Blue Flower

Παραμονὴ τῆς μεγάλης Ἑορτῆς.

 

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Χαρὰν προμνηστεύεται, πᾶσιν ἡ Ἄννα νυνί, τῆς λύπης ἀντίθετον, καρπὸν βλαστήσασα, τὴν μόνην Ἀειπάρθενον· ἥνπερ δὴ καὶ προσάγει, τὰς εὐχὰς ἐκπληροῦσα, σήμερον γηθομένη, ἐν Ναῷ τοῦ Κυρίου, ὡς ὄντως ναὸν τοῦ Θεοῦ Λόγον, καὶ Μητέρα Ἁγνήν.

 

Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Εὐφροσύνης σήμερον ἡ οἰκουμένη, ἐπληρώθη ἅπασα, ἐν τῇ εὐσήμῳ ἑορτῇ, τῆς Θεοτόκου κραυγάζουσα· Αὕτη ὑπάρχει σκηνὴ ἐπουράνιος.

 

Μεγαλυνάριον.
Ἔργων ἐναρέτων τὰς ἀστραπάς, ἀνάψωμεν πάντες, ὡς λαμπάδας παρθενικάς, καὶ τῇ Θεοτόκῳ, ἐν τῷ ναῷ Κυρίου, λαμπρῶς προσερχομένῃ, προϋπαντήσωμεν.

Ὁ Ὅσιος Γρηγόριος ὁ Δεκαπολίτης

Ἔζησε τὸν 9ο αἰώνα μ.Χ. καὶ καταγόταν ἀπὸ τὴν Εἰρηνόπολη τῆς Δεκαπόλεως. Τὴν χριστιανικὴ ἀνατροφή του ὄφειλε πρῶτα στὴν μητέρα του Μαρία, ἡ ὁποία μὲ τὴ ζωντανή της πίστη στὸ Χριστό, ἀνέθρεψε τὸ γιό της σύμφωνα μὲ τὶς ἐπιταγὲς τοῦ Εὐαγγελίου.

Ὁ Γρηγόριος ἔγινε μοναχὸς καὶ ἀγωνιζόταν ἔντονα γιὰ ἠθικὴ τελειοποίηση. Ἐκεῖνο ποὺ ἰδιαίτερα τὸν διέκρινε, ἦταν ἡ καλλιέργεια τῆς ἐγκράτειας στὸν ἑαυτό του. Τὴν θεωροῦσε ἀπαραίτητη γιὰ τὴν καθαρότητα τοῦ νοῦ καὶ τὴν ἠθικὴ κυριαρχία στὴ σάρκα. Καὶ σὲ ὅσους τὸν ρωτοῦσαν γιατί δίνει ἰδιαίτερη βαρύτητα σ’ αὐτὴν τὴν ἀρετή, ἀπαντοῦσε μὲ τὸν αἰώνιο λόγο τῆς Ἁγίας Γραφῆς: «Πᾶς ὁ ἀγωνιζόμενος πάντα ἐγκρατεύεται, ἐκεῖνοι μὲν οὒν ἴνα φθαρτὸν στέφανον λάβωσιν, ἡμεῖς δὲ ἄφθαρτον». Καθένας, δηλαδή, ποὺ ἀγωνίζεται, ἐγκρατεύεται σὲ ὅλα, ἀκόμα καὶ στὴν τροφὴ καὶ στὸ ποτό. Καὶ ἐκεῖνοι μέν, οἱ ἀθλητὲς τοῦ κόσμου, ἀγωνίζονται καὶ ἐγκρατεύονται γιὰ νὰ πάρουν στεφάνι ποὺ φθείρεται. Ἐμεῖς ὅμως, οἱ ἀθλητὲς τοῦ Χριστοῦ, ἀγωνιζόμαστε γιὰ ἄφθαρτο στεφάνι.

Ὁ Γρηγόριος ὅμως δὲν ἀρκέσθηκε μόνο στὴ μοναχικὴ ζωή. Μετεῖχε ἀπὸ κοντὰ στοὺς σκληροὺς ἀγῶνες κατὰ τῶν εἰκονομάχων βασιλέων. Ἔκανε πολλὰ ταξίδια καὶ τελικὰ ἐγκαταστάθηκε στὴ Θεσσαλονίκη, στὴ Μονὴ τοῦ Ἁγίου Μηνᾶ.
Ἐπιδόθηκε σὲ συγγραφὲς καὶ πέθανε ἀπὸ βαριὰ ἀρρώστια στὴν Κωνσταντινούπολη τὸ 816 μ.Χ.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Λυχνία ὡς δίπυρσος, τῶν θεϊκῶν δωρεῶν, ἀκτῖσι τῆς χάριτος, φωταγωγοῦσιν ἡμᾶς, Πατέρες οἱ ἔνθεοι, Πρόκλος τοῦ Βυζαντίου, ὁ σοφὸς Ποιμενάρχης, Γρηγόριος ὁ θεόφρων, Δεκαπόλεως γόνος· διὸ μετὰ προθυμίας, τούτοις προσέλθωμεν.

 

Κοντάκιον. Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Ἡ δυὰς ἡ ἔνθεος, τῶν θεοφόρων Πατέρων, βιοτῆς ὀρθότητι, καὶ τῶν δογμάτων τῇ αἴγλῃ, φάναντες, δικαιοσύνης ἐν τῷ στεφάνῳ, ὤφθησαν, τῆς Ἐκκλησίας νυμφαγωγία, ὁ Γρηγόριος καὶ Πρόκλος, οὓς εὐφημοῦντες Χριστὸν δοξάσωμεν.

 

Μεγαλυνάριον.
Ρήτωρ Ἐκκλησίας θεοειδής, Πρόκλε ἀνεδείχθης, Ἱεράρχης ὡς εὐκλεής, σκεῦος ἀρετῶν δέ, Γρηγόριε ὡράθης· διὸ τὴν πολιτείαν ὑμῶν γεραίρομεν.

Ὁ Ἅγιος Πρόκλος Ἀρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως 

Ὑπῆρξε ἄξιος μαθητὴς τοῦ μεγάλου διδασκάλου τῆς Ἐκκλησίας μας, Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου. Ὁ Πατριάρχης Ἀττικὸς (406 – 425) τὸν ἔκανε διάκονο καὶ κατόπιν πρεσβύτερο. Ἐπειδὴ διακρινόταν γιὰ τὴν παιδεία, τὴν ἀρετὴ καὶ τὴν διδακτική του ἱκανότητα, ἀγαπήθηκε θερμὰ ἀπ’ ὅλους τοὺς θαυμαστὲς τοῦ ἀξέχαστου διδασκάλου του καὶ ὑποστηριζόταν ἀπ’ αὐτοὺς γιὰ τὸν Πατριαρχικὸ θρόνο τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Ἀλλὰ ἡ ἀντίδραση τοῦ διεφθαρμένου κατεστημένου, ναυάγιζε τὴν ὑποψηφιότητά του.

Ἀργότερα ὁ Πατριάρχης Σισίνιος, τὸ ἔτος 425, χειροτόνησε τὸν Πρόκλο ἐπίσκοπο Κυζίκου. Λόγω ὅμως τῶν ἀνωμαλιῶν τῆς ἐπαρχίας, τὴν ἐπισκοπὴ κατέλαβε κάποιος Δαλμάτιος. Ἀλλὰ ὁ Πρόκλος, χωρὶς νὰ στεναχωρηθεῖ, ἐξακολούθησε τὸ κήρυγμα τοῦ θείου λόγου στὴν Κωνσταντινούπολη.

Ὅταν πέθανε ὁ Πατριάρχης Μαξιμιανὸς (434) καὶ αὐτοκράτορας ἦταν ὁ Θεοδόσιος ὁ Β’, στὸν θρόνο ἀνέβηκε πανηγυρικὰ ὁ Πρόκλος. Καὶ μάλιστα πρὶν ἀκόμα θάψουν τὸν Μαξιμιανό. Ἡ πρώτη φροντίδα τοῦ Πρόκλου ἦταν, ἡ ἀνακομιδὴ τοῦ ἱεροῦ λειψάνου τοῦ Χρυσοστόμου ἀπὸ τὰ Κόμανα στὴν Κωνσταντινούπολη.

Ἐπίσης, ἐπὶ τοῦ Πατριάρχου αὐτοῦ καθιερώθηκε καὶ ὁ τρισάγιος ὕμνος στὶς ἐκκλησίες. Πατριάρχευσε δώδεκα χρόνια καὶ τρεῖς μῆνες.
Πέθανε τὸ 447.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Λυχνία ὡς δίπυρσος, τῶν θεϊκῶν δωρεῶν, ἀκτῖσι τῆς χάριτος, φωταγωγοῦσιν ἡμᾶς, Πατέρες οἱ ἔνθεοι, Πρόκλος τοῦ Βυζαντίου, ὁ σοφὸς Ποιμενάρχης, Γρηγόριος ὁ θεόφρων, Δεκαπόλεως γόνος· διὸ μετὰ προθυμίας, τούτοις προσέλθωμεν.

 

Κοντάκιον. Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Ἡ δυὰς ἡ ἔνθεος, τῶν θεοφόρων Πατέρων, βιοτῆς ὀρθότητι, καὶ τῶν δογμάτων τῇ αἴγλῃ, φάναντες, δικαιοσύνης ἐν τῷ στεφάνῳ, ὤφθησαν, τῆς Ἐκκλησίας νυμφαγωγία, ὁ Γρηγόριος καὶ Πρόκλος, οὓς εὐφημοῦντες Χριστὸν δοξάσωμεν.

 

Μεγαλυνάριον.
Ρήτωρ Ἐκκλησίας θεοειδής, Πρόκλε ἀνεδείχθης, Ἱεράρχης ὡς εὐκλεής, σκεῦος ἀρετῶν δέ, Γρηγόριε ὡράθης· διὸ τὴν πολιτείαν ὑμῶν γεραίρομεν.

Ὁ Ἅγιος Δάσιος ὁ Μάρτυρας

Ὁ Ἅγιος Δάσιος ἔζησε γύρω στὰ τέλη τοῦ 3ου μ.Χ. αἰ. καὶ ἔλαβε τὸ στέφανο τοῦ μαρτυρίου στὴν πόλη Δορύστολος ἡ ὁποία ἦταν χτισμένη κοντὰ στὸν Ἴστρο (Δούναβη) ποταμό.

Ὁ Δάσιος ἄνηκε στὶς στρατιωτικὲς τάξεις, τὸν διακατεῖχε δὲ μεγάλη πίστη πρὸς τὸν Χριστό. Γι’ αὐτὸν τὸν λόγο τὸν κατήγγειλαν στὸν διοικητή του. Αὐτὸς προσπάθησε νὰ τὸν δελεάσει μὲ ὑποσχέσεις καὶ ἀφοῦ εἶδε ὅτι δὲν τὸ κατάφερε τὸν ἀπείλησε μὲ βασανισμούς. Ὁ Ἅγιος ὅμως παρέμεινε πιστὸς στὸν Κύριο.
Ἔτσι ὁ διοικητής του, διέταξε τὸν βασανισμό του καὶ τέλος τὸν ἀποκεφαλισμό του.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Οἱ Ἅγιοι Νιρσᾶς καὶ Ἰωσήφ 

Σήμερα ἡ ἐκκλησία μας τιμᾶ καὶ τοὺς Ἁγίους Νιρσᾶ καὶ Ἰωσήφ. Ὁ Ἅγιος Νιρσᾶς ἤτανε ἐπίσκοπος καὶ ἡλικίας 80 ἐτῶν. Ὁ δὲ Ἅγιος Ἰωσὴφ ἦταν μαθητὴς τοῦ Νιρσᾶ καὶ ἐπίσης ἐπίσκοπος. Ἦταν δὲ κι αὐτὸς 89 ἐτῶν.

Ἦταν καὶ οἱ δυὸ ἡγέτες μικρῶν χριστιανικῶν ποιμνίων, καὶ ἄγρυπνοι πνευματικοί τους πατέρες. Δίδασκαν μὲ παραδείγματα, ὄχι μόνο τὴν κατὰ Χριστὸν ζωή, ἀλλὰ καὶ τὸ ὑπὲρ Χριστοῦ μαρτύριο.
Κατὰ τοὺς διωγμοὺς τῶν χριστιανῶν στὰ χρόνια του Σαπὼρ Β’ προστέθηκαν στὶς ἔνδοξες φάλαγγες τῶν μαρτύρων, καὶ τιμήθηκαν ἔτσι μὲ τὸ ἄφθαρτο στέφανο τοῦ μαρτυρίου.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Οἱ Ἅγιοι Ἰσαάκιος, Ἰωάννης, Σαβώριος, Ὠνάμ, Παππίας καὶ (ἄλλος) Ἰσαάκιος οἱ Μάρτυρες

Οἱ τρεῖς πρῶτοι μαρτύρησαν διὰ λιθοβολισμοῦ τὸ 343 μ.Χ., μαζὶ μὲ τὸν ἀσκητὴ Ὠνάμ, ἀπὸ τὸν βασιλιὰ τῶν Περσῶν.
Οἱ δὲ ἑπόμενοι δυὸ μὲ ἀποκεφαλισμό. Στὸν Παρισινὸ Κώδικα 1578 καὶ 1624 λέγονται ἐπίσκοποι.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ὅσιος Ἰωάννης 

Ἦταν ἀσκητὴς στὸ ὄρος τῆς Νιτρίας. Μὲ ὁσιότητα βίου ἀφοῦ ἔζησε, ἀπεβίωσε εἰρηνικά.
Τὰ περὶ τῆς ζωῆς του, ποὺ ἀναφέρονται στὸ Λαυσαϊκό, ἀνήκουν στὴ σφαίρα τῆς φαντασίας καὶ δὲν ἀνταποκρίνονται στὴν πραγματικότητα.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Οἱ Ἅγιοι Γεϊδαζὲτ (ἢ Γαϊσαδὲτ ἢ Βοηθαζάτ), Σασάνης (ἢ Σωσάννης), Νοηλμάρης καὶ Ζαρουαντίνης οἱ Μάρτυρες 

Οἱ μάρτυρες αὐτοί, ἐπειδὴ δὲν θυσίασαν στὸν Θεὸ Ἥλιο τῶν Περσῶν, θανατώθηκαν ὅλοι διὰ λογχισμού.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

 

Οἱ Ἁγίες Θέκλα, Βαουθά, Δενάχις (ἢ Δινάχ), Τεντούς, Μάμα, Μαλοχία, Ἄννα, Νάνα, Ἄστη καὶ Μαλάχ οἱ Παρθενομάρτυρες

Αὐτὲς ἦταν ἀσκήτριες χριστιανὲς γυναῖκες ἀπὸ τὴν Περσία. Διατάχθηκαν ἀπὸ τὸν βασιλιὰ τῶν Περσῶν νὰ προσκυνήσουν τὴν φωτιὰ καὶ ἐπειδὴ δὲν δέχτηκαν, τεμαχίστηκαν ὅλες μὲ τὰ ξίφη τῶν στρατιωτῶν.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Οἱ Ἅγιοι Εὐστάθιος, Θεσπέσιος καὶ Ἀνατόλιος οἱ Μάρτυρες

Ὑπῆρξαν στὰ χρόνια του βασιλιὰ Μαξιμιανοῦ τὸ ἔτος 300 μ.Χ. Αὐτοὶ ἦταν ἀδέλφια μεταξύ τους καὶ πατρίδα εἶχαν τὴ Γάγγρα τῆς Μ. Ἀσίας. Οἱ γονεῖς τους ἦταν εἰδωλολάτρες καὶ ὀνομάζονταν Φιλόθεος καὶ Εὐσεβία.

Ἀπὸ τοὺς τρεῖς, ὁ μὲν Εὐστάθιος ἀσχολεῖτο μὲ τὰ γράμματα, οἱ δὲ δυὸ ἄλλοι ἀδελφοὶ μὲ τὸ ἐπάγγελμα τοῦ πατέρα τους (πώληση φορεμάτων).

Στὴν χριστιανικὴ πίστη τοὺς ἔφερε ὁ πρεσβύτερος Ἀντιοχείας Λουκιανός, ἀφοῦ εἶχε συναντήσει τὸν Φιλόθεο καὶ τὸν Ἀνατόλιο σ’ ἕνα ταξίδι στὴν Ἀνατολή. Τοὺς κατήχησε καὶ ὅταν ἔφτασαν στὴ Νικομήδεια βαπτίστηκαν ἀπὸ τὸν ἐπίσκοπο Νικομήδειας Ἄνθιμο, ὁ ὁποῖος τὸν μὲν Φιλόθεο χειροτόνησε πρεσβύτερο, τὸ δὲ Εὐστάθιο διάκονο.
Μετὰ τὸν θάνατο τῶν γονέων τους, καταγγέλθηκαν στὸν Μαξιμιανὸ καὶ ἀφοῦ ὑπέστησαν φρικτὰ βασανιστήρια, τελικὰ ἀποκεφαλίστηκαν.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ἅγιος Θεόκτιστος ὁ Ὁμολογητής 

Ἔζησε τὸν 9ο αἰώνα μ.Χ. Ὑπέστη πολλὰ ἀπὸ τοὺς εἰκονομάχους γιὰ τοὺς ἀγῶνες τοῦ ὑπὲρ τῆς Ὀρθοδοξίας, ἀλλὰ ἐπὶ βασιλίσσης Θεοδώρας ἀναδείχτηκε Πατρίκιος καὶ τιμήθηκε μὲ πολλὲς ἄλλες διακρίσεις.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ἅγιος Σωζόμενος 

Μορφὴ μὲ παγκύπρια πνευματικὴ ἀκτινοβολία εἶναι ὁ Ἅγιος Σωζόμενος.

Τὴν ἀκτινοβολία του μαρτυροῦν τὰ πολλὰ θαύματά του ποὺ μὲ εὐλάβεια ἀναφέρονται ἀπὸ τὸν λαό μας, μὰ καὶ οἱ ἱεροὶ ναοὶ ποὺ εἶναι ἀφιερωμένοι στ’ ὄνομά του.

Μιὰ γρήγορη ματιὰ στὴν ζωή του, πολλὰ θὰ ἔχει νὰ πεῖ καὶ σ’ ἐμᾶς.

 

Ἕνας κώδικας ἀπὸ τὴν Ἁγία Τριάδα Ριζοκαρπάσου ἀναφέρει πὼς ὁ τρισμακάριος αὐτὸς πατὴρ καταγόταν ἀπὸ τὴν Καρπασία.

Ἀπὸ τὴν ἀκολουθία του μαθαίνουμε πὼς ἔζησε πρὶν ἀπὸ τὴ φράγκικη κατοχὴ τῆς Κύπρου μας.

Καὶ στὸ συναξάρι ποὺ ἔγραψε γι’ αὐτὸν κάποιος Ἀκάκιος μοναχὸς Φιλόθεος μοναχὸς ἀπὸ τὴν Καρπασία. Ἔζησε στὰ τέλη τοῦ 17ου καὶ τὶς ἀρχὲς τοῦ 18ου αἰώνα. Πέρασε τὸ πιὸ μεγάλο μέρος τῆς ζωῆς του στὴν ἐξορία (50 χρόνια). Τὸ χειρόγραφο ποὺ μᾶς ἀφῆκε ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἄλλη του ἀξία περιλαμβάνει καὶ τὶς ἀκολουθίες τῶν πέντε ἁγίων της Καρπασίας. Τῶν ἁγίων Φίλωνος, Συνεσίου, Θύρσου, Φωτεινῆς καὶ Σωζομένου. Διαβάζουμε πὼς ὁ Ἅγιος ἦταν «ἐπὶ τῆς Χριστιανοσύνης».

Μὲ τοῦτο πρέπει νὰ δεχθοῦμε πὼς ὁ Ὅσιος πατὴρ πρέπει νὰ ἔζησε γύρω στὰ 1100 μ.Χ., τότε ποὺ τὸ νησί μας ἦταν ἕνα τμῆμα καὶ μία ἐπαρχία τῆς μεγάλης μας Βυζαντινῆς Αὐτοκρατορίας.

 

Ἀπὸ τοὺς γονεῖς του ποὺ ἤσαν ἄνθρωποι θεοσεβεῖς ὁδηγήθηκε ἀπὸ μικρὸς στὴ μελέτη καὶ τὴν γνώση τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ. Καὶ ἀγάπησε τὰ θεία λόγια. Μὲ ὅλη τὴν καρδιά του τ’ ἀγάπησε. «Ὡς γλυκέα τῷ λαρύγγι μου τὰ λόγια σου, ὑπὲρ μέλι τῷ στόματί μου» ἔλεγε κάθε φορὰ μὲ ἐνθουσιασμό, ὅταν δακρυσμένος ἀπὸ συγκίνηση σήκωνε τὰ μάτια ἀπὸ τὰ ἱερὰ βιβλία.

 

Ἡ προσεκτικὴ μελέτη τῆς Γραφῆς καὶ τῶν διαφόρων θεολογικῶν συγγραμμάτων μὲ τὰ ὁποῖα καταγινόταν καθημερινά, τὸν βοήθησαν μὲ τὸν καιρὸ νὰ ἀποκτήσει μία σπάνια γιὰ τὴν ἐποχή του μόρφωση καὶ γνώση. Κάτι περισσότερο. Τὸν βοήθησαν νὰ ἐξελιχθεῖ σ’ ἕναν ἄνθρωπο τοῦ Θεοῦ καὶ ἕνα συνειδητὸ χριστιανό. Τὰ λόγια τοῦ μεγάλου Ἀπόστολου, τοῦ θείου Παύλου «μιμηταί μου γίνεσθε, καθὼς καγῶ Χριστοῦ» (Α’ Κορ. ια’ 1) δὲν τὰ γνώριζε ἁπλῶς καὶ δὲν τὰ ἀπήγγελλε μονάχα. Ἀγωνιζόταν κιόλας κάθε μέρα νὰ τὰ κάμει βίωμά του, ζωή του. Καὶ τὰ κατάφερε. Μὲ τοὺς συνεχεῖς πνευματικοὺς ἀγῶνές του κατώρθωσε νὰ προχωρήσει καὶ νὰ πλησιάσει καὶ νὰ ὁμοιάσει κατὰ τὸ μέτρο τοῦ δυνατοῦ, τὸ αἰώνιο πρότυπο, ποὺ πρέπει νὰ ἔχει κάθε ἄνθρωπος, τὸν Χριστό. Ναί! Μόρφωσε μέσα του τὸν Χριστό, ποὺ εἶναι ὁ μόνος τέλειος, μὰ καὶ ὁ μόνος ἀληθινὸς ἄνθρωπος. Καὶ νὰ πὼς τὸ πέτυχε!

 

Ἀπὸ τὰ πρῶτα χρόνια τῆς ἐφηβικῆς καὶ ὕστερα τῆς νεανικῆς του ἡλικίας ὁ ἐραστὴς τῆς πραγματικῆς χριστιανικῆς ζωῆς ἀγωνίστηκε ἰδιαίτερα, γιὰ νὰ κρατήσει τὴν καρδιά του ἁγνὴ καὶ καθαρή. Ὁ μακαρισμὸς τοῦ Κυρίου «Μακάριοι οἱ καθαροὶ τῇ καρδίᾳ ὅτι αὐτοὶ τὸν Θεὸν ὄψονται», πρόβαλλε πάντα μὲ φωτεινὰ γράμματα μπροστά του καὶ τὸν καλοῦσε νὰ τὸν κάμει σύνθημα ζωῆς.

 

 

Καὶ ὁ καλὸς νέος πρόσεξε τὴν πρόσκληση. Καὶ τὴν ἀγκάλιασε. Καὶ τὴν ἐφήρμοσε μὲ προσοχὴ στὸν βίο του καὶ νίκησε. Παρὰ τὴν ἠθικὴ βρωμιὰ ποὺ ὑπῆρχε γύρω του, καὶ ὑπάρχει σ’ ὅλες τὶς ἐποχὲς καὶ πολιορκεῖ μὲ ὅλα τὰ μέσα τὶς νεανικὲς καρδιὲς καὶ πρὸ παντὸς ἐκεῖνες ποὺ φλέγονται καὶ ἀγωνίζονται νὰ μείνουν μακριὰ ἀπ’ αὐτή, ὁ ἅγιος μὲ τὴν σύνεση, τὴν προσοχὴ καὶ τοὺς ἀγῶνές του μπόρεσε νὰ ξεπεράσει τοὺς ποικίλους πειρασμοὺς τῆς ἡλικίας του. Τοὺς ξεπέρασε καὶ κράτησε τὸ μυαλό του καθαρὸ ἀπὸ σκέψεις καὶ θύμησες καὶ ἐντυπώσεις ἀκάθαρτες καὶ πονηρές. Ἀκόμη κράτησε καὶ τὴν καρδιά του ἐλεύθερη ἀπὸ αἰσθήματα καὶ πάθη παράνομα καὶ ἁμαρτωλά. Καὶ τὴν θέλησή του ἀνεπηρέαστη ἀπὸ κάθε ἐπιθυμία καὶ πόθο, μὰ καὶ συγκατάθεση ἀντίθετη πρὸς τὸν νόμο τοῦ Θεοῦ.

 

Γνώριζε ὁ ταπεινὸς θιασώτης τῆς ἀρετῆς, πὼς δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι γνήσιος ὀπαδὸς τῆς θρησκείας τοῦ Ἐσταυρωμένου Ἰησοῦ τῆς «καθαρῆς καὶ ἀμιάντου θρησκείας» τῆς «ἁγίας καὶ ἀμώμου» τῆς «μὴ ἐχούσης σπίλον ἢ ρυτίδα ἢ τί τῶν τοιούτων», ἐκεῖνος, ποὺ δὲν ἔχει τὴν καρδιά του καθαρὴ ἀπὸ κάθε ἀνηθικότητα καὶ βρωμιὰ καὶ τὰ φρονήματά του ἄδολα, ἀνόθευτα καὶ ἁγνά. Τὰ γνώριζε ὁ νεαρὸς Σωζόμενος ὅλα αὐτά. Καὶ γιὰ τοῦτο πάλαιψε μὲ ὅλες του τὶς δυνάμεις νὰ μείνει ξένος ἀπὸ ὅτι λερώνει καὶ καταστρέφει τὴν ψυχή. Καὶ ἀκόμη νὰ φυλάξει πιστὰ τὴν θεία ἐντολή: «ἅγιοι γίνεσθε, ὅτι ἐγὼ ἅγιος εἰμί». Ναὶ τὴν φύλαξε! Πιστὰ τὴν φύλαξε!

 

Ἐκτὸς ἀπ’ τὴν προσεκτικὴ ἀγρυπνία τῆς ψυχῆς, ἡ προσευχὴ καὶ ἡ νηστεία ἦταν οἱ δυὸ βακτηρίες ποὺ κρατοῦσε γιὰ τὴν ἐπίτευξη τοῦ ἁγίου σκοποῦ του.

 

Ἡ νηστεία γιὰ νὰ τοῦ καταστέλλει τὶς ὁρμές. Καὶ ἡ προσευχὴ γιὰ νὰ τὸν βοηθᾶ ν’ ἁπλώνει τὶς φτεροῦγες τῆς διάνοιάς του καὶ νὰ ὑψώνεται κάθε στιγμὴ καὶ ὤρα γιὰ νὰ καταθέτει πρὸ τοῦ θρόνου τοῦ Μεγάλου Πατέρα σκέψεις καὶ αἰσθήματα.

 

Γιὰ νὰ εἶναι ἀπερίσπαστος στὸν εὐγενικό του ἀγώνα ποὺ χάραξε μονάχος του, προτοῦ ἀνδρωθεῖ, πῆρε τὴν ἀπόφαση νὰ φύγει καὶ ἀπὸ τὸ σπίτι του καὶ νὰ τραβήξει στὴν ἐρημιά. Ἐκεῖ ἐλεύθερος ἀπὸ κάθε γήϊνη φροντίδα ἕνα μόνο θὰ σκεφτόταν καὶ γιὰ ἕνα μόνο θὰ φρόντιζε: Πὼς νὰ ἀρέσει στὸν Θεό.

 

Κάποια μέρα, ὕστερα ἀπὸ ὁλονύκτια προσευχὴ σηκώθηκε καὶ ξεκίνησε. Ἀφῆκε ὅ,τι πολύτιμο καὶ ἀγαπητὸ εἶχε στὸν κόσμο τοῦτο καὶ πῆρε τὸν δρόμο τῆς ἐρημικῆς ζωῆς. Περπάτησε πολύ. Κάποτε ἔφτασε σὲ μία σπηλιά. Βρισκόταν στὴν πρόσοψη ἐνὸς κρημνοῦ, ποὺ ἦταν βραχώδης καὶ ὑψηλός. Ἐκεῖ σταμάτησε. Μπῆκε μέσα, ἔκαμε τὸν σταυρό του καὶ μὲ φωνὴ ποὺ ἔτρεμε ἀπὸ συγκίνηση καὶ φόβο ἄρχισε νὰ σιγοψάλλει:

 

«Ἡ καρδία μου πρὸς Σέ, Λόγε, ὑψωθήτω, καὶ οὐδὲν θέλξει με, τῶν τοῦ κόσμου τερπνῶν, πρὸς χαμαιζηλίαν». (Τρίτο ἀντίφωνο τοῦ Δ’ ἤχου).

 

 

Δηλαδή, σὲ Σένα Χριστέ μου, σὲ Σένα, Λόγε, τοῦ Θεοῦ, ἂς ὑψωθεῖ ἡ καρδιά μου. Καὶ τότε τίποτα, Κύριε, ἀπὸ ὅλα ἐκεῖνα τὰ μάταια καὶ φθαρτά του κόσμου τούτου δὲν θὰ μπορεῖ νὰ τὴν τραβήξει μακριά σου, οὔτε καὶ νὰ τὴν ἀποσπάσει ἀπὸ τὴν θεωρία σου.

 

Καὶ στ’ ἀλήθεια! Ἡ καρδιὰ ποὺ ὑψώθηκε μία φορὰ πραγματικὰ στὸν οὐρανό, ὅπου βρίσκονται τὰ αἰώνια ἀγαθὰ καὶ ὅπου βασιλεύει ἡ εὐδαιμονία καὶ ἡ μακαριότητα τοῦ ἀνέκφραστου κάλλους τοῦ προσώπου τοῦ Κυρίου, ὅπως τὸν θεῖο Ἀπόστολο Παῦλο, θ’ ἀναφωνεῖ καὶ αὐτή: «Ἡγοῦμαι πάντα ζημίαν εἶναι διὰ τὸ ὑπερέχον τῆς γνώσεως Χριστοῦ Ἰησοῦ τοῦ Κυρίου μου, δι’ ὃν τὰ πάντα ἐζημιώθην, καὶ ἡγοῦμαι σκύβαλα εἶναι ἵνα Χριστὸν κερδήσω» (Φιλιπ. γ’ 8). Δηλαδὴ ὅσα εἶναι ξένα πρὸς τὸν Χριστὸ τὰ θεωρῶ ζημία μου ἐν συγκρίσει πρὸς τὴν ὑπεροχὴ καὶ τὸ μεγαλεῖο τῆς γνώσεως τοῦ Ἰησοῦ μου γιὰ χάρη τοῦ Ὁποίου μὲ τὸ κέφι μου ἀπέρριψα καὶ περιφρόνησα τὰ πάντα. Καὶ τὰ θεωρῶ ὅλα σκύβαλα καὶ ἀνάξια λόγου, γιὰ νὰ κερδίσω τὸν Χριστό. Ἀνάξια λόγου καὶ ζημία του καὶ σκύβαλα θεώρησε καὶ Σωζόμενος τὰ ἀγαθὰ τοῦ κόσμου τούτου. Τὰ ἀγαθὰ ποὺ ἀπομακρύνουν τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ τὸ ἅγιο θέλημά του, προκειμένου νὰ ἀρέσει στὸν Χριστὸ καὶ νὰ μείνει πιστὸς ἀκόλουθός του.

 

Μέσα στὴν σπηλιὰ ποὺ διάλεξε γιὰ κατοικία καὶ ἀσκητήριό του ὁ Ὅσιος πατὴρ σπεύδει νὰ κάμει ἔργο του τὸν σκοπὸ ποὺ ἔταξε στὴν ζωή του. Καὶ ἀγωνίζεται. Σκληρὰ ἀγωνίζεται κάθε μέρα πὼς νὰ κατανικήσει τὴν σάρκα του καὶ πὼς νὰ ἀποκτήσει τὴν ἀρετή. Ἡ ζωή του εἶναι ἕνας συνεχὴς ἀγώνας. Ἀγώνας γιὰ τὴν ὑπερνίκηση τοῦ ἐαυτοῦ του. Σὰν καλὸς γεωργὸς γνωρίζει ὁ σεβάσμιος πατήρ, πὼς γιὰ νὰ ἐπιτύχει μία σπορὰ καὶ μία καλλιέργεια πρέπει πρῶτα νὰ ἑτοιμασθεῖ ὁ χῶρος, τὸ ἔδαφος. Μὲ τὴ νηστεία καὶ τὴ σκληραγωγία ἑτοιμάζει τὸ χωράφι τῆς ψυχῆς του. Γκρεμίζει σιγὰ καὶ προσεκτικὰ ἕνα – ἕνα τὰ ὀχυρὰ τοῦ ἐχθροῦ ποὺ λέγονται σοφίσματα καὶ πονηροὶ λογισμοὶ καὶ ὑψηλοφροσύνη καὶ τὰ ὁποία ἐμποδίζουν τὸν ἄνθρωπο νὰ γνωρίσει τὸν Θεό. Ξεριζώνει μὲ σύστημα τὰ ἀγκάθια τῶν παθῶν καὶ ρίχνει μὲ ὑπομονὴ τοὺς σπόρους τῆς ὑποταγῆς σὲ ὅλα, στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Καὶ πετυχαίνει στὸν ἀγώνα του. Καὶ νικᾶ. Καὶ γίνεται κατοικητήριο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, σύμφωνα μὲ τὸν λόγιο τῆς Γραφῆς ποὺ διακηρύττει: «Ἐπὶ τίνα ἐπιβλέψω, ἀλλὰ ἡ ἐπὶ τὸν ταπεινὸν καὶ ἠσύχιον καὶ τρέμοντα τοὺς λόγους μου;» (Ἠσαΐου ξστ’ 2). Δηλαδὴ πάνω σὲ ποιὸν θὰ ρίψω ἐγὼ στοργικὸ καὶ προστατευτικὸ τὸ βλέμμα μου, παρὰ μονάχα στὸν ἄνθρωπο τὸν ταπεινὸ καὶ εἰρηνικὸ καὶ ἥσυχο, ποῦ τρέμει μὲ σεβασμὸ τὰ λόγια μου καὶ ἀγωνίζεται νὰ τὰ ἐφαρμόσει στὴ ζωή του;

 

«Οἰκητήριον τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, καὶ στύλος ὁλόφωτος, λόγου καὶ γνώσεως ἔμπλεως, ἀρεταίς τε κατάκοσμος καὶ τῶν Κυπρίων ἰατρὸς τῶν ἐν νόσοις...» νὰ τί εὐτύχησε νὰ ἐπιτύχει καὶ νὰ γίνει ὁ ἀοίδιμος ἀσκητὴς μὲ τὴν καθαρότητα τῆς ψυχῆς του καὶ τοὺς συνεχεῖς πνευματικοὺς ἀγῶνες του.

 

Καὶ τὸ ἀνορθωτικὸ καὶ σωστικὸ ἔργο του δὲν περιώρισε ὁ ἱερὸς πατὴρ μόνο στὸν ἑαυτό του. Τὸ ἐπεξέτεινε καὶ στοὺς γύρω του καὶ σὲ ὅσους ἄλλους ἡ φήμη τῆς ἀρετῆς του ἔφερνε μέχρι τὴν σπηλιά του. Καὶ ἦταν πολλοὶ αὐτοί. Ἄλλοι ἀπὸ περιέργεια καὶ ἄλλοι ἀπὸ ἀνάγκη καὶ πόθο κάτι νὰ πάρουν καὶ κάτι ν’ ἀκούσουν, ξεκινοῦσαν ἀπὸ διάφορα μέρη καὶ ἔρχονταν στὸν εὐλαβῆ ἀσκητή.

 

Καὶ αὐτὸς σὰν ἄλλος Βαπτιστὴς ἅρπαξε τὶς εὐκαιρίες γιὰ νὰ διδάξει, νὰ παρακαλέσει, νὰ ἐπιτιμήσει. Τὸ κήρυγμά του ἄρχιζε πάντα μὲ τὶς λέξεις:

 

«Μετανοήσατε καὶ ἀγαπήσατε τὸν Θεόν. Ἀδελφοί μου! Μετανοιώσετε καὶ ἀφῆστε τὴν ἁμαρτία. Ἀφῆστέ την, ποὺ εἶναι κατάρα. Εἶναι θάνατος. Εἶναι νέκρωση. Ἀφῆστε τὴν ἁμαρτία καὶ ἀγαπῆστε τὸν Θεό. Ἐκεῖνος ποὺ ἀγαπᾶ τὸν Θεό, ζεῖ μὲ ἀναπαυμένο τὸν νοῦ του. Ἡ ἀγάπη, ὅταν θρονιαστεῖ στὸν ἄνθρωπο, εἶναι ἱκανὴ νὰ τοῦ θρέψει τὴν ψυχή· αὐτὴ εἶναι τὸ κρασὶ ποὺ εὐφραίνει τὴν καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου. Αὐτὴ τοῦ ξεκουράζει τὴν ψυχή. Τοῦ γαληνεύει τὸ μυαλό. Τὸν κάνει ἀληθινὸ παιδὶ τοῦ Θεοῦ. Ἡ ἀγάπη εἶναι τὸ κλειδὶ ποὺ θὰ μᾶς ἀνοίξει μία μέρα καὶ τὸν Παράδεισο».

 

Τὰ λόγια τοῦ Ἁγίου συνοδεύονταν πάντα μὲ τὸ δικό του φωτεινὸ παράδειγμα. Σὲ κανένα δὲν ἀρνιόταν τὴν ἀγάπη καὶ τὴν βοήθειά του. Τὸ κατάλυμά του ἦταν γιὰ ὅλους ἀνοικτό. Καὶ τὸ θεραπευτικὸ χάρισμα μὲ τὸ ὁποῖο τὸν χαρίτωσε ὁ Θεός, τὸ πρόσφερε πρόθυμα σὲ ὅσους μὲ πίστη καὶ μετάνοια εἰλικρινὴ κατάφευγαν στὴ χάρη του καὶ τοῦ τὸ ζητοῦσαν.

 

Μπροστὰ στὴ σπηλιὰ ποὺ ἔμενε, κατέφθαναν συχνὰ ἀπὸ παντοῦ μορφὲς πονεμένες καὶ χλωμὲς ἀπ’ τὴν ἀρρώστια καὶ τὸν πόνο. Μητέρες μὲ τὰ πυρέσσοντα παιδιὰ στὴν ἀγκαλιά τους. Ἄνδρες καὶ γυναῖκες μὲ ζωντανὰ τὰ σημάδια τῆς πίκρας στὰ πρόσωπά τους. Νέοι καὶ νέες μὲ τὰ κορμιὰ μαραμένα ἀπ’ τῆς ἀσθένειας τὰ βαριὰ πλήγματα. Μὲ τὰ μάτια φλογερὰ ἀπ’ τὸν πόθο τῆς ὑγείας σταματοῦσαν ἐκεῖ στῆς σπηλιᾶς τὸ ἄνοιγμα καὶ μὲ φωνὴ ραγισμένη φώναζαν καὶ ἔλεγαν:

 

«Ἅγιε Σωζόμενε, μᾶς τσάκισε ἡ ἀρρώστια. Λυπήσου μας καὶ δῶσε μας τὴν βοήθειά σου. Γιάτρεψέ μας».

 

Μὲ τὴν καλοκάγαθη μορφὴ ἔβγαινε ὁ σεβαστὸς ἀσκητὴς ἀπ’ τὴν σπηλιὰ καὶ μὲ πατρικὴ καλωσύνη ἔστεκε μπροστὰ στὸν ἀνθρώπινο πόνο καὶ ἔλεγε:

 

– Ὁ ἅγιος Θεός, παιδιά μου, μπορεῖ μόνο νὰ σᾶς θεραπεύσει. Ναί! Μόνο ὁ ἅγιος Θεός. Ἀρκεῖ νὰ πιστεύετε σ’ Αὐτὸν μὲ τὴν καρδιά σας. Καὶ ἀρκεῖ τὸ θέλημά Του νὰ τὸ ἔχετε πάντα ὁδηγὸ στὴν ζωή σας. Εἶναι σπλαγχνικὸς Πατέρας ὁ Κύριος. Εἶναι Πατέρας «οἰκτίρμων καὶ ἐλεήμων μακρόθυμος καὶ πολυέλεος». Εἶναι πατέρας ὅλων μας. Καὶ σὰν πατέρας ἕνα μόνο θέλει γιὰ τὸν καθένα μας. Τὴν σωτηρία μας. Ναί! Τὴν σωτηρία μας ζητᾶ ὁ Θεός. Καὶ τὴν σωτηρία τὴν προσφέρει σὲ ὅλους. Φτάνει μονάχα νὰ ἀπαρνηθοῦμε τὴν ἁμαρτία καὶ νὰ μετανοήσουμε. Εἶσθε ἕτοιμοι καὶ ἐσεῖς νὰ κάμετε τὸ σωστικὸ τοῦτο πήδημα; Εἶσθε ἕτοιμοι νὰ ἀπαρνηθῆτε τὴν ἁμαρτία καὶ μὲ συντριβὴ ψυχῆς νὰ ζητήσετε συγχώρηση γιὰ κάθε κακὸ ποὺ ἐκάμετε ὡς σήμερα; Εἶσθε πρόθυμοι ἀκόμη νὰ ἀλλάξετε ζωή; Νὰ συγχωρήσετε μὲ τὸ κέφι σας ὅλους ἐκείνους ποὺ σᾶς ἔβλαψαν, σᾶς ἀδίκησαν, σᾶς ἔκαμαν κακὸ καὶ νὰ γίνετε ἄνθρωποι καινούργιοι ἄνθρωποι καλωσύνης καὶ ἀγάπης;

 

– Εἴμεθα, ἅγιε πάτερ. Εἴμεθα...

 

 

Αὐτὴ κατὰ κανόνα ἦταν ἡ συνηθισμένη ἀπάντηση, ποὺ οἱ ἐπισκέπτες ἔδιναν στὰ ἁπλὰ ἐρωτήματα τοῦ γέροντα ἀσκητή. Καὶ αὐτὸς σὰν τὴν ἄκουε καὶ σὰν βεβαιωνόταν, πὼς οἱ καρδιὲς εἶχαν κατανυγεῖ, ἀποσυρόταν στὴ γωνιὰ τῆς σπηλιᾶς του καὶ μὲ δάκρυα κατανύξεως ζητοῦσε τὸ ἔλεος τοῦ μεγάλου Θεοῦ γιὰ τοὺς πάσχοντες ξένους του.

 

Τὸ θαῦμα δὲν ἀργοῦσε νὰ γίνει. Ὁ πόνος σιγά – σιγὰ χανόταν ἀπ’ τὸ πονεμένο μέρος. Ἡ δύναμη ξαναγύριζε στὸ ἀρρωστημένο κορμί. Τὰ μάτια φωτίζονταν ἀπὸ τὴν πίστη καὶ τὴν πεποίθηση τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ. Τὰ πρόσωπα ξανάβρισκαν τὸ χρῶμα τῆς ὑγείας. Οἱ καρδιὲς φούσκωναν ἀπὸ τὴν χαρά. Καὶ οἱ ἄρρωστοι, θεραπευμένοι πιὰ ξεσποῦσαν σὲ μιὰ ὁλόψυχη δοξολογία τοῦ ὀνόματος τοῦ Θεοῦ καὶ σ’ ἕνα βαθὺ ἐγκάρδιο εὐχαριστῶ στὸν Ἅγιο, ποὺ μὲ τὴν δύναμη τῆς προσευχῆς του, τοὺς εἶχε κάμει καλά. Καὶ αὐτὸς μὲ ταπείνωση ἀληθινή, προτοῦ τοὺς κατευοδώσει γιὰ τὰ χωριά τους μὲ πατρικὴ στοργὴ καὶ ἀγάπη τοὺς καλοῦσε κοντά του καὶ τοὺς ἐπαναλάμβανε;

 

— Παιδιά μου! Ὁ ἅγιος Θεὸς σᾶς χάρισε τὴν ὑγεία σας. Μὴ λησμονεῖτε τὴν ὑπόσχεση ποὺ τοῦ δώκατε. Ἀποφεύγετε στὸ ἑξῆς τὴν ἁμαρτία. Μένετε πιστοὶ στὸ θέλημά του. Καὶ ἡ εὐτυχία καὶ ἡ χαρὰ ποὺ ζητᾶτε, καὶ ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ποθοῦμε, θὰ γίνει πιὰ κτῆμα σας. Καὶ θὰ ὁλοκληρωθεῖ κάποια μέρα στὸν οὐρανό, στὴν μακαρία ζωὴ ποὺ ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ἑτοίμασε γιὰ ὅλους μας.

 

Μὲ ἕνα τέτοιο τρόπο ὁ Ὅσιος περνοῦσε τὶς ἡμέρες του, μέχρι τὴν στιγμὴ ποὺ ἡ ἁγία ψυχή του, κάποιο δειλινὸ ἀφῆκε τὸ κουρασμένο κορμὶ γιὰ νὰ ἑνωθεῖ μὲ τὸν Χριστό του καὶ Κύριό μας.

 

Τὸ ἅγιο σκήνωμά του μὲ εὐλάβεια τὸ πήρανε οἱ χριστιανοὶ καὶ τὸ ἔθαψαν στὸ βάθος τῆς σπηλιᾶς βρέχοντάς το μὲ τὰ δάκρυα τῆς στοργῆς τους. Ὁ τάφος του ἔγινε «ἰατρεῖον νοσημάτων». Σ’ αὐτὸν καταφεύγουν καὶ σήμερα ἄρρωστοι ἀπὸ διάφορα μέρη γιὰ νὰ λάβουν τὴν θεραπεία τους.

 

Τὰ θαύματα τοῦ Ἁγίου Σωζομένου ποὺ μὲ τὴν βοήθεια τοῦ Θεοῦ ἔκαμε καὶ κάμνει σ’ ἐκείνους ποὺ μὲ πίστη ἀληθινὴ καταφεύγουν στὴν χάρη του, μὲ βαθὺ σεβασμὸ κυκλοφοροῦν ἀνάμεσα στὸν εὐσεβὴ λαό μας. Καὶ εἶναι τὰ θαύματα αὐτὰ ποὺ ἐξασφάλισαν στὸν Ὅσιο ἀσκητὴ τὸν τιμητικὸ τίτλο τοῦ θαυματουργοῦ. Μὰ καὶ αὐτὰ πάλι ποὺ ὁδήγησαν εὐλαβικὰ χέρια νὰ παραστήσουν στοὺς τοίχους τοῦ ἀσκητηρίου του τὶς ὄμορφες εἰκόνες ποὺ τὸ στολίζουν καὶ ποὺ κατανύγουν τὴν καρδιά. Δυστυχῶς οἱ πιὸ πολλὲς ἀπ’ αὐτὲς ἔχουν σχεδὸν καταστραφεῖ, εἴτε ἀπ’ τὴν ὑγρασία, εἴτε ἀπὸ ἱερόσυλους ποὺ ξεκόλλησαν τὸ κονίαμα πάνω στὸ ὁποῖον ἤσαν ζωγραφισμένες. Μερικὲς ἀπ’ αὐτὲς τὶς εἰκόνες τοιχογραφίες εἶναι καὶ αὐτές: «Ὁ Ἅγιος Σωζόμενος ἰατρεύει τοὺς νοσοῦντας». «Ὁ Ἅγιος Σωζόμενος θεραπεύει τοὺς πυρέσσοντας». «Ὁ Ἅγιος Σωζόμενος ἀνορθοὶ τὸν ἐπὶ γῆς συγκύπτοντα» κ.ἄ.

 
Ἡ μνήμη τοῦ Ἁγίου γιορτάζεται σὲ πολλὰ μέρη τοῦ νησιοῦ μας στὶς 20 Νοεμβρίου καὶ σ’ ἄλλα στὴν 21 μαζὶ μὲ τὴν ἑορτὴ τῶν Εἰσοδίων. Τὴν ἡμέρα αὐτὴ χιλιάδες προσκυνητὲς ἀπὸ διάφορα μέρη συγκεντρώνονται στὴν σπηλιὰ ὅπου ἀσκήτευσε. Στὸν Ἅγιο Σωζόμενο Ποταμιᾶς ἢ στὸ Ριζοκάρπασο (20 Νοεμβρίου) μὰ καὶ στοὺς ναοὺς ποὺ εἶναι ἀφιερωμένοι στ’ ὄνομά του, γιὰ νὰ τὸν τιμήσουν καὶ νὰ δοξάσουν τὸν Παντοδύναμο Θεὸ γιὰ τοὺς ἁγίους Του. Ἔτσι τὰ θαύματα τοῦ Ὁσίου συνεχίζονται.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’.
Τοῖς πίστει προστρέχουσι, Σωζόμενε τρισόλβιε, τῇ σορῷ τῶν λειψάνων σου, καὶ προσκυνοῦσι πιστῶς, τοῦ εἴδους ἐμφέρειαν, ἄφεσιν τῶν πταισμάτων, καὶ σωμάτων τὴν ῥώσιν, δώρησαι, θεοφόρε, καὶ παντοίων κινδύνων, καὶ παθῶν ἀρρώστιας πάντας ἐκλύτρωσαι.



Μεγαλυνάριον.
Χαίροις ὁ τῶν νοσούντων ταχεία παράκληση· Χαίροις τῶν εὐδρομούντων ταχεία ἀντίληψις· Χαίροις λαμπτὴρ τῆς Κύπριας ἁπάσης· Χαίροις φωστὴρ μοναστῶν ποδηγέτα· Χαίροις, πάτερ Σωζόμενε.

Ὁ Ἅγιος Βάσσος ὁ Μάρτυρας καὶ οἱ σὺν αὐτῷ 42 Μάρτυρες στὴν Ἡράκλειά της Θράκης 

Μαρτύρησαν στὴν Ἡρακλειὰ τῆς Θράκης. Δὲν ἔχουμε περισσότερες λεπτομέρειες γιὰ τὸν βίο τῶν Μαρτύρων.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ἀκολουθίες Εσπερινου Σαββάτου και Ὄρθρου Κυριακής, τροπάρια, ἀναγνώσματα Θείας Λειτουργίας, εδώ

Τυπικό εδώ

Κανόνιο εδώ

Oμιλία Μεγάλου Βασιλείου εις το ρητόν του κατά Λουκάν Ευαγγελίου « καθελώ μου τας αποθήκας και μείζονας οικοδομήσω» και περί πλεονεξίας.

Κυριακή τοῦ Λουκά  Θ΄ (ΚΣΤ΄) Λουκ. ιβ΄ 16-21

 
1.Τὰ εἴδη τῶν πειρασμῶν εἶναι δύο. Εἴτε οἱ θλίψεις περνοῦν ἀπὸ βάσανο τὶς ψυχὲς, σὰν τὸ χρυσὸ στὸ χωνευτήρι, δοκιμάζοντας τὴν ἀξία τους μὲ τὴν ὑπομονή.  Εἴτε πολλὲς φορὲς οἱ ἴδιες οἱ καλοτυχίες τῆς ζωῆς γίνονται πειρασμοὶ στοὺς πολλούς.  Γιατὶ εἶναι ὅμοια δύσκολο μέσα στὶς ἀντιξοότητες νὰ κρατήση κανένας ὄρθια τὴν ψυχή του, ὅπως καὶ μέσα στὴν εὐτυχία νὰ μὴ φτάση στὴν ἔπαρση καὶ τὴν ὕβρη.  Παράδειγμα τοῦ πρώτου εἴδους τῶν πειρασμῶν εἶναι ὁ μεγάλος Ἰώβ, ὁ ἀξεπέραστος ἀθηλητής. Ἀφοῦ ἐκράτησε ὅλη τή δύναμη τοῦ διαβόλου, σὰν τὴν ὁρμὴ τοῦ χειρμάρρου, μ’ ἀκλόνητη καρδιὰ καὶ φρόνημα ἀμετάτρεπτο, τόσο ἰσχυρότερος ἀπὸ τοὺς πειρασμοὺς παρουσιάστηκε, ὅσο μεγάλα τοῦ φαινόταν καὶ ἀνυπέρβλητα πὼς τοῦ εἶχαν προβληθῆ παλαίσματα ἀπὸ τὸν ἐχθρό. Παράδειγματα πάλι καλοτυχιῶν, ποὺ ἔγιναν πειρασμοὶ, εἶναι κι ἄλλα μερικὰ κι ὁ πλούσιος τοῦ σημερινοῦ ἀναγνώσματος.  Αὐτὸς πολλὰ πλούτη εἶχε  κι ἄλλα περίμενε.  Κι ὁ φιλάνθρω­πος Θεὸς δὲν τὸν καταδίκασε ἀπὸ τὴν ἀρχὴ γιὰ τὸν ἀχάριστο τρόπο του ἀλλὰ πρόσθετε πλούτη καινούργια στὰ πλούτη ποὺ εἶχε, μήπως δημιουργῶντας κόρο στὴν ἐπιθυμία του κινήση τὴν ψυχὴ του πρὸς τὴν κοινωνικότητα καὶ τὴν ἡμεράδα. Γιατί λέει· Κάποιου ἀνθρώπου τὰ χωράφια κάρπισαν κι ἀναρρωτοῦσε τὸν ἑαυτὸ του, τί νὰ κάνω; Θὰ κατεδαφίσω τὶς ἀποθῆκες μου καὶ θὰ χτίσω μεγαλύτερες.  Γιατὶ λοιπὸν κάρπισαν τὰ χωράφια ἑνὸς ἀνθρώπου ποὺ δὲν ἦταν ἀπὸ τὸ κάρπισμα νὰ κάμη κανένα καλό; Γιὰ νὰ φανῆ καλύτερα ἡ μακροθυμία τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ καλωσύνη του, ποὺ φτάνει σ’ αὐτὸ τὸ σημεῖο.  Ρίχνει τὴ βροχὴ του σὲ δίκαιους καὶ ἄδικους καὶ βγάζει τὸν ἥλιο του γιὰ τοὺς πονηροὺς καὶ τοὺς ἀγαθούς.  Ἡ τέτοια ὅμως ἀγαθότητα τοῦ Θεοῦ μαζεύει μεγαλύτερη τιμωρία γιὰ τοὺς πονηρούς. Ἔφερε τὶς βροχὲς πάνω στὴ γῆ ποὺ καλλιεργοῦσαν τ’ ἀχόρταγα χέρια·  ἔδωσε τὸν ἥλιο νὰ θερμάνη τοὺς σπόρους καὶ νὰ πολλαπλασιάση τοὺς καρποὺς μὲ τὴν εὐφορία.  Τέτοια τὰ δῶρα τοῦ Θεοῦ·  καταλληλότητα τῆς γῆς,  εὐνοϊκὲς καιρικὲς συνθῆκες, ἀφθονία τοῦ σπόρου, ἐργασία τῶν ζώων, ὅλα τὰ ἄλλα ποὺ χρειάζεται ἡ γεωργία γιὰ νὰ ἐπιτύχη.  Καὶ ποιά εἶναι ἡ συνεισφορὰ τοῦ ἀνθρώπου; Ὁ σκληρὸς τρόπος, ἡ μισανθρω­πία, ἡ δυσκολία στὴ μετάδοση.  Αὐτὰ ἦταν ἡ ἀντιπροσφορά του στὸν εὐεργέτη.  Δὲ θυμήθηκε τὴν κοινὴ φύση. Δὲν ἐνόμισε ὅτι ἔπρεπε νὰ μοιράσει τὸ παραπάνω στοὺς φτωχούς. Δὲν ὑπολόγισε καθόλου τὴν ἐντολή·  Μὴν σταματήσης νὰ εὐεργετῆς τὸ φτωχό.  Καὶ ἡ ἐλεημοσύνη καὶ ἡ ἀλήθεια ἄς μὴ σὲ ἐγκαταλείψουν·  Καὶ μοίραζε τὸ ψωμί σου στὸν πεινασμένο. Ὅλοι οἱ προφῆτες κι ὅλοι οἱ διδάσκαλοι τοῦ ἐφώναζαν ἀλλὰ δὲν τοὺς ἄκουγε. Κι ἔτσι οἱ ἀποθῆκες ἔσπαζαν ἀσφυκτικὰ γεμᾶτες ἀπὸ τὸ πλῆθος τῶν ἀγαθῶν, ἐνῷ ἡ φιλάργυρη ψυχή του δὲν ἐχόρταινε.  Γιατὶ προσθέτοντας πάντα στὰ παλιὰ τὰ καινούργια κι αὐξάνοντας τὸν πλοῦτο του μὲ τὴν καθεχρονιάτικη προσθήκη, ἔφτασε στὸ ἀδιέξοφο αὐτό·  δὲν ἤθελε ἀπὸ πλεονεξία νὰ παραχωρήση τὰ παλιὰ καὶ νὰ δεχθῆ τὰ καινούργια δὲν μποροῦσε ἀπὸ τὸ πλῆθος τους.  Γι’  αὐτὸ κι οἱ σκέψεις του δὲν ἔφταναν σὲ τέλος, καὶ οἱ φροντίδες του δὲν εὕρισκαν λύση.  Τί νά κάμω;  Ποιός δὲ θὰ συμπονοῦσε αὐτὸν ποὺ βρισκόταν σὲ τέτοια πολιορκία; Δυστυ­χισμένος γιὰ τὴν εὐφορία, ἀξιολύπητος γιὰ τὰ    παρό­ντα ἀγαθά, ἀκόμα περισσότερο γιὰ ὅσα περίμενε.  Τοῦ δίνει τάχα εισοδήματα ἡ γῆ;  Τοῦ γεννᾶ στεναγμούς. Τοῦ χαρίζει καρποφορία; Φροντίδες μᾶλλον καὶ λύπη καὶ ἀμηχανία φοβερή. Ὅμοια μὲ τοὺς φτωχοὺς θρηνεῖ. Τὸ ἴδιο παράπονο δὲν ἔχει κι αὐτὸς ποὺ βασανίζεται ἀπὸ τὴ φτώχεια; Τὰ ἴδια λέει κι ὁ πλούσιος.  Ταράζεται ἡ ψυχή του καὶ τὴν κατατρώγει ἡ φροντίδα.  Μὲ ὅ,τι οἱ ἄλλοι χαίρονται, ὁ πλεονέκτης λιώνει.  Δὲ χαίρεται ποὺ εἶναι γεμᾶτες ὅλες οἱ ἀποθῆκες του, ἀλλὰ ξεσχίζει τὴν ψυχή του ὁ πλοῦτος ποὺ κυλᾶ καὶ ξεφεύγει ἀπὸ τὶς ἀποθῆκες του, μήπως πηγαίνοντας στοὺς ξένους προξενήση κάποιο καλὸ στοὺς φτωχούς.
 
2. Καὶ μοῦ φαίνεται ὅτι τὸ πάθος τῆς ψυχῆς του μοιάζει μὲ τῶν λαίμαργων· προτιμοῦν νὰ σκάσουν ἀπὸ τὴ λαιμαργία παρὰ νὰ δώσουν ἀπὸ τ’ ἀπομεινάρια τους στοὺς φτωχούς.  Σκέψου, αὐτὸν ποὺ σοῦ ἔδωσε ἄνθρωπε.  Συλλογίσου ποιός εἶσαι, τί διαχειρίζε­σαι, ἀπὸ ποιόν τὰ πῆρες, γιατί προμηθεύτηκες ἀπὸ τοὺς ἄλλους. Ἔγινες ὑπηρέτης τοῦ καλοῦ Θεοῦ, τῶν ὁμοδούλων σου οἰκονόμος. Μὴ νομίζεις ὅτι ὅλα ἑτοιμάστηκαν γιὰ τὴν κοιλιά σου.  Σὰν ξένα νὰ θεωρῆς ὅ,τι ἔχεις στὰ χέρια σου.  Λίγο χρόνο σ’ εὐχαριστοῦν, ἔπειτα σκορποῦν καὶ φεύγουν.  Θὰ σοῦ ζητηθῆ λεπτομερὴς λογαριασμός γι’ αὐτά.  Σὺ ὅμως τὰ ἔχεις ὅλα μαζὶ κλεισμένα μὲ πόρτες καὶ μάνδαλα. Τὰ ἀσφάλισες μὲ σφραγῖδες καὶ μὲ ἄγρυπνη φροντίδα ἀναρρωτιέσαι, ἔχοντας τὸν ἑαυτό σου ἀνόητο σύμβουλο. Τί νὰ κάμω; Ἀπάντησε ἀμέσως· Θὰ χορτάσω τοὺς πεινασμένους, θ ἀνοίξω τὶς ἀποθῆκες μου καὶ θὰ καλέσω τοὺς φωχοὺς ὅλους.  Θὰ ἀκολουθήσω τὸν Ἰωσὴφ στὸ κήρυγμα τῆς φιλανθρωπίας.  Θὰ φωνάξω δυνατά·  Ὅσοι δὲν ἔχετε ψωμὶ ἐλᾶτε κοντά μου, γιὰ νὰ πάρη μερίδιο ὁ καθένας σὰν ἀπὸ κοινὲς πηγὲς ὅ,τι τοῦ φτάνει ἀπὸ τὰ δῶρα τοῦ Θεοῦ.  Δὲν εἶσαι τέτοιος ἐσὺ.  Γιατὶ; Στερεῖς ἀπὸ φθόνο τὴν ἀπόλαυση ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, κι ἀφοῦ συγκρότησες μέσα στὴν ψυχή σου πονηρὸ συμβούλιο, φροντίζεις ὄχι πῶς νὰ μοιράσης στὸν καθένα ὅ,τι τοῦ χρειάζεται ἀλλὰ πῶς νὰ τὰ πάρης ὅλα σὺ καὶ νὰ στερήσης τὴν ὠφέλειά τους ἀπὸ τοὺς ἄλλους. Ἔφτασαν αὐτοὶ ποὺ ζητοῦσαν τὴν ψυχή του, κι αὐτὸς μαζί της συνομιλοῦσε γιὰ τρόφιμα.  Τὴν ἴδια νύχτα τὸν ἅρπαξαν καὶ σὲ χρόνια πολλὰ μὲ τὴ φαντασία του μετροῦσε τὴν ἀπόλαυση. Ἀφέθηκε νὰ τὰ σκεφτῆ ὅλα καὶ νὰ ἀποκαλύψη τὴ γνώμη του, γιὰ νὰ δεχτῆ τὴν ἀπόφαση, ἄξια γιὰ τὴν κακή του προαίρεση.
 
3.Μὴν τὸ πάθης σὺ τοῦτο. Γράφτηκε ἀκριβῶς γιὰ ν’ ἀποφύγωμε τὴν ἐξομοίωσή μας μ’ αὐτόν.  Μιμήσου τὴ γῆ, ἄνθρωπε. Δῶσε καρπούς, ὅπως ἐκείνη,      μὴ φανῆς χειρότερος ἀπό τὴν ἄψυχη γῆ. Ἐκείνη μεγάλωσε τοὺς καρποὺς της ὄχι γιὰ δική της ἀπόλαυση ἀλλὰ γιὰ νὰ ὑπηρετήση ἐσένα. Σὺ ὅμως ὅποιο καρπὸ ἀγαθοεργίας πραγματοποιήσης τὸν συγκομίζεις γιὰ τὸν ἑαυτό σου, γιατὶ οἱ παροχὲς τῶν καλῶν ἔργων γυρίζουν σ’ αὐτοὺς ποὺς τὶς κάνουν. Ἔδωσες στὸν πεινασμένο, καὶ τὸ δῶρο γίνεται δικό σου μὲ προσθήκη. Ὅπως τὸ σιτάρι, ὅταν πέση στὴ γῆ, γίνεται κέρδος γι’ αὐτὸν ποὺ τὸ ρίχει, ἔτσι καὶ τὸ ψωμί, ὅταν τὸ δώσουμε στὸν πεινασμένο, πηγάζει ἄφθονη τὴν ὠφέλεια ἀργότερα. Ἄς γίνη λοιπὸν γιὰ σένα τὸ τέλος τῆς καλλιέργειας τῆς γῆς, ἀρχὴ τῆς σπορᾶς σου στὸν οὐρανό. Γιατὶ ἀδημονεῖς, γιατὶ βασανίζεις τὸν ἑαυτόν σου καὶ μάχεσαι νὰ περιτειχίσης τὸν πλοῦτο σου μὲ πηλὸ καὶ πλίθους; Εἶναι ἀνώτερο τὸ καλὸ ὄνομα ἀπὸ πλοῦτο πολὺ.  Κι ἄν θαυμάζης τὰ χρήματα γιὰ τὴν τιμὴ ποὺ προξενοῦν, πρόσεξε πόσο ἀποτελεσματικώτερο γιὰ τὴ δόξα εἶναι, νὰ λέγεσαι πατέρας ἐμέτρητων παιδιῶν ἀπὸ τὸ νὰ ἔχης μύρια χρυσᾶ στὸ χρηματοκφυλάκιό σου.  Τὰ χρήματα θὰ τ’ ἀφήσῃς ἐδῶ κι ἄς μὴ θέλῃς. Τὴν τιμὴ ποὺ σοῦ περιποιοῦν οἱ καλοὶ φίλοι θὰ τὴ μεταφέρης στὸν Κύριο, ὅταν λαὸς ὁλόκληρος τριγυρίζοντάς σε μπροστὰ στὸν κοινὸ κριτὴ θὰ σοῦ δίνουν τὸ ὄνομα τοῦ τροφέα καὶ τοῦ εὐεργέτη κι ὅλα τὰ ὀνόματα τῆς φιλανθρωπίας.  Δὲ βλέπεις τοὺς θεατρίνους, τοὺς παλαιστὰς καὶ τοὺς θηριομάχους, ποὺ σιχαίνεται καὶ νὰ τοὺς ἀντικρύση κανένας, νὰ περιφρονοῦν τὸν πλοῦτο γιὰ λίγη τιμὴ καὶ γιὰ τοὺς θορύβους καὶ κρότους τοῦ δήμου; Καὶ σὺ φαίνεσαι τόσο μικροπρεπὴς στὰ οἰκονομικά, ἐνῶ πρόκειται νὰ καρπωθῆς τόση δόξα.  Σὲ δέχεται ὁ Θεὸς· σ’ ἐπαινοῦν οἱ ἄγγελοι· σὲ μακαρίζουν οἱ πρῶτοι ἄνθρωποι τῆς γῆς.  Δόξα παντοτινή, στεφάνι δικαιοσύνης, βασιλεία τῶν οὐρανῶν εἶναι τὰ ἔπαθλα γιὰ τὴ διαχείρηση τῶν φθαρτῶν τούτων πραγμάτων.  Γιὰ κανένα ἀπ’ αὐτὰ δὲ φροντίζεις κι ὁ ζῆλος γιὰ τὰ παρόντα σ’ ὁδηγεῖ στὴν περιφρόνηση τῶν μελλοντικῶν. Ἐμπρὸς λοιπὸν διάθεσε τὸν πλοῦτο σου μὲ κάθε τρόπο.  Δεῖξε φιλοτιμία καὶ γενναιοδωρία ξοδεύοντας γιὰ ὅσους ἔχουν ἀνάγες. Ἄς εἰπωθῆ καὶ γιὰ σένα·  Σκόρπισε, ἔδωσε στοὺς φτωχούς. Ἡ δικαιοσύνη του θὰ μείνη στὸν αἰῶνα. Μὴν εἶσαι ἀκριβός, ὅταν βοηθῆς σὲ ἀνάγκες. Μὴν περιμένης σιτοδεία, γιὰ νὰ ἀνοίξης τὶς ἀποθῆκες σου. Καταραμένος ἀπὸ τὸ λαὸ, ὅποιος ἀνεβάζει τὴν τιμὴ τοῦ σιταριοῦ.  Μὴν περιμένης τὴν πεῖνα, γιὰ νὰ θησαυρίσης, τὴν κοινὴ φτώχεια γιὰ δικό σου πλοῦτο.  Μὴν καπηλεύεσαι τὴ συμφορὰ τῶν ἀνθρώπων. Μὴ μεταβάλης τὴν ὀργὴ τοῦ Θεοῦ σ’ εὐκαιρία πλουτισμοῦ. Μὴν ἀναξέης πληγὲς ἀνθρώπων ἀφανισμένων ἀπὸ τὴ μάστιγα.  Σὺ κυνηγᾶς τὰ χρήματα, καὶ δὲν κοιτάζεις τὸν ἀδελφό σου.  Γνωρίζεις τὴ σφραγίδα τοῦ νομίσματος καὶ ξεχωρίζεις τὸ γνήσιο ἀπὸ τὸ κίβδηλο, ἀγνοεῖς ὅμως ὁλότελα τὶς ἀνάγκες τοῦ ἀδελφοῦ σου.
4. Σὲ πάει μακριὰ ἡ λάμψη τοῦ χρυσοῦ, δὲ συλλογίζεσαι ὅμως πόσοι στεναγμοὶ τοῦ φτωχοῦ σ’ ἀκολουθοῦν. Πῶς νὰ φέρω μπροστά σου τὰ πάθη τοῦ φτωχοῦ;  Ἐκεῖνος παρατηρῶντας γύρω του βλέπει ὅτι χρυσάφι δὲν ἔχει μήτε θ’ ἀποκτήση ποτὲ.  Τὰ σκεύη καὶ τὰ ροῦχα του εἶναι τέτοια, σὰν τῶν φτωχῶν τὰ πράγματα, ἄξια γιὰ λίγες δεκάρες.  Ρίχνει τέλος τὸ βλέμμα στὰ παιδιά του· νὰ τὰ ὁδηγήση στὴν ἀγορά νὰ βρῆ παρηγοριὰ στὴ θανάσιμη θέση του.  Στοχάσου ἐδῶ τὸν πόλεμο ἀνάμεσα στῆν πεῖνα καὶ στὰ πατρικὰ αἰσθήματα. Ἡ πρώτη φοβερίζει μὲ τὸ χειρότερο θάνατο, ἡ φύση ὅμως ἀντίθετα τραβᾶ καὶ πείθει τὸν ἄνθρωπο νὰ πεθάνη γιὰ τὰ παιδιά του. Πολλὲς φορὲς ὁρμᾶ καὶ πολλὲς ἐμποδίζεται καὶ τέλος νικιέται ὑποταγμένος στὴν ἀναπόφευκτη καὶ ἀπαραίτητη ἀνάγκη. Τί σκέψεις κάνει ὁ πατέρας; Ποιόν πρῶτον νὰ πουλήσω; Ποιός θὰ εὐχαριστήση τὸ σταρέμπορο; Νὰ πάρω τὸν πιὸ μεγάλο; Εἶναι ὁ πρῶτος καὶ νιώθω δισταγμό.  Τὸν πιὸ μικρὸ μήπως; Λυποῦμαι τὴν ἡλικία του ποὺ δὲν αἰσθάνεται τὴ συμφορά.  Αὐτὸς ἔχει ζωηρὰ τὰ χαρακτηριστικὰ τῶν γονιῶν του. Ἐκεῖνος εἶναι κατάλληλος γιὰ σπουδὴ. Ἀμηχανία δεινή.  Τϊ στάση νὰ κρατήσω; Ποιόν ἀπ’ αὐτοὺς νὰ δυσαρεστήσω; Ποιοῦ θηρίου ψυχή νὰ πάρω; Πῶς νὰ ξεχάσω τὴ φύση;  Ἄν τοὺς κρατήσω ὅλους, θὰ τοὺς δῶ ὅλους νὰ χάνωνται ἀπὸ τὴ συμφορά. Ἄν θυσιάσω ἕνα, μὲ ποιά ματιὰ θ’ ἀντικρίσω τοὺς ἄλλους, ποὺ θὰ μὲ βλέπουν ὑποψιασμένοι ἀπὸ τὴν ἀπιστία μου; Πῶς θὰ μείνω στὸ σπίτι, ἀφοῦ ὁ ἴδιος δημιούργησα τὴ στέρηση τῶν παιδιῶν μου; Πῶς νὰ καθίσω στὸ τραπέζει, ποὺ ἔχει τέτοιαν ἀφορμὴ ἡ ἀφθονία του; Κι αὐτὸς πηγαίνει μὲ δάκρυα ποτάμια νὰ πουλήση τὸν πιὸ ἀγαπητὸ ἀπὸ τοὺς γιούς του. Ἐσένα ὅμως δὲ σὲ λυγίζει τὸ πάθος, δὲν ὑπολογίζεις τὴ φύση.  Κι ἐνῶ ἡ πεῖνα κρατᾶ τὸ δυστυχῆ στὰ χέρια της, σὺ ἀναβάλεις καὶ εἰρωνεύεσαι καὶ δίνεις περισσότερο μάκρος στὴ συμφορά του.  Κι ἐνῶ αὐτὸς σοῦ δίνει τὰ σπλάχνα του τιμὴ τῶν τροφίμων σου, τὸ δικό σου χέρι δὲ μουδιάζει, ποὺ παίρνει τὴν τιμὴ ἀπὸ τέτοιες συμφορές. Πασχίζεις νὰ πάρης περισσότερο στὸ ζύγισμα, καὶ μάχεσαι πῶς νὰ πάρης πολὺ καὶ λιγώτερο νὰ δώσης, μὲ τὰ πάντα κάνοντας βαρύτερη τὴ συμφορά τοῦ δυστυχισμένου.  Δὲ σοῦ προκαλοῦν λύπη τὰ δάκρυα; Δὲ σοῦ μαλακώνη ὁ στεναγμὸς τὴν καρδιά; Μένεις ἀλύγιστος καὶ ἀδυσώπητος.  Χρυσάφι πάντα βλέπεις, χρυσάφι φαντάζεσαι.  Αὑτὸ εἶναι τ’ ὅνειρό σου, ὅταν κοιμᾶσαι κι ἡ θύμησή σου ὅταν εἶσαι ξύπνιος. Ὅπως αὐτοὶ ποὺ κατέχονται ἀπὸ μανία δὲ βλέπουν τὴν πραγματικότητα ἀλλὰ τὰ φαντάσματα τῆς μανίας τους. Ἔτσι κι ἡ ψυχή σου κυριαρχημένη ἀπὸ τὴ φιλοχρηματία ὅλα χρυσάφι κι ἄργυρο τὰ βλέπη. Μὲ πιὸ πολλὴ εὐχαρίστηση θὰ ἔβλεπες τὸ χρυσάφι παρὰ τὸν ἥλιο.  Εὔχεσαι τὰ πάντα νὰ μεταβληθοῦν σὲ χρυσό, κι ὄσο μπορεῖς προσπαθεῖς νὰ τὸ ἐπιτύχης.
 
5.Τί δὲ μηχανεύεσαι γιὰ τὸ χρυσάφι; Τὸ σιτάρι χρυσάφι γίνεται.  Τὸ κρασὶ πήζει κι ἀλλάζει σὲ χρυσάφι.  Τὰ μαλλιὰ τῶν κοπαδιῶν σου γίνονται χρυσᾶ.  Κάθε συναλλαγὴ καὶ κάθε σκέψη σοῦ φέρνει χρυσάφι.  Πολλαπλασιάζεται ὁ χρυσὸς μὲ τὸ δανεισμὸ καὶ γεννᾶ ὁ ἴδιος τὸν ἑαυτό του.  Δὲν ὑπάρχει χορτασμός, δὲ βρίσκεται ἄκρη στὴν ἐπιθυμία.  Στὰ λιχούδικα παιδιὰ πολλὲς φορὲς ὑποχωροῦμε ἀφήνοντάς τα νὰ παραχορτάσουν ἄφθονα μὲ τὶς λιχουδιές τους, ὥστε νὰ τοὺς δημιουργήσωμε τὴν ἀποστροφὴ μὲ τὸν ὑπερβολικὸ χορτασμό.  Δὲν εἶναι ἔτσι, ὁ πλεονέκτης· ὅσο περισσότερα ἀποχτᾶ, τόσο περισσότερα ἐπιθυμεῖ. «Μὲ τὸν πλοῦτο ποὺ κυλᾶ, μὴ δένετε τὴν καρδιά σας».  Σὺ ὅμως κρατεῖς αὐτὸν ποὺ κυλᾶ, καὶ κλείνεις τὶς διαφυγές.  Τί σοῦ κάνει ὅμως ὅταν τὸν κρατῆς καὶ λιμνάζη; Σπάζει τὰ ἐμπόδια καὶ, μὴ σὲ νοιάζει, τώρα περιωρισμένος καὶ πλημμυρῶντας ρίχνει τὶς ἀποθῆκες τοῦ πλουσίου, κατεδαφίζει τὰ ταμεῖα του, σὰ νὰ μπῆκε κάποιος ἐχθρός. Ἀλλὰ θὰ χρίση μεγαλύτερες ἀποθῆκες;  Εἶναι ἄγνωστο, ἄν δὲν τὶς παραδώση γκρεμισμένες στὸν κληρονόμο του.  Πιὸ ἀπότομα θ’ ἀναρπασθῆ καὶ θὰ φύγη ἀπὸ δῶ ὁ ἴδιος, ἀπὸ ὅ,τι θὰ δημιουργηθῆ ὁ πλοῦτος μὲ τὴν ἐφευρε­τι­κότητα τῆς πλεονεξίας του.  Κι αὐτὸς ἔχει τέλος σύμφωνο μὲ τὶς κακές του σκέψεις.  Σεῖς ὅμως, ἄν μ’ ἀκούσετε, ἀφοῦ ἀνοίξετε ὅλων τῶν ταμείων σας τὶς πόρτες, θὰ δώσετε στὸν πλοῦτο ἄφθονες διαφυγὲς. Ὅπως ὁ μεγάλος ποταμὸς ποτί­ζει μὲ μύρια αὐλάκια πολύκα­ρπη γῆ, τὸ ἴδιο θὰ κάμετε κι ἐσεῖς ἀφήνοντας τὸν πλοῦτο σας μὲ πολλοὺς τρόπους νὰ μοιραστῆ στὰ σπίτια τῶν φτωχῶν.  Τὰ πηγάδια ὅσο ἀδειάζουν βγάζουν περίσσό­τερο νερὸ, ὅταν ἀφήνωνται σαπίζουν. Ἔτσι καὶ τοῦ πλούτου ἡ στασιμότητα εἶναι ἄχρηστη, ἡ κίνηση ὅμως καὶ ἡ μετάδοση ὠφελεῖ τοὺς ἄλλους καὶ δίνει καρποὺς.  Πόσος εἶναι ὁ ἔπαινος ἐκείνων ποὺ εὐεργετήθησαν·  μὴν τὸν περιφρονήσης. Ἀλλὰ καὶ πόσος ὁ μισθὸς ἀπὸ τὸ δίκαιο κριτή, στὸν ὁποῖο μὴ δείξης δυσκολία. Ἔχε παντοῦ στὰ μάτια σου τὸ παράδειγμα τοῦ πλουσίου ποὺ κατηγορεῖται·  φύλαγε ὅσα εἶχε στὰ χέρια του κι ἀγωνιοῦσε μὲ ὅσα θ’ ἀποχτοῦσε καὶ μόλο ποὺ δὲν ἦταν φανερὸ ἄν θὰ ζοῦσε τὴν αὐριανὴ μέρα, ἀπὸ σήμερα γέμιζε τὸ αὔριο ἁμαρτίες.  Δὲν εἶχε ἔρθει ἀκόμα κανεὶς νὰ τοῦ ζητήση, κι ἔδειχνε ἀπὸ πιὸ μπροστὰ τὴν ἀγριότητά του.  Δὲν εἶχε μαζέψει ἀκόμα τοὺς καρπούς του κι εἶχε κιόλα τὴν καταδίκη τῆς πλεονεξίας. Ἡ γῆ τὸν περιποιόταν μὲ τὰ προϊόντα της· τοῦ ἔδειχνε πυκνὰ τὰ γεννήματα στὰ χωράφια, φορτωμένα τσαμπιὰ τὰ κλήματα, λυγισμένες τὶς ἐλιὲς ἀπὸ τοὺς καρποὺς κι ἦταν μιὰ ὑπόσχεση γι’ ἀπόλαυση τὰ ὀπωροφόρα.  Κι αὐτὸς ἦταν ἀδέξιος κι ἄκαρπος. Δὲν εἶχε ἀκόμα καὶ μολαταῦτα βάσκαινε κιόλα αὐτὰ ποὺ θὰ ἀποχτοῦσε.  Καὶ πόσοι κίνδυ­νοι δὲν ὑπάρχουν πρὶν ἀπὸ τὴ συγκομιδὴ τῶν καρπῶν.  Καὶ τὸ χαλάζι τοὺς καταχτυπάει, κι ἡ κάψα τοὺς παίρνει μὲς ἀπὸ τὰ χέρια, καὶ ἕνα νερὸ ποὺ ρίχουν παράκαιρα τὰ σύννεφα ἀχρηστεύει τοὺς καρπούς.  Δὲν προσεύχεσαι λοιπὸν στὸν Κύριο νὰ ὁλοκληρωθῆ ἡ δωρεὰ; Ἀλλὰ προκαταβολικὰ κάνεις τὸν ἑαυτό σου ἀνάξιο νὰ δεχτῆ τὰ μελλοντικὰ δῶρα.
6. Καὶ ναὶ μὲν ἐσὺ μιλᾶς στὰ κρυφὰ μὲ τὸν ἑαυτὸ σου ἀλλὰ οἱ λόγοι σου κρίνονται στὸν οὐρανό. Γι’ αὐτὸ κι οἱ ἀπαντήσεις σοῦ ἔρχονται ἀπὸ ἐκεῖ. Τί εἶναι αὐτὰ ποὺ λέει; Ψυχὴ, ἔχεις σωριάσει πολλὰ ἀγαθά· φάγε, πιές, χαίρου καθημερινά.  Τί ἀνοησία! Ἄν εἶχες χοίρου ψυχή, τί ἄλλο ὡραιότερο μήνυμα θὰ τῆς ἔφερνες; Τόσο πολὺ μοιάζεις μὲ τὰ ζῶα; Τόσο ἀνίδεος εἶσαι γιὰ τὰ ἀγαθὰ τῆς ψυχῆς καὶ τῆς προσφέρεις τροφὲς τῆς σάρκας κι ὅσα τὸ στομάχι ποὺ δέχεται τὰ στέλνεις στὴν ψυχή. Ἄν ἔχη ἀρετή, ἄν εἶναι γεμάτη ἀπὸ ὑψηλὰ ἔργα, ἄν ἔχη σχετισθῆ μὲ τὸν Θεό, τότε ἔχει  πολλὰ ἀγαθὰ κι ἄς χαίρεται τὴν ὄμορφη χαρὰ τῆς ψυχῆς. Μιὰ κι ἔχεις ὅμως τὸ φρόνημα τῆς γῆς, κι ἔχεις τὸ στομάχι θεό σου, κι εἶσαι ὅλος σάρκα, ὑποδουλωμένος στὰ πάθη σου, ἄκου τὸ ὄνομα ποὺ σοῦ ταιριάζει· δὲ σοῦ τὸ ἔδωσε κανένας ἄνθρωπος ἀλλὰ ὁ ἴδιος ὁ Κύριος·  Ἀνόητε αὐτὴ τὴ νύχτα ζητοῦν ἀπὸ σένα τὴν ψυχὴ σου. Αὐτὰ ποῦ μάζεψες, σὲ  ποιόν θὰ μείνουν; Χειρότερος ἀπὸ τὴν αἰώνια κόλαση ὁ περίγελως τῆς ἀνοησίας. Θὰ ρίξω τίς ἀποθῆκες μου καὶ θὰ χτίσω μεγαλύτερες.  Καλὰ θὰ κάμης, θὰ τοῦ ἔλεγα. Ἀξίζει νὰ κατεδαφισθοῦν οἱ ἀποθῆκες τῆς ἀδικίας.  Σκάψε μὲ τὰ δικά σου χέρια ὅ,τι ἄσχημο ἔχεις χτίσεις. Ἀφάνισε κάθε κτίσμα ποὺ γίνεται φυλακτήριο τῆς πλεονεξίας, ἀφαίρεσε τὴ στέγη, βγάλε τοὺς τοίχους, δεῖξε στὸν ἥλιο τὸ μουχλιασμένο σιτάρι.  Βγάλε ἀπὸ τὴ φυλακή του τὸ φυλακισμένο πλοῦτο, γκρέμισε ὀρόφους, ἄνοιξε τοίχους καί δεῖξε  στόν ἥλιο τό βρισκόμενο σιτάρι, βγάλε ἀπό τήν φυλακή τόν δέσμιο πλοῦτο.   Τὰ σκοτεινὰ ὑπόγεια τοῦ μαμμωνᾶ πόμπεψέ τα.  Θὰ ρίξω τὶς ἀποθῆκες μου καὶ θὰ χτίσω μεγαλύτερες.  Κι ἄν τὶς γεμίσης κι αὐτὲς τί τάχατε θὰ σκεφθῆς; Ἤ μήπως θὰ ξαναρίξης καὶ θά τὶς ξαναχτίσης; Εἶναι τίποτα πιὸ ἀνόητο ἀπ’ αὐτό; Νὰ μοχθῆς δίχως τέλος, νὰ χτίζης βιαστικά καὶ βιαστικὰ νὰ γκρεμίζης; Ἔχεις στὴ διάθεσή σου ἀποθῆκες, ἄν θέλης, τὰ σπίτια τῶν φτωχῶν.  Μάζεψε γιὰ σένα θησαυρὸ στὸν οὐρανό. Ὅ,τι ἀποθηκευτῆ ἐκεῖ οὔτε τὸ σαράκι τὸ τρώει οὔτε ἡ σαπίλα τὸ κατατρέχει, οὔτε τὸ κλέβουν οἱ λησταί. «Ἀλλὰ θὰ δώσω σ’ αὐτοὺς ποὺ ἔχουν ἀνάγκη, ὅταν γεμίσω τὶς δεύτερες ἀποθῆκες».  Μακριά ὁρίζεις τὴ σειρὰ τῶν χρόνων τῆς ζωῆς σου.  Πρόσεξε μὴ σὲ προλάβη αὐτὸς ποὺ σὲ κυνηγᾶ κατὰ τὴν πίστωση χρόνου ποὺ ἔχεις. Ἡ ὑποσχεσή σου δὲ μαρτυρεῖ ἀρετή, εἶναι ἀπόδειξη πονηρίας.  Γιατὶ δὲν ὑπόσχεσαι γιὰ νὰ δώσης ἀργότερα, ἀλλὰ γιὰ νὰ ἀποφύγης τὸ παρὸν.  Τί σ’ ἐμποδίζει νὰ δώσης τώρα: Δὲν εἶναι κοντά σου ὁ φτωχός; Δὲν εἶναι γεμᾶτες οἱ ἀποθῆκες σου; Δὲν εἶναι καθωρισμένος ὁ μισθός σου κι ἡ ἐντολὴ πάντα καθαρή; Στραγγίζει ὁ πεινασμένος, παγώνει ὁ γυμνὸς, πνίγεται αὐτὸς ποὺ χρεωστεῖ καὶ σὺ ἀναβάλλεις τὴν ἐλεημοσύνη σου γι’ ἀργότερα. Ἄκου τὸν Σολομῶντα·  Μὴν πῆς·  ἔλα ξανὰ καὶ θὰ σοῦ δώσω αὔριο.  Δὲ γνωρίζεις τί θὰ σοῦ φέρη ἡ αὐριανὴ ἡμέρα.  Τί συμβουλὲς περιφρονεῖς, ἐπειδὴ ἔκλεισες ἀπὸ  πρωτύτερα τ’ αὐτιὰ  σου μὲ τὴ φιλαργυρία.  Πόση εὐγνωμοσύνη ἔπρεπε νὰ ἔχης στὸν εὐεργέτη καὶ νὰ εἶσαι χαρούμενος καὶ περίφανος γιὰ τὴν τιμή, γιατὶ δὲν ἐνοχλεῖς σὺ τῶν ἄλλων τὶς θύρες, ἀλλὰ σὲ σένα ἔρχονται ἄλλοι. Τώρα ὅμως εἶσαι ἄνθρωπος καὶ σκυθρωπὸς καὶ δυσκολοσυνάντητος ἀποφεύγοντας τὶς συναντήσεις μήπως κι ἀναγκασθῆς νὰ βγάλης κάτι ἀσήμαντο ἀπὸ τὸ χέρι σου. Ἕνα λόγο γνωρίζεις·  δὲν ἔχω, δὲ δίνω, εἶμαι ἄπορος.  Στ’ ἀλήθεια εἶναι ἄπορος καὶ φτωχὸς ἀπὸ κάθε ἀγαθό. Ἄπορος ἀπὸ φιλανθρωπία, ἀπὸ πίστη στὸ Θεὸ, ἀπὸ ἐλπίδα αἰώνια.  Κάνε τῶν φαγητῶν σου μέτοχους τοὺς ἀδελφούς.  Αὐτὸ ποὺ θὰ σαπίση αὔριο δῶστο σήμερα σ’ αὐτὸν ποὺ ἔχει ἀνάγκη. Εἶναι ἡ χειρότερη πλεονεξία, νὰ μὴ δίνης στοὺς φτωχοὺς μήτε αὐτὰ ποὺ καταστρέφονται.
7.Ποιόν λέει, ἀδικῶ, ἄν φυλάγω τὰ δικά μου; Πὲς μου, ποιὰ δικά σου; Ἀπὸ ποῦ τὰ πῆρες καὶ τὰ ἔφερες στὴ ζωὴ; Ὅπως αὐτὸς ποὺ βρίσκει θέση στὸ θέατρο κι ἐμποδίζει αὐτοὺς ποὺ μπαίνουν ὕστερα, θεωρῶντας δικό του αὐτὸ ποὺ εἶναι γιὰ κοινὴ χρηση ὅλων, τέτοιοι εἶναι οἱ πλούσιοι. Ἀφοῦ ἀπόχτησαν πρῶτοι τὰ κοινὰ ἀγαθὰ, τὰ θεωροῦν δικά τους γιὰ τὴν προτεραιότητα. Ἄν ἔπαιρνε καθένας ὅ,τι τοῦ χρειαζόταν γιὰ τὴν ἱκανοποίηση τῆς ἀνάγκης του κι ἄφηνε σ’ ὅποιον εἶχε ἀνάγκη ὅ,τι ἦταν γι’ αὐτὸν περισσό, κανένας δὲ θὰ ἦταν πλούσιος, κανένας δὲ θὰ ἦταν φτωχός.  Γυμνὸς δὲ γεννήθηκες; Γυμνὸς δὲ θὰ ἐπιστρέψεις στὴ γῆ; Κι ἀπὸ ποῦ ἔχεις τ’ ἀγαθὰ σου; Ἄν νομίζης ἔτσι ἀπὸ μόνα τους, εἶσαι ἄθεος καὶ δὲν ἀναγνωρίζεις τὸν πλάστη σου, μήτε εὐγνωμονεῖς τὸ δωρητή σου. Ἄν ὁμολογῆς ὅτι τὰ ἔλαβες ἀπὸ τὸ Θεό, πές μου γιὰ ποιόν λόγο τὰ ἔλαβες; Εἶναι ἄδικος ὁ Θεός ποῦ μᾶς μοιράζει ἄνισα τὰ ἀγαθὰ τῆς ζωῆς; Γιατὶ σὺ πλουτεῖς κι ἐκεῖνος πένεται; Ἤ ὁπωσδήποτε καὶ σὺ γιὰ νὰ λάβης μισθὸ ἀρετῆς καὶ πιστῆς διαχειρίσεως κι ἐκεῖνος γιὰ νὰ τιμηθῆ μὲ τὰ μεγάλα βραβεῖα τῆς ὑπομονῆς. Σὺ ὅμως ἀφοῦ τὰ χώρεσες ὅλα στοὺς ἀχόρταγους κόλπους τῆς πλεονεξίας, νομίζεις ὅτι δὲν ἀδικεῖς κανένα, ἐνῶ τόσους ἀποστερεῖς.  Ποιός εἶναι ὁ πλεονέκτης; Αὐτὸς ποὺ δὲν περιορίζεται στὴν αὐταρκειά του.Καὶ ποιὸς εἶναι ὁ ἀποστερήτης; Αὐτὸς ποὺ ἀφαιρεῖ τὰ πράγματα τοῦ ἄλλου. Σὺ λοιπὸν δὲν εἶσαι πλεονέκτης, δὲν εἶσαι ἀποστερήτης, ἀφοῦ οἰκειοπειεῖσαι αὐτᾶ ποὺ σοῦ δόθηκαν γιὰ διαχείρση; Ἤ μήπως ὅποιος ἀπογυμνώνει τὸν ντυμένο θὰ ὀνομασθῆ λωποδύτης, ἐνῶ αὐτὸς, ποὺ δὲν ντύνει τὸ γυμνὸ μόλο ποὺ μπορεῖ, ἀξίζει ἕνα ἄλλο χαρακτηρισμό; Εἶναι τοῦ πεινασμένου τὸ ψωμὶ ποὺ σὺ κατακρατείς. Τοῦ γυμνοῦ τὸ ροῦχο ποὺ φυλάγεις στὶς ἀποθῆκες σου. Τοῦ ξυπόλυτου τὸ ὑπόδημα, ποὺ τὸ ἔχεις καὶ σαπίζει. Αὐτοῦ ποὺ ἔχει ἀνάγκη εἶναι τὰ χρήματα, ποὺ ἔχεις στὴ γῆ. Ὥστε τόσους ἀδικεῖς σὲ ὅσους μποροῦσες νὰ δώσης.
8. Εἶναι καλοὶ, λέει, οἱ λόγοι ἀλλὰ καλύτερος ὁ χρυσός. Ὅπως αὐτοὶ ποὺ μιλοῦν γιὰ σωφροσύνη στοὺς ἀκόλαστους. Αὐτοὶ ἐδῶ ἀκοῦν νὰ κατηγορῆται ἡ ἑταίρα κι ὡστόστο ἀπὸ τὴν ὑπενθύμιση φουντώσει ἡ ἐπιθυμία.  Πῶς νὰ σοῦ παρουσιάσω τὰ παθήματα τοῦ φτωχοῦ, γιὰ νὰ ἀντιληφθῆς ἀπὸ τὶ λογῆς στεναγμοὺς φτιάχνεις τοὺς θησαυρούς σου; Πόση ἀξία θὰ σοῦ φανῆ πὼς ἔχει τὴν ἡμέρα τῆς κρίσεως ἐκεῖνος ὁ λόγος· Ἐλᾶτε οἱ εὐλογημένοι τοῦ πατέρα μου, κληρονομῆστε τὴ βασιλεία ποὺ ἔχει ἑτοιμαστῆ γιὰ σᾶς ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τοῦ κόσμου. Ἐπείνασα καὶ μοῦ δώσατε φαγητό, ἐδίψασα καὶ μὲ ποτίσατε, ἤμουν γυμνὸς καὶ μὲ ντύσατε.  Ποση φρίκη ὅμως κι ἱδρῶτας καὶ σκότος θὰ σὲ τυλίξη, ὅταν θ’ ἀκούσης τὴν καταδίκη.  Φύγετε ἀπὸ μένα οἱ καταραμένοι στὸ σκότος τὸ ἐξώτερο, ποὺ ἔχει ἑτοιμασθῆ γιὰ τὸ διάβολο καὶ τοὺς ἀγγέλους του.  Ἐπείνασα καὶ δὲ μοῦ δώσατε φαγητό, ἐδίψασα καί δὲ μέ ποτίσατε, ἤμουν γυμνός καί δέ μέ ντύσατε.  Κι ἐκεῖ δὲν κατηγορεῖται ὁ ἄρπαγος ἀλλὰ καταδικάζεται ὁ ἀκοινώνητος. Ἐγὼ εἶπα αὐτὰ ποὺ νόμιζα ὅτι σοῦ συμφέρουν. Ἄν πεισθῆς, εἶναι ὁλοφάνερα τὰ ὑποσχεμένα σέ σένα ἀγαθά. Ἄν παρακούσης, εἶναι γραμμένη ἡ ἀπειλή, ποὺ σοῦ εὔχομαι νὰ μὴν τὴ δοκιμάσης, ἀλλάζοντας τὴ γνώμη σου στὸ καλύτερο. Ἔτσι ὁ πλοῦτος σου θὰ γίνη ἡ ἐξαγορὰ σου καὶ θὰ βαδίσης στὰ οὐράνια ἀγαθὰ ποὺ σὲ περιμένουν μὲ τὴ χάρη ἐκείνου ποὺ ἐκάλεσε ὅλους μας στὴ βασιλεία του. Σ’  αὐτὸν ἀνήκει ἡ δόξα καὶ ἡ δύναμη στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

 

Τὸ ὄνομά του σημαίνει «δοῦλος Κυρίου». Ἔζησε στὸ δεύτερο μισό του 6ου αἰώνα π.Χ., (κατ’ ἄλλη ἐκδοχὴ τὸ 800 π.Χ.), καὶ εἶναι ἕνας ἀπὸ τοὺς δώδεκα μικροὺς λεγόμενους προφῆτες.

Καταγόταν ἀπὸ τὴν Συχὲμ (ἐκ τοῦ ἀγροῦ Βηθοχαρὰμ ἢ Βαθαχαράμ), καὶ μὲ τὴν σύντομη προφητεία του αὐστηρὰ παρατηρεῖ μὲ ἰσχυρὲς ποιητικὲς ἐκφράσεις τὴν ὑπερηφάνεια καὶ τὴν πτώση τοῦ Ἰσραήλ. Νὰ τί λέει χαρακτηριστικὰ γιὰ τὴν ὑπερηφάνεια:  «Ὑπερηφανία τῆς καρδίας σου ἐπῆρέ σε κατασκηνοῦντα ἐν ταῖς ὀπαῖς τῶν πετρῶν, ὑψῶν κατοικίαν αὐτοῦ, λέγων ἐν καρδίᾳ αὐτοῦ, τὶς κατάξει μὲ ἐπὶ τὴν γῆν; ἐὰν μετεωρισθῆς ὡς ἀετὸς καὶ ἐὰν ἀνὰ μέσον τῶν ἄστρων θῆς νοσσιᾶν σου, ἐκεῖθεν κατάξω σε, λέγει Κύριος» Δηλαδή: Ἡ ὑπερηφάνεια τῆς καρδιᾶς σου σὲ ἔκανε νὰ φρονεῖς πολὺ ὑψηλὰ γιὰ τὸν ἑαυτό σου, ὅτι τάχα κατοικεῖς σὲ φαράγγια καὶ σπηλιὲς τῶν ὀρέων καὶ γενικὰ ἀπόρθητες περιοχές. Ἔχεις κτίσει τὴν κατοικία σου σὲ πολὺ ὕψος, πιστεύεις ὅτι εἶσαι ἰσχυρὸς καὶ ἀνίκητος καὶ λὲς ἀπὸ μέσα σου: Ποιὸς θὰ μπορέσει νὰ μὲ κατεβάσει στὴ γῆ; Καὶ ἂν ἀκόμα πετάξεις σὲ μεγάλα ὕψη σὰν τὸν ἀετό, καὶ ἂν στήσεις τὴν φωλιά σου ψηλὰ ἀνάμεσα στ’ ἀστέρια, ἀπὸ ἐκεῖ θὰ σὲ καταρρίψω καὶ θὰ σὲ κατεβάσω, λέγει ὁ Κύριος.

Ἂς προσέξουμε, λοιπόν, τὰ λόγια τοῦ προφήτη καὶ ἂς καλλιεργοῦμε τὸ θεμέλιο τῶν ἀρετῶν, ποὺ εἶναι ἡ ταπείνωση. Νὰ ἀναφέρουμε ἐπίσης, ὅτι ὁ Ὀβδιοὺ ἦταν μαθητὴς τοῦ προφήτου Ἠλιοῦ, ἐπὶ τῆς βασιλείας Ὀχοζία, ὁ ὁποῖος ἔστειλε τὸν Ὀβδιοὺ στὸν Ἠλία γιὰ νὰ τὸν πείσει νὰ κατέβει ἀπὸ τὸ βουνὸ πρὸς τὸν βασιλιά. Μετὰ τὴν μετάβαση τοῦ Ἠλία στὸν Ὀχοζία, ὁ Ὀβδιού, παραιτήθηκε ἀπὸ τὴν θέση τοῦ πεντηκοντάρχου, ἀκολούθησε τὸν προφήτη Ἠλία καὶ τὸν ὑπηρετοῦσε.
Ὅταν πέθανε ἐτάφη στὸν τάφο τῶν πατέρων του.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεῖς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Ὥσπερ θεράπων φερωνύμως τοῦ Λόγου, τοῦ ὑπὲρ ἔννοιαν φωτὸς ἠξιώθης, καὶ προφητείας ἔλλαμψιν ἐδέξω σοφὲ· δόξαν γὰρ τὴν ἄϋλον, καθαρῶς ἐποπτεύων, ὄργανον θεόπνευστον, Ἀβδιοὺ ἀνεδείχθης, προμελῳδοῦν ἐν κόσμῳ μυστικῶς, τῶν ἐσομένων, Προφῆτα τὴν ἔκβασιν.

 

Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ’. Ὡς ἀπαρχὰς τῆς φύσεως.
Ὡς ἀπαρχὴν εὐπρόσδεκτον, προσαγαγὼν τὸν βίον σου, τῷ ἐν Τριάδι Θεῷ παναοίδιμε, θεαρχικῆς ἐλλάμψεως, ἀπηνέγκω τὸ κάλλος, καὶ μελλόντων ἐκφάντωρ θεοειδέστατος, Ἀβδιοὺ ἀνεδείχθης, κραυγάζων· Ἀλληλούϊα.

 

Μεγαλυνάριον.
Χάριν προφητείας οἷα πηγήν, Ἀβδιοὺ Προφῆτα, δεδεγμένος ἐν τῇ ψυχῇ, ὄμβροις οὐρανίοις, προφητικῶς ἐπάρδεις, ἡμῶν τὰς διανοίας, τῶν εὐφημούντων σε.

Ὁ Ἅγιος Βαρλαάμ 

Ὁ Μέγας Βασίλειος καὶ ὁ Ἱερὸς Χρυσόστομος, θεώρησαν χρέος τους νὰ ἀσχοληθοῦν στὸ δίκαιο ἐγκώμιο τοῦ ἱεροῦ αὐτοῦ ἀθλητὴ τῆς πίστης.

Παρὰ τὰ βαθιὰ γεράματά του, ὅταν τὸν ἔφεραν μπροστὰ στὸν ἔπαρχο Ἀντιοχείας, τὸν ἀντιμετώπισε μὲ θαυμαστὴ εὐψυχία. Ἔτσι τὸν μαστίγωσαν μὲ νεῦρα βοδιοῦ καὶ τοῦ ξερίζωσαν τὰ νύχια. Ἐπειδὴ ὅμως δὲν ὑποχωροῦσε ἄναψαν κάρβουνα καὶ ἑτοιμάστηκαν νὰ βάλουν τὰ χέρια του ἐπάνω σ’ αὐτά. Ἀλλὰ ἐκεῖνος τοὺς πρόλαβε. Βάδισε μόνος του καὶ ἔβαλε τὸ δεξί του χέρι στὴν φωτιά. Καὶ ἐνῶ καίγονταν οἱ σάρκες καὶ τὰ κόκαλά του, ὁ γέροντας Βαρλαάμ, ὑμνοῦσε καὶ εὐλογοῦσε τὸν Κύριο.
Μετὰ ἀπὸ λίγο παρέδιδε καὶ τὴν τελευταία του πνοή, ἀλλὰ κράτησε καὶ ἀμετακίνητη τὴν πίστη του (304 μ.Χ.).

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ἀπολυτίκιο. Ἦχος δ’. Ὃ ὑψωθεῖς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Νεανικὴν ἐνδεδυμένος ἀνδρείαν, μαρτυρικὴν ἐν πολιᾷ καρτερίαν, σὺ ἐνεδείξω ἔνδοξε δοξάσας τὸν Χριστὸν· τούτῳ δὲ προσήγαγες, δεξιᾷ κεκαυμένη, ὡς θυσίαν ἄμωμον, τὴν ἁγίαν ψυχήν σου. Μεγαλομάρτυς πρέσβευε ἀεί, πᾶσι δοθῆναι, Βαρλαὰμ συγχώρησιν.

 

Κοντάκιον. Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Γηραιῷ ἐν σώματι, τὸν παλαιὸν ἐν κακίᾳ, κρατεροῖς παλαίσμασι, καταβαλὼν Ἀθλοφόρε, ἤνεγκας, καθάπερ ἄσαρκος τὰς στρεβλώσεις, ἔφερες, τὴν τῆς χειρός σου καῦσιν ἀνδρείως· διὰ τοῦτό σε ὁ Λόγος, στεφάνῳ δόξης, Βαρλαὰμ ἔστεψε.

 

Μεγαλυνάριον.
Δρόσον οὐρανίου ἀναψυχῆς, γραφικῶς σταλάζει, Ἐκκλησίᾳ τῇ εὐαγεῖ, Βαρλαὰμ θεόφρον, ἡ κεκαυμένη χείρ σου, Κυρίῳ αἰρομένη, ὑπὲρ τῶν δούλων σου.

Ὁ Ἅγιος Ἄζης

Σήμερα ἡ ἐκκλησία μας τιμᾶ τὸν Ἅγιο Ἄζη, ὁ ὁποῖος ἔζησε κατὰ τὴν ἐποχὴ τοῦ αὐτοκράτορα Διοκλητιανοῦ.

Καταγόταν ἀπὸ τὴν χώρα τῶν Ἰσαύρων καὶ ἦταν στὸ ἐπάγγελμα στρατιωτικός. Ἄφησε ὅμως τὴν στρατιωτικὴ ζωὴ καὶ πῆγε στὴν ἔρημο γιὰ νὰ μονάσει, ὅπου καὶ ἐπιτέλεσε πολλὰ θαύματα.

Τὸν κατήγγειλαν ὅμως, οἱ εἰδωλολάτρες στὸν ἔπαρχο, ὁ ὁποῖος ἔστειλε στρατιῶτες γιὰ νὰ τὸν συλλάβουν. Στὸν δρόμο πρὸς τὸν ἔπαρχο, οἱ στρατιῶτες ποὺ τὸν συνόδευαν δίψασαν πολύ. Ὁ Ἅγιος τοὺς λυπήθηκε καὶ προσευχήθηκε στὸν Θεὸ καὶ ἀμέσως ἀνέβλυσε ἀπὸ τὴν γῆ δροσερὸ νερό, ἀπὸ τὸ ὁποῖο ἤπιαν ὅλοι καὶ ἀνακουφίστηκαν. Αὐτὸ τὸ θαῦμα ἔκανε τοὺς στρατιῶτες νὰ πιστέψουν στὸ Θεό.

Ὁ ἔπαρχος πῆρε τὸν Ἄζη καὶ τοὺς στρατιῶτες καὶ τοὺς πῆγε σὲ κάποιο τόπο, ὅπου ὑπέβαλε τὸν Ἅγιο σὲ φρικτὰ βασανιστήρια, γιὰ ἐκφοβισμὸ τῶν ὑπολοίπων. Ἔπειτα ἀπὸ τὰ βασανιστήρια τὸν ἔριξε μέσα σὲ μία πυρακτωμένη κάμινο. Μὲ τὴν Θεία ἐπέμβαση ὅμως ἡ φλόγα ἔσβησε καὶ ὁ Ἅγιος ἐξῆλθε ἀπὸ αὐτὴ ἀπόλυτα ἀβλαβής.

Μετὰ ἀπὸ αὐτὸ τὸ θαῦμα ἀσπάστηκαν τὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ, ἡ κόρη καὶ ἡ γυναίκα τοῦ ἐπάρχου, κάτι ποὺ τὸν ἐξόργισε ἀφάνταστα. Γι’ αὐτὸ τὸν λόγο μὲ προσταγή του, οἱ δήμιοι ἀποκεφάλισαν τοὺς στρατιῶτες μαζὶ μὲ τὴν γυναίκα καὶ τὴν κόρη του. Μετὰ βασάνισε τὸν Ἅγιο καὶ στὴν συνέχεια ζήτησε τὸν ἀποκεφαλισμό του.
Ἔτσι παρέδωσε τὸ πνεῦμά του στὸν Κύριο.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

 

Οἱ Ἅγιοι 150 Μάρτυρες Στρατιῶτες

Αὐτοὶ πίστεψαν διὰ τοῦ Ἁγίου Ἄζη στὸν Χριστὸ καὶ μαρτύρησαν διὰ ξίφους.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Οἱ Ἁγίες Μάνα καὶ Θυγατέρα 

Ἦταν σύζυγος καὶ κόρη τοῦ ἐπάρχου Ἀκυλίνου, ποὺ πίστεψαν στὸν Χριστὸ διὰ τοῦ Ἁγίου Ἄζη καὶ μαρτύρησαν διὰ ξίφους.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Οἱ Ἅγιοι 12 Μάρτυρες Στρατιῶτες 

Μαρτύρησαν διὰ ξίφους, ἴσως τὴν ἐποχὴ τῶν 150 Ἁγίων μαρτύρων στρατιωτῶν ποὺ ἑορτάζωνται σήμερα.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ἅγιος Ἀγάπιος 

Καταγόταν ἀπὸ τὴν Καισάρεια τῆς Παλαιστίνης καὶ διέπρεψε γιὰ τὴν σεμνότητα τῆς ζωῆς του. Συνελήφθη ἀπὸ τὸν βασιλιὰ Μαξιμίνο (311 – 313), ἐπὶ δούκα Οὐρβανοῦ, γιὰ τὸν λόγο ὅτι ἦταν χριστιανός.

Τότε τὸν διαπόμπευσαν μέσα στὸ στάδιο καὶ στὴν συνέχεια τὸν ἄφησαν γιὰ τροφὴ στὰ ἄγρια θηρία. Αὐτὰ τὸν κατασπάραξαν, ἀλλὰ τὸν ἄφησαν μισοπεθαμένο.
Σ’ αὐτὴ τὴν κατάσταση τὸν ἔριξαν στὴ φυλακὴ καὶ τὴν ἑπόμενη ἡμέρα τὸν ἔπνιξαν στὴ θάλασσα.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ἅγιος Ἠλιόδωρος ὁ Μάρτυρας

Μαρτύρησε στὰ χρόνια του αὐτοκράτορα Αὐρηλιανοῦ (272) στὴ Μαγιδῶ τῆς Παμφυλίας, καὶ ὅταν ἡγεμόνευε στὴν πόλη αὐτὴ ὁ Ἀέτιος.

Ὁ Ἠλιόδωρος λοιπόν, συνελήφθη καὶ ἐπειδὴ δὲν πείστηκε νὰ θυσιάσει στὰ εἴδωλα, στὴν ἀρχὴ ξέσχισαν τὶς πλευρές του μὲ σιδερένια νύχια καὶ ἔπειτα ἔκαψαν τὶς πληγές του μὲ ἀναμμένες ἀπὸ ρητίνη λαμπάδες. Παρὰ λίγο ὁ Ἅγιος νὰ λιποψυχήσει, ἀλλὰ διὰ τῆς προσευχῆς πρὸς τὸν Κύριο, ἡ ψυχή του στερεώθηκε.
Ἀκολούθησε σειρὰ σκληρῶν καὶ φρικτῶν βασανιστηρίων, ἀλλὰ ἡ σταθερότητα τῆς πίστης τοῦ Ἠλιόδωρου δὲν κάμφθηκε. Τελικὰ ὁδηγήθηκε ἔξω ἀπὸ τὴν πόλη καὶ ἐκεῖ ὑπέστη τὸν δι’ ἀποκεφαλισμοῦ θάνατο.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Οἱ Ἅγιοι Ἄνθιμος, Θαλλελαῖος, Χριστόφορος, Εὐφημία σὺν τὰ παιδιά τους καὶ Παγχάριος οἱ Μάρτυρες

Δὲν βρίσκουμε κανένα στοιχεῖο γιὰ τὴν ζωή τους καὶ τὸ μαρτύριό τους.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ὅσιος Βαρλαὰμ ἡγούμενος τοῦ Σπηλαίου (Ρῶσος, † 1065) 

Ὁ Ὅσιος Βαρλαὰμ ἡγούμενος τοῦ Σπηλαίου (Ρῶσος, † 1065)

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ὅσιος Σίμων 

Ἡ τοῦ Ὁσίου Σίμωνος μνήμη δὲν ἀπαντᾶται οὔτε εἰς τὰ ἔντυπα Μηναῖα οὔτε εἰς τὸν Συναξαριστὴν Νικόδημου. Ἀπαντᾶται εἰς τὸν Παρισινὸν Κώδ. 1621 (αἰών. ιγ’), ἔνθα περὶ αὐτοῦ ἀναγινώσκομεν ταῦτα: Οὗτος ἣν ἐκ Καλαβρίας μοναχὸς μονῆς μεγάλης καὶ θαυμαστής, ὄτε ποτὲ ἐστάλησαν εἰς διακονίαν μοναχοί τινες ἐκ τῆς μονῆς παρὰ τὴν θάλασσαν συνελήφθησαν ὑπὸ πειρατῶν Τούρκων καὶ ὡδηγήθησαν εἰς τὴν Ἀφρικήν. Πρὸς ἐξαγορὰν τῶν αἰχμαλώτων ἀδελφῶν ἐλθῶν οὗτος καὶ εὕρων αὐτοὺς διηρώτα ἐν συγκινήσει τὰ κατ’ αὐτούς, ὄτε πλησιάσας Ἀγαρηνὸς ἐξέτεινε τὴν χείρα αὐτοῦ νὰ ραπίση τὸν Ὅσιον, ἀλλ’ ἐξηράνθη ἡ χεὶρ αὐτοῦ. Τὸ αὐτὸ ἐπανελήφθη καὶ εἰς τὸν δεύτερον ἐλθόντα, ὄτε οἱ ἄλλοι οἱ μετ’ αὐτοῦ ἀπήγαγαν αὐτὸν εἰς τὸν ἄρχοντα τοῦ τόπου καὶ διηγήθησαν τὰ διατρέξαντα, ἐκ τούτων ὁ ἄρχων κατεπλάγη καὶ παρεκάλεσε τὸν Ὅσιον δι’ εὐχῆς ν’ ἀποκαταστήσει τὰς ἐξηραμένας τῶν στρατιωτῶν χείρας, καὶ τούτου γενομένου, διέταξε νὰ μεταφέρωσιν ἐν τιμῇ τοὺς αἰχμαλώτους μοναχοὺς εἰς τὸν τόπον αὐτῶν. Κατὰ δὲ τὸ ταξίδιον, ἀπολιπόντος τοῦ ὕδατος διὰ προσευχῆς τὸ τῆς θαλάσσης ὕδωρ μετέβαλεν εἰς γλυκύτητα ὅπερ ἐκίνησεν εἰς θαυμασμὸν τοὺς ἀπίστους ἐγένετο αὐτουργὸς καὶ ἄλλων θαυμάτων καὶ ἐκοιμήθη ἐν εἰρήνῃ (Ἁγιολόγιο Σ. Εὐστρατιάδη, σελ. 425).

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ὅσιος Ἰλαρίων ὁ Ἴβηρ, ὁ ἐν Θεσσαλονίκῃ 

Ἔζησε τὸν 9ο αἰώνα. Ἔπαιξε σπουδαῖο ρόλο στὴ θρησκευτικὴ ζωὴ τοῦ τόπου του (Γεωργία).

Ταξίδευσε στοὺς Ἁγίους Τόπους, στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ στὴν Βιθυνία, ὅπου γνωρίστηκε μὲ ἄλλους πνευματικοὺς πατέρες.

Κατόπιν ταξίδευσε στὴ Ρώμη διὰ Θεσσαλονίκης, ὅπου ἔκανε θαύματα. Ἐπανερχόμενος ἔμεινε στὴ Θεσσαλονίκη, ὅπου ἔκτισε καὶ ἱερὸ ναὸ τὸ 870.
Τὸ ἔργο του, ποὺ ἦταν κυρίως διδακτικό, ὑπῆρξε ἐξαιρετικὸ γιὰ τοὺς Θεσσαλονικεῖς. Πέθανε τὸ 875.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ἅγιος Πλάτωνας καταγόταν ἀπὸ τὴν Ἄγκυρα τῆς Γαλατίας τῆς Μ. Ἀσίας, καὶ ἦταν ἀδελφὸς τοῦ μάρτυρα Ἀντιόχου.

Σὲ νεαρὴ ἡλικία τὸν συνέλαβαν οἱ εἰδωλολάτρες, διότι διακήρυττε τὴν πίστη του στὸν Ἰησοῦ Χριστὸ καὶ τὸν ὁδήγησαν μπροστὰ στὸν ἡγεμόνα Ἀγριππίνο. Ὁ Ἀγριππίνος βλέποντας τὴν ὡραιότητα τοῦ νέου καὶ γνωρίζοντας ὅτι κατεῖχε περιουσία, προσπάθησε νὰ τὸν ἑλκύσει μὲ κολακεῖες. Ὅμως ὁ Ἅγιος Πλάτων ἀρνήθηκε καὶ συνέχισε νὰ διακηρύττει τὴν πίστη του στὸν ἕναν καὶ μοναδικὸ Θεό. Ἀφοῦ ὁ ἡγεμόνας εἶδε ὅτι δὲν κατάφερε νὰ τὸν ἀλλαξοπιστήσει δελεάζοντάς τον, τὸν ἀπείλησε μὲ μαρτύρια.

Παρ’ ὅλα ταῦτα ὁ Ἅγιος Πλάτων παρέμεινε σταθερὸς στὴν πίστη του. Ἔτσι ὁ Ἀγριππίνας διέταξε νὰ τὸν μαστιγώσουν ἀνελέητα καὶ ὕστερα νὰ τὸν βασανίσουν μὲ πυρωμένες ράβδους. Ὁ Ἅγιος διατήρησε ὅλη του τὴν πίστη καὶ δὲν ἔπαψε νὰ ὁμολογεῖ τὸν Ἰησοῦ Χριστό, γι’ αὐτὸ διατάχθηκε ὁ ἀποκεφαλισμός του.
Ἔτσι λοιπὸν ὁ Ἅγιος μεγαλομάρτυρας Πλάτωνας παρέδωσε τὸ πνεῦμα του στὸν Κύριο καὶ τιμήθηκε μὲ τὸ ἀμάραντο στέφανο τοῦ μαρτυρίου.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.

Πλατυνόμενος, ἀγάπῃ θείᾳ, τὴν φερώνυμον, κλῆσίν σου Μάρτυς, τῇ ἀθλήσει ἀληθεύουσαν ἔδειξας· καὶ μαρτυρίου ἀνύσας τὸν δίαυλον, μαρτυρικῆς ἠξιώθης λαμπρότητος. Πλάτων ἔνδοξε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

 

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον. Ἦχος α’. Χορὸς Ἀγγελικός.
Δυὰς ἡ εὐκλεής, τῶν κλεινῶν Ἀθλοφόρων, ἐδόξασε λαμπρῶς, τὴν Ἁγίαν Τριάδα, ὁ Πλάτων ὁ ἔνδοξος, Ρωμανός τε ὁ ἔνθεος, ἐναθλήσαντες, καὶ τὸν ἐχθρὸν καθελόντες· ὅθεν πάντοτε, ὑπὲρ ἡμῶν δυσωποῦσι, τὸν μόνον Φιλάνθρωπον.

 

Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.

Ἐν τῷ πλάτει Ἄγιε, τῶν σῶν ἀγώνων, τοῦ ἐχθροῦ ἐστένωσας, πᾶσαν ὀλέθριον ἰσχύν, καὶ χάριν νέμεις τοῖς ψάλλουσι· χαίροις ὦ Πλάτων Μαρτύρων ὡράϊσμα.

 

Ἕτερον Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Ὡς ὁπλῖται ἄριστοι, τῆς ἀληθείας, τὸν τοῦ ψεύδους ἄρχοντα, κατετροπώσασθε στερρῶς, σὺν Ῥωμανῷ Πλάτων ἔνδοξε, τῆς εὐσεβείας τὸν λόγον κηρύξαντες.

 

Μεγαλυνάριον.
Πλάτος εὐσεβείας διατρανοῖ, Πλάτων ὁ θεόφρων, τῇ στενώσει τῶν αἰκισμῶν, πίστεως δὲ ῥώμην, ὁ Ῥωμανὸς ἐκλάμπει, καὶ ἄμφω τὸ τοῦ Λόγου, πάθος δοξάζουσι.

Ὁ Ἅγιος Ῥωμανός 

Ἔζησε στὶς ἀρχὲς τοῦ 4ου αἰώνα μ.Χ. Ἐπειδὴ ὁ ἔπαρχος Ἀντιοχείας Ἀσκληπιάδης φώναζε καὶ βλασφημοῦσε κατὰ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἡ πιστὴ καρδιὰ τοῦ Ῥωμανοῦ πῆρε φωτιὰ ἀπὸ ἱερὴ ἀγανάκτηση ἐναντίον του.

Καὶ κάποια μέρα, καιροφυλάκτησε τὴν στιγμὴ ποὺ ὁ ἔπαρχος θὰ ἔμπαινε στὸ ναὸ τῶν εἰδώλων, καὶ τοῦ εἶπε κατὰ πρόσωπο: «τὰ εἴδωλα δὲν εἶναι θεοί». Ὀργισμένος ὁ εἰδωλολάτρης ἄρχοντας, διέταξε καὶ ἔκοψαν τὴ γλώσσα τοῦ Ῥωμανοῦ. Ἀλλὰ ὁ Θεὸς μὲ θαῦμα, διατήρησε τὴν λαλιὰ στὸν Ῥωμανὸ καὶ χωρὶς τὴν γλώσσα του. Ἔτσι ὅταν τὸν ἔκλεισαν στὴν φυλακὴ κήρυττε τὸν Χριστὸ στοὺς δεσμοφύλακες.
Οἱ εἰδωλολάτρες, ἐπειδὴ δὲν μποροῦσαν νὰ ἀντέξουν σ’ αὐτὰ τὰ θαύματα, ἔπνιξαν τὸν γενναῖο μάρτυρα (τὸ 304 μ.Χ.). Ἀλλὰ ἡ ἀλήθεια δὲν πνίγεται. Ἀντίθετα οἱ διωγμοὶ ἐπιταχύνουν τὸν θρίαμβό της. Καὶ δὲν πέρασαν πολλοὶ αἰῶνες καὶ τὰ εἴδωλα ἔπεσαν σ’ ὅλη τὴν ρωμαϊκὴ αὐτοκρατορία, κατὰ τὸν ἀληθινὸ λόγο τοῦ Ῥωμανοῦ, ποὺ φωνάζει καὶ στὴν ἐποχὴ τῶν σύγχρονων εἰδώλων, ὅτι «τὰ εἴδωλα δὲν εἶναι θεοί».

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος α’. Χορὸς Ἀγγελικός.
Δυὰς ἡ εὐκλεής, τῶν κλεινῶν Ἀθλοφόρων, ἐδόξασε λαμπρῶς, τὴν Ἁγίαν Τριάδα, ὁ Πλάτων ὁ ἔνδοξος, Ρωμανός τε ὁ ἔνθεος, ἐναθλήσαντες, καὶ τὸν ἐχθρὸν καθελόντες· ὅθεν πάντοτε, ὑπὲρ ἡμῶν δυσωποῦσι, τὸν μόνον Φιλάνθρωπον.

 

Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Ὡς ὁπλῖται ἄριστοι, τῆς ἀληθείας, τὸν τοῦ ψεύδους ἄρχοντα, κατετροπώσασθε στερρῶς, σὺν Ῥωμανῷ Πλάτων ἔνδοξε, τῆς εὐσεβείας τὸν λόγον κηρύξαντες.

 

Μεγαλυνάριον.
Πλάτος εὐσεβείας διατρανοῖ, Πλάτων ὁ θεόφρων, τῇ στενώσει τῶν αἰκισμῶν, πίστεως δὲ ῥώμην, ὁ Ῥωμανὸς ἐκλάμπει, καὶ ἄμφω τὸ τοῦ Λόγου, πάθος δοξάζουσι.

Τὸ Ἅγιο Νήπιο 

Τὸ Ἅγιο αὐτὸ νήπιο, ρωτήθηκε ἀπὸ τὸν ἔπαρχο ποιὸ Θεὸ πιστεύει καὶ ἀπάντησε θαυματουργικὰ μὲ καθαρὴ φωνητικὴ ἄρθρωση, τὸν Χριστό. Τότε ἀμέσως ἀποκεφαλίστηκε.
(Αὐτὸ συνέβη ὅταν ὁ Ἅγιος Ῥωμανὸς εἶπε στὸν ἡγεμόνα Ἀσκληπιάδη, ὅτι καὶ τὰ παιδιὰ ἀκόμα γνωρίζουν ὅτι τὰ εἴδωλα δὲν εἶναι θεοί).

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ἅγιος Ῥωμανὸς ὁ Μάρτυρας ἀπὸ τὴν Παλαιστίνη 

Ἦταν Διάκονος τῆς Ἐκκλησίας στὴν Καισαρεία τῆς Παλαιστίνης καὶ μαρτύρησε στὰ χρόνια του Διοκλητιανοῦ τὸ 298 στὴν Ἀντιόχεια. Αὐτὸς λοιπὸν ἐνθάρρυνε τοὺς Χριστιανούς, κατὰ τὴν διάρκεια τοῦ μαρτυρίου νὰ ὁμολογοῦν τὸν Χριστό.

Τότε ἀμέσως συνελήφθη καὶ καταδικάστηκε νὰ καεῖ ζωντανός. Ὁ Διοκλητιανὸς ὅμως, διέταξε νὰ τοῦ κόψουν τὴ γλώσσα. Ἀλλὰ ὁ Ἅγιος, διὰ θαύματος μιλοῦσε καὶ ἐνθάρρυνε τοὺς χριστιανοὺς ἀκόμα ἐντονότερα.

Μπροστὰ σ’ αὐτὴ τὴν κατάσταση, τὸν φυλάκισαν καὶ μέσα στὴ φυλακὴ τὸν ἔπνιξαν, τυλίγοντας σφιχτὰ στὸν λαιμό του ἕνα σχοινὶ καὶ ἔτσι ἔλαβε τὸ στεφάνι τοῦ μαρτυρίου.
(Διαπιστώνουμε ἐδῶ, ὅτι τὸ μαρτύριο τοῦ Ἁγίου αὐτοῦ συγχέεται μὲ αὐτὸ τοῦ Ἅγίου Ῥωμανοῦ ποὺ ἑορτάζει τὴν ἴδια ἡμέρα καὶ πολὺ πιθανὸν νὰ πρόκειται γιὰ τὸ ἴδιο πρόσωπο).

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Οἱ Ἅγιοι Ζακχαῖος καὶ Ἀλφαῖος 

Ὁ Ζακχαῖος, ποὺ ἦταν Διάκονος τῆς Ἐκκλησίας τῶν Γαδείρων (μικρὸ νησὶ τῆς Ἱσπανίας, ποὺ βρίσκεται στὸν Ἀτλαντικὸ καὶ πολὺ κοντὰ στὴν στεριὰ τῆς Ἱσπανίας), σύρθηκε ἁλυσοδεμένος στὸ κριτήριο τῶν εἰδωλολατρῶν καὶ ὁμολόγησε μὲ θάρρος τὸν Χριστό.

Τότε βασανίστηκε σκληρὰ καὶ ρίχτηκε στὴ φυλακή, τοποθετημένος γιὰ τέσσερα ἡμερονύκτια πάνω σὲ εἰδικὸ βασανιστικὸ ξύλο. Κατόπιν ἔφεραν στὸ κριτήριο τὸν Ἀλφαῖο, ποὺ ἦταν γεμάτος Πνεύματος Ἁγίου καὶ τοῦ ξέσχισαν τὶς πλευρές. Ἔπειτα ἔκαψαν τὶς πληγές του καὶ τὸν ἔριξαν στὴ φυλακή, ὅπως καὶ τὸν συναγωνιστή του Ζακχαῖο.
Τὴν ἑπομένη τοὺς ἀποκεφάλισαν (307 μ.Χ.) καὶ ἔτσι οἱ Ἁγίες ψυχές τους πέταξαν στὸν θρόνο τοῦ Θεοῦ.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ὅσιος Βασίλειος

Τὴν μνήμη του βρίσκουμε μόνο στὸν Παρισινὸ Κώδικα 1578 χωρὶς κάποια ἄλλη προσθήκη.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ἅγιος Ἀναστάσιος ὁ Νεομάρτυρας 

Καταγόταν ἀπὸ τὴν Παραμυθιὰ τῆς Ἠπείρου. Κατὰ τὴν ἐποχὴ τοῦ θέρους, βρισκόταν μαζὶ μὲ τὴν ἀδελφή του καθὼς καὶ μὲ ἄλλους χριστιανοὺς στοὺς ἀγρούς. Ἐκεῖ λοιπόν, ἦλθε σὲ συμπλοκὴ μὲ κάποιους Τούρκους, ποὺ ἐπιτέθηκαν μὲ κακὸ σκοπὸ στὴν ἀδελφή του.

Τότε οἱ Τοῦρκοι, προσβληθέντες ἀπὸ τὴν συμπλοκὴ αὐτή, συκοφάντησαν τὸν Ἀναστάσιο στὸν πασᾶ, ὅτι δῆθεν ἔδωσε λόγο νὰ ἀλλάξει τὴν πίστη του. Ὁ πασᾶς τὸν συνέλαβε καὶ τὸν πίεζε νὰ ἀλλαξοπιστήσει. Στὶς προτάσεις τοῦ πασᾶ ὁ Ἀναστάσιος ἀπάντησε: «Ποτὲ δὲν ἔδωσα τέτοιο λόγο. Χριστιανὸς γεννήθηκα, χριστιανὸς καὶ θὰ πεθάνω μὲ τὴν βοήθεια τοῦ Χριστοῦ μου. Ὅσο γιὰ τὰ ἀγαθὰ ποὺ μοῦ ὑπόσχεσαι δὲν ἐνδιαφέρομαι καθόλου, διότι ἔχω πολλὰ ἀγαθὰ αἰώνια, ποὺ βρίσκονται στοὺς οὐρανοὺς καὶ δὲν ἔχουν καμιὰ σύγκριση μὲ τὰ παρόντα». Μὲ τὰ λόγια αὐτὰ ὁ Ἀναστάσιος, κατόρθωσε καὶ ἔκανε χριστιανὸ τὸν γιὸ τοῦ πασᾶ, Μούσα ὀνομαζόμενο (κάποιες πληροφορίες ἀναφέρουν ὅτι μετονομάστηκε Δημήτριος καὶ μάλιστα μαρτύρησε γιὰ τὸν Χριστό).

Ὁ δὲ Ἅγιος, ἀφοῦ βασανίστηκε μέσα στὴν φυλακὴ μὲ τὸν πιὸ φρικτὸ τρόπο, τελικὰ ἀποκεφαλίστηκε ἔξω ἀπὸ τὴν Παραμυθιὰ κοντὰ σ’ ἕνα Μοναστήρι στὶς 18 Νοεμβρίου 1750.
Τὸ ἱερὸ λείψανό του ἐνταφίασαν μὲ τιμὲς οἱ μοναχοί του Μοναστηριοῦ αὐτοῦ.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Γεννήθηκε περίπου τὸ 210 μὲ 215 μ.Χ. Οἱ γονεῖς του ἦταν εἰδωλολάτρες καὶ εἶχαν μεγάλη κοινωνικὴ θέση στὴ Νεοκαισάρεια τοῦ Πόντου. Μετὰ τὴν στοιχειώδη ἐκπαίδευσή του, ὁ Γρηγόριος μαζὶ μὲ τὸν ἀδελφό του Ἀθηνόδωρο πῆγαν στὴ Βηρυτὸ γιὰ νὰ σπουδάσουν νομικά.

Ὁ Θεὸς ὅμως εἶχε ἄλλα σχέδια γιὰ τὸ Γρηγόριο. Ὅταν περνοῦσε ἀπὸ τὴν Καισαρεία, ἄκουσε τὸ δεινὸ ἑρμηνευτή τῶν Γραφῶν, Ὠριγένη. Ὁ Γρηγόριος τόσο πολὺ ἐνθουσιάστηκε μαζί του, ὥστε ἄφησε τὰ νομικὰ καὶ διετέλεσε ἐπὶ χρόνια μαθητής του.

Κατόπιν πῆγε στὴν Ἀλεξάνδρεια, καὶ ἀπὸ ἐκεῖ ἐπέστρεψε στὴ Νεοκαισάρεια μὲ πλήρη θεολογικὴ μόρφωση καὶ ἅγιο ζῆλο. Τότε ὁ Μητροπολίτης Ἀμασείας Φαίδημος διέκρινε τὰ χαρίσματά του καὶ τὸν ἔκανε ἐπίσκοπο Νεοκαισαρείας.

Ἡ ἐπισκοπὴ αὐτὴ εἶχε μόνο 17 χριστιανούς! Ὁ Γρηγόριος, ὅμως, δὲν τὸ θεώρησε ὑποτιμητικό. Βασιζόταν πολὺ στὴν δύναμη τῆς θείας χάριτος καὶ πάντα εἶχε στὸ μυαλό του τὰ ἐνθαρρυντικὰ λόγια τοῦ θείου Παύλου: «Νὰ ἐνδυναμώνεσαι μὲ τὴν χάρη ποὺ μᾶς δίνεται ἀπὸ τὴν σχέση καὶ τὴν ἕνωσή μας μὲ τὸν Ἰησοῦ Χριστό». Πράγματι, μὲ τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ, ὁ Γρηγόριος ἔκανε καταπληκτικὸ ἀγώνα καὶ ἐκχριστιάνισε σχεδὸν ὅλη τὴν πόλη. Καὶ ἐνῶ εἶχε παραλάβει 17 χριστιανούς, ὅταν πέθανε εἰρηνικὰ στὰ τέλη τοῦ 270 μ.Χ. εἶχαν ἀπομείνει στὴν ἐπισκοπική του περιφέρεια μόνο 17 εἰδωλολάτρες!
Ὑπῆρξε δὲ τόσο ἐγκρατὴς στὴ γλώσσα του, ὥστε δὲν βγῆκε ἀπ’ αὐτὴν κανένας κακός, περιττὸς ἢ ἀργὸς λόγος. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Θεὸς τὸν κόσμησε καὶ μὲ τὸ χάρισμα τῆς θαυματουργίας.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. δ’.
Ἐν προσευχαῖς γρηγορῶν, ταῖς τῶν θαυμάτων ἐργασίαις ἐγκαρτερῶν, ἐπωνυμίαν ἐκτήσω τὰ κατορθώματα. Ἀλλὰ πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, Πάτερ Γρηγόριε, φωτίσαι τὰς ψυχὰς ἡμῶν, μήποτε ὑπνώσωμεν ἐν ἁμαρτίαις εἰς θάνατον.

 

Κοντάκιον. Ἦχος β’. Τὰ ἄνω ζητῶν.

Θαυμάτων πολλῶν, δεξάμενος ἐνέργειαν, σημείοις φρικτοῖς, τοὺς δαίμονας ἐπτόησας, καὶ τὰς νόσους ἤλασας, τῶν ἀνθρώπων πάνσοφε Γρηγόριε· διὸ καλῇ θαυματουργός, τὴν κλῆσιν ἐξ ἔργων κομισάμενος.

 

Ἕτερον Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ’. Τῇ ὑπερμάχῳ.

Ὡς εὐσεβείας ὑποφήτην καὶ διδάσκαλον

Καὶ τῶν θαυμάτων ποταμόν σε ἀνεξάντλητον

Μακαρίζομεν οἱ δοῦλοί σου Ἱεράρχα.

Ἀλλ’ ὡς ἔχων παρρησίαν πρὸς τὸν Κύριον

Ἐκ παντοίων ἀπολύτρωσαι κακώσεων
Τοὺς βοῶντάς σοι, χαίροις Πάτερ Γρηγόριε.

 

Μεγαλυνάριον.
Τῇ φιλοσοφίᾳ πρὸς ἀληθῆ, γνῶσιν κεχρημένος, οἷα κλίμακι νοητῇ, πρὸς θεολογίας, ἀνέδραμες τὸ ὕψος, Γρηγόριε θαυμάτων, καινῶν διάκονε.

Ὁ Ὅσιος Λάζαρος ὁ Ζωγράφος 

Ὁ Ὅσιος Λάζαρος ἀπὸ τὴν παιδική του ἡλικία, ἀσπάστηκε τὸν μοναχικὸ βίο. Ἔμαθε τὴν ζωγραφικὴ τέχνη καὶ τὴν ἄσκησε σὰν ἐπάγγελμα. Φρόντισε ἀπὸ νεαρὴ ἡλικία νὰ σκληραγωγήσει τὸν ἑαυτό του καὶ νὰ μάθει τὴν ἐγκράτεια. Ἦταν ἐλεήμων μὲ τοὺς ἄπορους καὶ ὅσους εἶχαν τὴν ἀνάγκη τῆς βοήθειάς του.

Ἔτσι λοιπόν, διακρινόμενος γιὰ τὴν βαθιά του πίστη καὶ τὸν πλοῦτο τῶν ἀρετῶν του, τιμήθηκε μὲ τὸ ἀξίωμα τῆς ἱεροσύνης. Ὅταν ὁ Ἅγιος χειροτονήθηκε ἱερέας, ἄρχισε σκληροὺς ἀγῶνες ἐνάντια σὲ ὅλες τὶς αἱρέσεις. Ὑπέστη πολλὲς διώξεις καὶ θλίψεις ἀπὸ τοὺς ὀπαδοὺς τῶν αἱρέσεων Εὐτυχοῦς, Νεστορίου καὶ Διοσκόρου, καὶ ὄχι μόνο ἀπὸ αὐτοὺς ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τοὺς ἄθεους εἰκονομάχους.

Ὁ Ὅσιος ἦταν τόσο ἔνθερμος ὑποστηρικτὴς τῆς πίστεως ποὺ στάλθηκε στὴν Ρώμη γιὰ νὰ ἀγωνιστεῖ γιὰ τὰ ἀποστολικὰ καὶ πατρικὰ δόγματα. Ἐπέστρεψε μὲ μεγάλες ἐπιτυχίες ἀπὸ τὴ Ρώμη, στὴν Κωνσταντινούπολη.
Πηγαίνοντας πάλι στὴ Ρώμη γιὰ τοὺς ἀγῶνες του, ἀρρώστησε στὸ μέσο της πορείας του. Ἔτσι ἀπεβίωσε ἐν εἰρήνῃ. Τὸ τίμιο σῶμά του ἀνακομίστηκε καὶ ἐνταφιάστηκε στὴν Ι. Μ. τοῦ Εὐάνδρου.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Οἱ Ὅσιοι Ζαχαρίας καὶ Ἰωάννης 

Οἱ δύο αὐτοὶ Ὅσιοι ἀναφέρονται σὲ κάποια διήγηση, κατὰ τὴν ὁποία ὁ Ἰωάννης εἶδε τὸν Ζαχαρία, ὁ ὁποῖος ἦταν σκυτοτόμος* νὰ βγαίνει ἀπὸ τὸ Ναὸ τῆς Ἁγίας Σοφίας συνοδευμένο ἀπὸ θεῖο φῶς. Τὸν ἀκολούθησε στὸ σπίτι του καὶ ἔμαθε ὅτι, ἂν καὶ ἦταν παντρεμένος, ζοῦσε μὲ παρθενία καὶ σωφροσύνη, καὶ ὅσα κέρδιζε ἀπὸ τὴν τέχνη του, τὰ μισὰ τὰ ἔδινε στοὺς φτωχοὺς καὶ ὅτι ἔζησε ζωὴ θεοφιλὴ (7ος αἰ. μ.Χ.).

Γιὰ τὸν Ἰωάννη λέγεται, ὅτι ἦταν πλούσιος καὶ ἀξιωματοῦχος. Περιφρόνησε ὅμως τὰ ἐγκόσμια καὶ ζοῦσε ζωὴ ἁπλὴ καὶ ἀσκητική, συχνάζοντας κάθε μέρα στοὺς ναούς, ὅπου ἔτυχε νὰ συναντήσει καὶ τὸν πιὸ πάνω σκυτοτόμο Ζαχαρία.

 
*Σκυτοτόμος: σανδαλοποιός, ράπτης δερμάτων, κάτι παρόμοιο καὶ μεταξὺ σημερινοῦ τσαγκάρη καὶ τεχνίτη κατεργασίας καὶ μεταποίησης δερματίνων εἰδῶν.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ὅσιος Λογγῖνος

Ἦταν ἕνας ἀπὸ τοὺς λόγιους καὶ σοφοὺς τῆς ἐρήμου ἀσκητές. Κάποια σοφὰ ἀποφθέγματά του, περιλαμβάνονται στὸν Εὐεργετινό, ὅπου ὁ Λογγῖνος ρωτᾶ τὸν Ἀββᾶ Λούκια γιὰ διάφορα ζητήματα.
Ὁ Ὅσιος Λογγῖνος ἀπεβίωσε εἰρηνικά.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Οἱ Ἅγιοι Γεννάδιος καὶ Μάξιμος Πατριάρχες Κωνσταντινουπόλεως 

«Πολλοὶ τὸν πλοῦτον ἐμίσησαν, τὴν δὲ δόξαν οὐδείς» λένε κι ἐπαναλαμβάνουν συνήθως οἱ ἄνθρωποι, σὰν θέλουν νὰ τονίσουν τὴν τεράστια δύναμη ποὺ τὰ κοσμικὰ μεγαλεῖα καὶ ἡ ἀγάπη τῆς δόξας ἔχουν πάνω στὴν ἀνθρώπινη καρδιά. Καὶ ὅμως ὁ Ἅγιος Γεννάδιος, μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Χριστοῦ ποὺ ἀγάπησε μὲ τὴν ψυχή του, ξεπέρασε τὸ μεγάλο καὶ ἀχόρταστο τοῦτο πάθος καὶ νίκησε. Μιὰ γρήγορη ματιὰ στοὺς πιὸ σημαντικοὺς σταθμοὺς τῆς ζωῆς του θὰ μᾶς τὸ ἀποδείξει. Ἀλλὰ καὶ μία προσεκτικὴ μελέτη τούτων θὰ μᾶς βοηθήσει νὰ ἐκτιμήσουμε περισσότερο τὸ ψυχικὸ μεγαλεῖο του.

 

Ποιὰ ἦταν ἡ ἰδιαίτερη πατρίδα τοῦ Ἁγίου δὲν γνωρίζουμε οὔτε καὶ ποιὰ ἡ καταγωγή του. Ἐκεῖνο, ποὺ γνωρίζουμε εἶναι, πὼς αὐτὸς ἤκμασε στὰ τελευταῖα χρόνια τῆς βασιλείας τοῦ αὐτοκράτορα Λέοντος Α’ τοῦ γνωστοῦ καὶ μὲ τὸ ἐπώνυμο τοῦ Μακέλλη (457 – 474 μ.Χ.). Ἐπίσης ὅτι ἦταν σύγχρονος τῶν μεγάλων ἀσκητῶν Δανιὴλ τοῦ Στυλίτη, ποὺ ἔζησε τριάντα τρία χρόνια πάνω σ’ ἕναν στυλό, καὶ τοῦ Ἀνδρέα τοῦ διὰ Χριστὸν Σαλοῦ. Ὁ σεμνὸς ἐγκωμιαστής του, ὁ γλυκύτατος τῆς Κύπρου Ἅγιος, ὁ μακάριος Νεόφυτος ἀναφέρει πὼς ὁ «γενναῖος Γεννάδιος ἣν πρεσβύτερος τῆς μεγάλης Ἐκκλησίας». Καὶ ἀκόμη πὼς στὴν ἕδρα τῆς Βυζαντινῆς αὐτοκρατορίας, τὴν ξακουστὴ Πόλη ὅπου ζοῦσε ἀπὸ νωρὶς διακρίθηκε γιὰ τὴν ταπεινοφροσύνη καὶ τὴ σεμνότητα τοῦ βίου του, μὰ καὶ τὴ μεγάλη του ἐξυπνάδα καὶ ἀρετή. Τὸ παράδειγμα τῆς ζωῆς τῶν ἁγίων πατέρων καὶ ὁσίων της Ἐκκλησίας μας ποὺ παρακολουθοῦσε καὶ μὲ προσοχὴ μελετοῦσε, πολὺ τὸν συγκινοῦσε καὶ μὲ πόθο βαθὺ ἀγωνιζόταν νὰ τὸ μιμηθεῖ. Ἡ ψυχή του φλεγόταν ἀπὸ τὴν ἱερὴ ἐπιθυμία νὰ ἀφιερωθεῖ καὶ αὐτὸς στὸν Θεὸ καὶ νὰ βαδίσει τὸν δρόμο ποὺ ὁδηγεῖ στὴν ἠθικὴ τελειότητα. Τὸ εὐαγγελικὸ «ἔσεσθε οὒν ὑμεῖς τέλειοι, ὥσπερ ὁ Πατὴρ ὑμῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς τέλειος ἐστίν» (Ματθ. ε’ 48), δηλαδὴ ἀγωνισθεῖτε νὰ γίνετε τέλειοι, ὅπως τέλειος εἶναι κι ὁ Πατέρας σας ὁ οὐράνιος, κυκλοφοροῦσε διαρκῶς καὶ ἔντονα στὴν σκέψη του. Καὶ τὸν συγκινοῦσε. Καὶ τὸν γοήτευε. Καὶ τὸν παρορμοῦσε νὰ εἶναι προσεκτικὸς καὶ ν’ ἀγωνίζεται σκληρά, γιὰ νὰ προχωρεῖ κάθε μέρα καὶ πιὸ πετυχημένα στὴν καλλιέργεια τοῦ χαρακτήρα του. Καὶ τὸ ἀποτέλεσμα τῶν κόπων καὶ τῶν προσπαθειῶν του παρουσιαζόταν κάθε τόσο καὶ πιὸ πλούσιο σ’ εὐλογίες. Ἡ προκοπή του στὴν ἄσκηση μεγάλωνε σταθερὰ καὶ ἡ ἀρετή του σὰν πολύεδρο διαμάντι σκορποῦσε γύρω καὶ παντοῦ τὴν λάμψη καὶ τὴν μαρτυρία μίας λαμπρῆς καὶ ζηλευτῆς πολιτείας. Μίας πολιτείας τόσο ὑπέροχης, ὥστε ὁ χρονογράφος Εὐφραίμιος νὰ τὸν χαρακτηρίζει «τύπον εὐσέβειας καὶ παντὸς κάλου».

 

Αὐτὴ ἡ λάμψη τῆς ἀρετῆς του ποὺ ἀκτινοβολοῦσε τὸν ὑπέροχο χαρακτήρα του καὶ τὴν ἐξαίρετη ἀνθρωπιά του, ἔγινε αἰτία, (ὥστε Βασιλιὰς καὶ Σύγκλητος καὶ κλῆρος καὶ λαὸς σ’ αὐτὸν νὰ στραφοῦν μόλις πέθανε ὁ τότε Πατριάρχης Ἀνατολίας, καὶ αὐτὸν νὰ ὑποδείξουν καὶ νὰ καλέσουν ὡς τὸν μόνο κατάλληλο, γιὰ ν’ ἀναλάβει στὰ στιβαρὰ χέρια του τὸ πηδάλιο τῆς χειμαζόμενης Ἐκκλησίας. Καὶ δικαιώθηκαν.

 

Στὴν ἅγια μορφὴ τοῦ ἱεροῦ Γενναδίου ὁ πιστὸς λαὸς τῆς Βασιλεύουσας βρῆκε τὸν ἄξιο καὶ στοργικὸ ποιμένα του. Γιὰ δέκα τρία χρόνια καὶ δυὸ μῆνες (458 – 471) ὁ συνετὸς καὶ φλογερὸς Ἱεράρχης ἀνέλαβε καὶ διεξήγαγε ἕνα σταθερὸ καὶ ἀσταμάτητο ἀγώνα γιὰ τὴν πνευματικὴ ἄνοδο τοῦ ποιμνίου του, τὴν φύλαξή του ἀπὸ τὶς αἱρέσεις καὶ τὴν προσήλωσή του στὴν ὀρθὴ πίστη τῶν Πατέρων. Στὸ πρόσωπό του εἶδαν καὶ βρῆκαν ὅλοι τὸν ἀκούραστο καὶ ἄγρυπνο πατέρα, ποὺ ἤξερε νὰ ἀναλίσκεται σὰν λαμπάδα γιὰ νὰ φωτίζει μὲ τὸ παράδειγμά του, νὰ θερμαίνει μὲ τὴν ἀγάπη του καὶ νὰ γλυκαίνει μὲ τὰ λόγια καὶ τὶς περιποιήσεις του τὸν πόνο τοῦ λαοῦ του.

 

Τὸ χριστιανικὸ καὶ βιβλικὸ κήρυγμά του ἀπευθυνόταν πρὸς ὅλους. Καὶ ἦταν ἄλλοτε εἰρηνικὸ καὶ γαλήνιο κι ἄλλοτε ἐλεγκτικό: Εἰρηνικὸ καὶ γαλήνιο πρὸς τὸν πιστὸ καὶ ἀφοσιωμένο λαό, ποὺ μὲ δίψα ἔτρεχε ν’ ἀκούσει καὶ νὰ ὠφεληθεῖ ἀπὸ τὰ λόγια οἰκοδομῆς καὶ παρηγοριᾶς, ποὺ τοῦ πρόσφερε ὁ φιλόστοργος πατέρας. Ἐλεγκτικὸ καὶ αὐστηρὸ σ’ ἐκείνους ποὺ παρανομοῦσαν, ὁποιοιδήποτε καὶ ἂν ἦταν αὐτοί, καὶ ζητοῦσαν νὰ κατασκανδαλίσουν τὸν ἀθῶο καὶ πονεμένο λαό.

 

Ἡ μέριμνα καὶ ἡ φροντίδα του γιὰ τὸ ποίμνιό του τὸν συνεῖχε μέρα καὶ νύχτα. Ἡ διακήρυξη τοῦ θείου Παύλου «τὶς ἀσθενεῖ καὶ οὐκ ἀσθενῶ; τὶς σκανδαλίζεται, καὶ οὐκ ἐγὼ πυροῦμαι» (Β’ Κοριν. ια’ 29), ἦταν καὶ δική του. Πολλὲς φορὲς ὁ ὕπνος ἀρνιόταν νὰ τὸν ἐπισκεφθεῖ καὶ νὰ κλείσει τὰ βλέφαρά του, σὰν θυμόταν πὼς μερικὰ ἀπὸ τὰ πνευματικὰ παιδιά του δὲν εἶχαν τὸ ἀνάλογο φόρεμα τῆς πίστεως καὶ τῆς χριστιανικῆς ἐλπίδος καὶ ἀγάπης. Ἢ σὰν ἄκουε πὼς κάποιος αἱρετικὸς εἶχε γλιστρήσει ἀνάμεσα στοὺς χριστιανούς του καὶ ἀπειλοῦσε νὰ τοὺς παρασύρει καὶ τοὺς ἀποκόψει ἀπὸ τὴν μάνδρα τῆς Ὀρθοδοξίας. Γνώριζε ὁ ἄγρυπνος καὶ πολύπειρος ἱεράρχης, πὼς ὁ χρόνος ποὺ πέρασε εἶχε σκορπίσει πολλὰ ξένα σώματα στὸ καθαρὸ καὶ ἄδολο χρυσάφι τῆς διδασκαλίας τοῦ Χριστοῦ. Οἱ αἱρετικοὶ μὲ πεῖσμα καὶ φανατισμό, μὰ καὶ ἔντεχνα εἶχαν κατορθώσει ἀπὸ καιρὸ νὰ σπείρουν τὰ ζιζάνια τῆς πλάνης τους στὸν ἀγρὸ τῆς «μίας, ἁγίας, καθολικῆς καὶ ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας». Ὅμως ὁ φρόνιμος καὶ φιλόπονος οἰκονόμος τῶν Μυστηρίων τοῦ θεοῦ, ποὺ εἶχε βαθιὰ ἐπίγνωση τῆς ἀποστολῆς καὶ τῶν ὑποχρεώσεών του ἔναντι τῶν ψυχῶν τοῦ ποιμνίου του, ἀκούραστος πάντα καὶ μὲ ζῆλο ἀποστολικὸ δίδασκε κάθε μέρα καὶ νουθετοῦσε τὸν λαό του στὴν ὀρθὴ πίστη. Ὡς δόκιμος καὶ καλὸς γεωργὸς φρόντιζε νὰ περιποιεῖται καὶ νὰ κρατᾶ τὸ «γεώργιόν» του μακριὰ ἀπὸ τὶς ἐπιβουλὲς τῶν κακῶν γεωργῶν, ποὺ σὰν λύκοι μὲ ἔνδυμα προβάτου ἐρχόντουσαν νὰ σκορπίσουν τὰ ζιζάνια τῶν αἱρέσεών τους στὸν ὀρθόδοξο χριστιανικὸ ἀγρό.

 

Τέτοιοι κακοὶ γεωργοὶ τὴν ἐποχὴ αὐτὴ ὑπῆρξαν μαζὶ μὲ ἄλλους οἱ ὀπαδοὶ τῆς παλαιᾶς αἱρέσεως τοῦ μονοφυσιτισμοῦ καὶ οἱ σιμωνιακοί. Ἡ λέξη προῆλθε ἀπὸ κάποιο Σίμωνα μάγο. Αὐτός, ὅπως μᾶς ἀναφέρουν αἱ Πράξεις (η’ 14 – 24), σὰν εἶδε ἐκεῖ στὴν Σαμάρεια ὅπου ζοῦσε τοὺς Ἀποστόλους Πέτρο καὶ Ἰωάννη νὰ μεταδίδουν μὲ τὴν ἐπίθεση τῶν χειρῶν τους ἐπάνω στοὺς νεοβαπτισθέντας χριστιανοὺς τὰ χαρίσματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, πλησίασε καὶ πρόσφερε χρήματα πολλὰ στοὺς Ἀποστόλους, γιὰ νὰ δώσουν καὶ σ’ αὐτὸν τοῦτο τὸ χάρισμα. Στὴν πρότασή του, ὁ Ἀπόστολος Πέτρος ἀπήντησε μὲ καυστικὴ δριμύτητα καὶ τὸν ἔδιωξε. Ἀπὸ τότε ὅσοι ζητοῦν μὲ χρήματα ν’ ἀγοράσουν τὴν δωρεὰ τοῦ Θεοῦ, καλοῦνται «σιμωνιακοί» καὶ ἡ πράξη τους «σιμωνία». Οἱ πρῶτοι μὲ τρόπο ὕπουλο ἀγωνίζονταν νὰ νοθεύσουν τὸ ὀρθὸ δόγμα. Οἱ δεύτεροι, γιὰ νὰ ἱκανοποιήσουν τὸ ἀχόρταγο πάθος τῆς φιλαργυρίας τους, πωλοῦσαν καὶ ἀγόραζαν τὸ ἀτίμητο ἀξίωμα τῆς ἱεροσύνης μὲ χρήματα. Γιὰ τοὺς πρώτους, ὁ καλὸς ποιμένας ἀνέλαβε συνεχὲς κήρυγμά των, γιὰ νὰ διαφωτίσει τὸ ποίμνιό του γιὰ τὴν ὀρθὴ θέση τῆς Ἐκκλησίας ἀπέναντι στὴν αἵρεση αὐτή. Γιὰ τοὺς δεύτερους κυκλοφόρησε τὴν γνωστὴ θεόσοφο Συνοδικὴ ἐγκύκλιο ἐπιστολή του μὲ τὴν ὁποία καταδικάζει τὴν πράξη καὶ ἀπαγορεύει στοὺς ἐπισκόπους νὰ χειροτονοῦν κατόπιν πληρωμὴς ἀναξίους ἐργάτες γιὰ τὸν ἀγρὸ τοῦ Κυρίου.

 

Ἡ ἐπιστολὴ αὐτὴ εἶναι στ’ ἀλήθεια ὑπέροχη, μὰ καὶ πολὺ αὐστηρή. Σ’ αὐτὴν μεταξὺ ἄλλων ἀναφέρονται καὶ τοῦτα. «Ἡμεῖς ἐν τούτῃ τῇ νέᾳ Ρώμῃ καὶ βασιλίδι μετὰ τῆς ἐνδημούσης ἡμῖν ἁγίας συνόδου ὁρίζομεν..., ὥστε δίχα πάσης ἐπινοίας καὶ προφάσεως καὶ σοφίσματος τὴν ἀσεβῆ ταύτην νόσον καὶ βδελυρὰν (ἐννοεῖ τὴν σιμωνία), παντελῶς ἐκκοπῆναι τῶν ἁγιωτάτων ἐκκλησιῶν τοῦ Θεοῦ, ὅπως ἀκαπηλεύτου καὶ καθαρὸς τῆς τοῦ χειροτονοῦντος χειρὸς γινομένης, ἄνωθεν καὶ ἡ καθαρά του Ἁγίου Πνεύματος Χάρις ἐπιφοιτώσα ἐκπληροὶ τὸν χειροτονούμενον, καὶ μὴ συστέλλεσθαι μᾶλλον ὡς ἤδη διὰ χρημάτων τῆς χειρὸς μολυνθείσης δεῖ γὰρ τοὺς χειροτονοῦντας ὑπηρέτας εἶναι τοῦ Πνεύματος καὶ μὴ πράτας τοῦ Πνεύματος καὶ χάριν εἶναι τὴν χάριν καὶ μηδαμῶς μεσιτεύειν ἀργύριον. Διὸ ἔστω τοὶ νῦν καὶ ἔστω ἀποκήρυκτος (ἀφορισμένος) καὶ πάσης ἱερατικῆς ἀξίας ἀλλότριος καὶ τὴν κατάρα τοῦ ἀναθέματος ὑποκείμενος ὁ τεκτώμενος καὶ ὁ διδοὺς αὐτὴν (τὴν ἱερατικὴ ἐξουσία) διὰ χρημάτων»... Λόγια φοβερά. Ἀλλὰ καὶ λόγια ἀξιοπρόσεκτα. Ὑπηρέτες τοῦ Ἁγίου Πνεύματος εἶναι οἱ ἐπίσκοποι ποὺ τελοῦν τὶς χειροτονίες. Ὑπηρέτες καὶ ὄχι ἔμποροι...

 

Μεγάλη ὑπόθεση τὸ μυστήριό της ἱεροσύνης. Πολὺ μεγάλη. Ὅπως λέγει καὶ κάποιος σύγχρονος θεολόγος, ξεχωριστὸς δάσκαλος τοῦ θείου λόγου καὶ δόκιμος χειριστὴς τοῦ καλάμου. «Ἡ ἱεροσύνη δὲν εἶναι ἀξίωμα, ποὺ προμηθεύει ματαίαν δόξαν δὲν εἶναι θέσις ποὺ ἐξασφαλίζει προσόδους δὲν εἶναι ἐπάγγελμα βιοτικόν, ἀλλὰ κλῆσις τοῦ Χριστοῦ εἰς τὴν ὁποίαν καλεῖ τοὺς ἀγαπώντας Αὐτόν. Εἶναι παρακαταθήκη ἱερά, τὴν ὁποίαν ἐμπιστεύεται εἰς ἐκείνους, ποὺ ἀναλαμβάνουν τὸ βαρὺ καὶ κοπιῶδες αὐτὸ ἔργον εἰς ἔνδειξιν τῆς πρὸς Αὐτὸν ἀγάπης». Καὶ οἱ ἐκκλησιαστικοὶ ἄρχοντες, ὅπως λέγει ὁ ἴδιος, «εἶναι οἱ δοῦλοι οἱ διωρισμένοι ἀπὸ τὸν Χριστόν, καὶ καθιερωμένοι, διὰ νὰ κυβερνοῦν τὴν Ἐκκλησία. Νὰ τὴν κυβερνοῦν ὄχι ὡς ἀπόλυτοι δεσπόται, ἀλλὰ ὡς οἰκονόμοι, ὡς ὑπερούσιοι καὶ ἐξηρτημένοι ἐκ τοῦ Χριστοῦ ὄχι ὡς κύριοι, ἀλλὰ ὡς ὁδηγοὶ ὄχι διὰ νὰ χαράξουν νέους δρόμους εἴτε εἰς τὴν διδασκαλίαν, εἴτε εἰς τὴν διαγωγὴν καὶ ζωὴν τῶν πιστῶν, ἀλλὰ διὰ νὰ τοὺς καθοδηγήσουν εἰς τὸν ἕνα καὶ μοναδικὸν δρόμον ποὺ ἐχάραξεν ὁ Χριστός». Τὸν δρόμο ποὺ θὰ τοὺς ἐξασφαλίσει τὴν σωτηρία.

 

Ἔτσι εἶδαν οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας τὴν ἱεροσύνη. Ἔτσι τὴν εἶδε καὶ ὁ εὐλαβὴς ἱεράρχης. Κλήση Χριστοῦ. Διακονία χάριν τοῦ λαοῦ. Διακονία μέχρι Θυσίας. Θυσίας ὄχι μόνον κόπων καὶ ὑλικῶν ἀγαθῶν, ἀλλὰ θυσίας καὶ αὐτῆς τῆς ζωῆς τους γιὰ τὸ καλὸ τῶν χριστιανῶν.

 

Γιὰ τὸν πνευματικὸ ἐφοδιασμὸ τῶν χριστιανῶν ὁ ἀφοσιωμένος στὸ καθῆκον ἱεράρχης ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἀξιόλογη συγγραφική του παραγωγὴ φρόντισε καὶ ἱδρύθηκε τοῦτο τὸν καιρὸ (463) στὴν Πόλη ἡ ξακουστὴ ἀργότερα Μονὴ τοῦ Στουδίου καὶ ὁ πάνσεπτος ναὸς τῆς Θεοτόκου, ὁ γνωστός μας μὲ τ’ ὄνομα Ναὸς τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς. Γιὰ τοῦτο τὸν ναὸ οἱ δύο πατρίκιοι Γάλβιος καὶ Κάνδιδος ἔφεραν ἀπὸ τὰ Ἱεροσόλυμα καὶ ἐναπέθεσαν σ’ αὐτὸν τὴν ἱερὴ ἐσθήτα τῆς Θεομήτορος. Ἔτσι ὁ εὐσεβὴς λαὸς τῆς Βασιλίδος τῶν πόλεων μὲ τὴ βοήθεια καὶ τὸν ζῆλο τοῦ στοργικοῦ ποιμένα του ἐξασφάλιζε δύο ἀκόμη πολύτιμα μέσα πνευματικῆς καλλιέργειας καὶ ψυχικῆς ἀνατάσεως καὶ οἰκοδομῆς.

 

Ἡ ὑποχρεωτικὴ ὅμως ἀπὸ τὴ γόνιμη ἀρχιερατεῖα του προβολή, ἐντελῶς ξένη πρὸς τὴν ἰδιοσυγκρασία του καὶ τὸν αὐστηρὸ τρόπο ἀσκήσεως μὲ τὸν ὁποῖο ἤθελε νὰ ζεῖ ὁ καλὸς ποιμήν, τὸν ὁδήγησαν στὴν ἡρωικὴ ἀπόφαση νὰ ἀνταλλάξει κάποτε τὴν αἴγλη καὶ τὰ μεγαλεῖα τοῦ προκαθημένου τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας καὶ ἐπισκόπου τοῦ πρώτου θρόνου τῆς Οἰκουμένης μὲ τὴν ἁπλὴ καὶ ἀθόρυβη ζωὴ τοῦ μονάχου. Ἔτσι, ἀφοῦ κατὰ παραχώρηση Θεοῦ προαισθάνθηκε τὸ τέλος του, ἔσπευσε νὰ χειροτονήσει καὶ ν’ ἀφήσει γιὰ διάδοχό του στὸν πατριαρχικὸ θρόνο τὸν πρεσβύτερο Ἀκάκιο, ἄνθρωπο ἀναγνωρισμένης ἱκανότητος καὶ ἀρετῆς καὶ νὰ ἀποσυρθεῖ. Φόρεσε τὸν δερμάτινο σάκο τοῦ ἀσκητῆ, ἔβαλε κατάσαρκα στὸ κορμί του σίδερα καὶ ἀναχώρησε νύχτα ἀπ’ τὴν Πόλη. Μὲ συνοδὸ ἕναν εὐλαβὴ μοναχό, τὸν Νεῖλο, τράβηξε γιὰ τοὺς Ἁγίους Τόπους. Ἐκεῖ ἀφοῦ εἶδε καὶ προσκύνησε τὸν φρικτὸ Γολγοθᾶ καὶ τὸν Ζωοδόχο Τάφο προχώρησε γιὰ τὴν Κύπρο. Ἔφτασε στὴν Πάφο καὶ χωρὶς καμιὰ χρονοτριβὴ ἀφῆκε ἐκεῖ τὸν συνοδό του Νεῖλο καὶ αὐτὸς μόνος ξεκίνησε γιὰ τὸ ὄρος, ὅπου παλιὰ εἶχε στήσει τὴν ἀσκητική του παλαίστρα ὁ γίγας τῆς μοναστικῆς ζωῆς, Ἰλαρίων ὁ Μέγας.

 

Ἡ ἀπόσταση ἀπ’ τὴν πόλη ἦταν μεγάλη. Κουρασμένος ὁ σεβάσμιος γέροντας ἀπ’ τὰ χρόνια περπατοῦσε σιγά. Ἔτσι πρὶν νὰ φτάσει, ἄρχισε νὰ νυκτώνει καὶ νὰ πέφτει χιονόνερο. Γιὰ νὰ φυλαχθεῖ ἀπ’ τὴν θύελλα, τάχυνε τὸ βῆμά του πρὸς τὸ χωριὸ Κισσόπτερα, ποὺ εἶναι κοντὰ καὶ ζήτησε καταφύγιο σ’ ἕνα σπίτι στὸ ὁποῖο κατοικοῦσε μία χήρα μὲ τὰ δυὸ παιδιά της. Κτύπησε τὴν πόρτα τοῦ σπιτιοῦ πολλὲς φορές. Φώναξε, παρακάλεσε, μὰ κανένας δὲν τοῦ ἄνοιξε. Ἀλήθεια! Τὸ ἀποτέλεσμα δὲν εἶναι δύσκολο νὰ τὸ συμπεράνουμε. Ἀπὸ τὸ δυνατὸ κρύο ὁ Ἅγιος πάγωσε καὶ τὴ νύχτα ἐκείνη παρέδωκε τὸ πνεῦμα. Τὴν ἄλλη μέρα τὸ πρωὶ τὸν βρῆκαν οἱ χωριανοὶ νεκρό. Τὴν ἄπονη δὲ χήρα καὶ τὰ παιδιά της μισοπεθαμένους καὶ ξεπαγιασμένους.

 

Ἕνας ἀπὸ τὸ χωριὸ μετέφερε στὸν ἐπίσκοπο τῆς Πάφου τὸ μήνυμα. Καὶ ὁ Ἐπίσκοπος Ὑπερόριος ἔστειλε ἕναν ἱερέα καὶ ἕναν λαϊκὸ μαζί, γιὰ νὰ κανονίσουν τὰ τῆς ταφῆς τοῦ μοναχοῦ. Αὐτὴ τὴν ἐντύπωση ἔδινε ὁ νεκρὸς ἱεράρχης. Ὁ λαϊκὸς ποὺ ἔφτασε πρῶτος ἀνήγγειλε στοὺς ἐκεῖ παρευρισκομένους, τὸν ἐρχομὸ τοῦ ἱερέα τὸν ὁποῖο καὶ περίμεναν. Ὁ ἱερέας ὅμως, ὅταν ἔφτασε ἔξω ἀπὸ τὸ χωριό, ὅπου βρισκόταν ἡ βρύση τοῦ νεροῦ, ἀναγκάστηκε νὰ σταματήσει καὶ φοβισμένος νὰ γυρίσει πίσω, γιατί ἀντὶ τῆς βρύσης ἔβλεπε μπροστά του ἕνα μεγάλο καὶ ἀπέραντο ποταμό. Σὲ λίγο ἄλλος ἀπεσταλμένος ἀπὸ τὸ χωριὸ ἔτρεξε πρὸς τὸν ἐπίσκοπο καὶ τοῦ ἀνέφερε, πὼς ὁ ἱερέας δὲν εἶχε πάει καὶ τοῦ ζήτησε νὰ ἐνδιαφερθεῖ γιὰ τὴν κηδεία τοῦ μοναχοῦ. Τὴν στιγμὴ ἐκείνη προσῆλθε καὶ ὁ ἱερέας ποὺ εἶχε σταλεῖ καὶ ἐξήγησε πὼς ὁ λόγος ποὺ δὲν πῆγε στὸ χωριὸ ἦταν ἡ ὕπαρξη ἐνὸς πολὺ μεγάλου ποταμοῦ, ποὺ βρισκόταν μπροστὰ στὸ χωριό. Τὰ λόγια αὐτὰ κίνησαν τὴν περιέργεια τοῦ Ἐπισκόπου, ὁ ὁποῖος ἀφοῦ κάλεσε ὅλους τοὺς ἱερεῖς τῆς πόλεως ξεκίνησε μ’ αὐτοὺς καὶ μὲ πλήθη λαοῦ πρὸς τὸ χωριό. Πραγματικά, ὅταν ἔφτασαν κοντὰ στὴ βρύση τοῦ νεροῦ, εἶδαν μὲ μεγάλη ἔκπληξή τους ἀντὶ τῆς βρύσης ὄχι μόνο τὸν τεράστιο ποταμό, ἀλλὰ καὶ σκοτάδι πάνω ἀπ’ τὸ νερό. Ὁ Ἐπίσκοπος κατάλαβε, πὼς ὁ νεκρὸς γιὰ τὸν ὁποῖο τοῦ μίλησαν δὲν μποροῦσε νὰ εἶναι ἕνας κοινὸς μοναχός, ἀλλὰ κάποιος μεγάλος Ἅγιος καὶ ὅτι αὐτοὶ ἀπὸ ἀναξιότητα δὲν μποροῦσαν νὰ πλησιάσουν. Ὕστερα ἀπὸ ἐκτενὴ καὶ κατανυκτικὴ παράκληση ὁ ποταμὸς ἐξαφανίστηκε, τὸ σκοτάδι διαλύθηκε καὶ φάνηκε ἡ βρύση τοῦ νεροῦ. Αὐτὴν ὁ ἐπίσκοπος ὀνόμασε Ὅμορον Ὕδωρ (δηλ. κοντινὸ νερό) τὸ γνωστὸ σήμερα μὲ τ’ ὄνομα Μωρὸν Νερόν.

 

Μετὰ τὴν ἐξαφάνιση τοῦ ποταμοῦ ὁ ἐπίσκοπος μὲ τοὺς ἱερεῖς καὶ τὸν λαὸ προχώρησε πρὸς τὸ μέρος ποὺ βρισκόταν ὁ νεκρός. Σὰν ἔφτασε προσκύνησε μὲ εὐλάβεια τὸ δερμοφόρο καὶ σιδηροφόρο σκήνωμα καὶ διέταξε νὰ φέρουν καὶ νὰ βάλουν κοντὰ σ’ αὐτὸ τὴν ἀκίνητη καὶ μισοπαγωμένη χήρα μὲ τὰ παιδιά της. Τότε ὁ εὐλαβὴς ἐπίσκοπος Ὑπερόριος γονάτισε μπροστὰ στὸ λείψανο καὶ προσευχήθηκε. Ἀπὸ μέρους τῆς γυναίκας ζήτησε ἀπ’ τὸν ξένο μοναχὸ νὰ τὴν συγχωρήσει καὶ νὰ τῆς χαρίσει πάλι τὴν ὑγεία της.

 

Τὸ θαῦμα ἔγινε. Ἡ μισοπεθαμένη γυναίκα καὶ τὰ παιδιά της ζωντάνεψαν στὴ στιγμή. Κινήθηκαν, σηκώθηκαν, περπάτησαν. Μικροὶ καὶ μεγάλοι ξέσπασαν σὲ φωνὲς καὶ μὲ δάκρυα χαρὰς δόξασαν τὸν Πανάγαθο Θεὸ καὶ τὸν ἄγνωστο Ἅγιό του. Σὲ λίγο πλήθη λαοῦ ἀπ’ τὴν πόλη καὶ τὰ γειτονικὰ μέρη ποὺ ἄκουσαν τὰ γενόμενα, ἄρχισαν νὰ καταφθάνουν στὸ μικρὸ χωριό, γιὰ νὰ ἰδοῦν καὶ νὰ προσκυνήσουν τὸν θαυματουργὸ μοναχό. Ἀνάμεσα σ’ αὐτοὺς ποὺ ἦρθαν ἦταν καὶ ὁ συνοδὸς τοῦ Ἁγίου, ὁ Νεῖλος. Σκηνὴ πολὺ συγκινητικὴ διαδραματίστηκε τὴν ὥρα ποὺ αὐτὸς ἀντίκρισε τὸν νεκρὸ ἱεράρχη. Ἔπεσε πάνω στὸ ἅγιο λείψανο καὶ μὲ κλάματα καὶ φωνὲς θρηνοῦσε τὸν κύριό του. Ἔτσι ἀποκαλοῦσε τὸν νεκρό. Ὁ ἐπίσκοπος Ὑπερόριος κάλεσε ἰδιαίτερα τὸν Νεῖλο καὶ ζήτησε ἀπ’ αὐτὸν νὰ τοῦ πεῖ τὴν ταυτότητα τοῦ νεκροῦ. Ὁ μοναχὸς Νεῖλος ἀρνιόταν στὴν ἀρχή. Ὕστερα ὅμως τοῦ φανέρωσε τὸ μυστήριο:

 

– Δέσποτά μου, τοῦ εἶπε, ὁ μοναχὸς αὐτός, ὁ ξένος καὶ ταπεινός, εἶναι ὁ Γεννάδιος, ὁ ἄλλοτε ἀρχιεπίσκοπος τῆς Κωνσταντινουπόλεως.

 

Στὸ ἄκουσμα τοῦ ὀνόματος ὁ ἐπίσκοπος Ὑπερόριος σηκώθηκε καὶ βαθιὰ συγκινημένος ἔδωσε ἐντολὴ νὰ ἑτοιμάσουν γιὰ τὸν νεκρὸ τὸ ἀνάλογο φέρετρο. Ὕστερα, ἀφοῦ τοποθέτησαν ἐκεῖ τὸ ἅγιο λείψανο, μὲ ὕμνους καὶ θυμιάματα, τὸ σήκωσαν καὶ μὲ λαμπάδες καὶ ἄλλην ἱερὴ δορυφορία τὸ μετέφεραν γιὰ νὰ τὸ θάψουν στὴν ἐπισκοπή. Μόλις οἱ ἄνθρωποι ποὺ κρατοῦσαν τὸ φέρετρο προχώρησαν καὶ ἔφτασαν ἐκεῖ ποὺ κτίσθηκε ἀργότερα ὁ ὁμώνυμος ναός, ἔνοιωσαν μεγάλη κούραση καὶ ἀπέθεσαν τὸ φέρετρο γιὰ νὰ ξεκουραστοῦν λίγο. Ὅταν ὕστερα δοκίμασαν νὰ τὸ σηκώσουν πάλι καὶ νὰ προχωρήσουν, στάθηκε ἀδύνατο. Τὸ φέρετρο δὲν μετακινεῖτο. Νόμιζε κανεὶς πὼς εἶχε ριζώσει στὴ γῆ. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ τοὺς ἔκαμε νὰ καταλάβουν, πὼς ὁ Ἅγιος ἤθελε στὸν τόπο ἐκεῖνο νὰ ταφεῖ. Αὐτὸ καὶ ἔγινε. Ἐκεῖ τὸν ἔθαψαν καὶ ἐκεῖ ἀργότερα ἡ εὐλάβεια τῶν πιστῶν ἔκτισε ἕνα ναὸ στὴ μνήμη του.

 

Στὴν κηδεία τοῦ Ὁσίου πολλοὶ ἄρρωστοι ἔγιναν καλά. Καὶ γιὰ πολλοὺς ἄλλους ὁ τάφος του στάθηκε πηγὴ ἰαμάτων. Εἰδικὰ ὁ Ἅγιος ἔλαβε τὴν χάρη ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ θεραπεύει ὅσους ὑποφέρουν ἀπὸ κρυολογήματα καὶ ἀπὸ τὸν βήχα, ἐπειδὴ καὶ αὐτὸς ἀπὸ τὸ πολὺ κρύο ἀπέθανε.

 

Ἂν καὶ ὁ Βηχιανὸς ἀναφέρεται μεταξὺ τῶν τοπικῶν ἁγίων τοῦ νησιοῦ μας, μερικοὶ φρονοῦν ὅτι τὸ ὄνομα τοῦτο εἶναι μᾶλλον ἐπίθετο τοῦ Ἁγίου Γενναδίου καὶ ὅτι ὁ Ἅγιος Βηχιανὸς καὶ ὁ Ἅγιος Γεννάδιος εἶναι ἕνα καὶ τὸ αὐτὸ πρόσωπο. Ὁ Ἅγιος Βηχιανὸς καὶ Βησσιανὸς ἔχει ὡς κέντρο σεβασμοῦ τὸ μικρὸ χωριὸ Ἀνάγια, ποὺ βρίσκεται 10 περίπου μίλια ΝΔ τῆς Λευκωσίας καὶ τὴν Κισσοῦσα τῆς ἐπαρχίας Λεμεσοῦ. Τοιχογραφίες τοῦ Ἁγίου βρίσκουμε σὲ ἐκκλησίες τῆς Γαλάτας, τοῦ Ἰδαλίου, Καλοπαναγιώτη κλπ. Φορητὲς εἰκόνες στὰ Ἀνάγια, σὲ ναοὺς τῆς Λευκωσίας (Ἁγ. Σάββα, Τρυπιώτη), τῆς Λάρνακος καὶ ἀλλαχοῦ.

 

Αὐτὴ μὲ ἁδρὲς γραμμὲς ὑπῆρξε ἡ ζωὴ καὶ ἡ δράση τοῦ μεγάλου τούτου τέκνου τῆς Ἐκκλησίας μας. Ζωὴ ἀγωνιστική. Μὰ καὶ ζωὴ ταπεινοφροσύνης καὶ θυσίας.

 

Ταῖς τοῦ Ἁγίου Γενναδίου πρεσβείαις Χριστέ, ὁ Θεὸς ἐλέησον καὶ σῶσον ἡμᾶς. Ἀμήν.

 

Τώρα ὡς πρὸς τὸν Πατριάρχη Μάξιμο, δὲν εἶναι ἐπαρκῶς καθορισμένο ποιὸς ἀπὸ τοὺς Πατριάρχες Κωνσταντινὂυπόλεως, ποὺ φέρουν τὸ ὄνομα αὐτὸ εἶναι ὁ Ἅγιος. Κατὰ πάσα πιθανότητα ὅμως, πρόκειται γιὰ τὸν Μάξιμο Γ’ (1476 – 1482). Αὐτὸς καταγόταν ἀπὸ τὴν Πελοπόννησο καὶ ἐργάστηκε μὲ πολλοὺς τρόπους γιὰ τὴν βελτίωση τῶν ἠθῶν. Ὁ ἴδιος μάλιστα, ἀκούραστα κάθε Κυριακὴ δίδασκε στὸ λαὸ τὸν θεῖο λόγο.
(Ἡ μνήμη τοῦ Ἁγίου αὐτοῦ, περιττῶς ἐπαναλαμβάνεται σ’ ὁρισμένους Συναξαριστὲς καὶ τὴν 20η Νοεμβρίου).

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Ἀρετῶν ταῖς ἰδέαις κατακοσμούμενος, τῆς Ἐκκλησίας ἐδείχθης Ἀρχιεράρχης σοφός, καὶ ποιμὴν ἀληθινός, πάτερ Γεννάδιε, ὡς θεράπων τοῦ Χριστοῦ, καὶ ὁσίων κοινωνός, ἐν πάσῃ δικαιοσύνη. Καὶ νῦν δυσώπει ἀπαύστως, ἐλεηθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

Ὁ Ὅσιος Γεννάδιος ὁ Βατοπαιδινὸς 

Ὁ Ὅσιος αὐτὸς ἦταν δοχειάρης (ὑπεύθυνος γιὰ τὴν πλήρωση τῶν δοχείων τῆς Μονῆς μὲ λάδι) τῆς Μονῆς Βατοπαιδίου τοῦ Ἁγίου Ὄρους.

Αὐτὸς λοιπόν, ἀξιώθηκε νὰ δεῖ πιθάρι ἄδειο νὰ ἀναβλύζει λάδι, διὰ θαύματος τῆς Θεοτόκου.
Ὁ Ὅσιος Γεννάδιος ἀπεβίωσε εἰρηνικά.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ὅσιος Ἰουστῖνος 

Ἀπεβίωσε εἰρηνικά.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ἅγιος Σὰκ ὁ Πέρσης

Ὁ Ἅγιος αὐτός, ἄγνωστος στοὺς Συναξαριστές, βρίσκεται στὸν Παρισινὸ Κώδικα 1578 χωρὶς ὑπόμνημα. Ἴσως νὰ εἶναι ὁ ἴδιος μὲ τὸν μάρτυρα Σάκτο ποὺ ἑορτάζεται τὴν 25η Ἰουλίου.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ὅσιος Ἰωάννης ὁ Δερμοκαΐτης 

Ἡ μνήμη του ἀναφέρει στὸν Συναξαριστὴ Delehaye μὲ τὴν σημείωση ὅτι ἀσκήτευσε στὸν Ὄλυμπο τῆς Βιθυνίας.
Πρόκειται γιὰ τὸν Ἰωάννη τὸν μοναχὸ ποὺ ὑπῆρξε (919 – 944) γνωστὸς γιὰ τὴν ἁγιότητα τῆς ζωῆς του ἐπὶ Ρωμανοῦ τοῦ Λεκαπηνοῦ, ποὺ ὁ αὐτοκράτορας αὐτός, μετὰ τὴν πτώση του, ἔστειλε σφραγισμένη ἐπιστολὴ σ’ αὐτὸν τὸν Ἰωάννη καὶ ἐξομολογεῖτο τὶς ἁμαρτίες του.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr