Blue Flower

Ὅταν οἱ Μάγοι δὲν ἐπέστρεψαν στὸν Ἡρώδη νὰ τοῦ ποῦν ποῦ εἶναι ὁ Χριστός, ὁ πονηρὸς αὐτὸς βασιλιὰς μηχανεύθηκε ἄλλο σχέδιο γιὰ νὰ ἐξοντώσει τὸ Θεῖο Βρέφος.

Εἶχε ἀκούσει ὅτι, σύμφωνα μὲ τὶς Γραφές, τόπος γέννησης τοῦ Χριστοῦ θὰ ἦταν ἡ Βηθλεέμ. Ἐπειδὴ ὅμως δὲ γνώριζε ποιὸς ἦταν ὁ Ἰησοῦς ἂν βρισκόταν μέσα στὴ Βηθλεὲμ ἢ στὰ περίχωρά της καὶ ἐπειδὴ συμπέρανε ὅτι τὸ παιδὶ θὰ ἦταν κάτω ἀπὸ δυὸ χρονῶν, ἔδωσε διαταγὴ νὰ σφαγοῦν ὅλα τὰ παιδιὰ τῆς Βηθλεὲμ καὶ τῶν περιχώρων της, μέχρι τῆς ἡλικίας τῶν δύο ἐτῶν.

Ἡ σφαγὴ ἔγινε ξαφνικά, ὥστε νὰ μὴ μπορέσουν οἱ οἰκογένειες νὰ ἀπομακρυνθοῦν μὲ τὰ βρέφη τους. Καὶ οἱ δυστυχισμένες μητέρες εἶδαν νὰ σφάζονται τὰ παιδιά τους μέσα στις  ἴδιες τὶς ἀγκαλιές τους.
Ἡ χριστιανικὴ Ἐκκλησία, πολὺ σωστὰ ἀνακήρυξε Ἅγια τὰ σφαγιασθέντα αὐτὰ παιδιά, διότι πέθαναν σὲ μία ἀθώα ἡλικία καὶ ὑπῆρξαν κατὰ κάποιο τρόπο οἱ πρῶτοι μάρτυρες τοῦ χριστιανισμοῦ. Μπορεῖ βέβαια νὰ μὴ βαπτίσθηκαν ἐν ὕδατι, βαπτίσθηκαν ὅμως, μέσα στὸ ἴδιο εὐλογημένο αἷμα τοῦ μαρτυρίου τους.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος α’. Τὸν τάφον σου Σωτήρ.
Ὡς θύματα δεκτά, ὡς νεόδρεπτα ῥόδα, καὶ θεία ἀπαρχή, καὶ νεόθυτοι ἄρνες, Χριστῷ τῷ ὥσπερ νήπιον, γεννηθέντι προσήχθητε, ἁγνὰ Νήπια, τὴν τοῦ Ἡρώδου κακίαν, στηλιτεύοντα, καὶ δυσωποῦντα ἀπαύστως, ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν.

 

Κοντάκιον  Ἦχος πλ. β’. Τὴν ὑπὲρ ἡμῶν.
Ἐν τῇ Βηθλεέμ, τεχθέντος τοῦ Βασιλέως, ἐξ Ἀνατολῶν, σὺν δώροις ἥκασι Μάγοι, δι’ ἀστέρως ἐξ ὕψους ὁδηγούμενοι, ἀλλ’ Ἡρώδης ἐκταράσσεται, καὶ θερίζει τὰ Νήπια, ὥσπερ σῖτον ὀδυρόμενος· ὅτι τὸ κράτος αὐτοῦ, καθαιρεῖται ταχύ.

 

Μεγαλυνάριον.
Βρέφη ἀπειρόκακα καὶ ἁγνά, τῷ ἐκ τῆς Παρθένου, νηπιάσαντι ἑκοντί, ἤχθησαν σφαγέντα, ὡς ἄμωμοι θυσίαι· διὸ τὴν τοῦ Ἡρώδου, κακίαν φύγωμεν.

Ὁ Ὅσιος Μάρκελλος 

Πέτυχε στὴν ζωή του διότι μὲ τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ κατάλαβε, ὅτι οἱ κοσμικὲς λαμπρότητες φαίνονται καὶ ἀφανίζονται ὅπως τὰ ἄνθη. Καὶ εἶχε τὴν πεποίθεση ὅτι ζωὴ ἀληθινὴ καὶ κερδισμένη εἶναι μόνο ἐκείνη, ποὺ ἀφιερώνεται στὴν ὑπηρεσία τοῦ καλοῦ, ἐπάνω στὸν δρόμο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ.

Ὁ Μάρκελλος ἔζησε τὸν 5ο αἰώνα, ἐπὶ πατριαρχείας Γενναδίου τοῦ Α’ (458 – 471) καὶ βασιλέως τοῦ Λέοντα Α’ τοῦ Μακέλλη. Ἡ καταγωγὴ τοῦ Μάρκελλου ἦταν ἀπὸ τὴ Συρία καὶ ἡ οἰκογένειά του ἦταν ἀρκετὰ πλούσια. Ἐπειδὴ οἱ γονεῖς του ἀγαποῦσαν τὰ γράμματα, στόλισαν τὸν γιό τους μὲ πολλὴ παιδεία. Ἀλλὰ ἡ καρδιὰ τοῦ νέου, εἶχε μέσα της ζωηρὴ καὶ ἀκοίμητη τὴν φλόγα τῆς εὐσεβείας. Τὰ κοσμικὰ ἀξιώματα δὲν τὸν ἐνδιέφεραν.

Μὲ τέτοιες διαθέσεις πῆγε στὴν Ἔφεσο, ὅπου μπῆκε σὲ μοναστήρι καὶ ἔγινε μοναχός. Ἀπὸ ἐκεῖ πῆγε στὴν Κωνσταντινούπολη, στὴ Μονὴ Ἀκοιμήτων, ὅπου ἡγούμενος ἦταν ὁ Ἀλέξανδρος. Ἐκεῖ, γρήγορα διακρίθηκε γιὰ τὶς ἀρετές του καὶ ἀγαπήθηκε πολὺ ἀπὸ τοὺς ἀδελφοὺς τῆς Μονῆς, γιὰ τὴν ταπεινοφροσύνη ποὺ διατηροῦσε, ἂν καὶ ἦταν ἄνθρωπος μελέτης καὶ μεγάλης διανοητικῆς ἀξίας.

Ἀφοῦ πέθανε ὁ ἡγούμενος Ἀλέξανδρος καὶ ὑστέρα ὁ διάδοχός του Ἰάκωβος, ἡ ἀγάπη καὶ ἡ ἐκτίμηση τῶν ἀδελφῶν, ἀνέδειξε ἡγούμενο τὸν Μάρκελλο. Ἡ διοίκησή του ἦταν ἄριστη. Σύμφωνα μὲ ἄλλη γνώμη, τὴν μονὴ Ἀκοιμήτων, εἶχε κτίσει αὐτὸς ὁ Ὅσιος Μάρκελλος, πιθανὼν στὴ θέση τοῦ σημερινοῦ Τσιμπουκλί.
Ἔτσι μὲ αὐτὴ τὴν θεία καὶ Ὁσία ζωή του, κοιμήθηκε καὶ ἀναπαύτηκε ὁ Μάρκελλος στὴ Μονή του.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Ὕμνον ἄληκτον, Θεῷ προσφέρων, νοῦν ἀκοίμητον, προσφόρως ἔσχες, πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν θείων προστάξεων· ὅθεν κανὼν ἀρετῆς ἐχρημάτισας, καὶ Μοναστῶν ποδηγέτης θεόσοφος. Πάτερ Μάρκελλε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

 

Κοντάκιον. Ἦχος πλ. β’. Τὴν ὑπὲρ ἡμῶν.
Τὴν ἀγγελικήν, ἀσίγητον ὑμνῳδίαν, σώματι θνητῷ, μιμούμενος θεοφόρε, ποιμὴν ἄγρυπνος ὤφθης, σαφῶς καὶ ἀρχέτυπον, τοῖς ἐκ πόθου ἑπομένοις σοι, εὐσεβείᾳ καὶ σεμνότητι, καὶ βοῶσι Πάτερ Μάρκελλε· χαίροις θεράπον Χριστοῦ, καὶ Ὁσίων κρηπίς.

 

Μεγαλυνάριον.
Αἴνεσιν ἀκοίμητον τῷ Θεῷ, Μάρκελλε προσφέρων, κατεκοίμησας τῶν παθῶν, τὰς ἐπαναστάσεις, καὶ ἄγρυπνος προστάτης, ὑπνώσας πανοσίως, ἡμῖν γεγένησαι.

Ὁ Ὅσιος Θαδδαῖος ὁ Ὁμολογητής 

Ἦταν Σκύθης καὶ ὑπηρέτης τοῦ Ἁγίου Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου, στὴν Μονὴ τοῦ ὁποίου ὁ Θαδδαῖος ἔγινε μοναχὸς καὶ διακρίθηκε γιὰ τὴν αὐστηρὴ ἄσκηση.

Κάποτε λοιπόν, ὅταν συνόδευε στ’ ἀνάκτορα τὸν ἡγούμενό του Θεόδωρο, ἤλεγξε τὸν βασιλιὰ Μιχαὴλ (820 – 829) (ὁ Μ. Γαλανὸς ἀναφέρει τὸν Λέοντα τὸν Ε’) μπροστὰ στὴ σύγκλητο γιὰ τὴν ἀσέβειά του ἀπέναντι στὶς ἱερὲς εἰκόνες. Τότε ὁ Βασιλιάς, τὸν ἐξανάγκαζε νὰ ποδοπατήσει τὴν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ, πράγμα ποὺ ὁ Ὅσιος ὄχι μόνο δὲν ἔπραξε, ἀλλὰ ἀποκάλεσε τὸν βασιλιὰ πληρωμένο τύραννο καὶ ἀκάθαρτο.
Τότε βασανίστηκε σκληρά, σύρθηκε ἀπὸ τὰ πόδια στοὺς δρόμους τῆς πόλης, ὁπότε μετὰ τρεῖς μέρες πέθανε.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ἐγκαίνια τοῦ Ναοῦ Ἁγίων Τεσσαράκοντα πλησίον τοῦ Χαλκοῦ Τετραπύλου 

Δὲν ἔχουμε λεπτομέρειες γιὰ τὸ γεγονός.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ὅσιος Βενιαμίν

Ἀπεβίωσε εἰρηνικά.
Ὁ δὲ Ἅγιος Νικόδημος, ἀναφέρει ὅτι πέθανε ἀπὸ ὑδρωπικία καὶ ὅτι στὸν Εὐεργετινὸ ὑπάρχει ἀπόφθεγμά του.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ὅσιος Ἀθηνόδωρος 

Στὸν Κώδικα 1578 τῶν Παρισίων, ὁ Ἀθηνόδωρος συνοδεύεται καὶ ἀπὸ ἄλλους Ὁσίους πατέρες, τοὺς Βαβύλα καὶ Βενιαμίν.
Πάντως ἦταν ἀσκητής, (ἄγνωστο ποῦ) καὶ ἀπεβίωσε εἰρηνικά.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ὅσιος Γεώργιος Ἐπίσκοπος Νικομήδειας ποιητὴς ἀσματικῶν Κανόνων καὶ Τροπαρίων 

Ἔζησε στὴ θορυβώδη καὶ μεγάλη γιὰ τὴν Ὀρθοδοξία ἐποχὴ τοῦ Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Φωτίου (857 – 891), μὲ τὸν ὁποῖο καὶ διατηροῦσε ἀλληλογραφία. Σύνθεσε δύο ἐγκώμια στὴν γιορτὴ τῶν Εἰσοδίων τῆς Θεοτόκου καὶ μελοποίησε τὴν Ἀκολουθία τους.

Μελοποίησε ἐπίσης τὸν προεόρτιο Κανόνα στὸν Εὐαγγελισμό, καθὼς καὶ ἄλλους Κανόνες στὴν Θεοτόκο. Συνέγραψε μάλιστα καὶ πανηγυρικοὺς λόγους, ὅπως στὰ Εἰσόδια, στὴν σύλληψη τῆς Ἁγίας Ἄννης καὶ στὸ «Εἰστήκεισαν παρὰ τῷ Σταυρῷ τοῦ Ἰησοῦ».
(Στοιχεῖα τῆς βιογραφίας του, συγχέονται μ’ αὐτὰ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου Ἐπισκόπου Ἀμάστριδος, κυρίως ὅσον ἀφορὰ τὴν ποίηση τῶν ἀσματικῶν Κανόνων. Ἴσως βέβαια, νὰ συμβαίνει καὶ τὸ ἀντίθετο).

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Τὸν 4ο αἰώνα μ.Χ., ἐπὶ Διοκλητιανοῦ καὶ Μαξιμιανοῦ, οἱ χριστιανοὶ τῆς Νικομήδειας ἦταν ἀρκετὰ πολυπληθείς. Ὁ ἐπίσκοπος Ἄνθιμος, ἄνδρας ἄξιος καὶ μὲ αὐταπάρνηση, κοπίαζε νύχτα – μέρα γιὰ τὶς ψυχὲς τῶν πιστῶν. Ἡ πρόοδος αὐτὴ τῶν χριστιανῶν κέντρισε τὸ φθόνο τῶν εἰδωλολατρῶν ἀρχόντων καὶ θέλησαν νὰ ἐξοντώσουν τὴν χριστιανικὴ Ἐκκλησία, προπάντων στὰ μεγαλύτερα καὶ πολυπληθέστερα κέντρα της.

Σχεδίασαν λοιπόν, ἀνήμερα Χριστούγεννα νὰ κάνουν γενικὴ σφαγὴ τῶν χριστιανῶν τῆς Νικομήδειας. Οἱ χριστιανοὶ εἶχαν μαζευτεῖ καὶ πανηγύριζαν τὸ κοσμοσωτήριο γεγονὸς τῆς γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ. Ὁ ἐπίσκοπος, μόλις πληροφορήθηκε ὅτι τοὺς εἶχαν περικυκλώσει στρατὸς καὶ ὄχλος εἰδωλολατρῶν μὲ ὄπλα καὶ ρόπαλα, διέταξε νὰ γίνει γρήγορα ἡ κοινωνία τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων. Ἔπειτα, βάπτισε τοὺς κατηχουμένους, γιὰ νὰ ἔχουν ἀσφαλὴ ἐφόδια στὴν αἰώνια σωτηρία.

Τότε οἱ εἰδωλολάτρες ἔβαλαν φωτιὰ στὸ ναό, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ καοῦν χιλιάδες πιστοί. Τὸ τραγικὸ αὐτὸ γεγονός, ἀντὶ νὰ μειώσει τὸν ἀριθμὸ τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας, ἀντίθετα τὸν πολλαπλασίασε καὶ χαλύβδωσε ἀκόμα περισσότερο τὸ ἠθικὸ τῶν πιστῶν.

Ἔτσι καὶ στὴν περίπτωση αὐτὴ ἀποδείχθηκε περίτρανα αὐτὸ ποὺ εἶπε ἡ κεφαλὴ τῆς Ἐκκλησίας, ὁ Ἰησοῦς Χριστός: «καὶ πύλαι ἅδου οὗ κατισχύσουσιν αὐτῆς». Ὁ θάνατος δηλαδὴ καὶ οἱ ὀργανωμένες δυνάμεις τοῦ κακοῦ, δὲ θὰ ὑπερισχύσουν, οὔτε θὰ κατανικήσουν τὴν Ἐκκλησία, ποὺ εἶναι αἰώνια καὶ ἀθάνατη.
(Συναξαριακὴ πηγή, μαζὶ μὲ τὴν μνήμη τῶν πιὸ πάνω Μαρτύρων, ἀναφέρει καὶ τὴν μνήμη τῶν Ἁγίων Δημοσθένους, Δημοκλέους καὶ Δημοκρίτου. Ἡ ὕπαρξη ὅμως τῶν Ἁγίων αὐτῶν εἶναι ἀμφίβολη, διότι τὰ ὀνόματά τους καθὼς καὶ βιογραφικὰ στοιχεῖα γι’ αὐτοὺς δὲν ἀναφέρονται ἀπὸ καμία Ἁγιολογικὴ πηγή. Ἴσως εἶναι οἱ ἴδιοι καὶ συγχέονται μὲ τοὺς ὁμώνυμούς τους Μάρτυρες τῆς 10ης Ἀπριλίου).

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Θεῖον στράτευμα, πόλις ἁγία, περιούσιος λαὸς Κυρίου, ἀνεδείχθητε Δισμύριοι Μάρτυρες· τῇ γὰρ ἀγάπῃ αὐτοῦ δροσιζόμενοι, διὰ πυρὸς τὸν ἀγώνα ἠνύσατε. Ἀλλ’ αἰτήσασθε, ἐλέους σοφοὶ τὸν πρύτανιν, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

 

Κοντάκιον. Ἦχος α’. Τὸν τάφον σου Σωτήρ.
Συρατὸς ἐν ἀριθμῷ, δισμυρίων Μαρτύρων, ὡς ἄδυτος φωστήρ, ἀνατέλλει φωτίζων, καρδίας καὶ νοήματα, εὐσεβῶν διὰ πίστεως· ἐξαφθέντες γάρ, θείᾳ στοργῇ τοῦ Δεσπότου, τέλος ἅγιον, διὰ πυρὸς οἱ γενναῖοι, προθύμως ἐδέξαντο.

 

Μεγαλυνάριον.
Φάλαγξ τροπαιοῦχος ἀθλητική, καὶ ἅγιος κλῆρος, ὦ Δισμύριοι Ἀθληταί, ἐκ παντὸς γένους, καὶ πάσης ἡλικίας, λαμπρῶς συγκροτηθέντες, Θεῷ ἐδείχθητε.

Μνήμη τῶν Ἁγίων Συγκλητικῶν 

Αὐτοὶ ἀπέμειναν ἔξω ἀπὸ τὸν Ναὸ ποὺ κάηκε μὲ προσταγὴ τοῦ Μαξιμιανοῦ στὴ Νικομήδεια, ὅπου κάηκαν ζωντανοὶ οἱ 20.000 χριστιανοί.

Αὐτοὶ λοιπόν, ποὺ ἦταν συγκλητικοί, συνελήφθησαν καὶ οἱ μὲν τρεῖς πρῶτοι μαρτύρησαν διὰ πνιγμοῦ μέσα στὴν θάλασσα, οἱ ἑπόμενοι δύο μαρτύρησαν διὰ ἀποκεφαλισμοῦ, οἱ ἄλλοι δύο μαρτύρησαν διὰ πυρός, ὁ Θεόφιλος διὰ λιθοβολισμοῦ καὶ ὁ Μυγδόνιος θανατώθηκε μέσα σὲ βόθρο.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ἡ Ἁγία Δόμνα ἡ Μάρτυς 

Ἡ Ἁγία Δόμνα ἦταν ἱέρεια τῶν εἰδώλων ἐπὶ Μαξιμιανοὺ στὴ Νικομήδεια καὶ συγκεκριμένα στὸν ναὸ τοῦ Δωδεκάθεου. Οἱ ἐπιστολὲς τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, ἄνοιξαν τὰ πνευματικά της μάτια καὶ βαπτίστηκε χριστιανή, μαζὶ μὲ τὸν ὑπηρέτη της Ἰνδή, ἀπὸ τὸν ἐπίσκοπο Νικομήδειας Κύριλλο. Ἀπὸ τότε ἔκανε συνειδητὴ χριστιανικὴ ζωή, μοιράζοντας στοὺς φτωχοὺς ὅτι εἶχε ἀπὸ τὴν περιουσία της, ἀλλὰ καὶ ὅτι ἔπαιρνε ἀπὸ τὸ παλάτι.

Κάποτε ὅμως, τὸ ἔμαθε αὐτὸ ὁ ἀρχιϋπηρέτης τοῦ παλατιοῦ καὶ ὅταν ἦταν νὰ τιμωρήσει τὴν Δόμνα, αὐτὴ ἔκανε τὴν τρελὴ καὶ στάλθηκε στὸν ἐπίσκοπο γιὰ θεραπεία. Ἔπειτα γιὰ νὰ μὴ συλληφθεῖ, ντύθηκε ἀνδρικὰ καὶ ἔθαβε τὰ λείψανα τῶν μαρτύρων.

Ὅταν ὅμως ἐπέστρεψε ὁ Μαξιμιανὸς στὴ Νικομήδεια, ζήτησε τὴν Δόμνα καὶ ὅταν ἔμαθε ὅτι ἔγινε χριστιανή, διέταξε νὰ τὴν συλλάβουν. Ἐπειδὴ ὅμως δὲν τὴν βρῆκε, διέταξε τὸν γενικὸ φόνο τῶν χριστιανῶν, μεταξὺ τῶν ὁποίων ἀναγνωρίστηκε καὶ ἡ Δόμνα καὶ ἔτσι τὴν ἀποκεφάλισαν.
(Συναξαριακὴ πηγή, μαζὶ μὲ τὴν μνήμη τῆς Ἁγίας Δόμνας, ἀναφέρει καὶ τὴν μνήμη τῶν Ἁγίων Θεοφίλης τῆς Παρθένου καὶ Ἀγάπης τῆς Προεστώσας).

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ἅγιος Σεκοῦνδος ὁ Μάρτυρας 

Φωτιστὴ τῶν Ἰσπανῶν θὰ μπορούσαμε νὰ χαρακτηρίσουμε τὸν Ἅγιο Σεκοῦνδο. Ἔζησε τὸν πρῶτο αἰώνα μ.Χ. καὶ κατὰ τὴν παράδοση, στάλθηκε ἀπὸ τοὺς ἀποστόλους στὴν Ἱσπανία γιὰ νὰ κηρύξει ἐκεῖ τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ.

Μετὰ ἀπὸ ἕνα εὐχάριστο ταξίδι, ἀποβιβάστηκε στὴν πόλη, ποὺ σήμερα λέγεται Κᾶδιξ. Ἐκεῖ, ἀπὸ τὸ ἕνα μέρος μὲ τὸ κήρυγμα καὶ τὴν ἀρετή του, ἀπὸ τὸ ἄλλο μὲ τὰ θαύματα, ποὺ ἡ θεία χάρη ἐνεργοῦσε μέσῳ αὐτοῦ, πολλοὶ ἀπὸ τοὺς κατοίκους πίστεψαν στὸν Χριστό.

Στὴν συνέχεια ὁ Σεκοῦνδος πῆγε καὶ σὲ ἄλλες πόλεις τῆς Ἱσπανίας, μιμούμενος καὶ σ’ αὐτὸ τὸ παράδειγμα τῶν Ἀποστόλων, οἱ ὁποῖοι ὡς γνωστόν, πήγαιναν ἀπὸ πόλη σὲ πόλη καὶ κήρυτταν παντοῦ τὸ Εὐαγγέλιο καὶ ἵδρυσαν νέες Ἐκκλησίες.
Τοὺς τελευταίους κόπους καὶ ἀγῶνες τοῦ Σεκούνδου, στεφάνωσε μαρτυρικὸς θάνατος.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ὅσιος Βάβυλας 

Ἀπεβίωσε εἰρηνικά.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ἅγιος Πλουτόδωρος

Ἄγνωστος στοὺς Συναξαριστές.
Ἡ μνήμη του ἀναγράφεται στὸν Πατμιακὸ Κώδικα 256 ὡς ἑξῆς: «τῇ αὕτῃ ἡμέρᾳ, ἄθλησις τοῦ Ἁγίου μάρτυρος Πλουτοδώρου».

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ὅσιος Σίμων ὁ Μυροβλήτης κτήτορας τῆς Ι. Μονῆς Σιμωνόπετρας

Δὲν ὑπάρχουν σαφὴ καὶ συγκεκριμένα στοιχεῖα γιὰ τὴν ζωή του.  Μόνο ὅτι ἔζησε ἀσκητικὰ καὶ ὑπῆρξε κτήτορας τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Σιμωνόπετρας Ἁγίου Ὄρους. Ἀπεβίωσε εἰρηνικά.

Κάποιες λεπτομέρειες (μερικὲς ἴσως καὶ φανταστικές), βλέπε στὸν «Μέγα Συναξαριστή», τοῦ Ματθαίου Λαγγῆ τόμος 12ος, σελ. 724, ἔκδοση 1993.
Ἡ Ἀκολουθία τοῦ συγκεκριμένου Ὁσίου, κυκλοφόρησε τὸ 1924 ἀπὸ τὸν ἡγούμενο τῆς Σίμωνος Πέτρας Ἱερώνυμο.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Τῇ ἀσκήσει ἐκλάμψας ἐν Ἄθῳ Ὅσιε, ὡς καθαρθεὶς τὴν καρδίαν τῶν ἀρετῶν τῷ φωτί, ἐδοξάσθης θαυμαστῶς Σίμων μακάριε· διὸ καὶ βλύζειν κρουνηδόν, μύρα εὔοσμα ἡμῖν, ἠξίωσαι μετὰ τέλος. Ἀλλὰ μὴ παύσῃ πρεσβεύων, ἐλεηθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

 

Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ’. Τῇ ὑπερμάχῳ.

Ὡς τῶν Ὁσίων ἀνυμνοῦμέν σε ἀκρέμονα

Καὶ Ἀποστόλων ὀπαδόν καὶ ἰσοστάσιον

Καὶ τοῦ Ἄθω σεμνολόγημα καὶ φωστῆρα·

Δὸς οὖν Πάτερ καὶ ἡμῖν τὴν σὴν ἀντίληψιν

Ὑπέρ πάντων ἐξαιτούμενος τὸν Κύριον
Τῶν βοώντων σοι, χαίροις Σίμων τρισόλβιε.

 

Μεγαλυνάριον.
Ὤφθης μυροθήκη πνευματική, Σίμων Μυροβλύτα, ἡδυπνόου ἐπιρροῆς, ὀσμαῖς σου εὐπνόοις, ὀσμὴν πρὸς ἀπαθείας, ἀπαύστως δειγείρων, τοὺς προσιόντας σοι.

Ὁ Ὅσιος Στέφανος ὁ Θαυματουργός 

Πρόκειται γιὰ τὸ ἴδιο πρόσωπο μὲ αὐτὸ τῆς 31ης Μαρτίου. Ἐλάχιστα μηνολόγια, τοποθετοῦν ἐδῶ τὴν μνήμη του.

Στὸν Παρισινὸ Κώδικα 1623 φ. 1436 βρίσκονται ἀπομεινάρια τῆς Ἀκολουθίας του. Ἀπ’ αὐτὴν γίνεται φανερό, ὅτι ἦταν ἀσκητής, ἄγνωστο ποῦ καὶ πότε, ὅτι εὐαρέστησε τὸν Θεὸ καὶ πέθανε ὁσιακά.
Ὁ δὲ Σ. Εὐστρατιάδης εἰκάζει, ὅτι καθόλου ἀπίθανο νὰ πρόκειται γιὰ τὸν Ἅγιο Στέφανο τὸν Σαββαΐτη τὸν Θαυματουργό, ποὺ ἡ μνήμη του ἑορτάζεται τὴν 28η Ὀκτωβρίου.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ ἱερὸς Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, ἐπειδὴ δὲν ἔκανε διακρίσεις ἀνάμεσα στὰ πρόσωπα στὴν ἀπόδοση τοῦ δικαίου καὶ ἔλεγχε καὶ τὴν ἴδια τὴν βασίλισσα Εὐδοξία γιὰ τὶς παρανομίες καὶ τὶς ἀδικίες της, ἐξορίσθηκε δύο φορές, ἀλλὰ καὶ πάλι ἀνακλήθηκε ἀπὸ τὴν ἐξορία. Ἐξορίστηκε ὅμως καὶ πάλι γιὰ τρίτη φορά.

Ἡ ἔκπτωση τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου ἀπὸ τὸν Πατριαρχικὸ θρόνο προκάλεσε σχίσμα μέσα στὴν Ἐκκλησία. Ὀπαδοί του, ποὺ καλοῦνταν «Ἰωαννίτες», δὲν ἀναγνώριζαν τὸν διάδοχό του, παρὰ τὶς ἐπίμονες συστάσεις νὰ ὑπακούσουν στοὺς νέους ἐκκλησιαστικοὺς ἄρχοντες καὶ νὰ διαφυλάξουν τὴν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας.

Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος ὁδηγήθηκε στὴν Κουκουσὸ καὶ ἀπὸ ἐκεῖ στὴν Ἀραβισσὸ καὶ ἔπειτα, στὶς 10 Ἰουνίου τοῦ ἔτους 404 μ.Χ., στὴν Πιτιούντα τοῦ Πόντου. Ἡ πορεία του μέχρι ἐκεῖ, ἦταν ὄχι μόνο περιπετειώδης, ἀλλὰ κυριολεκτικὰ μαρτυρική, γεμάτη ἀπὸ κακουχίες καὶ δεινοπαθήματα.

Ἐκεῖ λοιπόν, στὴν Πιτιούντα, ὁ ἔνσαρκος Ἄγγελος κλήθηκε ἀπὸ τὸν πάντων Δεσπότη στὶς αἰώνιες σκηνές, τὸ ἔτος 407 μ.Χ., ἐνῶ τὸ ἅγιο σκήνωμά του ἐνταφιάσθηκε στὰ Κόμανα τοῦ Πόντου μαζὶ μὲ τὰ ἅγια λείψανα τῶν Ἁγίων Μαρτύρων Βασιλίσκου καὶ Λουκιανοῦ, καθὼς εἶχε ἀποκαλυφθεῖ σὲ αὐτὸν ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς ἴδιους διὰ νυκτερινῆς ὀπτασίας, ὅταν ἀκόμη ζοῦσε.

Τὸ σχίσμα τῶν «Ἰωαννιτῶν» ἀποκαταστάθηκε μὲ τὴν ἀνακομιδὴ τῶν ἱερῶν λειψάνων τοῦ Ἁγίου στὴν Κωνσταντινούπολη, τὸ ἔτος 438 μ.Χ., ἐπὶ Πατριάρχου Πρόκλου. Ἡ μεταφορὰ τῶν ἱερῶν λειψάνων ἀπὸ τὰ Κόμανα συνοδεύτηκε ἀπὸ μία ἐπιστολὴ – διαταγὴ τοῦ αὐτοκράτορα Θεοδοσίου Β’, υἱοῦ τοῦ Ἀρκαδίου καὶ τῆς Εὐδοξίας, ἡ ὁποία ἔγραφε:

 

«Ἐπιστολὴ Βασιλέως Θεοδοσίου πρὸς τὸν Οἰκουμενικὸ Πατριάρχην, Διδάσκαλο καὶ Πνευματικὸ Πατέρα Ἰωάννη τὸν Χρυσόστομο.

Ἐπειδή, Πάτερ τίμιε, θεωρήσαμε τὸ σῶμά σου νεκρό, ὅπως συμβαίνει μὲ τὰ ἄλλα, θελήσαμε ἁπλῶς νὰ τὸ πάρουμε καὶ νὰ τὸ μεταφέρουμε πρὸς ἐμᾶς. Γι’ αὐτὸ καὶ δικαίως ἀστοχήσαμε στὸν πόθο μας.

Ἀλλὰ σὺ τουλάχιστον, Πάτερ τιμιότατε, ποὺ δίδαξες σὲ ὅλους τὴν μετάνοια, συγχώρησέ μας ποὺ σὲ παρακαλοῦμε καὶ σὰν παιδιὰ ποὺ ἀγαπᾶμε τοὺς πατέρες μας ἐπίδωσέ μας τὸν ἑαυτό σου καὶ εὔφρανε μὲ τὴν παρουσία σου αὐτοὺς ποὺ σὲ ποθοῦν».

 

Αὐτὴ τὴν ἐπιστολὴ τοῦ αὐτοκράτορα τὴν πῆγαν στὸν Ἅγιο καὶ τὴν τοποθέτησαν πάνω στὴν λάρνακά του. Τότε ὁ Ἅγιος ἔδωσε τὸν ἑαυτό του στοὺς ἀπεσταλμένους τοῦ αὐτοκράτορα καὶ ἔτσι αὐτοὶ μετέφεραν τὴν λάρνακα ποὺ περιεῖχε τὸ ἅγιο λείψανο στὴν Κωνσταντινούπολη, χωρὶς νὰ κοπιάσουν καθόλου. Ἡ ὑποδοχὴ τῶν ἱερῶν λειψάνων τοῦ Ἁγίου ὑπῆρξε παλλαϊκή. Σύσσωμος λαός, κλῆρος καὶ μοναχοί, μὲ ἐπικεφαλῆς τὸν αὐτοκράτορα, τοὺς αὐλικούς, τὴ σύγκλητο καὶ ὅλους τους ἄρχοντες, ὑποδέχθηκαν καὶ προσκύνησαν μὲ σεβασμὸ τὰ λείψανά του. Μὲ πολὺ εὐλάβεια μετέφεραν ἀρχικὰ τὴ λάρνακα στὸ ναὸ τοῦ Ἀποστόλου Θωμᾶ, στὰ Ἀμαντίου, ἔπειτα δὲ στὸ ναὸ τῆς Ἁγίας Εἰρήνης. Ἐκεῖ ἔβαλαν τὸ ἅγιο λείψανο πάνω στὸ σύνθρονο καὶ ἅπαντες ἐβόησαν: «Ἀπόλαβε τὸν θρόνο σου, Ἅγιε». Στὴ συνέχεια ἡ λάρνακα τοποθετήθηκε σὲ αὐτοκρατορικὴ ἅμαξα καὶ μεταφέρθηκε στὸ περιώνυμο ναὸ τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων. Ἐκεῖ ἔβαλαν τὸ ἅγιο λείψανο πάνω στὴν ἱερὴ καθέδρα καὶ ἔγινε τὸ θαῦμα: ὁ Ἅγιος ἐπεφώνησε πρὸς τὸν λαὸ τὸ «Εἰρήνη πᾶσι». Ἔπειτα τὸ ἐναπέθεσαν μέσα στὸ Ἅγιο Βῆμα, κάτω ἀπὸ τὴν Ἁγία Τράπεζα.
Ἡ Σύναξη τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου ἐτελεῖτο στὸ πάνσεπτο ναὸ τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων. Ἱερὰ λείψανα τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου ἀφιέρωσε διὰ χρυσοβούλλου στὴ Μονὴ Μεγίστης Λαύρας τοῦ Ἁγίου Ὄρους ὁ αὐτοκράτορας Ἰωάννης Τσιμισκὴς (969 – 976 μ.Χ.) καὶ τεμάχιο τῆς ἀριστερᾶς χειρὸς ὁ Ἀνδρόνικος ὁ Παλαιολόγος (1282 – 1328), διὰ χρυσοβούλλου, τὸν Ἰούλιο τοῦ ἔτους 1284, στὴ Μονὴ Φιλοθέου του Ἁγίου Ὅρους. Ἐπίσης, τμήματα τοῦ ἱεροῦ λειψάνου φυλάσσονται στὶς μονὲς Βατοπαιδίου, Ἰβήρων, Ἁγίου Διονυσίου καὶ Δοχειαρίου.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ἀπολυτίκιον  Ἦχος πλ. δ’.

Ἡ τοῦ στόματός σου καθάπερ πυρσὸς, ἐκλάμψασα χάρις τὴν οἰκουμένην ἐφώτισεν, ἀφιλαργυρίας τῷ κόσμῳ θησαυροὺς ἐναπέθετο, τὸ ὕψος ἡμῖν τῆς ταπεινοφροσύνης ὑπέδειξεν. Ἀλλὰ σοῖς λόγοις παιδεύων, Πάτερ, Ἰωάννη Χρυσόστομε, πρέσβευε τῷ Λόγῳ Χριστῷ τῷ Θεῷ, σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

 

Ἔτερον Ἀπολυτίκιον τῆς ἀνακομιδής. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Ὡς πλοῦτον οὐράνιον, ἐκ τῶν Κομάνων ποτέ, τὴν θήκην μετήγαγον, τοῦ σοῦ λειψάνου σοφέ, πρὸς πόλιν βασίλειον· ταύτης οὖν ἐκτελοῦντες, τὴν ἀνάμνησιν πόθῳ, μέλπομεν Ἱεράρχα, τὴν δοθεῖσάν σοι χάριν, δι’ ἧς ἡμᾶς ῥυθμίζεις, Ἰωάννη Χρυσόστομε.

 

Κοντάκιον. Ἦχος α’. Χορὸς Ἀγγελικός.
Εὐφράνθη μυστικῶς, ἡ σεπτὴ Ἐκκλησία, τῇ ἀνακομιδῇ, τοῦ σεπτοῦ σου λειψάνου, καὶ τοῦτο κατακρύψασα, ὡς χρυσίον πολύτιμον, τοῖς ὑμνοῦσί σε, ἀδιαλείπτως παρέχει, ταῖς πρεσβείαις σου, τῶν ἰαμάτων τὴν χάριν, Ἰωάννη Χρυσόστομε.

 

Μεγαλυνάριον.
Ἤκεν ἐκ Κομάνων λαμπροφανῶς, τὸ σεπτόν σου σκῆνος, ὡς ἑστία ἁγιασμοῦ, τέρπον καὶ πλουτίζον, χαρίτων χρυσουργίᾳ, τὴν Ἐκκλησίαν πᾶσαν, Πάτερ Χρυσόστομε.

Ἡ Ἁγία Μαρκιανὴ ἡ Βασίλισσα 

Ἡ Ἁγία Μαρκιανὴ ἦταν σύζυγος τοῦ Ἰουστίνου Α’ τοῦ Γέροντος (518 – 527 μ.Χ.). Διακρινόταν γιὰ τὴν εὐσέβεια, τὸ ἀσκητικὸ τοῦ βίου της καὶ τὴ φιλανθρωπία της.
Κοιμήθηκε ὁσίως μὲ εἰρήνη καὶ ἐνταφιάσθηκε στὸ ναὸ τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων Κωνσταντινουπόλεως.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ὅσιος Κλαυδίνος

Ἅγιος Κλαυδίνος ἦταν μοναχὸς καὶ κοιμήθηκε ὁσίως μὲ εἰρήνη.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

 

Ὁ Ὅσιος Πέτρος ὁ Αἰγύπτιος 

Ὁ Ἅγιος Πέτρος ἦταν μοναχὸς καὶ μαθητὴς τοῦ Ἀββᾶ Λὼτ καὶ κοιμήθηκε ὁσίως μὲ εἰρήνη.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ἅγιος Δημητριανὸς ὁ Θαυματουργός Ἐπίσκοπος Ταμασσοῦ Κύπρου 

Ἀπὸ τὶς πολὺ ὀλίγες πληροφορίες ποὺ ἔχουμε γι’ αὐτὸν μανθάνουμε ὅτι γεννήθηκε στὴν Ταμασσὸ καὶ ἔζησε σ’ αὐτὴν τὰ πρῶτα χρόνια τοῦ Χριστιανισμοῦ. Ἦταν τότε ἀκόμη ποὺ ἡ εἰδωλολατρία καὶ ἡ εἰδωλομανία προέβαλλε δυνατὰ τῆς Ἀφροδίτης τὸ ἄστρο καὶ τὴ λατρεία. Τὸ κήρυγμα τοῦ Ἰησοῦ ποὺ ἔφεραν στὴν Κύπρο οἱ τρεῖς ἀπόστολοι Βαρνάβας, Παῦλος καὶ Μάρκος ἄρχισε σιγὰ – σιγὰ νὰ προχωρεῖ σ’ ὅλο τὸ νησί. Στὴν Ταμασσὸ μὲ κέντρο μία σπηλιὰ ποὺ ὑπάρχει ὡς σήμερα καὶ ποὺ χρησίμευε στὴν ἀρχὴ ὡς κατοικία καὶ ἐκκλησία καὶ ἐπισκοπὴ ἀγωνίζονται οἱ πρῶτες ἐκεῖνες μορφὲς ὁ Ἠρακλείδιος, ὁ Μύρων, ὁ Μνάσων καὶ οἱ ἄλλοι συνεργάτες τους νὰ ἀνάψουν καὶ νὰ προβάλουν παντοῦ τὸ φῶς τοῦ Χριστοῦ, τὸ ἱλαρὸν φῶς τῆς νέας ζωῆς. Σ’ αὐτὴ τὴ σπηλιὰ στὴν ὁποία οἱ πρῶτοι χριστιανοὶ ὄχι μονάχα παρακολουθοῦσαν τὸ κήρυγμα γιὰ τὸν Χριστό, ἀλλὰ καὶ βαφτίζονταν καὶ προσεύχονταν καὶ τελοῦσαν τὶς διάφορες ἀκολουθίες τους, σ’ αὐτὴν ἀκόμη βρίσκεται καὶ ὁ τάφος τοῦ Ἁγίου Ἠρακλειδίου. Κάποια μέρα ποὺ ὁ γηραιὸς ἐπίσκοπος βρισκόταν ἄρρωστος στὸ σπήλαιό του μὲ πυρετό, μιὰ ὁμάδα μανιασμένων εἰδωλολατρῶν ὄρμησαν μέσα στὸ σπήλαιο, ἔσυραν ἔξω τὸν Ἅγιο καὶ τὸν σκότωσαν. Ὁ Ἅγιος ἀπέθανε προσευχόμενος γιὰ τοὺς δήμιούς του στὴν ἡλικία τῶν 60 χρόνων. Οἱ χριστιανοὶ μαθητὲς μὲ θλίψη βαριὰ πῆραν τὸ ἅγιο λείψανο καὶ τὸ ἔθαψαν μέσα στὴ σπηλιά. Τὰ θαύματα ποὺ ἔκανε, ὅταν ἦταν στὴ ζωή, συνεχίστηκαν καὶ μετὰ τὸν θάνατό του καὶ συνεχίζονται καὶ σήμερα. «Θαυμαστὸς ὁ Θεὸς ἐν τοῖς ἁγίοις αὐτοῦ».

 

Ἡ θρησκεία τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, μὲ τὶς ἐνέργειες τοῦ Ἠρακλειδίου, τὸν ζῆλο του καὶ τὶς ὑπεράνθρωπες προσπάθειές του προχωροῦσε καθημερινά. Μετὰ τὸν θάνατό του τὴν εὐθύνη τοῦ ὅλου ἔργου ἀνέλαβε ὁ Μνάσωνας. Αὐτὸν εἶχε χειροτονήσει ὁ Ἠρακλείδιος ἐπίσκοπο, ὅταν ἀκόμη ζοῦσε. Αὐτὸς συνέχισε τὸ ἔργο τοῦ Ἠρακλειδίου μέχρι τὰ βαθιά του γηρατειά. Πολλὰ θαύματα ἔκαμε ὅσο ζοῦσε. Πολλὰ καὶ ὅταν ἀπέθανε. Πρὶν πεθάνει χειροτόνησε ἐπίσκοπό της Ταμασσοῦ τὸν Ρόδωνα.

 

Μὲ γοργὰ βήματα ἡ διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ χάρη στὸν φλογερὸ ζῆλο τῶν πρώτων χριστιανῶν προχωρεῖ μὲ ἐνθουσιασμὸ στῆς Ταμασσοῦ τὴν πόλη. Πολλοὶ οἱ ἅγιοι ποὺ παρουσιάσθηκαν σ’ αὐτή. Ἕνας τέτοιος ἅγιος εἶναι κι ὁ Δημητριανός. Πότε ἀκριβῶς γεννήθηκε δὲν γνωρίζουμε. Ὁ πανδαμάτορας χρόνος ἔσβησε ἀπὸ τῆς μνήμης τὸ βιβλίο τὴ σχετικὴ χρονολογία. Αὐτὸ ποὺ συμπεραίνουμε ἀπὸ τὴν ὅλη ζωή του εἶναι τοῦτο: Γνώρισε τὸν Χριστό, ὅπως λέγει καὶ ὁ ὑμνογράφος του, ἀπὸ τὴ βρεφική του ἡλικία. «Ἐκ βρέφους ἐγένου τοῦ Κυρίου ἐραστής». Γνώρισε τὸν Χριστὸ καὶ τὸν ἀγάπησε μὲ ὅλη τὴν ψυχή του. Μπροστά του ἕνα καὶ μόνο πράγμα βλέπει καὶ ἕνα ποθεῖ καὶ θέλει παντοῦ καὶ πάντοτε. Τοῦ Κυρίου τὸ θέλημα. Μ’ αὐτὸ μεγαλώνει. Μ’ αὐτὸ ζεῖ καὶ αὐτὸ προβάλλει τόσο μὲ τὰ λόγια του, ὅσο καὶ τὸ παράδειγμά του.

 

Κάποτε ποὺ εἶχε ἀρρωστήσει ὁ πνευματικὸς πατέρας τῆς κοινότητας ὁ ἱερέας, ὁ τότε ἐπίσκοπος τοῦ ὁποίου ὁ Δημητριανὸς ἦταν σὲ ὅλα τὸ δεξί του χέρι, τὸν κάλεσε καὶ κατὰ παράκληση τῶν πιστῶν Χριστιανῶν τὸν χειροτόνησε πρεσβύτερο. Οἱ ἁγνὲς ψυχὲς πανηγυρίζουν. Γιατί ὁ Δημητριανὸς μὲ ζῆλο φλογερὸ ἐργαζόταν πάντοτε γιὰ τὴν πνευματικὴ πρόοδο τοῦ λαοῦ. Στὸ πρόσωπό του βρῆκαν οἱ πιστοὶ τὸν πνευματικὸ πατέρα καὶ καθοδηγητή, τὰ ὀρφανὰ τὸν προστάτη, οἱ ἄρρωστοι τὸν στοργικὸ ἀδελφὸ καὶ «οἱ ἐν θλίψεσι τὴν παρηγορίαν». Καὶ ὅταν μετὰ ἀπὸ καιρὸ ὁ τότε ἐπίσκοπος κοιμήθηκε, ὁλόκληρος ὁ λαὸς καὶ πάλι κάλεσε καὶ ἀνέβασε στὸν ἐπισκοπικὸ θρόνο τῆς ξακουστῆς πόλεως τὸν ἄξιο σὲ ὅλα Δημητριανό.

 

Στὴν καινούργια αὔτη θέση ἡ ἁγία του μορφὴ προβάλλει παντοῦ, ὥστε ὁ ἱερὸς ὑμνογράφος νὰ τὸν ὑμνεῖ: «Τῆς Ταμασσοῦ βλάστημα, καύχημα τῶν Περάτων, πηγὴν τῶν θαυμάτων, ἰαμάτων ταμεῖον ἄσυλον καὶ τῶν Κυπρίων ἀγλάϊσμα». Ἀλλὰ καὶ τοῦ λαοῦ ἡ παράδοση καὶ ὁ σεβασμὸς μένει ὡς σήμερα πολὺ ὑψηλά. Αὐτὸ μαρτυρεῖ α) ἡ εὐρυχωρία τοῦ ναοῦ ποὺ ἡ εὐσέβεια τῶν παλαιοτέρων κατοίκων τῶν Περάτων ἀφιέρωσε στ’ ὄνομά του σὲ μιὰ μαγευτικὴ θέση καὶ τοῦ ὁποίου τὰ ἐρείπια προβάλλουν ἐπιβλητικὰ μέχρι σήμερα. Καὶ β) ἡ χειρόγραφος φυλλάδα ποὺ περιέχει τὴν ἀκολουθία του καὶ στὴν ὁποία ἀναγράφεται καὶ ἡ μέρα τῆς μνήμης του, 27 Ἰανουαρίου.

 

Ἡ ὅλη του πνευματικὴ ζωὴ συνέβαλε τὰ μέγιστα στὴν ἐξάπλωση τοῦ χριστιανισμοῦ ὄχι μόνο στὴν πόλη τῆς Ταμασσοῦ, ἀλλὰ καὶ στὰ γύρω χωριά. Τύπος ὑπομονῆς ὁ ἴδιος καὶ πρότυπο ἀρετῆς βοήθησε στὰ χρόνια ἐκεῖνα στὴν εἰρηνικὴ ζωὴ τοῦ πιστοῦ λαοῦ του καὶ στὴν πνευματική του ἄνοδο. Ἀλλὰ καὶ θαύματα πολλὰ ἀναφέρεται ὅτι ἔκαμε ὅταν ζοῦσε, μὰ καὶ ὅταν κοιμήθηκε. Οἱ γυναῖκες τῶν Περάτων τὸν θεωροῦν πολὺ θαυματουργὸ καὶ συχνὰ ἐπισκέπτονται τὰ ἐρείπια τοῦ ναοῦ του, ἀνάβουν καντήλια στὸ βαθούλωμα τῶν ἐρειπίων καὶ ἐκζητοῦν τὶς πρεσβεῖες του στὰ προβλήματα καὶ τὶς ἀνάγκες τους. Ἕνα τέτοιο θαῦμα ποὺ ἔγινε πρὸ καιροῦ εἶναι καὶ τοῦτο:

 

Ἕνας χριστιανὸς ἀπὸ τὰ Πέρα, γιὰ τὸ κτίσιμο τοῦ σπιτιοῦ του πῆγε καὶ πῆρε ἀπὸ τὰ ἐρείπια τοῦ ναοῦ τοῦ ἁγίου τὶς πελεκητὲς πέτρες μὲ τὶς ὁποῖες ἦταν φτιαγμένο τὸ ἀνώφλι τοῦ ναοῦ, γιὰ νὰ φτιάξει μὲ αὐτὲς τὸ ἀνώφλι τοῦ ἰδικοῦ του σπιτιοῦ. Εἶχε δὲ στὴ σκέψη νὰ πάει τὴν ἑπομένη νὰ πάρει καὶ τὶς ἄλλες πελεκητὲς πέτρες μὲ τὶς ὁποῖες ἦταν κατασκευασμένες οἱ παραστάδες τῆς θύρας τοῦ ναοῦ γιὰ νὰ τὶς χρησιμοποιήσει καὶ αὐτὲς γιὰ τὸ δικό του σπίτι. Τὴ νύχτα ὅμως παρουσιάστηκε στὸν ὕπνο του ὁ Ἅγιος καὶ τοῦ ἔκαμε αὐστηρὴ παρατήρηση. Αὐτὸς ὅμως δὲν ἔλαβε ὑπ’ ὄψη τὴ σύσταση τοῦ Ἁγίου καὶ τὴν ἑπόμενη νύχτα πῆγε πάλι καὶ κουβάλησε καὶ τὶς ὑπόλοιπες πέτρες. Τὴ νύχτα παρουσιάστηκε καὶ πάλι ὁ Ἅγιος στὸν ὕπνο του καὶ τοῦ ἔκανε ξανὰ αὐστηρὴ παρατήρηση γιὰ τὴν παρακοή του. Γιὰ νὰ μὴν ἐπαναλάβει δὲ ἄλλη φορὰ τὴν κακή του πράξη, τοῦ ἔδωκε καὶ δύο μπάτσους· τὸν ἕνα ἀπὸ τὴ δεξιὰ μεριὰ καὶ τὸν ἄλλο ἀπὸ τὴν ἀριστερά. Τὸ ἀποτέλεσμα τῆς τιμωρίας αὐτῆς ἦταν ἀπὸ τὸ βράδυ ἐκεῖνο νὰ μείνει κουφός, καθ’ ὅλον τὸν ὑπόλοιπο χρόνο τῆς ζωῆς του. Καὶ ἀκόμη τὶς ὑπόλοιπες πέτρες δὲν τόλμησε νὰ πάει νὰ τὶς πάρει. Γι’ αὐτὸ καὶ οἱ πέτρες μὲ τὶς ὁποῖες κτίστηκαν οἱ παραστάδες τῆς θύρας τοῦ σπιτιοῦ εἶναι πολὺ διαφορετικὲς καὶ ξεχωρίζουν ὡς σήμερα.

 

Στενὴ ἡ θύρα καὶ γεμάτος δυσκολίες ὁ δρόμος ποὺ ὁδηγεῖ στὴ χαρούμενη καὶ εὐτυχισμένη ζωή. Αὐτὴ τὴν ἀλήθεια ποὺ ὁ ἴδιος ὁ Κύριος συνιστάει σ’ ἐμᾶς εἶναι καιρὸς καὶ ἐμεῖς μιμούμενοι τοὺς ἁγίους πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας νὰ κάνουμε βίωμα καὶ ζωή μας. Τόπος ἁμαρτίας ἦταν τὸ νησί μας. Σὰν χείμαρρος ἡ διαφθορὰ ἔσπρωχνε τοὺς δυστυχισμένους κατοίκους στὴν καταστροφή. Ὅταν ὅμως ἡ θρησκεία τοῦ γλυκύτατου Ἰησοῦ μὲ τοὺς εὐλογημένους φορεῖς της, τοὺς τρεῖς Ἀποστόλους, τὸν Βαρνάβα, τὸν Παῦλο καὶ τὸν Μάρκο ἔφθασε καὶ κηρύχτηκε στὸ μαρτυρικὸ νησί μας, τὰ πράγματα ἄλλαξαν ἀμέσως. Πῶς ξεκίνησαν οἱ πρῶτοι χριστιανοί! Ἀπὸ μία σπηλιά! Τί δυσκολίες, τί διωγμοὺς καὶ τί κινδύνους πέρασαν! Μὲ τὸ θάρρος ὅμως ποὺ ἐναποθέτει στὶς ἁγνὲς καρδιὲς ὁ Χριστὸς δυναμωμένοι προχώρησαν. Τὸ ἀποτέλεσμα μαρτυρεῖ καὶ βεβαιώνει ἡ ἱστορία. Σὲ λίγα χρόνια τὸ νησὶ τῆς Ἀφροδίτης καὶ τῆς διαφθορᾶς γίνεται νησὶ τῆς Παναγίας καὶ τῶν ἁγίων. Ἡ προσφορὰ σ’ αὐτὸ τοῦ Ἁγίου Λαζάρου, τοῦ Ἠρακλειδίου, τοῦ Μύρωνος καὶ Μνάσωνος, τοῦ Ἁγίου Δημητριανοῦ καὶ ὅλων τῶν ἄλλων ἐργατῶν τῆς ἀρετῆς εἶναι ἀνυπολόγιστη. Δύσκολοι οἱ καιροὶ καὶ οἱ κίνδυνοι πολλοί. Ὅμως δὲν δείλιασαν, πῆραν τὸ στενὸ τὸ μονοπάτι καὶ ἔγραψαν τὴν ὡραιότερη ἱστορία.
Ἂς τοὺς μιμηθοῦμε. Μόνον ἔτσι θὰ χαροῦμε τὴν ἐδῶ ζωή μας, ἀλλὰ καὶ θὰ ἀξιωθοῦμε νὰ ἰδοῦμε τὴν ἀγαπημένη μας Κύπρο στοῦ Χριστοῦ τὸ φῶς λουσμένη, ἐλεύθερη καὶ εὐτυχισμένη, καὶ ἀπὸ ὅλους τιμημένη. Ἀμήν.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος α’.

Τῶν Κυπρίων τὸ κλέος, Ταμασέων ὁ Πρόεδρος, φύλαξ καὶ φρουρὸς τῶν Περάτων, Δημητριανὲ Πατὴρ ἡμῶν, ἀναδειχθεῖς, διὸ τυφλὸν ἐφώτισας ποτέ, τὸ φῶς ἐνεδίδου τηλαυγῶς, καὶ ἀνέκραξε δὲ οὕτως, τῷ διὰ σοῦ μὲ φωτίσαντι δόξα σοι. Δόξα τῷ οὕτως εὐδοκήσαντι Θεῷ, δόξα τῷ σὲ θαυμαστώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργοῦντι διὰ σοῦ τοιαῦτα τέρατα.

 

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον. Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Ἀπὸ βρέφους Κυρίῳ ἐκολλήθης, μακάριε Δημητριανὲ Ταμασέων, ποιμενάρχα πανάριστε, συγκλείσας ἐν ψυχῇ σου θησαυρόν, τῆς πίστεως Δεσπότου ἀληθοῦς, καὶ ὠδήγησας τὰ τέκνα σου θαυμαστῶς, πρὸς γνῶσιν τῆς θεότητας· δόξα τῷ σὲ δοξάσαντι Χριστῷ, δόξα τῷ ἁγιάσαντι, δόξα τῷ δεδωκότι σοι ἡμίν, προστάτην ἀκαταίσχυντον.

 

Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Ἠρακλειδίου διεδέξω τὸν θρόνον, καὶ τῶν θαυμάτων εἰληφῶς θείαν χάριν, τὴν Κύπρον κατεφώτισας, ὦ Δημητριανέ, θεσπεσίῳ βίῳ σου καὶ γλυκύτητι λόγων, ὅθεν πλάνην ἔτρεψας, τῶν εἰδώλων γενναίως, καὶ τὸν Χριστὸν ἐνώκησας ψυχαῖς, ὡς ἱεράρχης φωτὶ αὐγαζόμενος.

Ὁ Ἅγιος Ἄσκιοτ ὁ Βασιλέας 

Ὁ Ἅγιος Ἄσκιοτ γεννήθηκε καὶ βασίλευσε στὴ Γεωργία τὸν 9ο αἰώνα μ.Χ. Ὁ εὐσεβὴς ἡγεμόνας ἀνήγειρε πολλοὺς ναοὺς καὶ ἀρκετὲς μονές. Φονεύθηκε ὑπὸ τῶν Ἀράβων μέσα στὸ ναὸ τοῦ κάστρου τοῦ Ἀρτανούγκι τῆς Γεωργίας, τὸν ὁποῖο εἶχε κτίσει. Στὰ Γεωργιανὰ Συναξάρια ἀναφέρεται καὶ ὡς Κουροπαλάτης.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ὅσιος Τίτος ἐκ Κιέβου

Ὁ Ὅσιος Τίτος γεννήθηκε στὴ Ρωσία. Ἦταν στρατιώτης ἀλλὰ ἀπὸ ἀγάπη στὸν Θεὸ ἐγκατέλειψε τὸν κόσμο καὶ ἔγινε μοναχὸς στὴ Μεγάλη Λαύρα τῶν σπηλαίων τοῦ Κιέβου. Ὁ Ὅσιος Τίτος κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη περὶ τὸν 11ο αἰώνα μ.Χ.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ἅγιος Δημήτριος ὁ Νεομάρτυρας 

Ὁ Ἅγιος Νεομάρτυς Δημήτριος, ποὺ διακρινόταν γιὰ τὸ κάλλος τοῦ προσώπου του καὶ τὸ ἦθος τῆς καρδιᾶς του, ἐργαζόταν στὸ Γαλατᾶ Κωνσταντινουπόλεως σὲ κάποιο οἰνοπωλεῖο ποὺ ἀνῆκε στὸν Χριστιανὸ Χατζῆ Παναγιώτη.

Κάποιοι ἀπὸ τοὺς θαμῶνες τοῦ οἰνοπωλείου, Μωαμεθανοὶ ἀπὸ τὸν Πόντο, προσπάθησαν νὰ προσηλυτίσουν τὸν Δημήτριο. Μιὰ μέρα ποὺ αὐτοὶ μέθυσαν, ἐκδιώχθηκαν ἀπὸ τὸ οἰνοπωλεῖο ἀπὸ τὸν ἰδιοκτήτη καὶ τὸν Δημήτριο. Ἡ βίαιη αὐτὴ ἐκδίωξη ἐξόργησε τοὺς Μωαμεθανοὺς ποὺ ἀποφάσισαν νὰ ἐκδικηθοῦν τὸν Δημήτριο. Τὸν κατήγγειλαν ψευδῶς ὡς δράστη τοῦ τραυματισμοῦ τοῦ Μωαμεθανοῦ συντρόφου τους τὴν ἡμέρα ποὺ μέθυσαν. Προσαχθεῖς ὁ Δημήτριος ἐνώπιον τοῦ βεζύρη δὲν κατάφερε νὰ ἀποδείξει τὴν ἀθωότητά του. Ἔτσι τέθηκε σὲ αὐτὸν τὸ δίλλημα τῆς τουρκικῆς μισαλλοδοξίας, δηλαδὴ νὰ διαλέξει μεταξὺ ἐξισλαμισμοῦ καὶ θανάτου. Ὁ Μάρτυς δὲν ἀρνήθηκε τὸν Χριστό, παρὰ τοὺς ἐκφοβισμούς, τὶς ὑποσχέσεις καὶ τοὺς δελεασμούς.
Μαρτύρησε στὴν Κωνσταντινούπολη τὸ 1784 καὶ ἐτελειώθη διὰ ξίφους.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ἅγιος Πέτρος ὁ Ἱερομάρτυρας ὁ Ζβέρεφ 

Ὁ Ἅγιος Ἱερομάρτυς Πέτρος, μαρτύρησε τὸ ἔτος 1929.
Δὲν ἔχουμε περισσότερες λεπτομέρειες γιὰ τὸν βίο τοῦ Ἁγίου.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Δὲν ὑπάρχουν πληροφορίες.

 

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Ὡς βρέφος βαστάζουσα, ἐν ταῖς ἀγκάλαις Ἁγνή, τὸν πάντων δεσπόζοντα, σάρκα λαβόντα ἐκ σοῦ, χαρᾶς ὤφθης πρόξενος· ὅθεν πᾶσα ἡ κτίσις, ἀνυμνεῖ χαρμοσύνως, σήμερον Θεοτόκε, τὴν φρικτήν σου λοχείαν· πηγὴν γὰρ ἀθανασίας, κόσμῳ ἐκύησας.

 

Κοντάκιον  Ἦχος πλ. β’.
Ὁ πρὸ Ἑωσφόρου ἐκ Πατρὸς ἀμήτωρ γεννηθεῖς, ἐπὶ γῆς ἀπάτωρ ἐσαρκώθη, σήμερον ἐκ σοῦ· ὅθεν ἀστὴρ εὐαγγελίζεται Μάγοις, Ἄγγελοι δὲ μετὰ Ποιμένων ὑμνοῦσι, τὸν ἄσπορον τόκον σου, ὦ Κεχαριτωμένη.

 

Μεγαλυνάριον.
Θρόνος ἐπηρμένος πέλεις Ἁγνή, φέρουσα ὡς βρέφος, τὸν τὰ πάντα ἐν τῇ δρακί, φέροντα ὡς Κτίστην· ὑμνοῦμέν σου Παρθένε, τὴν ὄντως ὑπὲρ λόγον μεγαλειότητα.

Ἡ Φυγὴ Στὴν Αἴγυπτο τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου

Ὅταν οἱ μάγοι προσκύνησαν τὸν Χριστό, ἀναχώρησαν γιὰ τὴν πατρίδα τους, χωρὶς νὰ περάσουν ἀπὸ τὸν βασιλιὰ Ἡρώδη. Τότε ἄγγελος Κυρίου φάνηκε σὲ ὄνειρο στὸν Ἰωσὴφ καὶ τοῦ εἶπε νὰ πάρει τὸ παιδὶ μὲ τὴν μητέρα του καὶ νὰ φύγει στὴν Αἴγυπτο (Εὐαγγέλιο Ματθαίου, Β’ 13 – 18).

Καὶ ἔμειναν ἐκεῖ, μέχρι ποὺ πέθανε ὁ Ἡρώδης, γιὰ νὰ ἐπαληθευθεῖ ἔτσι ἐκεῖνο ποὺ ἐλέχθη διὰ τοῦ προφήτου Ὠσηέ:  «Ἐξ Αἰγύπτου ἐκάλεσα τὸν υἱόν μου» (Ὠσ. ια’ 1). Μετὰ τὴν φυγὴ τοῦ Κυρίου στὴν Αἴγυπτο, ὁ Ἡρώδης ἔστειλε στρατιῶτες καὶ θανάτωσαν ὅλα τὰ παιδιὰ ποὺ ἦταν στὴν Βηθλεὲμ καὶ τὰ περίχωρά της, ἀπὸ ἡλικίας δύο ἐτῶν καὶ κάτω. Διότι τόσο εἶχε ὑπολογίσει τὴν ἡλικία τοῦ Χριστοῦ, Τὸν ὁποῖο φοβόταν ὅτι θὰ τοῦ ἔπαιρνε τὴν βασιλεία.
Ἐπίσης, ἡ φυγὴ τοῦ Κυρίου στὴν Αἴγυπτο, κατὰ τὸν Ἅγιο Νικόδημο τὸν Ἁγιορείτη, φράσσει καὶ τὰ στόματα τῶν αἱρετικῶν. Διότι ὅπως λέει, ἂν δὲν ἔφευγε ὁ Κύριος καὶ φονευόταν ἀπὸ τὸν Ἡρώδη , θὰ εἶχε ἐμποδιστεῖ ἡ σωτηρία τῶν ἀνθρώπων. Ἂν πάλι τὸν συνελάμβαναν καὶ δὲν φονευόταν, θὰ ἔλεγαν πολλοὶ ὅτι δὲν φόρεσε ἀνθρώπινη σάρκα, ἀλλὰ μόνο κατὰ φαντασία. Ἔπειτα, ἡ φυγὴ φανερώνει ἄλλη μιὰ φορά, ὅτι τίποτα δὲν μπορεῖ νὰ ματαιώσει τὰ σχέδια τοῦ Θεοῦ.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ἅγιος Εὐθύμιος ὁ Ὁμολογητής

Ο Σ. Εὐστρατιάδης, στὸ Ἁγιολόγιό του, ἀναφέρει γιὰ τὸν Ἅγιο αὐτὸν τὰ ἑξῆς:

Ἤκμασεν ἐπὶ τῆς βασιλείας Κωνσταντίνου καὶ Εἰρήνης (780 – 797), γεννηθεῖς ἐν Λυκαονίᾳ καὶ σπουδάσας ἐν Ἀλεξανδρείᾳ. Μετὰ τὴν ἀποπεράτωσιν τῶν σπουδῶν αὐτοῦ κατέφυγεν εἰς μονὴν τινά, ἀποκαρεῖς μοναχὸς καὶ διαπρέψας ἐν τῇ μοναχικῇ πολιτείᾳ, διὰ δὲ τὴν ἀρετὴν καὶ τὴν παιδείαν αὐτοῦ προεβιβάσθη εἰς τὸν μητροπολιτικὸν θρόνον τῶν Σαρδέων, λαβῶν μέρος ἐν τῇ κατὰ τῶν εἰκονομάχων ἀθροισθείσῃ ἐν Νίκαιᾳ τὸ δεύτερον Ἑβδόμῃ οἰκουμενικῇ συνόδῳ (787), ἐν ᾗ τὴν ὀρθὴν τῆς ἐκκλησίας δόξαν μετὰ παρρησίας καὶ θάρρους καθωμολόγησε καὶ ὑπέγραψε (ἴδε Mansi, τ. XII, σ. 1087 – 1088).

Τὰ ἐξαιρετικὰ αὐτοῦ προσόντα ἐκτιμῶντες οἱ βασιλεῖς ἐνεπιστεύθησαν αὐτῷ διαφόρους δημοσίας ἀποστολάς, ἀλλὰ ἐπὶ τῆς βασιλείας Νικηφόρου Α’ (802 – 811), ἐπὶ καταγγελία γενομένη παρὰ ἀνωτέρου ὑπαλλήλου ἐν Σάρδεσι ὅτι ἔκειρε μοναχὴν κόρην, ἣν ἐζήτει οὗτος εἰς γάμον, ὁ Εὐθύμιος ἐξωρίσθη εἰς τὴν νῆσον Παττάλαραν λίαν ταλαιπωρηθεῖς. Ἐκ τῆς ἐξορίας ἐπανῆλθεν εἰς Κωνσταντινούπολη (814), ἀλλὰ καὶ πάλιν μετὰ τὴν ἔκρηξιν τῆς εἰκονομαχίας ἐπὶ Λέοντος τοῦ Ἰσαύρου (813 – 820), ὁπαδὸς τῆς ἐναντίας ταχθεῖς μερίδος, ἐξωρίσθη εἰς Ἄσσον (παρὰ τὸ Ἀδραμύτιον), ἔνθα παρέμεινε μέχρι τοῦ θανάτου τοῦ Λέοντος ἀνακληθεῖς ὑπὸ Μιχαὴλ τοῦ Τραυλοῦ (820 – 829), ἀλλὰ καὶ τοῦτον καταβροντήσας δι’ ὧν κατὰ πρόσωπον αὐτοῦ εἶπεν, «εἰ τὶς οὖ προσκυνεῖ τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστὸν εἰκόνι περιγραπτὸν ἤτω ἀνάθεμα», ἐξώργισε καὶ ἠνάγκασε νὰ ἐξορίσει αὐτὸν εἰς τὸν Ἀκρίταν, ἔνθα ἐνέκλεισεν αὐτὸν εἰς ζοφερωτάτην φυλακὴν ἐκεῖ διὰ βουνεύρων τυπτόμενος καὶ ἐκ τῶν πληγῶν ἐξογκωθεῖς ὡς ἀσκὸς ὀκτὼ ἡμέρας μετὰ τὴν ἄθλησιν, πρὸς Κύριον ἔξεδημησε». Θεῷ παραστάς, Εὐθύμιε, τρισμάκαρ, πλήρης ἄληκτου τυγχάνεις εὐθυμίας.
(Ἡ μνήμη τοῦ Ἁγίου, ἀπὸ ὁρισμένους Συναξαριστές, περιττῶς ἐπαναλαμβάνεται καὶ τὴν 11η Ὀκτωβρίου.)

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Τῶν Σαρδέων πρόεδρος, καὶ Ἐκκλησίας φωστήρ, καὶ στόμα θεόσοφον, ὁμολογίας λαμπρᾶς, ἐδείχθης Εὐθύμιε· ὅθεν τῇ μυριπνόῳ, καὶ ἁγίᾳ σου Κάρᾳ, ταύτην τὴν πόλιν Πάτερ, μυστικῶς ἁγιάζεις· ᾗ δίδου Ἱεράρχα, ἀεὶ τὴν προστασίαν σου.

 

Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Ἀγωνισάμενος καλῶς Ἱεράρχα, ὑπὲρ τῶν θείων θεοφρόνως Εἰκόνων, ὁμολογίας στέφανον ἀπείληφας· ὅθεν προσκυνοῦντές σου, τὴν σεπτὴν Πάτερ Κάραν, καθαγιαζόμεθα, ἐν τῇ ταύτης προσψαύσει. Ἀλλ’ ἐκδυσώπει ῥύεσθαι ἡμᾶς, πάσης ἀνάγκης, παμμάκαρ Εὐθύμιε.

 

Μεγαλυνάριον.
Δόξης ἀπολαύων Πάτερ λαμπρᾶς, ὡς Ἱερομάρτυς, ὦ Εὐθύμιε εὐκλεής, ἀεὶ ἀναβλύζεις, ἐκ τῆς σεπτῆς σου Κάρας, τοῖς πίστει προσιοῦσι, χάριν σωτήριον.

 

Ὁ Ὅσιος Κωνσταντῖνος ὁ ἐξ Ἰουδαίων

Ὁ Ὅσιος Κωνσταντῖνος ἦταν ἀπὸ τὰ Σύναδα τῆς Φρυγίας. Σὲ νεαρὴ ἡλικία προσπάθησε νὰ ἀκολουθήσει τὴν ζωὴ τῶν ἐνάρετων χριστιανῶν. Ὁ νεαρὸς Ἰουδαῖος, ὁ ὁποῖος ἔφερε τὴν χριστιανικὴ πίστη ἤδη στὴ ψυχή του, ἀποφάσισε νὰ φύγει ἀπὸ τὸ θόρυβο τοῦ κόσμου, καὶ μετέβη στὸ μοναστήρι Φουβούτιον, τοῦ ὁποίου οἱ μοναχοὶ φημίζονταν γιὰ τὴν θεάρεστη ζωή τους.

Ἀφοῦ δοκιμάσθηκε ἀρκετὰ καὶ πείστηκαν γιὰ τὴν εἰλικρινὴ καὶ φωτεινὴ πίστη του, τοῦ ἔδωσαν τὸ ἅγιο βάπτισμα καὶ τὸν ὀνόμασαν Κωνσταντῖνο. Ἔγινε ἔτσι ἀδελφὸς τῆς Μόνης.

Ἐπιδόθηκε στὴν μελέτη τῶν πνευματικῶν πραγμάτων. Ὅμως αὐτὸ δὲν τοῦ ἦταν ἀρκετό, ἤθελε νὰ διδάξει καὶ στοὺς ἄλλους ἀνθρώπους τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ. Γι’ αὐτὸ ἄρχισε νὰ μεταβαίνει ἀπὸ τὴν μία πόλη στὴν ἄλλη καὶ νὰ κηρύσσει τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ.
Ἀπεβίωσε ἐν εἰρήνῃ.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

 

Ὁ Ὅσιος Εὐάρεστος 

Καταγόταν ἀπὸ τὴν Γαλατία ἀπὸ γονεῖς ἔνδοξους καὶ ἐπίσημους τῆς χώρας αὐτῆς. Ἀφοῦ καλὰ καὶ ὅσια ἐκπαιδεύτηκε στὴν χώρα του, πῆγε μὲ τὸν πατέρα του στὴν Κωνσταντινούπολη ἐπὶ Λέοντος τοῦ Ἰσαύρου (813 – 820) καὶ τὸν φιλοξενοῦσε ὁ συγγενής του πατρίκιος Βρυέννιος.

Ὅταν αὐτὸς στάλθηκε ἀπὸ τὴν βασίλισσα Θεοδώρα πρέσβυς στοὺς Βούλγαρους, πῆρε κοντά του καὶ τὸν Εὐάρεστο καὶ ὅταν ἔφτασαν στὸν τόπο, ποὺ ὀνομαζόταν Σκόπελο, ἐκεῖ ὁ Εὐάρεστος συνάντησε γέροντα ἀσκητή, στὸν ὁποῖο προσκολλήθηκε καὶ ἐκάρη μοναχός.

Ὁ δὲ γέροντας, βλέποντας τὴν ὑψηλὴ πνευματικὴ ἔφεση τοῦ νέου, τὸν ἔστειλε μὲ συστατικὴ ἐπιστολὴ στὴ Μονὴ Στουδίου, ὅπου ὁ Εὐάρεστος διέπρεπε σὰν αὐστηρὸς ἀσκητής.
Ἐκεῖ λοιπὸν ὁσιακὰ ἀφοῦ ἔζησε καὶ τὰ ὑπόλοιπα χρόνια τῆς ζωῆς του, ἀπεβίωσε εἰρηνικὰ σὲ ἡλικία 79 χρονῶν. Τὸ δὲ τίμιο λείψανό του, ἐναποτέθηκε στὴ Μονὴ Κοκουρουβίου (ἢ Κοκκοροβίου).

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ἅγιος Κωνστάντιος ὁ Νέος Ἱερομάρτυρας ὁ Ρῶσος

Ὁ Κωνστάντιος καταγόταν ἀπὸ τὴν Ρωσία καὶ ὑπηρετοῦσε σὰν ἐφημέριος στὴ Ρωσικὴ Πρεσβεία στὴν Κωνσταντινούπολη. Κατὰ τὸν Ρωσοτουρκικὸ πόλεμο ἦλθε στὸ Ἅγιον Ὄρος καὶ παρέμεινε γιὰ ἀρκετὸ χρονικὸ διάστημα στὴ Μεγίστη Λαύρα, ἀπ’ ὅπου ἀναχώρησε στὰ Ἱεροσόλυμα γιὰ προσκύνημα στοὺς Ἅγιους Τόπους.

Ἐπανῆλθε στὴν Μεγίστη Λαύρα καὶ περίμενε τὴν εἰρήνη μεταξὺ Ρωσίας καὶ Τουρκίας. Ὅταν ἐπιτεύχθηκε ἡ εἰρήνη, ὁ Ἅγιος πῆγε στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ παρέμεινε σὰν ἐφημέριος στὴν ἴδια πρεσβεία. Ἐκεῖ ὅμως, ἄγνωστο γιὰ ποιοὺς λόγους, ἦλθε σὲ προστριβὴ μὲ τὸν Ρῶσο Πρέσβη καὶ εἴτε ἀπὸ φόβο εἴτε ἀπὸ θυμό, παρουσιάστηκε στὸν Σουλτάνο καὶ ἀρνήθηκε τὸν Χριστό. Γιὰ τὴν ἐνέργειά του αὐτή, ἔτυχε μεγάλων τιμῶν καὶ περιποιήσεων ἀπὸ τοὺς Τούρκους.

Μετὰ ἀπὸ λίγες ἡμέρες, συναισθάνθηκε τὸ μεγάλο του ὀλίσθημα, μετανοημένος ἔκλαψε πικρὰ καὶ πόθησε τὸ μαρτύριο. Ἔτσι πέταξε τὰ τούρκικα ροῦχα, φόρεσε ἕνα φθαρμένο ράσο, παρουσιάστηκε στὸν Σουλτάνο καὶ μὲ θάρρος ὁμολόγησε τὸν Χριστὸ καὶ ἀποκήρυξε τὴν θρησκεία τοῦ Μωάμεθ.
Χωρὶς καμιὰ διαδικασία, οἱ Τοῦρκοι πῆραν τὸν μάρτυρα καὶ τὸν ἀποκεφάλισαν μπροστὰ στ’ ἀνάκτορα τοῦ Σουλτάνου τὸ 1743.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Αὐτὴ τὴν ἡμέρα ἡ ἁγία Ἐκκλησία μας γιορτάζει τὸ μεγάλο καὶ ἀνερμήνευτο γεγονὸς τῆς κατὰ σάρκα γεννήσεως τοῦ Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὴν Ὑπεραγία Θεοτόκο.

Μετὰ τὸν Εὐαγγελισμὸ τῆς Παρθένου Μαρίας ἀπὸ τὸν ἀρχάγγελο Γαβριὴλ καὶ ἐνῶ πλησίαζε ὁ καιρὸς νὰ τελειώσουν οἱ ἐννέα μῆνες ἀπὸ τὴν ὑπερφυσικὴ σύλληψη τοῦ Χριστοῦ στὴν παρθενική της μήτρα, ὁ Καίσαρ Αὔγουστος διέταξε ἀπογραφὴ τοῦ πληθυσμοῦ τοῦ ρωμαϊκοῦ κράτους.

Τότε ὁ Ἰωσὴφ μαζὶ μὲ τὴν Θεοτόκο, ξεκίνησαν γιὰ τὴν Βηθλεέμ, γιὰ νὰ ἀπογραφοῦν ἐκεῖ. Ἐπειδὴ ὅμως εἶχε πλησιάσει ὁ καιρὸς νὰ γεννήσει ἡ Παρθένος καὶ δὲν ἔβρισκαν κατοικία νὰ καταλύσουν, διότι εἶχε μαζευτεῖ πολὺς λαὸς στὴν Βηθλεέμ, μπῆκαν σὲ ἕνα φτωχικὸ σπήλαιο. Ἐκεῖ ἡ Θεοτόκος γέννησε τὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστὸ καὶ σπαργάνωσε σὰν βρέφος τὸν Κτίστη τῶν ἁπάντων. Ἔπειτα Τὸν ἔβαλε ἐπάνω στὴ φάτνη τῶν ἀλόγων ζώων, διότι «ἔμελλε νὰ ἐλευθέρωση ἡμᾶς ἀπὸ τὴν ἀλογίαν», ὅπως χαρακτηριστικὰ γράφει ὁ Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης.

Ἀπὸ τότε, ὅλοι οἱ πιστοὶ χριστιανοὶ μὲ χαρὰ ψάλλουν τὸν ὕμνο τῶν ἀγγέλων ἐκείνης τῆς νύκτας: «Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη, ἐν ἀνθρώποις εὐδοκίᾳ». Δόξα δηλαδή, ἂς εἶναι στὸν Θεό, ποὺ βρίσκεται στὰ ὕψιστα μέρη τοῦ οὐρανοῦ καὶ στὴν γῆ ὁλόκληρη, ποὺ εἶναι ταραγμένη ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, ἂς βασιλεύσει ἡ θεία εἰρήνη, διότι ὁ Θεὸς ἔδειξε τὴν ἀγάπη Του στοὺς ἀνθρώπους μὲ τὴν ἐνανθρώπηση τοῦ Υἱοῦ Του.
Νὰ σημειώσουμε ἐδῶ, ὅτι ἡ γιορτὴ τῶν Χριστουγέννων καθιερώθηκε γιὰ πρώτη φορὰ τὴν 25η Δεκεμβρίου τοῦ 397 ἐπὶ πατριαρχείας Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου. Κατ’ ἄλλους ὁ πατριάρχης Ἱεροσολύμων Ἰουβενάλιος, χώρισε τὶς δύο ἑορτὲς τῶν Φώτων καὶ τῶν Χριστουγέννων, οἱ ὁποῖες παλιότερα γίνονταν τὴν ἴδια μέρα, δηλαδὴ τὴν 6η Ἰανουαρίου.

 

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’.

Ἡ Γέννησίς σου Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν, ἀνέτειλε τῷ κόσμῳ, τὸ φῶς τὸ τῆς γνώσεως· ἐν αὐτῇ γὰρ οἱ τοῖς ἄστροις λατρεύοντες, ὑπὸ ἀστέρος ἐδιδάσκοντο, σὲ προσκυνεῖν, τὸν Ἥλιον τῆς δικαιοσύνης, καὶ σὲ γινώσκειν ἐξ ὕψους Ἀνατολήν. Κύριε δόξα σοι.

 

Ὑπακοή. Ἦχος πλ. δ’.
Τὴν ἀπαρχὴν τῶν ἐθνῶν, ὁ οὐρανός σοι προσεκόμισε, τῷ κειμένῳ Νηπίῳ ἐν φάτνῃ, δι’ ἀστέρος τοὺς Μάγους καλέσας· οὓς καὶ κατέπληττεν, οὐ σκῆπτρα καὶ θρόνοι, ἀλλ’ ἐσχάτη πτωχεία· τί γὰρ εὐτελέστερον σπηλαίου; τί δὲ ταπεινότερον σπαργάνων; ἐν οἷς διέλαμψεν ὁ τῆς Θεότητός σου πλοῦτος. Κύριε δόξα σοι.

 

Κοντάκιον. Ἦχος γ’. Αὐτόμελον. Ποίημα Ρωμανοῦ τοῦ Μελωδοῦ
Ἡ Παρθένος σήμερον, τὸν Ὑπερούσιον τίκτει, καὶ ἡ γῆ τὸ Σπήλαιον, τῷ ἀπροσίτῳ προσάγει. Ἄγγελοι, μετὰ Ποιμένων δοξολογοῦσι, Μάγοι δέ, μετὰ ἀστέρος ὁδοιποροῦσι· δι’ ἡμᾶς γὰρ ἐγεννήθη, παιδίον νέον, ὁ πρὸ αἰώνων Θεός.

 

Μεγαλυνάριον.
Δόξα ἐν ὑψίστοις πᾶσα πνοή, ἐν χαρᾷ βοάτω, τῷ τεχθέντι ἐν Βηθλεέμ· ἐπὶ γῆς γὰρ ὤφθη, δωρούμενος εἰρήνην. Τὴν τούτου προσκυνήσωμεν, θείαν Γέννησιν.

Ἡ Προσκύνησις τῶν Μάγων

Κατὰ Ματθαῖον Εὐαγγέλιον Κεφάλαιο Β’ 1 – 12:

 

1 Τοῦ δ ησο γεννηθντος ν Βηθλεμ τς ουδαας ν μραις ρδου το βασιλως, δο μγοι π νατολν παρεγνοντο ες εροσλυμα

2 λγοντες· πο στιν τεχθες βασιλες τν ουδαων; εδομεν γρ ατο τν στρα ν τ νατολ κα λθομεν προσκυνσαι ατ.
3
κοσας δ ρδης βασιλες ταρχθη κα πσα εροσλυμα μετ᾿ ατο,

4 κα συναγαγν πντας τος ρχιερες κα γραμματες το λαο πυνθνετο παρ᾿ ατν πο Χριστς γεννται.

5 ο δ επον ατ· ν Βηθλεμ τς ουδαας· οτω γρ γγραπται δι το προφτου·

6 κα σ Βηθλεμ, γ οδα, οδαμς λαχστη ε ν τος γεμσιν οδα· κ σο γρ ξελεσεται γομενος, στις ποιμανε τν λαν μου τν ᾿Ισραλ.
7 Τ
τε ρδης λθρα καλσας τος μγους κρβωσε παρ᾿ ατν τν χρνον το φαινομνου στρος,

8 κα πμψας ατος ες Βηθλεμ επε· πορευθντες κριβς ξετσατε περ το παιδου, πν δ ερητε, παγγελατ μοι, πως κγ λθν προσκυνσω ατ.

9 Ο δ κοσαντες το βασιλως πορεθησαν· κα δο στρ ν εδον ν τ νατολ προγεν ατος, ως λθν στη πνω ο ν τ παιδον· 10 δντες δ τν στρα χρησαν χαρν μεγλην σφδρα,

11 κα λθντες ες τν οκαν εδον τ παιδον μετ Μαρας τς μητρς ατο, κα πεσντες προσεκνησαν ατ, κα νοξαντες τος θησαυρος ατν προσνεγκαν ατ δρα, χρυσν κα λβανον κα σμρναν·
12 κα
χρηματισθντες κατ᾿ ναρ μ νακμψαι πρς ρδην, δι᾿ λλης δο νεχρησαν ες τν χραν ατν.

 

Ἀπόδοση στὴ Νεοελληνική:

 

1 Ὅταν ὁ Ἰησοῦς ἐγεννήθηκε εἰς τὴν Βηθλεὲμ τῆς Ἰουδαίας κατὰ τὰς ἡμέρας τοῦ Ἡρώδη τοῦ βασιλέως, ἔφθασαν μάγοι ἀπὸ τὴν Ἀνατολὴν εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα καὶ ἐρωτοῦσαν,

2 «Ποῦ εἶναι ἐκεῖνος ποὺ ἐγεννήθηκε, ὁ βασιλεὺς τῶν Ἰουδαίων; Διότι εἴδαμε τὸ ἄστρον του νὰ ἀνατέλλῃ καὶ ἤλθαμε νὰ τὸν προσκυνήσωμεν».

3 Ὅταν ἄκουσε αὐτὰ ὁ βασιλεὺς Ἡρώδης, ἐταράχθηκε καὶ μαζί του ὅλη ἡ πόλις τῶν Ἱεροσολύμων καὶ,

4 ἀφοῦ συγκέντρωσε ὅλους τοὺς ἀρχιερεῖς καὶ τοὺς γραμματεῖς τοῦ λαοῦ, ἐζητοῦσε νὰ πληροφορηθῇ ἀπὸ αὐτοὺς ποῦ θὰ γεννηθῇ ὁ Χριστὸς.

5 Ἐκεῖνοι δὲ τοῦ εἶπαν, «Εἰς τὴν Βηθλεὲμ τῆς Ἰουδαίας, διότι εἶναι γραμμένον διὰ τοῦ προφήτου,

6 «Και σὺ, Βηθλεέμ, γῆ τοῦ Ἰούδα, δὲν εἶσαι μὲ κανένα τρόπον ἡ μικρότερη μεταξὺ τῶν ἡγεμόνων τοῦ Ἰούδα, διότι ἀπὸ σὲ θὰ προέλθῃ ἕνας ἀρχηγός, ὁ ὁποῖος θὰ κυβερνήσῃ τὸν λαόν μου, τὸν Ἰσραήλ».

7 Τότε ὁ Ἡρώδης ἐκάλεσε κρυφὰ τοὺς μάγους καὶ ἐξακρίβωσε ἀπὸ αὐτοὺς τὸν χρόνον ποὺ ἐφάνηκε τὸ ἄστρον.

8 Κατόπιν τοὺς ἔστειλε εἰς τὴν Βηθλεὲμ καὶ τοὺς εἶπε, «Πηγαίνετε καὶ ἐξετάσατε ἀκριβῶς περὶ τοῦ παιδιοῦ. Καὶ ὅταν τὸ βρῆτε, εἰδοποιήσατέ με, διὰ νὰ ἔλθω καὶ ἐγὼ νὰ τὸ προσκυνήσω».

9 Αὐτοὶ, ἀφοῦ ἄκουσαν τὸν βασιλέα, ἔφυγαν. Καὶ νὰ, τὸ ἄστρον, τὸ ὁποῖον εἶχαν ἰδῆ νὰ ἀνατέλλῃ, προηγεῖτο, ἕως ὅτου ἦλθε καὶ ἐστάθηκε ἐπάνω εὶς τὸ μέρος, ὅπου εὑρίσκετο τὸ παιδί.

10 Μόλις εἶδαν τὸ ἄστρον, αἰσθάνθηκαν μεγάλην χαράν.

11 Καὶ ὅταν ἐμπῆκαν εἰς τὸ σπίτι, εἶδαν τὸ παιδὶ μαζὶ μὲ τὴν Μαρίαν, τὴν μητέρα του, καὶ ἔπεσαν εἰς τὴν γῆν καὶ τὸ προσκύνησαν· κατόπιν ἄνοιξαν τοὺς θησαυρούς τως καὶ τοῦ προσέφεραν γιὰ δῶρα χρυσὸν καὶ λιβάνι καὶ σμύρναν.
12 Καὶ ἐπειδὴ καθωδηγήθησαν μὲ ὄνειρον ὑπὸ τοῦ Θεοῦ νὰ μὴ ἐπιστρέψουν στὸν Ἡρώδην, ἀνεχώρησαν εἰς τὴν πατρίδα τους ἀπὸ ἄλλον δρόμον.

 

Μνήμη τῶν Ποιμένων, ποὺ εἶδαν τὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστὸ 

Κατὰ Λουκᾶν Εὐαγγέλιον Κεφάλαιο Β’ στίχοι 1 – 20:

 

1 Ἐγένετο δ ν τας μραις κεναις ξλθε δγμα παρ Κασαρος Αγοστου πογρφεσθαι πσαν τν οκουμνην.

2 Ατη πογραφ πρτη γνετο γεμονεοντος τς Συρας Κυρηνου.

3 Κα πορεοντο πντες πογρφεσθαι, καστος ες τν δαν πλιν.

4 Ἀνέβη δ κα ωσφ π τς Γαλιλαας κ πλεως Ναζαρτ ες τν ουδααν ες πλιν Δαυίδ, τις καλεται Βηθλεμ, δι τ εναι ατν ξ οκου κα πατρις Δαυίδ,

5 πογρψασθαι σν Μαριμ τ μεμνηστευμν ατ γυναικ, οσ γκύῳ.

6 γνετο δ ν τ εναι ατος κε πλσθησαν α μραι το τεκεν ατν,

7 κα τεκε τν υἱὸν ατς τν πρωττοκον, κα σπαργνωσεν ατν κα νκλινεν ατν ν τ φτν, διτι οκ ν ατος τπος ν τ καταλματι.

8 Κα ποιμνες σαν ν τ χρ τ ατ γραυλοντες κα φυλσσοντες φυλακς τς νυκτς π τν πομνην ατν.

9 Κα δο γγελος Κυρου πστη ατος κα δξα Κυρου περιλαμψεν ατος, κα φοβθησαν φβον μγαν.

10 Κα επεν ατος γγελος· μ φοβεσθε· δο γρ εαγγελζομαι μν χαρν μεγλην, τις σται παντ τ λα,

11 τι τχθη μν σμερον σωτρ, ς στι Χριστς Κριος, ν πλει Δαυίδ.

12 Κα τοτο μν τ σημεον· ερσετε βρφος σπαργανωμνον, κεμενον ν φτν.

13 Κα ξαφνης γνετο σν τ γγλ πλθος στρατις ορανου ανοντων τν Θεν κα λεγντων·

14 δξα ν ψστοις Θε κα π γς ερνη, ν νθρποις εδοκα.

15 Κα γνετο ς πλθον π᾿ ατν ες τν ορανν ο γγελοι, κα ο νθρωποι ο ποιμνες επον πρς λλλους· διλθωμεν δ ως Βηθλεμ κα δωμεν τ ρμα τοτο τ γεγονς, Κριος γνρισεν μν.

16 Κα λθον σπεσαντες, κα νερον τν τε Μαριμ κα τν ωσφ κα τ βρφος κεμενον ν τ φτν.

17 δντες δ διεγνρισαν περ το ρματος το λαληθντος ατος περ το παιδου τοτου·

18 κα πντες ο κοσαντες θαμασαν περ τν λαληθντων π τν ποιμνων πρς ατος.

19 δ Μαριμ πντα συνετρει τ ρματα τατα συμβλλουσα ν τ καρδίᾳ ατς.

20 Κα πστρεψαν ο ποιμνες δοξζοντες κα ανοντες τν Θεν π πσιν ος κουσαν κα εδον καθς λαλθη πρς ατος.

 

Ἀπόδοση στὴ Νεοελληνική:

 

1 Κατὰ τὰς ἡμέρας ἐκείνας συνέβη νὰ δοθῇ διαταγὴ ἐκ μέρους τοῦ Καίσαρος Αὐγούστου νὰ γίνῃ ἀπογραφὴ ὅλης τῆς οἰκουμένης.

2 Αὐτὴ ἡ ἀπογραφὴ ἦτο ἡ πρώτη ποὺ ἔγινε, ὅταν ἡγεμὼν τῆς Συρίας ἦτο ὁ Κορήνιος.

3 Καὶ ὅλοι ἐπήγαιναν νὰ ἀπογραφοῦν, ὁ καθένας εἰς τὴν πόλιν του.

4 Ἀνέβηκε δὲ καὶ ὁ Ἰωσὴφ ἀπὸ τὴν Γαλιλαίαν, ἀπὸ τὴν πόλιν Ναζαρέτ, εἰς τὴν Ἰουδαίαν, εἰς τὴν πόλιν τοῦ Δαυΐδ ἡ ὁποία ὀνομάζεται Βηθλεέμ, ἐπειδὴ κατήγετο ἀπὸ τὸν οἶκον καὶ τὸ γένος τοῦ Δαυΐδ,

5 διὰ νὰ ἀπογραφῇ μαζὶ μὲ τὴν Μαριάμ, τὴν γυναῖκα τὴν μνηστευμένην μὲ αὐτὸν, ἡ ὁποία ἦτο ἔγκυος.

6 Συνέβη ὅμως ὅταν ἦσαν ἐκεῖ, νὰ συμπληρωθοῦν αἱ ἡμέραι τοῦ τοκετοῦ της.

7 Καὶ ἐγέννησε τὸν υἱόν της τὸν πρωτότοκον καὶ τὸν ἐτύλιξε μὲ σπάργανα καὶ τὸν ἔβαλε νὰ πλαγιάσῃ μέσα εἰς τὴν φάτνην, διότι δὲν ὑπῆρχε τόπος εἰς τὸ πανδοχεῖον ὅπου εἶχαν καταλύσει.

8 Εἰς τὴν ἴδιαν περιοχὴν ὑπῆρχαν βοσκοὶ ποὺ ἔμεναν ἔξω εἰς τοὺς ἀγροὺς καὶ ἐφύλαγαν βάρδια τὴν νύχτα διὰ τὸ ποίμνιόν τους.

9 Καὶ τοὺς παρουσιάσθηκε ἄγγελος Κυρίου καὶ λάμψις θεϊκὴ ἔλαμψε γύρω τους καὶ τοὺς κατέλαβε μεγάλος φόβος.

10 Καὶ τοὺς εἶπε ὁ ἄγγελος, «Μὴ φοβᾶσθε· διότι σᾶς φέρω εὐχάριστα νέα ποὺ θὰ προξενήσουν μεγάλην χαρὰν εἰς ὅλον τὸν λαὸν:

11 ἐγεννήθηκε σήμερα εἰς τὴν πόλιν τοῦ Δαυΐδ γιὰ σᾶς Σωτήρ, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ Χριστὸς Κύριος.

12 Καὶ τοῦτο θὰ χρησιμεύσῃ σ’ ἐσᾶς γιὰ σημεῖον: Θὰ βρῆτε βρέφος τυλιγμένο εἰς τὰ σπάργανα μέσα σὲ φάτνην».

13 Καὶ ξαφνικὰ παρουσιάσθηκε μαζὶ μὲ τὸν ἄγγελον πλῆθος τῆς οὐρανίου στρατιᾶς ποὺ ἐδοξολογοῦσαν τὸν Θεὸν καὶ ἔλεγαν,

14 «Δόξα ἂς εἶναι εἰς τὸν Θεὸν ἐν τοῖς ὑψίστοις καὶ εἰς τὴν γῆν εἰρήνην· εὐαρέσκεια πρὸς τοὺς ἀνθρώπους».

15 Μόλις οἱ ἄγγελοι τοὺς ἄφησαν καὶ ἐπῆγαν εἰς τὸν οὐρανόν, οἱ βοσκοὶ εἶπαν μεταξύ τους, «Ἂς πᾶμε λοιπὸν ἕως τὴν Βηθλεὲμ γιὰ νὰ ἰδοῦμε τὸ γεγονὸς αὐτὸ ποὺ μᾶς ἔκανε γνωστὸν ὀ Κύριος».

16 Καὶ ἦλθαν τρέχοντες καὺ εὑρῆκαν τὴν Μαριὰμ καὶ τὸν Ἰωσήφ, καὶ τὸ βρέφος νὰ εἶναι εἰς τὴν φάτνην.

17 Ὅταν τὸ εἶδαν, ἔκαναν γνωστὰ τὰ λόγια ποὺ τοὺς εἶχαν εἰπωθῆ σχετικῶς μὲ τὸ παιδὶ αὐτό.

18 Καὶ ὅλοι, ὅσοι ἄκουσαν, ἐθαύμασαν δι’ ὅσα τοὺς εἶπαν οἱ βοσκοί.

19 Ἡ δὲ Μαριὰμ τὰ ἐκρατοῦσε ὅλα εἰς τὸν νοῦν της καὶ τὰ ἐσκέπτετο.
20 Καὶ ἐπέστρεψαν οἱ βοσκοὶ καὶ ἐδόξαζαν καὶ ὑμνοῦσαν τὸν Θεόν, δι’ ὅλα, ὅσα ἄκουσαν καὶ εἶδαν, ὅπως τοὺς εἶχε εἰπωθῆ.

Ὁ Χριστός ἔγινε ἄνθρωπος καί ἦρθε ἀνάμεσά μας γιά νά κάνει τήν οἰκογένειά Του!

Μητροπολίτου Γόρτυνος καί Μεγαλοπόλεως κ.κ. Ἰερεμία

Χριστούγεννα σήμερα, ἀδελφοί χριστιανοί. Ἑορτάζουμε ὅτι ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ σαρκώθηκε καί ἔγινε ἄνθρωπος. Ἑνώθηκε μέ τήν φύση μας τήν ἀνθρώπινη, γιά νά τήν ἁγιάσει καί νά τήν θεώσει. Ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ ἀπό τόν οὐρανό ψηλά κατέβηκε στήν γῆ χαμηλά, γιά νά πάρει τόν ἄνθρωπο ἀπό χαμηλά καί νά τόν ἀνεβάσει ψηλά. Ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ ἔγινε ἄνθρωπος γιά νά κάνει τόν ἄνθρωπο θεό. «Ἐνηνθρώπησεν, ἵνα θεώσῃ τόν ἄνθρωπον», ὅπως τό λέγει ὁ Μέγας Ἀθανάσιος.

Αὐτός, χριστιανοί μου, ἦταν ὁ σκοπός τοῦ ἀνθρώπου, γιά τόν ὁποῖο δημιουργήθηκε. Νά ἑνωθεῖ μέ τόν Θεό. Ἀλλά εἶναι δυνατόν ἡ δική μας ἀνθρώπινη φύση νά ἑνωθεῖ μέ τήν θεία φύση καί νά θεωθεῖ; Πῶς καί μέ ποιό τρόπο μπορεῖ νά γίνει αὐτό; Γι᾽ αὐτό ἀκριβῶς, χριστιανοί μου, ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ ἔγινε ἄνθρωπος γιά νά δείξει στόν ἄνθρωπο τόν τρόπο πρός τήν θέωση. Δηλαδή, δέν ἔφτανε πού ὁ Θεός δημιούργησε τόν ἄνθρωπο, ἀλλά γιά τήν θέωση τοῦ ἀνθρώπου ἔπρεπε καί νά σαρκωθεῖ ὁ Θεός. «Ἔδει σαρκωθῆναι». Ἔτσι, ἐπειδή στήν συνέχεια συνέβηκε καί ἡ πτώση, ἡ ἁμαρτία δηλαδή τοῦ ἀνθρώπου, «ἔδει παθεῖν» (Πράξ. 17,3), ἔπρεπε νά σταυρωθεῖ, γιά νά μᾶς δώσει μέ τήν σταυρική Του Θυσία τήν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν μας.

Στόν κόσμο πού ἦρθε ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ, ὁ Χριστός, ἀδελφοί, ἔφερε τήν θεογνωσία καί κήρυξε ὄμορφη θεϊκή διδασκαλία, πού εἶναι γραμμένη στό ἅγιο Εὐαγγέλιο. Αὐτή τήν διδασκαλία τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, τοῦ γεννηθέντος Μεσσία, πρέπει νά μελετᾶμε συνεχῶς καί μέ βάση αὐτή τήν διδασκαλία νά ρυθμίζουμε τήν ζωή μας. «Νά ζοῦμε βίο τέλειο κατά τό Εὐαγγέλιο», ὅπως μᾶς τό λένε τά κάλαντα τῶν παιδιῶν μας.

Ἀλλά νά σᾶς πῶ καί τό ἄλλο. Ξέρετε, χριστιανοί μου, γιατί ὁ Χριστός ἔγινε ἄνθρωπος καί ἦρθε ἀνάμεσά μας; Γιά νά κάνει τήν οἰκογένειά Του! Καί σ᾽ αὐτήν τήν οἰκογένεια ἀνήκουμε ὅλοι ἐμεῖς οἱ βαπτισμένοι χριστιανοί. Γιατί τό βάπτισμα εἶναι ἡ θύρα ἀπό τήν ὁποία μπαίνουμε στήν ἱερή αὐτή οἰκογένειά Του. «Ἐκκλησία» λέγεται ἡ οἰκογένεια αὐτή τοῦ Θεοῦ. Σ᾽ αὐτήν τήν οἰκογένειά μας νοιώθουμε ὡραῖα μέ τήν ἀγάπη στόν Θεό καί τήν ἀγάπη μεταξύ μας. Στήν Ἐκκλησία μας λεγόμαστε καί εἴμαστε ὅλοι «ἀδέλφια», γιορτάζουμε ὅλοι μαζί καί τρῶμε ὅλοι μαζί! Ἡ τροφή μας εἶναι θεϊκή. Τρῶμε τόν Ἴδιο τόν Θεό! Ὁ Ἰώβ κάποτε εἶχε πεῖ ἀπό παλαιά, προτοῦ ἀκόμη νά γεννηθεῖ ὁ Χριστός. Εἶχε πεῖ: «Ποιός θά μοῦ δώσει τήν σάρκα (τοῦ Θεοῦ) νά τοῦ τήν φάω;» (Ἰώβ 31,31). Μέ τήν σάρκωση τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, πού ἑορτάζουμε σήμερα, καί μέ τήν ἐντολή πού μᾶς ἔδωσε «νά τρῶτε τό Σῶμα Μου» καί «νά πίνετε τό Αἷμά Μου», ἔχουμε πραγματικά ἕνα Θεῖο Δεῖπνο, στό Ὁποῖο γευόμαστε οὐσιαστικά τόν Θεό μας. Ὅλα αὐτά τά ἀγαθά πού ζοῦμε στήν Ἐκκλησία μας, ἀλλά καί τά ἄλλα ἀγαθά πού περιμένουμε καί στήν μελλοντική μας ζωή, στήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ὅλα αὐτά τά ἀποκτήσαμε μέ τήν Γέννηση τοῦ Χριστοῦ, πού ἑορτάζουμε σήμερα. Γι᾽ αὐτό καί δοξάζουμε μαζί μέ τούς ἀγγέλους καί λέγουμε: «Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ καί ἐπί γῆς εἰρήνη ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία»!

 Χρόνια Σας πολλά!

Μέ πολλές εὐχές

 

† Ὁ Μητροπολίτης Γόρτυνος καί Μεγαλοπόλεως Ἰερεμίας