Blue Flower

Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς

 δεύτερη Κυριακὴ τῶν Νηστειῶν εἶναι ἀφιερωμένη στὸν γίγαντα τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, στὸν ἅγιο Γρηγόριο Παλαμᾶ, Ἀρχιεπίσκοπο Θεσσαλονίκης, ποὺ ἀνεδείχθη ἀστέρας λαμπερὸς τῆς προσευχῆς καὶ μύστης τῆς θεώσεως, θεολόγος μέγας, ἐφάμιλλος τῶν τριῶν ἱεραρχῶν,  ὁποῖος μὲ τοὺς ἀγῶνες του ὑπὲρ τῆς ἀληθείας, διεφύλαξε τὸ ὀρθόδοξο πλήρωμα ἀπὸ τοὺς λατινόφρονες καὶ τοὺς ἠθικολόγους αἱρετικοὺς φιλοσόφους τοῦ δεκάτου τετάρτου αἰῶνος.

Ἐπειδὴ ἴσως ὁ ἅγιος εἶναι ἄγνωστος σὲ πολλούς, θὰ ἀναφέρουμε σύντομα κάποια στοιχεῖα ἀπὸ τὸ βίο καὶ τὴ θεολογία του.

Ὁ ἅγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς γεννήθηκε στὴν Κωνσταντινούπολη ἀπὸ εὐσεβεστάτους καὶ ἁγίους γονεῖς. Ὑπῆρξε τὸ πρῶτο ἀπὸ τὰ ἕξι παιδιὰ τῆς οἰκογενείας, τῆς ὁποίας τὴν ἁγιότητα προσφάτως ἀνεγνώρισε τὸ Οἰκουμενικό μας Πατριαρχεῖο. Ἔλαβε σπουδαῖα μόρφωση, σὲ σημεῖο ὥστε οἱ αὐτοκράτορες ἐπιθυμοῦσαν νὰ τὸν προωθήσουν σὲ ἀνώτατα πολιτικὰ ἀξιώματα. Ὅμως ἐκεῖνος ἐπιθυμοῦσε τὴ μοναχικὴ ζωή, ἡ ὁποία εἶναι ἡ ἀνώτερη φιλοσοφικὴ ὁδός, ποὺ ὁδηγεῖ στὴν ἀληθινὴ γνώση, τὴ γνώση τοῦ Θεοῦ. Ἀσκήτευσε στὴν περιοχὴ τῆς Θράκης, στὸ Ἅγιον Ὄρος, ἀλλὰ καὶ στὴ Βέροια γιὰ μία πενταετία μαζὶ μὲ τὶς δύο ἀδελφὲς καὶ τοὺς δύο ἀδελφούς του. Μετὰ ἀπὸ πολλοὺς ἀγῶνες σὲ συνόδους, ταλαιπωρίες, ἄδικες φυλακίσεις, ἐκλέχθηκε Ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης.

Ἑκατομμύρια σελίδες κι ἂν γραφτοῦν γιὰ τὸν ἅγιο, θὰ εἶναι πράγματι λίγες, γιὰ νὰ ἀποδώσουν τὸ μέγεθος τῆς ἁγιότητός του καὶ τὸ μεγαλεῖο τῆς θεολογίας του. Ἐντούτοις θὰ περιοριστοῦμε νὰ ἀναφέρουμε ἐπιγραμματικὰ τὴν πεμπτουσία ἀπὸ ὅσα βίωσε καὶ ἔγραψε.

Ἡ θεολογία τοῦ ἁγίου συνίσταται στὴ δυνατότητα τοῦ ἀνθρώπου νὰ μετάσχῃστὴ θεωτικὴ ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ. Σκοπὸς τοῦ ἀνθρώπου δὲν εἶναι νὰ γίνῃ καλὸς ἄνθρωπος ἢ νὰ πλησιάσῃ τὸν Θεὸ μὲ τὴν μόρφωση καὶ τὴν φιλοσοφία, ἀλλὰ μὲ τὴν οἰκείωση τῆς θείας χάριτος, τὴν ὁποία ἐνορᾶ ὡς φῶς ἄκτιστο, θεϊκό, ὄχι ὑλικό, ὅπως τὸ φῶς τοῦ ἡλίου, ἀφοῦ πρωτίστως καθαρθῇ ἀπὸ τὰ ψυχικὰ καὶ πνευματικὰ πάθη διὰ τῆς προσευχῆς, τῆς ἐγκρατείας καὶ γενικῶς διὰ τῆς ἀσκήσεως. Τὸ ἄκτιστο φῶς εἶναι τὸ φῶς τῆς Μεταμορφώσεως καὶ Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ, γι’ αὐτὸ καὶ μέσα σὲ τοῦτο τὸ φῶς ὁ ἄνθρωπος μεταμορφώνεται καὶ γίνεται ἕνα μὲ τὸν ἀναστάντα Χριστό. Γίνεται κατὰ χάριν θεός καὶ λάμπει στὸ πνευματικὸ στερέωμα.

Σίγουρη, ἂν καὶ ὄχι μοναδική, μέθοδος γιὰ νὰ δῇ ὁ ἄνθρωπος τὸ ἄκτιστο φῶς τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ διὰ τῆς ἡσυχίας συνεχὴς προσευχὴ καὶ ἐπίκληση τοῦ ὀνόματος τοῦ Χριστοῦ, τὸ «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με, τὸν ἁμαρτωλόν», σὲ συνδυασμὸ μὲ τὴ συμμετοχὴ στὰ μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας, ἔργο ποὺ δὲν περιορίζεται στοὺς ἀσκητὲς καὶ μοναχούς, ἀλλὰ μπορεῖ νὰ ἐπεκτείνεται στὴν καθημερινὴ ζωὴ τῶν λαϊκῶν ἀνὰ πᾶσα στιγμή.

Μὲ τὴ θεολογία τοῦ ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ, καθὼς καὶ τοῦ ὑποστηρικτοῦ, βιογράφου καὶ ὑμνογράφου του, τοῦ ἁγίου Φιλοθέου Κοκκίνου, Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως, λύνεται καὶ ἡ μεγάλη λατινικὴ πλάνη τοῦ φιλιόκβε. Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ἐκπορεύεται ἀπὸ τὸν Πατέρα, ἀλλὰ αὐτὸ ποὺ πέμπεται καὶ ἀπὸ τὸν Υἱό, ὅπως φυσικὰ καὶ ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, εἶναι ἡ ἄκτιστη τριαδικὴ ἐνέργεια, ἡ ὁποία, ἐπειδὴ ἐνίοτε καλεῖται καὶ «Πνεῦμα», ἔχει γίνει ἀντικείμενο παρανόησης ἀπὸ τοὺς θεολόγους τῆς αἱρετικῆς παπικῆς ἐκκλησίας. Οἱ ἅγιοί μας ξεκαθάρισαν τὸ αὐτονόητο, ἀλλὰ τόσο δυσνόητο ἀπὸ τοὺς πλανεμένους λατίνους καὶ λατινόφρονες τῆς ἐποχῆς τους, ὅτι δηλαδὴ ὁ Χριστός, ὅταν λέγῃ «λάβετε Πνεῦμα Ἅγιο», δὲν μεταδίδῃ οὔτε τὴν οὐσία, οὔτε τὴν ὑπόσταση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, διότι ὄχι μόνον ἡ ἄκτιστη οὐσία τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀκοινώνητη ἀπὸ τὰ κτιστὰ ὄντα, ἀλλὰ καὶ οἱ ὑποστάσεις ἀκόμη καὶ μέσα στὴν τριαδικὴ κοινωνία. Ὁ κτιστὸς ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ γίνῃ κοινωνὸς μονάχα τῆς θείας ἐνέργειας, τῆς θείας χάριτος, ποὺ δημιουργεῖ, ζωοποιεῖ, λογοποιεῖ, μεταμορφώνει καὶ θεώνει τὰ κτιστὰ λογικὰ ὄντα.

Ἡ μνήμη τοῦ ἁγίου Γρηγορίου κανονικὰ τελεῖται στὶς 14 Νοεμβρίου. Ἡ Ἐκκλησία μας ὅμως μὲ τὴν σημερινὴ ἡμέρα ἐπιθυμεῖ νὰ μᾶς ὑπενθυμίσῃ τοὺς ἀγῶνες τοῦ μεγάλου ἁγίου γιὰ τὴν διαφύλαξη τῆς ὀρθοπραξίας μέσα ἀπὸ μία πορεία ποὺ ξεκινᾶ ἀπὸ τὴν κάθαρση τῶν παθῶν μας, διέρχεται μέσα ἀπὸ τὸν φωτισμὸ καὶ στοχεύει στὴν θέωση, τὴν ὁμοίωσή μας μὲ τὸν Ἰησοῦ Χριστό, τὸν σαρκωθέντα Θεό.

Ἂς ἐπικαλούμαστε τὸν θαυματουργὸ αὐτὸ ἅγιο τῆς οἰκουμενικῆς καὶ τοπικῆς μας Ἐκκλησίας, ζητῶντας νὰ πρεσβεύῃ στὸν Κύριο γιὰ τὴν κάθαρση, τὸν φωτισμὸ καὶ τὴν σωτηρία μας.

 

π. Στυλιανός Μακρής

Ἀκολουθίες Ὄρθρου Σαββάτου Β΄ Νηστειών - Σωφρονίου Ιεροσολύμων (11-03-2017), τροπάρια, ἀναγνώσματα Θείας Λειτουργίας, εδώ

Ἀκολουθίες Εσπερινου Σαββάτου και Ὄρθρου Κυριακής Β΄ Νηστειών - Γρηγορίου Παλαμά (11-03-2017--12-03-2017), τροπάρια, ἀναγνώσματα Θείας Λειτουργίας, εδώ

Για να κατεβάσετε τον Κατνυκτικό εσπερινό της Κυριακής Β΄ Νηστειών 12-03-2017 (Γρηγορίου του Παλαμά), πατήστε εδώ 

 Κανόνιον εδώ

Ὁ Ἅγιος Σωφρόνιος γεννήθηκε στὴν Δαμασκὸ τῆς Συρίας περὶ τὸ ἔτος 580 μ.Χ. καὶ ἦταν υἱὸς εὐσεβῶν καὶ ἐνάρετων γονέων, τοῦ Πλινθᾶ καὶ τῆς Μυροῦς. Λόγω τῆς καταγωγῆς του ἀποκαλεῖται καὶ Δαμασκηνός. Κατὰ τὴν νεαρή του ἡλικία ἐπισκέφθηκε τοὺς Ἁγίους Τόπους καὶ ἐκάρη μοναχὸς στὴ μονὴ τοῦ ἀββᾶ Θεοδοσίου, ὅπου συνδέθηκε πνευματικὰ μὲ τὸν ἐκεῖ ἀσκούμενο Ἰωάννη τὸν Μόσχο, ἀπὸ τὸν ὁποῖο διδάχθηκε πολλά. Μὲ τὴν συνοδεία αὐτοῦ ἐπισκέφθηκε τὴν Αἴγυπτο, ὅπου συνδέθηκε μὲ τὸν κύκλο τοῦ Ἁγίου Ἰωάννη τοῦ Ἐλεήμονος καὶ τὴ Ρώμη. Τότε πέθανε καὶ ὁ Ἰωάννης ὁ Μόσχος (620 μ.Χ.). Ὁ Σωφρόνιος μετακόμισε τὸ λείψανο αὐτοῦ στὰ Ἱεροσόλυμα καί, ἀφοῦ τὰ ἐνταφίασε στὴ μονὴ τοῦ Ὁσίου Θεοδοσίου, ἐπανέκαμψε στὴν Ἀλεξάνδρεια. Ἐκεῖ προσβλήθηκε τότε ἀπὸ ἀνίατη ἀσθένεια τῶν ὀφθαλμῶν. Ἐπισκέφθηκε τότε τὸ ναὸ τῶν Ἁγίων Ἀναργύρων Κύρου καὶ Ἰωάννου στὸ Ἀμπουκὶρ καὶ θεραπεύθηκε. Τὸ θαῦμα αὐτὸ περιέλαβε σὲ ἐγκώμιό του πρὸς τοὺς Ἁγίους αὐτούς.

Στὴν συνέχεια ἐπισκέφθηκε τὴν Κωνσταντινούπολη μὲ τὴν ἐλπίδα νὰ προσεταιρισθεῖ τὸν Πατριάρχη Σέργιο Α’ (610 – 638 μ.Χ.) στὶς θέσεις του κατὰ τῶν Μονοφυσιτῶν καὶ νὰ ἐκφράσει τὶς διαφωνίες του κατὰ τοῦ ἑνωτικοῦ σχεδίου, τὸ ὁποῖο ὁ Πατριάρχης Ἀλεξανδρείας Κύρος ὁ ἀπὸ Φάσιδος (630 – 643 μ.Χ.) ἑτοίμαζε γιὰ νὰ σιγάσει τὴν διαμάχη μεταξὺ Ὀρθοδόξων καὶ Μονοφυσιτῶν. Ἀλλὰ ἀπέτυχε καὶ ἀπογοητευμένος ἐπανῆλθε στὰ Ἱεροσόλυμα.

Ὅταν πέθανε ὁ Ἅγιος Μόδεστος, Πατριάρχης Ἱεροσολύμων ( 16 Δεκεμβρίου), ὁ Ἅγιος Σωφρόνιος, γιὰ τὴν ὑπερβάλλουσα ἀρετή του, ἀνῆλθε τὸ ἔτος 634 μ.Χ. στὸν πατριαρχικὸ θρόνο τῆς Σιωνίτιδος Ἐκκλησίας. Ἡ κατάσταση ἦταν θλιβερή. Ἐσωτερικὰ ἡ Ὀρθοδοξία ὑπέφερε ἀπὸ τὴν αἵρεση τοῦ μονοφυσιτισμοῦ. Ἐξωτερικὰ οἱ Ἄραβες περιέσφιγγαν τὴν πόλη τῶν Ἱεροσολύμων. Ἤδη κατεῖχαν τὴ Βηθλεὲμ καὶ ὁ Ἅγιος Σωφρόνιος μὴ δυνάμενος, κατὰ τὸν Δεκέμβριο τοῦ ἔτους 634 μ.Χ., νὰ μεταβεῖ ἐκεῖ γιὰ νὰ γιορτάσει τὴν γέννηση τοῦ Θεανθρώπου, θρηνεῖ. Γιὰ τὴν ἀποκατάσταση κάποιας ἠρεμίας στὸ ποίμνιό του, συγκαλεῖ Σύνοδο καὶ καταδικάζει τὸν Μονοφυσιτισμό. Γιὰ τὴν ἀπόκρουση τῶν Ἀράβων ὀργανώνει τὴν ἄμυνα τῆς πόλεως. Τὸ ἔτος 637 μ.Χ. ὅμως ἀναγκάζεται νὰ παραδώσει τὴν πόλη τῶν Ἱεροσολύμων στὸν χαλίφη Ὀμάρ.

Ὁ Ἅγιος Σωφρόνιος κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἑπόμενο ἔτος, 638 μ.Χ.
Τὸ συγγραφικό του ἔργο εἶναι σαφῶς καὶ καθαρὰ ποιητικό. Διακρίθηκε κυρίως στὴν συγγραφὴ ἰδιομέλων καὶ τοῦ βίου τῶν Ἁγίων Ἀναργύρων, Ἰωάννου τοῦ Ἐλεήμονος καὶ Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

Ἀπολυτίκιο. Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Σωφροσύνης τὴν αἴγλην πλουτήσας Ὅσιε, τῆς εὐσέβειας ἐκφαίνεις τὸν ὑπὲρ νοῦν φωτισμόν, ταῖς τῶν λόγων ἀστραπαῖς Πάτερ Σωφρόνιε· σὺ γὰρ σοφίας κοινωνός, διὰ βίου γεγονώς, στηρίζεις τὴν Ἐκκλησίαν, ὡς εὐκλεὴς Ἱεράρχης, καὶ πρεσβευτὴς ἡμῶν πρὸς Κύριον.

 

Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Λαμπρυνθεὶς τοῦ Πνεύματος τῇ ἐπιπνοίᾳ, Ἱεράρχης ὅσιος, ὡς Ἀποστόλων μιμητής, ἐν τῇ Σιὼν ἐχρημάτισας, Πάτερ παμμάκαρ, Σωφρόνιε πάνσοφε.

 

Μεγαλυνάριον.
Αἴγλην γλωσσοπύρσευτον εἰληφώς, ἐν Σιὼν τῇ θείᾳ, προσφοιτήσασαν μυστικῶς, ὤφθης Ἐκκλησίας, θεοειδὴς ἐκφάντωρ, καὶ στόμα θεῖον ὄντως, Πάτερ Σωφρόνιε.

Ὁ Ἅγιος Σωφρόνιος γεννήθηκε στὴν Δαμασκὸ τῆς Συρίας περὶ τὸ ἔτος 580 μ.Χ. καὶ ἦταν υἱὸς εὐσεβῶν καὶ ἐνάρετων γονέων, τοῦ Πλινθᾶ καὶ τῆς Μυροῦς. Λόγω τῆς καταγωγῆς του ἀποκαλεῖται καὶ Δαμασκηνός. Κατὰ τὴν νεαρή του ἡλικία ἐπισκέφθηκε τοὺς Ἁγίους Τόπους καὶ ἐκάρη μοναχὸς στὴ μονὴ τοῦ ἀββᾶ Θεοδοσίου, ὅπου συνδέθηκε πνευματικὰ μὲ τὸν ἐκεῖ ἀσκούμενο Ἰωάννη τὸν Μόσχο, ἀπὸ τὸν ὁποῖο διδάχθηκε πολλά. Μὲ τὴν συνοδεία αὐτοῦ ἐπισκέφθηκε τὴν Αἴγυπτο, ὅπου συνδέθηκε μὲ τὸν κύκλο τοῦ Ἁγίου Ἰωάννη τοῦ Ἐλεήμονος καὶ τὴ Ρώμη. Τότε πέθανε καὶ ὁ Ἰωάννης ὁ Μόσχος (620 μ.Χ.). Ὁ Σωφρόνιος μετακόμισε τὸ λείψανο αὐτοῦ στὰ Ἱεροσόλυμα καί, ἀφοῦ τὰ ἐνταφίασε στὴ μονὴ τοῦ Ὁσίου Θεοδοσίου, ἐπανέκαμψε στὴν Ἀλεξάνδρεια. Ἐκεῖ προσβλήθηκε τότε ἀπὸ ἀνίατη ἀσθένεια τῶν ὀφθαλμῶν. Ἐπισκέφθηκε τότε τὸ ναὸ τῶν Ἁγίων Ἀναργύρων Κύρου καὶ Ἰωάννου στὸ Ἀμπουκὶρ καὶ θεραπεύθηκε. Τὸ θαῦμα αὐτὸ περιέλαβε σὲ ἐγκώμιό του πρὸς τοὺς Ἁγίους αὐτούς.

Στὴν συνέχεια ἐπισκέφθηκε τὴν Κωνσταντινούπολη μὲ τὴν ἐλπίδα νὰ προσεταιρισθεῖ τὸν Πατριάρχη Σέργιο Α’ (610 – 638 μ.Χ.) στὶς θέσεις του κατὰ τῶν Μονοφυσιτῶν καὶ νὰ ἐκφράσει τὶς διαφωνίες του κατὰ τοῦ ἑνωτικοῦ σχεδίου, τὸ ὁποῖο ὁ Πατριάρχης Ἀλεξανδρείας Κύρος ὁ ἀπὸ Φάσιδος (630 – 643 μ.Χ.) ἑτοίμαζε γιὰ νὰ σιγάσει τὴν διαμάχη μεταξὺ Ὀρθοδόξων καὶ Μονοφυσιτῶν. Ἀλλὰ ἀπέτυχε καὶ ἀπογοητευμένος ἐπανῆλθε στὰ Ἱεροσόλυμα.

Ὅταν πέθανε ὁ Ἅγιος Μόδεστος, Πατριάρχης Ἱεροσολύμων ( 16 Δεκεμβρίου), ὁ Ἅγιος Σωφρόνιος, γιὰ τὴν ὑπερβάλλουσα ἀρετή του, ἀνῆλθε τὸ ἔτος 634 μ.Χ. στὸν πατριαρχικὸ θρόνο τῆς Σιωνίτιδος Ἐκκλησίας. Ἡ κατάσταση ἦταν θλιβερή. Ἐσωτερικὰ ἡ Ὀρθοδοξία ὑπέφερε ἀπὸ τὴν αἵρεση τοῦ μονοφυσιτισμοῦ. Ἐξωτερικὰ οἱ Ἄραβες περιέσφιγγαν τὴν πόλη τῶν Ἱεροσολύμων. Ἤδη κατεῖχαν τὴ Βηθλεὲμ καὶ ὁ Ἅγιος Σωφρόνιος μὴ δυνάμενος, κατὰ τὸν Δεκέμβριο τοῦ ἔτους 634 μ.Χ., νὰ μεταβεῖ ἐκεῖ γιὰ νὰ γιορτάσει τὴν γέννηση τοῦ Θεανθρώπου, θρηνεῖ. Γιὰ τὴν ἀποκατάσταση κάποιας ἠρεμίας στὸ ποίμνιό του, συγκαλεῖ Σύνοδο καὶ καταδικάζει τὸν Μονοφυσιτισμό. Γιὰ τὴν ἀπόκρουση τῶν Ἀράβων ὀργανώνει τὴν ἄμυνα τῆς πόλεως. Τὸ ἔτος 637 μ.Χ. ὅμως ἀναγκάζεται νὰ παραδώσει τὴν πόλη τῶν Ἱεροσολύμων στὸν χαλίφη Ὀμάρ.

Ὁ Ἅγιος Σωφρόνιος κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἑπόμενο ἔτος, 638 μ.Χ.
Τὸ συγγραφικό του ἔργο εἶναι σαφῶς καὶ καθαρὰ ποιητικό. Διακρίθηκε κυρίως στὴν συγγραφὴ ἰδιομέλων καὶ τοῦ βίου τῶν Ἁγίων Ἀναργύρων, Ἰωάννου τοῦ Ἐλεήμονος καὶ Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας.

 

 

Ἀπολυτίκιο. Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Σωφροσύνης τὴν αἴγλην πλουτήσας Ὅσιε, τῆς εὐσέβειας ἐκφαίνεις τὸν ὑπὲρ νοῦν φωτισμόν, ταῖς τῶν λόγων ἀστραπαῖς Πάτερ Σωφρόνιε· σὺ γὰρ σοφίας κοινωνός, διὰ βίου γεγονώς, στηρίζεις τὴν Ἐκκλησίαν, ὡς εὐκλεὴς Ἱεράρχης, καὶ πρεσβευτὴς ἡμῶν πρὸς Κύριον.

 

Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Λαμπρυνθεὶς τοῦ Πνεύματος τῇ ἐπιπνοίᾳ, Ἱεράρχης ὅσιος, ὡς Ἀποστόλων μιμητής, ἐν τῇ Σιὼν ἐχρημάτισας, Πάτερ παμμάκαρ, Σωφρόνιε πάνσοφε.

 

Μεγαλυνάριον.
Αἴγλην γλωσσοπύρσευτον εἰληφώς, ἐν Σιὼν τῇ θείᾳ, προσφοιτήσασαν μυστικῶς, ὤφθης Ἐκκλησίας, θεοειδὴς ἐκφάντωρ, καὶ στόμα θεῖον ὄντως, Πάτερ Σωφρόνιε.

Ὁ Ἅγιος Πιόνιος ὁ Μάρτυρας ὁ Πρεσβύτερος

Ὁ Ἅγιος Μάρτυρας Πιόνιος ἔζησε κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Δεκίου (249 – 251 μ.Χ.) καὶ ἦταν πρεσβύτερος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Σμύρνης. Ἔλεγχε τοὺς Ἰουδαίους καὶ τοὺς Ἐθνικοὺς καὶ τοὺς ἔπειθε ἀπὸ τὶς θεῖες Γραφὲς ὅτι ἕνας μόνο εἶναι ὁ Θεὸς ὁ ἀληθινός, ὁ Δημιουργὸς τῶν πάντων καὶ ὁ μονογενής Του Υἱὸς Ἰησοῦς Χριστὸς καὶ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον καὶ κήρυττε ὅτι ὅλοι οἱ ἁμαρτωλοὶ καὶ οἱ ἄπιστοι θὰ τιμωρηθοῦν καὶ θὰ παραδοθοῦν στὸ πῦρ τὸ αἰώνιο. Ἔτσι συνελήφθη ἀπὸ τοὺς εἰδωλολάτρες μαζὶ μὲ ἄλλους Χριστιανούς. Καὶ πρῶτα παραδόθηκε ἁλυσοδεμένος στὸν Πολέμωνα, τὸν ἱερέα τῶν εἰδώλων καὶ στὸν ἄρχοντα τῆς πόλεως Ἐλπίδιο. Ἔπειτα ὁδηγήθηκε στὸν ἡγεμόνα τῆς χώρας, ἀνθύπατο Κοντυλιανό, ὁ ὁποῖος ἔδωσε ἐντολὴ νὰ τὸν βασανίσουν. Τὸν κτύπησαν ἀνηλεῶς μέχρι θανάτου καὶ ἀφοῦ τὸν κρέμασαν σὲ ξύλο, κατέκαψαν τὰ πλευρά του μὲ ἀναμμένες δάδες φωτιᾶς. Στὴν συνέχεια τὸν ἔριξαν μέσα σὲ καμίνι καὶ ὁ Ἅγιος προσευχόμενος μέσα σὲ αὐτό, τελείωσε μαρτυρικὰ τὸν βίο του.
Ἡ Σύναξή του ἐτελεῖτο στὸ Λιθόστρωτο, ὅπου ὑπῆρχε ναὸς ἀφιερωμένος στὸν Ἅγιο.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

 

Ἡ Ἁγία Σαβίνα ἡ Μάρτυς 

Ἡ μνήμη τῆς Ἁγίας Σαβίνας εἶναι ἄγνωστη στοὺς Συναξαριστές. Τμᾶται μαζὶ μὲ τὸν Ἅγιο Πιόνιο. Ἡ κοινὴ μνήμη τῶν Ἁγίων ἀναφέρεται στὸν Βατοπαιδινὸ Κώδικα ὅπου φαίνεται ὅτι ἡ Ἁγία Μάρτυς Σαβίνα συνεμαρτύρησε μετὰ τοῦ Ἁγίου Πιονίου. Στοὺς δύο αὐτοὺς Μάρτυρες τῆς πίστεως συνέθεσε Κανόνα ὁ ὑμνογράφος Θεοφάνης.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

Οἱ Ἅγιοι Θαλλὸς καὶ Τρόφιμος οἱ Μάρτυρες 

Οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες Τρόφιμος καὶ Θαλλὸς κατάγονταν ἀπὸ τὴν Στρατονίκη. Συνελήφθησαν, ἐπειδὴ ἦταν Χριστιανοί, κατὰ τὸν ἐκραγέντα διωγμὸ ἐπὶ αὐτοκρατόρων Διοκλητιανοῦ (284 – 305 μ.Χ.) καὶ Μαξιμιανοῦ (285 – 305 μ.Χ.) καὶ ἄρχοντος τῆς Λαοδικείας τῆς Φρυγίας, Ἀσκληπιοῦ. Τοὺς κρέμασαν γυμνοὺς ἐπάνω σὲ ξύλο καὶ τοὺς ξέσκισαν τὶς σάρκες. Ἐπειδὴ δέ, διεκωμώδησαν τὰ εἴδωλα, ὁ ἡγεμόνας Ἀσκληπιὸς διέταξε νὰ κρεμαστοῦν ἐπὶ σταυροῦ, ἐπάνω στὸν ὁποῖο οἱ Μάρτυρες παρέδωσαν τὸ πνεῦμα. Ἦταν τὸ ἔτος 298 μ.Χ.
Οἱ Χριστιανοὶ περισυνέλεξαν τὰ Ἅγια Λείψανα καὶ τὰ κατέθεσαν στὸ ναό. Ἐκεῖ προσῆλθε ἡ σύζυγος τοῦ Ἀσκληπιοῦ καὶ ράντισε μὲ μύρα τὴ θήκη τῶν Μαρτύρων, ἀπλώνοντας πάνω σὲ αὐτὴ ὕφασμα πολύτιμο. Ἀργότερα δύο εὐσεβεῖς συμπολίτες τῶν Ἁγίων, ὁ Ζώσιμος καὶ ὁ Ἀρτέμιος, μετεκόμισαν τὰ ἱερὰ λείψανα στὴ γενέτειρα τῶν Ἁγίων καὶ κατέθεσαν αὐτὰ ἔξω ἀπὸ τὴν πόλη, στὰ Λατομεῖα.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

Οἱ Ἅγιοι Θαλλὸς καὶ Τρόφιμος οἱ Μάρτυρες 

Οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες Τρόφιμος καὶ Θαλλὸς κατάγονταν ἀπὸ τὴν Στρατονίκη. Συνελήφθησαν, ἐπειδὴ ἦταν Χριστιανοί, κατὰ τὸν ἐκραγέντα διωγμὸ ἐπὶ αὐτοκρατόρων Διοκλητιανοῦ (284 – 305 μ.Χ.) καὶ Μαξιμιανοῦ (285 – 305 μ.Χ.) καὶ ἄρχοντος τῆς Λαοδικείας τῆς Φρυγίας, Ἀσκληπιοῦ. Τοὺς κρέμασαν γυμνοὺς ἐπάνω σὲ ξύλο καὶ τοὺς ξέσκισαν τὶς σάρκες. Ἐπειδὴ δέ, διεκωμώδησαν τὰ εἴδωλα, ὁ ἡγεμόνας Ἀσκληπιὸς διέταξε νὰ κρεμαστοῦν ἐπὶ σταυροῦ, ἐπάνω στὸν ὁποῖο οἱ Μάρτυρες παρέδωσαν τὸ πνεῦμα. Ἦταν τὸ ἔτος 298 μ.Χ.
Οἱ Χριστιανοὶ περισυνέλεξαν τὰ Ἅγια Λείψανα καὶ τὰ κατέθεσαν στὸ ναό. Ἐκεῖ προσῆλθε ἡ σύζυγος τοῦ Ἀσκληπιοῦ καὶ ράντισε μὲ μύρα τὴ θήκη τῶν Μαρτύρων, ἀπλώνοντας πάνω σὲ αὐτὴ ὕφασμα πολύτιμο. Ἀργότερα δύο εὐσεβεῖς συμπολίτες τῶν Ἁγίων, ὁ Ζώσιμος καὶ ὁ Ἀρτέμιος, μετεκόμισαν τὰ ἱερὰ λείψανα στὴ γενέτειρα τῶν Ἁγίων καὶ κατέθεσαν αὐτὰ ἔξω ἀπὸ τὴν πόλη, στὰ Λατομεῖα.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

Οἱ Ἅγιοι Ἡρακλῆς καὶ Ζωσιμᾶς οἱ Μάρτυρες

Οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες Ἡρακλῆς καὶ Ζωσιμᾶς μαρτύρησαν στὴν Καρθαγένη. Δὲν ἔχουμε περισσότερες λεπτομέρειες γιὰ τὸν βίο καὶ τὸ Μαρτύριο τῶν Ἁγίων.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

Οἱ Ἅγιοι Σύριοι Μάρτυρες 

Οἱ Ἅγιοι αὐτοὶ Μάρτυρες μαρτύρησαν κατὰ τὸν 4ο αἰώνα μ.Χ. Δὲν ἔχουμε περισσότερες λεπτομέρειες γιὰ τὸ Μαρτύριο τῶν Ἁγίων.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

Ὁ Ὅσιος Γεώργιος ὁ Σιναΐτης 

Ὁ Ὅσιος Γεώργιος ἔζησε τὸν 6ο αἰώνα μ.Χ. Ἦταν μοναχὸς τοῦ ὄρους Σινᾶ κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἰουστινιανοῦ Α’ τοῦ Μεγάλου (527 – 565 μ.Χ.). Στὸ Συναξάρι του ἀναφέρεται ὅτι ἐπισκέφθηκε τοὺς Ἁγίους Τόπους, ἐπὶ Πατριάρχη Ἱεροσολύμων Πέτρου Α’ (524 – 552 μ.Χ.), χωρὶς νὰ μετακινηθεῖ ἀπὸ τὸ ὄρος Σινά! Ὅταν ὁ Πατριάρχης Πέτρος τὸν εἶδε στὰ Ἱεροσόλυμα, τὸν κάλεσε στὴν Τράπεζα. Καὶ ἐπειδὴ ὁ Ὅσιος δὲν πῆγε, ὁ Πατριάρχης ἔγραψε παραπονούμενος στοὺς Σιναΐτες Πατέρες, χαρακτηρίζοντας τὸν ὡς ἀπειθή. Ἀλλὰ οἱ Σιναΐτες Πατέρες καὶ ὁ ἴδιος ὁ Ὅσιος τὸν βεβαίωσαν ὅτι ἐπὶ ἑβδομήντα χρόνια ἀσκούμενος δὲν ἐξῆλθε τοῦ Σινᾶ, οὔτε ποτὲ μετέβη στὰ Ἱεροσόλυμα.

Πῶς, ὅμως, ἀφοῦ ὁ Ὅσιος δὲν ἐξῆλθε ποτὲ ἀπὸ τὸ ὄρος Σινᾶ, τὸν εἶδε ὁ Πατριάρχης στὰ Ἱεροσόλυμα καὶ κατήγγειλε γιὰ ἀπείθεια τὸν καλὸ ἀσκητή; Τὸ γεγονὸς αὐτὸ ἐκλήφθηκε ὡς μέγα χάρισμα, τὸ ὁποῖο δόθηκε ἀπὸ τὸν Θεὸ στὸν Ὅσιο.
Ὁ Ὅσιος Γεώργιος κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

 

Ὁ Ἅγιος Κωνσταντίνος ὁ βασιλεὺς

Ὁ Ἅγιος Κωνσταντίνος γεννήθηκε τὸ ἔτος 570 μ.Χ. καὶ ἦταν υἱὸς τοῦ βασιλέως Ρίντερχ Χέελ, τοῦ Στρὰθ Κλάιντ καὶ τῆς βασιλίσσης Λανγκουορέφης. Καθοδηγήθηκε στὸν Χριστιανισμὸ ἀπὸ τὸν Ἅγιο Κολούμπα καὶ ἀγωνίσθηκε ὑπὲρ τῆς Ὀρθόδοξης πίστης στὴν Ἀγγλία καὶ στὴν Ἰρλανδία. Ὁ Ἅγιος Κωνσταντίνος κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη περὶ τὸ ἔτος 640 μ.Χ.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

Ὁ Ἅγιος Εὐλόγιος ὁ Ἱερομάρτυρας καὶ οἱ σὺν αὐτῷ ἐν Κορδούῃ Ἱσπανίας

Ὁ Ἅγιος Ἱερομάρτυς Εὐλόγιος γεννήθηκε στὴν πόλη Κορδούη τῆς Ἱσπανίας κατὰ τὸν 8ο αἰώνα μ.Χ. ἀπὸ εὐσεβὴ καὶ ἀριστοκρατικὴ οἰκογένεια. Ἀπὸ τὴν παιδική του ἡλικία ἀνατράφηκε μὲ τὰ νάματα τῆς χριστιανικῆς πίστεως.

Τὰ χρόνια ὅμως ἐκεῖνα ἦταν δύσκολα. Ἡ ἀραβικὴ κατοχὴ τῆς χώρας (711 μ.Χ.) εἶχε ἐπιφέρει πολλὰ δεινὰ στὴν Ἐκκλησία, ποὺ ἦταν διαιρεμένη σὲ τρεῖς ἐπαρχίες μὲ εἴκοσι ἐννέα Ἐπισκόπους καὶ προσπαθοῦσε νὰ ἀνταπεξέλθει στοὺς διωγμοὺς τῶν Μωαμεθανῶν κατακτητῶν ἀλλὰ καὶ στοὺς ἐκ τῶν ἔσω πειρασμούς, ὅπως οἱ αἱρέσεις. Πολλοὶ κληρικοὶ καὶ μοναχοί, ἐξ’ αἰτίας τῆς ἐπιδρομῆς τῶν ἀλλοφύλων ἐγκαταστάθηκαν στὴν Γαλλία μεταφέροντας μαζί τους τὸ βησιγοτθικὸ ἐκκλησιαστικὸ πνεῦμα καὶ τὸ μοζαραβικὸ τυπικό. Παρ’ ὅλα αὐτὰ στὴν Ἱσπανία, ἡ μοζαραβικὴ Ἐκκλησία διατήρησε τὴν παράδοση καὶ τὴν ὀργάνωσή της μέχρι τὴν ἐποχὴ τῆς «πλήρους ἐπανακτήσεως» (15ος αἰώνας μ.Χ.), ὁπότε, δυστυχῶς, ἡ σχισματικὴ Ρώμη εἶχε πιὰ ἐπιβάλει παντοῦ στὰ ἐπανακτώμενα μέρη μαζὶ μὲ τὴ λατινικὴ παράδοση καὶ τὸ τυπικὸ καὶ τὴν αἱρετικὴ διδασκαλία της.

Καρπὸς τῶν διωγμῶν κατὰ τὴν ἐποχὴ τῆς ἀραβοκρατίας, ὑπῆρξε ἡ παρουσία πολλῶν Μαρτύρων. Ἡ Κορδούη, τόπος ἰσλαμικῆς λατρείας μὲ τὸ μεγάλο τέμενος τῶν χιλίων καὶ ἑνὸς κιόνων, πῆρε τὴν πρώτη θέση στὸ ἱσπανικὸ μαρτυρολόγιο τοῦ 9ου αἰώνα μ.Χ.

Ὁ Εὐλόγιος εἶχε μελετήσει σὲ βάθος τοὺς Πατέρες, τὴν Παράδοση καὶ τὴ Θεολογία τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ ζωή του ἦταν ἀπολύτως σύμφωνη μὲ τὰ ὅσα μελετοῦσε καθημερινὰ καὶ δίδασκαν οἱ Θεῖες Γραφές. Ἡ ἄσκηση, ἡ προσευχὴ καὶ ἡ νηστεία, καθάριζαν τὴν ψυχή του, ποὺ ἔλαμπε ὡς φωτεινὸς λύχνος διαλύοντας τὰ σκοτάδια τῆς ἀπιστίας. Τὸ ἔτος 850 μ.Χ. ξέσπασε διωγμὸς κατὰ τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἱσπανίας. Οἱ Μαυριτανοὶ ἀγρίεψαν. Ὁδηγημένοι ἀπὸ ἕναν ἀποστάτη Ἐπίσκοπο συνέλαβαν καὶ ἔκλεισαν στὴν φυλακὴ ὅλους τοὺς ἱερεῖς τῆς Κορδούης μαζὶ μὲ τὸν Ἐπίσκοπό τους. Μέσα στὴν φυλακὴ ὁ Εὐλόγιος ἔδινε θάρρος στοὺς ἀδελφοὺς νὰ ἀντέξουν μὲ ὑπομονὴ καὶ καρτερία τὴ δοκιμασία. Τὰ λόγια του ἐκεῖνα στήριξαν δύο μαθήτριες, πνευματικά του παιδιά, νὰ ὑποστοῦν μὲ πνευματικὴ ἀνδρεία τὸ μαρτύριο, λίγο μετὰ τὴν ἔξοδό τους ἀπὸ τὴ φυλακή, τὸ ἔτος 851 μ.Χ. Οἱ δύο παρθένες πέρασαν στὸ Ὀρθόδοξο Μαρτυρολόγιο ἀνώνυμα, ὅμως τὰ ὀνόματά τους τὰ γνωρίζει ὁ Ἀγωνοθέτης καὶ Στεφανωτής τους Χριστός. Ὁ Ἅγιος Εὐλόγιος συνέταξε τὸ Συναξάριό τους, γιὰ νὰ προτρέψει καὶ τοὺς ἄλλους διωκόμενους Χριστιανοὺς νὰ τὶς μιμηθοῦν. Τὰ γραπτὰ καὶ προφορικά του κηρύγματα κράτησαν πολλοὺς Χριστιανοὺς στὴν πατρώα εὐσέβεια καὶ τοὺς διεφύλαξαν ἀπὸ τὴν ἀποστασία καὶ τὴν ἄρνηση τοῦ Χριστοῦ. Μάλιστα ὁ Ἅγιος συνέγραψε τρία βιβλία μὲ τὶς πράξεις καὶ τὸ τέλος τῶν Νεομαρτύρων τοῦ διωγμοῦ τῆς ἐποχῆς αὐτῆς.

Ὅλα αὐτὰ συνετέλεσαν, ὥστε ὁ Εὐλόγιος νὰ θεωρηθεῖ ὡς ἡ πιὸ σημαντικὴ ἐκκλησιαστικὴ προσωπικότητα τοῦ καιροῦ του καὶ ἡ Ἐκκλησία νὰ τὸν ἐκλέξει στὸ ἐπισκοπικὸ ἀξίωμα τὸ ἔτος 858 μ.Χ. Ὁ νέος Ἐπίσκοπος Κορδούης, πρὶν ἀναλάβει τὰ καθήκοντά του, πρὶν γίνει ἡ ἐνθρόνισή του, συνελήφθη καὶ πάλι καὶ ὁδηγήθηκε στὴν φυλακή. Ἡ κατηγορία ἦταν ὅτι περιέθαλψε καὶ ἔκρυψε μία νεαρὴ Χριστιανή, τὴν Λεωκρητία, ποὺ οἱ ἴδιοι οἱ γονεῖς της ἤθελαν νὰ ἀσπαστεῖ τὴν θρησκεία τοῦ Μωάμεθ. Ὁ Εὐλόγιος κατηγορήθηκε ὄχι μόνο γιὰ ἀπαγωγή, ἀλλὰ καὶ γιὰ διαφθορὰ τῆς νεαρῆς Λεωκρητίας. Στὴν ἀπολογία του εἶπε πὼς κανεὶς ποιμένας δὲν ἀρνήθηκε τὴν συμπαράστασή του σὲ ὁποιοδήποτε μέλος τοῦ ποιμνίου του καὶ ἀκόμη κάτι πιὸ σημαντικό: τὸ καθῆκον τοῦ ἱερέως τοῦ Χριστοῦ εἶναι νὰ διδάξει στοὺς πιστοὺς πὼς ἂν ἔχουν νὰ διαλέξουν μεταξὺ Θεοῦ καὶ γονέων, νὰ διαλέγουν τὸν Θεό. Ὁ Ἅγιος Εὐλόγιος δὲν σταμάτησε ἐκεῖ. Πρότεινε στὸν Μουσουλμάνο δικαστὴ νὰ συζητήσουν, γιὰ νὰ τοῦ ἀποδείξει τὴν ἀπάτη τῆς θρησκείας τοῦ Μωάμεθ.

Ὁ Ἅγιος, μετὰ ἀπὸ αὐτά, ὁδηγήθηκε στὸ συμβούλιο τῆς αὐλῆς τοῦ κατακτητοῦ βασιλέως καὶ ἐκεῖ συνέχισε πάλι, μὲ πνευματικὴ ἀνδρεία καὶ παρρησία, τὴ χριστιανικὴ ἀπολογητική του. Τὸ ἀποτέλεσμα ἦταν νὰ καταδικαστεῖ σὲ θάνατο διὰ ἀποκεφαλισμοῦ.

Στὸν δρόμο τοῦ μαρτυρίου ὁ Ἅγιος Εὐλόγιος δέχθηκε, ὅπως καὶ ὁ Κύριός του στὸν δρόμο πρὸς τὸν Γολγοθά, ἕνα ράπισμα ἀπὸ ἕναν εὐνοῦχο τῆς συνοδείας τῶν δημίων του. Ἀμέσως ὁ Ἅγιος ἔστρεψε καὶ τὸ ἄλλο μάγουλο χωρὶς νὰ διαμαρτυρηθεῖ. Ὁ ἄπιστος κτύπησε καὶ πάλι γιὰ δεύτερη φορά.

Στὴν συνέχεια, σιωπηλὰ πάντοτε καὶ προσευχόμενος γιὰ τοὺς διῶκτες του καὶ τὸ λαό του, ἔσκυψε τὸ κεφάλι του κάτω ἀπὸ τὸ μαχαίρι τοῦ δημίου. Πλῆθος Ἀγγέλων ὁδήγησε τὴν ψυχή του στὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Ἦταν τὸ ἔτος 859 μ.Χ.
Ἡ Λεωκρητία ἀποκεφαλίσθηκε τὴν ἑπόμενη Τετάρτη, ὅπως διασώζουν τὰ Συναξάρια καὶ πρόσθεσε ἕνα ἀκόμη στέφανο δόξας στὸ Μαρτυρολόγιο τῆς Ὀρθοδόξου Ἱσπανικῆς Ἐκκλησίας.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

 

Ὁ Ἅγιος Γεώργιος ὁ Νεοφανὴς ὁ ἐν Διϊπίῳ 

Ὁ Ὅσιος Γεώργιος ἔζησε κατὰ τὸν 10ο αἰώνα μ.Χ. Κατὰ τὸν Παρισινὸ Κώδικα ἤκμασε ἐπὶ Ἰωάννου Α’ τοῦ Τσιμισκῆ (969 – 976 μ.Χ.), κατὰ δὲ τὸν Κώδικα τῆς Βιέννης ἐπὶ Ρωμανοῦ καὶ Κωνσταντίνου τῶν Πορφυρογέννητων (956 – 963 μ.Χ.). Ἡ μνήμη του ἀναφέρεται, ἐπίσης, στὸν Λαυρεωτικὸ Κώδικα.
Ὁ Ὅσιος Γεώργιος εἶχε γυναίκα καὶ παιδιά, τὰ ὁποία ἐγκατέλειψε καὶ περιφερόταν ἀπὸ τόπο σὲ τόπο, ἀπὸ τὶς πόλεις στὴν ἔρημο, ταλαιπωρούμενος καὶ κακουχούμενος. Κατὰ τὶς τελευταῖες ἑπτὰ ἡμέρες τῆς ζωῆς του ἦλθε στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ κατέφυγε στὸ ναὸ τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου στὸ Διΐπιον, ὅπου καὶ κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη. Τότε ἐκεῖνοι ποὺ τὸν εὐτρέπισαν γιὰ τὴν ταφή, εἶδαν μὲ ἔκπληξη ὅτι στὸ σῶμα του εἶχε δεμένα βαρύτατα σίδερα, ἀπὸ τὰ ὁποία καταδαπανήθηκε ὅλο του τὸ σῶμα. Ἀφοῦ κατενόησαν ἀπὸ αὐτό, ὅτι πρόκειται περὶ ἀσκητοῦ ἀνδρός, κατασκεύασαν λίθινη λάρνακα καὶ τὸν ἐνταφίασαν στὸ νάρθηκα τοῦ ναοῦ. Μετὰ τὸν ἐνταφιασμὸ του ὁ Ὅσιος Γεώργιος ποίησε πολλὰ θαύματα σὲ ἐκείνους ποὺ προσέτρεχαν σὲ αὐτὸν μὲ πίστη καὶ εὐλάβεια.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

Ἀνακομιδὴ Τιμίων Λειψάνων Ἁγίου Μάρτυρος Ἐπιμάχου εἰς Κωνσταντινούπολη

Ἡ μνήμη τοῦ Ἁγίου Μάρτυρος Ἐπιμάχου, τιμᾶται στις 31 Ὀκτωβρίου.
Τὰ ἱερὰ λείψανα τοῦ Ἁγίου Μάρτυρος Ἐπιμάχου μετεκομίσθησαν στὴν Κωνσταντινούπολη ἀπὸ τὴν Ἀλεξάνδρεια.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

Ἡ Ὁσία Θεοδώρα ἡ βασίλισσα Ἄρτης 

Ἡ Ἁγία Θεοδώρα γεννήθηκε περὶ τὸ ἔτος 1210 πιθανότατα στὴν Θεσσαλονίκη καὶ ὑπῆρξε γόνος τῆς μεγάλης καὶ ἀρχοντικῆς βυζαντινῆς οἰκογένειας Πετραλείφα (νορμανδικῆς καταγωγῆς), ἡ ὁποία ἐγκατεστημένη ἀρχικὰ στὸ Διδυμότειχο προσέφερε πολλὲς καὶ σημαντικὲς ὑπηρεσίες στὴν αὐτοκρατορία καὶ τιμήθηκε μὲ ὑψηλὰ ἀξιώματα. Ὁ πατέρας της Ἰωάννης εἶχε τὸν τίτλο τοῦ σεβαστοκράτορος καὶ ἦταν διοικητὴς Θεσσαλίας καὶ Μακεδονίας.

Κοντὰ στοὺς εὐσεβεῖς καὶ ἐνάρετους γονεῖς της ἀνατράφηκε «ἐν παιδείᾳ καὶ νουθεσίᾳ Κυρίου» ἀντλώντας ἀπὸ τὴν ζωή τους τὸ πρῶτο φωτεινὸ παράδειγμα ἐνάρετης ζωῆς, παράδειγμα ποὺ θὰ χαραχθεῖ ἀνεξίτηλα καὶ στὴν δική τους ζωή.

Ὁ πατέρας της πέθανε γρήγορα ἀφήνοντας τὴ Θεοδώρα σὲ μικρὴ ἀκόμα ἡλικία, ὀρφανή. Τὴν προστασία τῆς οἰκογένειας ἀνέλαβε ὁ Δούκας τῆς Ἠπείρου Θεόδωρος (θεῖος της), ὁ ὁποῖος τὴν ἐποχὴ αὐτὴ εἶχε καταλάβει τὴν Θεσσαλονίκη καὶ ἐπέκτεινε τὸ κράτος του μέχρι τὴν Ἀδριανούπολη.

Ἡ Θεοδώρα ἔζησε καὶ μεγάλωσε στὰ Σέρβια τῆς Κοζάνης, μία σημαντικὴ πόλη μὲ στρατηγικὴ θέση τὴν ἐποχὴ αὐτή. Ἀνατρέφεται μαζὶ μὲ τὰ ἀδέλφια της ἀπὸ τὴν εὐσεβὴ μητέρα της Ἑλένη καὶ μαθαίνει καλὰ γιὰ τὸν σκοπὸ τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ δὲν εἶναι ἄλλος παρὰ ἡ ἁγιότητα καὶ ἡ «κατὰ Θεὸν ὁμοίωσις». Γνωρίζει καὶ πιστεύει ὅτι τὸ ἀληθινὸ νόημα τῆς σύντομης ζωῆς μας κρύβεται στὴν ἐπιτυχία τῆς αἰώνιας ζωῆς καὶ Βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Διδάσκεται ἀπὸ τὴν ἀγαθὴ μητέρα της ὅτι τὰ ἀληθινὰ κοσμήματα ποὺ πρέπει νὰ στολίζουν τὴν γυναῖκα, εἶναι ἡ ἀγάπη πρὸς τὸν Θεὸ καὶ τὸν ἄνθρωπο, ἡ ταπεινοφροσύνη, ἡ πραότητα, ἡ εὐσπλαχνία, ἡ ἐλεημοσύνη, ἡ προσευχὴ καὶ ἡ ἀληθινὴ πίστη, ποὺ μὲ τὸν δικό της ἀγώνα καὶ τὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ μποροῦν νὰ πραγματοποιηθοῦν καὶ νὰ φανερωθοῦν καὶ στὴ δική τους ζωή.

Ἡ πνευματικὴ καλλιέργεια καὶ ὡριμότητα τῆς νεαρῆς Θεοδώρας, καθὼς ἐπίσης καὶ τὸ κάλλος της ἐντυπωσιάζουν τὸν Μιχαὴλ Β’, ποὺ στὸν δρόμο του γιὰ τὴν Ἄρτα τὴν συναντᾶ στὰ Σέρβια, ἐνῷ βρισκόταν ὑπὸ τὴν προστασία τοῦ θείου της Θεοδώρου.

Τὴν ζητὰ ἀμέσως σὲ γάμο, ὁ ὁποῖος καὶ τελεῖται μὲ κάθε μεγαλοπρέπεια καὶ ἐπισημότητα στὰ Σέρβια τὸ ἔτος 1230. Μὲ λαμπρὴ καὶ μεγάλη συνοδεία, φτάνουν στὴν Ἄρτα, τὴν πρωτεύουσα τοῦ κράτους τῆς Ἠπείρου, στὴν ὁποία ὁ Μιχαὴλ Β’ ἀνακηρύσσεται μετὰ ἀπὸ λίγο Δεσπότης.

Ὁ Μιχαήλ, ἰσχυρὴ προσωπικότητα, πνεῦμα ἀνήσυχο καὶ φιλόδοξο, ἀρχίζει νὰ φροντίζει γιὰ τὴν ἑδραίωση καὶ ἐξάπλωση τοῦ κράτους του. Ἡ νεαρὰ δούκισσα Θεοδώρα ἀναδεικνύεται πρώτη κυρία τοῦ Δεσποτάτου. Στὴν μεγάλη αὐτὴ καὶ ἔνδοξη θέση ποὺ ἀνέβηκε ἡ Θεοδώρα, δὲν παρασύρθηκε ἀπὸ τὴν δόξα καὶ τὸ μεγαλεῖο τοῦ ἀξιώματός της, οὔτε, παρὰ τὴ νεότητά της, τράπηκε σὲ ὑλιστικὲς ἀπολαύσεις καὶ τρυφηλὴ ζωή. Καὶ ὅπως μᾶς πληροφορεῖ ὁ βιογράφος της Ἰὼβ μοναχός, τώρα πιὸ πολὺ κατάλαβε ὅτι πρέπει νὰ φροντίζει νὰ ζεῖ μὲ πιὸ πολλὴ ἀρετὴ καὶ σωφροσύνη, μὲ ταπεινοφροσύνη καὶ ἀγάπη, μὲ ἀοργησία καὶ συμπάθεια, μὲ ἐλεημοσύνη καὶ πραότητα καὶ γενικά, ὁλόψυχα νὰ δίδεται καὶ νὰ ὑπηρετεῖ τὸν Θεὸ καὶ τοὺς ἀνθρώπους.

Μὲ τὴν ζωὴ αὐτὴ ἡ Θεοδώρα ἀναδείχθηκε ἀληθινὰ κατὰ τὸν λόγο τοῦ Κυρίου, λύχνος φωτεινὸς ἐπάνω στὴν λυχνία ποὺ φωτίζει καὶ καθοδηγεῖ καὶ τὴν ζωὴ τῶν ἄλλων ἀνθρώπων στὸν Χριστό.

Λίγες ἦταν οἱ εὐτυχισμένες στιγμὲς τοῦ ζευγαριοῦ. Ὁ μισόκαλος διάβολος φθονώντας τὴν εὐτυχία τους καὶ τὴν ἀρετὴ τῆς Θεοδώρας καὶ μὴν μπορώντας νὰ ὑποτάξει τὴν ἴδια, ρίχνει τὰ φαρμακερὰ βέλη του ἐναντίων της μὲ ἄλλον τρόπο: «θηλυμανίας τὸν ἄνδρα καταμαλάξας , πειρασμὸν τῇ μακαρίᾳ ἐγείρει δεινώτατον». Ὁ Μιχαὴλ παρασύρεται σὲ πορνεία καὶ ἀκολασία ἀπὸ μία Ἀρτινὴ ἀρχόντισσα, τὴν Γαγγρινή. Αὐτὴ μὲ τὴν βοήθεια τοῦ διαβόλου κατορθώνει νὰ σκλαβώσει ψυχικὰ τὸν Μιχαὴλ καὶ νὰ βάλει μίσος ἄσπονδο στὴν καρδιά του, ἐναντίων τῆς καλῆς καὶ Ἁγίας συζύγου του. Μὲ τὴν ἐντολή του πρὸς ὅλους ἀπαγορεύει κάθε βοήθεια καὶ συμπαράσταση πρὸς τὴν Ἁγία καὶ ὁρίζει αὐστηρὰ νὰ μὴν κάνουν λόγο γι’ αὐτὴν στὰ ἀνάκτορα, οὔτε τὸ ὄνομά της κὰν νὰ προφέρουν στὰ χείλη τους.

Σὲ αὐτὲς τὶς δύσκολες στιγμὲς τῆς ζωῆς της, φάνηκαν οἱ καρποὶ τῆς ἀληθινῆς πνευματικῆς καλλιέργειας τῆς Θεοδώρας. Ὅπως μέσα στὴν δόξα καὶ τὴν καλοπέραση τοῦ παλατιοῦ δὲν παρασύρθηκε καὶ δὲν ἀλλοιώθηκε, ἔτσι καὶ τώρα μέσα στὴν φουρτουνιασμένη συζυγικὴ ζωὴ ἡ Θεοδώρα δὲν κάμφθηκε καὶ δὲν λιποψύχησε, ἀλλὰ φάνηκε πιὸ πολὺ ὁ ἀδαμάντινος χαρακτήρας της καὶ ἡ ἀκεραιότητα τῆς πίστεώς της.

Στὴν αὐθαιρεσία τοῦ ἄνδρα της ἀντέταξε τὴν ὑπομονὴ καὶ τὸ ταπεινό της φρόνημα. Παρὰ τὶς συκοφαντίες καὶ τὸν διωγμό της ἀπὸ τὰ ἀνάκτορα, λαμπρύνθηκε μὲ τὴν σιωπὴ καὶ τὴν ἑκούσια μόνωσή της.

Χωρὶς καμιὰ ἀνθρώπινη βοήθεια, ὁπλισμένη ὅμως μὲ τὴν ἀκαταίσχυντη ἐλπίδα στὸν Θεό, ἐγκαταλείπει – ἔγκυο ἤδη – τὰ ἀνάκτορα. Πέντε χρόνια μαζὶ μὲ τὸν πρωτότοκο υἱό της, τὸ Νικηφόρο, ποὺ γεννήθηκε στὴν ἐξορία, ταλαιπωρεῖται στὸ κρύο καὶ στὴν ζέστη, στὴν πείνα καὶ τὴ δίψα, στὴν ἐγκατάλειψη καὶ τὴν μοναξιά. Ἄγνωστη, πικραμένη καὶ κακοντυμένη περνοῦσε λόφους καὶ γκρεμοὺς ἀποφεύγοντας τὴν μανία τοῦ ἄνδρα της.

Στὴν μεγάλη αὐτὴ δοκιμασία βρίσκει λίγη παρηγοριὰ κοντὰ στὸν ἱερέα τῆς Πρένιστας. Μία μέρα ποὺ μάζευε λάχανα, γιὰ νὰ φάει αὐτὴ καὶ τὸ μικρό της παιδί, τὴν συναντᾶ ὁ ἱερέας καὶ μετὰ ἀπὸ ἐπίμονη προσπάθεια νὰ μάθει ποιὰ εἶναι, ἡ Θεοδώρα τοῦ φανερώνεται. Ἔτσι γιὰ λίγο διάστημα βρίσκει προστασία στὸ σπίτι τοῦ καλοῦ αὐτοῦ ἱερέως.

Ἡ ἀλήθεια ὅμως καὶ ἡ ἀρετὴ ὅσο καὶ ἂν σπιλώνονται, ὅσο καὶ ἂν παραθεωροῦνται, δὲν ἀργοῦν νὰ φανοῦν. Οἱ εὐγενεῖς ἄρχοντες τῆς Ἄρτας ἀγανακτισμένοι ἀπὸ τὴν ἔκλυτη ζωὴ τοῦ Δούκα Μιχαὴλ καὶ τὴν ἀλαζονεία τῆς πόρνης Γαγγρινῆς ἀντιδροῦν δυναμικά: διώχνουν τὴν Γαγγρινὴ ἀπὸ τὰ ἀνάκτορα καὶ ἀπαιτοῦν ἀπὸ τὸν βασιλέα νὰ ἀλλάξει ζωή.

Ὁ Μιχαὴλ συγκλονίζεται, «ἔρχεται εἰς ἐαυτόν» καὶ ἀμέσως στέλνει ἔμπιστους ἀνθρώπους νὰ βροῦν καὶ νὰ φέρουν πίσω τὴν Θεοδώρα.

Πράγματι μὲ πολλὴ μετάνοια καὶ ἀγάπη, μὲ ἐπισημότητα καὶ λαμπρότητα ὑποδέχεται τὴ νόμιμη καὶ μόνη κυρία καὶ βασίλισσα στὰ ἀνάκτορα καὶ στὴ ζωή του.

Ὁ Μιχαήλ, σὲ ἀνάμνηση τοῦ γεγονότος αὐτοῦ καὶ σὲ ἔνδειξη τῆς μετάνοιάς του, ἀνεγείρει τὴν σεβάσμια καὶ περικαλλὴ μονὴ τῆς Κάτω Παναγιᾶς. Στὴ βόρεια καμάρα ἐξωτερικὰ ὑπάρχει χαραγμένη ἡ ἐπιγραφὴ τῆς μετάνοιάς του, τὴν ὁποίας τὸ πανομοιότυπο καὶ τὴ μεταγραφὴ ἔδωσε ὁ Ἀναστάσιος Ὀρλάνδος:

 

«Πύλας ἡμῖν ἄνοιξον, ὦ Θ(ε)οῦ μ(ῆ)τερ, τῆς μετανοίας, τοῦ φωτὸς οὖσα πύλη.

Δ(εσπότῃ) Μ(ιχαήλ) π(αράσχου) Ρ(ύσιν) ἁμαρτημάτων».

 

Κατὰ τὴν παράδοση καὶ σὲ ἀνάμνηση τοῦ ἴδιου γεγονότος κτίζει, ἐπίσης, τὴ μονὴ Παντανάσσης, κοντὰ στὴν Φιλιππιάδα καὶ τὴ μονὴ τοῦ Σωτῆρος στὸ Γαλαξείδι, ὅπως ἀναφέρεται στὸ «Χρονικὸν τοῦ Γαλαξειδίου».

Μὲ τὴν ἴδια διάθεση ὁ Μιχαὴλ χαρίζει προνόμια καὶ ἀπαλλάσσει ἀπὸ φορολογία ναοὺς καὶ μονὲς τοῦ κράτους του καθ’ ὅλη τὴν διάρκεια τῆς βασιλείας του. Ἔτσι π.χ. μὲ χρυσόβουλλο τοῦ Ἰανουαρίου τοῦ ἔτους 1346 ἀπαλλάσσει «πάσης ἀγγαρείας καὶ παραγγαρείας» τοὺς 32 πρεσβυτέρους τῆς πόλεως τῆς Κερκύρας καὶ μὲ ἄλλο χρυσόβουλλο τοῦ Φεβρουαρίου τοῦ ἴδιου ἔτους, δίνει προνόμια στοὺς 33 πρεσβυτέρους τῶν ἀγρῶν τῆς νήσου. Μὲ χρυσόβουλλο ἐπίσης, ἀποκαθιστᾶ τὴ νόμιμη δικαιοδοσία τοῦ Κωνσταντίνου Μαλιασηνοῦ τὸ μοναστήρι τοῦ κυρ-Ἱλαρίωνος, ποὺ βρισκόταν στὴν χώρα τοῦ Ἁλμυροῦ κάτω ἀπὸ «τὸ Ρωμαιοβόρον φῦλον τῶν Λατίνων».

Ἀποστέλλει πλούσια δῶρα σὲ πολλὲς μονὲς καὶ ἐκτὸς τοῦ κράτους του, ὅπως π.χ. στὶς Ἁγιορείτικες μονὲς τοῦ Δοχειαρίου καὶ τοῦ Ἁγίου Παύλου. Ἡ πόλη καὶ τὸ κράτος λαμπρύνονται μὲ ἔργα πίστεως καὶ φιλανθρωπίας γιὰ χάρη τοῦ ἀγαπητοῦ λαοῦ τῆς Θεοδώρας. Ἄλλα τέσσερα παιδιὰ ἔρχονται στὴν ζωή: ὁ Ἰωάννης, ὁ Δημήτριος (Μιχαήλ), ἡ Ἑλένη καὶ ἡ Ἄννα.

Δυναμωμένη ἀπὸ τὴ δοκιμασία καὶ ἐνισχυμένη ἀπὸ τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ, ἡ Θεοδώρα γίνεται ὁδηγὸς ψυχικῆς σωτηρίας τοῦ ἄνδρα της καὶ μετέχει ἐνεργὰ πλέον στὴν διακυβέρνηση τοῦ κράτους, βοηθώντας τον στὰ πολλὰ καὶ ποικίλα ἐσωτερικὰ καὶ ἐξωτερικὰ κυρίως προβλήματα τοῦ Δεσποτάτου καὶ βάζοντας τὴν προσωπική της σφραγίδα στὴν πολιτική του. Συμπαραστέκεται στὰ ἔργα εἰρήνης, ἀλλὰ καὶ ἀκολουθεῖ τὶς πολεμικὲς περιπέτειες καὶ ἀποτυχίες τοῦ συζύγου της. Τὸ ἔτος 1234 ἐνισχύουν τὴν παιδεία τοῦ Δεσποτάτου μὲ τὴν ἵδρυση ἀνώτερης σχολῆς. Τὸ 1259 – 60, μὲ τὴν ἧττα τῶν στρατευμάτων τοῦ Μιχαὴλ Β’ στὴν μάχη τῆς Πελαγονίας, καταφεύγουν στὴν Βόνιτσα, Λευκάδα καὶ Κεφαλονιά, διωγμένοι ἀπὸ τὰ στρατεύματα τοῦ αὐτοκράτορα τῆς Νίκαιας, Μιχαὴλ Η’ Παλαιολόγου (1259 – 1282).

Πρῶτο μέλημα τῆς Ἁγίας ἦταν ἡ διαφύλαξη τῆς ἐδαφικῆς, κυρίως ὅμως τῆς πνευματικῆς ἀκεραιότητας καὶ ὑποστάσεως τοῦ κράτους. Ἔτσι μεγάλη της φροντίδα στάθηκε ἡ διαφύλαξη τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως, ποὺ τὴν ἐποχὴ αὐτὴ ἀπειλεῖτο ἀπὸ τὸν παπισμὸ καὶ τὴν λατινικὴ προπαγάνδα, ἡ ὁποία εἶχε ὡς στόχο τὴν «ἕνωση» τῶν Ἐκκλησιῶν. Ἡ Ἁγία ἀντιτάχθηκε σ’ αὐτὴ τὴν προοπτική. Τὸ Δεσποτάτο, ποὺ ἀπὸ τὸ 1204 εἶχε δεχθεῖ ὡς πρόσφυγες σημαντικὲς προσωπικότητες ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολη καὶ εἶχε κρατήσει αὐστηρὴ ὀρθόδοξη πολιτικὴ ἐπὶ Θεοδώρου Δούκα καὶ Μητροπολίτου Ναυπάκτου καὶ Ἄρτης Ἰωάννου Ἀπόκαυκου, ἔγινε τελικὰ καταφύγιο ὅλων τῶν ζηλωτῶν Ὀρθοδόξων τῆς πρώην ἑνιαίας Βυζαντινῆς αὐτοκρατορίας.

Σὲ ἀντίθεση μὲ τὴν φιλενωτικὴ πολιτικὴ τῆς αὐτοκρατορίας τῆς Νίκαιας – καὶ ἀργότερα τῆς ἐπανακτημένης Κωνσταντινουπόλεως – ἡ πολιτικὴ τοῦ Δεσποτάτου παρέμεινε καθαρὰ καὶ αὐστηρὰ Ὀρθόδοξη. Ὅταν δὲ τὸ ἔτος 1275 γίνεται Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης ὁ ἑνωτικὸς Ἰωάννης ΙΑ’ Βέκκος (1275 – 1282), πολλοὶ ὀρθόδοξοι κληρικοὶ καὶ μοναχοὶ βρίσκουν προστασία στὸ Δεσποτάτο τῆς Ἠπείρου. Σὰν ἀντιστάθμισμα τῆς Συνόδου τῆς Κωνσταντινουπόλεως τοῦ ἔτους 1276 καὶ τῆς καταδίκης ὅλων τῶν ἀνθενωτικῶν, τὸ ἔτος 1277 γίνεται Σύνοδος στὶς Νέες Πάτρες (σημερινὴ Ὑπάτη), ὅπου καταδικάζονται καὶ ἀφορίζονται ὅλοι οἱ ἑνωτικοὶ καὶ ὁ Πατριάρχης Ἰωάννης Βέκκος.

Γιὰ τὸν ἴδιο σκοπὸ – τὴν διαφύλαξη δηλαδὴ τῆς Ὀρθοδοξίας – ἡ Ἁγία προχωρεῖ μὲ ὀξυδέρκεια, πέρα βέβαια καὶ ἀπὸ τὶς ποικίλες πολιτικὲς σκοπιμότητες ποὺ ὑπεισέρχονται σὲ ἀνάλογες περιπτώσεις, στὸν γάμο τῶν δύο θυγατέρων της. Ἔτσι τὴν Ἄννα τὴν νυμφεύει μὲ τὸν πρίγκιπα τῆς Ἀχαΐας Γουλιέλμο Βιλλεαρδουΐνο (1258) καὶ τὴν Ἑλένη μὲ τὸν Μεμφρέδο, βασιλέα τῆς Σικελίας καὶ φανατικὸ ἐχθρὸ τοῦ Πάπα. Μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ ἡ Θεοδώρα προσπαθεῖ νὰ θέσει φραγμὸ στὰ σχέδια τῶν παπικῶν γιὰ ὑποταγὴ τῶν Ὀρθοδόξων, ἀλλὰ καὶ μὲ τοὺς συγγενικοὺς δεσμοὺς ποὺ ἔγιναν, νὰ ὑποχωρήσουν οἱ κατακτητικὲς διαθέσεις τῶν Δυτικῶν ἐναντίων τοῦ κράτους τῆς Ἠπείρου.

Στὸ σημεῖο αὐτὸ ἀξίζει νὰ ἀναφέρουμε ὅτι ἡ Ἑλένη μετὰ τὸν θάνατο τοῦ συζύγου της, τὸ ἔτος 1266, δέχθηκε ὅλο τὸ μίσος τοῦ Πάπα Κλήμεντος Δ’ (1265 – 1268). Φυλακίζεται αὐτὴ καὶ τὰ παιδιά της γιὰ ἀρκετὰ χρόνια στὸ ὑγροσκότεινο καὶ ἀπομονωμένο φρούριο τῆς Βουκερίας. Ἡ Ἑλένη παραμορφωμένη ἀπὸ τὶς κακουχίες – διατηρώντας ὅμως τὴν εὐγένεια καὶ τὴν ἁγιότητα τῆς Βυζαντινῆς ἀρχόντισσας, ἔτσι ὅπως ἀκριβῶς τὰ διδάχθηκε καὶ τὰ παρέλαβε ἀπὸ τὴν Ἁγία της μητέρα – βγαίνει ἀπὸ τὴν φυλακὴ καὶ πεθαίνει σὲ ἡλικία περίπου τριάντα ἐτῶν.

Οἱ προσπάθειες ποὺ ἔγιναν γιὰ τὴν ἀπελευθέρωσή της ἀπὸ τοὺς γονεῖς της Μιχαὴλ Β’ καὶ Θεοδώρα, ἀπέτυχαν. Μία τελευταία προσπάθεια ποὺ ἐπιχειρήθηκε, νὰ δοθεῖ δηλαδὴ ὡς σύζυγος στὸν υἱὸ τοῦ Φερδινάνδου Γ’ τῆς Ἱσπανίας, τὸν Ἐρρίκο, βρῆκε τὴν Ἑλένη ἀντίθετη, καθὼς δὲν ἐπιθυμοῦσε οὔτε νὰ προδώσει τὴν μνήμη τοῦ συζύγου της παίρνοντας σύζυγο κάποιον ἀπὸ τοὺς ἀντιπάλους του, οὔτε μὲ τὴν συγκατάθεσή της σὲ τέτοιον γάμο νὰ ἐνισχύσει τὰ μεγαλεπήβολα σχέδια τοῦ ἀνίερου συνασπισμοῦ Πάπα καὶ Καρόλου τοῦ Ἀνδεγαυοῦ ἐναντίων τῶν Ἑλληνικῶν χωρῶν καὶ τῆς Ὀρθοδοξίας.

Δεύτερος σημαντικὸς στόχος τῆς Ἁγίας ἦταν ἡ εἰρήνη μεταξὺ τῶν Ἑλληνικῶν κρατῶν τῆς ἐποχῆς (Φραγκοκρατία) καὶ ἡ συνεργασία τους – πέρα ἀπὸ τὶς ἀτομικὲς φιλοδοξίες τῶν ἡγεμόνων καὶ τὴν κοντόφθαλμη πολιτική τους – γιὰ τὴν ἀπελευθέρωση τῆς Κωνσταντινουπόλεως καὶ τὴν ἀνασύσταση τῆς αὐτοκρατορίας τῶν Ρωμαίων. Τὸ ἐπιχείρημα αὐτὸ στάθηκε δύσκολο, ἂν λάβουμε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι τὰ δύο σημαντικὰ κράτη, τὸ Δεσποτάτο τῆς Ἠπείρου καὶ ἡ αὐτοκρατορία τῆς Νίκαιας, βρίσκονταν πάντοτε σὲ ἀντιζηλία, ἐχθρότητα, προστριβὲς καὶ πόλεμο μεταξύ τους.

Ἔτσι, τὸ ἔτος 1249, ταξιδεύει στὴ Νίκαια μὲ τὸν υἱό της Νικηφόρο, τὸν ὁποῖο μνηστεύει μὲ τὴν Μαρία, ἐγγονὴ τοῦ αὐτοκράτορα τῆς Νίκαιας Ἰωάννου Γ’ Βατάτζη (1222 – 1254). Μετὰ ἀπὸ κάποιες περιπέτειες καὶ ὑπαναχωρήσεις ἡ Ἁγία Θεοδώρα ταξιδεύει πάλι μέχρι τὸν Ἕβρο καὶ τελικὰ τὸν Ὀκτώβριο τοῦ 1256 γίνονται μὲ λαμπρότητα στὴ Θεσσαλονίκη οἱ γάμοι τοῦ Νικηφόρου καὶ τῆς Μαρίας ἀπὸ τὸν Πατριάρχη Ἀρσένιο Αὐτωρειανὸ (1255 – 1260). Μία ἄλλη πληροφορία ἀναφέρει ὅτι ἡ Θεοδώρα μὲ τὸν υἱό της Νικηφόρο ἔρχονται στὸ Βολερό, «εἰς τὴν χώραν τοῦ Λετζᾶ», (νότια τῆς Ἀδριανουπόλεως), ὅπου συναντῶνται μὲ τὸν αὐτοκράτορα τῆς Νίκαιας Θεόδωρο Β’ Λάσκαρι (1254 – 1258) τὸν Σεπτέμβριο τοῦ 1256 – 7.

Ἐκεῖ ἔμειναν τρεῖς μέρες καὶ ἀφοῦ ἑόρτασαν τὴν Ὕψωση τοῦ Τιμίου Σταυροῦ – πιθανότατα στὸν περίλαμπρο ναὸ τῆς Παναγίας Κοσμοσώτειρας Φερρῶν (Ἕβρου) – ξεκίνησαν γιὰ τὴν Θεσσαλονίκη, ὅπου ἔγιναν οἱ γάμοι τοῦ Νικηφόρου καὶ τῆς Μαρίας ἀπὸ τὸν Πατριάρχη Ἀρσένιο, ὁ ὁποῖος ἦλθε γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ ἀπὸ τὴ Νίκαια.

Μέσα ὅμως σὲ σύντομο χρονικὸ διάστημα καὶ μετὰ τὸν ἐρχομό τους στὴν Ἄρτα, ἡ Μαρία πέθανε.

Μία νέα προσπάθεια εἰρήνης καὶ συμφιλιώσεως μὲ τὴν ἀνορθωμένη πλέον Βυζαντινὴ αὐτοκρατορία γίνεται καρποφόρα, ὅταν ὁ Νικηφόρος νυμφεύεται τὴν ἀνεψιὰ τοῦ αὐτοκράτορα Μιχαὴλ Η’ Παλαιολόγου (1259 – 1282), Ἄννα. Ἡ Ἄννα Παλαιολογίνα εἶναι ἡ τρίτη θυγατέρα τοῦ Ἰωάννου Καντακουζηνοῦ καὶ τῆς Εἰρήνης ἢ Εὐλογίας, τῆς ἀγαπημένης ἀδελφῆς τοῦ Μιχαὴλ Η’. Στὶς ἀρχὲς τοῦ ἔτους 1265 ὁ αὐτοκράτορας στέλνει τὴν ἀνεψιά του μὲ λαμπρὴ συνοδεία στὴν Ἄρτα, ὅπου τὸ ἴδιο ἔτος γίνονται καὶ οἱ γάμοι.

Πέρα ὅμως ἀπὸ αὐτό, πολλὲς ἦταν οἱ ἐνέργειες τῆς Ἁγίας γιὰ τὴν εἰρήνη τῆς περιοχῆς καὶ τὴν εἰρηνικὴ συνύπαρξη τῶν Ἑλληνικῶν κρατῶν. Ἀνάλωσε τὴν ζωή της στὴν προσπάθεια νὰ ξεπεραστοῦν τὰ ἐμπόδια γιὰ τὴν ἀνασύσταση τῆς αὐτοκρατορίας. Γι’ αὐτὸ δίκαια ὀνομάσθηκε ἡ Θεοδώρα «Εἰρηνοποιὸς Ἁγία».

Μετὰ ἀπὸ σαράντα περίπου χρόνια ἔγγαμου βίου, ὁ Δεσπότης Μιχαὴλ Β’, «καλῶς καὶ θεοφιλῶς βιώσας», κοιμήθηκε ἐν Κυρίῳ.

Ἡ Θεοδώρα ἀμέσως ἔτρεξε στὸ μοναστήρι. Δέκα περίπου χρόνια ζεῖ ὡς μοναχὴ στὸ μοναστήρι τοῦ Ἁγίου Γεωργίου (σημερινὴ μονὴ Ἁγίας Θεοδώρας). Ἡ ζωή της ἀσκητικὴ καὶ τὸ πολίτευμά της ἀγγελικό. Γιὰ τὸ διάστημα αὐτὸ τοῦ βίου της γράφει ὁ βιογράφος της, ὅτι ζοῦσε σηκώνοντας τὸ βάρος τῶν πόνων καὶ τῆς ἀσκήσεως, αὐξάνοντας τοὺς καρποὺς τῶν ἀρετῶν της, παραμένοντας νύχτα καὶ ἡμέρα στὴν ἀδιάλειπτη νοερὰ προσευχὴ καὶ συνομιλία μὲ τὸν Θεὸ μὲ ψαλμοὺς καὶ ὕμνους, ἐξαγνίζοντας τὸ σῶμα της μὲ νηστεία καὶ ὑπηρετώντας μὲ προθυμία τὶς ἀδελφὲς μοναχές. Ἦταν ὁ προστάτης τῶν ἀδικουμένων καὶ τὸ στήριγμα τῶν χηρῶν καὶ ὀρφανῶν, βοηθοῦσε τοὺς πτωχούς, παρηγοροῦσε τοὺς θλιβομένους. Φροντίζει γιὰ τὴν ἀνέγερση νέων ναῶν καὶ μοναστηριῶν καὶ ἐνδιαφέρεται γιὰ τὴν ζωὴ τῶν μοναχῶν. Ἔχει μεγάλη εὐλάβεια στοὺς Ὁσίους ἀσκητὲς τῆς περιοχῆς πρὸς τοὺς ὁποίους τρέφει ἰδιαίτερη τιμή, ὅπως φανερώνεται στὸν βίο τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέου τοῦ Ἐρημίτου ( 15 Μαΐου). Ὁ Ὅσιος Ἀνδρέας ἀσκήτεψε τὴν ἐποχὴ αὐτὴ σὲ ἕνα σπήλαιο στὴν περιοχὴ τῶν σημερινῶν Χαλκιόπουλων. Ὅταν ὁ Ὅσιος κοιμήθηκε μὲ θαυμαστὸ τρόπο περὶ τὰ ἔτη 1281 – 2 μ.Χ., ἡ βασίλισσα μοναχὴ μὲ ὅλη τὴν Σύγκλητο πῆγε στὸ ἀσκητήριο τοῦ Ἁγίου, προσκύνησε τὸ ἁγιασμένο του λείψανο καὶ μὲ ἐντολή της κτίσθηκε στὸ σπήλαιο τοῦ Ἁγίου, λαμπρὸς ναΐσκος καὶ λάρνακα πρὸς τιμήν του.

Ὁ ναὸς καὶ ὁ τάφος τοῦ Ἁγίου σώζονται μέχρι σήμερα ἐντυπωσιάζοντας μὲ τὶς θαυμασίας τέχνης ἁγιογραφίες του (τέλη 13ου αἰῶνος μ.Χ.) καὶ τὶς λόγιες ἐπιγραφές του, προερχόμενες πιθανότατα ἀπὸ λόγιους ἀνθρώπους τοῦ κύκλου τῆς Ἁγίας Θεοδώρας καὶ τῶν ἀνακτόρων.

Ἔφθασε ὅμως καὶ γιὰ τὴν Ἁγία Θεοδώρα τὸ τέλος τῆς ἐπίγειας ζωῆς καὶ ἡ ἀρχὴ τῆς ἀπολαύσεως τῆς ἄνω ζωῆς. Στὴν Ὁσία ἀποκαλύπτεται ἡ ἡμέρα τοῦ θανάτου της, ὅπως συμβαίνει σὲ πολλοὺς Ἁγίους. Θερμὰ παρακαλεῖ τὴν Κυρία Θεοτόκο καὶ τὸν μεγαλομάρτυρα Ἅγιο Γεώργιο νὰ μεσιτεύουν πρὸς τὸν Κύριο νὰ τῆς δοθεῖ παράταση ζωῆς ἕξι μηνῶν «πρὸς τὴν τοῦ ναοῦ τελείαν ἀπάρτισιν». Ἔτσι κι ἔγινε.

Καὶ ὅταν ἔφθασε πλέον ἡ ὥρα νὰ παραδώσει τὴν Ἁγία της ψυχὴ στὸν Κύριο, συγκεντρώνει τὶς ἀδελφὲς μοναχές. Γιὰ τελευταία φορὰ τὶς συμβουλεύει μὲ ἀγάπη καὶ τὶς καθοδηγεῖ πῶς νὰ ζοῦν καὶ νὰ ἀγωνίζονται ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι, αὐτὴ ποὺ ἦταν τὸ ζωντανὸ παράδειγμα μιᾶς ἄλλης βιοτῆς. Προσεύχεται γιὰ τὴν σωτηρία τους καὶ δίνοντας τὶς τελευταῖες ἐντολές της «χαίρουσα, τὸ πνεῦμα εἰς χεῖρας Θεοῦ παρέθετο» σὲ ἡλικία περίπου 70 ἐτῶν. Δὲν γνωρίζουμε δυστυχῶς τὸν χρόνο τοῦ θανάτου τῆς Ἁγίας, τοποθετεῖται ὅμως στὸ χρονικὸ διάστημα ἀπὸ τὸ 1281 – 1285 μ.Χ.
Τὸ ἅγιο καὶ χαριτόβρυτο σῶμα της ἐνταφιάσθηκε στὸ νάρθηκα τοῦ καθολικοῦ της μονῆς της, ὅπου μέχρι σήμερα βρίσκεται σὲ εὐλογία ὅλων τῶν πιστῶν ὁ σεπτός της τάφος.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Βασιλείου ἀξίας παριδοῦσα τὴν εὔκλειαν, ἐγκρατείᾳ καὶ πόνοις καὶ ἀσκήσει ἐβίωσας, καὶ θείων ἐπληρώθης δωρεῶν, Ὁσία Θεοδώρα ἀληθῶς. Διὰ τοῦτό σε ἡ Ἄρτα χαρμονικῶς, γεραίρει ἀνακράζουσα· δόξα τῷ σὲ δοξάσαντι Χριστῷ, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργοῦντι διὰ σοῦ, πᾶσιν ἰάματα.

 

Κοντάκιον. Ἦχος β’. Τοὺς ἀσφαλεῖς.
Βασιλικὴν τιμὴν καὶ δόξαν καταλέλοιπας, καὶ ἐν ἀσκήσει τὴν ζωὴν διήνυσας, Θεοδώρα παμμακάριστε, γέρας τῆς Ἄρτης καὶ διάδημα· διό σου τῇ σεπτῇ θήκῃ προσπίπτοντες, ἁγιασμὸν ἐκ ταύτης κομιζόμεθα, ὑμνοῦντες Χριστὸν τὸν σὲ δοξάσαντα.

 

Μεγαλυνάριον.
Χαίροις βασιλίδων ἡ καλλονή, χαίροις τῶν Ἀρταίων, ἐγκαλώπισμα ἱερόν· χαίροις δωρημάτων, ταμεῖον οὐρανίων, Ὁσία Θεοδώρα, ἀξιοθαύμαστε.

Ὁ Ἅγιος Εὐθύμιος ὁ Θαυματουργός Ἀρχιεπίσκοπος Νόβγκοροντ

Ὁ Ἅγιος Εὐθύμιος, κατὰ κόσμο Ἰωάννης, ἦταν υἱὸς ἐνὸς ἱερέα τοῦ Νόβγκοροντ, τοῦ Θεοδώρου καὶ τῆς Ἄννας. Καθὼς εἶχε συλληφθεῖ μετὰ ἀπὸ χρόνια στειρότητας, οἱ γονεῖς του τὸν ἀφιέρωσαν στὸν Θεὸ πρωτοῦ γεννηθεῖ. Ὁ νεαρὸς Ἰωάννης μεγάλωσε μὲ εὐσέβεια, ἀφιερωμένος στὴν μελέτη καὶ σὲ ἡλικία δέκα πέντε ἐτῶν εἰσήχθη στὴ μονὴ τοῦ Ἁγίου Νικολάου στὸ Βγιαζίσκι, κοντὰ στὸ Νόβγκοροντ, ὅπου ἔλαβε τὸ μοναχικὸ σχῆμα καὶ ὀνομάσθηκε Εὐθύμιος.

Ἔπειτα ἀσκήτεψε ὁρισμένο χρονικὸ διάστημα στὴ μονὴ τοῦ Ἁγίου Βαρλαὰμ τοῦ Τσυτύν. Νωρίς, ὁ Ἀρχιεπίσκοπος τοῦ Νόβγκοροντ Συμεών, θαυμάζοντας τὰ πνευματικὰ χαρίσματα τοῦ Ἁγίου, τὸν διορίζει γενικὸ οἰκονόμο καὶ τὸ ἔτος 1429 ἐπιλέγεται ὡς Ἀρχιεπίσκοπος τῆς πόλεως. Συνέχισε, παρ’ ὅλα αὐτά, νὰ ζεῖ αὐστηρὴ μοναστικὴ ζωὴ προσευχῆς καὶ μετάνοιας, παρέχοντας μὲ ἀγάπη καὶ συμπάθεια βοήθεια στοὺς ἄπορους καὶ ἐπιδεικνύοντας καλλιτεχνικὴ εὐαισθησία μὲ τὴν ἀνέγερση καὶ ἁγιογράφηση ναῶν, τὴν ἀντιγραφὴ ἱερῶν κωδίκων καὶ βιβλίων.

Λίγο καιρὸ προτοῦ πεθάνει ἔγραψε μία ἐπιστολὴ στὸν Μητροπολίτη Μόσχας Ἰωνᾶ, ἐπικαλούμενος τὴ συγχώρηση γιὰ τὴ «μεγάλη ἀνυπόφορη ἀδυναμία» του στὸν κόσμο καὶ ἀποσύρθηκε στὴ μονὴ Βγιαζίσκι, ὅπου κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 1458.
Ἡ ἁγιοποίησή του ἔγινε τὸ ἔτος 1547. Τὸ εἰκονογραφικὸ ἐγχειρίδιο τὸν ἀπεικονίζει «γκριζομάλλη, μὲ γενειάδα σὰν τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου, ἀλλὰ πιὸ ἀραιή, μὲ τὸν σκοῦφο καὶ τὴν ἐπισκοπικὴ ἐνδυμασία, τὸ ὠμοφόριο καὶ τὸ Εὐαγγέλιο».

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

 

Ὁ Ἅγιος Παῦλος τσάρος τῆς Ρωσίας 

Ὁ Ἅγιος Παῦλος (Πέτροβιτς), αὐτοκράτορας τῆς Ρωσίας, γεννήθηκε τὸ ἔτος 1754. Ἦταν υἱὸς τοῦ δολοφονηθέντος τσάρου Πέτρου Γ’ καὶ τῆς Αἰκατερίνης Β’, ἀλλὰ διατελοῦσε πάντοτε ὑπὸ τὴν δυσμένεια τοῦ αὐτοκράτορα, ὁ ὁποῖος οὐδέποτε ἀναγνώρισε αὐτὸν ὡς υἱό του. Τὸ ἔτος 1773 νυμφεύθηκε τὴν πριγκίπισσα τῆς Ἕσσης – Δαρμστάτης καὶ μετὰ τὸν θάνατό της, τὸ 1776, τὴν πριγκίπισσα Δωροθέα τῆς Βυρτεμβέργης.
Ὅταν στὶς 19 Νοεμβρίου 1796 διαδέχθηκε τὴν μητέρα του, ἄρχισε τὴν βασιλεία του διὰ τῆς ἀκυρώσεως τοῦ περὶ διαδοχῆς οὐκαζίου τοῦ Μεγάλου Πέτρου καὶ τῆς ἀποκαταστάσεως τῆς κληρονομικῆς ἀρχῆς κατὰ τάξιν πρεσβειῶν ἀπὸ ἄρρενος πρὸς ἄρρενα. Ἐπιχείρησε, ἐπίσης, τὴ μεταρρύθμιση τῶν δημοσίων οἰκονομικῶν, τὰ ὁποία εἶχαν διαταράξει οἱ διαρκεῖς πόλεμοι καὶ ἡ σπατάλη τῆς αὐλῆς. Οἱ διαταγὲς καὶ ἀποφάσεις του εἶχαν δυσαρεστήσει τὴν αὐλή του, ἡ δὲ Ρωσικὴ ἀριστοκρατία ἀποδοκίμαζε τὴν πολιτεία αὐτοῦ. Ὁ στρατιωτικὸς διοικητὴς τῆς Ἁγίας Πετρουπόλεως κόμης Πάχλεν ἔγινε ἡ ψυχὴ τῆς συνωμοσίας. Τὴ νύχτα τῆς 23ης πρὸς τὴν 24η Μαρτίου 1801 εἰσῆλθαν στὸν κοιτώνα τοῦ τσάρου ἀξιωματικοὶ τῆς φρουρᾶς, οἱ ὁποῖοι ὑπὸ τὴν ἀπειλὴ ξίφους ἀπαίτησαν ἀπὸ τὸν Παῦλο νὰ ὑπογράψει πράξη παραιτήσεως. Ὁ αὐτοκράτορας ἀρνήθηκε καὶ στραγγαλίσθηκε.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

 

Ὁ Ὅσιος Σωφρόνιος ὁ Ἔγκλειστος

Ὁ Ὅσιος Σωφρόνιος ἔζησε στὴν Ρωσία κατὰ τὸν 13ο αἰώνα μ.Χ. καὶ ἀσκήτεψε στὴ Λαύρα τοῦ Ἁγίου Θεοδοσίου τοῦ Κιέβου. Κοιμήθηκε ὁσίως μὲ εἰρήνη.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

Ὁ Ἅγιος Σωφρόνιος ὁ Διδάσκαλος Ἐπίσκοπος Βράτσης τῆς Βουλγαρίας

Ὁ Ἅγιος Σωφρόνιος γεννήθηκε τὸ ἔτος 1739. Κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 1813.
Ἡ Συνοδικὴ πράξη τῆς ἁγιοποιήσεώς του ἔγινε ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία τῆς Βουλγαρίας στὶς 31 Δεκεμβρίου 1964.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

Ὁ Ὅσιος Ἀλέξιος ἐκ Ρωσίας 

Ὁ Ὅσιος Ἀλέξιος, κατὰ κόσμο Βλαδίμηρος Ἰβάνοβιτς Σεπέλεφ, γεννήθηκε στὶς 14 Ἀπριλίου 1840 στὸ Κίεβο ἀπὸ μία εὐγενὴ οἰκογένεια. Ἦταν ἐκ γενετῆς μουγκός, θεραπεύθηκε ὅμως κατὰ θαυματουργικὸ τρόπο σὲ ἡλικία 12 ἐτῶν ἀπὸ τὸν Ἅγιο Φιλάρετο, Ἐπίσκοπο Κιέβου ( 19 Νοεμβρίου). Ἀπὸ βρέφος ἔλαβε ἐκκλησιαστικὴ ἀγωγὴ καὶ ἡ μητέρα του τὸν δίδαξε τὴν ἐλεημοσύνη καὶ τὴ γενναιοδωρία πρὸς τοὺς πτωχούς, τοὺς φυλακισμένους καὶ τοὺς ἀσθενεῖς.

Μὲ συμβουλὴ τοῦ Ἁγίου Φιλαρέτου, ὁ Βλαδίμηρος ἐστάλη ἀπὸ τὴν μητέρα του στὴ Λαύρα τῶν Σπηλαίων τοῦ Κιέβου καὶ ἀπὸ τὸ 1853 ἔζησε ἐκεῖ ὑπὸ τὴν πνευματικὴ καθοδήγηση τοῦ Ἁγίου. Ἐπίσης, ρόλο σημαντικὸ στὴν διαμόρφωση τῆς προσωπικότητάς του ἔπαιξε καὶ ὁ Παρθένιος τοῦ Κιέβου.  Τὸ ἔτος 1857, πρὶν ἀπὸ τὴν κοίμηση τοῦ Ἁγίου Φιλαρέτου, ὁ Βλαδίμηρος ἔγινε ἐπίσημα δεκτὸς ὡς δόκιμος στὴ Λαύρα τῶν Σπηλαίων τοῦ Κιέβου. Τὸ ἔτος 1872 ἔλαβε τὸ μικρὸ σχῆμα μὲ τὸ ὄνομα Ἀλέξιος καὶ τὸν ἴδιο χρόνο χειροτονήθηκε διάκονος. Τὸ ἔτος 1875 χειροτονήθηκε πρεσβύτερος καὶ ἀνέλαβε τὸ διακόνημα τοῦ μυστηρίου τῆς Θείας Ἐξομολογήσεως στοὺς διάφορους ναοὺς τῆς Λαύρας.

Εἶχε τὴν φήμη τοῦ Προφήτου, ἀλλὰ ἡ δραστηριότητα τοῦ Ὁσίου ἀμαυρώθηκε ἀπὸ τὶς συκοφαντίες διαφόρων, οἱ ὁποῖοι τὸν κατηγόρησαν γιὰ κλέφτη, χωρὶς νὰ χάσουν τὴν εὐκαιρία νὰ τοῦ ἀποδώσουν σκανδαλώδεις λοιδορίες καὶ νὰ τὸν κυνηγήσουν ἀκόμα καὶ κατὰ τὴν διάρκεια τῆς Θείας Λειτουργίας.

Γιὰ νὰ παύσουν ὅλα αὐτά, τὸ ἔτος 1891, ὁ Ὅσιος Ἀλέξιος ἔφυγε καὶ ἐγκαταστάθηκε στὴν ἔρημο τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος, στὴν ἴδια Λαύρα καὶ τὸ ἔτος 1895 στὴν ἔρημο τοῦ Γκολοσέεβο, ὅπου προσέτρεχαν σὲ αὐτόν, γιὰ νὰ ἐξομολογηθοῦν καὶ νὰ ζητήσουν πνευματικὲς συμβουλές, πιστοὶ ἀπὸ ὅλη τὴν Οὐκρανία, τὴν Ἁγία Πετρούπολη, τὴν Μόσχα, τὰ Οὐράλια, τὸν Καύκασο καὶ τὴν Σιβηρία. Ἀκόμα καὶ Ἐπίσκοποι, συγκεκριμένα οἱ Μητροπολίτες τοῦ Κιέβου, εἶχαν Πνευματικὸ τὸν Ἅγιο.

Στὸ λειτούργημα τῆς πνευματικῆς καθοδηγήσεως ὁ Ὅσιος ἄφηνε πάντοτε τὰ ἴχνη τῆς μεγάλης ἀγάπης του πρὸς τοὺς μετανοοῦντες. Προκειμένου νὰ ἀπαιτήσει ἀπὸ τὰ πνευματικά του τέκνα ὑπακοή, ἐνεργοῦσε μὲ ὅπλο τὴν προσευχή. Εἶχε τὴν φήμη τοῦ φλογεροῦ ἱεροκήρυκα καὶ εἶχε ἐπιδοθεῖ σὲ ἀναρίθμητα ἔργα φιλανθρωπίας.
Ὁ Ὅσιος Ἀλέξιος κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 1917 καὶ ἐνταφιάσθηκε στὴν ἔρημο Γκολοσέεβο. Ἡ τιμὴ πρὸς τὸν Ἅγιο ἐκφράστηκε ἀμέσως μετὰ τὴν κοίμησή του καὶ ὁ τάφος του παρέμεινε πόθος προσκυνήματος ἀκόμα καὶ στὰ πιὸ σκληρὰ χρόνια τῶν διωγμῶν.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

Ἀκάθιστος Ὕμνος – Β’ Στάσις

 

Ἤκουσαν oἱ ποιμένες,
τῶν Ἀγγέλων ὑμνούντων,
τὴν ἔνσαρκον Χριστοῦ παρουσίαν·
καὶ δραμόντες ὡς πρὸς ποιμένα,
θεωροῦσι τοῦτον ὡς ἀμνὸν ἄμωμον,
ἐν γαστρὶ τῆς Μαρίας βοσκηθέντα,
ἥν ὑμνοῦντες εἶπον·
Χαῖρε, Ἀμνοῦ καὶ Ποιμένος Μῆτερ,
χαῖρε, αὐλὴ λογικῶν προβάτων.
Χαῖρε, ἀοράτων ἐχθρῶν ἀμυντήριον,
χαῖρε, Παραδείσου θυρῶν ἀνοικτήριον.
Χαῖρε, ὅτι τὰ οὐράνια συναγάλλεται τῇ γῇ,
χαῖρε, ὅτι τὰ ἐπίγεια συγχορεύει οὐρανοῖς.
Χαῖρε, τῶν Ἀποστόλων τὸ ἀσίγητον στόμα,
χαῖρε, τῶν Ἀθλοφόρων τὸ ἀνίκητον θάρσος.
Χαῖρε, στερρὸν τῆς πίστεως ἔρεισμα,
χαῖρε, λαμπρὸν τῆς Χάριτος γνώρισμα.
Χαῖρε, δι' ἧς ἐγυμνώθη ὁ Ἅδης,
χαῖρε, δι' ἧς ἐνεδύθημεν δόξαν.
Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

Θεοδρόμον ἀστέρα,
θεωρήσαντες Μάγοι,
τῇ τούτου ἠκολούθησαν αἴγλῃ·
καὶ ὡς λύχνον κρατοῦντες αὐτόν,
δι' αὐτοῦ ἠρεύνων κραταιὸν Ἄνακτα,
καὶ φθάσαντες τὸν ἄφθαστον,
ἐχάρησαν αὐτῷ βοῶντες·
Ἀλληλούια.

Ἴδον παῖδες Χαλδαίων,
ἐν χερσὶ τῆς Παρθένου,
τὸν πλάσαντα χειρὶ τοὺς ἀνθρώπους·
καὶ Δεσπότην νοοῦντες αὐτόν,
εἰ καὶ δούλου μορφὴν ἔλαβεν,
ἔσπευσαν τοῖς δώροις θεραπεῦσαι,
καὶ βοῆσαι τῇ Εὐλογημένῃ·
Χαῖρε, ἀστέρος ἀδύτου Μήτηρ,
χαῖρε, αὐγὴ μυστικῆς ἡμέρας.
Χαῖρε, τῆς ἀπάτης τὴν κάμινον σβέσασα,
χαῖρε, τῆς Τριάδος τοὺς μύστας φωτίζουσα.
Χαῖρε, τύραννον ἀπάνθρωπον ἐκβαλοῦσα τῆς ἀρχῆς,
χαῖρε, Κύριον φιλάνθρωπον ἐπιδείξασα Χριστόν.
Χαῖρε, ἡ τῆς βαρβάρου λυτρουμένη θρησκείας,
χαῖρε, ἢ τοῦ βορβόρου ρυομένη τῶν ἔργων.
Χαῖρε πυρὸς προσκύνησιν παύσασα,
χαῖρε, φλογὸς παθῶν ἀπαλλάττουσα.
Χαῖρε, πιστῶν ὁδηγὲ σωφροσύνης,
χαῖρε, πασῶν γενεῶν εὐφροσύνη.
Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

Κήρυκες θεοφόροι,
γεγονότες οἱ Μάγοι,
ὑπέστρεψαν εἰς τὴν Βαβυλῶνα,
ἐκτελέσαντές σου τὸν χρησμόν,
καὶ κηρύξαντές σε τὸν Χριστὸν ἅπασιν,
ἀφέντες τὸν Ἡρώδην ὡς ληρώδη,
μὴ εἰδότα ψάλλειν·
Ἀλληλούια.

Λάμψας ἐν τῇ Αἰγύπτῳ,
φωτισμὸν ἀληθείας ἐδίωξας,
τοῦ ψεύδους τὸ σκότος·
τὰ γὰρ εἴδωλα ταύτης Σωτήρ,
μὴ ἐνέγκαντά σου τὴν ἰσχὺν πέπτωκεν,
οἱ τούτων δὲ ρυσθέντες,
ἐβόων πρὸς τὴν Θεοτόκον·
Χαῖρε, ἀνόρθωσις τῶν ἀνθρώπων,
χαῖρε, κατάπτωσις τῶν δαιμόνων.
Χαῖρε, τὴν ἀπάτης τὴν πλάνην πατήσασα,
χαῖρε, τῶν εἰδώλων τὴν δόξαν ἐλεγξασα.
Χαῖρε, θάλασσα ποντίσασα Φαραὼ τὸν νοητόν,
χαῖρε, πέτρα ἡ ποτίσασα τοὺς διψῶντας τὴν ζωὴν.
Χαῖρε, πύρινε στῦλε ὁδηγῶν τοὺς ἐν σκότει,
χαῖρε, σκέπη τοῦ κόσμου πλατυτέρα νεφέλης.
Χαῖρε, τροφὴ τοῦ μάνα διάδοχε,
χαῖρε, τρυφῆς ἁγίας διάκονε.
Χαῖρε, ἡ γῆ τῆς ἐπαγγελίας,
χαῖρε, ἐξ ἧς ρέει μέλι καὶ γάλα.
Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

Μέλλοντος Συμεῶνος,
τοῦ παρόντος αἰῶνος,
μεθίστασθαι τοῦ ἀπατεῶνος,
ἐπεδόθης ὡς βρέφος αὐτῷ,
ἀλλ' ἐγνώσθης τούτω καὶ Θεὸς τέλειος·
διόπερ ἐξεπλάγη σου τὴν ἄρρητον σοφίαν,
κράζων·
Ἀλληλούια.

 Για να κατεβάσετε την ακολουθία της Β΄ Στάσις του Ακάθιστου ύμνου πατήστε εδώ

Ὁ Ἅγιος Κοδράτος ὁ Μάρτυρας καὶ οἱ σὺν αὐτῷ 

Οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες Κοδράτος, Ἄνεκτος, Παῦλος, Διονύσιος, Κυπριανὸς καὶ Κρήσκης ἦταν φίλοι καὶ μαρτύρησαν κατὰ τὸν διωγμὸ τῶν αὐτοκρατόρων Δεκίου (249 – 251 μ.Χ.) ἢ Οὐαλεριανοῦ (253 – 259 μ.Χ.) στὴν Κόρινθο, ὅταν ἡγεμόνας τῆς Ἑλλάδος ἦταν ὁ Ἰάσων.

Στὸ Μηνολόγιον τοῦ αὐτοκράτορος Βασιλείου Β’ ἀναφέρεται ὅτι ἀπὸ τοὺς Χριστιανούς, ὅσοι μὲν εἶχαν συλληφθεῖ σφαγιάζονταν, ὅσοι ὅμως ἔφευγαν κρύβονταν στὰ ὄρη, γιὰ ὅσο διάστημα χρειαζόταν. Ἔτσι καὶ ἡ μητέρα τοῦ Κοδράτου, ποὺ καταγόταν ἀπὸ τὴν πόλη τῶν Κορινθίων, ἔφυγε γιὰ τὸ ὄρος καὶ κρυβόταν. Καὶ καθὼς ἦταν ἔγκυος, γέννησε υἱὸ ποὺ τὸν ὀνόμασε Κοδράτο. Στὴν συνέχεια, ἀφοῦ ἔζησε γιὰ λίγο, πέθανε, ἐγκαταλείποντας τὸν υἱό της βρέφος. Αὐτὸς τρεφόταν ἀπὸ τὰ νέφη ποὺ συνενώνονταν ἐπάνω ἀπὸ αὐτὸν καὶ τὸν πότιζαν. Ὁ Κοδράτος, ἀφοῦ μεγάλωσε, δίδασκε τὴν Χριστιανικὴ πίστη στὸν Ἄνεκτο, τὸν Κρήσκεντα, τὸν Κυπριανό, τὸν Παῦλο καὶ τὸν Διονύσιο, ποὺ εἶχαν στὸ μεταξὺ καταφύγει κοντά του. Ὅμως οἱ Ἅγιοι Ἄνεκτος, Κρῆσκος, Κυπριανὸς καὶ Παῦλος συνελήφθησαν ἐπειδὴ ἦταν Χριστιανοί. Ὁ ἡγεμόνας Ἰάσων προσπάθησε μὲ διάφορους τρόπους νὰ τοὺς δελεάσει καὶ νὰ τοὺς πείσει νὰ ἀπαρνηθοῦν τὴ χριστιανικὴ τους πίστη καὶ νὰ θυσιάσουν στὰ εἴδωλα. Ἐκεῖνοι ὁμολόγησαν μὲ πνευματικὴ ἀνδρεία τὸν Χριστό, βασανίσθηκαν καὶ τέλος ἀποκεφαλίσθηκαν.

Ἔτσι εἰσῆλθαν οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες στὴ χαρὰ τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ καὶ Κυρίου μας.
Ὁ Ἅγιος Μάρτυρας Διονύσιος κατηγορήθηκε στὸν ἡγεμόνα τῆς Κορίνθου ὅτι δὲν ὑπακούει στὴν διαταγὴ τῶν βασιλέων καὶ ὅτι περιφρονεῖ τοὺς θεούς, κηρύττοντας κάποιον ἄλλον Θεὸ Ἐσταυρωμένο καὶ λέγοντας ὅτι Αὐτὸς εἶναι ὁ Δημιουργὸς τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς καὶ τῆς θάλασσας καὶ ὅλων ὅσων ὑπάρχουν μέσα σὲ αὐτά, Αὐτὸς ποὺ πρόκειται νὰ ἔλθει ἀπὸ τὸν οὐρανὸ καὶ νὰ κρίνει μὲ δόξα ζωντανοὺς καὶ νεκροὺς καὶ νὰ ἀνταποδώσει στὸν καθένα σύμφωνα μὲ τὰ ἔργα του. Γι’ αὐτό, ἀφοῦ συνελήφθη καὶ δέθηκε μὲ ἁλυσίδες, παρουσιάσθηκε στὸν ἄρχοντα, ὁ ὁποῖος προσπαθοῦσε νὰ τὸν ἐξαναγκάσει, πότε μὲ κολακεῖες καὶ πότε μὲ ἀπειλές, νὰ ἀπαρνηθεῖ τὸν Χριστὸ καὶ νὰ θυσιάσει στὰ εἴδωλα. Ὅμως ὁ Μάρτυρας τοῦ Χριστοῦ Διονύσιος ὁμολογοῦσε τὸν Χριστὸ μὲ μεγάλη φωνή. Ἔτσι σφαγιάσθηκε μὲ μαχαίρι καὶ τελειώθηκε ὁ πρόσκαιρος βίος του.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος α’. Τὸν τάφον σου Σωτήρ.
Ἐξάριθμος χορός, τῶν Χριστοῦ Ἀθλοφόρων, ὑμνείσθω εὐσεβῶς, μελωδίαις ᾀσμάτων, Κοδρᾶτος καὶ Ἄνεκτος, Παῦλος καὶ Διονύσιος, καὶ σὺν Κρήσκεντι, Κυπριανὸς ὁ θεόφρων· τὴν Τριάδα γάρ, διηνεκῶς δυσωποῦσιν, ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν.

 

Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Ὡς λαμπὰς ἑξάφωτος, ἐν τῇ Κορίνθῳ, καρτερῶς ἀθλήσαντες, ὤφθητε Μάρτυρες σοφοί, φωταγωγοῦντες ταῖς χάρισι, τῆς Ἐκκλησίας, ἀπαύστως τὸ πλήρωμα.

 

Μεγαλυνάριον.
Ἑξάστερος ὥσπερ λαμπρὰ πλειάς, τῷ τῆς Ἐκκλησίας, διαλάμπετε οὐρανῷ, Μάρτυρες Κυρίου, καὶ ἄθλων διαυγείᾳ, ἡμῶν τὰς διανοίας, καταπυρσεύετε.

Ἡ Ἁγία Ἀναστασία ἡ Πατρικία 

Ἡ Ἁγία Ἀναστασία ἔζησε στὴν Κωνσταντινούπολη κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἰουστινιανοῦ τοῦ Μεγάλου (527 – 565 μ.Χ.) καὶ καταγόταν ἀπὸ πλούσιους καὶ εὐγενεῖς γονεῖς. Ἦταν πρώτη Πατρικία τοῦ βασιλέως καὶ φοβούμενη τὸν Θεό. Οἱ ἀρετές της κίνησαν σὲ φθόνο τὴν βασίλισσα καὶ ἔτσι ἡ Ἁγία ἀναγκάστηκε νὰ παραλάβει μέρος τῆς περιουσίας της καὶ νὰ καταφύγει στὴν Ἀλεξάνδρεια, ὅπου ἔκτισε στὴν θέση ποὺ καλεῖται Πέμπτον μονή, ἡ ὁποία ὀνομάστηκε καὶ τῆς Πατρικίας καὶ ζοῦσε ἀσκητικά. Ὅταν πληροφορήθηκε ὅτι ὁ αὐτοκράτορας Ἰουστινιανὸς τὴν ἀναζητεῖ, ἐγκατέλειψε τὴν μονὴ καὶ προσῆλθε στὴν σκήτη τοῦ ἀββᾶ Δανιήλ, στὸν ὁποῖο ἐμπιστεύθηκε τὰ κατ’ αὐτήν. Ὁ ἀββᾶς τὴν ἔνδυσε μὲ ἀνδρικὰ ἐνδύματα καὶ τὴν μετονόμασε σὲ Ἀναστάσιο. Ὅρισε δὲ καὶ ἕναν ἀπὸ τοὺς ὑποτακτικοὺς τῆς σκήτης, γιὰ νὰ προσκομίζει σὲ αὐτὴν τὰ ἀπαραίτητα, ἔτσι ὥστε νὰ μὴν ἐξέρχεται ἀπὸ τὸ σπήλαιο μέσα στὸ ὁποῖο ἀσκήτευε.
Ἐκεῖ ἡ Ἁγία Ἀναστασία παρέμεινε κλεισμένη ἐπὶ εἴκοσι ὀκτὼ ὁλόκληρα χρόνια. Ὅταν προεῖδε τὸ τέλος της, προσκάλεσε τὸν ἀββᾶ Δανιὴλ καὶ ἀφοῦ κοινώνησε τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

 

Ὁ Ἅγιος Μαρκιανὸς ὁ Μάρτυρας

Ὁ Ἅγιος Μάρτυρας Μαρκιανὸς τελειώθηκε ἀφοῦ τὸν κτύπησαν μέχρι θανάτου μὲ ξύλα. Δὲν ἔχουμε περισσότερες λεπτομέρειες γιὰ τὸν βίο τοῦ Ἁγίου Μάρτυρα.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

Ὁ Ὅσιος Ἀγάθων

Ὁ Ὅσιος Ἀγάθων ἀσκήτεψε στὴ μονὴ τοῦ Ἁγίου Συμεὼν κοντὰ στὸ Χαλέπιον τῆς Συρίας καὶ κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

Ὁ Ὅσιος Ἰωάννης ἐκ Γεωργίας

Ὁ Ὅσιος Ἰωάννης ἔζησε καὶ ἀσκήτεψε στὴ Γεωργία κατὰ τὸ δεύτερο ἥμισυ τοῦ 10ου αἰῶνος καὶ τὸν 11ο αἰώνα μ.Χ. Κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

Ὁ Ἅγιος Μιχαὴλ ὁ Νεομάρτυρας ὁ Μαυρουδής

Ἡ μνήμη τοῦ Νεομάρτυρος Μιχαὴλ τιμᾶται τὴν 21 Μαρτίου ὅπου καὶ ὁ βίος του. Ἄγνωστο γιατί ἀναφέρεται και σήμερα.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Σοφίᾳ τῇ θεόθεν δεδομένῃ κοσμούμενος, ἐκήρυξας εὐτόλμως τοῦ Σωτῆρος τὸ ὄνομα, καὶ τούτῳ ὡς θυσία καθαρά, προσήχθης τῷ πυρὶ τελειωθείς· διὰ τοῦτο Νεομάρτυς σε Μιχαήλ, τιμῶμεν ἀνακράζοντες· δόξα τῷ παρασχόντι σοι ἰσχύν, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα τῷ χορηγοῦντι διὰ σοῦ, ἡμῖν πταισμάτων ἄφεσιν.

 

Κοντάκιον. Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Ἀθλητὴς θεόσοφος, καὶ στρατιώτης γενναῖος, Μιχαὴλ μακάριε, Χριστοῦ ἀθλήσας ἐδείχθης· πᾶσαν γάρ, καταπατήσας ἐχθροῦ μανίαν, ἤνεγκας, τὸν ἐν πυρὶ θάνατον χαίρων, καὶ ὡς θεῖον ἱερεῖον, Χριστῷ προσήχθης, τῷ σὲ δοξάσαντι.

 

Μεγαλυνάριον
Χαίροις ὁ Γρανίτσης θεῖος βλαστός, ὁ Χριστὸν δόξασας, δι’ ἀθλήσεως θαυμαστῆς· χαίροις ὁ Κυρίῳ προσενεχθεὶς ὡς θῦμα, ὦ Μιχαὴλ ἐνέγκας, πυρὸς τὴν ἔκκαυσιν.

Οἱ Ἅγιοι Τεσσαράκοντα Μάρτυρες, οἱ ὁποῖοι κατάγονταν ἀπὸ διάφορους τόπους καὶ μαρτύρησαν στὴν λίμνη τῆς Σεβαστείας, τὸ ἔτος 320 μ.Χ., εἶναι οἱ : Ἀγγίας, Ἀγλάϊος, Ἀειθαλᾶς, Ἀέτιος, Ἀθανάσιος, Ἀκάκιος, Ἀλέξανδρος, Βιβιανός, Γάϊος, Γοργόνιος, Γοργόνιος, Δομετιανὸς ἢ Δομέτιος, Δόμνος, Ἐκδίκιος, Εὐνοϊκός, Εὐτύχιος, Ἠλιάδης ἢ Ἠλίας, Ἡράκλειος, Ἡσύχιος, Θεόδουλος, Θεόφιλος, Ἰωάννης ἢ Κάνδιδος, Κλαύδιος, Κύριλλος, Κυρίων, Λεόντιος, Λυσίμαχος, Μελίτων, Νικόλαος, Ξανθίας, Οὐαλέριος, Οὐάλης, Πρίσκος, Σακερδὼν ἢ Σακεδών, Σεβηριανός, Σισίνιος, Σμάραγδος, Φιλοκτήμων, Φλάβιος καὶ Χουδίων.

Οἱ Ἅγιοι ἦταν στρατιῶτες ἐπὶ αὐτοκράτορα Λικινίου (308 – 323 μ.Χ.) καὶ ἡγεμόνος Ἀγρικολάου. Ἐπειδὴ ἀρνήθηκαν νὰ θυσιάσουν στὰ εἴδωλα, συνελήφθησαν καὶ ὁμολόγησαν ὅτι ἦταν Χριστιανοί. Καὶ ἐπειδὴ δὲν πείσθηκαν νὰ ἀρνηθοῦν τὴν πίστη τους, τοὺς συνέτριψαν μὲ πέτρες τὰ σώματά τους καὶ σὲ καιρὸ χειμῶνος τοὺς καταδίκασαν νὰ στέκονται ὅλη τὴν νύχτα μέσα στὴν λίμνη ποὺ εἶχε παγώσει ἀπὸ τὸ κρύο καὶ εἶχε κρυσταλλώσει.

Ἐκεῖ, ὅταν ἕνας λιποψύχησε καὶ ἔτρεξε πρὸς τὸ κοντινότερο λουτρὸ γιὰ νὰ ζεσταθεῖ, ὁ καπικλάριος ποὺ τοὺς φύλαγε, ὅταν εἶδε ἀπὸ τὸν οὐρανὸ νὰ κατεβαίνουν οἱ στέφανοι γιὰ τοὺς τριάντα ἐννέα Μάρτυρες καὶ ἕνα στεφάνι νὰ περισσεύει, τὸ ὁποῖο ἀνῆκε σὲ ἐκεῖνον ποὺ λιποψύχησε, ἀφοῦ ἀπέβαλε τὴν στολή του, ἔτρεξε πρὸς τοὺς Ἁγίους καὶ πίστεψε στὸν Χριστό. Τὸ πρωί, ὅσους δὲν εἶχαν πεθάνει ἀκόμη, ἀφοῦ οἱ φύλακες τοὺς ὁδήγησαν στὴν ἀκτὴ καὶ τοὺς ἔσπασαν τὰ πόδια, τοὺς ἔκαψαν καὶ ἔριξαν τὰ ἱερὰ σκηνώματά τους στὴν λίμνη. Τὰ μαρτυρικὰ λείψανα εὑρέθησαν ἀπὸ τοὺς Χριστιανοὺς σὲ κάποιο γκρεμό, ὅπου εἶχαν συναχθεῖ κατὰ θεία οἰκονομία καὶ ἐνταφιάσθηκαν μὲ εὐλάβεια.

Στὸν Εὐεργετινὸ ἀναφέρεται ὅτι ἐνῷ οἱ Ἅγιοι Τεσσαράκοντα Μάρτυρες βρίσκονταν στὸ στάδιο τῆς ἀθλήσεως ἔχοντας παραμείνει ὅλη τὴ νύχτα μέσα στὴν παγωμένη λίμνη καὶ καθὼς τοὺς ἔσερναν στὸν αἰγιαλὸ γιὰ νὰ τοὺς συντρίψουν τὰ σκέλη, ἡ μητέρα ἑνὸς Μάρτυρος παρέμενε ἐκεῖ πάσχουσα μὲ αὐτούς, βλέποντας τὸ παιδί της ποὺ ἦταν νεότερο στὴν ἡλικία ἀπὸ ὅλους, μήπως καὶ λόγω τοῦ νεαροῦ τῆς ἡλικίας καὶ τῆς ἀγάπης πρὸς τὴν ζωή, δειλιάσει καὶ βρεθεῖ ἀνάξιο τῆς τιμῆς καὶ τῆς τάξεως τῶν στρατιωτῶν τοῦ Χριστοῦ. Στεκόταν λοιπόν, ἐκεῖ καὶ ἅπλωνε τὰ χέρια της πρὸς τὸ παιδί της λέγοντας: «Παιδί μου γλυκύτατο, ὑπόμεινε γιὰ λίγο καὶ θὰ καταστεῖς τέκνο τοῦ Οὐράνιου Πατέρα. Μὴν φοβηθεῖς τὶς βασάνους. Ἰδού, παρίσταται ὡς βοηθός σου ὁ Χριστός. Τίποτε δὲν θὰ εἶναι ἀπὸ ἐδῶ καὶ πέρα πικρό, τίποτα τὸ ἐπίπονο δὲν θὰ ἀπαντήσεις. Ὅλα ἐκεῖνα παρῆλθαν, διότι ὅλα αὐτὰ τὰ νίκησες μὲ τὴ γενναιότητά σου. Χαρὰ μετὰ ἀπὸ αὐτά, ἄνεση, εὐφροσύνη. Ὅλα αὐτὰ θὰ τὰ γεύεσαι, διότι θὰ εἶσαι κοντὰ στὸν Χριστὸ καὶ θὰ πρεσβεύεις εἰς Αὐτὸν καὶ γιὰ μένα ποὺ σὲ γέννησα».

Τὰ λείψανα τῶν Ἁγίων βρῆκε μὲ θεία ὀπτασία, τὸ ἔτος 438 μ.Χ., ἡ αὐτοκράτειρα Πουλχερία κρυμμένα στὸ ναὸ τοῦ Ἁγίου Θύρσου, πίσω ἀπὸ τὸν ἄμβωνα, στὸν τάφο τῆς διακόνισσας Εὐσέβειας σὲ δύο ἀργυρὲς θῆκες, οἱ ὁποῖες κατὰ τὴν διαθήκη τῆς Εὐσέβειας, εἶχαν ἐναποτεθεῖ στὸν τάφο της στὸ μέρος τῆς κεφαλῆς της. Στὴν συνέχεια ἡ Πουλχερία οἰκοδόμησε ναὸ ἔξω ἀπὸ τὰ τείχη τῶν Τρωαδησίων.

Σπουδαία ἀπὸ ἱστορικῆς ἀπόψεως θεωρεῖται ἀπὸ νεότερους ἐρευνητὲς ἡ Διαθήκη τῶν Ἁγίων Τεσσαράκοντα Μαρτύρων, ἡ ὁποία ἀποσκοπεῖ στὸ νὰ παρεμποδίσει τὸν διασκορπισμὸ τῶν ἱερῶν λειψάνων τους μεταξὺ τῶν Χριστιανῶν, πράγμα συνηθισμένο στὴν Ἀνατολὴ κατὰ τοὺς χρόνους ἐκείνους. Γι’ αὐτὸ ἐκρίναμε σκόπιμο νὰ παραθέσουμε στὴ νεοελληνικὴ γλώσσα τὸ κείμενο τῆς Διαθήκης:

 

Διαθήκη τῶν Ἁγίων καὶ ἐνδόξων Σαράντα Μαρτύρων τῶν ὁποίων ὁ βίος ἐτελειώθηκε στὴ Σεβαστεία

 

«Ὁ Μελέτιος, ὁ Ἀέτιος καὶ ὁ Ἡσύχιος, οἱ δοῦλοι τοῦ Χριστοῦ, χαίρουν ἐν Χριστῷ ἀνάμεσα σὲ ὅλους τοὺς Ἁγίους ἐπισκόπους καὶ πρεσβυτέρους καὶ διακόνους καὶ ὁμολογητὲς καὶ τοὺς ὑπολοίπους ἐκκλησιαστικοὺς ἄνδρες σὲ ὅλη τὴν πόλη καὶ τὴ χώρα.

1 Ὅταν μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ καὶ τὶς κοινὲς προσευχὲς ὅλων τελέσουμε τὸν προκαθορισμένο σὲ ἐμᾶς ἀγώνα καὶ φθάσουμε στὰ βραβεῖα τῆς ἄνω κλήσεως, τότε αὐτὸ τὸ θέλημά μας γιὰ τὴν ἀνακομιδὴ τῶν λειψάνων μας θέλουμε νὰ κυριαρχήσει στοὺς ἀνθρώπους γύρω ἀπὸ τὸν πρεσβύτερο καὶ πατέρα μας Πρόϊδο καὶ τοὺς ἀδελφούς μας Κρισπίνο καὶ Γόρδιο μαζὶ μὲ τὸ λαὸ ποὺ τοὺς ἀκολουθεῖ, καὶ τὸν Κύριλλο, τὸν Μάρκο καὶ τὸν Σαπρίκιο, τὸ υἱὸ τοῦ Ἀμμωνίου, μὲ σκοπὸ νὰ μετατεθοῦν τὰ λείψανά μας ἀπὸ τὴν πόλη Ζήλων στὸ χωριὸ Σαρείμ. Γιατὶ ἂν καὶ ὅλοι καταγόμαστε ἀπὸ διαφορετικὰ μέρη, ὅμως προτιμοῦμε τὸν ἕνα καὶ ἴδιο τόπο ἐνταφιασμοῦ γιὰ τὴν αἰώνια ἀνάπαυση. Γιατὶ ἀφοῦ ἀγωνισθήκαμε τὸν κοινὸ ἀθλοφόρο ἀγώνα, συμφωνήσαμε ὅτι θὰ ἔχουμε κοινὸ τόπο ἐνταφιασμοῦ στὸν προαναφερθέντα τόπο. Αὐτὰ λοιπὸν ἐφάνηκαν σωστὰ κατὰ τὸ ἅγιο Πνεῦμα, καὶ φάνηκαν καλὰ καὶ σὲ ἐμᾶς.

Ἐξ αἰτίας αὐτοῦ ἐμεῖς οἱ συγγενεῖς τοῦ Ἀετίου καὶ τοῦ Εὐτυχίου καὶ τῶν ὑπολοίπων ἐν Χριστῷ ἀδελφῶν παρακαλοῦμε τοὺς κυρίους γονεῖς μας καὶ τοὺς ἀδελφούς μας νὰ μείνουν μακριὰ ἀπὸ κάθε ταραχὴ καὶ λύπη, νὰ τιμήσουν δὲ τὸν ὅρο τῆς φιλάδελφης συμμετοχῆς τους καὶ νὰ συμβαδίσουν μὲ προθυμία στὴ θέλησή μας, γιὰ νὰ ἀποκτήσουν τὸ μεγάλο μισθὸ τῆς ὑπακοῆς καὶ τῆς συμπάθειας ἀπὸ τὸν κοινὸ πατέρα μας.

Ἀκόμη ἀξιώνουμε ἀπὸ ὅλους, κανεὶς νὰ μὴ θησαυρίσει γιὰ τὸν ἑυατό του τὰ περισυλλεγέντα λείψανα ἀπὸ τὸ καμίνι, ἀλλὰ ἀφοῦ φροντίσει γιὰ τὴ συγκέντρωσή τους στὸ ἴδιο μέρος, νὰ τὰ ἀποδώσει στοὺς προαναφερθέντες, μὲ σκοπὸ νὰ ἀποκομίσει τὸ κέρδος τῆς φιλευσπλαχνίας τῶν ἴδιων του κόπων, ἀφοῦ ἐπιδείξει ἰσχυρὸ ζῆλο καὶ ἀληθινὴ εὐγνωμοσύνη. Ὅπως ἀκριβῶς ἡ Μαρία, ἡ ὁποία ἀφοῦ ἐπερίμενε καρτερικὰ στὸν τάφο καὶ εἶδε πρώτη ἀπὸ ὅλους τὸν Κύριο, πρώτη ἐδέχθηκε καὶ τὴ χάρη τῆς χαρᾶς καὶ τῆς εὐλογίας.

Ἂν κάποιος ἐναντιωθεῖ στὸ θέλημα τὸ δικό μας, ἂς εἶναι ξένος ἀπὸ τὸ θεῖο κέρδος, ἔνοχος κάθε παρακοῆς, ἀφοῦ μὲ ἐπιπόλαιη σκέψη ἔχασε τὸ δίκαιό του, ἐπειδὴ ἐξαναγκαζόταν, ὅσο ἐξαρτιόταν ἀπὸ αὐτόν, νὰ κατατεμαχίσει ἐμᾶς, τοὺς ὁποίους ὁ Ἅγιος Σωτήρας μας μὲ τὴν προσωπικὴ χάρη και πρόνοια συνέδεσε μὲ πίστη.

Ἂν ὅμως καὶ τὸ παιδί, ὁ Εὐνοϊκός, μὲ τὴ συγκατάνευση τοῦ φιλάνθρωπου Θεοῦ φθάσει στὸ ἴδιο τέλος τοῦ ἀγῶνος, ἀξίωσε νὰ ἔχει τὴν ίδια μὲ ἐμᾶς διαμονή. Ἂν βέβαια διαφυλαχθεῖ ἀβλαβὴς μὲ τὴ Χάρη τοῦ Χριστοῦ καὶ δοκιμασθεῖ στὸν κόσμο, παραγγέλλουμε νὰ ἀσχοληθεῖ αὐτὸς ἐλεύθερα μὲ τὸ μαρτύριό μας καὶ παρακαλοῦμε νὰ διαφυλάττει τὶς ἐντολὲς τοῦ Χριστοῦ, μὲ σκοπὸ νὰ μετέχει τῆς ἀπολαύσεως μαζὶ μὲ ἐμᾶς κατὰ τὴ μεγάλη ἡμέρα τῆς Ἀναστάσεως, ἐπειδὴ καὶ ὅσο εὑρισκόταν στὸν κόσμο ὑπέμεινε τὶς ἴδιες θλίψεις.

Γιατὶ ἡ εὐγνωμοσύνη πρὸς τὸν ἀδελφὸ ἀποβλέπει στὴ δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ, ἡ παρακοὴ ὅμως πρὸς τοὺς ὁμόφυλους καταπατᾶ τὴν ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ. Γιατὶ ἔχει γραφεῖ ὅτι: αὐτὸς ποὺ ἀγαπᾶ τὴν ἀδικία, μισεῖ τὴν ψυχή του.

2 Ἑπομένως ἀξιώνω ἀπὸ ἐσᾶς, ἀδελφὲ Κρισπίνε, καὶ παραγγέλω νὰ μείνετε μακριὰ ἀπὸ κάθε κοσμικὴ τρυφὴ καὶ πλάνη. Γιατὶ εἶναι ἐσφαλμένη καὶ ὄχι ἰσχυρὴ ἡ δόξα τοῦ κόσμου, ἡ ὁποία γιὰ λίγο μὲν ἀκμάζει καὶ πάλι μαραίνεται σὰν χόρτο, ἀφοῦ δέχεται τὸ τέλος πιὸ γρήγορα ἀπὸ τὴν ἀρχή. Νὰ θελήσετε ὅμως νὰ προσφύγετε στὸν φιλάνθρωπο Θεό, ὁ ὁποῖος παρέχει σὲ ὅσους προστρέχουν σὲ Αὐτὸν πλοῦτο ἀδιάκοπο, καὶ βραβεύει μὲ ζωὴ αἰώνια ὅσους πιστεύουν σὲ Αὐτόν.

Εἶναι ἡ στιγμὴ κατάλληλη γιὰ ὅσους θέλουν νὰ σώζονται καὶ γιὰ ὅσους δὲν τὸ ἀναβάλλουν γιὰ τὸ μέλλον, παρέχοντας ἄφθονη διορία γιὰ μετάνοια καὶ τὴ χωρὶς δισταγμὸ ἐνέργεια τῆς πολιτείας. Γιατὶ οἱ ἀλλαγὲς τῆς ζωῆς εἶναι ἀπρόοπτες. Ἀλλὰ ἂν ἔχεις γνώση, πρόσεξε μέσα σὲ αὐτὴ τὴ ζωὴ νὰ ἐμφανίσεις τὴν ὠφέλεια καὶ τὴν ἁγνότητα τοῦ σεβασμοῦ πρὸς τὸν Θεό, μὲ σκοπὸ ἀφοῦ γίνεις κύριος αὐτῆς νὰ ἐξαλείψεις τὸ χειρόγραφο κείμενο τῶν προπατορικῶν ἁμαρτημάτων: γιατὶ θὰ σὲ βρῶ σὲ αὐτό, ἐν τῷ μεταξὺ καὶ θὰ σὲ κρίνω.

Ἀσχοληθεῖτε, λοιπόν, σοβαρὰ μὲ τὶς ἐντολὲς τοῦ Χριστοῦ γιὰ νὰ εὑρεθεῖτε ἄμεμπτοι, μὲ σκοπὸ νὰ ἀποφύγετε τὸ ἀκοίμητο καὶ αἰώνιο πῦρ. Γιατὶ ὁ καιρὸς εἶναι περιορισμένος ἀπὸ παλιά, φωνάζει ἡ θεία φωνή.

Προπαντὸς λοιπὸν ἀποδώσατε τιμὴ στὴν ἀγάπη. Γιατὶ αὐτὴ μόνη τιμᾶ μὲ νόμο τὸ δίκαιο τῆς ἀδελφικῆς ἀγάπης ὑπακούοντας στὸν Θεό. Καὶ γιατὶ μέσῳ τοῦ ἀδελφοῦ ποὺ εἶναι ὁρατὸς τιμᾶται ὁ ἀόρατος Θεός. Καὶ τὰ λόγια αὐτὰ στρέφονται πρὸς τοὺς ὁμομήτριους ἀδελφούς, ἡ ἄποψη αὐτὴ ὅμως ἀπευθύνεται σὲ ὅλους τοὺς φιλόχριστους. Καὶ ἰσχυρίστηκε ὁ Ἅγιος Σωτήρας μας καὶ Θεὸς ὅτι ἐκεῖνοι εἶναι ἀδελφοί, ὄχι ὅσοι μετέχουν τῆς ἴδιας φύσεως, ἀλλὰ ὅσοι συνδέονται μὲ ἄριστες πράξεις, μὲ τὴν πίστη καὶ ἐκπληρώνουν τὸ θέλημα τοῦ Πατέρα μας ποὺ εὑρίσκεται στὸν οὐρανό.

3 Χαιρετίζουμε τὸν κύριό μας τὸν πρεσβύτερο Φίλιππο καὶ τὸν Προκλιανὸ καὶ τὸν Διογένη μαζὶ μὲ τὴν ἁγία Ἐκκλησία. Χαιρετίζουμε τὸν Μάξιμο μὲ τὴν Ἐκκλησία. Χαιρετίζουμε τὸν Δόμνο μὲ τοὺς συγγενεῖς του, τὸν Ἴλη τὸν πατέρα μας καὶ τὸν Οὐάλη μὲ τὴν Ἐκκλησία. Χαιρετίζω καὶ ἐγώ, ὁ Μελέτιος, τοὺς συγγενεῖς μου Λουτάνιο, Κρίσπο καὶ τὸν Γόρδιο μὲ τοὺς συγγενεῖς τους, τὸν Ἐλπίδιο μὲ τοὺς συγγενεῖς του, τὸν Ὑπερέχιο μὲ τοὺς συγγενεῖς του.

Χαιρετίζουμε καὶ ὅσους εὑρίσκονται στὸ χωριὸ Σαρείμ, τὸν πρεσβύτερο μὲ τοὺς συγγενεῖς του, τοὺς διακόνους μὲ τοὺς συγγενεῖς τους, τὸν Μάξιμο μὲ τοὺς συγγενεῖς του, τὸν Ἡσύχιο μὲ τοὺς συγγενεῖς του, τὸν Κυριακὸ μὲ τοὺς συγγενεῖς του. Χαιρετίζουμε ὅλους ὅσοι εὑρίσκονται στὸ Χαδουθὶ ὀνομαστικά. Ζαιρετίζουμε ὀνομαστικὰ ὅλους ὅσοι εὑρίσκονται στὴ Χαρισφώνη. Χαιρετίζω καὶ ἐγὼ ὁ Ἀέτιος τοὺς συγγενεῖς μου Μάρκο καὶ Ἀκυλίνα καὶ τὸν πρεσβύτερο Κλαύδιο καὶ τοὺς ἀδελφούς του Μάρκο, Τρύφωνα, Γόρδιο καὶ Κρίσπο καὶ τὶς ἀδελφές μου καὶ τὴ σύζυγό μου Δόμνα μὲ τὸ παιδί μου.

Χαιρετίζω καὶ ἐγὼ ὁ Εὐτύχιος ὅσους εὑρίσκονται στὰ Ξίμαρα, τὴ μητέρα μου Ἰουλία καὶ τοὺς ἀδελφούς μου Κύριλλο, Ροῦφο, Ρίγλο καὶ Κυρίλλα καὶ τὴ νύμφη μου Βασιλεία καὶ τοὺς διακόνους Κλαύδιο καὶ Ρουφίνο καὶ Πρόκλο. Χαιρετίζουμε καὶ τοὺς ὑπηρέτες τοῦ Θεοῦ, τὸν Σαπρίκιο, τὸν υἱὸ τοῦ Ἀμμωνίου, καὶ τὸν Γενέσιο, καὶ τὸν Σωσάννα μὲ τοὺς δικούς του.

Χαιρετίζουμε λοιπὸν ὅλους ἐσᾶς, ποὺ εἶστε κύριοί μας, ὅλοι ἐμεῖς οἱ σαράντα ἀδελφοὶ καὶ συγκρατούμενοι, ὁ Μελέτιος, ὁ Ἀέτιος, ὁ Εὐτύχιος, ὁ Κυρίων, ὁ Κάνδιδος, ὁ Ἀγγίας, ὁ Γάιος, ὁ Χουδίων, ὁ Ἡράκλειος, ὁ Ἰωάννης, ὁ Θεόφιλος, ὁ Σισίνιος, ὁ Σμάραγδος, ὁ Φιλοκτήμων, ὁ Γοργόνιος, ὁ Κύριλλος, ὁ Σεβηριανός, ὁ Θεόδουλος, ὁ Νίκαλλος, ὁ Φλάβιος, ὁ Ξάνθιος, ὁ Οὐαλέριος, ὁ Ἡσύχιος, ὁ Δομετιανός, ὁ Δόμνος, ὁ Ἡλιανός, ὁ Λεόντιος, ὁ ὀνομαζόμενος καὶ Θεόκτιστος, ὁ Εὐνοϊκὸς, ὁ Οὐάλης, ὁ Ἀκάκιος, ὁ Ἀλέξανδρος, ὁ Βικράτιος, ὁ ὀνομαζόμενος καὶ Βιβιανός, ὁ Πρίσκος, ὁ Σακέρδων, ὁ Ἐκδίκιος, ὁ Ἀθανάσιος, ὁ Λυσίμαχος, ὁ Κλαύδιος, ὁ Ἴλης, καὶ ὁ Μελίτων. Ἐμεῖς λοιπὸν οἱ σαράντα δοῦλοι τοῦ κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ ὑπογράψαμε μὲ τὸ χέρι τοῦ Μελετίου γιὰ τὸν καθένα ἀπὸ ἐμᾶς, καὶ ἐπικυρώσαμε ὅλα ὅσα ἐγράφησαν πρὶν, καὶ ἐφάνηκε καλὸ σὲ ὅλους ἐμᾶς. Μὲ τὴν ψυχή μας καὶ τὸ θεῖο πνεῦμα προσευχόμαστε νὰ τύχουμε ὅλοι τὰ αἰώνια ἀγαθὰ τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν Βασιλεία Του τώρα καὶ στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν».

Οἱ γονεῖς τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, ποὺ κατεῖχαν «κόνιν» καὶ τεμάχια τῶν ἱερῶν λειψάνων τῶν Ἁγίων Τεσσαράκοντα Μαρτύρων, ἀνήγειραν τὸν πρῶτο ναὸ στὴν Ἀνατολὴ εἰς τιμὴν τῶν Ἁγίων, ὅπου καὶ ἐτάφησαν, σὲ κτῆμα τους στὸν Πόντο.

Ναὸς ἀφιερωμένος στοὺς Ἁγίους Τεσσαράκοντα Μάρτυρες ὑπῆρχε στὴν περιοχὴ Μέση τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ποὺ εἶχε ἀνεγερθεῖ ἀπὸ τὸν αὐτοκράτορα Τιβέριο Α’ (579 – 582 μ.Χ.) καὶ συμπληρωθεῖ ἀπὸ τὸν αὐτοκράτορα Μαυρίκιο (582 – 602 μ.Χ.). Τὸ ναὸ κατεκόσμησε ὁ Ἀνδρόνικος ὁ Κομνηνός (1183 – 1185 μ.Χ.). Στὸ ναὸ αὐτὸ ἐλειτουργοῦνταν κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς μνήμης τῶν Ἁγίων Μαρτύρων οἱ αὐτοκράτορες. Ἄλλοι ναοὶ ὑπῆρχαν α) στὸ παλάτι, καὶ ὁ ὁποῖος πανηγύριζε στὶς 27 Αὐγούστου, β) στὴ νῆσο Πλάτη, ἢ Πλατεία, γ) στὴ μονὴ τῆς Χώρας, δ) στὴν Ἔμμεσα τῆς Συρίας.
Ἡ Σύναξη αὐτῶν ἐτελεῖτο στὸ ἁγιότατο Μαρτύριό τους πλησίον τοῦ Χαλκοῦ Τετραπύλου.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

Ἀπολυτίκιο. Ἦχος γ’. θείας πίστεως.

Θείῳ Πνεύματι, συγκροτηθέντες, δῆμος ὤφθητε, τροπαιοφόρος, Ἀθλοφόροι Χριστοῦ Τεσσαράκοντα· διὰ πυρὸς γὰρ καὶ ὕδατος ἔνδοξοι, δοκιμασθέντες λαμπρῶς ἐδοξάσθητε. Ἀλλ' αἰτήσασθε, Τριάδα τὴν Ὑπερούσιον, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

 

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον. Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Τοὺς γενναίους ὁπλίτας τοῦ τῶν ὅλων δεσπόζοντος, τοὺς συγκροτηθέντας ἐν πίστει, ὁμοφώνος τιμήσωμεν· Χριστῷ γὰρ στρατευθέντες εὐσεβῶς, δι’ ὕδατος διῆλθον καὶ πυρός, καὶ πρὸς θείαν εἰσέλθοντες ἀναψυχήν, προΐστανται τῶν βοώντων· δόξα τῷ ἐνισχύσαντι ὑμᾶς, δόξα τῷ στεφανώσαντι, δόξα τῷ θαυμαστώσαντι ὑμᾶς, Τεσσαράκοντα Μάρτυρες.

 

Κοντάκιον. Ἦχος πλ. β’. Τὴν ὑπὲρ ἡμῶν.

Πᾶσαν στρατιὰν, τοῦ κόσμου καταλιπόντες, τῷ ἐν οὐρανοῖς Δεσπότῃ προσεκολλήθητε, Ἀθλοφόροι Κυρίου Τεσσαράκοντα· διὰ πυρὸς γὰρ καὶ ὕδατος, διελθόντες μακάριοι, ἐπαξίως ἐκομίσασθε, δόξαν ἐκ τῶν οὐρανῶν, καὶ στεφάνων πληθύν.

 

Ἕτερον Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ’. Τῇ ὑπερμάχῳ.

Συντεταγμένοι εὐσεβείᾳ καὶ στερρότητι

Μαρτυρικῶς τὸν δυσμενῆ ἐθριαμβεύσατε,

Τεσσαράκοντα γενναῖοι Χριστοῦ ὁπλῖται·

Ἀλλ’ ὡς σύμμορφοι ἐν ἄθλοις καὶ ἐν χάριτι,

Ἐν ἀγάπῃ καὶ εἰρήνῃ συντηρήσατε
Τοὺς κραυγάζοντας, χαίροις ἅγιον σύνταγμα.

 

Μεγαλυνάριον.
Τὸ τετραδεκάριθμον καὶ λαμπρόν, σύνταγμα τοῦ Λόγου, εὐφημήσωμεν ἐν ᾠδαῖς· κρύει καὶ πυρὶ γάρ, στερρῶς δοκιμασθέντες, ἐστέφθησαν ἀξίως, οἱ Τεσσαράκοντα.

Ὁ Ἅγιος Οὐρπασιανὸς ὁ Μάρτυρας

Ὁ Ἅγιος Μάρτυρας Οὐρπασιανὸς ἦταν συγκλητικὸς καὶ μαρτύρησε μεταξὺ τῶν ἐτῶν 286 – 305 μ.Χ. ἐπὶ αὐτοκράτορα Μαξιμιανοῦ.

Ὡς συγκλητικὸς ἀκολούθησε τὸν βασιλέα στὴν Νικομήδεια σὰν κρυφὸς Χριστιανός. Κάποια μέρα ὁ Μαξιμιανός, ἐπάνω στὴν μανία του κατὰ τῶν Χριστιανῶν, κάλεσε ὅλους τοὺς ἄρχοντες καὶ συγκλητικοὺς στὰ ἀνάκτορα τῆς Νικομήδειας καὶ τοὺς εἶπε: «Ἐὰν κάποιος ἀπὸ ἐσᾶς εἶναι Χριστιανὸς καὶ μένει ἀμετανόητος, ἂς λύσει ἐνώπιον ὅλων τὴν ζώνη του καὶ ἂς ἀποχωρήσει ἀπὸ τὰ ἀνάκτορα, διότι ἡ πόλη αὐτὴ ἀπὸ τούς προγόνους της διδάχθηκε νὰ λατρεύει τοὺς θεοὺς καὶ ὄχι ἕναν Θεὸ καὶ τοῦτον ἐσταυρωμένο».

Τότε ὁ Οὐρπασιανὸς σηκώθηκε καὶ ἔριξε κατὰ πρόσωπο τοῦ βασιλέως τὴν χλαμύδα καὶ τὴν ζώνη του λέγοντας πρὸς τὸν αὐτοκράτορα: «Λάβε τὴν ζώνη καὶ τὴν τιμὴ καὶ τὴν δόξα. Ἐγὼ σήμερα στρατεύομαι μὲ τὸν ἐπουράνιο καὶ ἀθάνατο Βασιλέα».

Μόλις ὁ Μαξιμιανὸς ἄκουσε αὐτὰ τὰ λόγια, ἀλλοιώθηκε στὸ μυαλὸ καὶ ἔμεινε ἐμβρόντητος. Μόλις συνῆλθε ἀπὸ τὴν ταραχὴ καὶ τὴν ἔκπληξη, διέταξε νὰ κρεμάσουν τὸν Μάρτυρα, νὰ τοῦ ξεσκίσουν τὶς σάρκες καὶ νὰ τὸν κλείσουν στὴ φυλακή, μήπως καὶ ἀλλάξει. Ὅμως ὁ Ἅγιος Οὐρπασιανὸς ἔμενε σταθερὸς στὴν πίστη του. Τότε τὸν ἔκλεισαν σὲ σιδερένιο κλουβὶ καὶ τὸν ἔκαψαν μέσα ἐκεῖ ζωντανό. Ἀφοῦ κάηκαν οἱ σάρκες καὶ τὰ ὀστὰ τοῦ Ἁγίου, ὁ Μαξιμιανὸς διέταξε νὰ τὰ συλλέξουν καὶ νὰ τὰ ρίξουν στὴν θάλασσα.
Ἔτσι μαρτύρησε ὁ Ἅγιος Οὐρπασιανὸς καὶ ἔλαβε τὸ ἁμαράντινο στέφανο τῆς δόξας τοῦ Θεοῦ ἀψηφώντας τὴν δόξα τοῦ κόσμου καὶ τὶς βασάνους.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

Ὁ Ἅγιος Καισάριος 

Ὁ Ἅγιος Καισάριος γεννήθηκε ἀπὸ τὸν Ἅγιο Γρηγόριο καὶ τὴν Ἁγία Νόννα καὶ ἦταν ἀδελφὸς τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου. Σπούδασε στὴν Ἀλεξάνδρεια καὶ στὴν συνέχεια μετέβη στὴν Κωνσταντινούπολη, ὅπου ἄσκησε τὸ ἐπάγγελμα τοῦ ἰατροῦ. Τόση ἦταν ἡ φήμη του, ὥστε προσλήφθηκε ὡς ἰατρὸς τῶν ἀνακτόρων. Ὁ ἀδελφός του Ἅγιος Γρηγόριος, μετὰ τὸ πέρας τῶν σπουδῶν του στὴν Ἀθήνα, ἦλθε μεταξὺ τῶν ἐτῶν 358 – 360 μ.Χ. στὴν Κωνσταντινούπολη, ὅπου συνάντησε τὸν Καισάριο καὶ ἔτσι ἐπέστρεψαν μαζὶ καὶ οἱ δυὸ ἀδελφοὶ στὴν ἰδιαίτερή τους πατρίδα, τὴ Ναζιανζό. Ἀλλὰ ὁ Καισάριος ἐπέστρεψε καὶ πάλι στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ προσλήφθηκε ὡς ἰατρὸς τῆς βασιλικῆς αὐλῆς. Τὴ θέση αὐτὴ διατήρησε καὶ μετὰ τὴν ἀνάρρηση στὸν αὐτοκρατορικὸ θρόνο, τὸ ἔτος 361 μ.Χ., τοῦ Ἰουλιανοῦ τοῦ Ἀποστάτου. Ὁ Καισάριος, ποὺ εἶχε ἀνατραφεῖς χριστιανοπρεπῶς, δὲν ἦταν δυνατὸν νὰ ἐπηρεαστεῖ ἀπὸ τὸν χριστιανομάχο Ἰουλιανό, ὥστε νὰ ἐνδώσει στὶς παροτρύνσεις καὶ τὶς πιέσεις πρὸς ἄρνηση τῆς χριστιανικῆς πίστεως καὶ ἐπέστρεψε στὴν γενέτειρά του. Ἀλλὰ καὶ πάλι, μετὰ τὸν θάνατο τοῦ Ἰουλιανοῦ, τὸ ἔτος 363 μ.Χ., ἐπανῆλθε στὴν πρωτεύουσα τοῦ Βυζαντίου. Ἐπὶ αὐτοκράτορα δὲ Οὐάλεντος (364 – 378 μ.Χ.) καὶ Οὐαλεντινιανοῦ (364 – 374 μ.Χ.) διορίστηκε ἐπιμελητὴς θησαυρῶν καὶ ταμίας τῶν δημοσίων χρημάτων στὴ Νίκαια τῆς Βιθυνίας.
Ἐκεῖ, στὴ Βιθυνία, σώθηκε ὡς ἐκ θαύματος, στὸν σεισμὸ ποὺ ἔγινε τὸ ἔτος 368 μ.Χ. καὶ μετὰ ἀπὸ λίγο κοιμήθηκε ὁσίως μὲ εἰρήνη τὸ ἴδιο ἔτος ἢ στὶς ἀρχὲς τοῦ 369 μ.Χ. Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος ὁμιλεῖ στὰ ἔργα του γιὰ τὴν εὐσέβεια καὶ τὴ σωφροσύνη τοῦ Ἁγίου Καισαρίου.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

Οἱ Ἅγιοι πάππος, μάμμη, πατέρας, μητέρα καὶ τὰ δύο τέκνα αὐτῶν οἱ Μάρτυρες 

Οἱ Ἅγιοι αὐτοὶ Μάρτυρες τελειώθηκαν διὰ ξίφους. Δὲν ἔχουμε περισσότερες λεπτομέρειες ἀπὸ τὸν βίο τῶν Ἁγίων.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

Ὁ Ὅσιος Βιτάλιος ἐκ Σικελίας 

Ὁ Ὅσιος Βιτάλιος γεννήθηκε στὴν πόλη Καστρόνοβο τῆς Σικελίας κατὰ τὸν 10ο αἰώνα μ.Χ. ἀπὸ γονεῖς εὔπορους καὶ εὐσεβεῖς, τὸν Σέργιο καὶ τὴν Χρυσονίκη, οἱ ὁποῖοι φρόντισαν γιὰ τὴν κατὰ Θεὸν ἀνατροφή του καὶ τὴν παιδεία του.

Ὁ Ὅσιος ἀπὸ νεαρὴ ἡλικία ἀγάπησε τὸν Χριστὸ καὶ τὴν μοναχικὴ πολιτεία, γι’ αὐτὸ καὶ ἔφυγε στὴ μονὴ τοῦ Ἁγίου Φιλίππου στὴν Ἄγκυρα. Ἐκεῖ ἐκάρη μοναχὸς καὶ ἔλαβε τὸ ἀγγελικὸ σχῆμα ζωντας μὲ ἄσκηση καὶ προκόπτοντας στὴν ἀρετὴ ἐπὶ δεκαπέντε χρόνια.

Κατὰ τὴν διάρκεια τῶν χρόνων αὐτῶν ἐπισκέφθηκε γιὰ προσκύνημα τὴν Ρώμη, τὴν Καλαβρία καὶ ἄλλους ἱεροὺς τόπους. Τελικὰ ἐπέστρεψε στὴν Καλαβρία καὶ ἀσκήτεψε στὸ ὄρος τοῦ Λιποράχου. Ἐκεῖ συνάντησε τὸν ἀσκητὴ Ἀντώνιο καὶ ἔζησε μαζί του γιὰ λίγο χρόνο. Στὴν συνέχεια μετακινεῖται ἀπὸ ὄρος σὲ ὄρος, γιὰ νὰ καταλήξει στὴ μονὴ τοῦ Ἁγίου Ἠλία.

Μετὰ τὴν πάροδο ἀρκετοῦ χρόνου, πηγαίνει σὲ ἕνα σπήλαιο μεταξὺ τῶν ὀρέων Τοῦρρι καὶ Ἀρμέντο. Ὁ Ὅσιος ἀγωνίζεται μέρα καὶ νύκτα προσευχόμενος καὶ φθάνει σὲ πνευματικὰ ὕψη. Ἀκόμη καὶ τὰ ἄγρια θηρία τοῦ βουνοῦ τὸν πλησιάζουν ἤρεμα, γιὰ νὰ λάβουν τὴν εὐλογία του.

Ἐκεῖ τὸν ἐπισκέπτεται καὶ ὁ Ὅσιος Λουκᾶς τοῦ Ντέμενα τῆς Σικελίας ( 13 Ὀκτωβρίου), μαζὶ μὲ τὸν ὁποῖο συζητοῦν πνευματικὰ θέματα καὶ προσεύχονται.

Ἀργότερα ὁ Ὅσιος μεταβαίνει στὸ Μπάρι καὶ μαζὶ μὲ τὸν ἀνεψιό του Ἠλία καταλήγει στὸ ὄρος Τοῦρρι, ὅπου κτίζει μία ἐκκλησία. Τελικὸς σταθμὸς τοῦ Ὁσίου Βιταλίου εἶναι ἡ περιοχὴ τῆς Ράπολλα, στὴν ὁποία ἀνήγειρε μονή. Σὲ αὐτὴν διῆλθε τὸ ὑπόλοιπο τοῦ ἀσκητικοῦ βίου του, συγκεντρώνοντας γύρω του πλῆθος μοναχῶν.
Ὁ Ὅσιος Βιτάλιος κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 994 μ.Χ.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

Ὁ Ὅσιος Κλεόπας ἐκ Ρωσίας 

Ὁ Ὅσιος Κλεόπας ἦταν μαθητὴς τοῦ Ὁσίου Παϊσίου Βελιτσκόφσκυ ( 15 Νοεμβρίου) καὶ κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 1778.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

Σύναξις Ὑπεραγίας Θεοτόκου «τοῦ Ἔνσαρκου Λόγου» ἐν Ἀλμπαζὶν τῆς Ρωσίας 

Δὲν ἔχουμε λεπτομέρειες γιὰ τὸ γεγονός.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

Ὁ Ὅσιος Θεοφύλακτος καταγόταν ἀπὸ τὴν Ἀνατολὴ καὶ ἔζησε κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Λέοντος τοῦ Δ’ (775 – 780 μ.Χ.). Λόγω τῆς μεγάλης του παιδείας καὶ πρὸς συνέχιση τῶν σπουδῶν του ἦλθε στὴν Κωνσταντινούπολη, ὅπου γρήγορα ἀπέκτησε φήμη σοφοῦ καὶ δημιούργησε φιλικὲς σχέσεις μὲ ἀνώτερους κρατικοὺς λειτουργοὺς καὶ ἀξιωματούχους, καθὼς καὶ μὲ τὸν μετέπειτα Πατριάρχη Ταράσιο, ποὺ ἦταν τότε πρωτοσηκρίτης.

‘Όταν τὸ ἔτος 784 μ.Χ. ἐξελέγη Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως ὁ Ταράσιος, εἰς διαδοχὴ τοῦ Πατριάρχου Παύλου, ὁ Ὅσιος Θεοφύλακτος μαζὶ μέ τὸν Μιχαήλ, ποὺ ἀργότερα ἔγινε Ἐπίσκοπος Συνάδων, ἀπεστάλησαν ἀπὸ τὸν Ταράσιο σὲ κάποια μονὴ τοῦ Εὔξεινου Πόντου. Λίγο ἀργότερα, πιθανὸν περὶ τὸ ἔτος 800 μ.Χ., ἐξελέγη Ἐπίσκοπος Νοκομήδειας. Ἀπὸ τὴ θέση αὐτὴ ὁ Ὅσιος Θεοφύλακτος διέπρεψε σὲ ἔργα ἐκκλησιαστικῆς φιλανθρωπίας καὶ κοινωνικῆς πρόνοιας. Ἀνήγειρε ναούς, τὸ μέγα νοσοκομεῖο τῶν Ἁγίων Ἀναργύρων Κοσμᾶ καὶ Δαμιανοῦ, γηροκομεῖα, πτωχοκομεῖα καὶ δημιούργησε λογία γιὰ τὶς ἄπορες χῆρες καὶ τὰ ὀρφανά. Μάλιστα δὲ ὁ ἴδιος διακονοῦσε καὶ περιποιόταν τοὺς πάσχοντες ἀδελφούς του.

Ὅταν πέθανε ὁ Πατριάρχης Ταράσιος, ἐξελέγη στὸν Πατριαρχικὸ θρόνο ὁ Ἅγιος Νικηφόρος Α’ (806 – 815 μ.Χ.). Στὴ βασιλεία ὑπερίσχυσε ὁ Λέων Ε’ ὁ Ἀρμένιος (813 – 820 μ.Χ.), ὁ ὁποῖος κινήθηκε κατὰ τῶν ἁγίων εἰκόνων. Τότε παρέλαβε ὁ Ἅγιος Νικηφόρος τὸν Ὅσιο Θεοφύλακτο, τὸν Ἅγιο Αἰμιλιανὸ Κυζίκου, τὸν Ἅγιο Εὐθύμιο Σάρδεων, τὸν Εὐδόξιο Ἀμορίου, τὸν Ἅγιο Μιχαὴλ Συνάδων καὶ τὸν Ἅγιο Ἰωσὴφ Θεσσαλονίκης, ἀνέβηκε στὸ παλάτι καὶ ἔλεγξε μὲ εἰκονογραφικὰ χωρία τὸν αὐτοκράτορα γιὰ τὰ δυσσεβὴ διδάγματα καὶ τὴν εἰκονομαχική του διάθεση. Ἐπειδὴ ὁ αὐτοκράτορας ἔμενε ἀμετάπειστος, ὁ Ὅσιος Θεοφύλακτος ἔλαβε τὸν λόγο καὶ τοῦ εἶπε μὲ παρρησία: «Γνωρίζω ὅτι καταφρονεῖς τὴν ἀνοχὴ καὶ μακροθυμία τοῦ Θεοῦ. Ἀλλὰ θὰ ἔλθει σὲ σένα ξαφνικὰ ὄλεθρος καὶ ἡ καταστροφὴ θὰ εἶναι ὅμοια μὲ καταιγίδα».

Ὁ αὐτοκράτορας ἐξαγριώθηκε καὶ τοὺς καταδίκασε ὅλους σὲ ἐξορία. Τὸν μὲν Πατριάρχη Νικηφόρο στὴ Χρυσούπολη, τοὺς ἄλλους Ἀρχιερεῖς σὲ διαφορετικὰ μέρη καὶ τὸν Ὅσιο Θεοφύλακτο στὸ Στρόβιλο, ὅπου ἐπὶ τριάντα ἔτη παρέμεινε μὲ καρτερία καὶ ἐκεῖ κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 845 μ.Χ.

Μετὰ τὴν κατάπαυση τοῦ διωγμοῦ, ἐπὶ τῆς εὐσεβεστάτης βασιλίσσης Θεοδώρας (842 – 857 μ.Χ.) καὶ τοῦ Πατριάρχου Μεθοδίου (842 – 846 μ.Χ.), τὸ ἱερὸ σκήνωμα αὐτοῦ ἀνακομίσθηκε στὴ Νικομήδεια, τὸ ἔτος 846 μ.Χ. καὶ ἐναποτέθηκε στὸ ναὸ τῶν Ἁγίων Ἀναργύρων Κοσμᾶ καὶ Δαμιανοῦ, ποὺ ὁ ἴδιος εἶχε οἰκοδομήσει.

Ὁ Ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης ἀποκαλεῖ τὸν Ὅσιο Θεοφύλακτο στῦλο ἀληθείας, Ὀρθοδοξίας ἑδραίωμα, φύλακα τῆς εὐσεβείας, στήριγμα τῆς Ἐκκλησίας.
Μικρὸς ναὸς τοῦ Ὁσίου Θεοφύλακτου ἀνεγέρθη στὸ παλάτι κατὰ τὸν 10ο αἰώνα μ.Χ. ἴσως ἐπὶ αὐτοκράτορα Ρωμανοὺ Α’ τοῦ Λεκαπηνοῦ (920 – 944 μ.Χ.), πατέρα τοῦ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Θεοφυλάκτου (931 – 956 μ.Χ.)

Πηγή: http://www.synaxarion.gr  

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Φύλαξ ἄγρυπνος, τῆς Ἐκκλησίας, καὶ καθαίρεσις, τῆς δυσσεβείας, Ἱεράρχα Θεοφύλακτε πέφηνας· τοῦ γὰρ Χριστοῦ τὴν Εἰκόνα σεβόμενος, ὑπερορίας καὶ θλίψεις ὑπέμεινας· Πάτερ Ὅσιε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

 

Κοντάκιον. Ἦχος β’. Τοὺς ἀσφαλεῖς.
Ὡς ἀρραγῆ, Ὀρθοδοξίας πρόμαχον, καὶ ἰσχυρόν, κακοδοξίας ἔλεγχον, εὐφημοῦμεν καὶ βοῶμέν σοι, Ἱερομύστα Θεοφύλακτε· Ἐκ πάσης ἐπηρείας διαφύλαττε, τοὺς πίστει ἑορτάζοντας τὴν μνήμην σου, πρεσβεύων σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

 

Μεγαλυνάριον.
Ὡς θησαυροφύλακι ἱερῷ, τῶν θεοτυπώτων, παραδόσεων καὶ θεσμῶν, χαῖρέ σοι βοῶμεν, ψυχῆς ἐν εὐφροσύνῃ, Πατέρων χαῖρε δόξα, ὦ Θεοφύλακτε.

Ὁ Ἅγιος Ἑρμῆς ὁ Ἀπόστολος 

Ὁ Ἀπόστολος Ἑρμῆς μνημονεύεται στὴν πρὸς Ρωμαίους Ἐπιστολὴ τοῦ Ἀποστόλου Παύλου. Κατὰ τὴν παράδοση ἔγινε Ἐπίσκοπος Δαλματίας. Στὸ Συναξάριον τῆς Κωνσταντινουπόλεως καλεῖται Ἔρμυλος. Στὸν Παρισινὸ Κώδικα ἡ μνήμη αὐτοῦ ἀναφέρεται στὶς 8 Ἀπριλίου μετὰ τῶν Ἀποστόλων Ἀγάβου, Ἀσυγκρίτου, Ἐπαφρᾶ, Ἡρωδίωνος, Ρούφου καὶ Φλέγοντος.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ἅγιος Κύριλλος ὁ Ἱερομάρτυρας 

Ὁ Ἅγιος Ἱερομάρτυρας Κύριλλος, σύμφωνα μὲ τὸ Ρωμαϊκὸ Μαρτυρολόγιο, ἦταν Ἐπίσκοπος καὶ μαρτύρησε στὴν Ἀφρικὴ κατ’ ἄγνωστο χρόνο.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Οἱ Ἅγιοι Φηλικίτη, Ἑρένια, Ρογάτος, Φίλιξ, Ρογάτος, Βεάτος, Οὐρβανός, Σιλβάνος καὶ Μάμμιλος οἱ Μάρτυρες

Οἱ Ἅγιοι αὐτοὶ μάρτυρες, ποὺ ἀναφέρονται στὸ Ρωμαϊκὸ Μαρτυρολόγιο, μαρτύρησαν κατ’ ἄγνωστο χρόνο στὴν Ἀφρική.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ἅγιος Δίων ὁ Μάρτυρας 

Ὁ Ἅγιος Μάρτυρας Δίων τελειώθηκε διὰ μάχαιρας. Δὲν ἔχουμε περισσότερες λεπτομέρειες γιὰ τὸν βίο τοῦ Ἁγίου Μάρτυρα.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Ὁ Ὅσιος Δομέτιος 

 

Ὁ Ὅσιος Δομέτιος κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 363 μ.Χ. Δὲν ἔχουμε περισσότερες λεπτομέρειες γιὰ τὸν βίο τοῦ Ὁσίου.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

 

Ὁ Ὅσιος Παῦλος ὁ Ὁμολογητής 

Ὁ Ὅσιος Παῦλος ἔζησε κατὰ τὰ τέλη τοῦ 8ου αἰώνα καὶ τὶς ἀρχὲς τοῦ 9ου αἰώνα μ.Χ. καὶ ἐξελέγη Ἐπίσκοπος Πλουσιάδος ἢ Προυσιάδος τῆς Βιθυνίας, τῆς καλουμένης πρὶν Κίερος.
Ὅταν ὁ Ὅσιος εἶδε τοὺς αἱρετικοὺς εἰκονομάχους νὰ μαίνονται κατὰ τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ καὶ νὰ ἀνατρέπουν τὴν ὀρθὴ ἐκτέλεση τῶν θεσμῶν καὶ τὶς μορφὲς τῶν Ἁγίων, νὰ καταστρέφουν τὰ ἀνάγλυφα τῶν σεπτῶν εἰκόνων καὶ νὰ τὶς ἀπαλείφουν ἀπὸ τοὺς ἅγιους ναούς, νὰ ζωγραφίζουν ἀντὶ αὐτῶν μορφὲς θηρίων καὶ ὀρνέων καὶ ἑρπετῶν καὶ νὰ ἀνατρέπουν τὶς παραδόσεις τῶν θείων Πατέρων, ἀγωνίσθηκε μὲ ἱερὸ ζῆλο κατὰ τῆς αἱρέσεως καὶ ὑπὲρ τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως, ἐπιλέγοντας καταπονήσεις ὑπὲρ τῶν ἁγίων εἰκόνων καὶ ὑπὲρ τοῦ ἰδίου τοῦ Χριστοῦ καὶ Θεοῦ μας καὶ τῆς Παναγίας μας, τῶν θείων στὴ μορφὴ Ἀγγέλων καὶ ὅλων τῶν Ἁγίων. Γι’ αὐτὸ ἀφοῦ ὑπέμεινε πολλοὺς πειρασμοὺς γιὰ πολλὰ χρόνια καὶ ἀφοῦ μέχρι τέλους ἀγωνίσθηκε καλῶς, κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Οἱ Ὅσιοι Λάζαρος καὶ Ἀθανάσιος ἐκ Ρωσίας 

Οἱ Ὅσιοι Λάζαρος καὶ Ἀθανάσιος ἔζησαν μεταξὺ 14ου καὶ 15ο αἰώνα μ.Χ. στὴ Ρωσία καὶ ἀσκήτεψαν στὴν περιοχὴ Μούρμανκ. Κοιμήθηκαν ὁσίως μὲ εἰρήνη.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr 

Σύναξις Ὑπεραγίας Θεοτόκου τοῦ Σημείου ἐν Κοὺρσκ τῆς Ρωσίας 

Πρόκειται γιὰ ἀντίγραφο τῆς εἰκόνας τῆς Θεοτόκου τοῦ Σημείου στὸ Κοὺρκ τῆς Ρωσίας. Δὲν ἔχουμε περισσότερες λεπτομέρειες γιὰ τὸ γεγονός.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr