθε οὐράνια δροσιὰ καὶ ἔσβησε τὴ φλόγα τῆς φωτιᾶς.

Μετὰ ἀπὸ αὐτά, ὁ ἡγεμόνας θυμωμένος διέταξε νὰ τῆς γδάρουν τὸ κεφάλι μέχρι τὸ μέτωπο καὶ ἀφοῦ ἔδεσαν οἱ ὑπηρέτες χειροπόδαρα τὴν Ἁγία, ἔπρατταν κατὰ τῆς διαταγὲς τοῦ ἡγεμόνος. Ὁ ἡγεμόνας, μὴ ὑποφέροντας τὴν ψυχικὴ καὶ πνευματικὴ ἀντοχὴ τῆς Ἁγίας, διέταξε νὰ τὴν κλείσουν πάλι στὴν φυλακή. Ἐκεῖ διέταξε νὰ τὴν δέσουν χειροπόδαρα καὶ νὰ τὴν ξαπλώσουν πάνω σὲ κοφτερὲς πέτρες, γιὰ νὰ ὑποφέρει ἀφόρητα ὅταν ἤθελε νὰ μετακινηθεῖ δεξιὰ καὶ ἀριστερά. Καὶ οἱ ὑπηρέτες ἔκαναν ὅτι τοὺς διέταξε ὁ ἡγεμόνας. Κατὰ τὸ μεσονύκτιο ὅμως Ἄγγελος Κυρίου ἦλθε καὶ ἔλυσε τὴ Μάρτυρα ἀπὸ τὰ δεσμά της καὶ ἐπούλωσε τὰ τραύματα τοῦ προσώπου της, ὥστε νὰ καταστεῖ ἀπόλυτα ὑγιεῖς, χωρὶς κανένα σημάδι ἢ οὐλή, ὅπως δηλαδὴ τῆς τὸ εἶχε χαρίσει ὁ Θεός.

Τὸ ἑπόμενο πρωὶ ἦλθε ὁ ἡγεμόνας στὸ δικαστήριο καὶ διέταξε νὰ φέρουν μπροστά του τὴν Ἁγία. Ὅταν ὁ δεσμοφύλακας, ὀνόματι Λαοδίκιος, ἄνοιξε τὴν πόρτα τῆς φυλακῆς, βρῆκε τὴν Γλυκερία λυμένη καὶ ὑγιή, ὥστε δὲν τὴν ἀναγνώρισε. Ἡ Ἁγία ὅμως τοῦ εἶπε: «Μὴν κάνεις τίποτε καὶ λυπήσου τὸν ἑαυτό σου, ἐγὼ εἶμαι ἐκείνη ποὺ ζητᾶς».

Ὁ δεσμοφύλακας γεμάτος ἔκπληξη καὶ ἔντρομος ἔβγαλε τὴν Ἁγία ἀπὸ τὴν φυλακὴ καὶ ἀφοῦ δέθηκε ὁ ἴδιος μὲ τὰ δεσμὰ τῆς Μάρτυρος τὴν ἀκολούθησε στὸ βῆμα τοῦ ἡγεμόνα. Ἀντικρίζοντας αὐτὸ τὸ θέαμα ὁ ἡγεμόνας ρώτησε τὸν δεσμοφύλακα. Ἐκεῖνος τοῦ εἶπε τί ἀκριβῶς συνέβη. Ὁ ἄρχοντας ἔδωσε ἀμέσως ἐντολὴ καὶ οἱ στρατιῶτες ἀποκεφάλισαν τὸν Μάρτυρα. Τὸ λείψανό του τὸ πῆραν οἱ Χριστιανοὶ καὶ τὸ ἐνταφίασαν.

Στὴ συνέχεια ὁ ἡγεμόνας διέταξε νὰ ριχθεῖ ἡ Γλυκερία στὰ θηρία. Ἀλλὰ ἡ Μάρτυς ἀκούγοντας τὴν ἀπόφαση τοῦ ἡγεμόνα ἀντὶ νὰ πανικοβληθεῖ χάρηκε ὡς νὰ τῆς συνέβη κάτι τὸ εὐχάριστο.

Ἀφοῦ λοιπὸν ὁ ἡγεμόνας καὶ ὁ λαὸς πῆραν τὶς θέσεις τους στὸ στάδιο, ἔριξαν μέσα στὸν στίβο τὴν Ἁγία, ἡ ὁποία εἰσῆλθε χαρούμενη καὶ στάθηκε γαλήνια στὴν μέση τοῦ σταδίου περιμένοντας καὶ πάλι τὸν Χριστὸ ὡς βοηθό της. Ἒτσι ὁλοκληρώθηκε τὸ μαρτύριο τῆς Ἁγίας Γλυκερίας στὸ ὁποῖο ἀναδείχθηκε τέλεια στὴν ὁμολογία τῆς ἀλήθειας.
Τὸ ἱερὸ λείψανό της παρέλαβε ὁ Ἐπίσκοπος τῆς Ἡρακλείας Δομίτιος καὶ τὸ τοποθέτησε σὲ εὐπρεπὴ τόπο κοντὰ στὴν πόλη.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Τὴν ὡραιότητα.
Τὴν καλλιπάρθενον, Χριστοῦ τιμήσωμεν, τὴν ἀριστεύσασαν, πόνοις ἀθλήσεως, καὶ ἀσθένειᾳ τῆς σαρκός, τὸν ὄφιν καταβαλοῦσαν· πόθῳ γὰρ τοῦ Κτίσαντος, τῶν βασάνων τὴν ἔφοδον, παρ’ οὐδὲν ἡγήσατο, καὶ θεόθεν δεδόξασται· πρὸς ἣν ἀναβοήσωμεν πάντες· χαίροις θεόφρον Γλυκερία.

 

Κοντάκιον. Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Τὴν παρθένον στέργουσα, καὶ Θεοτόκον Μαρίαν, διετήρεις ἄφθορον, τὴν σεαυτῆς παρθενίαν· πόθῳ δέ, καρδιωθεῖσα τῷ τοῦ Κυρίου, ἤθλησας, ἀνδρειοφρόνως μέχρι θανάτου· διὰ τοῦτο Γλυκερία, διπλῷ στεφάνῳ, σὲ στέφει Χριστὸς ὁ Θεός.

 

Μεγαλυνάριον.
Μύρον πολυσύνθετον τῷ Χριστῷ, ἐξ ἁγνοίας πόνων, καὶ αἱμάτων τοῖς σταλαγμοῖς, προσενεγκαμένη, θεόφρον Γλυκερία, ἐν μύροις θεοβρύτοις, λαμπρῶς δεδόξασαι.

Ἐγκαίνια ναοῦ τῆς Ὑπεραγίας Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου Παντανάσσης στὴ νῆσο τῆς Ἁγίας Γλυκερίας

Ἡ μικρὴ νῆσος τῆς Ἁγίας Γλυκερίας κεῖται πρὸ τοῦ Νικητιάτου, δηλαδὴ πρὸ τῆς σημερινῆς πόλεως τῶν Τούζλων. Ἡ μονὴ σωζόταν τὸ 1158 καὶ ὑπὲρ αὐτῆς ἐξέδωσε χρυσόβουλλο ὁ αὐτοκράτορας Μανουὴλ ὁ Κομνηνός.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

 

Ὁ Ἅγιος Λαοδίκιος ὁ Μάρτυρας ὁ δεσμοφύλακας

Ὁ Ἅγιος Μάρτυς Λαοδίκιος ἦταν δεσμοφύλακας στὴν Τραϊανούπολη τῆς Θράκης, κατὰ τὸν χρόνο τὸν ὁποῖο ἡ Μάρτυς Γλυκερία ἦταν κλεισμένη στὴ φυλακή. Ἀφοῦ κατηχήθηκε ἀπὸ αὐτὴν στὸν Χριστιανισμὸ καὶ ὁμολόγησε  τὸν Χριστὸ ὡς Θεὸ Ἀληθινό, συνελήφθη καὶ ἀποκεφαλίσθηκε.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ἅγιος Ἀββανός 

Ὁ Ἅγιος Ἀββανὸς καταγόταν ἀπὸ τὴν Ἰρλανδία καὶ ἔζησε στὴν Ἀγγλία κατὰ τὸ 2ο αἰώνα μ.Χ. Βαπτίσθηκε τὸ 165 μ.Χ. καὶ κήρυξε τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ στὴν περιοχὴ Ἄμπινκντον τῆς Ἀγγλίας. Κοιμήθηκε ὁσίως μὲ εἰρήνη.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ἅγιος Οὐαλεριανὸς Ἐπίσκοπος Ὠξέρρης

Ὁ Ἅγιος Οὐαλεριανὸς ἦταν Ἐπίσκοπος τῆς Ὠξέρρης τῆς Γαλλίας καὶ ἀγωνίσθηκε ὑπὲρ τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως κατὰ τῶν δυσσεβῶν αἱρετικῶν Ἀρειανῶν. Κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ 350 μ.Χ.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ἅγιος Ὀνήσιμος ἐκ Γαλλίας 

Ὁ Ἅγιος Ὀνήσιμος ἔζησε κατὰ τὸν 4ο αἰώνα μ.Χ. καὶ ἐξελέγη τὸ 350 μ.Χ. Ἐπίσκοπος τῆς πόλεως Σουασσὼ τῆς Γαλλίας. Κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ 361 μ.Χ.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ἅγιος Σαρβάτος Ἐπίσκοπος Τονγκρὲ Βελγίου

Ὁ Ἅγιος Σαρβάτος ἔζησε τὸν 4ο αἰώνα μ.Χ. καὶ ἦταν Ἐπίσκοπος τῆς πόλεως Τονγκρὲ τοῦ Βελγίου. Φιλοξένησε τὸν Μέγα Ἀθανάσιο, ὅταν ἐκεῖνος ἦταν ἐξόριστος στὴ Δύση λόγω τῶν διώξεων τῶν ὀπαδῶν τοῦ αἱρετικοῦ Ἀρείου. Ὑπεράσπισε τὸν Ἅγιο Ἀθανάσιο καὶ τὴν Ὀρθόδοξη πίστη ἰδιαίτερα κατὰ τὴν Σύνοδο τῆς Σαρδικῆς στὴ Σόφια τὸ 343 μ.Χ. Κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ 384 μ.Χ.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ἅγιος Παυσίκακος Ἐπίσκοπος Συνάδων 

Ὁ Ἅγιος Παυσίκακος, ὁ ἰατρός, καταγόταν ἀπὸ τὴν Ἀπαμεία τῆς Βιθυνίας καὶ γεννήθηκε ἀπὸ εὐγενεῖς καὶ εὐσεβεῖς γονεῖς κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορος Μαυρικίου (582 – 602 μ.Χ.). Ἀπὸ νεαρὴ ἡλικία, ἔχοντας κλίση πρὸς τὸν μοναχικὸ βίο, ἔγινε μοναχός, περιερχόμενος δὲ τὶς πόλεις θεράπευε δωρεὰν τοὺς πάσχοντες καὶ συγχρόνως κήρυττε τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ. Ὁ Πατριάρχης Κυριακὸς (595 – 606 μ.Χ.), ἀφοῦ ἐκτίμησε τὴ θεοφιλὴ του δράση, τὸν χειροτόνησε Ἐπίσκοπο Συνάδων.

Ἀπὸ τὴ νέα αὐτὴ θέση ὁ Ἅγιος Παυσίκακος ἐπέδειξε μεγάλη δραστηριότητα καὶ διὰ τῆς ἐμπνευσμένης διδασκαλίας του στερέωνε τὴν πίστη τοῦ ποιμνίου του καὶ κατόρθωσε ὥστε νὰ ἐξαφανισθοῦν οἱ αἱρέσεις ἀπὸ τὴν ἐπισκοπή του.

Ὁ αὐτοκράτορας Μαυρίκιος πληροφορήθηκε τὶς θαυματουργικὲς θεραπεῖες του, τὸν κάλεσε στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ τὸν θεράπευσε ἀπὸ βαρὺ νόσημα ἐκ τοῦ ὁποίου ἔπασχε. Σὲ ἔκφραση εὐγνωμοσύνης του γιὰ τὴν ἴασή του, ὁ αὐτοκράτορας ὅρισε διὰ χρυσοβούλλου γιὰ τὴν ἐπισκοπή, ἐτήσιο χρηματικὸ βοήθημα ἐκ μιᾶς λίτρας χρυσοῦ.
Ἀφοῦ ἐπέστρεψε στὴν ἕδρα του ὁ Ἅγιος Παυσίκακος καὶ ποίμανε θεοφιλῶς τὸ ποίμνιό του, κοιμήθηκε σὲ βαθύτατο γῆρας μὲ εἰρήνη.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

 

Ὁ Ἅγιος Ἀλέξανδρος ὁ Μάρτυρας ὁ ἀπὸ Τιβεριανῶν 

Ὁ Ἅγιος Μάρτυς Ἀλέξανδρος τελειώθηκε μαρτυρικὰ διὰ ξίφους. Στὸν Κώδικα 152 Supll. Παρισίων ἀναφέρεται ὅτι ἦταν Ἐπίσκοπος, ἐνῷ στὸ Λαυριωτικὸ Κώδικα Ι 70, φ. 238β, ἀναφέρεται ὅτι ὁ Ἅγιος ἦταν στρατιώτης τοῦ τάγματος τῶν Τιβεριανῶν κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορος Μαξιμιανοῦ (285 – 305 μ.Χ.). Ὁ Σωφρόνιος Εὐστρατιάδης θεωρεῖ ὅτι ἡ ἀναφορὰ «ἐπὶ κόμητος Τιβεριανοῦ» παραμορφώθηκε εἰς «ἐπισκόπου Τιβεριανῶν».

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ὅσιος Νικηφόρος ὁ Πρεσβύτερος 

Εἶναι ἄγνωστο σὲ ποιὰ ἐποχὴ ἔζησε ὁ Ὅσιος Νικηφόρος. Τὸ εἰς αὐτὸν σύντομο ὑπόμνημα τοῦ Λαυριωτικοῦ Κώδικος Ι 70 (φ. 239) ἀναφέρει ἁπλῶς ὅτι αὐτός, λόγω τῆς ἐνάρετης καὶ θεάρεστης πολιτείας του ἀναδείχθηκε ἡγούμενος τῆς πολυάνθρωπης μονῆς τῆς Ἐφάψεως καὶ κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

 

Ὁ Ὅσιος Σέργιος ὁ Ὁμολογητής

Ὁ Ὅσιος Σέργιος καταγόταν ἀπὸ ἔνδοξη καὶ εὐγενὴ οἰκογένεια τοῦ Βυζαντίου καὶ ἦταν πατέρας τοῦ ἱεροῦ Φωτίου ( 6 Φεβρουαρίου) καὶ ἀδελφὸς τοῦ Πατριάρχου Ταρασίου (784 – 806 μ.Χ.). Μαζὶ μὲ τὴν σύζυγό του Εἰρήνη καταδιώχθηκαν στὰ χρόνια τοῦ εἰκονομάχου αὐτοκράτορος Θεοφίλου (829 – 842 μ.Χ.). Ὁ Ἅγιος Σέργιος, δέσμιος ἀπὸ τὸν λαιμό, διαπομπεύθηκε ἀνὰ τὶς ὁδοὺς τῆς Κωνσταντινουπόλεως, στερήθηκε τὴν περιουσία του καὶ ἐξορίσθηκε μὲ τὴ σύζυγο καὶ τὰ παιδιά του σὲ τόπο ἄνυδρο, ὅπου ἀπὸ τὶς ταλαιπωρίες πέθανε ὡς Ὁμολογητής.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ὅσιος Γαβριὴλ ὁ Ἴβηρας 

Ὁ Ὅσιος Γαβριὴλ καταγόταν ἀπὸ τὴν Ἰβηρία καὶ ἔζησε κατὰ τὸν 9ο αἰώνα μ.Χ. Αὐτός, ἐνῷ ἀσκήτευε μέσα σὲ σπήλαιο, ἐπάνω ἀπὸ τὴ μεθόριο τῶν μονῶν Ξηροποτάμου καὶ Ἁγίου Παντελεήμονος τοῦ Ἁγίου Ὄρους, τὴν Τρίτη τῆς Διακαινησίμου τοῦ 829 μ.Χ., μὲ τὴν ὑπόδειξη θεϊκῆς φωνῆς, κατῆλθε στὴν παραλία, ὅπου βρῆκε καὶ ἀνέσυρε ἀπὸ τὴ θάλασσα τὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας, τὴν ἀποκαλούμενη «τῆς Πορταϊτίσσης», ἡ ὁποία σήμερα βρίσκεται στὸ ναὸ τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου, κοντὰ στὴ μονὴ καὶ ἀνατολικὰ αὐτῆς. Τὴν ἱερὴ εἰκόνα εἶχε ἐμπιστευθεῖ στὴ θάλασσα, εὐσεβὴς Χριστιανὸς ἀπὸ τὴ Νίκαια, γιὰ νὰ τὴ σώσει ἀπὸ τὴν μανία τῶν εἰκονομάχων.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ὅσιος Ἰωάννης ὁ Ἴβηρας

Ὁ Ὅσιος Ἰωάννης (Βαρασβατσέ) καταγόταν ἀπὸ τὴν Ἰβηρία καὶ ἔζησε τὸν 10ο αἰώνα μ.Χ. Ἦταν σύμβουλος τοῦ διοικητῆ τῆς Ἰβηρίας Δαβὶδ τοῦ Κουροπαλάτου, τοπάρχης τῆς Ἰβηρικῆς Μεσχίας καὶ τιτλοῦχος τοῦ Βυζαντίου. Ἀπογοητευμένος ἀπὸ τὰ ἐγκόσμια ἀποσύρθηκε, γιὰ νὰ μονάσει στὸν Ὄλυμπο τῆς Μυσίας, ἀργότερα δέ, ἀφοῦ παρέλαβε ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολη τὸν νεαρὸ υἱό του, Εὐθύμιο, ποὺ εἶχε παραδοθεῖ ἀπὸ τὸν ἡγεμόνα τῆς Ἰβηρίας Δαβὶδ ὡς ὅμηρος, πῆγε στὸ Ἅγιον Ὄρος, ὅπου ἀσκήτευε στὴν Λαύρα τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου μαζὶ μὲ μερικοὺς μαθητές. Κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη μεταξὺ τῶν ἐτῶν 998 – 1003.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

 

Ὁ Ὅσιος Εὐθύμιος ὁ Ἀθωνίτης κτήτορας τῆς Ι.Μ. Ἰβήρων

Ὁ Ὅσιος Εὐθύμιος ὁ Ἀθωνίτης καταγόταν ἀπὸ τὴν πόλη Τάω τῆς Ἰβηρίας καὶ ἔζησε κατὰ τὸ β’ ἥμισυ τοῦ 10ου καὶ τὶς ἀρχὲς τοῦ 11ου αἰῶνος μ.Χ. Ἀπὸ νεαρὴ ἡλικία κατέφυγε μὲ τὸν πατέρα του Ἰωάννη στὸ Ἅγιον Ὄρος, ὅπου κατετάγησαν στὴν Λαύρα τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου.

Ἐπειδὴ ὁ χῶρος ποὺ παραχωρήθηκε σὲ αὐτοὺς ἦταν ἀνεπαρκής, ὁ Ὅσιος Εὐθύμιος ἀποφάσισε τὴν ἵδρυση ἀνεξάρτητης μονῆς ὑποκείμενης στὴν ἄμεση προστασία τῶν Βυζαντινῶν αὐτοκρατόρων. Στὴν ἀνέγερση τῆς μονῆς αὐτῆς «τοῦ Κλήμεντος» ποὺ ὀνομάσθηκε μονὴ τῶν Ἰβήρων ἀπὸ τὸν τόπο καταγωγῆς τῶν κτητόρων, συνετέλεσε τὰ μέγιστα ὁ Ἴβηρας μοναχὸς Ἰωάννης Τορνίκιος, ὁ ὁποῖος, ἀφοῦ ἀπεκδύθηκε τὸ μοναχικὸ σχῆμα καὶ ἐτέθη ἐπικεφαλῆς δώδεκα χιλιάδων ἀνδρῶν, συμπολέμησε μὲ τὸν Βάρδα Φωκᾶ καὶ κατατρόπωσε τὸν στρατηγὸ Βάρδα Σκληρό, ποὺ στασίασε κατὰ τοῦ αὐτοκράτορος Βασιλείου τοῦ Β’. Αὐτὸς μετὰ τὴν νίκη τῆς Παγκαλείας, ἀφοῦ ἐνδύθηκε καὶ πάλι τὸ μοναχικὸ σχῆμα, μὲ αὐτοκρατορικὴ χορηγία καὶ χρυσόβουλο τοῦ 980 μ.Χ., μὲ τὴν βοήθεια δὲ καὶ τοῦ κτήτορα τῆς Λαύρας Ὁσίου Ἀθανασίου, συνέβαλε ὥστε κατὰ τὸ 985 μ.Χ. ἡ μονὴ νὰ εἶναι ἕτοιμη.

Ὅταν πέθανε ὁ Ὅσιος Ἰωάννης, ἡγούμενος τῆς μονῆς ἐξελέγη ὁ υἱός του Ὅσιος Εὐθύμιος. Ὁ νεὸς ἡγούμενος μὲ τὴν θεάρεστη πολιτεία καὶ τὴν ἀσκητικὴ βιοτή του συνέβαλε στὴν πνευματικὴ καλλιέργεια τῶν ἀδελφῶν καὶ κατέστη περίφημος γιὰ τὶς ἀρετές του, ἕνεκα τῶν ὁποίων καὶ εἶχε προικισθεῖ ἀπὸ τὸν Θεὸ μὲ τὴ θαυματουργικὴ χάρη. Παραιτήθηκε ἀπὸ τὴν θέση τοῦ ἡγουμένου τὸ 1012, γιὰ νὰ εἶναι ἀπερίσπαστος στὴ μετάφραση ἐκκλησιαστικῶν ἔργων καὶ στὴν πρωτότυπη συγγραφή. Χάρη στὸ κλασσικὸ καὶ λαμπρὸ ὕφος του, ὁ Ὅσιος Εὐθύμιος εἶναι πλέον ἀναγνωρισμένος συγγραφέας τοῦ Ἰβηρικοῦ μεσαίωνα.
Τὸ 1028, ὁ Ὅσιος Εὐθύμιος μετέβη στὴν Κωνσταντινούπολη γιὰ ἁγιορείτικες ὑποθέσεις, ἀλλὰ πέθανε ἀφοῦ ἔπεσε ἀπὸ ἡμίονο ποὺ τὸν μετέφερε. Κατὰ τὸν ἐνταφιασμὸ τοῦ ἱεροῦ λειψάνου του ἐπιτελέσθηκαν πολλὰ θαύματα σὲ ἔνδειξη τῆς ἁγιότητάς του. Ἀργότερα τὸ τίμιο λείψανο τοῦ Ὁσίου ἀνακομίσθηκε καὶ μεταφέρθηκε στὸ Ἅγιον Ὄρος, ὅπου κατατέθηκε στὸ ναὸ τοῦ Βαπτιστοῦ Ἰωάννου, ποὺ εἶχε ἀνοικοδομήσει ἴδιος.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ὅσιος Γεώργιος ὁ Ἴβηρας 

Ὁ Ὅσιος Γεώργιος ἐξελέγη ἡγούμενος τῆς μονῆς τῶν Ἰβήρων τοῦ Ἁγίου Ὄρους μετὰ τὴν παραίτηση τοῦ Ὁσίου Εὐθυμίου καὶ κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ὅσιος Θεόκτιστος 

Ὁ Ὅσιος Θεόκτιστος καταγόταν ἀπὸ τὴν πόλη Τέκοα τῆς Παλαιστίνης. Δὲν ἔχουμε περισσότερες λεπτομέρειες γιὰ τὸν βίο τοῦ Ὁσίου.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Οἱ Ἅγιοι Ἰβηρίτες Ὁσιομάρτυρες 

Ὁ αὐτοκράτορας τοῦ Βυζαντίου Μιχαὴλ Η’ Παλαιολόγος (1259 – 1282), γιὰ νὰ ἐπιτύχει τὴν παρέμβαση τοῦ Πάπα Γρηγορίου Ι’ (1271 – 1276) καὶ ἀργότερα τοῦ Ἰωάννου Κ’ (1276 – 1277) πρὸς τὸν Κάρολο τὸν Ἀνδεγαβικὸ προκειμένου νὰ σταματήσει τὶς ἐπιθέσεις του κατὰ τοῦ Βυζαντίου, προσχώρησε στὴν ἕνωση τῶν δύο Ἐκκλησιῶν, ποὺ διακηρύχθηκε στὶς 6 Ἰουνίου τοῦ 1274 στὴ Σύνοδο τῆς Λυὼν τῆς Γαλλίας. Ἡ πράξη ὅμως αὐτὴ τοῦ αὐτοκράτορα ἐξήγειρε ἐσωτερικὸ πόλεμο ποὺ κράτησε μέχρι τὸ 1281, διότι τόσο ὁ κλῆρος, ὅσο καὶ ὁ λαός, ἀντετάχθησαν σθεναρὰ κατὰ τῆς ἑνωτικῆς αὐτῆς πολιτικῆς. Ὁ αὐτοκράτορας μεταχειρίσθηκε ἐναντίον τῶν ἀντιφρονούντων αὐστηρὰ μέτρα: βαριὲς φορολογίες καὶ κατασχέσεις, δημόσιες τιμωρίες καὶ περιυβρίσεις.
Βοηθούμενος δὲ καὶ ἀπὸ τὸν λατινόφρονα Πατριάρχη Ἰωάννη ΙΑ’ Βέκκο (1275 – 1282), ἐπιχείρησε νὰ ἐπιβάλει τὴν ἕνωση βίαια. Θύματα τῆς βίας αὐτῆς ὑπῆρξαν οἱ Ἰβηρίτες μοναχοί, οἱ ὁποῖοι, δὲν ὑπάκουσαν στὶς πατριαρχικὲς καὶ αὐτοκρατορικὲς διαταγὲς περὶ ἀποδοχῆς τῆς ἑνώσεως, ἀλλὰ μὲ πνευματικὴ ἀνδρεία ἔλεγξαν αὐτοὺς γιὰ τὴν ἀνορθόδοξη πολιτική τους, συνελήφθησαν καὶ ρίχθηκαν στὴ θάλασσα, ὅπου βρῆκαν μαρτυρικὸ θάνατο.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Μετακομιδὴ Τιμίων Λειψάνων Ἁγίου Μακαρίου τοῦ Ἱερομάρτυρος 

Τὰ ἱερὰ λείψανα τοῦ Ἁγίου Ἱερομάρτυρος Μακαρίου μετακομίσθηκαν ἀπὸ τὸ Κάνεφ στὴν πόλη τοῦ Περεσλάβλ τὸ 1688.
Ἡ μνήμη τοῦ Ἁγίου τιμᾶται ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία στὶς 7 Σεπτεμβρίου, ὅπου καὶ ὁ βίος του.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ἡ Ἁγία Γλυκερία ἐκ Ρωσίας

Ἡ Ἁγία Γλυκερία τοῦ Νόβγκοροντ ἔζησε κατὰ τὸν 15ο καὶ 16ο αἰώνα μ.Χ. καὶ ἦταν θυγατέρα τοῦ Παντελεήμονος, δημοτικοῦ ἄρχοντα τοῦ Νόβγκορτ. Ἡ Ἁγία κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ 1522. Τὰ ἄφθαρτα λείψανά της, σύμφωνα μὲ τὸ δεύτερο Χρονικὸ τοῦ Νόβγκοροντ, βρέθηκαν στὶς 14 Ἰουλίου 1572 κοντὰ στὴν πέτρινη ἐκκλησία τῶν Ἁγίων Φλώρου καὶ Λαύρου, ὅπου καὶ ἐνταφιάσθηκαν ἀπὸ τὸ Ἀρχιεπίσκοπο Νόβγκοροντ Λεωνίδη. Κατὰ τὴν διάρκεια τοῦ ἐνταφιασμοῦ τοῦ ἱεροῦ λειψάνου αὐτῆς, ἐπιτελέσθηκαν θεραπεῖες ἀσθενῶν καὶ θαύματα.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ὅσιος Μακάριος τῆς Γλουσίτσα 

Ἡ μνήμη τοῦ Ὁσίου Μακαρίου τῆς Γλουσίτσα τιμᾶται ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία στὶς 12 Ὀκτωβρίου, ὅπου καὶ ὁ βίος του.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ἅγιος Ἐπιφάνιος γεννήθηκε στὸ χωριὸ Βησανδούκη τὸ 310 μ.Χ., κοντὰ στὴν Ἐλευθερούπολη τῆς Παλαιστίνης ἀπὸ πάμφτωχη οἰκογένεια Ἰουδαίων ἀγροτῶν. Οἱ γονεῖς του εἶχαν ἀκόμη ἕνα παιδί, τὴν Καλλίτροπο. Σὲ ἡλικία δέκα ἐτῶν ὁ Ἅγιος ἔχασε τὸν πατέρα του καὶ ἔμεινε ὀρφανός.

Χάρη στὴ διδασκαλία δύο περίφημων γιὰ τὴν γραμματική τους κατάρτιση καὶ τὸ ἀσκητικὸ ἦθος μοναχῶν, τοῦ Λουκιανοῦ καὶ τοῦ Ἰλαρίωνος, προσελκύεται στὸν Χριστιανισμὸ καὶ βαπτίζεται ἀπὸ τὸν Ἐπίσκοπο Ἐλευθερουπόλεως Λουκιανό. Στὴν συνέχεια πηγαίνει στὴν ἔρημο τῆς Παλαιστίνης καὶ ζεῖ κοντὰ στοὺς ἐπιφανέστερους ἀσκητές, ἀσκούμενος στὴν ἐγκράτεια, τὴν ἄσκηση καὶ τὴν μελέτη τῶν Θείων Γραφῶν, γενόμενος ὑπόδειγμα γιὰ τοὺς συνασκητές του. Ἡ φήμη του καὶ οἱ ἀρετές του δὲν ἄργησαν νὰ διαδοθοῦν καὶ γρήγορα ἀναδείχθηκε, τὸ 367 μ.Χ., Ἐπίσκοπος Κωνσταντίας τῆς Κύπρου, στὴν ὁποία κατέφυγε μὲ θαυματουργικὸ τρόπο, ὅταν τὸ πλοῖο ποὺ ἐπέπλεε πρὸς τὴν Παλαιστίνη, λόγω τρικυμίας, ἔφθασε στὴν Κύπρο.

Ἀπὸ τὴν θέση τοῦ Ἐπισκόπου ὁ Ἅγιος ἄρχισε τὸν εὐαγγελισμὸ τοῦ ποιμνίου του καὶ ἀγωνίσθηκε μὲ θερμότατο ζῆλο γιὰ τὴ διατήρηση καὶ ἐνίσχυση τῶν ὀρθοδόξων δογμάτων, καταπολεμώντας ὅλες τὶς αἱρετικὲς δοξασίες καὶ πλάνες τῆς ἐποχῆς του καὶ ἰδιαίτερα ἐκεῖνες τοῦ Ὠριγένους. Κάνοντας συνεχὴ χρήση τῶν λόγων τῆς Ἁγίας Γραφῆς καὶ γράφοντας πλῆθος ἀντιαιρετικῶν συγγραμμάτων, ἀγωνίσθηκε γιὰ νὰ κρατήσει τοὺς πιστοὺς στὴν ἀνόθευτη χριστιανικὴ πίστη. Ὁ εὐαγγελισμὸς τῆς νήσου ὁλοκληρώνεται στὰ χρόνια τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Κωνσταντίας Ἐπιφανίου στὸ τελευταῖο ἥμισυ τοῦ 4ου αἰῶνος μ.Χ. Ὁ μεγάλος αὐτὸς ἱεράρχης, μὲ τὴν δύναμη τοῦ χαρακτῆρος του, τὴν παιδεία καὶ τὴν δογματικὴ κατάρτισή του, ἀγωνίσθηκε σκληρὰ κατὰ τῶν αἱρετικῶν, ἀλλὰ καὶ κατὰ τῶν ἀλλοθρήσκων. Τόσο καθολικὴ ἦταν ἡ ἀναγνώριση καὶ ἡ βαθιὰ ἐκτίμηση πρὸς τὸ πρόσωπο τοῦ Ἁγίου Ἐπιφανίου, ὥστε ὁ αὐτοκράτορας Θεοδόσιος ὁ Α’ ζήτησε ἀπὸ τὸν λαὸ τῆς Κύπρου ἀπόλυτη ὑπακοὴ στὸν Ἀρχιεπίσκοπο Κωνσταντίας.

Μετὰ ἀπὸ τριάντα ἕξι ἔτη γόνιμης καὶ ἐποικοδομητικῆς ἀρχιερατικῆς διακονίας καὶ προσφορᾶς, κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ 403 μ.Χ. Τὸ τίμιο λείψανό του μετακόμισε στὴν Κωνσταντινούπολη ὁ αὐτοκράτορας Λέων ΣΤ’ ὁ Σοφός. Ἡ Σύναξή του ἐτελεῖτο στὸν ἁγιότατο οἶκο του, ποὺ ἦταν στὸ ναὸ τοῦ Ἁγίου Φιλήμονος.
Ὁ Ἐπιφάνιος Κωνσταντίας ἔκτισε τὴν μεγάλη βασιλικὴ (δὲν τὴν ὁλοκλήρωσε μέχρι τὸν θάνατό του), τῆς ὁποίας τὰ ἐρείπια διασώζονται μέχρι τὶς ἡμέρες μας. Ὁ μεγάλος αὐτὸς Ἀρχιεπίσκοπος, πολὺ σημαντικὸς διδάσκαλος καὶ πατέρας τῆς Ἐκκλησίας, ὑπῆρξε καὶ ἀξιόλογος συγγραφέας. Τὰ ἔργα του «Πανάριον», «Ἀγκυρωτός», «Περὶ μέτρων καὶ σταθμῶν», «Περὶ τῶν δώδεκα λίθων τῶν ὄντων ἐν τοῖς στολισμοῖς τοῦ Ἀαρών», ἀποτελοῦν πολύτιμα πετράδια στὸ μέγα ψηφιδωτὸ τῆς Πατερικῆς Γραμματείας.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.

Θείας πίστεως, ἔγνως τὴν χάριν, καὶ θεόφθογγον, ἔσχηκας γλῶσσαν, Ἱεράρχα σοφέ Ἐπιφάνιε· ὅθεν δογμάτων ὀρθαῖς ἀναπτύξεσιν, αἱρετικῶν θριαμβεύεις τὴν ἄνοιαν. Πάτερ Ὅσιε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

 

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον. Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Τοὺς διττοὺς ὑποφήτας τῆς ἀνάρχου Θεότητος, τῶν θεοτυπώτων δογμάτων, τοὺς πανσόφους ἐκφάντορας, σὺν τῷ Ἐπιφανίῳ τῷ κλεινῷ, ὑμνήσωμεν τὸν θεῖον Γερμανόν· ὡς λαμπροὶ γὰρ τῶν ἀρρήτων μυσταγωγοί, πυρσεύουσι τοὺς κράζοντας· δόξα τῷ στεφανώσαντι ὑμᾶς, δόξα τῷ μεγαλύναντι, δόξα τῷ βεβαιοῦντι δι’ ὑμῶν, πίστιν τὴν Ὀρθόδοξον.

 

Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ’. Τῇ ὑπερμάχῳ.

Ὡς Ἱεράρχης τοῦ Σωτῆρος ἐνθεώτατος

Τῆς ἐν τῇ Κύπρῳ Ἐκκλησίας ποιμὴν ἄριστος

Καὶ τοῦ Πνεύματος δοχεῖον λαμπρὸν ἐδείχθης.

Ἀλλ’ ὡς ἔχων παρρησίαν πρὸς τὸν Κύριον

Καθικέτευε λυτροῦσθαι πάσης θλίψεως

Τοὺς βοῶντάς σοι· χαίροις Πάτερ Ἐπιφάνιε.

 

Ἕτερον Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Ἱεραρχῶν τὴν θαυμαστὴν ξυνωρίδα, ἀνευφημήσωμεν πιστοὶ κατὰ χρέος, σὺν Γερμανῷ τὸν θεῖον Ἐπιφάνιον· οὗτοι γὰρ κατέφλεξαν, τῶν ἀθέων τὰς γλώσσας, δόγματα δοφώτατα, διαθέμενοι πᾶσι, τοῖς ὀρθοδόξως μέλπουσιν ἀεί, τῆς εὐσεβείας τὸ μέγα μυστήριον.

 

Μεγαλυνάριον.

Χαίροις Ἐπιφάνιε ἱερέ, Κύπρου ποιμενάρχα, Ἐκκλησίας πάσης φωστήρ· χαίροις Ὀρθοδόξων, δογμάτων μυστογράφε, καὶ τῶν σοὶ ὁμωνύμων, πρέσβυς πρὸς Κύριον.

 

Ἕτερον Μεγαλυνάριον.
Φῶς ὁ Ἐπιφάνιος νοητόν, λάμψας ἐν τοῖς λόγοις, καταυγάζει τοὺς εὐσεβεῖς· γέρας δ’ ἀληθείας, ὁ Γερμανὸς παρέχει, τῇ Ἐκκλησίᾳ πάσῃ· οὓς μεγαλύνομεν.

Ἡ Ὁσία Καλλίτροπος 


Ἡ Ὁσία Καλλίτροπος ἦταν ἀδελφὴ τοῦ Ἁγίου Ἐπιφανίου, Ἐπισκόπου Κωνσταντίας τῆς Κύπρου.
Δὲν ἔχουμε περισσότερες λεπτομέρειες γιὰ τὸν Βίο τῆς Ὁσίας.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ἡ Ἁγία Δομιτίλλα ἡ Μάρτυς

Ἡ Ἁγία Μάρτυς Δομιτίλλα ἔζησε τὸν 1ο αἰώνα μ.Χ. στὴ Ρώμη. Ἦταν σύζυγος τοῦ Ρωμαίου ἀξιωματούχου Τίτου Φλαβίου Κλήμεντος καὶ θυγατέρα τῆς ἀδελφῆς τοῦ αὐτοκράτορος
Δομιτιανοῦ (81 – 96 μ.Χ.). Τελειώθηκε μαρτυρικά, ἐπειδὴ ἀρνήθηκε νὰ θυσιάσει στὰ εἴδωλα.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Οἱ Ἅγιοι Ἀχιλλέας καὶ Νερέος οἱ Μάρτυρες 

Οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες Ἀχιλλέας καὶ Νερέος, σύμφωνα μὲ τὸν Ἐπίσκοπο Ρώμης Δάμασο Α’ (366 – 384 μ.Χ.), ἦσαν στρατιῶτες στὴν πραιτωριανὴ φρουρὰ καὶ μαρτύρησαν τὸ 100 μ.Χ., ἐπὶ αὐτοκράτορα Τραϊανοῦ (98 – 117 μ.Χ.).

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ἅγιος Παγκράτιος ὁ Μάρτυρας

Ὁ Ἅγιος Μάρτυρας Παγκράτιος καταγόταν ἀπὸ τὴ Συρία ἢ τὴ Φρυγία καὶ μαρτύρησε στὴ Ρώμη τὸ 304 μ.Χ., κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορος Διοκλητιανοῦ (284 – 305 μ.Χ.). 

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ἅγιος Δρακόντιος Ἐπίσκοπος Νικαίας 

Ὁ Ἅγιος Δρακόντιος χειροτονήθηκε Ἐπίσκοπος Νικαίας καὶ ἔζησε σὲ κάποιον ἀπὸ τοὺς τρεῖς πρώτους χριστιανικοὺς αἰῶνες.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ἅγιος Φίλιππος ὁ Ἱερομάρτυρας ὁ Ἀργύριος 

Ὁ Ἅγιος Ἱερομάρτυρας Φίλιππος ὁ Ἀργύριος, ὅπως ἀναφέρεται στὸ Ρωμαϊκὸ Μαρτυρολόγιο, ἦταν πρεσβύτερος καὶ καταγόταν ἀπὸ τὴν Σικελία. Εἶναι ἄγνωστος στοὺς Συναξαριστὲς καὶ στὰ Μηναῖα. Ἡ μνήμη του ἀναφέρεται στὸ Σιναϊτικὸ Κώδικα 647 καὶ στὸν Κώδικα Δ. α. Ι.Χ. τῆς μονῆς τῆς Κρυπτοφέρρης τῆς Ρώμης, ὅπου καὶ ἡ ἀκολουθία του.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ἅγιος Γερμανὸς Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως

Ὁ Ἅγιος Γερμανὸς γεννήθηκε στὴν Κωνσταντινούπολη περὶ τὸ 640 μ.Χ. καὶ ἦταν υἱὸς τοῦ πατρικίου Ἰουστινιανοῦ. Σὲ ἡλικία εἴκοσι ἐτῶν ἔμεινε ὀρφανός, ὅταν ὁ πατέρας του ἐκτελέσθηκε ἀπὸ τὸν αὐτοκράτορα Κωνσταντίνο Δ’ τὸν Πωγωνάτο (668 – 685 μ.Χ.), ἐπειδὴ θεωρήθηκε ὅτι ἐνεχόταν στὴν δολοφονία τοῦ πατέρα του Κώνσταντος Β’. Τὸν Γερμανό, ἀφοῦ τὸν εὐνούχισε, τὸν κατέταξε στὸν κλῆρο τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας. Ἐπιδόθηκε μὲ ζῆλο στὴ μελέτη τῶν ἱερῶν γραμμάτων, ἔγινε βαθὺς γνώστης αὐτῶν καὶ διακρίθηκε γιὰ τὴν ἁγιότητα τοῦ βίου καὶ τὴν ἀρετή του. Στὴν συνέχεια ἐπισκέφθηκε τὰ Ἱεροσόλυμα καί, ἀφοῦ προσκύνησε τοὺς Ἁγίους Τόπους, ἐπέστρεψε στὴν Κωνσταντινούπολη, ὅπου χειροτονήθηκε ἱερεύς. Τὸ 709 μ.Χ. ἐξελέγη ἀπὸ τὸν Πατριάρχη Κύρο Ἐπίσκοπος Κυζίκου.

Ἀπὸ τὴν ὑψηλὴ αὐτὴ θέση ἀγωνίσθηκε σθεναρὰ κατὰ τῶν αἱρετικῶν Μονοθελητῶν. Ὅταν καθαιρέθηκε ὁ Πατριάρχης Κύρος καὶ πέθανε ὁ διάδοχος αὐτοῦ Ἰωάννης ΣΤ’, ἐξελέγη στὶς 9 Αὐγούστου τοῦ 715 μ.Χ., μὲ τὴν ἐπίνευση τοῦ βασιλέως Ἀναστασίου, Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως.

Ὅταν ὁ Ἅγιος ἔγινε Πατριάρχης, ἀφιέρωσε ὅλες τὶς πνευματικὲς καὶ ἠθικές του δυνάμεις στὴ διακονία τοῦ ποιμνίου του, διδάσκοντας καὶ νουθετώντας αὐτὸ μὲ τὰ ἐμπνευσμένα κηρύγματά του.

Ὅταν ἀνῆλθε στὸ θρόνο ὁ εἰκονομάχος αὐτοκράτορας Λέων Γ’ ὁ Ἴσαυρος (717 – 741 μ.Χ.), πιεζόμενος ὁ Πατριάρχης Γερμανὸς ἀπὸ αὐτόν, γιὰ νὰ τὸν βοηθήσει μὲ σκοπὸ τὴν ἐπικράτηση τῆς εἰκονομαχικῆς αἱρέσεως, ὄχι μόνο ἀρνήθηκε, ἀλλὰ τὸν μὲν Λέοντα ἔλεγξε γιὰ τὶς ἀνίερες πράξεις του, τὸν δὲ λαὸ παρότρυνε σὲ ἀντίσταση κατὰ τῶν εἰκονομάχων. Βλέποντας ὁ αὐτοκράτορας Λέων ὅτι τίποτα δὲν κατόρθωνε, διὰ πραξικοπήματος ἀνάγκασε τὸν Ἅγιο νὰ παραιτηθεῖ. Ἔτσι, στὶς 6 Ἰανουαρίου τοῦ 730 μ.Χ., ἀφοῦ κατέθεσε τὸ ὠμοφόριό του στὴν Ἁγία Τράπεζα τοῦ παλατιοῦ, ἀποσύρθηκε στὴν πατρική του οἰκία στὸ Πλατάνι, ὅπου ἔζησε ἀσκητεύοντας καὶ συνθέτοντας ἐκκλησιαστικοὺς ὕμνους.

Ὁ Ἅγιος Γερμανὸς κοιμήθηκε, μετὰ σύντομη ἀσθένεια, τὸ 740 μ.Χ. καὶ ἐνταφιάσθηκε στὴ μονὴ τῆς Χώρας.

Ἐνῷ ἀρχικὰ καθαιρέθηκε καὶ ἀναθεματίσθηκε ἀπὸ τὴ ψευδοσύνοδο τῆς Ἱερείας τὸ 754 μ.Χ., στὴν συνέχεια δικαιώθηκε καὶ ἐξυμνήθηκε ἀπὸ τὴν Ζ’ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο τὸ 787 μ.Χ., ἡ ὁποία καταδίκασε τοὺς εἰκονομάχους καὶ ἀναστήλωσε τὶς ἱερὲς εἰκόνες. Ἐπὶ τῆς Πατριαρχίας τοῦ Ἁγίου, ὅταν τὸ 718 μ.Χ. διασώθηκε ἡ Κωνσταντινούπολη ἀπὸ βαρβαρικὴ ἐπιδρομή, συμπληρώθηκε ἀπὸ τὸν Ἅγιο Ἀνδρέα Κρήτης ὁ Ἀκάθιστος Ὕμνος.

Ὁ Ἅγιος Γερμανὸς κατέλιπε ἀξιόλογο ὑμνογραφικὸ καὶ συγγραφικὸ ἔργο, δυστυχῶς ὅμως τὰ περισσότερα ἔργα του κατακάηκαν μὲ διαταγὴ τοῦ Λέοντος. Περισώθηκαν δὲ ἀπὸ μὲν τοὺς ὕμνους, 104 Στιχηρὰ καὶ 22 Κανόνες, ἀπὸ δὲ τὰ συγγράμματά του τὰ ἑξῆς: α) «Περὶ αἱρέσεων καὶ Συνόδων», β) «Τρεῖς δογματικαὶ ἐπιστολαὶ ἐπὶ τῶν εἰκονομάχων» (πρὸς Ἰωάννην, Ἐπίσκοπον Συνάδων, πρὸς Κωνσταντίνον, Ἐπίσκοπον Νακαλείας, καὶ πρὸς Θωμᾶν, Ἐπίσκοπον Κλαυδιουπόλεως), γ) «Ὀκτὼ λόγοι» (δύο στὴν προσκύνηση τοῦ Τιμίου Σταυροῦ κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς Σταυροπροσκυνήσεως καὶ τὴν ἡμέρα τοῦ Μεγάλου Σαββάτου, δύο στὰ Εἰσόδια τῆς Θεοτόκου, τρεῖς στὴν Κοίμηση τῆς Θεοτόκου καὶ ἕνας στὸν Εὐαγγελισμὸ τῆς Θεοτόκου), δ) «Ὁμιλία» (στὰ ἐγκαίνια τοῦ ναοῦ τῆς Θεοτόκου καὶ τὰ ἅγια σπάργανα τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ).
Ἡ Σύναξη τοῦ Ἁγίου Γερμανοῦ ἐτελεῖτο στὴ Μεγάλη Ἐκκλησία.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ἀπολυτίκιον  Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.

Σοφίας τοῖς δόγμασιν, ἐκπαιδευθεὶς εὐκλεῶς, φωστὴρ ἐχρημάτισας, τῆς Ἐκκλησίας Χριστοῦ, ἐν λόγοις καὶ πράξεσι· σύμμορφος γὰρ ὑπάρχων, τῆς εἰκόνος τοῦ Λόγου, λύεις Εἰκονομάχων, τὴν ἀντίθεον πλάνην· διό σε Ἱεράρχα Γερμανέ, Χριστὸς ἐδόξασε

 

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον. Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Τοὺς διττοὺς ὑποφήτας τῆς ἀνάρχου Θεότητος, τῶν θεοτυπώτων δογμάτων, τοὺς πανσόφους ἐκφάντορας, σὺν τῷ Ἐπιφανίῳ τῷ κλεινῷ, ὑμνήσωμεν τὸν θεῖον Γερμανόν· ὡς λαμπροὶ γὰρ τῶν ἀρρήτων μυσταγωγοί, πυρσεύουσι τοὺς κράζοντας· δόξα τῷ στεφανώσαντι ὑμᾶς, δόξα τῷ μεγαλύναντι, δόξα τῷ βεβαιοῦντι δι’ ὑμῶν, πίστιν τὴν Ὀρθόδοξον.

 

Κοντάκιον. Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.

Οἰκονόμος ἄριστος, τῶν δωρεῶν τοῦ Σωτῆρος, ὡς εἰκὼν θεόγραφος, τῶν ἀρετῶν πέλων Πάτερ, ἔλαμψας, ἐν Ἱεράρχαις ἀμέμπτῳ βίῳ· ἔδειξας, τὴν τῶν Εἰκόνων τιμὴν προσφόρως· διὰ τοῦτό σοι βοῶμεν· χαίροις τρισμάκαρ, Γερμανὲ ἔνδοξε.

 

Ἕτερον Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Ἱεραρχῶν τὴν θαυμαστὴν ξυνωρίδα, ἀνευφημήσωμεν πιστοὶ κατὰ χρέος, σὺν Γερμανῷ τὸν θεῖον Ἐπιφάνιον· οὗτοι γὰρ κατέφλεξαν, τῶν ἀθέων τὰς γλώσσας, δόγματα δοφώτατα, διαθέμενοι πᾶσι, τοῖς ὀρθοδόξως μέλπουσιν ἀεί, τῆς εὐσεβείας τὸ μέγα μυστήριον.

 

Μεγαλυνάριον.

Χαίροις ὁ τῆς χάριτος ὑπουργός, καὶ τῆς Ἐκκλησίας, νυμφόστολος θεοειδής· χαίροις ὁ τρανώσας, τὴν τῶν Εἰκόνων δόξαν, ἐν Πνεύματι ἁγίῳ, Γερμανὲ ἔνδοξε.

 

Ἕτερον Μεγαλυνάριον.
Φῶς ὁ Ἐπιφάνιος νοητόν, λάμψας ἐν τοῖς λόγοις, καταυγάζει τοὺς εὐσεβεῖς· γέρας δ’ ἀληθείας, ὁ Γερμανὸς παρέχει, τῇ Ἐκκλησίᾳ πάσῃ· οὓς μεγαλύνομεν.

Ὁ Ὅσιος Θεόδωρος ὁ ἐν Κυθήροις ἀσκήσας 

Ὁ Ὅσιος Θεόδωρος καταγόταν ἀπὸ τὴν Κορώνη τῆς Πελοποννήσου καὶ γεννήθηκε ἀπὸ γονεῖς εὐσεβεῖς καὶ εὔπορους κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορος Ρωμανοῦ Β’ (919 – 948 μ.Χ.). Ἀπὸ τὸν μεγάλο του ζῆλο πρὸς τὰ θεία καὶ τὴν ἀρετή του, χειροθετήθηκε ἀπὸ τὸν Ἐπίσκοπο Κορώνης ἀναγνώστης. Μετὰ τὸν θάνατο τῶν γονέων του μετέβη στὸ Ναύπλιο, ὅπου νυμφεύθηκε μὲ κάποια σεμνὴ καὶ ἐνάρετη νέα καὶ ἀπέκτησε δύο τέκνα. Κατὰ τὴν διάρκεια τοῦ ἔγγαμου βίου του ἐξακολούθησε νὰ ζεῖ ἀσκητικὰ καὶ νὰ αὐξάνει πνευματικά, βοηθούμενος καὶ ἀπὸ τὴν ἐνάρετη σύζυγό του. Ὁ Ἐπίσκοπος Ἄργους Θεόδωρος, ἐκτιμώντας τὶς μεγάλες ἀρετὲς τοῦ Θεοδώρου, τὸν χειροτόνησε διάκονο. Τὸν εὐτυχὴ καὶ θεοσεβὴ βίο του συντάραξε ὁ ξαφνικὸς θάνατος τῆς συζύγου καὶ τῶν τέκνων του. Αὐτὸ τὸν ὁδήγησε ἀκόμη πιὸ κοντὰ στὸν Θεό. Ἔτσι, ἀφοῦ μετέβη στὴ Ρώμη, γιὰ νὰ ἐπισκεφθεῖ τοὺς τόπους ἀθλήσεως τῶν Μαρτύρων τοῦ Χριστοῦ, ἐπανῆλθε στὴν Πελοπόννησο καὶ ἐγκαταστάθηκε στὴ Μονεμβασιά. Ἐκεῖ ἐπιδόθηκε μὲ ζῆλο στὸ κήρυγμα τοῦ θείου λόγου, διαφωτίζοντας τὸν λαὸ καὶ στερεώνοντας τὴν πίστη του. Ἀργότερα μετέβη στὴ νῆσο τῶν Κυθήρων καὶ ἐγκαταστάθηκε σὲ ἡμιερειπωμένο ναὸ τῶν Ἁγίων Μαρτύρων Σεργίου καὶ Βάκχου. Ἀμέσως ἐπιδόθηκε στὸ ἔργο τῆς ἀνυψώσεως τοῦ ἠθικοῦ τοῦ καταπτοημένου λαοῦ ἀπὸ τὶς βαρβαρικὲς ἐπιδρομὲς καὶ τῆς ἐπαναφορᾶς τῆς ψυχικῆς του γαλήνης. Τὸ θεάρεστο αὐτὸ ἔργο συνέχισε μέχρι τὸ τέλος τοῦ βίου του.
Ὁ Ὅσιος Θεόδωρος κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη. Προικισμένος ἀπὸ τὸν Θεὸ μὲ τὸ χάρισμα τῆς θαυματουργίας, ἐπιτέλεσε πολλὰ θαύματα σὲ ἐκείνους ποὺ προσκυνοῦσαν μὲ εὐλάβεια τὸ τίμιο λείψανό του.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

 

Ὁ Ἅγιος Θεοφάνης Ἀρχιεπίσκοπος Κύπρου

 

Ὁ Ἅγιος Θεοφάνης ἀναφέρεται ὡς Ἀρχιεπίσκοπος Κύπρου, ἂν καὶ τὸ ὄνομά του δὲν ἀναφέρεται στοὺς γνωστοὺς ἐπισκοπικοὺς καταλόγους. Ἡ μνήμη του ἀναφέρεται σὲ Κώδικα τῶν Ἱεροσολύμων τοῦ 12ου - 13ου αἰῶνος μ.Χ.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Νεομάρτυρας ἐκ Σερρῶν 

Ὁ Ἅγιος Νεομάρτυς Ἰωάννης, ὁ Σερραῖος, ἦταν γόνος μιᾶς εὐκατάστατης οἰκογένειας Σερραίων. Στὴν ἀκμὴ τῆς νεότητός του, τὸ θάρρος του νὰ παρουσιάζεται σὲ δημόσιους χώρους ὡς ἴσος πρὸς τοὺς κατακτητὲς καὶ ἡ λαμπρότητα τῆς ἐμφανίσεώς του, προκάλεσαν τὸν φθόνο τῶν Τούρκων ποὺ τὸν διέβαλαν στὶς ἀρχές τους. Οἱ κατήγοροί του ὑποστήριξαν πὼς ὁ Νεομάρτυρας Ἰωάννης δημόσια ἐξύβρισε τὴν πίστη τοῦ Μωάμεθ, ἀρνούμενος, παρὰ τὴν ἀρχική του ὑπόσχεση, νὰ τὴν ἀκολουθήσει. Οἱ δικαστές του, ἐκτιμώντας τὰ δεδομένα, στὴν ἀρχὴ προσπάθησαν μὲ ὑποσχέσεις γιὰ ἀξιώματα νὰ τὸν δελεάσουν, ὥστε νὰ ἀλλάξει τὴν πίστη του, καθὼς θὰ εἶχαν μεγάλο κέρδος, ἂν τὸ παράδειγμά του ἔβρισκε καὶ ἄλλους μιμητές.

Ὅταν οἱ προσπάθειές τους ἀπέτυχαν, κατέφυγαν στὰ βασανιστήρια. Ἔβγαλαν τὸν Μάρτυρα ἀπὸ τὴν φυλακὴ καὶ τὸν ἔσυραν χωρὶς ἔνδυση πάνω στὴν γῆ, ξεριζώνοντάς του τὴν πλούσια κόμη του καὶ ραβδίζοντας τον. Ὁ Ἅγιος, παρὰ τὰ φοβερὰ αὐτὰ μαρτύρια, ἄντεχε καὶ συνέχιζε νὰ ὑμνεῖ τὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστὸ καὶ τότε, στὰ δεξιά του ἐμφανίσθηκε ἕνας ἔφιππος καὶ μεγαλοπρεπὴς ἄνδρας ποὺ τὸ πρόσωπό του ἀκτινοβολοῦσε σὰν ἥλιος. Ὁ Μάρτυρας Ἰωάννης εἶδε τὴν ὑπέρλαμπρη αὐτὴ παρουσία καὶ ἀντελήφθη πὼς μὲ νεῦμα ὁ ἔφιππος ἄνδρας τοῦ συνιστοῦσε νὰ μὴ φοβᾶται τίποτα καὶ νὰ μὴν χάσει τὸ θάρρος του.

Οἱ Τοῦρκοι, ὅταν καὶ μὲ αὐτὸν τὸν ἐπώδυνο τρόπο στάθηκε ἀδύνατο νὰ τὸν κάνουν νὰ ἀλλάξει τὴν πίστη του, τὸν ἔβγαλαν καὶ πάλι ἀπὸ τὴν φυλακὴ καὶ τὸν ὁδήγησαν σὲ χῶρο δημόσιο, ὅπου οἱ δήμιοί του, γιὰ νὰ κάνουν τὸ τέλος του πιὸ ἐπώδυνο, τὸν ἀνέβασαν πάνω σὲ σωρὸ ἀπὸ φρύγανα καὶ ξερὰ ξύλα καί, ἀφοῦ τοῦ ἔδεσαν τὰ χέρια καὶ τὰ πόδια, ἔβαλαν φωτιὰ στὸ εὔφλεκτο ὑπόστρωμα.

Ὁ Μάρτυς Ἰωάννης παρέμεινε ἤρεμος σὲ ὅλη τὴν διάρκεια τοῦ φρικτοῦ μαρτυρίου καί, μάλιστα, σιγανὰ ὑμνολογοῦσε τὸν Θεό. Ἕνας ἀπὸ τοὺς βασανιστές του, γιὰ νὰ τὸν κάνει νὰ σωπάσει, τοῦ ἔμπηξε ἕνα πάσσαλο στὸ στόμα καὶ ἐπέφερε ἔτσι τὸ τέλος τοῦ Ἁγίου.
Τὴν ἀκολουθία τοῦ Ἁγίου ἔγραψε ὁ Μεγάλος Ρήτορας τῆς Ἁγίας τοῦ Χριστοῦ Μεγάλης Ἐκκλησίας Μανουὴλ ὁ Πελοποννήσιος, πιθανότατα μεταξὺ τῶν ἐτῶν 1451 – 1481.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ἅγιος Θεοφάνης Ἐπίσκοπος Σολέα Κύπρου

Ὁ Ἅγιος Θεοφάνης καταγόταν ἀπὸ τὴν Λευκωσία καὶ ἔγινε κατὰ τὴν περίοδο τῆς Ἑνετικῆς κυριαρχίας Ἐπίσκοπος Σολέας. Ἐπειδὴ ἀγαποῦσε τὴν ἡσυχία καὶ τὴν ἐρημικὴ ζωή, παραιτήθηκε ἀπὸ τὸν θρόνο του καὶ μετέβη στὸ ἐρημητήριο τοῦ Μέσα Ποταμοῦ στοὺς πρόποδες τοῦ Τροόδους ὄρους. Ἐκεῖ ὁ Ἅγιος κοιμήθηκε θεοφιλῶς μὲ εἰρήνη τὸ 1550. Ὅταν μετὰ ἕξι χρόνια ἄνοιξαν τὸν τάφο του, βρῆκαν τὸ ἱερὸ λείψανό του ἀκέραιο μὲ ἔκδηλα τὰ σημεῖα τῆς ἁγιότητος.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ἅγιος Εὐθύμιος Πατριάρχης Ἱεροσολύμων

Ὁ Ἅγιος Εὐθύμιος, Πατριάρχης Ἱεροσολύμων, δὲν ἀναφέρεται στοὺς Συναξαριστὲς καὶ τὰ Μηναῖα. Ἡ μνήμη του ἀπαντᾶ στὸ Ἱεροσολυμιτικὸ Κανονάριον. Ἡ Ἐκκλησία τιμᾶ, ἐπίσης, τὴν μνήμη του στὶς 7 Νοεμβρίου.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ὅσιος Νικήτας ὁ Σιναΐτης 

Δὲν ἔχουμε πληροφορίες γιὰ τὸν βίο τοῦ Ὁσίου Νικήτα τοῦ Σιναΐτου. 

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Οἱ Ἅγιοι 30.000 Μάρτυρες ἐκ Γεωργίας

Οἱ Ἅγιοι αὐτοὶ Νεομάρτυρες ἤσαν Γεωργιανοὶ ἱερεῖς, 300 στρατιῶτες, μοναχοὶ καὶ λαϊκοί, οἱ ὁποῖοι ἀποκεφαλίσθηκαν ἀπὸ τοὺς Τούρκους στὶς ἀρχὲς τοῦ 17ου αἰῶνος μ.Χ. στὴν περιοχὴ Ντουντικβάτι (=ἀποκεφαλισμός) καὶ Παπάτι (=λόφος τῶν ἱερέων). Σύμφωνα μὲ τὴν παράδοση μαρτύρησαν συνολικὰ γιὰ τὴν πίστη τους στὸν Χριστὸ 30.000 Λάζοι.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ἅγιος Ἑρμογένης ὁ Ἱερομάρτυρας Πατριάρχης Μόσχας 

Ὁ Ἅγιος Ἱερομάρτυς Ἐρμογένης, Πατριάρχης Μόσχας καὶ πασῶν τῶν Ρωσιῶν, ἄρχισε νὰ τιμᾶται ὡς Ἅγιος, ἀπὸ τὶς 12 Μαΐου τοῦ 1913. Πιστοὶ ἀπὸ κάθε γωνιὰ τῆς Ρωσίας ἄρχισαν νὰ συγκεντρώνονται στὴ Μόσχα, γιὰ νὰ δοξάσουν τὸν Ἱερομάρτυρα Ἑρμογένη καὶ νὰ προσκυνήσουν τὰ ἱερὰ λείψανα τοῦ Ἁγίου Πατριάρχη στὸν καθεδρικὸ ναὸ Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου στὸ Κρεμλίνο, ὅπου Παννυχίδες τελοῦνταν σχεδὸν χωρὶς διακοπή. Ἐκείνη τὴ νύχτα ὁ Ἅγιος ἐπιτέλεσε πολλὰ θαύματα καὶ θεραπεῖες ἀσθενῶν. Ἡ μνήμη του τιμᾶται 17 Φεβρουαρίου ὅπου καὶ ὁ βίος του.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ὅσιος Διονύσιος τοῦ Ραντονέζ 

Ὁ Ὅσιος Διονύσιος τοῦ Ραντονέζ, κατὰ κόσμον Δαβὶδ Ζομπνινόβσκι, γεννήθηκε περὶ τὸ 1570 στὴν πόλη Ρζέβ. Ὑπῆρξε μοναχὸς καὶ μετὰ ἡγούμενος τοῦ μοναστηριοῦ Οὐσπένσκι στὴ Στάριτσα. Τὴ λεγόμενη Σκοτεινὴ περίοδο ἦταν ὁ πιὸ πιστὸς βοηθὸς τοῦ Ἐπισκόπου Ἐρμογένους, Πατριάρχου Μόσχας. Ἀπὸ τὸ 1610 ὁ Ὅσιος Διονύσιος γίνεται Ἀρχιμανδρίτης τῆς Τρόιτσε – Σεργιέβσκαγια Λαύρας. Μὲ τὴν φροντίδα του ἱδρύθηκαν στὸ μοναστήρι νοσοκομεῖα γιὰ ἀρρώστους, τραυματισμένους καὶ ἄστεγους τοῦ πολέμου μετὰ ἀπὸ τὴν εἰσβολὴ τοῦ Πωλονο – Λιθουανικοῦ στρατοῦ. Σὲ περίοδο πείνας, κατόπιν ἐπιμονῆς του, ἡ ἀδελφότητα τῆς Λαύρας τρεφόταν μὲ ψωμὶ ἀπὸ βρώμη καὶ νερό, γιὰ νὰ διαθέσει τὸ ψωμὶ ἀπὸ σιτάρι καὶ σίκαλη στοὺς ἀρρώστους. Τὸ 1611 – 1612 μαζὶ μὲ τὸν μοναχὸ τῆς Τρόιτσε – Σεργιέβσκαγια Λαύρας, τὸν Ἀβραὰμ Πολίτσιν ( τὸ 1625), ἔγραφε ἐπιστολὲς μὲ ἔκκληση νὰ ἀποσταλοῦν στρατιῶτες καὶ χρήματα γιὰ τὴν ἀπελευθέρωση τῆς Μόσχας ἀπὸ τοὺς Πολωνούς. Ἔγραψε ἐπίσης καὶ στὸν πρίγκιπα Δημήτριο Ποζάρσκι καὶ στοὺς στρατιῶτες του νὰ ἐπιταχύνουν τὴν ἐκστρατεία τους στὴ Μόσχα.

Οἱ συνεχεῖς προσευχές του καὶ τὰ καθημερινὰ πνευματικά του κατορθώματα, τοῦ πρόσφεραν, ἐπίσης, τὸ χάρισμα τῆς θαυματουργίας. Ξεχωριστὸ γεγονὸς ἀποτελεῖ ἡ συμμετοχή του στὴ διόρθωση τῶν θεολογικῶν βιβλίων. Ἀπὸ τὸ 1616 ὁ Ὅσιος Διονύσιος ἡγεῖται τῆς ἐργασίας διορθώσεως τῆς Σύνοψης τῶν ἱερῶν Μυστηρίων, ἡ ὁποία βασιζόταν στὴ σύγκριση τῶν ἀρχαίων Σλαβικῶν καὶ διαφόρων Ἑλληνικῶν ἐκδόσεων. Κατὰ τὴν διάρκεια αὐτῆς τῆς λειτουργικῆς ἐργασίας οἱ διορθωτὲς βρῆκαν πολλὲς καὶ σημαντικὲς διαφορὲς καὶ σὲ ἄλλα βιβλία, τὰ ὁποῖα ἐκδόθηκαν τὴν περίοδο ἀπὸ τὸ 1612 ἕως τὸ 1619. Ὃμως οἱ ἄνθρωποι, ποὺ εὐθύνονται γιὰ τὰ λάθη αὐτά, στὴ Σύνοδο τοῦ 1618, κατηγόρησαν τὸν Ὅσιο Διονύσιο γιὰ αἵρεση. Ἀπὸ τὸν Ὅσιο Διονύσιο ἀφαιρέθηκαν τὰ ἱερουργικά του δικαιώματα. Τὸν ἀπέκοψαν ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία καὶ τὸν ἔκλεισαν στὴ μονὴ Νοβοσπάσκιϊ, ὅπου ὑπέφερε ἀπὸ ἀσιτία. Οἱ ἐπεμβάσεις τοῦ Πατριάρχου τῶν Ἱεροσολύμων Θεοφάνους Δ’ (1608 – 1644) καὶ τοῦ Πατριάρχου Φιλαρέτου (1619 – 1633), ποὺ ἐπέστρεψε ἀπὸ τὴν Πολωνικὴ αἰχμαλωσία, διέκοψαν τὴν φυλάκισή του καὶ ἀθωώθηκε.
Ὁ Ὅσιος Διονύσιος κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ 1633 καὶ ἐνταφιάσθηκε στὴν Τρόϊιτσε – Σεργιέβσκαγια Λαύρα.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Νεομάρτυρας ἐκ Βλαχίας

Ὁ Ἅγιος Νεομάρτυρας Ἰωάννης γεννήθηκε στὴ Βλαχὶα καὶ καταγόταν ἀπὸ ἐπιφανὴ καὶ ἀριστοκρατικὴ οἰκογένεια. Ἐπὶ Σουλτάνου Μεχμὲτ καὶ σὲ ἡλικία δεκαπέντε ἐτῶν τὸν συνέλαβαν οἱ Τοῦρκοι, ποὺ εἰσέβαλαν στὴ Βλαχία, γιὰ νὰ καταπνίξουν τὴν ἐπανάσταση τοῦ ἄρχοντα Μιχαὴλ Βοεβόδα Τζιβὰν Μπέτι. Ἕνας ἀπὸ τοὺς στρατιῶτες, ποὺ εἶδε τὴν ὀμορφιὰ τοῦ Ἁγίου, τὸν ἔδεσε σὲ ἕνα δένδρο μὲ τὴν ἐπιθυμία νὰ ἀσελγήσει ἐπ’ αὐτοῦ. Ὁ Ἅγιος ὅμως ἀμυνόμενος τὸν φόνευσε. Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ συνελήφθη ὅμως ἀπὸ τοὺς Τούρκους καὶ παραδόθηκε στὴ σύζυγο τοῦ στρατιώτη ποὺ σκότωσε, στὴν Κωνσταντινούπολη. Ἐκείνη τὸν ὁδήγησε στὸ βεζίρη, ὁ ὁποῖος μετὰ τὴν ἀνάκριση τὸν παρέδωσε πάλι σὲ ἐκείνη, γιὰ νὰ τὸν μεταχειριστεῖ ὅπως ἤθελε. Ἐπειδὴ ὅμως ἀπέτυχε νὰ τὸν ἐξισλαμίσει, τὸν παρέδωσε στὸν ἔπαρχο. Ὁ ἔπαρχος ἀπέτυχε νὰ τὸν πείσει νὰ ἀρνηθεῖ τὴν πίστη του καὶ διέταξε τὸν διὰ ἀπαγχονισμοῦ θάνατό του τὸ 1662, στὸ Παρμὰκ τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Τὸ τίμιο λείψανό του ἐξαγοράσθηκε μετὰ τρεῖς ἡμέρες ἀπὸ τοὺς Χριστιανοὺς καὶ ἐνταφιάσθηκε μὲ εὐλάβεια.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ὅσιος Ἀντώνιος τοῦ Ραντονέζ 

Ὁ Ὅσιος Ἀντώνιος τοῦ Ραντονέζ, κατὰ κόσμον Ἀνδρέας Μεντβέντεφ, γεννήθηκε στὶς 6 Ὀκτωβρίου 1792 στὴν πόλη Λύσκοβο τῆς ἐπαρχίας Νόβγκοροντ καὶ ἡ οἰκογένειά του ἦταν στὴν ὑπηρεσία τοῦ Γεωργιανοῦ πρίγκιπος Γεωργίου. Γεμάτος ἀπὸ ἀγάπη γιὰ τὸν μοναχικὸ βίο ὁ Ἅγιος εἰσῆλθε τὸ 1818 στὴ μονὴ Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου τοῦ Σάρωφ καὶ τὸ 1822 στὴ μονὴ Βυσοκογκόρσκϊυ τοῦ Ἀρζαμᾶς, ὅπου χειροτονήθηκε πρεσβύτερος. Τὸ 1831 καλεῖται ἀπὸ τὸν Μητροπολίτη Μόσχας Φιλάρετο στὴ Λαύρα τοῦ Ἁγίου Σεργίου, στὴν ὁποία διακρίθηκε γιὰ τὴν ἁγιότητα τοῦ βίου του καὶ τὶς ἀρετές του.
Ὁ Ὅσιος Ἀντώνιος κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ 1877. Ἡ κανονικὴ πράξη τῆς ἁγιοποιήσεώς του ἔγινε ἀπὸ τὸν Πατριάρχη Μόσχας Ἀλέξιο τὸ 1997.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ὅσιος Νεκτάριος τῆς Ὄπτινα 

Ὁ Ὅσιος Νεκτάριος τῆς Ὄπτινα, κατὰ κόσμον Νικόλαος Τύχωνωφ, γεννήθηκε τὸ 1853 στὴν πόλη Γιελὲτς τῆς ἐπαρχίας Ὀριόλ, ἀπὸ γονεῖς εὐσεβεῖς καὶ φιλόθεους, τὸν Βασίλειο καὶ τὴν Ἑλένη. Ὅταν ὁ Νικόλαος ἦταν ἑπτὰ ἐτῶν, ἔχασε τὸν πατέρα του. Λίγο πρὶν τὸ θάνατό του, εὐλόγησε τὸν υἱό του μὲ τὴν εἰκόνα τοῦ Ἁγίου Νικολάου ἀναθέτοντας τὸ παιδί του στὴν κηδεμονία τοῦ μεγάλου αὐτοῦ Ἁγίου. Ὁ μελλοντικὸς Στάρετς δὲν ἀποχωρίσθηκε τὴν εἰκόνα αὐτὴ σὲ ὁλόκληρη τὴν ζωή του. Ἐκτὸς ἀπὸ τὸν Νικόλαο ἡ μητέρα του εἶχε καὶ ἄλλα μικρότερα τέκνα, τὰ ὁποῖα πέθαναν πρόωρα ἀπὸ πεῖνα καὶ ἀσθένειες.

Ὁ μικρὸς Νικόλαος εἶχε θερμὴ καρδιακὴ σχέση μὲ τὴν μητέρα του. Οἱ προσευχές της καὶ ἡ αὐστηρὴ ἀνατροφή, ποὺ τοῦ ἔδωσε, τὸν προστάτευαν ἀπὸ πειρασμοὺς καὶ συμφορές. Σιγὰ – σιγὰ μεγάλωνε καὶ ἔγινε πρᾶος, ἥσυχος καὶ εὐλαβής, ἔξυπνος καὶ φιλομαθής. Λόγω τῆς μεγάλης φτώχειας τῆς οἰκογένειάς του ἀναγκάσθηκε νὰ φοιτήσει ὄχι στὸ δημόσιο σχολεῖο, ἀλλὰ στὸ ἐνοριακὸ σχολεῖο τοῦ χωριοῦ του, ὅπου φοιτοῦσαν οἱ ἄποροι. Ἐκεῖ λοιπὸν ἔμαθε νὰ διαβάζει, νὰ γράφει, νὰ μετράει καὶ νὰ μελετᾶ τὸ νόμο τοῦ Θεοῦ.

Ὅταν ἔγινε ἕνδεκα ἐτῶν, ἐργάσθηκε στὸ κατάστημα τοῦ πλούσιου ἐμπόρου Χάμωφ. Λίγο ἀργότερα, ἐνῷ ὁ Νικόλαος ἦταν ἀκόμη πολὺ νέος, ἡ μητέρα του πέθανε καὶ ἔτσι ἔμεινε πιὰ παντελῶς ὀρφανός. Ἔζησε γιὰ ἐννέα χρόνια στὸ σπίτι τοῦ ἐμπόρου. Στὶς ἐλεύθερες ὧρες του μελετοῦσε πνευματικὰ βιβλία καὶ πήγαινε στὴν ἐκκλησία. Τὸν διέκρινε ἡ πραότητα, ἡ μετριοφροσύνη καὶ ἡ καθαρότητα τῆς καρδιᾶς.

Ἐκεῖνο τὸν καιρὸ ζοῦσε στὴν Γιελὲτς μία σχεδὸν ἑκατοντάχρονη μοναχή, ἡ μάτιουσκα Θεοδώρα, πνευματικὴ θυγατέρα τοῦ Ὁσίου Τύχωνος τοῦ Ζαντὸνκ ( 13 Αὐγούστου). Οἱ κάτοικοι τῆς Γιελὲτς εἶχαν τὴν εὐλαβὴ συνήθεια νὰ τὴν συμβουλεύονται σὲ ὅλες τὶς σημαντικὲς ἀποφάσεις τους. Ὁ ἐργοδότης, λοιπόν, τοῦ Νικολάου, ποὺ πληροφορήθηκε ὅτι τοῦ ἑτοίμαζαν ἕνα προξενιό, τὸν ἔστειλε σὲ αὐτὴν νὰ πάρει εὐλογία γιὰ τὸ γάμο. Ἡ γερόντισσα τοῦ εἶπε: «Παιδί μου, πήγαινε στὴν Ὄπτινα στὸν Στάρετς Ἱλαρίωνα καὶ αὐτὸς θὰ σοῦ πεῖ τί θὰ κάνεις». Ἔτσι ὁ Νικόλαος πῆρε τὸ δρόμο γιὰ τὴν Ὄπτινα, ποὺ βρισκόταν σχετικὰ κοντὰ στὴ γενέτειρά του καὶ ἦταν τότε ἤδη ξακουστὴ σὲ ὅλη τὴ Ρωσία.

Ὁ Στάρετς Ἱλαρίων τοῦ συνέστησε νὰ ἐπισκεφθεῖ τὸν Στάρετς Ἀμβρόσιο. Ὁ Γέροντας τὸν δέχθηκε καὶ μίλησε μαζί του γιὰ δύο ὧρες. Μετὰ ἀπὸ αὐτὴ τὴ συνομιλία ἡ ζωὴ τοῦ Νικολάου ἄλλαξε ξαφνικά. Κατ’ οἰκονομίαν Θεοῦ ἀνακάλυψε τὴν πραγματική του κλίση.

Ὁ Νικόλαος ἐκτελοῦσε κάθε διακόνημα μὲ πολλὴ ὑπακοή, ταπείνωση καὶ ζῆλο. Ὅταν ἀργότερα ὁ Στάρετς, ἐπαναλάμβανε τὸ ἀποστολικὸ παράγγελμα: «Πείθεσθε τοῖς ἡγουμένοις ὑμῶν καὶ ὑπείκετε. Αὐτοὶ γὰρ ἀγρυπνοῦσιν ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ὑμῶν ὡς λόγον ἀποδώσοντες. Ἳνα μετὰ χαρᾶς τοῦτο ποιῶσι καὶ μὴ στενάζοντες. Ἀλυσιτελὲς γὰρ ὑμῖν τοῦτο. (Νὰ πειθαρχεῖτε καὶ νὰ ὑπακούετε στοὺς ἡγουμένους σας. Γιατί αὐτοὶ ἀγρυπνοῦν χάριν τῶν ψυχῶν σας, ἐπειδὴ θὰ ἀποδώσουν λόγο στὸν Θεὸ γιὰ σᾶς. Ὥστε αὐτὸ νὰ τὸ κάνουν μὲ χαρὰ καὶ ὄχι ἀναστενάζοντας. Διότι αὐτὸ θὰ εἶναι ἐπιζήμιο γιὰ σᾶς)».

Στὶς 3 Ἀπριλίου 1876 ἐκάρη ρασοφόρος μοναχός. Μετὰ ἕνδεκα χρόνια, στὶς 14 Μαρτίου 1887, Δ’ Κυριακὴ τῶν Νηστειῶν, ἐκάρη μικρόσχημος καὶ ἔλαβε τὸ ὄνομα Νεκτάριος, πρὸς τιμὴν τοῦ Ὁσίου Νεκταρίου τῆς Λαύρας τοῦ Κιέβου ( 29 Νοεμβρίου).

Ἡ εἴσοδός του στὸ ἀγγελικὸ τάγμα τῶν μοναχῶν τοῦ ἔφερε μεγάλη χαρά. Σὲ προχωρημένη ἡλικία θυμόταν: «Ἐπὶ ἕνα ὁλόκληρο χρόνο ἔνοιωθα σὰ νὰ εἶχα φτερὰ στοὺς ὤμους μου».

Ὅσο περισσότερο ἀνέβαινε τὴν πνευματικὴ κλίμακα, τόσο κατώτερο ἀπὸ ταπεινοφροσύνη θεωροῦσε τὸν ἑαυτό του, τόσο περισσότερο αἰσθανόταν τὴν ἀναξιότητά του.

Οἱ Γέροντες, ποὺ ἔβλεπαν τὴν πνευματικὴ προκοπή του, ἀποφάσισαν τὴν χειροτονία του σὲ διάκονο, ποὺ ἔγινε στὶς 19 Ἰανουαρίου 1894 ἀπὸ τὸν Ἐπίσκοπο Ἀνατόλιο καὶ εἰς πρεσβύτερον στὶς 21 Ὀκτωβρίου 1898 ἀπὸ τὸν Ἐπίσκοπο τῆς Καλούγκα Μακάριο.

Ὁ Ὅσιος Νεκτάριος δίδασκε στὰ πνευματικά του παιδιὰ τὴν ταπείνωση καὶ τὴν ὑπομονή, περισσότερο ἀπὸ ὅλες τὶς ἀρετές. Γιὰ τὴν κάθαρση τῆς ψυχῆς τοῦ ἀνθρώπου δίδασκε πῶς ἐπιτυγχάνεται μὲ τὴν προσευχή, ὅταν ἱκετεύεις τὸν Θεὸ λέγοντας «Πατέρα μου καὶ Κύριε τῆς ψυχῆς μου, ἐλέησόν με», ὁ Θεὸς καθαρίζει τὴν ψυχή σου ἀπὸ τὴν ἁμαρτία καὶ τὴν κάνει νύμφη Κυρίου καὶ ἀδελφὴ τοῦ Λόγου. Πράγματι ὁ Ὅσιος δίδασκε σὲ ὅλους τὴν προσευχὴ καὶ ἰδιαίτερα τὴν εὐχὴ τοῦ Ἰησοῦ. Μάλιστα, ὅταν πλησίαζε ἡ σοβιετικὴ λαίλαπα, τόνιζε στὰ πνευματικά του παιδιά: «σὲ αὐτὲς τὶς ἔσχατες ἡμέρες εἶναι καιρὸς γιὰ προσευχή. Κατὰ τὴν διάρκεια τῆς ἐργασίας σας νὰ λέτε συνεχῶς τὴν εὐχὴ τοῦ Ἰησοῦ. Στὴν ἀρχὴ μὲ τὰ χείλη, μετὰ μὲ τὸ νοῦ καὶ ὕστερα θὰ εἰσχωρήσει μέσα στὴν καρδιά σας».

Ἐπὶ ἀρκετὰ χρόνια, μετὰ τὴν ἐπικράτηση τῆς Ὀκτωβριανῆς ἐπαναστάσεως, ἡ Ὄπτινα ὑπέμεινε μὲ γενναιότητα  ὅλες τὶς δοκιμασίες, ἀλλὰ οἱ μέρες τῆς ἁγίας μονῆς ἦταν πιὰ μετρημένες. Τὴν Κυριακὴ τῶν Βαΐων τοῦ 1923 ἡ Ὄπτινα ἔκλεισε ὁριστικά. Ὁ Ὅσιος Νεκτάριος σνελήφθη καὶ φυλακίσθηκε στὸ ἀρτοποιεῖο τῆς μονῆς, ποὺ εἶχε μετατραπεῖ σὲ φυλακή. Λίγες ἡμέρες μετὰ ὁδηγήθηκε στὴν φυλακὴ τοῦ Κοζὲλκ καὶ καταδικάσθηκε χωρὶς δίκη σὲ θάνατο διὰ τουφεκισμοῦ. Μετὰ ἀπὸ διαμαρτυρίες ὁ Ὅσιος ἀπελευθερώθηκε στὶς 17 Ἀπριλίου καὶ ἔζησε ὡς ἐξόριστος σὲ ἀγρόκτημα τοῦ Πλόχινο. Ἀργότερα, μὲ διαταγὴ τῶν ἀρχῶν τοῦ καθεστῶτος, ἐξορίζεται πιὸ μακριά, στὸ χωριὸ Χόλμισι τῆς ἐπαρχίας Μπριάνκ. Ἐκεῖ δεχόταν τοὺς ἐπισκέπτες καὶ πλῆθος ἐπιστολῶν ἀπὸ ἁπλοὺς ἀνθρώπους, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ μεγάλους ἱεράρχες. Ὁ Ἅγιος Πατριάρχης Τύχων τὸν συμβουλευόταν διὰ μέσου ἔμπιστων ἀνθρώπων. Ὁ Ἅγιος Θεὸς εἶχε δωρίσει στὸν Ὅσιο τὸ διορατικὸ χάρισμα. Ἔτσι ὅλοι τὸν ἐμπιστεύονταν καὶ ἔκαναν ὑπακοὴ στὸν λόγο του.

Ὁ Ὅσιος Νεκτάριος κοιμήθηκε, μετὰ ἀπὸ ἀσθένεια, τὸ 1928. Ἡ εἴδηση τῆς κοιμήσεώς του διαδόθηκε ἀστραπιαία. Χιλιάδες πιστοὶ ἄρχισαν νὰ συρρέουν συνεχῶς ἀπὸ διάφορες πόλεις στὸ Χόλμισι.
Τὸ 1935, κλέφτες ἔσκαψαν τὸν τάφο τοῦ Ὁσίου ψάχνοντας γιὰ πολύτιμα ἀντικείμενα. Ἔβγαλαν ἔξω ἀπὸ τὸν τάφο τὸ φέρετρο, ἔσπασαν τὸ κάλυμμα καὶ ἀφοῦ ἔψαξαν καὶ δὲν βρῆκαν τίποτε, παράτησαν τὸ ἀνοιχτὸ φέρετρο μαζὶ μὲ τὸ λείψανο τοῦ Ὁσίου στηριγμένο σὲ ἕνα δένδρο. Μία ὁμάδα ἀπὸ ἐργάτες, ποὺ δούλευαν δίπλα στὰ ἀγροκτήματα, ἔτρεξαν στὸ κοιμητήριο καὶ εἶδαν ἔκπληκτοι πὼς ὁ Ὅσιος ἦταν ἐκεῖ ἄφθαρτος, ἑπτὰ ὁλόκληρα χρόνια μετὰ τὴν κοίμηση καὶ τὴν ταφή του. Τὸ δέρμα του εἶχε τὸ χρῶμα τοῦ κεριοῦ καὶ τὰ χέρια του ἦταν εὐλύγιστα καὶ μαλακά. Μία γυναῖκα ἔφερε λευκὸ μεταξωτὸ ὕφασμα καὶ κάλυψε τὸ πρόσωπό του. Ἔπειτα ἔκλεισαν τὸ φέρετρο καὶ ἐνταφίασαν τὸν Ὅσιο ψάλλοντας Τρισάγιο. Στὶς 16 Ἰουλίου 1989 πραγματοποιήθηκε ἡ ἀνακομιδὴ τοῦ τιμίου λειψάνου τοῦ Ὁσίου καὶ ἡ ἐπιστροφή του στὴν Ὄπτινα.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Οἱ Ἅγιοι Χιλιάδες Μάρτυρες εἰς Μπούτοβο τῆς Ρωσίας 

Τὸ Μπούτοβο, περιοχὴ ποὺ βρίσκεται κοντὰ στὴ Μόσχα, ἔγινε κατὰ τὴν περίοδο τῆς Ὀκτωβριανῆς ἐπαναστάσεως (1917) τόπος μαζικῶν ἐκτελέσεων Ἀρχιερέων, Κληρικῶν καὶ πιστῶν τῆς Ρωσικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ποὺ μαρτύρησαν κατὰ τὰ ἔτη τοῦ διωγμοῦ στὴν Ρωσία. Μεταξὺ τῶν Ἁγίων Μαρτύρων ποὺ μαρτύρησαν στὸ Μπούκοβο καὶ ἀνέρχονται σὲ χιλιάδες, ἦταν καὶ δέκα Ἕλληνες Μάρτυρες.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Εὕρεσις Τιμίων Λειψάνων Ἁγίας Εἰρήνης τῆς Παρθενομάρτυρος

Τὰ τίμια λείψανα τῆς Ἁγίας Εἰρήνης τῆς Παρθενομάρτυρος βρέθηκαν στὸ χωριὸ Καρυὲς τῆς Λέσβου. Δὲν ἔχουμε περισσότερες λεπτομέρειες γιὰ τὸ γεγονός.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr