Blue Flower

Τὸ γεγονὸς τῆς Ὑπαπαντῆς, ποὺ ἐξιστορεῖ ὁ Εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς στὸ β’ κεφάλαιο τὸ Εὐαγγελίου του, συνέβη σαράντα ἡμέρες μετὰ τὴν γέννηση τοῦ Ἰησοῦ. Σύμφωνα μὲ τὸν Μωσαϊκὸ Νόμο, ἂν τὸ πρῶτο παιδὶ τῆς οἰκογένειας ἦταν ἀγόρι, ἀφιερωνόταν στὸν Θεὸ καὶ συγχρόνως προσφερόταν γιὰ θυσία ἕνας ἀμνὸς ἢ ἕνα ζευγάρι τρυγόνια ἢ δυὸ μικρὰ περιστέρια. Τὸ γράμμα τῶν ἐντολῶν αὐτῶν πληροῦντες ὁ Ἰωσὴφ καὶ ἡ Παρθένος Μαρία, ἀνῆλθαν τὴν τεσσαρακοστὴ ἡμέρα ἀπὸ τῆς γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ στὸ ναὸ τῶν Ἱεροσολύμων, γιὰ νὰ προσφέρουν τὸν Ἰησοῦ στὸν Θεὸ καὶ νὰ δώσουν τὴν θυσία περὶ καθαρισμοῦ. Τὸ ζευγάρι ὑποδέχθηκε στὸ ναὸ ὁ ὑπερήλικας Προφήτης Συμεών, ὁ ὁποῖος δέχθηκε τὸν Ἰησοῦ στὴν ἀγκαλιά του φωτισμένος ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, ἔχοντας λάβει ἀποκάλυψη ἀπὸ Αὐτὸ ὅτι δὲν θὰ ἀπέθνησκε πρωτοῦ δεῖ Ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖο ὁ Κύριος καὶ Θεὸς ἔχρισε Βασιλέα καὶ Σωτῆρα τοῦ κόσμου.
Ἡ ἑορτὴ εἰσήχθηκε πρῶτα στὴν Δύση πρὸς κατάργηση τῶν τελουμένων εἰδωλολατρικῶν ἑορτῶν, κατὰ τὶς ἀρχὲς τοῦ Φεβρουαρίου, πρὸς τιμὴν τοῦ Πανός, ὡς καθαρῶς θεομητορικὴ ἑορτή. Ἀργότερα καθιερώθηκε καὶ στὴν Ἀνατολή. Κατὰ μὲν τὸν Γεώργιο Κεδρηνὸ ἡ ἑορτὴ εἰσήχθηκε ἐπὶ τοῦ αὐτοκράτορα Ἰουστινιανοῦ τοῦ Α’ (518 – 527 μ.Χ.), κατὰ δὲ τὸ Νικηφόρο Κάλλιστο ὁ μέγας Ἰουστινιανὸς (525 – 565 μ.Χ.) διέταξε, τὸ 542 μ.Χ., νὰ ἑορτάζεται ἡ Ὑπαπαντὴ τοῦ Σωτῆρος σὲ ὅλη τὴ γῆ. Ἐπειδὴ ὅμως διασώζονται σήμερα λόγοι – ὁμιλίες στὴν ἑορτὴ τῆς Ὑπαπαντῆς, ποὺ χρονολογοῦνται πολὺ πρὶν ἀπὸ τὸν 6ο αἰῶνα μ.Χ., εἰκάζεται ὅτι ὁ αὐτοκράτορας Ἰουστίνος εἰσήγαγε τὴν ἑορτὴ στὴν Κωνσταντινούπολη. Ἡ ἑορτὴ τῆς Ὑπαπαντῆς, στὴν Κωνσταντινούπολη, ἐτελεῖτο στὸ ναὸ τῶν Βλαχερνῶν, ὅπου παρευρίσκονταν καὶ οἱ βασιλεῖς.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος α’.
Χαῖρε Κεχαριτωμένη Θεοτόκε Παρθένε· ἐκ σοῦ γὰρ ἀνέτειλεν ὁ Ἥλιος τῆς δικαιοσύνης, Χριστὸς ὁ Θεὸς ἡμῶν, φωτίζων τοὺς ἐν σκότει. Εὐφραίνου καὶ σὺ Πρεσβῦτα δίκαιε, δεξάμενος ἐν ἀγκάλαις τὸν ἐλευθερωτὴν τῶν ψυχῶν ἡμῶν, χαριζόμενον ἡμῖν καὶ τὴν Ἀνάστασιν.

 

Κοντάκιον. Ἦχος α’.
Ὁ μήτραν παρθενικὴν ἁγιάσας τῷ τόκῳ σου, καὶ χεῖρας τοῦ Συμεὼν εὐλογήσας ὡς ἔπρεπε, προφθάσας καὶ νῦν ἔσωσας ἡμᾶς, Χριστὲ ὁ Θεός. Ἀλλ’ εἰρήνευσον ἐν πολέμοις τὸ πολίτευμα, καὶ κραταίωσον βασιλεῖς οὓς ἠγάπησας, ὁ μόνος φιλάνθρωπος.

 

Μεγαλυνάριον.
Σήμερον ἡ Πάναγνος Μαριάμ, τῷ Ναῷ προσάγει, ὥσπερ βρέφος τὸν Ποιητήν, ὃν ἐν ταῖς ἀγκάλαις, ὁ Πρέσβυς δεδεγμένος, Θεὸν αὐτὸν κηρύττει, κἂν σάρκα εἴληφε.

Ὁ Ἅγιος Ἀγαθόδωρος ὁ Μάρτυρας 

Ὁ Ἅγιος Ἀγαθόδωρος συνελήφθη σὲ νεαρὴ ἡλικία καὶ ὁδηγήθηκε στὸν ἄρχοντα τῆς πόλης τῶν Τυάνων τῆς Καππαδοκίας, ἐπειδὴ ἦταν Χριστιανός. Ἐνώπιον τοῦ ἡγεμόνος ὁμολόγησε τὴν ἀγάπη του στὸν Ἅγιο Θεό. Ὁ ἡγεμόνας τότε ἔδωσε ἐντολὴ νὰ τὸν βασανίσουν. Πρῶτα τοῦ καταξέσκισαν τὸ σῶμα μὲ σιδερένια νύχια, ἔπειτα τὸν ἔβαλαν πάνω σὲ πυρακτωμένη σχάρα καὶ τοῦ κατέκαψαν τὸ καταπληγωμένο σῶμα, στὴν συνέχεια τοῦ ἔκοψαν μὲ μαχαῖρι τὴν γλῶσσα, κατόπιν τοῦ ἔσπασαν τὰ δόντια, ἔπειτα τοῦ συνέτριψαν μὲ ρόπαλα τὶς κνῆμες καὶ τὰ σκέλη καὶ τελικὰ τοῦ τρύπησαν τὰ μηνίγγια μὲ πυρακτωμένα σουβλιά.
Ἔτσι, ὁ Ἅγιος Μάρτυς Ἀγαθόδωρος μαρτύρησε καὶ ἔλαβε τὸ ἁμαράντινο στεφάνι τῆς δόξας.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

 

Ὁ Ἅγιος Ἰορδάνης ὁ Νεομάρτυρας 

Ἅγιος Ἰορδάνης, καταγόταν ἀπὸ τὴν Καππαδοκία καὶ μετὰ τὸν γάμο του ἐγκαταστάθηκε στὸ Γαλατᾶ τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Σὲ κάποια διασκέδασή του μὲ Ὀθωμανοὺς συμπατριῶτες του καὶ κατὰ τὴν διάρκεια ἑνὸς παιχνιδιοῦ, κάποιος συμπαίκτης βλασφήμησε τὸν Ἅγιο Νικόλαο. Ἀμέσως ὁ Ἰορδάνης ἀπάντησε τὸ ἴδιο κοροϊδευτικὰ εἰς βάρος τοῦ Μωάμεθ. Τὴν ἑπόμενη ἡμέρα, καταγγέλθηκε ὡς ὑβριστὴς τῆς μουσουλμανικῆς θρησκείας καὶ ὁδηγήθηκε στὸν βεζίρη, ὁ ὁποῖος τὸν πίεσε νὰ ἀλλαξοπιστήσει γιὰ νὰ ἀποφύγει τὴν τιμωρία. Παρὰ τὶς ἀπειλὲς καὶ τὶς δελεαστικὲς προτάσεις, ἀκόμη καὶ νὰ ὁμολογήσει μὲν φανερὰ ὅτι ἀσπάζεται τὸν Μουσουλμανισμὸ καὶ στὴ συνέχεια νὰ ζήσει χριστιανικὰ ὅπου ἐκεῖνος ἤθελε, ὁ Ἅγιος ἀρνήθηκε θαρραλέα. Ἔτσι ὁ δήμιος ἀπέκοψε τὴν τίμια κεφαλὴ τοῦ Νεομάρτυρα τὸ ἔτος 1650 μ.Χ.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ἅγιος Γαβριὴλ ὁ Ὁσιομάρτυρας 

Ὁ Ἅγιος Ὁσιομάρτυρας Γαβριὴλ καταγόταν ἀπὸ τὴν Ἀλλώνη τῆς Προικονήσου. Σὲ νεαρὴ ἡλικία ἔγινε μοναχὸς καὶ διακονοῦσε ὡς «κράκτης» τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Μετὰ ἀπὸ λογομαχία ποὺ εἶχε μὲ κάποιον Τοῦρκο, κατηγορήθηκε ὡς ὑβριστὴς τῆς Μουσουλμανικῆς θρησκείας, φυλακίσθηκε καὶ βασανίσθηκε. Παραμένοντας σταθερὸς καὶ ἀκλόνητος στὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ, ἀποκεφαλίσθηκε τὸ ἔτος 1676 μ.Χ. Τὸ τίμιο λείψανό του οἱ Τοῦρκοι τὸ ἔριξαν στὴ θάλασσα.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ὅσιος Εὐθύμιος ἐκ Γεωργίας

Ὁ Ὅσιος Εὐθύμιος (Κερεσελίντζε) καταγόταν ἀπὸ τὴν Γεωργία καὶ ἔζησε μεταξὺ τοῦ 19ου καὶ τοῦ 20ου αἰῶνα μ.Χ. Ἔγινε μοναχὸς καὶ ἡ ἁγιότητα τοῦ βίου του γρήγορα τὸν ἔκανε ξακουστὸ στὴν περιοχὴ τῆς Γεωργίας. Καθημερινὰ ἐξομολογοῦσε ἑκατοντάδες ἀνθρώπους, ποὺ προσέτρεχαν κοντά του γιὰ νὰ καταθέσουν τὸν πόνο τῆς ψυχῆς τους καὶ τὴν ἀστοχία τῆς ἐλευθερίας τους. Κατὰ τὴν περίοδο τοῦ σοβιετικοῦ καθεστῶτος ὁ Ὅσιος διέσωσε πολλὰ χειρόγραφα τῶν ἀρχαίων Γεωργιανῶν ἐκκλησιαστικῶν ὕμνων. Ἔζησε θεοφιλῶς καὶ κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Σύναξις Ὑπεραγίας Θεοτόκου τῆς Ἀπεκοῆς 

Ἡ εἰκόνα τῆς Παναγίας τῆς Ἀπεκοῆς (Ὑπακοῆς) φυλάσσεται στὸ ναὸ τῆς Ὑπαπαντῆς τῆς νήσου Καλύμνου.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Σύναξις Ὑπεραγίας Θεοτόκου τῆς Γουμενίσσης 

Ἡ εἰκόνα τῆς Παναγίας τῆς Γουμενίσσης φυλάσσεται στὴν ὁμώνυμη μονὴ τῆς πόλεως τῆς Γουμένισσας.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Σύναξις Ὑπεραγίας Θεοτόκου τῆς Κακιᾶς Μέλισσας 

Ἡ εἰκόνα τῆς Θεοτόκου Κακιᾶς Μέλισσας φυλάσσεται στὸ χωριὸ Λειβάδι Κυθήρων. Ἔχει τὴν προσωνυμία αὐτή, γιατί σὲ μία ἐπιδρομὴ πειρατῶν στὸ νησί, μὲ σκοπὸ νὰ λεηλατήσουν τὴ μονή, παρουσιάσθηκε ξαφνικὰ ἕνα σμῆνος μελισσῶν ποὺ ἐπιτέθηκε στοὺς πειρατὲς καὶ τοὺς ἀνάγκασε νὰ ὑποχωρήσουν.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Σύναξις Ὑπεραγίας Θεοτόκου τῆς Ὑπαπαντῆς 

Ἡ εἰκόνα τῆς Παναγίας τῆς Ὑπαπαντῆς φυλάσσεται στὸν ὁμόνυμο ναὸ τῆς Καλαμάτας.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Σύναξις Ὑπεραγίας Θεοτόκου τῆς Φλεβαριωτίσσης ἢ Λιβύης 

Ἡ εἰκόνα τῆς Παναγίας τῆς Φλεβαριωτίσσης ἢ Λιβύης (καλεῖται ἔτσι ἐπειδὴ ἔχει χρῶμα σκοῦρο) φυλάσσεται στὴν Μεσαριὰ τῆς νήσου τῆς Ἀστυπάλαιας.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Σύναξις Ὑπεραγίας Θεοτόκου τῆς Φλεβαριωτίσσης

Ἡ εἰκόνα τῆς Παναγίας τῆς Φλεβαριώτισσας φυλάσσεται στὸ ναὸ Ἀμπελακίων Σαλαμῖνος καὶ ὀνομάζεται ἔτσι, ἐπειδὴ ἑορτάζει τὸν μῆνα Φεβρουάριο ἤ, κατὰ μία ἄλλη ἐκδοχή, ἐπειδὴ στὸ σημεῖο ἐκεῖνο εἶχε βρεθεῖ φλέβα νεροῦ.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Σύναξις Ὑπεραγίας Θεοτόκου τῆς Χρυσαλινιωτίσσης

Ἡ εἰκόνα τῆς Παναγίας τῆς Χρυσαλινιώτισσας ἢ Ἀλινιώτισσας φυλάσσεται στὸν ὁμόνυμο ἐνοριακὸ ναὸ τῆς Λευκωσίας Κύπρου.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Παραμονὴ τῆς μεγάλης ἑορτῆς.

 

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος α’. Χορὸς Ἀγγελικός.
Οὐράνιος χορός, οὐρανίων ἁψίδων, προκύψας ἐπὶ γῆς καὶ φερόμενον βλέπων, ὡς βρέφος ὑπομάζιον, πρὸς ναὸν τὸν πρωτότοκον, πάσης κτίσεως, ὑπὸ Μητρὸς ἀπειράνδρου, προεόρτιον, νῦν σὺν ἡμῖν μελῳδοῦσι, φρικτῶς ἐξιστάμενοι.

 

Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Ἐν ἀγκάλαις δέξασθαι καθάπερ βρέφος, Συμεὼν ἐπείγεται, τὸν νομοδότην καὶ Θεόν· ᾧ καὶ βοήσει γηθόμενος· ἀπόλυσόν με· σὲ γὰρ εἶδον, Δέσποτα.

 

Μεγαλυνάριον.
Χαίροι ὁ πρεσβύτατος Συμεών, ἐγγίζοντα βλέπων, τὸν Δεσπότην ἐν τῷ Ναῷ· ὅθεν ἐπισπεύδει, αὐτὸν ὑποδεχθῆναι, προεορτίως ᾄδων ὕμνον ἐπάξιον.

 

Ὁ Ἅγιος Τρύφων ὁ Μάρτυρας 

Ὁ Ἅγιος Τρύφων καταγόταν ἀπὸ τὴ Λάμψακο τῆς ἐπαρχίας Φρυγίας καὶ ἔζησε στὰ χρόνια τῶν αὐτοκρατόρων Γορδιανοῦ Γ’ (238 – 244 μ.Χ.), Φιλίππου (244 – 249 μ.Χ.) καὶ Δεκίου (249 – 251 μ.Χ.). Προερχόταν ἀπὸ πτωχὴ οἰκογένεια καὶ στὴν παιδική του ἡλικία, ἔβοσκε χῆνες γιὰ νὰ ζήσει. Συγχρόνως ὅμως μελετοῦσε μὲ ζῆλο τὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ ἦταν πολὺ φιλακόλουθος. Ἔτσι, σιγὰ – σιγὰ ὁ Ἅγιος, μὲ τὴν εὐσεβὴ φιλομάθειά του, κατόρθωσε ὄχι μόνο νὰ διδαχθεῖ ὁ ἴδιος, ἀλλὰ καὶ νὰ διδάσκει τὶς αἰώνιες ἀλήθειες τῆς πίστεώς μας. Γρήγορα ἡ εὐσεβὴς ψυχή του δέχθηκε τὴν χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ ὁ Θεὸς τὸν ἀξίωσε νὰ θαυματουργεῖ. Ὅμως ὁ Ἅγιος θεράπευε ὄχι μόνο κάθε ἀσθένεια ἀλλὰ καὶ ἐλευθέρωνε τὶς μολυσμένες ἀπὸ τὰ δαιμόνια ψυχές.

Ὅταν ὁ αὐτοκράτορας Γορδιανὸς πληροφορήθηκε γιὰ τὶς θαυματουργικὲς ἱκανότητες τοῦ Τρύφωνος, τὸν ἀναζήτησε γιὰ νὰ θεραπεύσει τὴν ἄρρωστη θυγατέρα του ποὺ ἔπασχε ἀπὸ δαιμόνιο. Οἱ στρατιῶτες τὸν βρῆκαν στὴν κωμόπολη τῆς Σαμψάκου νὰ φροντίζει τὶς χῆνες στὴν παρακείμενη λίμνη καὶ ἀμέσως τὸν πῆραν μαζί τους. Τὸ μαρτύριο τοῦ Ἁγίου ἀναφέρει ὅτι μόλις ὁ Ἅγιος πλησίαζε στὴν Ρώμη τὸ δαιμόνιο ποὺ εἶχε ἡ θυγατέρα τοῦ Γορδιανοῦ, κραύγαζε ὅτι δὲν μπορεῖ πιὰ νὰ κατοικεῖ μέσα της. Οἱ ἔπαρχοι Πομπιανὸς καὶ Πρετεξτάτος τὸν ὁδήγησαν ἐνώπιον τοῦ αὐτοκράτορα καὶ ἐκεῖνος παρακάλεσε τὸν Ἅγιο γιὰ τὴ θεραπεία τῆς θυγατέρας του. Καὶ πράγματι, μὲ τὴν προσευχὴ τοῦ Ἁγίου, ἡ θυγατέρα τοῦ ἡγεμόνος ἀπηλλάγη ἀπὸ τὸ δαιμόνιο. Ὁ Ἅγιος μετὰ ἀπὸ ἕξι ἡμέρες προσευχῆς ἀποκάλυψε τὰ κακὰ ἔργα τοῦ διαβόλου καὶ πολλοὶ ἀπὸ τοὺς Ἕλληνες ποὺ ἤσαν παρόντες δόξασαν τὸν Θεὸ καὶ πίστεψαν σὲ Αὐτόν.

Ὁ αὐτοκράτορας προσπάθησε νὰ ἐκφράσει τὴν εὐγνωμοσύνη του, προσφέροντας στὸν Ἅγιο ἀξιώματα καὶ χρήματα, τὰ ὁποῖα ὅμως ὁ Τρύφων εὐγενικὰ ἀρνήθηκε.

Ὅταν αὐτοκράτορας ἔγινε ὁ Δέκιος, ἐξαπέλυσε ἄγριο διωγμὸ κατὰ τῶν Χριστιανῶν. Ὁ Ἅγιος, ἐπειδὴ δὲν λάτρευε τοὺς θεοὺς τῆς εἰδωλολατρικῆς θρησκείας καὶ ἦταν Χριστιανός, συνελήφθη ἀπὸ κάποιον στρατιωτικὸ ποὺ ὀνομαζόταν Φρόντων (ἢ Φόρτων) καὶ ὁδηγήθηκε ἐνώπιον τῶν ἐπάρχων τῆς Ἀνατολῆς, Τιβέριου Γράγχου καὶ Κλαυδίου Ἀκυλίνου στὴ Νίκαια τῆς Βιθυνίας. Ὁ μάντης Πομπηϊανὸς τὸν παρουσίασε στοὺς ἡγεμόνες. Ὁ Ἅγιος Τρύφων ὁμολόγησε μὲ θάρρος τὴν πίστη του. Τότε ὑποβλήθηκε σὲ φρικτὰ βασανιστήρια. Τοῦ κατατρύπησαν μὲ σπαθιὰ ὅλο του τὸ σῶμα, ἔπειτα τὸν ἔδεσαν ἀπὸ τὰ πόδια σὲ ἄλογα καὶ τὸν ἔσυραν, σὲ ὧρες φοβεροῦ ψύχους, σὲ δύσβατες καὶ πετρώδεις τοποθεσίες. Ἐκεῖνος προσευχόταν καὶ ἔλεγε: «Κύριε, μὴν τοὺς καταλογίσεις αὐτὴ τὴν ἁμαρτία». Μετὰ τὸ φρικτὸ μαρτύριο τὸν ρώτησαν ἂν σωφρονίσθηκε καὶ ἤθελε νὰ θυσιάσει στὰ εἴδωλα. Ὁ Μάρτυρας τοῦ Χριστοῦ ἀπάντησε τότε στὸν ἔπαρχο Ἀκυλίνο: «Ἀνόσιε καὶ κακῶν ἀρχηγέ, εἶναι δυνατὸν νὰ εἶσαι σωφρονισμένος, ὅταν εἶσαι μεθυσμένος ἀπὸ τὸν διάβολο; Ἐγὼ πάντοτε περνάω τὸν βίο μου μὲ σωφροσύνη, γιατί ἔχω τὸν Χριστὸ βοηθὸ τῆς ἐλπίδας μου». Ὕστερα ἀπὸ αὐτὸ τὸν ἔκλεισαν στὸ δεσμωτήριο μὲ σκοπὸ νὰ τοῦ δώσουν διορία, γιὰ νὰ ἀπαλλαγεῖ ἀπὸ τὴν «ἄνοια» αὐτοῦ καὶ νὰ ἀρνηθεῖ τὴν πίστη του στὸν Χριστό. Λίγες ἡμέρες μετὰ ὁ ἔπαρχος κάλεσε τὸν Ἅγιο καὶ τὸν ρώτησε ἐὰν τὸ διάστημα τοῦ χρόνου καὶ τὰ βασανιστήρια τὸν ἔπεισαν νὰ θυσιάσει στοὺς θεούς. Ὁ Ἅγιος καὶ πάλι ὁμολόγησε μὲ πνευματικὴ ἀνδρεία τὸ Ὄνομα τοῦ Θεοῦ. Τὸν ἔσυραν τότε γυμνὸ πάνω σὲ σιδερένια καρφιά, κατόπιν τὸν μαστίγωσαν καὶ στὴ συνέχεια τοῦ ἔκαψαν μὲ λαμπάδες τὰ πλευρά. Στὸ τέλος, μόλις ὁ Μάρτυρας παρέδωσε τὴν ψυχή του στὸν Θεὸ λέγοντας τὸ «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, δέξαι τὸ πνεῦμα μου», ἀπέκοψαν τὴν τίμια κεφαλὴ αὐτοῦ.

Οἱ Χριστιανοὶ παρέλαβαν τὸ τίμιο λείψανο τοῦ Μάρτυρος καὶ ἀφοῦ τὸ ἔχρισαν μὲ πολύτιμα μύρα καὶ τὸ τύλιξαν σὲ σινδόνα, τὸ κατέθεσαν σὲ λάρνακα καὶ τὸ ἀπέστειλαν στὴν πόλη τῆς Σαμψάκου κατὰ τὴν ἐπιθυμία του.

Ἡ Σύναξη τοῦ Ἁγίου Μάρτυρος Τρύφωνος ἐτελεῖτο στὸ Μαρτύριό του, τὸ ὁποῖο βρισκόταν μέσα στὸ σεπτὸ Ἀποστολεῖο τοῦ Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου, πλησίον τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας.
Ναὸ ἀφιερωμένο στὸν Ἅγιο Τρύφωνα ἔκτισε ὁ μέγας Ἰουστινιανὸς (527 – 565 μ.Χ.) στὴν τοποθεσία τοῦ Πελαργοῦ Κωνσταντινουπόλεως. Μονὴ τοῦ Ἁγίου Τρύφωνος ἀναφέρεται καὶ μετὰ τὰ μέσα τοῦ 9ου αἰῶνος μ.Χ., παρακείμενη στὴ Μητρόπολη Χαλκηδόνος, στὴν ὁποία ἐκάρη μοναχὸς ὁ μετέπειτα Πατριάρχης Νικόλαος ὁ Μυστικὸς (901 – 907, 912 – 925 μ.Χ.).

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.

Τρυφὴν τὴν ἀκήρατον, ἰχνηλατῶν ἐκ παιδός, βασάνους ὑπήνεγκας, ὑπὲρ Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ, καὶ ἤθλησας ἄριστα· ὅθεν τὴν τῶν θαυμάτων, κομισάμενος χάριν, λύτρωσαι πάσης βλάβης, καὶ παντοίας ἀνάγκης, Τρύφων Μεγαλομάρτυς, τοὺς σὲ μακαρίζοντας.

 

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’.
Ὁ Μάρτυς σου Κύριε ἐν τῇ ἀθλήσει αὐτοῦ, τὸ στέφος ἐκομίσατο τῆς ἀφθαρσίας, ἐκ σοῦ τοῦ Θεοῦ ἡμῶν, ἔχων γὰρ τὴν ἰσχύν σου, τοὺς τυράννους καθεῖλεν, ἔθραυσε καὶ δαιμόνων, τὰ ἀνίσχυρα θράση. Αὐτοῦ ταῖς ἰκεσίαις Χριστὲ ὁ Θεός, σῶσον τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

 

Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ’. Ὡς ἀπαρχὰς τῆς φύσεως.
Τριαδικῇ στερρότητι, πολυθεΐαν ἔλυσας, ἐκ τῶν περάτων ἀοίδιμε τίμιος, ἐν Κυρίῳ γενόμενος· καὶ νικήσας τυράννους ἐν Χριστῷ, τῷ Σωτήρι, τὸ στέφος εἴληφας τῆς μαρτυρίας σου, καὶ χαρίσματα θείων ἰάσεων, ὡς ἀήττητος.

 

Μεγαλυνάριον.
Ἴχνεσι ἑπόμενος ἀκλινῶς, Τρύφων Ἀθλοφόρε, τοῦ γνωσθέντος ἐπὶ τῆς γῆς, τῶν αὐτοῦ χαρίτων, δοχεῖον ἀνεδείχθης, καὶ ἱεροῖς ἀγῶσι Μάρτυς διέπρεψας.

 

Ὁ Ὅσιος Πέτρος ὁ ἐν Γαλατίᾳ 

Ὁ Ὅσιος Πέτρος καταγόταν ἀπὸ τὴ Γαλατία τῆς Μικρᾶς Ἀσίας καὶ συγκεκριμένα ἀπὸ περιοχὴ ποὺ βρισκόταν κοντὰ στὴν Ἄγκυρα. Μαζὶ μὲ τοὺς γονεῖς του ἔμεινε μόνο τὰ ἑπτὰ πρῶτα χρόνια τῆς ζωῆς του. Ὅλα τὰ ἄλλα του χρόνια τὰ διῆλθε ὡς ἀσκητής.

Ἀρχικὰ ἀσκήτεψε στὴν περιοχὴ τῆς Γαλατίας. Ἔπειτα πῆγε στὰ Ἱεροσόλυμα, γιὰ νὰ γνωρίσει τοὺς τρόπους ἀσκήσεως τῶν Ἀσκητῶν καὶ Πατέρων τῆς περιοχῆς καὶ νὰ διδαχθεῖ ἀπὸ αὐτοὺς τὰ τῆς μοναχικῆς πολιτείας. Ἀπὸ ἐκεῖ μετέβη στὴν Ἀντιόχεια. Στὴν πόλη αὐτὴ βρῆκε ἕνα τάφο μὲ οἰκίσκο πάνω ἀπὸ τὴν ἐπιφάνεια τοῦ ἐδάφους καὶ κλείσθηκε μέσα. Μπροστὰ στὸν τάφο ὑπῆρχε ἕνας μικρὸς χῶρος φραγμένος μὲ κάγκελα. Ἐκεῖ ὁ Ὅσιος δεχόταν τοὺς εὐλαβεῖς Χριστιανούς. Γιὰ τὴ διατροφή του χρησιμοποιοῦσε, κάθε δύο ἡμέρες, ἕνα κομματάκι ψωμὶ καὶ λίγο νερό.

Ὁ Ὅσιος Πέτρος εἶχε προικισθεῖ ἀπὸ τὸν Θεὸ μὲ τὸ χάρισμα τῆς θαυματουργίας καὶ ἔκανε πολλὰ θαύματα. Πρῶτα ἐλευθέρωσε, μὲ τὴν προσευχή του, ἕναν δαιμονισμένο ἀπὸ τὸ δαιμόνιο ποὺ τὸν βασάνιζε, τὸν ὁποῖο καὶ ἔκανε συγκάτοικό του. Μὲ ἄλλο θαῦμα θεράπευσε τὴ μητέρα τοῦ Θεοδωρήτου, Ἐπισκόπου Κύρου, γυναῖκα εὐλαβὴ καὶ εὐλογημένη ἀπὸ τὸν Θεό, ἡ ὁποία ἔπασχε ἀπὸ ἀνίατη ἀσθένεια τῶν ὀφθαλμῶν. Ἐπίσης, τύφλωσε τὸν στρατηγὸ τῆς πόλεως, ὁ ὁποῖος ἤθελε νὰ βιάσει κάποια μοναχὴ καὶ ἔτσι τὸν ἐμπόδισε νὰ πραγματοποιήσει τὴν ἀνόσια ἐπιθυμία του.
Ὁ Ὅσιος Πέτρος, ἀφοῦ ἔζησε ἐπὶ ἐνενήντα δύο ἔτη θεοφιλῶς, παρέδωσε μὲ εἰρήνη τὸ πνεῦμα του στὸν Κύριο καὶ ἔλαβε τὰ ἔπαθλα τῶν πνευματικῶν καὶ ἀσκητικῶν του μόχθων.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

 

Ὁ Ὅσιος Βενδιμιανός 

Ὁ Ὅσιος Βενδιμιανὸς καταγόταν ἀπὸ τὴ μεγάλη Μυσία καὶ ὑπῆρξε μαθητὴς τοῦ Ἁγίου Αὐξεντίου ( 14 Φεβρουαρίου), ὁ ὁποῖος ἔζησε κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Θεοδοσίου Β’ τοῦ Μικροῦ (408 – 450 μ.Χ.). Μετὰ τὴν κοίμηση τοῦ Ἁγίου Αὐξεντίου, ὁ Βενδιμιανὸς πῆγε σὲ περιοχὴ τῆς δυτικῆς Μικρᾶς Ἀσίας, κάτω ἀπὸ μία βραχοσχισμή, ὅπου καὶ κατασκεύασε ἕνα πολὺ μικρὸ οἰκίσκο, στὸν ὁποῖο ἀσκήτευε. Μετὰ ἀπὸ πολλὰ χρόνια, κατὰ θεία ὀπτασία, ἀνῆλθε στὸ ὄρος τοῦ Αὐξεντίου καὶ ἔζησε ὁσίως στὸ κελὶ τοῦ Ἁγίου Αὐξεντίου. Ὁ Ὅσιος, ἀφοῦ συμπλήρωσε σαράντα ἑπτὰ ὁλόκληρα χρόνια ἀσκητικῆς ζωῆς, προαισθάνθηκε τὸ τέλος του. Ἔτσι, λοιπόν, ἔκλινε τὰ γόνατά του καὶ κοιμήθηκε ὁσίως μὲ εἰρήνη. Ἐνταφιάσθηκε στὸν τόπο τῆς ἀσκήσεώς του.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

 

Ὁ Ἅγιος Βασίλειος ὁ Ὁμολογητής Ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης 

Ὁ Ἅγιος Βασίλειος ὁ Ὁμολογητὴς καταγόταν ἀπὸ τὴν Ἀθῆνα. Ἦταν ἀρχικὰ Ἐπίσκοπος Κρήτης καὶ μετετέθη στὸν ἀρχιεπισκοπικὸ θρόνο τῆς Θεσσαλονίκης. Ὅπως μαρτυρεῖται ἀπὸ τὸν Νικήτα Παφλαγόνα ὁ «Βασίλειος οὗτος ὁ πρότερον μὲν Κρήτης ἐπίσκοπος γενόμενος, διὰ τὴν τῶν Ἀγαρηνῶν ἔξοδον εἰς Θεσσαλονίκην μετατεθείς». Ἡ χειροτονία τοῦ Ἁγίου Βασιλείου πρέπει νὰ συνέβη κατὰ τὴν πρώτη πατριαρχία τοῦ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Ἰγνατίου (846 – 858 μ.Χ.) καὶ ἡ μετάθεσή του στὸ θρόνο τῆς Θεσσαλονίκης πολὺ σύντομα. Τὸ πιθανότερο εἶναι νὰ μὴν πρόλαβε νὰ ἐγκατασταθεῖ καθόλου στὴν Κρήτη καὶ νὰ μετατέθηκε σχεδὸν ἀμέσως στὴν Θεσσαλονίκη.

Πρὸς τὸν Ἅγιο Βασίλειο Α’, Ἀρχιεπίσκοπο Θεσσαλονίκης ἀπευθύνεται ἡ βοῦλα τῆς 25ης Σεπτεμβρίου 860 μ.Χ. τοῦ Πάπα Νικολάου Α’ (858 – 867 μ.Χ.), μὲ τὴν ὁποία ἐπικυρώνεται ὁ διορισμός του ὡς βικαρίου τῆς Ρώμης στὸ ἀνατολικὸ Ἰλλυρικό. 
Τὸ ἔτος 862 μ.Χ. ὁ Ἅγιος Βασίλειος ἐναντιώθηκε κατὰ τοῦ δυσεβοὺς αὐτοκράτορα Μιχαὴλ Γ’ (842 – 867 μ.Χ.). Οἱ κακοποιήσεις καὶ οἱ διώξεις ποὺ ἐπακολούθησαν, τοῦ χάρισαν τὸ στέφανο τοῦ Ὁμολογητοῦ τῆς πίστεως.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

 

Ὁ Ἅγιος Βασίλειος ὁ Συναξαριστὴς Ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης

Τὰ λίγα ἁγιογραφικὰ στοιχεῖα ποὺ ἔχουμε περὶ τοῦ Ἁγίου Βασιλείου Β’, Ἀρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης, τὰ ἀντλοῦμε ἀπὸ τὸ βίο τοῦ Ὁσίου Εὐθυμίου τοῦ Νέου ( 15 Νοεμβρίου), τὸν ὁποῖο συνέγραψε ὁ Ἅγιος Βασίλειος.

Ὁ Ἅγιος αἰσθανόμενος τὴν κλήση γιὰ τὴν μοναχικὴ πολιτεία ἐγκαταβίωσε στὴ μονὴ τῶν Περιστερών, τὴν ὁποία ἀνήγειρε κατὰ τὸ ἔτος 871 μ.Χ. ὁ Ὅσιος Εὐθύμιος. Ἡ μονὴ βρισκόταν κοντὰ στὴν κωμόπολη Σερβίλια (σήμερα Ὀρμύλια) Χαλκιδικής. Ἐκεῖ, στὸ ναὸ τοῦ Ἁγίου Μεγαλομάρτυρος Δημητρίου, ὁ Ἅγιος Βασίλειος ἐκάρη μοναχὸς τὸ 875 μ.Χ. καὶ μόνασε σὲ ἀναχωρητικὸ κελί. Ὁ Ὅσιος Εὐθύμιος μὲ τὸ προορατικό του χάρισμα τοῦ προεῖπε ὅτι θὰ φύγει ἀπὸ τὴ μονὴ καὶ θὰ γίνει Ἐπίσκοπος. Οἱ προφητεῖες τοῦ Ὁσίου ἐπαληθεύθηκαν. Ὁ Βασίλειος ἐξελέγη Ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης. Ἡ ποιμαντορία τοῦ Βασιλείου Β’ στὸν ἀρχιεπισκοπικὸ θρόνο τῆς Θεσσαλονίκης θὰ πρέπει νὰ τοποθετηθεῖ μετὰ τὴν ἀρχιερατεῖα τοῦ Ἰωάννου τοῦ Θεσσαλονικέως, ὁ ὁποῖος μαρτυρεῖται ὡς Ἀρχιεπίσκοπος ἀκόμη ὡς τὸ 904 μ.Χ., τουλάχιστον μέχρι τὰ μισὰ τοῦ ἔτους, ὁπότε καὶ συνέβη ἡ καταστροφὴ τῆς πόλεως ἀπὸ τοὺς Σαρακηνοὺς πειρατές. Συνεπῶς ὁ Ἅγιος Βασίλειος πρέπει νὰ τὸν διαδέχθηκε. Ὁ συντομότερος χρόνος ἐφαρμογῆς τῆς προφητείας τοῦ Ὁσίου Εὐθυμίου εἶναι τὸ ἔτος 904 μ.Χ.
Ὁ Ἅγιος Βασίλειος κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

 

Ὁ Ὅσιος Τιμόθεος

Ὁ Ὅσιος Τιμόθεος ἦταν ὁμολογητὴς τῆς πίστεώς μας καὶ κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ἅγιος Θεΐων μετὰ τῶν δύο παίδων 

Εἶναι ἄγνωστο ποῦ καὶ πότε μαρτύρησαν ὁ Ἅγιος Θεΐων μὲ τοὺς δύο παῖδες, οἱ ὁποῖοι τελειώθηκαν διὰ ξίφους.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ἅγιος Καρίων ὁ Μάρτυρας 

Ὁ Ἅγιος Καρίων μαρτύρησε ἀφοῦ τοῦ ἔκοψαν τὴν γλῶσσα. Δὲν ἔχουμε περισσότερες λεπτομέρειες γιὰ τὸν βίο τοῦ Ἁγίου Μάρτυρα.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ἡ Ἁγία Περπέτουα ἡ Μάρτυς καὶ οἱ σὺν αὐτῇ 

Ἡ Ἁγία Μάρτυς Βίβια Περπέτουα, νέα 22 ἐτῶν, νυμφευμένη καὶ ἔχουσα τέκνο σὲ θηλασμό, καταγόταν ἀπὸ ἐπιφανὴ οἰκογένεια τῆς Καρχηδόνος. Συνελήφθη τὸ ἔτος 203 μ.Χ., ἐπὶ αὐτοκράτορα Σεπτιμίου Σεβήρου (193 – 211 μ.Χ.), ἀπὸ τὸν ἀνθύπατο τῆς Ἀφρικῆς Ἰλαριανὸ μαζὶ μὲ ἄλλους κατηχούμενούς της Ροβεκάτο καὶ Φιλικητάτη, πιθανῶς συζύγους, Σατουρνίνο καὶ Σεκοῦνδο καὶ ὅλοι τους ὁδηγήθηκαν στὸν χιλίαρχο, στὸν ὁποῖο καὶ ὁμολόγησαν μὲ παρρησία τὴν πίστη τους στὸν Χριστό. Ὁ διδάσκαλός τους Σάτυρος, μὴν ἀντέχοντας νὰ βλέπει τοὺς μαθητές του νὰ ὑποφέρουν ἀπὸ τὰ βασανιστήρια καὶ τὴ φυλακή, προσῆλθε οἰκειοθελῶς στὴ φυλακή.

Ὁ πατέρας τῆς Περπέτουας, ἄλλοτε μὲ ἤπιους λόγους καὶ ἄλλοτε μὲ ἀπειλὲς ἐπιχείρησε μάταια νὰ τὴν μεταπείσει καὶ σὲ μία στιγμὴ ὀργῆς θέλησε νὰ τῆς ἐξορύξει τοὺς ὀφθαλμούς. Λίγες ἡμέρες μετὰ τὴν σύλληψή τους βαπτίσθηκαν, ἔπειτα δὲ ρίχτηκαν σὲ σκοτεινὴ φυλακή, ἀλλὰ οἱ διάκονοι τῆς Ἐκκλησίας, ἀφοῦ δωροδόκησαν τοὺς φύλακες, πέτυχαν τὴν μεταφορά τους σὲ καλύτερα κελιά, ὅπου ἡ Περπέτουα μποροῦσε νὰ βλέπει τοὺς συγγενεῖς της καὶ νὰ τρέφει τὸ παιδί της. Κατὰ παράκληση τοῦ ἀδελφοῦ της ζήτησε ἀπὸ τὸν Θεὸ ὅραμα, γιὰ νὰ πληροφορηθεῖ περὶ τῆς τύχης τους. Τῆς δείχθηκε λοιπὸν κλίμακα ὀρειχάλκινη, ποὺ ἔφθανε μέχρι τὸν οὐρανό, μὲ ἑκατέρωθεν μπηγμένα ξίφη, δόρατα, ἄγκιστρα, μαχαίρια, ὀβελίσκους, ὥστε κάθε ἀμελὴς ἀναβάτης νὰ σκίζεται, ἐνῷ κάτω ἀπὸ αὐτὴν παραμόνευε ὑπερμεγέθης δράκοντας, ποὺ ἐκφόβιζε αὐτοὺς ποὺ ἐπιχειροῦσαν νὰ ἀνέλθουν. Ὁ Κατηχητὴς Σάτυρος, ποὺ εἶχε ἤδη ἀνέλθει τὴν σκάλα, στράφηκε πρὸς αὐτὴν καὶ τὴν παρακάλεσε νὰ περπατήσει, αὐτὴ δὲ μὲ θάρρος πάτησε τὴν κεφαλὴ τοῦ δράκοντος καὶ ἀνέβηκε. Εὑρεθεῖσα σὲ μεγάλο κῆπο, εἶδε ὑπερμεγέθη πολιὸ ἄνδρα ποὺ ἄρμεγε πρόβατα καὶ περιστοιχιζόταν ἀπὸ χιλιάδες λευκοφορούντα πρόσωπα. Τῆς ἀπηύθυνε τὸν λόγο λέγοντάς της «καλῶς ἦλθες τέκνον», τῆς ἔδωσε τυρὶ «ὡς ψωμί», αὐτὴ δὲ συνέπλεξε τὰ χέρια καὶ ἔφαγε, ἐνῶ οἱ παριστάμενοι εἶπαν «Ἀμήν». Ὁ ἦχος αὐτοῦ τοῦ ἐπιφωνήματος τὴν ξύπνησε, ὁπότε διηγηθεῖσα τὸ ὅραμα στὸν ἀδελφό της, ἔδωσε τὴν ἐξήγηση ὅτι θὰ μαρτυρήσουν.

Ὁ πατέρας της, ποὺ εἶχε ἐξαφανιστεῖ γιὰ λίγο ἐλπίζοντας ὅτι ἡ κόρη του θὰ μεταστρεφόταν, ἐπανεμφανισθεῖς, πιὸ εὐγενὴς καὶ συγκρατημένος, τῆς ζητοῦσε νὰ λυπηθεῖ τὰ γηρατειά του καὶ τὴν τιμὴ τῆς οἰκογένειας καὶ τὴν καταφιλοῦσε, ἀλλὰ αὐτὴ παρὰ τὴν συγκίνησή της παρέμεινε ἀμετάπειστη.

Τέλος οἱ κρατούμενοι ὁδηγήθηκαν στὸν ἀνθυπατεύοντα Ἰλαριανὸ γιὰ ἀνάκριση. Τὸ μαρτύριο ὁρίσθηκε γιὰ τὴν ἑορτὴ τῶν γενεθλίων τοῦ Καίσαρος Γέτα, ἐπὶ αὐτοκράτορα Σεπτιμίου Σεβήρου (193 – 211 μ.Χ.). Οἱ Ἅγιοι τέλεσαν δεῖπνο ἀγάπης καὶ οἱ παρατηροῦντες Ἐθνικοὶ ἐκπλήττονταν ἀπὸ τοὺς λόγους τοῦ Σάτυρου.
Οἱ Μάρτυρες εἰσήχθησαν στὸ ἀμφιθέατρο καὶ βάδιζαν χαρούμενοι καὶ ὑπερήφανοι. Ἀπέλυσαν τὰ θηρία. Ὁ Σατουρνίνος, ὁ Ροβεκάτος, ὁ Σεκοῦνδος καὶ ὁ Σάτυρος δέχθηκαν τὴν ἐπίθεση τῶν ἄγριων ζῴων. Ἡ Περπέτουα καὶ ἡ Φιλικητάτη ἀφοῦ δέχθηκαν τοὺς κερατισμοὺς δαμάλεως, κατερρίφθησαν ματωμένες καὶ στὴ συνέχεια ἀποκεφαλίσθηκαν. Τὸ μαρτύριο συντελέσθηκε τὸ ἔτος 202 μ.Χ.. Ἔτσι καὶ οἱ ἕξι Ἅγιοι ἔλαβαν τὸ στεφάνι τοῦ μαρτυρίου καὶ τῆς δόξας.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Θείας Πίστεως.

Θείας πίστεως, ἔγνως τὸν πλοῦτον, καὶ κατέλιπες, εἰδώλων πλάνην, Περπετούα θεολήπτῳ φρονήματι· καὶ σὺν πεντάδι Μαρτύρων ἀθλήσασα, μαρτυρικῆς ἠξιώθης λαμπρότητος· μεθ’ ὧν πρέσβευε, Κυρίῳ τῷ σὲ δοξάσαντι, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

 

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Τῶν Μαρτύρων χορείαν τὴν ἑξαστέλεχον, Περπετούαν Ῥευκᾶτον καὶ θεῖον Σάτυρον, Σατορνῖνον τὸν κλεινὸν Σεκοῦνδον ἔνδοξον, Φιλικητάτην τὴν σεμνήν, ὡς ἀστέρας φαεινούς, τῆς πίστεως τῆς ἁγίας, καὶ πρέσβεις πρὸς τὴν Τριάδα, ἡμῶν συμφώνως εὐφημήσωμεν.

 

Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Καταλιποῦσα τοῦ πατρός σου τὴν πλάνην, θεογνωσίας τῷ φωτὶ κατηυγάσθεις, καὶ μυστηρίου ἤνυσας τὸ στάδιον, Περπετούα ἔνδοξε, σὺν Μαρτύρων πεντάδι· μεθ’ ὧν ἀεὶ πρέσβευε, τῇ Ἁγία Τριάδι, ὑπὲρ ἡμῶν τῶν ὕμνοις καὶ ᾠδαῖς, ἐπιτελούντων, τὴν πάνσεπτον μνήμην σου.

 

Μεγαλυνάριον.
Χαίροις Περπετούα Μάρτυς Χριστοῦ, ἡ ἄθλοις ἁγίοις, καθελοῦσα τὸν δυσμενῆ· χαίροις ἡ Κυρίῳ, πρεσβεύουσα ἀπαύστως, ὑπὲρ τῶν προσιόντων, τῇ προστασίᾳ σου.

Ἡ Ὁσία Μπριντζίτα 

Ἡ Ἁγία Μπριντζίτα ἤκμασε στὶς ἀρχὲς τοῦ 6ου αἰῶνα μ.Χ. Τὸ ὄνομά της ἀναφέρεται στὴν ἱστορία τοῦ Ἁγίου Βεδέα καὶ σὲ ὅλα τὰ μαρτυρολόγια τῆς ἐποχῆς. Ἡ Ἁγία ἀκολούθησε τὴν ὁδὸ τῆς μοναχικῆς πολιτείας, ἵδρυσε μονὴ καὶ ἀφιέρωσε τὴν ζωή της στὴ διακονία τῶν πτωχῶν. Κοιμήθηκε ὁσίως μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 525 μ.Χ.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

 

Ὁ Ὅσιος Ἀντώνιος ὁ Ἐρημίτης 

Ὁ Ὅσιος Ἀντώνιος ἔζησε τὸν 6ο αἰῶνα μ.Χ. καὶ ἀσκήτεψε ὡς ἐρημίτης στὴν Γεωργία. Κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ἅγιος Ἠλίας ὁ Μεγαλομάρτυρας 

Ὁ Ἅγιος Μεγαλομάρτυς Ἠλίας, μαρτύρησε στὴν Ἠλιούπολη τοῦ Λιβάνου τὸ ἔτος 799 μ.Χ.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Οἱ Ὅσιοι Δαβίδ, Συμεὼν καὶ Γεώργιος οἱ αὐτάδελφοι ἐκ Μυτιλήνης

Οἱ τρεῖς αὐτάδελφοι Ὅσιοι καὶ Ὁμολογητὲς ἔζησαν κατὰ τοὺς χρόνους τῆς δευτέρας φάσεως τῆς εἰκονομαχίας. Ὁ πρωτότοκος Ὅσιος Δαβὶδ ἀσκήτεψε καὶ ἵδρυσε κατόπιν μονὴ στὸ ὄρος Ἴδη, ὅπου καὶ κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη. Ὁ Ὅσιος Συμεὼν μόνασε ἀρχικὰ στὴ μονὴ τοῦ ἀδελφοῦ του στὴν Ἴδη καὶ ἐπέστρεψε ὕστερα στὴ Μυτιλήνη ὅπου ἵδρυσε τὴ μονὴ τῆς Θεοτόκου στὸ Μῶλο τοῦ νοτίου λιμένος τῆς πόλεως, στὴν ὁποία ἔζησε ὡς στυλίτης ἐπὶ πολλὰ χρόνια. Ἐκεῖ ἔγινε μοναχὸς καὶ ἱερεὺς καὶ ὁ ἄλλος ἀδελφός, ὁ Ὅσιος Γεώργιος.

Κατὰ τὴν περίοδο τῆς εἰκονομαχίας ὑφίστανται τὰ πάνδεινα. Μετὰ ἀπὸ πολλὲς περιπέτειες ὁ Ὅσιος Συμεὼν ἐγκαθίσταται στὰ περίχωρα τῆς Κωνσταντινουπόλεως καὶ ἀναπτύσσει ἐξαιρετικὴ δράση ὑπὲρ τῶν ἁγίων εἰκόνων. Ἐξορίζεται ἀπὸ τὸν εἰκονομάχο αὐτοκράτορα Θεόφιλο, μαζὶ μὲ τοὺς Γραπτοὺς καὶ ἄλλους Πατέρες, στὴν Ἀφουσία καὶ ἀπελευθερώνεται μετὰ τὸν θάνατο αὐτοῦ. Γιὰ τὴν ἀποκατάσταση τῆς Ὀρθοδοξίας ὁ ρόλος του ἦταν πολὺ σημαντικός. Αὐτός, σὲ συζήτηση ἐνώπιον τῆς χήρας βασιλίσσης Θεοδώρας καὶ τῆς αὐλῆς, κατατροπώνει τὸν εἰκονομάχο Πατριάρχη Ἰωάννη Ζ’ τὸν Γραμματικὸ (836 – 842 μ.Χ.) καὶ ὑποδεικνύει ὡς διάδοχό του τὸν Μεθόδιο (842 – 846 μ.Χ.). Ὁ ἀδελφός του Ὅσιος Γεώργιος ποὺ εἶχε ἤδη καθ’ ὑπόδειξη τοῦ Ὁσίου Συμεών, ἔλθει στὴν Κωνσταντινούπολη, ἐκλέγεται καὶ χειροτονεῖται Ἐπίσκοπος Μυτιλήνης, ἂν καὶ ἦταν 80 ἐτῶν. Καὶ οἱ δύο μὲ πολλὲς τιμὲς ἐπιστρέφουν στὸ νησί, ὅπου μετὰ ἕνα ἔτος, τὸ 844 μ.Χ., ἀναπαύεται μὲ εἰρήνη ὁ Ὅσιος Συμεὼν καὶ μετὰ ἕνα ἢ δυὸ ἔτη (845 ἢ 846 μ.Χ.) ὁ Ὅσιος Γεώργιος. Μετὰ ἀπὸ χρόνια ἀνακομίζεται ἀπὸ τὴν Ἴδη καὶ τὸ ἱερὸ λείψανο τοῦ Ὁσίου Δαβὶδ καὶ κατατίθεται στὴ μονὴ τῆς Θεοτόκου στὸ Μῶλο τῆς Μυτιλήνης, στὴν ἴδια μὲ τοὺς ἄλλους Ὁσίους ἀδελφοὺς θαυματόβρυτο λάρνακα, ποὺ ἀποτελοῦσε ἐπὶ πολλοὺς αἰῶνες τὸ κέντρο τῆς λειτουργικῆς τιμῆς τῶν τριῶν Ὁσίων αὐταδέλφων.

Ὁ Ἅγιος Μεθόδιος, Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, ὁ Ὁμολογητής, σὲ ἀνέκδοτο ἔργο του ἀναφέρεται μὲ ἐγκώμια στοὺς τρεῖς στενοὺς συνεργάτες καὶ ὑποστηρικτές του: τὸν μέγα Ἰωαννίκιο, τὸν κλεινὸ Συμεὼν καὶ τὸν διαβόητο στὶς θεωρίες Ἰλαρίωνα.
Ὁ Ὅσιος Συμεὼν ἀναφέρεται καὶ σὲ μικρὸ ἀπόσπασμα τοῦ Συνοδικοῦ τῆς Ὀρθοδοξίας, ποὺ διαβάζεται τὴν Α’ Κυριακὴ τῶν Νηστειῶν, τῆς Ὀρθοδοξίας: «Συμεὼν τοῦ ὁσιωτάτου Στυλίτου αἰωνία ἡ μνήμη».

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Οἱ Ἅγιοι Ἀδριανός, Πολύευκτος, Πλάτων καὶ Γεώργιος οἱ Μάρτυρες ἐν Μεγάροις

Εἶναι ἄγνωστος ὁ χρόνος καὶ ὁ τρόπος τοῦ μαρτυρίου τῶν Ἁγίων Μαρτύρων Ἀδριανοῦ, Πολυεύκτου, Πλάτωνος καὶ Γεωργίου, τῶν ὁποίων οἱ τάφοι καὶ τὰ ἱερὰ αὐτῶν λείψανα ἀνακαλύφθηκαν μὲ τὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ στὰ Μέγαρα.

Τὰ χρόνια ἐκεῖνα τῆς Τουρκοκρατίας, μεταξὺ τῶν ἐτῶν 1600 – 1670, ἕνας Μεγαρεὺς ποὺ ὀνομαζόταν Οἰκονόμου θέλησε νὰ ἀναγείρει οἰκοδομή, στὸν τόπο ὅπου σήμερα βρίσκεται ὁ φερώνυμος ναὸς τῶν Ἁγίων Μαρτύρων. Ἐνῶ δὲ οἱ ἐργάτες ἔσκαβαν, ἕνας ἀπὸ αὐτοὺς αἰσθάνθηκε κάτω ἀπὸ τὰ πόδια του θερμότητα τόσο αἰσθητή, ὥστε νὰ μὴν μπορεῖ νὰ ἐργασθεῖ στὸ μέρος ἐκεῖνο. Τὸ εἶπε τότε στὸν Οἰκονόμου, ποὺ βρισκόταν ἐκεῖ κοντά, ὁ ὁποῖος ἀφοῦ ἔσκαψε βαθύτερα μὲ τὰ χέρια του, βρῆκε μαρμάρινη πλάκα ἐπὶ τῆς ὁποίας ἦταν χαραγμένα τὰ ὀνόματα τῶν Ἁγίων. Τότε τὴν ἀνέσυραν καὶ βρῆκαν κάτω ἀπὸ αὐτὴν τὰ σεπτὰ λείψανα τῶν Ἀθλοφόρων.

Ἀλλὰ κάποιοι ἱερόσυλοι, μόλις ἀποκαλύφθηκαν τὰ ἱερὰ λείψανα, τὰ σύλησαν καὶ ἀναχώρησαν κρυφὰ στὴν Πελοπόννησο. Ἀναζητηθέντες ὅμως δὲν εὑρέθησαν, λόγω καὶ τῆς ἀδιαφορίας τῶν Τουρκικῶν ἀρχῶν.

Μετὰ ἀπὸ αὐτὰ ὁ Οἰκονόμου μετέβη στὴν Κωνσταντινούπολη, ἀφοῦ ἔλαβε μαζί του καὶ τὴν πλάκα ἐπὶ τῆς ὁποίας ἦταν χαραγμένα τὰ ὀνόματα τῶν Μαρτύρων καὶ ἀνέφερε στὸν τότε Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως τὰ γενόμενα στὴν πόλη τῶν Μεγάρων.
Περὶ τοῦ πῶς βρέθηκαν στὰ Μέγαρα οἱ Ἅγιοι, δυνάμεθα νὰ συμπεράνουμε δυὸ πράγματα: Ἢ ὅτι αὐτοὶ ὑπέστησαν διώξεις ἀπὸ χριστιανομάχους στὶς Σέρρες καὶ ἐκδιωχθέντες ἀπὸ ἐκεῖ κατέφυγαν στὰ Μέγαρα, ὅπου τελειώθησαν μαρτυρικά, ἢ ὅτι μαρτύρησαν στὰ Μέγαρα ὑπηρετοῦντες σὰν στρατιῶτες.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ἅγιος Ἀναστάσιος ὁ Νεομάρτυρας ὁ Ναυπλιώτης

Ὁ Ἅγιος Νεομάρτυς Ἀναστάσιος γεννήθηκε στὸ Ναύπλιο καὶ ἦταν Ζωγράφος. Ἐξισλαμίσθηκε ἀπὸ τοὺς Τούρκους καὶ ἀφοῦ ἦλθε στὸν ἑαυτό του, ἀποκήρυξε τὸν Ἰσλαμισμὸ καὶ ὁμολόγησε μὲ παρρησία καὶ γενναιότητα τὴν πίστη του στὸν Χριστό. Οἱ Τοῦρκοι προσπάθησαν νὰ τὸν δελεάσουν καὶ τὸν ἀπείλησαν μὲ τὴν ζωή του. Ἐκεῖνος ὅμως παρέμεινε ἀκλόνητος στὴ χριστιανικὴ ὁμολογία του καὶ ὑπέστη μαρτυρικὸ θάνατο στὸ Ναύπλιο, τὸ ἔτος 1655 μ.Χ., ἀφοῦ διαμελίσθηκε ἀπὸ τοὺς Τούρκους.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ἅγιος Πέτρος ὁ Ἱερομάρτυρας 

Ὁ Ἅγιος Πέτρος (Σκιπετρώφ) ἦταν Πρεσβύτερος καὶ μαρτύρησε τὸ ἔτος 1918.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ἐγκαίνια Ναοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ ἐν Ἀρμουλαδῇ 

Δὲν ἔχουμε λεπτομέρειες γιὰ τὸ γεγονός.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ἐγκαίνια Ναοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ ἐν Ἀρμουλαδῇ

Δὲν ἔχουμε λεπτομέρειες γιὰ τὸ γεγονός.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες Κύρος καὶ Ἰωάννης ἄθλησαν κατὰ τὴν ἐποχὴ τοῦ αὐτοκράτορα Διοκλητιανοῦ (284 – 305 μ.Χ.). Ὁ Ἅγιος Κύρος καταγόταν ἀπὸ τὴν Ἀλεξάνδρεια, ἐνῶ ὁ Ἅγιος Ἰωάννης καταγόταν ἀπὸ τὴν Ἔδεσσα τῆς Μεσοποταμίας.

Ὅταν ξέσπασε ὁ διωγμὸς τοῦ Διοκλητιανοῦ, ὁ Ἅγιος Κύρος πῆγε σὲ ἕνα παραθαλάσσιο τόπο τῆς Ἀραβίας καί, ἀφοῦ περιεβλήθηκε τὸ μοναχικὸ σχῆμα, κατοίκησε στὸν τόπο αὐτό.

Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης πῆγε στὰ Ἱεροσόλυμα καὶ ἐκεῖ ἄκουσε γιὰ τὰ θαύματα ποὺ ἐπιτελοῦσε ὁ Ἅγιος Κύρος. Στὴν συνέχεια μετέβη στὴν Ἀλεξάνδρεια. Ἀπὸ ἐκεῖ, ἀφοῦ ἀπὸ διάφορες φῆμες ἔμαθε ποῦ διέμενε ὁ Ἅγιος Κύρος, πῆγε καὶ τὸν βρῆκε καὶ ἔμεινε μαζί του. Τὰ θαύματα τῶν Ἁγίων Ἀναργύρων συνέγραψε ὁ Ἅγιος Σωφρόνιος, Πατριάρχης Ἱεροσολύμων ( 11 Μαρτίου), διότι οἱ Ἅγιοι θεράπευσαν τὰ μάτια του.

Κατὰ τὴν περίοδο τοῦ διωγμοῦ συνελήφθη καὶ ἡ Ἁγία Ἀθανασία, ποὺ ἦταν χήρα, καθὼς ἐπίσης καὶ οἱ τρεῖς θυγατέρες της Θεοδότη, Θεοκτίστη καὶ Εὐδοξία. Ἡ εἴδηση τάραξε τὸν Κύρο καὶ τὸν Ἰωάννη. Ἔτσι οἱ Ἅγιοι, ἐπειδὴ φοβήθηκαν μήπως αὐτὲς δειλιάσουν ἀπὸ τὴν σκληρότητα τῶν βασανιστηρίων, ἐξαιτίας τῆς ἀδυναμίας τῆς φύσεως τῆς γυναίκας, ἔσπευσαν κοντά τους καὶ ἔδιναν σὲ αὐτὲς θάρρος, ἐνῶ παράλληλα προετοιμάζονταν καὶ οἱ ἴδιοι γιὰ τὸ μαρτύριο. Καὶ πράγματι, συνελήφθησαν καὶ αὐτοὶ καὶ ὁδηγήθηκαν στὸν ἡγεμόνα.

Ἐκεῖ διακήρυξαν μὲ παρρησία καὶ θάρρος τὴν πίστη τους στὸν Θεό. Μάταια ὁ ἡγεμόνας ζητοῦσε νὰ κάμψει τὴν ἀνδρεία τῆς μητέρας, δείχνοντας σὲ αὐτὴ τὶς θυγατέρες της καὶ ἐπιρρίπτοντάς της τὴν ἐνοχή. Ἐκείνη, ἀφοῦ στράφηκε πρὸς τὶς θυγατέρες της, τὶς ἐνίσχυε λέγουσα ὅτι ἡ σωματικὴ ὡραιότητα εἶναι πρόσκαιρη, ἐνῶ στὴν αἰωνιότητα διατηρεῖται ἡ ὀμορφιὰ τῆς ψυχῆς τοῦ ἀνθρώπου ἀθάνατη. Αὐτὲς δὲ ἔλεγαν πρὸς τὴν μητέρα τους ὅτι αἰσθάνονταν μεγάλη χαρά, ἐπειδὴ ἔμελλε νὰ φύγουν ἀπὸ τὸν μάταιο αὐτὸ κόσμο μαζί της γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ καὶ νὰ μὴν χωρισθοῦν ποτὲ ἀπὸ κοντά της. Ὁ ἡγεμόνας ἐξαγριώθηκε καὶ διέταξε νὰ τοὺς ὑποβάλουν σὲ πολλὰ καὶ σκληρὰ βασανιστήρια. Μετὰ ἀπὸ τὰ βασανιστήρια ἀποκεφάλισαν διὰ ξίφους τὸν Ἅγιο Κύρο καὶ τὸν Ἅγιο Ἰωάννη, τὸ ἔτος 292 μ.Χ.. Ἔτσι μαρτύρησαν καὶ ἡ Ἁγία Ἀθανασία μὲ τὶς τρεῖς θυγατέρες της. Τὸν βίο καὶ τὸ μαρτύριο αὐτῶν ἔγραψε ὁ Σωφρόνιος ὁ Σοφιστής.
Ἡ Σύναξη αὐτῶν ἐτελεῖτο στὸ Μαρτύριο ποὺ εἶχε ἀνεγερθεῖ πρὸς τιμήν τους καὶ βρίσκεται στὴν περιοχὴ Φωρακίου.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Ὡς Ἀθλοφόροι εὐκλεεῖς τοῦ Σωτῆρος, καὶ ἰατῆρες τῶν ψυχῶν καὶ σωμάτων, Ἀνάργυροι ἐκλάμπετε ἐν πάσῃ τῇ γῇ, νόσων μὲν ἰώμενοι, ἀνωδύνως τὰ βάρη, χάριν δὲ πορίζοντες, τοῖς βοῶσιν ἀπαύστως· χαίρετε κρῆναι θείων δωρεῶν, Κῦρε θεόφρον, καὶ Ἰωάννη ἔνδοξε.

 

Κοντάκιον. Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Ἐκ τῆς θείας χάριτος, τὴν δωρεὰν τῶν θαυμάτων, εἰληφότες Ἅγιοι, θαυματουργεῖτε ἀπαύστως, ἅπαντα, ἡμῶν τὰ πάθη, τῇ χειρουργίᾳ, τέμνοντες, τῇ ἀοράτῳ Κῦρε θεόφρον, σὺν τῷ θείῳ Ἰωάννῃ, ὑμεῖς γὰρ θεῖοι ἰατροὶ ὑπάρχετε.

 

Μεγαλυνάριον.
Χαίρετε πασχόντων θεραπευταί, Κῦρε θεοφόρε, Ἰωάννη τε θαυμαστέ· δωρεὰν γὰρ πᾶσι, παρέχοντες ἰάσεις, εὐεργετεῖτε πάντας, ὡς χριστομίμητοι.

Οἱ Ἅγιοι Οὐϊκτωρίνος, Οὐΐκτωρ, Νικηφόρος, Κλαύδιος, Διόδωρος, Σαραπίνος καὶ Παπίας οἱ Μάρτυρες ἐν Κορίνθῳ

Οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες κατάγονταν ἀπὸ τὴν Κόρινθο καὶ συνελήφθησαν κατὰ τὴν περίοδο τῆς βασιλείας τοῦ Δεκίου (249 – 251 μ.Χ.), γιατί ὁμολόγησαν μὲ παρρησία τὴν πίστη τους στὸν Χριστό. Ὁδηγήθηκαν ἐνώπιον τοῦ ἀνθύπατου Τερτίου, ὁ ὁποῖος ἦταν διοικητὴς τῆς Ἑλλάδος. Ὁ ἡγεμόνας ὑπέβαλλε σὲ φρικώδη βασανιστήρια τοὺς ἀθλητὲς αὐτοὺς τῆς πίστεως καὶ ὅλοι τους ἔλαβαν τὸ στεφάνι τοῦ μαρτυρίου.

Ὁ Ἅγιος Οὐϊκτωρίνος, ὁ Ἅγιος Οὐΐκτωρ καὶ ὁ Ἅγιος Νικηφόρος ρίφθηκαν κάτω ἀπὸ μεγάλη κυλινδρικὴ πέτρα ποὺ τοὺς συνέτριψε. Οἱ δήμιοι ἀπέκοψαν τὰ χέρια καὶ τὰ πόδια τοῦ Ἁγίου Κλαυδίου, τὴν κεφαλὴ τοῦ Ἁγίου Σαραπίνου καὶ ἔριξαν τὸν Ἅγιο Διόδωρο σὲ πυρακτωμένο καμίνι. Τὸν Ἅγιο Παπία τὸν ἔπνιξαν στὴ θάλασσα.
Στὸν Συναξαριστὴ τοῦ Ἁγίου Νικοδήμου ἡ μνήμη τους ἀναφέρεται καὶ στὶς 5 Ἀπριλίου.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ἡ Ἁγία Τρύφαινα ἡ Μάρτυς 

Ἡ Ἁγία Μάρτυς Τρύφαινα καταγόταν ἀπὸ τὴν Κύζικο τοῦ Ἑλλησπόντου. Ὁ πατέρας της ὀνομαζόταν Ἀναστάσιος καὶ ἦταν συγκλητικός. Ἡ μητέρα της, Σωκρατία, ἦταν Χριστιανή.

Κατὰ τὴν διάρκεια κάποιας τελετὴς πρὸς τιμὴν τοῦ θεοῦ Διονύσου ἐνέπαιξε τοὺς εἰδωλολάτρες γιὰ τὰ τελούμενα καὶ δίδασκε τὴν ἐπιστροφὴ ἀπὸ τὴν πλάνη στὴν ἀληθινὴ πίστη. Μόλις ἄκουσε αὐτὰ ὁ ἡγεμόνας Καισάριος, ἐξοργίσθηκε καὶ διέταξε νὰ συλλάβουν τὴν Ἁγία.

Ἡ διαταγὴ ἐκτελέσθηκε καὶ ἄρχισαν τὰ βασανιστήρια. Πρῶτα τὴν ἔριξαν σὲ πυρακτωμένο καμίνι, ἡ Ἁγία ὅμως διασώθηκε κατὰ θαυμαστὸ τρόπο καὶ στὴν συνέχεια τὴν κρέμασαν ψηλὰ καὶ τὴν ἄφησαν νὰ πέσει πάνω σὲ σιδερένια καρφιά. Κατόπιν τὴν ἔριξαν σὲ πεινασμένα θηρία. Ἕνας ἄγριος ταῦρος ὅρμησε καὶ διαμέλισε τὸ σῶμα αὐτῆς. Ἔτσι ἡ Ἁγία ἔλαβε τὸ ἔνδοξο στέφανο τοῦ μαρτυρίου.
Λένε ὅτι στὸν τόπο ποὺ χύθηκε τὸ αἷμα της, ἀνέβλυσε μία πηγὴ μὲ καθαρὸ νερό. Ἀπὸ τὸ νερὸ αὐτὸ ἔπαιρναν καὶ ἔπιναν οἱ γυναῖκες ποὺ μετὰ τὸν τοκετό τους δὲν εἶχαν γάλα. Ἔτσι, ἀμέσως, ὁ ὀργανισμός τους δημιουργοῦσε τὸ γάλα ποὺ χρειάζονταν, γιὰ νὰ θρέψουν τὰ νεογέννητα παιδιά τους.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Οἱ Ἅγιοι Ταρσίζιος, Ζωτικός, Κυριακὸς καὶ Σώκιος οἱ Μάρτυρες 

Οἱ Ἅγιοι Ταρσίζιος, Ζωτικός, Κυριακὸς καὶ Σώκιος μαρτήρησαν στὴν Ἀλεξάνδρεια. Δὲν ἔχουμε περισσότερες λεπτομέρειες γιὰ τὸν βίο τῶν Ἁγίων Μαρτύρων.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Οἱ Ἅγιοι Σατουρνίνος, Θύρσος καὶ Βίκτωρ οἱ Μάρτυρες

Τὸ μαρτύριο τῶν Ἁγίων ἀναφέρεται στὸ Ρωμαϊκὸ μαρτυρολόγιο.
Δὲν ἔχουμε περισσότερες λεπτομέρειες γιὰ τὸν βίο τῶν Ἁγίων Μαρτύρων.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ἅγιος Ἰούλιος ὁ Πρεσβύτερος ἐξ Αἰγίνης 

Ὅπως ἀναφέρεται στὸ Συναξάρι του, ὁ Ἅγιος Ἰούλιος γεννήθηκε τὸ 330 μ.Χ. στὴν Αἴγινα ἀπὸ εὔπορους καὶ εὐσεβεῖς γονεῖς ποὺ τὸν ἀνέθρεψαν μὲ παιδεία καὶ νουθεσία Κυρίου. Ἔμαθε τὰ ἐγκύκλια γράμματα στὴν Αἴγινα καὶ στὴν συνέχεια σπούδασε στὴν Ἀθήνα, μαζὶ μὲ τοὺς Ἁγίους Βασίλειο καὶ Γρηγόριο. Ἀφοῦ ἐπανέκαμψε στὴν Αἴγινα, ἀποφάσισε μαζὶ μὲ τὸν διάκονο Ἰουλιανό, νὰ μιμηθεῖ τὸν Ἀπόστολο τῶν ἐθνῶν Παῦλο καὶ νὰ κηρύξει τὸν Χριστό. Ἔτσι οἱ δύο Ἅγιοι πῆραν ἀποστολικὲς ράβδους καὶ παρέδωσαν τὸν ἑαυτό τους στὸν Κύριο.

Ὁ Ἐπίσκοπος τῶν Ἀθηνῶν χειροτόνησε τὸν Ἰούλιο Πρεσβύτερο. Κοσμημένος μὲ τὴν χάρη τῆς ἱεροσύνης ἐξῆλθε μαζὶ μὲ τὸν διάκονο Ἰουλιανό, γιὰ νὰ κηρύξει τὸ Εὐαγγέλιο καὶ νὰ βαπτίσει πολλοὺς Ἐθνικούς.
Στὰ τέλη τοῦ βίου του ἀναχώρησε στὸ Κούσιον τῆς λίμνης Ὄρτα, ὅπου μετὰ ἀπὸ ἄσκηση καὶ προσευχὴ κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 401 μ.Χ., σὲ ἡλικία 71 ἐτῶν.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ὅσιος Νικήτας ἐκ Κιέβου 

Ὁ Ὅσιος Νικήτας καταγόταν ἀπὸ τὴν Ρωσία καὶ ἦταν κατὰ σάρκα ἀδελφὸς τοῦ Ὁσίου Νίκωνος ( 23 Μαρτίου), ἡγουμένου τῆς Λαύρας τοῦ Κιέβου. Μόνασε στὴ μονὴ τῶν Σπηλαίων τοῦ Κιέβου, ἀλλὰ τὸ ἀνυπάκουο τοῦ χαρακτήρα του τὸν ὁδήγησε στὸ νὰ ἐγκαταλείψει τὴν κοινοβιακὴ ζωὴ καὶ τοὺς Πατέρες καὶ νὰ ζήσει, ὡς μοναχός, ἀπομονωμένος σὲ ἕνα κελὶ ποὺ ἔφτιαξε γιὰ τὸν ἑαυτό του. Ὁ Ὅσιος Νίκων, ποὺ δὲν ἔδωσε τὴν εὐλογία του γιὰ τὴν ἀπομάκρυνση τοῦ μοναχοῦ Νικήτα εἶδε μὲ θλίψη τὴν πράξη του καὶ περίμενε μὲ φόβο τὴν τιμωρία τῆς παρακοῆς του. Πράγματι, ἡ δοκιμασία δὲν ἄργησε νὰ ἔλθει. Μιὰ μέρα καὶ ἐνῶ ὁ Ὅσιος Νικήτας προσευχόταν, ὁ διάβολος μεταμορφωμένος σὲ Ἄγγελο Κυρίου, παρουσιάσθηκε μπροστά του καὶ τοῦ εἶπε νὰ μὴν προσεύχεται πλέον, ἀλλὰ νὰ μελετᾶ τὶς Ἁγίες Γραφές. Τὸ ἔργο τῆς προσευχῆς θὰ ἀναλάμβανε ἀντὶ τοῦ Ὁσίου ὁ ψευτοάγγελος. Ὁ Ὅσιος ὑπέκυψε στὸν πειρασμό. Νόμισε ὅτι κατὰ θεία παραχώρηση καὶ λόγω τῶν ἀσκητικῶν του ἀγώνων ὁ Θεὸς τοῦ χάρισε αὐτὴ τὴ μεγάλη δωρεά. Ἔτσι σταμάτησε τὴν προσευχὴ καὶ ἄρχισε τὴ μελέτη. Μελέτη ὅμως τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ χωρὶς προσευχὴ δὲν γίνεται. Ἔτσι ἡ καρδιά του περιέπεσε σὲ ἀκηδία καὶ πνευματικὸ λήθαργο, γι’ αὐτὸ δὲν κατάφερε νὰ τελειώσει οὔτε τὴν μελέτη τῆς Ἁγίας Γραφῆς.

Ὁ Ὅσιος ἄρχισε ξαφνικὰ νὰ προφητεύει μόνο τὰ μέλλοντα κακά: κλοπές, ἐγκλήματα, κακὲς ἐνέργειες καὶ πράξεις, ὅλα δηλαδὴ ἐκεῖνα ποὺ κατεργάζεται ὁ διάβολος, ὁ πατέρας τοῦ ψεύδους καὶ τῆς κακίας. Ἡ φήμη τοῦ ἁπλώθηκε παντοῦ καὶ ὅλοι τὸν θαύμαζαν γιὰ τὴν ἀκριβῆ ἐκπλήρωση τῶν προφητικῶν του λόγων. Οἱ Πατέρες τῆς μονῆς ἄρχισαν νὰ καταλαβαίνουν ὅτι ὁ Ὅσιος Νικήτας εἶχε πέσει σὲ πλάνη καὶ εἶχε ὁδηγηθεῖ ἀπὸ τὸν σατανὰ σὲ ὁδὸ ἀπωλείας. Ἔτσι ξεκίνησαν θερμὴ προσευχὴ γιὰ νὰ φωτισθεῖ ὁ νοῦς τοῦ Ὁσίου καὶ νὰ σωθεῖ. Χάρη στὴν προσευχὴ τῶν συνασκητῶν του, τῶν Ἁγίων ἐκείνων Πατέρων, ποὺ ἀπὸ ἀγάπη γιὰ τὸν ἄνθρωπο προσεύχονταν καὶ γιὰ τὸν ἀδελφό τους, ὁ νοῦς τοῦ Ὁσίου φωτίσθηκε καὶ ἄρχισε πάλι νὰ προσεύχεται καὶ νὰ βιώνει τοὺς ἀληθινοὺς καρποὺς τῆς μοναχικῆς πολιτείας, τῆς ἀρετῆς καὶ τῆς ἀσκήσεως. Ὁ Θεὸς ὄχι μόνο ἔκανε δεκτὴ τὴ μετάνοιά του, ἀλλὰ καὶ τὸν ἀξίωσε τοῦ χαρίσματος τῆς θαυματουργίας.
Λόγω τῆς ὁσιακῆς ζωῆς του ὁ Ἅγιος Νικήτας, τὸ ἔτος 1096, ἐξελέγη Ἐπίσκοπος Νόβγκοροντ. Ἀφοῦ ποίμανε ἀξίως καὶ θεοφιλῶς τὸ ποίμνιό του, κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 1109 καὶ τὸ ἱερὸ λείψανό του ἐνταφιάσθηκε στὸν ἱερὸ ναὸ τῶν Ἁγίων καὶ Δικαίων Θεοπατόρων Ἰωακεὶμ καὶ Ἄννης τοῦ Νόβγκοροντ.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ἅγιος Ἠλίας ὁ Νέος Ὁσιομάρτυρας τοῦ Ἀρδούνη 

Ὁ Ἅγιος Ὁσιομάρτυρας Ἠλίας γεννήθηκε στὴν Καλαμάτα ἀπὸ γονεῖς εὐσεβεῖς. Ἦταν στὸ ἐπάγγελμα κουρέας καὶ τύγχανε μεγάλης ὑπολήψεως ἀπὸ τοὺς προεστῶτες τῆς πόλεως.

Κάποτε, ἀπευθυνόμενος πρὸς τοὺς πρόκριτους τῆς Καλαμάτας, τοὺς προέτρεψε νὰ ἐνεργήσουν μὲ κάθε τρόπο, γιὰ νὰ ἐλαφρυνθοῦν οἱ Χριστιανοὶ ἀπὸ τὴν ἐπιβαλλόμενη βαριὰ φορολογία τῶν Τούρκων, ἐπειδὴ ὑπῆρχε ὁ κίνδυνος νὰ ἀρνηθοῦν τὴν πατρογονικὴ πίστη. Γενομένης λογομαχίας κατὰ τὴν συζήτηση αὐτή, ὁ Ἠλίας προσῆλθε στὸν κριτὴ καὶ ἀπέπτυσε τὴν χριστιανικὴ πίστη. Ἦλθε ὅμως στὸν ἑαυτό του καὶ μετανόησε γιὰ τὸ ἁμάρτημά του.
Ἐλεγχόμενος ἀπὸ τὴ συνείδησή του ἀπῆλθε στὸ Ἅγιον Ὄρος, ὅπου καὶ μόνασε ἐπὶ ὀκτὼ χρόνια, ἀσκούμενος μὲ ἀρετὴ καὶ προσευχὴ γιὰ τὸ μαρτύριο. Ἐπανῆλθε στὴν Καλαμάτα καὶ ἐνώπιον τοῦ κριτοῦ ὁμολόγησε τὴν πίστη του στὸν Ἅγιο Θεό. Μετὰ τὰ φρικτὰ βασανιστήρια οἱ Τοῦρκοι τὸν ἔκαψαν ζωντανὸ τὸ ἔτος 1686.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Καλαμῶν θεῖος γόνος καὶ ἐγκαλλώπισμα, Ὁσιομάρτυς Ἠλία ἀξιοθαύμαστε, ἀνεδείχθης ἀληθῶς δόξῃ τῇ κρείττονι, ὡς ἀσκήσας ἱερῶς, καὶ ἀθλήσας ἀνδρικῶς, ὑπὲρ Χριστοῦ τοῦ Σωτῆρος· ὃν ἐκδυσώπει ἀπαύστως, ἐλεηθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

 

Κοντάκιον. Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Ἐν ἀσκήσει πρότερον, θεοφιλεῖ διαπρέψας, ἐν ἀθλήσει ὕστερον, ὑπὲρ Χριστοῦ ἠγωνίσω· πᾶσαν γὰρ, ἐχθροῦ τὴν πλάνην καταπαλαίσας, ἤνεγκας, πυρὸς τὴν καῦσιν ἀνδρειοφρόνως, καὶ θεόθεν ἐδοξάσθης, Ὁσιομάρτυς Ἠλία ἔνδοξε.

 

Μεγαλυνάριον.
Χαίροις Ἐκκλησίας νέος ἀστήρ, Ἠλία θεόφρον, Καλαμαίων ἡ καλλονή· χαίροις ὁ πηγάζων, ἐκ τῆς σεπτῆς σου κάρας, θαυμάτων θεῖα ῥεῖθρα, τοῖς σὲ γεραίρουσι.

Σύναξις Ὑπεραγίας Θεοτόκου τῆς Κορωνιωτίσσης ἢ Δακρυρροούσης 

Ἡ εἰκόνα τῆς Παναγίας τῆς Κορωνιώτισσας ἢ Δακρυροούσας φυλάσσεται στὴν ὁμώνυμη μονὴ τοῦ Ληξουρίου τῆς νήσου Κεφαλληνίας. Ἡ Παναγία κατὰ τὴν ἡμέρα αὐτὴ διέσωσε τὴ μονὴ ἀπὸ τὸν ἰσχυρὸ σεισμὸ τοῦ ἔτους 1867.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ὅσιος Ἀρσένιος ὁ ἐν Πάρῳ 

Ὁ Ὅσιος Ἀρσένιος γεννήθηκε στὰ Ἰωάννινα τὸ ἔτος 1800 καὶ ὀνομαζόταν Ἀθανάσιος. Ἀπὸ μικρὴ ἡλικία ἔμεινε ὀρφανὸς καὶ σὲ ἡλικία ἐννέα ἐτῶν μετέβη στὶς Κυδωνὶες τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, ὅπου σπούδασε στὴν ὀνομαστικὴ σχολὴ τῆς πόλεως ἔχοντας ὡς σχολάρχη τὸν περίφημο διδάσκαλο ἱερομόναχο Γρηγόριο Σαράφη. Κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη τῆς φοιτήσεώς του συνδέθηκε μὲ τὸν πνευματικὸ Γέροντα Δανιὴλ ἀπὸ τὴ Ζαγορὰ τοῦ Πηλίου, ἕναν ἀπὸ τοὺς ὀνομαστοὺς πνευματικοὺς τῆς ἐποχῆς ἐκείνης καὶ ἔγινε ὑποτακτικός του.

Τὸ ἔτος 1815 ὁ Ἅγιος ἀναχώρησε γιὰ τὸ Ἅγιον Ὄρος μὲ τὸν Γέροντα Δανιὴλ καὶ ἐκεῖ ἐκάρη μοναχός. Ἀργότερα χειροτονήθηκε Διάκονος παρὰ τὶς ἀντιδράσεις του, καθὼς δὲν θεωροῦσε τὸν ἑαυτὸ τοῦ ἄξιο καὶ μετὰ ἀπὸ ἑξαετῆ παραμονὴ στὸ Ἅγιον Ὄρος ἦλθε καὶ πάλι μὲ τὸν Γέροντά του, στὴ μονὴ Πεντέλης στὴν Ἀθήνα. Ὅμως καὶ ἀπὸ ἐδῶ ἀναγκάστηκαν νὰ φύγουν, γιατί ἄρχισε ἡ ἐπανάσταση κατὰ τῶν Τούρκων. Στὴ συνέχεια μετέβησαν στὶς Κυκλάδες, ὅπου ὁ Ὅσιος χειροτονήθηκε τὸ 1817 Πρεσβύτερος.

Ὁ Ὅσιος Ἀρσένιος ἔδρασε κυρίως στὴν Πάρο καὶ τὴ Φολέγανδρο, ὅπου δίδαξε ἀπὸ τὸ 1829 μέχρι τὸ 1840.

Μετὰ τὴν κοίμηση τοῦ Γέροντά του Δανιήλ, ὁ Ὅσιος ἀσκήτεψε στὴ μονὴ Λογγοβάρδας τῆς Πάρου. Κοιμόταν καὶ ἔτρωγε ἐλάχιστα καὶ συνεχῶς ἀγρυπνοῦσε, προσευχόμενος γιὰ τὰ πνευματικά του τέκνα καὶ τὴ σωτηρία τοῦ κόσμου. Βασική του τροφὴ ἦταν ἡ ἀνάγνωση τῶν θείων Γραφῶν καὶ τῶν συγγραμμάτων τῶν Ἁγίων Πατέρων. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Ὅσιος θεωροῦσε τὴ μικρή του βιβλιοθήκη ὡς κῆπο τερπνότατο καὶ ὡραιότατο μὲ ἀγλαόκαρπα δένδρα, πλήρη ἀπὸ εὔχυμους καρπούς.

Ὁ Ὅσιος ἀγαποῦσε τοὺς πάντες χωρὶς διακρίσεις. Περισσότερο ὅμως ἀγαποῦσε τοὺς ἀσθενεῖς, τοὺς ὁποίους διακονοῦσε μὲ μεγάλη προθυμία.

Ὅταν τὸ 1861, κοιμήθηκε ὁ ἡγούμενος τῆς μονῆς, εὐσεβὴς ἱερομόναχος Ἠλίας, οἱ πατέρες ἐξέλεξαν ἡγούμενο καὶ προϊστάμενό τους τὸν Ὅσιο Ἀρσένιο, ὁ ὁποῖος τοὺς ποίμανε μὲ θεοφιλὴ καὶ θεάρεστο τρόπο. Λίγα χρόνια ἀργότερα παραιτήθηκε, γιὰ νὰ ἀσχοληθεῖ ἀπερίσπαστα μὲ τὸ ἔργο τῆς ἱερᾶς ἐξομολογήσεως.
Ὁ Ὅσιος κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 1877. Ἡ ἀνακομιδὴ τῶν λειψάνων του ἔγινε τὸ ἔτος 1938 καὶ ἑορτάζεται στὶς 10 Αὐγούστου. Τὰ ἱερὰ λείψανά του φυλάσσονται μὲ εὐλάβεια στὴ Μονὴ Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος Πάρου.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

ΤΑ ΠΡΟΣΩΠΑ ΤΩΝ ΤΡΙΩΝ ΙΕΡΑΡΧΩΝ 

Ἡ αἰτία γιά τήν εἰσαγωγή τῆς ἑορτῆς τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν στήν Ἐκκλησία εἶναι τό ἑξῆς γεγονός: Κατά τούς χρόνους τῆς βασιλείας τοῦ Ἀλεξίου τοῦ Κομνηνοῦ, ὁ ὁποῖος διαδέχτηκε στή βασιλική ἐξουσία τόν Βοτανειάτη, ἔγινε στήν Κωνσταντινούπολη φιλονικία ἀνάμεσα σέ λόγιους καί ἐνάρετους ἄνδρες. Ἄλλοι θεωροῦσαν ἀνώτερο τόν Μέγα Βασίλειο, χαρακτηρίζοντάς τον μεγαλοφυΐα καί ὑπέροχη φυσιογνωμία, ἀφοῦ μέ τίς ὁμιλίες του ἐρεύνησε σέ βάθος τή φύση τῶν ὄντων, μέ τίς ἀρετές του ἁμιλλοῦνταν μέ τούς ἀγγέλους, δέν συγχωροῦσε πρόχειρα καί εὔκολα τούς ἁμαρτάνοντες καί ἀφοῦ κατά τό ἦθος ἦταν σοβαρός καί δέν εἶχε τίποτε τό γήνινο. Τόν θεῖο Χρυσόστομο τόν ὑποβίβαζαν, μέ τήν αἰτιολογία ὅτι, σέ ἀντίθεση πρός τόν Μέγα Βασίλειο, συγχωροῦσε τούς ἁμαρτάνοντες εὔκολα, χωρίς τόν ἐπιβαλλόμενο ἔλεγχο.

Ἄλλοι τοποθετοῦσαν ψηλά τόν θεῖο Χρυσόστομο καί τόν θεωροῦσαν ἀνώτερο ἀπό τόν Μέγα Βασίλειο καί τόν Γρηγόριο μέ τήν αἰτιολογία, ὅτι ἦταν πιό συγκαταβατικός στίς διδασκαλίες του, ὅτι μέ τήν ὡραία καί σαφή διατύπωση τῶν νοημάτων καί σκέψεών του καθοδηγοῦσε ἀποτελεσματικά τούς ἀνθρώπους καί τούς προσέλκυε στή μετάνοια, ὅτι εἶχε συγγράψει πλῆθος μελίρρυτους λόγους καί ὅτι διακρινόταν γιά τή ρητορική του δεινότητα.

Καί, τέλος, ἄλλοι προκείμενοι στό Γρηγόριο τό Θεολόγο, θεωροῦσαν αὐτόν ἀνώτερο ἀπό τούς δύο ἄλλους, δηλαδή ἀπό τόν Βασίλειο καί τόν Χρυσόστομο. Καί τοῦτο, γιατί, ὅπως ἔλεγαν, μέ τήν κομψή καί ποικιλμένη φράση του, τούς βαθυστόχαστους λόγους του καί τό γοητευτικό καί πλούσιο λεξιλόγιό του ὑπερέβη ὅλους τούς ξακουστούς γιά τήν ἑλληνική παιδεία καί φιλοσοφική συγκρότηση καί ὅλους τούς διακρινόμενους γιά τήν ἐκκλησιαστική παιδεία καί θεολογική κατάρτιση.

Ἡ φιλονικία αὐτή εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα νά διαιρεθοῦν τά πλήθη τῶν χριστιανῶν καί ἄλλοι ὀνομάζονταν Ἰωαννίτες, ἄλλοι Βασιλεῖτες καί ἄλλοι Γρηγορίτες.

Γύρω λοιπόν ἀπό τά ὀνόματα αὐτά συνεχιζόταν ἡ φιλονικία καί κάθε ὁμάδα ἔμενε σταθερή στή θέση της. Μετά ἀπό χρόνια ὅμως ἐμφανίστηκαν οἱ μέγιστοι αὐτοί Ἱεράρχες, πρῶτα καθένας χωριστά καί στή συνέχεια καί οἱ τρεῖς μαζί, στόν Ἰωάννη, τόν ἐπίσκοπο τῆς πόλεως Εὐχαΐτων, κάποια ὥρα πού ἑρμήνευε ἱερά κείμενα. Ὁ Ἰωάννης εἶχε μεγάλη θεολογική κατάρτιση, ἀλλά καί γνώση τῆς ἑλληνικῆς παιδείας, ὅπως φαίνεται ἀπό τά συγγράμματά του. Εἶχε φτάσει, ἐπίσης, στό ἄκρο τῆς ἠθικῆς τελειότητας. Ἐμφανίστηκαν, λέγω, στόν Ἰωάννη - καί ἐμφανίστηκαν στ' ἀλήθεια, ὄχι σέ ὄνειρο - καί τοῦ εἶπαν: "Ἐμεῖς, ὅπως βλέπεις, εἴμαστε ἕνα ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καί δέν ὑπάρχει καμιά ἀντίθεση οὔτε ἀντιδικία ἀνάμεσά μας. Ὅμως, κάτω ἀπό τίς ἰδιαίτερες χρονικές συγκυρίες καί περιστάσεις πού βρέθηκε καθένας μας, κινούμενοι καί καθοδηγούμενοι ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα, γράψαμε σέ συγγράμματα, καί μέ τόν τρόπο του ὁ καθένας, διδασκαλίες πού βοηθοῦν τούς ἀνθρώπους νά βροῦν τό δρόμο τῆς σωτηρίας. Ἐπίσης, τίς βαθύτερες θεῖες ἀλήθειες, στίς ὁποῖες μπορέσαμε νά διεισδύσουμε μέ τό φωτισμό τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τίς συμπεριλάβαμε σέ συγγράμματα πού ἐκδώσαμε. Καί ἀνάμεσά μας δέν ὑπάρχει οὔτε πρῶτος οὔτε δεύτερος· ἀλλά, ἄν εἰπεῖς τόν ἕνα, συμπορεύονται δίπλα του καί οἱ δύο ἄλλοι. Σήκω λοιπόν καί δῶσε ἐντολή στούς φιλονικοῦντες νά σταματήσουν τίς ἔριδες καί νά παύσουν νά χωρίζονται γιά ἐμᾶς. Γιατί ἐμεῖς, καί στήν ἐπίγεια ζωή πού ἤμασταν καί στήν οὐράνια πού μεταβήκαμε, φροντίζαμε καί φροντίζουμε νά εἰρηνεύουμε καί νά ὁδηγοῦμε σέ ὁμόνοια τόν κόσμο. Καί ὅρισε μία ἡμέρα νά ἑορτάζεται ἀπό κοινοῦ ἡ μνήμη μας· καί, καθώς εἶναι χρέος σου, νά ἐνεργήσεις νά εἰσαχθεῖ ἡ ἑορτή στήν Ἐκκλησία καί νά συνταχθεῖ ἡ ἱερή ἀκολουθία. Ἀκόμη ἕνα χρέος σου· νά παραδώσεις στίς μελλοντικές γενιές ὅτι ἐμεῖς εἴμαστε ἕνα γιά τό Θεό. Βεβαίως καί ἐμεῖς θά συμπράξουμε γιά τή σωτηρία ἐκείνων πού θά ἑορτάζουν τή μνήμη μας, γιατί νομίζουμε πώς ἔχουμε καί ἐμεῖς κάποια παρρησία ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ". Ἀφοῦ, λοιπόν, εἶπαν τά λόγια αὐτά, φάνηκαν ὅτι πέταξαν πρός τόν οὐρανό, καταλαμπόμενοι ἀπό ἕνα φῶς ὑπερκόσμιο καί καλώντας ὀνομαστικά ὁ ἕνας τόν ἄλλο.

Ὕστερα ἀπό τό θαυμαστό αὐτό γεγονός, ὁ θεῖος ἐκεῖνος ἄνδρας, ὁ ἐπίσκοπος Εὐχαΐτων Ἰωάννης, σηκώθηκε καί ἔκαμε ὅ,τι τοῦ εἰσηγήθηκαν οἱ Ἅγιοι. Ἐπέβαλε δηλαδή τήν ἠρεμία καί τή γαλήνη καί στό πλῆθος καί στούς φιλονικοῦντες λογίους καί ἐνάρετους ἄνδρες (καί αὐτό ἔγινε εὔκολα, γιατί ἦταν ξακουστός γιά τήν ἀρετή του καί τόν σέβονταν) καί εἰσήγαγε στήν Ἐκκλησία τήν ἑορτή τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν, ὥστε νά ἑορτάζονται ἀπό κοινοῦ καί νά δοξάζεται ὁ Θεός.

Καί τώρα πρόσεξε τή σύνεση τοῦ ἀνδρός: Ἐπειδή βρῆκε ὅτι μέσα στόν Ἰανουάριο μήνα ὑπῆρχαν ἑορτές καί γιά τούς τρεῖς αὐτούς Ἁγίους, στή 1 Ἰανουαρίου γιά τό Μέγα Βασίλειο, στίς 25 γιά τόν θεῖο Γρηγόριο καί στίς 27 γιά τόν θεῖο Χρυσόστομο, τούς ἕνωσε καί σέ μιά κοινή ἑορτή, στίς 30 Ἰανουαρίου, τήν ὁποία καί στόλισε μέ κανόνες καί τροπάρια καί λόγους ἐγκωμιαστικούς, ὅπως τούς ταίριαζε. Καί, καθώς νομίζω, τά ἄσματα τῆς ἀκολουθίας αὐτῆς τά συνέθεσε ὁ Ἰωάννης κατά νεύση καί φωτισμό τῶν τριῶν ἁγίων Ἱεραρχῶν, καί ἔτσι ὄχι μόνον δέν ὑπολείπονται σέ τίποτε ἀπό παρόμοια πού ἔχουν σκοπό τόν ἔπαινο Ἁγίων, ἀλλά εἶναι ἀνώτερα ἀπό ὅλα αὐτά· καί θά εἶναι καί ἀνώτερα ἀπό ὅσα μελλοντικά θά συνταχθοῦν.

Οἱ Τρεῖς Ἱεράρχες, ὡς πρός τή σωματική διάπλαση καί τή μορφή τοῦ προσώπου εἶχαν τά ἑξῆς χαρακτηριστικά γνωρίσματα:

Καί ἀρχίζουμε ἀπό τόν ἱερό Χρυσόστομο: Ὁ θεῖος αὐτός ἱεράρχης ἦταν πολύ μικρόσωμος, εἶχε ὅμως μεγάλο κεφάλι αἰωρούμενο στούς ὤμους του· ἦταν ὑπερβολικά λεπτόσαρκος· εἶχε μακριά μύτη καί πλατιά ρουθούνια· ἦταν πολύ ὠχρός καί λευκός μαζί· εἶχε βαθουλωτές τίς κόγχες τῶν ματιῶν καί μεγάλους τούς βολβούς, καί ἐξαιτίας αὐτοῦ συνέβαινε νά παρουσιάζει μέ τά μάτια του πιό χαρούμενη ὄψη, ἄν καί μέ τά ὑπόλοιπα χαρακτηριστικά του φανέρωνε ἄτομο βασανισμένο· τό μέτωπό του ἦταν μεγάλο, χωρίς τρίχες καί χαραγμένο μέ πολλές ρυτίδες· εἶχε μεγάλα αὐτιά, γένια μικρά, πολύ ἀραιά καί λευκά καί, τέλος, τά σαγόνια βαθουλωμένα στό ἔπακρο ἐξαιτίας τῆς νηστείας.

Τόσο ἀκόμη γι' αὐτόν εἶναι ἀνάγκη νά ποῦμε: Μέ τούς λόγους του καί τή ρητορική του δεινότητα καί ἰδιαίτερα μέ τό πλάτος καί τό βάθος τῶν νοημάτων καί μέ τή σαφήνεια καί κομψότητα τῆς ἐκφράσεως ὑπερέβαλε ὅλους τούς σοφούς καί ρήτορες τῶν Ἑλλήνων. Διασαφήνισε καί ἑρμήνευσε τόσο τέλεια τήν Ἁγία Γραφή ὅσο κανένας ἄλλος· καί, ἔτσι, συνέβαλε τόσο πολύ στό εὐαγγελικό κήρυγμα, ὥστε, ἄν δέν ἐμφανιζόταν αὐτός ὁ Ἅγιος - ἄν καί εἶναι τολμηρό νά πεῖ κανείς κάτι τέτοιο, - ἔπρεπε νά κατέβει στή γῆ γιά δεύτερη φορά ὁ Χριστός καί νά κηρύξει τό Εὐαγγέλιό Του στούς ἀνθρώπους. Καί, τέλος, ὡς πρός τήν ἀρετή, καί στήν πράξη καί στή θεωρία, ἔφτασε σέ τόσον ὕψος, ὥστε ὑπερέβαλε τούς πάντες πέρα ὥς πέρα, καί χρημάτισε πηγή ἐλεημοσύνης καί ἀγάπης, ὄντας ἀξιοζήλευτο ὑπόδειγμα στή φιλαδελφία καί διδασκαλία.

Ὁ ἱερός Χρυσόστομος ἔζησε ἑξήντα τρία ἔτη (354-407 μ.Χ.) καί ἐποίμανε τήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ ἐπί ἕξι ἔτη ὡς πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως.

Συνεχίζουμε μέ τόν Μέγα Βασίλειο: Ὁ μεγάλος αὐτός Ἅγιος εἶχε ὑψηλό ἀνάστημα καί εὐθυτενή κορμοστασιά· ἦταν ξερακιανός καί λιπόσαρκος· ἡ μύτη του ἦταν ἐπιμήκης καί τά φρύδια του καμπύλα· τό δέρμα τοῦ μετώπου του, πάνω ἀπό τά φρύδια, ἦταν ζαρωμένο· ἔμοιαζε μέ ἄνθρωπο παραδομένο στίς μέριμνες καί στίς στοχαστικές σκέψεις· τό μέτωπό του εἶχε λίγες ρυτίδες· τά μάγουλά του ἦταν ἐπιμήκη καί οἱ κρόταφοί του βαθουλοί· τά μαλλιά τοῦ κεφαλιοῦ του ἦταν λιγοστά καί κοντά· εἶχε ἀρκετά ἐπιμήκη γενειάδα καί, τέλος, τά μαλλιά καί τά γένια του ἦταν γκριζωπά.

Ὁ ἅγιος αὐτός Πατήρ στούς λόγους του ὑπῆρξε ἀνώτερος ὄχι μόνο ἀπό τούς σύγχρονούς του σοφούς καί πεπαιδευμένους, ἀλλά καί ἀπό αὐτούς ἀκόμη τούς παλαιούς. Σπούδασε ὅλες τίς ἐπιστῆμες τῆς ἐποχῆς του καί ἔκαμε κτῆμα του ὁλόκληρο τό πλάτος καί βάθος τοῦ περιεχομένου καθεμιᾶς ξεχωριστά. Καί ὄχι λιγότερο ἄσκησε τήν διά πράξεως φιλοσοφία καί μέσω αὐτῆς προχώρησε στή θεωρία τῶν ὄντων. Μόλις συμπλήρωσε τά σαράντα πέντε του χρόνια ἀνῆλθε στό θρόνο τῆς ἀρχιερωσύνης καί ἐποίμανε τήν Ἐκκλησία ἐπί πέντε ἔτη.

Καί τελειώνουμε μέ τόν Γρηγόριο: Ὁ θεῖος αὐτός Πατήρ, ὡς πρός τό σῶμα γενικά, εἶχε μέτριο ἀνάστημα· εἶχε λιγάκι ὠχρό, ἀλλά χαρούμενο πρόσωπο· ἡ μύτη του ἦταν πλατιά μέ προεξέχοντα τά ρουθούνια· τά φρύδια του ἦταν ἴσια· τό βλέμμα του ἦταν ἥμερο καί γλυκύ· τό ἕνα του μάτι, τό δεξιό, φαινόταν κάπως σκυθρωπό ἐξαιτίας τῆς οὐλῆς πού τοῦ εἶχε ἀφήσει κάποιος τραυματισμός στή γωνία τῶν βλεφάρων· τά γένια του δέν ἦταν μακριά, ἦταν ὅμως πολύ πυκνά· ἦταν ἀρκετά φαλακρός καί οἱ τρίχες του ἦταν λευκές καί, τέλος, τά ἄκρα τῆς γενειάδας του φαίνονταν σάν περικαπνισμένα.

Ἀλλά ἀξίζει νά ποῦμε καί τό ἑξῆς γι' αὐτόν: Ἄν ἔπρεπε νά ἀπαρτιστεῖ ἀνάμεσα στούς ἀνθρώπους μιά ὁλοκληρωμένη εἰκόνα καί στήλη φωτεινή, συναποτελούμενη ἀπό ὅλες τίς ἐπιμέρους ἀρετές, αὐτό ἀκριβῶς ἦταν ὁ μέγας Γρηγόριος. Καί πραγματικά, μέ τή λαμπρότητα του βίου του ἀναδείχτηκε ὑπέρτερος ἀπό ὅλους ἐκείνους πού εὐδοκίμησαν στήν ἀρετή. Ἐπίσης ἔφτασε σέ τόσον ὕψος θεολογικοῦ στοχασμοῦ, ὥστε ὅλοι νά εἶναι ὑποδεέστεροι ἀπό αὐτόν στή σοφία, καί σ' ἐκείνην πού διαπιστώνεται στούς καλλιεπεῖς καί βαθυστόχαστους λόγους του καί σ' ἐκείνην πού διαπιστώνεται στόν τρόπο καί στήν εὐστοχία μέ τήν ὁποία ὁ Ἅγιος διατυπώνει τά δόγματα, καί εἰδικότερα τό περί Θεοῦ δόγμα, γεγονός πού συνετέλεσε νά τοῦ δοθεῖ ἡ ἐπίζηλη προσωνυμία Θεολόγος.

Ὁ Γρηγόριος ὁ Θεολόγος ἐποίμανε τήν Ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ὡς πατριάρχης, ἐπί δώδεκα χρόνια. Ἔζησε περισσότερα ἀπό ὀγδόντα χρόνια.

 

Δάσκαλοι καί σπουδές

Οἱ Σχολές, τά χρόνια πού ὁ Γρηγόριος ἔφτασε στήν Ἀθήνα, βρίσκονταν οἱ περισσότερες κάτω ἀπό τόν Ἄρειο Πάγο, κοντά στό ναό τοῦ Ἡφαίστου (Θησεῖο), ἀπέναντι ἀπό τό στοά τοῦ Ἀττάλου. Ἐκεῖ, μέσα κι ἔξω ἀπό τίς Σχολές, μαζεύονταν καθημερινά οἱ φοιτητές σέ ὁμάδες. Ἡ κάθε μία γιά τό δικό της δάσκαλο ἤ τούς δασκάλους. Ὁ Γρηγόριος παρακολούθησε τά μαθήματα τοῦ πιό φημισμένου τότε ρήτορα, τοῦ Προαιρεσίου. Τύχαινε μάλιστα ὁ Προαιρέσιος νά ἦταν καί χριστιανός. Ὅλοι τόν θεωροῦσαν ὡς τόν καλύτερο σοφιστή τῆς ἐποχῆς. Ὅταν μάλιστα δίδαξε γιά λίγο στή Ρώμη, ἐντυπωσίασε τόσο πολύ, πού τοῦ ἔφτιαξαν ἄγαλμα. Ἐντυπωσίαζε ἰδιαίτερα, γιατί εἶχε ταλέντο αὐτοσχεδιασμοῦ. Μεγάλο τότε σοφιστή θεωροῦσαν ἐκεῖνον, πού ἄκουγε ἀπό ἕναν ἀκροατή τό θέμα καί ἄρχιζε ἀμέσως νά τό ἀναπτύσσει. Καί ὁ Προαιρέσιος σ' αὐτό ἦταν δεξιοτέχνης, κυριολεκτικά ἰδιοφυΐα.

Ὁ Γρηγόριος ἄκουσε καί ἄλλους δασκάλους. Τόν Ἱμέριο καί πιθανότατα καί τόν Πρίσκο, πού ἦταν καί οἱ δύο ἐθνικοί, ἄξιοι καί φημισμένοι ἐπίσης.

Ἐκτός ἀπό τά μαθήματα φιλολογίας καί φιλοσοφίας, ἄνοιξε τό ἀχόρταγο πνεῦμα του καί σέ ἄλλους κλάδους, ὅπως ἡ ἀστρονομία, ἡ γεωμετρία καί ἡ ἀριθμητική. Βέβαια σ' αὐτούς δέν ἀφιέρωσε πολύ χρόνο. Τόν πολύ του χρόνο κρατοῦσε γιά τή φιλοσοφία. Πάντως ἀπέκτησε καλή κατάρτιση καί στούς κλάδους αὐτούς. Καταλάβαινε τότε τή φιλοσοφία ὡς πεμπτουσία γνώσεως, ἐπιστέγασμα ὅλων τῶν ἐπιστημῶν.

Ἡ ζωή τοῦ Γρηγορίου στήν Ἀθήνα ἤτανε γεμάτη. Ἐκμεταλλευότανε δασκάλους καί ρήτορες. Ὅ,τι σπουδαῖο εἶχαν αὐτοί νά δώσουν τό ἔπαιρνε. Τό πνεῦμα του ρουφοῦσε τή σκέψη τους. Καθώς ὅμως ἄκουγε ἤ διάβαζε τή σκέψη τους, ἔβαζε σέ λειτουργία τό ἰσχυρό διυλιστήριο. Ἦταν ὁ ἴδιος τό ἰσχυρότερο πνευματικό διυλιστήριο τῆς ἐποχῆς. Καί κάθε τι πού ἄκουγε τό διύλιζε προσεκτικά καί γρήγορα. Ἦταν πνεῦμα κριτικό. Δέν ἀποταμίευε ἁπλῶς γνώσεις. Σπούδαζε κι ἐρευνοῦσε κι ἔκρινε καί ἀξιολογοῦσε τό πᾶν. Γι' αὐτό ἡ φιλοσοφική σκέψη, ὄχι μόνο δέν ἀδυνάτιζε τήν πίστη του, ἀλλά ἔμμεσα τήν στερέωνε καί τήν ἐπιβεβαίωνε.

 

Ἡ πρώτη χριστιανική φοιτητική ὁμάδα

Συμφοιτητές καί φίλοι τῶν χρόνων ἐκείνων τόν θαύμαζαν καί προσπαθοῦσαν νά τόν μιμηθοῦν. Ὁ Ἡσύχιος, ὁ Τερέντιος, ὁ Σωφρόνιος, ὁ Εὐσέβιος, ὁ Κέλσος καί ὁ Εὐστόχιος τόν πρόσεχαν σέ ὅλα.

Μέ τούς νέους αὐτούς φοιτητές πού ἀργότερα θά γίνουν ἀνώτεροι κρατικοί ὑπάλληλοι καί ἐπίσκοποι, εἶχε μεγάλο σύνδεσμο. Οἱ περισσότεροι ἀνῆκαν καί στήν ὁμάδα τῶν χριστιανῶν φοιτητῶν τῆς Ἀθήνας. Σιγά-σιγά καί χωρίς τυμπανοκρουσίες, οἱ χριστιανοί φοιτητές, οἱ πιό συνειδητοποιημένοι, συνάχθηκαν γύρω ἀπό τό Γρηγόριο καί τό Βασίλειο. Τούς εἶχαν ὅλοι καί τούς δύο πρότυπο καί στήριγμα. Οἱ δύο τους πρώτευαν σέ ὅλα: στή γνώση καί στή χριστιανική ἀρετή. Ἀρχηγός βέβαια ἦταν ὁ Βασίλειος. Τέτοιες θέσεις δέν ταιριάζανε στό χαρακτήρα τοῦ Γρηγορίου. Ὅ,τι σχετιζότανε μέ πρωτοβουλίες τ' ἄφηνε πάντα στό Βασίλειο, ἐκεῖνος εἶχε χαρακτήρα θεληματικό, γεννήθηκε γιά ἀρχηγός. Καί ὁ Θεός τοῦ ἔδωσε ἀπό τότε σύνεση, ὥστε οἱ πρωτοβουλίες του νά εἶναι γιά τό καλό τοῦ κόσμου ὅλου.

Ἡ ὁμάδα τῶν χριστιανῶν φοιτητῶν τῆς Ἀθήνας ἔγινε γνωστή ὄχι μόνο στήν Ἀθήνα καί τήν Ἑλλάδα, μά σ' ὅλη τήν ἔκταση τῆς ἀπέραντης ρωμαϊκῆς αὐτοκρατορίας. Ἡ φήμη τους ἔτρεξε παντοῦ. Τά στόματα τῶν φοιτητῶν, πού προέρχονταν ἀπ' ὅλα τά πλάτη καί τά μήκη τοῦ τότε πολιτισμένου κόσμου, πληροφοροῦσαν, πηγαινοερχόμενοι στίς πατρίδες τους, τήν ὕπαρξη καί τή δράση τῆς ὁμάδας.

Ἀλλά βέβαια ἡ ὁμάδα τούτη ἔγινε ὀνομαστή ἕνεκα τοῦ Βασιλείου καί τοῦ Γρηγορίου. Αὐτοί τῆς ἔδωσαν πνευματική δύναμη κι αἴγλη. Ἕνεκα τῆς μεγαλωσύνης τῶν δύο, στράφηκαν ὅλοι νά τήν ἰδοῦν· ἄλλοι νά τήν θαυμάσουν - οἱ χριστιανοί - καί ἄλλοι νά τήν φθονήσουν - οἱ ἐθνικοί.

Τόση ἐντύπωση σέ δασκάλους καί μαθητές ἔκαναν ὁ Γρηγόριος καί ὁ Βασίλειος, ὥστε οἱ δυό τους ἀπέκτησαν ὅση φήμη στόν κόσμο ὅλο εἶχαν οἱ περίφημοι δάσκαλοι τῶν Ἀθηνῶν.

Ἀριστοκράτες στό ἦθος, στήν καταγωγή καί στήν σκέψη καί γαλουχημένοι μέ τά νάματα τῆς ἑλληνικῆς σκέψεως καί παιδείας συνεδύασαν τήν ἑλληνική παράδοση μέ τήν χριστιανική διδαχή καί ἀπό αὐτή τήν ἄποψη μεταβλήθηκαν σέ ἐθνικά σύμβολα, συνεχιστές τῆς φιλολογικῆς, φιλοσοφικῆς καί λογοτεχνικῆς κληρονομίας τῆς ἀρχαίας Ἑλλάδος.

Ἀπό αὐτή τήν σκοπιά ἐξεταζομένη ἡ προσφορά τους παραμένει ἀνεπανάληπτη καί πολύτιμη. Διότι ἐπιχειροῦν μία ὑπέρβαση πρός τήν κλασσική ἐποχή καί ζητοῦν νά ἀποκαταστήσουν τήν καθαρότητα τοῦ ἑλληνικοῦ λόγου, ὁ ὁποῖος ὡς ἐκφραστικό μέσο εἶχεν ὑποστῇ μιά φθορά, φυσική καί μοιραία, λόγῳ τῆς ἐξαπλώσεως τῆς γλώσσης σέ οἰκουμενική κλίμακα καί λόγῳ τῆς διαφορετικῆς πολιτιστικῆς καταγωγῆς τῶν ἀνθρώπων, πού ἔκαμαν γλῶσσα τους τήν ἑλληνική.

Αὐτή ἡ παραφθορά τῆς γλώσσης εἶναι ἐμφανής στά ἑλληνιστικά κείμενα, στήν ἑλληνιστική φιλοσοφία, ἀκόμη δέ καί σέ ὡρισμένα βιβλία τῆς Καινῆς Διαθήκης καί στήν μετάφραση τῆς Π.Δ. ἀπό τούς Ο´ ἑρμηνευτές τῆς Ἀλεξανδρείας.

Στήν συνέχεια ἡ φιλοσοφική σκέψη καί ὁρολογία ἀπετέλεσε τό ὄργανο μέ τό ὁποῖο οἱ Τρεῖς αὐτοί σοφοί διετύπωσαν τίς θεολογικές τους διδασκαλίες.

Οἱ μελετητές τῶν ἔργων τοῦ Μ. Βασιλείου διαπιστώνουν τό φιλοσοφικό ὑπόστρωμα καί τόν φιλοσοφικό τρόπο τοῦ σκέπτεσθαι. Στά ἔργα τοῦ διανοητοῦ Βασιλείου παρελαύνουν οἱ στοχαστές τῆς ἀρχαιότητος, Πλάτων, Ἀριστοτέλης, Στωικοί, Πλούταρχος, Πλωτῖνος κ.λπ. Βλέπει κανείς, πῶς ὁ νουνεχής αὐτός πατήρ ἐντάσσει τήν φιλοσοφία μέσα στήν χριστιανική σκέψη κατά τρόπο ἐπαγωγικό καί δημιουργικό, καί μέ τήν φιλοσοφία πλουτίζει καί ἐμβαθύνει τά μεταφυσικά τῆς θεολογίας προβλήματα. Ἡ λογική ἐπιχειρηματολογία, ἡ φιλοσοφική διερεύνηση, παράλληλα μέ τήν παράδοση τῆς θεολογίας, ἀποτελοῦν τά μέσα τῆς δημιουργικῆς πρωτοτυπίας του. Οἱ φιλοσοφικοί ὅροι τόν βοηθοῦν νά ἐκφράση τίς θεολογικές του σκέψεις (Τατάκη, σ. 83)!

Βεβαίως διά τόν Βασίλειο, ὡς καί τούς δύο ἄλλους πατέρες, ἡ χριστιανική ἀλήθεια, ἡ δυσθήρατη αὐτή ἀλήθεια, παραμένει ὁ τελικός σκοπός. Ὁ σκοπός ὅμως αὐτός κατανοεῖται καλλίτερα μέ τήν θεωρία καί τήν κάθαρση τοῦ νοῦ καί τῆς διανοίας καί ἐγγίζει τήν ἄκραν ἀλήθεια, τό ἀκρότατον ἀγαθό, τό μέγα κάλλος, τό ἄρρητο κάλλος τοῦ ἀρχετύπου, τόν Θεό, κατά τήν ὁρολογία τῶν Ἑλλήνων φιλοσόφων. Ἔτσι κατορθώνει νά ἐξετάζη, διερευνᾶ, κατανοῆ καί διατυπώνη τήν Θεολογική διδασκαλία μέ ὅρους, μεθόδους, λογικούς ἀναβαθμούς παρμένους ἀπό τούς Ἕλληνες φιλοσόφους καί συνδέει αἰώνιο μέ ἀνθρώπινο, θεία πραγματικότητα μέ ἀνθρώπινη γνώση. Καί γίνεται ἔτσι ἡ ἀνθρώπινη σοφία, κλίμακα ἀνοδική πρός κατανόηση τοῦ ἀρχέτυπου κάλλους, τοῦ Θεοῦ, ὅσο τοῦτο εἶναι ἐφικτό στήν ἀνθρώπινη φύση. Καί ἐνῶ μέ αὐτόν τόν τρόπο ἐκφράζονται τά βάθη τῆς Θεολογίας, συγχρόνως ἡ ἑλληνική φιλοσοφία καί παιδεία διασώζεται, ἀξιοποιεῖται καί διαιωνίζεται.

Καί οἱ τρεῖς πατέρες μάχονται γιά νά ἀφυπνίσουν τή συνείδηση τοῦ ἀνθρώπου, γιά νά στραφεῖ πρός τόν ἑαυτόν του, νά δυναμώσει τό θεϊκό σπινθήρα πού βρίσκεται μέσα του. Παρακινοῦν σέ μιά συνεχή προσπάθεια, γιά νά εἶναι ὁ βίος "κεκαθαρμένος", ἤ, ἀκριβέστερα, "καθαιρόμενος". Αὐτή ἡ ἐσωτερική προσπάθεια εἶναι ἕνα συνεχές γίγνεσθαι, ἕνα δυναμικό τέντωμα τῶν ψυχικῶν προσπαθειῶν, "ὑπέρ δύναμιν ἀεί τήν ψυχήν ἐπεκτείνεσθαι πρός τό τοῦ Θεοῦ θέλημα, κατά σκοπόν καί ἐπιθυμίαν τῆς αὐτοῦ δόξης". Ὁ Γρηγόριος ἀναφερόμενος στήν ἐσωτερική ἐκείνη πειθαρχία καί ἐπαγρύπνηση, πού διασφαλίζει τήν ἐσωτερική ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου, συνιστᾶ: "Ἐάν μικρόν τι τοῦ λόγου παρεκτραπῆς, πρός ἑαυτόν ἐπανάγου, πρίν παντελῶς ἔξω πεσεῖν καί κατενεχθῆναι πρός θάνατον καί γενοῦ καινός ἀντί παλαιοῦ καί ψυχῆς ἑόρταζε τά Ἐγκαίνια".

Καί οἱ τρεῖς ἅγιοί μας, πρίν γίνουν ἐξωτερικά οἱ μάρτυρες τῆς ἀληθείας, ἀγωνίσθηκαν ἐσωτερικά. Πέρασαν μιά σοβαρή περίοδο ἀσκητικῆς ἑτοιμασίας γιά τήν ἀπελευθέρωση ἀπό τή δύναμη τῶν ἀνθρωπίνων παθῶν. Ἔτσι ἀργότερα μπόρεσαν νά ζήσουν καί νά δράσουν μέ ἐσωτερική ἐλευθερία. Ἐλεύθεροι ἀπό τήν ἀγάπη γιά χρήματα, γιά δόξα, γιά ἄνεση· ἐλεύθεροι ἀπό τήν ἀγάπη γιά δύναμη, ὁπλισμένοι μέ τή δύναμη τῆς ἀγάπης.

Οἱ Τρεῖς Ἱεράρχαι ἤθελον, ἵνα ἡ αἰσθητική πρόοδος ἔχῃ ἀνοδικήν πορείαν. Ἀλλ' ὅταν αἱ διάφοροι μορφαί τοῦ Ὡραίου ἤ ἐκδηλώσεις τῆς Τέχνης ἐγέννων "τά ἀνελευθερίας καί ταπεινότητος ἔκγονα πάθη" ἤ ὅταν ὡδήγουν εἰς μίαν ἀφόρητον σπατάλην εἰς βάρος τῶν πεινώντων καί τῆς φιλαλληλίας, τότε εἰς τό ἱερόν πρόσωπόν των ὁ αἰσθητικός ὑπεχώρει ἐνώπιον τοῦ προφήτου, τοῦ κηρύττοντος τόν λόγον τοῦ Θεοῦ ἄνευ συμβιβασμῶν καί ὑποχωρήσεων. Οἱ Τρεῖς Ἱεράρχαι ἠγωνίζοντο σθεναρῶς διά τήν ἔναντι τοῦ ἡδονιστικοῦ ἤ ὠφελιμιστικοῦ στοιχείου διατήρησιν τῆς αὐτοτελείας, αὐτονομίας καί ἀνεξαρτησίας τῶν αἰσθητικῶν ἀξιῶν, αἵτινες εἶναι ἀνταύγειαι καί διαθλάσεις τοῦ πανυπερτελείου κάλλους τοῦ Θεοῦ.

Καί ἡ αἰσθητική πρόοδος κατ' αὐτούς δέον νά παρουσιάζη ἀναγωγικήν φοράν καί νά κινῆται διαλεκτικῶς μεταξύ τοῦ αἰσθητοῦ καί ὑπεραισθητοῦ κάλλους.

 

Ὅτι οἱ Τρεῖς Ἱεράρχαι συνεκινοῦντο ἐκ τῆς βιώσεως τῆς ἀληθοῦς Τέχνης, πιστοποιεῖται ἐκ πολλῶν περικοπῶν τῶν ἔργων των. Οὗτοι ἐξυμνοῦν "τήν ἀμείνονα καί εἰς ἄμεινον φέρουσαν μουσικήν" καί θαυμάζουν τόσον τήν πιστῶς ἀπεικονίζουσαν τά ἀρχέτυπα ρεαλιστικήν ζωγραφικήν, ὅσον καί τήν ἰμπρεσσιονιστικήν ἤ ἀναγωγικήν, ἥτις, κατά τόν Βασίλειον, παρουσιάζει "οὐ τάς ἀληθείας τῶν πραγμάτων μόνον, ἀλλά καί τά τούτων ἰνδάλματα", μεταμορφοῦσα οὕτω καί ἐξιδανικεύουσα τήν πραγματικότητα. Κατά τόν Ναζιανζηνόν "ζωγράφος ἐστίν ἄριστος, ὅς ἐν πινάκεσσι χαράσσει μορφάς ἀτρεκέας, ἔμπνοα δερκομένας". Κατά τόν Χρυσόστομον εἶναι "θαυμαστόν" τό ὑπό τῶν ἀνδριαντοποιῶν παρουσιαζόμενον "κάλλος πλάσεως". Ὁ Γρηγόριος ἐξαίρει τήν ὡραιότητα πολλῶν ναῶν καί ἰδίως τοῦ ὑπό τοῦ πατρός του ἀνεγερθέντος, ὅστις διακρινόμενος "μεγέθει μέν ὑπέρ τούς πολλούς, κάλλει δέ σχεδόν ὑπέρ ἅπαντας", διά τῆς ὡραιότητός του ὑπεδέχετο μακρόθεν τούς προσερχομένους εἰς αὐτόν.

Πηγή:Αποστολική Διακονία της Εκκλησίας της Ελλάδος

Ἀκολουθίες Εσπερινου Κυριακής και Ὄρθρου Δευτέρας ΤΩΝ ΤΡΙΩΝ ΙΕΡΑΡΧΩΝ(29-01-2017--30-01-2017), τροπάρια, ἀναγνώσματα Θείας Λειτουργίας, εδώ

 Τυπικό εδώ

Κανόνιον εδώ

Ἡ αἰτία γιὰ τὴν εἰσαγωγὴ τῆς ἑορτῆς τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν στὴν Ἐκκλησία εἶναι τὸ ἑξῆς γεγονός:

Κατὰ τοὺς χρόνους τῆς βασιλείας τοῦ Ἀλεξίου τοῦ Κομνηνοῦ (1081 – 1118), ὁ ὁποῖος διαδέχθηκε στὴ βασιλικὴ ἐξουσία τὸν Νικηφόρο Γ’ τὸν Βοτενειάτη (1078 – 1081), ἔγινε στὴν Κωνσταντινούπολη φιλονικία ἀνάμεσα σὲ λόγιους καὶ ἐνάρετους ἄνδρες. Ἄλλοι θεωροῦσαν ἀνώτερο τὸν Μέγα Βασίλειο, χαρακτηρίζοντάς τον μεγαλοφυΐα καὶ ὑπέροχη φυσιογνωμία. Ἄλλοι τοποθετοῦσαν ψηλὰ τὸν ἱερὸ Χρυσόστομο καὶ τὸν θεωροῦσαν ἀνώτερο ἀπὸ τὸν Μέγα Βασίλειο καὶ τὸν Γρηγόριο καί, τέλος, ἄλλοι, προσκείμενοι στὸν Γρηγόριο τὸν Θεολόγο, θεωροῦσαν αὐτὸν ἀνώτερο ἀπὸ τοὺς δύο ἄλλους, δηλαδὴ ἀπὸ τὸν Βασίλειο καὶ τὸν Χρυσόστομο. Ἡ φιλονικία αὐτὴ εἶχε σὰν ἀποτέλεσμα νὰ διαιρεθοῦν τὰ πλήθη τῶν Χριστιανῶν καὶ ἄλλοι ὀνομάζονταν «Ἰωαννίτες», ἄλλοι «Βασιλεῖτες» καὶ ἄλλοι «Γρηγορίτες».

Στὴν ἔριδα αὐτὴ ἔθεσε τέλος ὁ Μητροπολίτης Εὐχαΐτων, Ἰωάννης ὁ Μαυρόπους. Αὐτός, κατὰ τὴν διήγηση τοῦ Συναξαριστοῦ, εἶδε σὲ ὀπτασία τοὺς μέγιστους αὐτοὺς Ἱεράρχες, πρῶτα καθένα χωριστὰ καὶ στὴ συνέχεια καὶ τοὺς τρεῖς μαζί. Αὐτοὶ τοῦ εἶπαν: «Ἐμεῖς, ὅπως βλέπεις, εἴμαστε ἕνα κοντὰ στὸν Θεὸ καὶ τίποτε δὲν ὑπάρχει ποὺ νὰ μᾶς χωρίζει ἢ νὰ μᾶς κάνει νὰ ἀντιδικοῦμε. Ὅμως, κάτω ἀπὸ τὶς ἰδιαίτερες χρονικὲς συγκυρίες καὶ περιστάσεις ποὺ βρέθηκε ὁ καθένας μας, κινούμενοι καὶ καθοδηγούμενοι ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, γράψαμε σὲ συγγράμματα καὶ μὲ τὸν τρόπο του ὁ καθένας, διδασκαλίες ποὺ βοηθοῦν τοὺς ἀνθρώπους νὰ βροῦν τὸν δρόμο τῆς σωτηρίας. Ἐπίσης, τὶς βαθύτερες θεῖες ἀλήθειες, στὶς ὁποῖες μπορέσαμε νὰ διεισδύσουμε μὲ τὸ φωτισμὸ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τὶς συμπεριλάβαμε σὲ συγγράμματα ποὺ ἐκδώσαμε. Καὶ ἀνάμεσά μας δὲν ὑπάρχει οὔτε πρῶτος, οὔτε δεύτερος, ἀλλά, ἂν πεῖς τὸν ἕνα, συμπορεύονται δίπλα του καὶ οἱ δυὸ ἄλλοι. Σήκω, λοιπόν, καὶ δῶσε ἐντολὴ στοὺς φιλονικοῦντες νὰ σταματήσουν τὶς ἔριδες καὶ νὰ πάψουν νὰ χωρίζονται γιὰ ἐμᾶς. Γιατί ἐμεῖς, καὶ στὴν ἐπίγεια ζωὴ ποὺ εἴμασταν καὶ στὴν οὐράνια ποὺ μεταβήκαμε, φροντίζαμε καὶ φροντίζουμε νὰ εἰρηνεύουμε καὶ νὰ ὁδηγοῦμε σὲ ὁμόνοια τὸν κόσμο. Καὶ ὅρισε μία ἡμέρα νὰ ἑορτάζεται ἀπὸ κοινοῦ ἡ μνήμη μας καὶ καθὼς εἶναι χρέος σου, νὰ ἐνεργήσεις νὰ εἰσαχθεῖ ἡ ἑορτὴ στὴν Ἐκκλησία καὶ νὰ συνταχθεῖ ἡ ἱερὴ ἀκολουθία. Ἀκόμη ἕνα χρέος σου, νὰ παραδόσεις στὶς μελλοντικὲς γενιὲς ὅτι ἐμεῖς εἴμαστε ἕνα γιὰ τὸν Θεό. Βεβαίως καὶ ἐμεῖς θὰ συμπράξουμε γιὰ τὴ σωτηρία ἐκείνων ποὺ θὰ ἑορτάζουν τὴν μνήμη μας, γιατί ἔχουμε καὶ ἐμεῖς παρρησία ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ».

Ἔτσι ὁ Ἐπίσκοπος Εὐχαΐτων Ἰωάννης ἀνέλαβε τὴ συμφιλίωση τῶν διαμαχόμενων μερίδων, συνέστησε τὴν ἑορτὴ τῆς 30ης Ἰανουαρίου καὶ συνέγραψε καὶ κοινὴ Ἀκολουθία, ἀντάξια τῶν τριῶν Μεγάλων Πατέρων.

Ἡ ἑορτὴ αὐτῆς τῆς Συνάξεως τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, τοῦ Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου καὶ τοῦ Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, ἀποτελεῖ τὸ ὁρατὸ σύμβολο τῆς ἰσότητας καὶ τῆς ἑνότητας τῶν Μεγάλων Διδασκάλων, οἱ ὁποῖοι δίδαξαν μὲ τὸν ἅγιο βίο τοὺς τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ. Εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐξ’ αἰτίας τῆς ταπεινώσεώς τους μπροστὰ στὴν ἀλήθεια, ἔχουν λάβει τὸ χάρισμα νὰ ἐκφράζουν τὴν καθολικὴ συνείδηση τῆς Ἐκκλησίας καὶ ὅ,τι διδάσκουν δὲν εἶναι ἁπλῶς δική τους σκέψη ἢ προσωπική τους πεποίθηση, ἀλλὰ εἶναι ἐπιπλέον ἡ ἴδια ἡ μαρτυρία τῆς Ἐκκλησίας, γιατί μιλοῦν ἀπὸ τὸ βάθος τῆς καθολικῆς της πληρότητας.
Περὶ τὶς ἀρχὲς τοῦ 14ου αἰώνα μ.Χ. ἀνεγέρθη ναὸς τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν κοντὰ στὴν Ἁγία Σοφία Κωνσταντινουπόλεως, δίπλα σχεδὸν στὴ μονὴ τῆς Παναχράντου.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος α’.
Τοὺς τρεῖς μέγιστους φωστῆρας τῆς τρισηλίου Θεότητος, τοὺς τὴν οἰκουμένην ἀκτῖσι, δογμάτων θείων πυρσεύσαντας, τοὺς μελιρρύτους ποταμοὺς τῆς σοφίας, τοὺς τὴν κτίσιν πᾶσαν, θεογνωσίας νάμασι καταρδεύσαντας, Βασίλειον τὸν Μέγαν, καὶ τὸν Θεολόγον Γρηγόριον, σὺν τῷ κλεινῷ Ἰωάννῃ, τῷ τὴν γλῶτταν χρυσορρήμονι, πάντες οἱ τῶν λόγων αὐτῶν ἐρασταί, συνελθόντες ὕμνοις τιμήσωμεν· αὐτοὶ γὰρ τῇ Τριάδι, ὑπὲρ ἡμῶν ἀεὶ πρεσβεύουσι.

 

Κοντάκιον. Ἦχος β’. Τοὺς ἀσφαλεῖς.
Τοὺς ἱερούς, καὶ θεοφθόγγους κήρυκας, τὴν κορυφήν, τῶν Διδασκάλων Κύριε, προσελάβου εἰς ἀπόλαυσιν, τῶν ἀγαθῶν σου καὶ ἀνάπαυσιν· τοὺς πόνους γὰρ ἐκείνων καὶ τὸν κάματον, ἐδέξω ὑπὲρ πᾶσαν ὁλοκάρπωσιν, ὁ μόνος δοξάζων τοὺς Ἁγίους σου.

 

Μεγαλυνάριον.
Ρήτορες σοφίας θεοειδεῖς, στῦλοι Ἐκκλησίας, οὐρανίων μυσταγωγοί, Βασίλειε Πάτερ, Γρηγόριε θεόφρον, καὶ θεῖε Ἰωάννη, κόσμῳ ἐδείχθητε.

Ὁ Ἅγιος Ἱππόλυτος ὁ Ἱερομάρτυρας καὶ οἱ σὺν αὐτῷ Μάρτυρες

Κενσουρίνος, Σαβαΐνος, Χρυσή, Φήλιξ, Μάξιμος, Ἐρκούλιος, Βενέριος, Στυράκιος, Μηνᾶς, Κόμοδος, Ἑρμῆς, Μαῦρος, Εὐσέβιος, Ρουστίκιος, Μονάγριος, Ἀμάνδινος, Ὀλύμπινος, Κύπριος, Θεόδωρος ὁ Τριβούνιος, Μάξιμος Πρεσβύτερος, Ἀρχέλαος Διάκονος, Κυριάκος Ἐπίσκοπος καὶ Μάξιμος ἕτερος Πρεσύτερος 

Οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες ἄθλησαν ἐπὶ τῆς βασιλείας τοῦ Κλαυδίου Β’ (268 – 269 μ.Χ.) καὶ ἡγεμονίας Βικαρίου τοῦ Οὐλπίου Ρωμύλου.

Ὁ Ἅγιος Κενσουρίνος κατεῖχε τὸ ἀξίωμα τοῦ μαγίστρου καὶ τοῦ πρώτου τῆς συγκλήτου. Μετὰ ἀπὸ διαβολές, συνελήφθη καὶ κλείσθηκε στὴ φυλακή. Παρὰ τὰ βασανιστήρια ἐκεῖνος ὁμολογοῦσε μὲ ἐπιμονὴ τὴν πίστη του στὸν Χριστό. Ἀπὸ τὰ θαύματα ποὺ ἐπιτέλεσε ὁ Ἅγιος Κενσουρίνος στὴ φυλακή, εἴκοσι στρατιῶτες πίστεψαν στὸν Χριστὸ καὶ ἀποκεφαλίσθηκαν μαζὶ μὲ τὸν Ἅγιο.

Ἡ Ἁγία Χρυσὴ ὑποβλήθηκε σὲ φρικτὰ βασανιστήρια καὶ στὸ τέλος τὴν ἔριξαν στὴ θάλασσα. Τὸν ὑπηρέτη τῆς Μάρτυρος Χρυσῆς, Ἅγιο Σαβαΐνο, τὸν κτύπησαν μὲ βαριὲς σφαῖρες στὸν αὐχένα, τὸν κρέμασαν σὲ ξύλο καὶ τοῦ κατέκαψαν τὰ σπλάγχνα. Ἔτσι παρέδωσε τὴν ἁγία του ψυχὴ στὸν Κύριο.
Ὅταν ἄκουσε γιὰ τὰ γενόμενα ὁ Ἅγιος Ἱππόλυτος, Ἐπίσκοπος Ρώμης, παρουσιάσθηκε στὸν ἡγεμόνα καὶ διαμαρτυρόμενος τὸν ἔλεγξε. Ἐκεῖνος ἀμέσως ἔδωσε ἐντολὴ καὶ συνέλαβαν τὸν Ἅγιο Ἱππόλυτο μαζὶ μὲ τὴν ἀκολουθία του. Μετὰ ἀπὸ τὰ ραπίσματα καὶ τὶς κακώσεις, τοὺς ἔδεσαν τὰ χέρια καὶ τὰ πόδια καὶ τοὺς ἔριξαν στὴ θάλασσα. Ἔτσι τελειώθησαν οἱ Ἅγιοι καὶ ἔλαβαν τὸ στέφανο τοῦ μαρτυρίου τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’.
Ὡς τῶν Ἀποστόλων ὁμότροποι, καὶ τῆς οἰκουμένης Διδάσκαλοι, τῷ Δεσπότῃ τῶν ὅλων πρεσβεύσατε, εἰρήνην τῇ οἰκουμένῃ δωρήσασθαι, καὶ ταῖς τῶν ψυχῶν τὸ μέγα ἔλεος. 

Ὁ Ἅγιος Θεόφιλος ὁ Νέος 

Πολλὰ παραδείγματα ἀδελφικῶν σχέσεων, στενὴς συνεργασίας καὶ ὑπέροχης αὐτοθυσίας συναντᾶμε στὴν ἱστορία καὶ ζωὴ διαφόρων λαῶν.

Αὐτὰ ὅμως ποὺ βρίσκουμε στὴν πορεία τοῦ λαοῦ τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς Κύπρου ξεπερνοῦν κάθε δυνατὴ φαντασία καὶ περιγραφή.

 

Ἀπὸ τὰ πανάρχαια χρόνια ἡ ὁμοφροσύνη καὶ ἀλληλεγγύη τῶν κατοίκων τῶν δυὸ αὐτῶν τμημάτων τοῦ Ἑλληνισμοῦ ὑπῆρξε ἑνιαία καὶ ζηλευτή.

Κοινὴ παρουσιάζεται ἡ τύχη τους. Κοινὴ καὶ ἡ ἱστορία καὶ ὁ πολιτισμός τους. Καὶ δικαιολογημένα.

Ὁ ἴδιος λαὸς εἶναι ποὺ κατοικεῖ καὶ στὰ δύο αὐτὰ μέρη. Αὐτὴ τὴν ἀλήθεια μαρτυρεῖ καὶ διακηρύττει τόσον ἡ γλώσσα καὶ Θρησκεία, καὶ ζωὴ τῶν κατοίκων τους, ὅσον καὶ οἱ περιπέτειές τους.

 

Ἕνα περιστατικό, ἐξαιρετικὰ συγκινητικὸ μεταξὺ τόσων ἄλλων εἶναι καὶ τοῦτο, ποὺ συνέβη στὰ μεσοβυζαντινὰ χρόνια (642 – 1071 μ.Χ.) μὲ ἥρωα, μάρτυρα καὶ ὁμολογητὴ τὸν Ἅγιο Θεόφιλο τὸν Νέο. Γι’ αὐτὸν καὶ οἱ γραμμὲς ποὺ ἀκολουθοῦν.

 

Ὁ ὁμολογητὴς Θεόφιλος γεννήθηκε καὶ μεγάλωσε στὴν πάλαι ποτὲ βασιλίδα τῶν πόλεων καὶ πρωτεύουσα τῆς Βυζαντινῆς μας Αὐτοκρατορίας, τὴν Κωνσταντινούπολη. Οἱ γονεῖς του πιστοὶ καὶ ἐνάρετοι χριστιανοὶ φρόντισαν νὰ δώσουν στὸ παιδί τους ἀπὸ τὴν βρεφική του ἡλικία τὴν ἀνάλογη χριστιανικὴ μόρφωση καὶ ἀνατροφή. Ὁδηγό τους καὶ σὲ τοῦτο τὸ σημεῖο ἔβαλαν οἱ πιστοὶ γονεῖς τοῦ θείου ἀποστόλου τὰ θεόπνευστα λόγια. «Οἱ πατέρες ἐκτρέφετε τὰ τέκνα ὑμῶν, ἐν παιδείᾳ καὶ νουθεσία Κυρίου’. (Ἐφεσ. στ’ 4).

 

Καὶ τὸ ἀποτέλεσμα τῶν προσπαθειῶν τους Θαυμαστό. Μεγαλωμένος ὁ Θεόφιλος μὲ τοῦ Χριστοῦ τὰ λόγια καὶ μὲ πρότυπο τὴν ὅλη ζωὴ τῶν γονιῶν του ξεχωρίζει ἀπὸ τοὺς συνομήλικές του ἀπὸ τὰ παιδικά του χρόνια. Αὐτὸ γίνεται συχνά. Τὸ παράδειγμα τῶν γονιῶν παίζει πάντα βασικὸ ρόλο στὴν ἀνατροφὴ τῶν παιδιῶν.

 

Τί εὐλογία θὰ ἦταν, ἂν τὴν ἀλήθεια αὐτὴ εἶχαν συνέχεια μπροστὰ στὰ μάτια τους οἱ γονεῖς. Εἰδικὰ σήμερα ποὺ οἱ ποικίλοι πειρασμοὶ ἔχουν αὐξηθεῖ ὑπερβολικά, ἡ προσεκτικὴ ζωὴ τῶν γονιῶν πολλὰ κακὰ θὰ εἶχε προλάβει.

 

Πολλοὶ φυσικὰ καὶ τότε οἱ πειρασμοὶ καὶ τοῦ πονηροῦ οἱ παγίδες. Μὲ τὰ ὄπλα ὅμως τῆς προσοχῆς καὶ προσευχῆς τὸ παιδὶ μεγάλωνε ἀνάλογα, ὥστε ἀπὸ πολὺ νωρὶς νὰ ἀξιωθεῖ νὰ ἀνέλθει καὶ στὸ ἀξίωμα τοῦ μέλους τῆς συγκλήτου καὶ νὰ εἶναι ἀπὸ ὅλους πρόσωπο σεβαστό. Αὐτὸ ἔγινε τὴν ἐποχὴ ποὺ στὸν αὐτοκρατορικὸ θρόνο τῆς βασιλίδος τῶν πόλεων βρισκόντουσαν οἱ ὀρθόδοξοι βασιλεῖς Κωνσταντῖνος καὶ Εἰρήνη, ἡ δὲ Βυζαντινὴ Αὐτοκρατορία ἦταν διηρημένη διοικητικὰ σὲ ἐπαρχίες ποὺ ὀνομαζόντουσαν Θέματα. Μιὰ τέτοια Ἐπαρχία – Θέμα, ἦταν καὶ ἡ Ἐπαρχία τῶν Κιβυρραιωτῶν ἀπὸ τὴν πόλη τῆς Καρίας, τὰ Κίβυρρα. Οἱ κάτοικοι τοῦ θέματος αὐτοῦ ἦταν περίφημοι ναυτικοὶ κάτω ἀπὸ τὶς διαταγὲς καὶ τὴν καθοδήγηση τῶν βυζαντινῶν αὐτοκρατόρων. Γι’ αὐτὸ καὶ εἰς τὸν στόλο τῶν Κιθυρραιωτῶν εἶχε ἀνατεθεῖ τότε ἡ ἐπιτήρηση καὶ φύλαξη τῶν θαλασσῶν τῆς Μεσογείου καὶ ἰδιαίτερα τῆς θαλάσσιας ὁδοῦ ποὺ διέρχεται μεταξὺ Κιλικίας καὶ Κύπρου. Οἱ Ἄραβες – Σαρακηνοὶ καὶ τὸ Ἰσλὰμ τοῦτο τὸν καιρὸ ἁλώνιζαν κυριολεκτικὰ αὐτὰ τὰ μέρη. Ὡς στρατηγὸς τῶν Κιβυρραιωτῶν εἶχε ὁρισθεῖ τὴν ἐποχὴ αὐτὴ ὁ Θεόφιλος ποὺ διακρινόταν γιὰ τὸν πατριωτισμὸ καὶ τὴν γενναιότητά του.

 

Τὸ ἔτος 800 μ.Χ. ὅπως ἀναφέρει στὴ χρονογραφία του ὁ Ἅγιος Θεοφάνης ποὺ ἦταν ἡγούμενος τῆς μονῆς τοῦ Μεγάλου Ἀγροῦ – ἡ μονὴ βρισκόταν στὴν περιοχὴ Κωνσταντινουπόλεως – ἡ αὐτοκράτειρα Εἰρήνη στὸν Θεόφιλο εἶχε ἀναθέσει τὴν εὐθύνη νὰ παρακολουθεῖ τὸν ἀραβικὸ στόλο ποὺ ἔγινε ὁ κακὸς δαίμων τῆς Κύπρου. Ὁ Θεόφιλος εἶχε μαζί του ἀκόμη δύο στρατηγοὺς γιὰ νὰ τὸν βοηθοῦν. Καὶ αὐτοὶ εἶχαν δώσει τὸν λόγο τους, ὅτι ποτὲ δὲν θὰ ἐγκατέλειπαν τὸν ἀρχηγό, ἀλλὰ μαζί του θὰ ἦταν ἕτοιμοι καὶ νὰ συναποθάνουν. Πόσο εὔκολα μερικὲς φορὲς οἱ ἄνθρωποι δίνουμε ὑποσχέσεις. Ἀλλὰ καί, πόσο εὐκολότερα τὶς ξεχνοῦμε.

 

Ἕνα πράγμα ἀξίζει ἐδῶ πολὺ νὰ προσεχθεῖ. Ἡ χειρονομία τῆς Αὐτοκράτειρας Εἰρήνης. Σὰν ὑπεύθυνη ἀρχόντισσα τῆς μητέρας αὐτοκρατορίας φροντίζει μὲ κάθε τρόπο γιὰ τὴν ἀσφάλεια τῆς θυγατρὸς Κύπρου, ἑνὸς πολύτιμου τμήματος τῆς Βυζαντινῆς μας αὐτοκρατορίας ποὺ κινδύνευε κάθε στιγμὴ καὶ ὤρα ἀπὸ τὶς ἐπιδρομὲς τῶν βαρβάρων Σαρακηνῶν.

 

Ὅταν τὸ Βυζαντινὸ ναυτικὸ μὲ ἀρχηγὸ τὸν Θεόφιλο ἔφθασε στὰ Μύρα τῆς Λυκίας, ὅλοι οἱ στρατηγοὶ παρέκαμψαν τὸ ἀκρωτήριο τῶν Χελιδονιῶν καὶ προχώρησαν νὰ εἰσέλθουν στὸν κόλπο τῆς Ἀττάλειας. Οἱ Ἄραβες, ἀφοῦ ξεκίνησαν ἀπὸ τὴν Κύπρο, ἐκμεταλλευόμενοι τὸν καλὸ καιρὸ καὶ τὴν ὑπάρχουσα γαλήνη περιφέρονταν ἥσυχοι στὸ πέλαγος μεταξὺ Κύπρου καὶ Μ. Ἀσίας. Κάποια στιγμὴ ποὺ οἱ στρατηγοὶ τῶν Βυζαντινῶν τοὺς εἶδαν νὰ κινοῦνται ἥσυχοι καὶ ἀνενόχλητοι παρετάχθησαν καὶ ἑτοιμάσθηκαν νὰ τοὺς ἀντιμετωπίσουν. Ὁ ἀρχηγὸς μάλιστα τῶν Κιβυρραιωτῶν Θεόφιλος, ἄνδρας ρωμαλέος καὶ πολὺ ἱκανός, στὸ ἀντίκρισμα τῶν Σαρακηνῶν, ἔλαβε τὸ θάρρος καὶ προχώρησε μὲ τὸ πλοῖο του μπροστὰ ἀπὸ τὸν στόλο καὶ μὲ ὅλη τὴ δύναμη κτύπησε τὸν ἐχθρό. Ἡ ἐπίθεση στὴν ἀρχὴ εἶχε μεγάλη ἐπιτυχία. Οἱ ἐχθροὶ κτυπημένοι ἀπὸ ὅλες τὶς πλευρὲς τὰ ἔχασαν καὶ ἑτοιμάζονταν νὰ παραδοθοῦν. Ὅταν ὅμως οἱ στρατηγοὶ εἶδαν τὴν ἀνδρεία τοῦ Θεόφιλου καὶ ἀντιλήφθησαν τὶς διαθέσεις τῶν Ἀράβων, ζήλευσαν τὴ δόξα του καὶ ἀφοῦ τὸν ἐγκατέλειψαν ἔφυγαν ἀπὸ τὴ ναυμαχία. Ὁ Θεόφιλος ὅμως ἀλύγιστος συνέχισε τὸν ἀγώνα γιὰ πολὺ χρόνο καὶ ὅταν ἀκόμη ἔμεινε μόνος μὲ τοὺς ναῦτες ποὺ ἦταν στὸν δρόμωνά του. Δυστυχῶς ἐπειδὴ τὰ πλοῖα τῶν Σαρακηνῶν ἦταν πολὺ περισσότερα, περικυκλώθηκε ἀπὸ αὐτὰ καὶ στὸ τέλος συνελήφθηκε αἰχμάλωτος.

 

Τί μεγάλο κακὸ ἀλήθεια ἡ ζήλια! «Φθόνος οὐκ εἶδε προτιμᾶν τὸ συμφέρον» λέγει καὶ ὁ Μέγας Βασίλειος. Ὁ γενναῖος Θεόφιλος μετὰ τὴ σύλληψή του μὲ τὰ χέρια δεμένα πισθάγκωνα ὁδηγήθηκε μπροστὰ στὸν ἀρχηγὸ τῶν Σαρακηνῶν, τὸν τρομερὸ Χαλίφη τῆς Βαγδάτης Ἀροῦν ἀλ Ρασίντ. Ὁ τρομερὸς χαλίφης στὸ ἀντίκρισμα τοῦ παλικαριοῦ θαύμασε τὴ λεβεντιὰ ποὺ ἔβλεπε στὴν προσωπικότητά του καὶ ἀμέσως σκέφθηκε πώς, ἂν μὲ τὸν τρόπο του κατόρθωνε νὰ πείσει τὸ παλικάρι νὰ τὸν ἀκολουθήσει θὰ πετύχαινε τὴν πιὸ μεγάλη νίκη. Μὲ προσποιητὴ λοιπὸν εὐγένεια, ὅταν ὁ Θεόφιλος πλησίασε ἄρχισε νὰ τοῦ κάνει διάφορες προτάσεις, μὲ τὴν ὑπόσχεση νὰ τοῦ χαρίσει διάφορες δωρεές. Σ' ὅλες αὐτὲς τὶς προτάσεις τοῦ Βάρβαρου χαλίφη ὁ πιστὸς καὶ ἄκαμπτος χριστιανὸς ἐπέδειξε ὅλο τὸ μεγαλεῖο τοῦ χαρακτήρα του.

 

Στὴν πρόταση ἐξαναγκασμοῦ νὰ ἐγκαταλείψει τὴ θρησκεία του καὶ νὰ ἀσπασθεῖ τὸν μωαμεθανισμὸ ὁ πιστὸς Θεόφιλος ὄχι μόνο ἀρνήθηκε ἀλλὰ καὶ ἔφτυσε στὸ πρόσωπο τῶν ἀνθρώπων τοῦ Ρασὶντ λέγοντας: «Ἡ χριστιανικὴ θρησκεία εἶναι ἡ ἀποκάλυψη Αὐτοῦ τοῦ Θεοῦ ποὺ ἔγινε διὰ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ μὲ τὴν ὁποία ὁ κάθε πιστὸς ἐπιτυγχάνει ὄχι μόνο τὴν εὐτυχία ἀλλὰ καὶ τὴν αἰώνια σωτηρία του». Στὴν ἐπιμονὴ τοῦ Ἀροῦν ἀλ Ρασίντ, ὅτι ὁ μωαμεθανισμὸς εἶναι ἡ θρησκεία ποὺ ἀπεκάλυψε ὁ Θεὸς στὸν ἄνθρωπο διὰ τοῦ προφήτου του Μωάμεθ, ὁ Θεόφιλος δὲν δυσκολεύθηκε νὰ χλευάσει τὴν ἄθεη πίστη καὶ νὰ εἰρωνευτεῖ τοὺς κρατοῦντες καὶ ὑβριστές του.

 

Τὴν ἄρνησή του ὁ ὁμολογητὴς πλήρωσε μὲ ἕνα σωρὸ ὕβρεις καὶ ἐξευτελισμοὺς καὶ παραμονὴ σὲ σκοτεινὴ καὶ πολὺ ἀνθυγιεινὴ φυλακὴ ἐπὶ τετραετία ὁλόκληρο. Κατὰ τὸ μακρὺ αὐτὸ διάστημα παρὰ τὰ συχνὰ καὶ ἀνείπωτα βασανιστήρια τῶν κρατούντων ὁ πιστὸς χριστιανὸς καὶ ἀλύγιστος ὁμολογητὴς ἔμεινε σταθερὸς καὶ ἄκαμπτος. Μπροστὰ στὰ μάτια του ἔχει πάντα τὰ λόγια Αὐτοῦ τοῦ Κυρίου μας. «Μὴ φοβηθεῖτε ἀπὸ τῶν ἀποκτεννόντων τὸ σῶμα, τὴν δὲ ψυχὴ μὴ δυναμένων ἀποκτεῖναι» (Ματθ. γ’ 28). Ἀλλὰ καὶ τὰ ἄλλα τοῦ μεγάλου Ἀποστόλου. «Οὐκ ἄξια τὰ παθήματα τοῦ νῦν καιροῦ πρὸς τὴν μέλλουσαν δόξαν ἀποκαλυφθῆναι, εἰς ἡμᾶς» (Ρωμ. η’ 18). Δηλαδὴ μὴ φοβηθεῖτε ἀπὸ ἐκείνους ποὺ θανατώνουν τὸ σῶμα, δὲν ἔχουν ὅμως τὴ δύναμη νὰ θανατώσουν τὴν ψυχή. Αὐτὰ ποὺ ὑποφέρουμε σ’ αὐτὴ τὴν ζωὴ δὲν εἶναι τίποτε ἂν τὰ συγκρίνουμε πρὸς τὴ δόξα ποὺ μέλλει νὰ μᾶς φανερωθεῖ καὶ νὰ δοθεῖ κάποια μέρα σὲ μᾶς. Μὲ ὁδηγὸ τοῦτα τὰ λόγια καὶ συντροφιὰ τὴν προσευχὴ καὶ τὴ βαθιά του πίστη περνάει τὶς ἡμέρες καὶ τὶς ὦρες του στὴ φυλακὴ μὲ τὸ μυαλό του δοσμένο στὴν ἄπειρη ἀγάπη τοῦ Σωτήρα Χριστοῦ ποὺ ὑπόσχεται καὶ λέγει: «Τέκνον οὗ μὴ σὲ ἄνω οὗ μὴ σὲ ἐγκαταλείπω». Παιδί μου, δὲν θὰ σὲ ἀφήσω, ποτὲ δὲν θὰ σὲ ἐγκαταλείψω. Μεῖνε μόνο κοντά μου. Κοντά μου καὶ «πιστὸς μέχρι θανάτου». Πιστὸς μέχρι θανάτου περνάει καὶ ὁ Θεόφιλος τὶς ἡμέρες του στὴ βρώμικη φυλακὴ τοῦ βάρβαρου Σαρακηνοῦ.

 

Τέσσερα χρόνια μαρτυρικῆς ζωῆς πέρασε ὁ ἀλύγιστος χριστιανὸς ἀγωνιστής. Μιὰ μέρα ποὺ οἱ βάρβαροι εἶχαν τὸ μπαϊράμι τους ἔφεραν στὴ γιορτή τους καὶ τὸν πιστὸ Θεόφιλο κι ἄρχισαν ἕνας – ἕνας νὰ τὸν προτρέπουν νὰ ἀπαρνηθεῖ τὴν πίστη του, νὰ ἀσπασθεῖ τὴ θρησκεία τους καὶ νὰ γιορτάσει μαζί τους. Ὁ Θεόφιλος σὲ ὅλες τὶς προτάσεις τους αὐτὲς ἔδινε μία ἀπάντηση.

 

- Γεννήθηκα χριστιανός. Μεγάλωσα χριστιανός. Θὰ πεθάνω χριστιανός.

 

Στὴν ἀπάντησή του αὐτὴ ὕβρεις καὶ κτυπήματα δεχόταν ἀπὸ τῶν βαρβάρων τὰ πλήθη. Κάποια στιγμὴ ποὺ οἱ ἀρχηγοὶ τῶν βαρβάρων ἄρχισαν νὰ ὑβρίζουν καὶ νὰ βλασφημοῦν τὸ ἅγιο ὄνομα τοῦ Λυτρωτή μας, ὁ Θεόφιλος δὲν κρατήθηκε ἀλλὰ ἀνταπέδωσε τὴν ὕβρη γιὰ τὴ θρησκεία τους καὶ τὰ πιστεύω τους. Ἡ θαρραλέα τοῦ Θεόφιλου στάση καὶ ἀπάντηση εἶχε σὰν ἀποτέλεσμα νὰ ὁδηγηθεῖ αὐτὸς στὴ μέση τοῦ διασκεδάζοντος πλήθους καὶ νὰ δεχθεῖ τὸν διὰ ξίφους θάνατο. Ἔτσι ἔκλεισε ἡ ζωὴ τοῦ ἀδούλωτου χριστιανοῦ. Τοῦτο σημειώνει ὁ Ἅγιος Θεοφάνης: «Τὴν διὰ ξίφους τιμωρίαν ὑπομείνας, μάρτυς ἄριστος ἀνεδείχθη».

 

Τὸ λείψανο τοῦ γενναίου ὁμολογητοῦ καὶ νέου μάρτυρος Θεοφίλου οἱ κατοικοῦντες ἐκεῖ χριστιανοὶ τὸ παρέλαβαν μὲ βαθὺ σεβασμὸ καὶ τὸ κήδεψαν μὲ κάθε τιμὴ καὶ εὐλάβεια. Ἡ μνήμη τοῦ ἀκλόνητου χριστιανοῦ τιμᾶται ἀπὸ μὲν τὴν Ἀνατολικὴ Ἐκκλησία τὴν 30η Ἰανουαρίου, ἀπὸ δὲ τὴ Δυτικὴ τὴν 22α Ἰουλίου.

Μὲ μία ἄρνηση τῆς πίστης ὁ Θεόφιλος θὰ μποροῦσε νὰ γλυτώσει τὴν ζωή του. Ὁ ἀλύγιστος ὅμως ἀγωνιστὴς προτίμησε νὰ ἐφαρμόσει τοῦ θείου Διδασκάλου τὰ λόγια ποὺ σημειώνει ὁ ἱερὸς Εὐαγγελιστὴς τῆς Ἀποκαλύψεως. «Γίνου πιστὸς ἄχρι θανάτου καὶ δώσω σοι τὸν στέφανον τῆς ζωῆς». (Ἀποκάλυψη β’ 10). Κι ἔμεινε πιστὸς μέχρι θανάτου.

 

Τί εὐλογία τὰ λόγια αὐτὰ νὰ γινόντουσαν καὶ γιὰ μᾶς καὶ τὴ σημερινὴ νεολαία σύνθημα ζωῆς!


Ἅγιε Θεόφιλε, πρέσβευε ὑπὲρ ἡμῶν.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Τὴν φιλότητα πρὸς τὸν Δεσπότην, καθυπέγραψας, τῷ αἵματί σου, καὶ τὴν πλάνην ἐναπέπνιξας, ἅγιε, ἡμισελήνου γενναίω φρονήματι, ἀνακηρύξας Χριστοῦ τὴν θεότητα· ὅθεν εἴληφας, Θεόφιλε παμμακάριστε, τὸ στέφος τῶν μαρτύρων ἐκ Κυρίου σου.

 

Κοντάκιον. Ἦχος α’. Τὸν τάφον σου Σωτήρ.
Θαλάσσης νοητής, διαπλεύσας τὸ κύτος, λιμένα οὐρανοῦ, εἰς κατάπαυσιν εὖρες, Θεόφιλε ἔνδοξε, ὡς πὲρ ναῦς χριστοσφράγιστος, πλάνην Ἄγαρ δέ, ἐκμυκτηρίσας ἐμφρόνως, ὠμολόγησας, τὴν τοῦ Δεσπότου σου πίστιν, μαρτύρων ἀγλάϊσμα.

Ὁ Ἅγιος Ἰππόλυτος ὁ Ἱερομάρτυρας 

Ὁ Ἅγιος Ἰππόλυτος καταγόταν ἀπὸ τὴν Ἀντιόχεια καὶ ἦταν Πρεσβύτερος. Μαρτύρησε κατὰ τὴν περίοδο τοῦ σχίσματος τῶν αἱρετικῶν Νοβατιανῶν.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Οἱ Ἅγιοι Φελισιανός, Φιλιππιανὸς οἱ Μάρτυρες καὶ οἱ σὺν αὐτοῖς 

Οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες Φελισιανὸς καὶ Φιλιππιανὸς μαρτύρησαν μαζὶ μὲ ἄλλους στὴν Ἀφρική.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ὅσιος Κυριακὸς ὁ ἐν τῇ μονῇ Ἁγίου Σάββα Ἀσκήσαντας 

Ὁ Ὅσιος Κυριακὸς ἔζησε καὶ ἀσκήτεψε περὶ τὸν 7ο – 8ο αἰώνα μ.Χ. καὶ κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ἅγιος Πέτρος Βασιλέας τῶν Βουλγάρων 

Ὁ Ἅγιος Πέτρος ἦταν τσάρος τῆς Βουλγαρίας (927 – 967 μ.Χ.) καὶ υἱὸς τοῦ βασιλέως Συμεών. Εἶχε νυμφευθεῖ τὴν ἐγγονὴ τοῦ βασιλέως Ρωμανοῦ Λεκαπηνοῦ (920 – 944 μ.Χ.), Μαρία, ἡ ὁποία μετονομάσθηκε σὲ Εἰρήνη, λόγω τῆς εἰρήνης ποὺ ἐπικράτησε μεταξὺ Βυζαντινῶν καὶ Βουλγάρων.
Ὁ Ἅγιος ἀγωνίσθηκε ἐναντίον τῆς αἱρέσεως τῶν Βογομίλων ἀκολουθώντας τὴ διδασκαλία τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τῆς Ρίλας. Μετὰ ἀπὸ ἕναν ἀνεπιτυχὴ πόλεμο μὲ τὴν Οὐγγαρία καὶ τὴ Ρωσία, κοιμήθηκε τὸ ἔτος 967 μ.Χ.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ὅσιος Ζήνων ὁ Νηστευτὴς ἐκ Κιέβου

Ὁ Ὅσιος Ζήνων ἔζησε τὸν 14ο αἰώνα μ.Χ. καὶ ἀσκήτεψε στὰ σπήλαια τῆς Μεγάλης Λαύρας τοῦ Κιέβου τῆς Ρωσίας. Κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ἅγιος Θεόδωρος ὁ Νεομάρτυρας ὁ Μυτιληναῖος

Ὁ Ἅγιος Θεόδωρος ἦταν ἔγγαμος καὶ πατέρας τέκνων. Κάποια στιγμὴ ποὺ βρέθηκε σὲ στιγμὴ ἀδυναμίας καὶ ὀργῆς, ἀσπάσθηκε τὸν Ἰσλαμισμό. Ἦλθε ὅμως στὸν ἑαυτό του καὶ συναισθανόμενος τὸ ἁμάρτημά του μετέβη στὸ Ἅγιον Ὅρος, ὅπου καὶ παρέμεινε γιὰ ἀρκετὸ χρόνο. Ἀφοῦ κοινώνησε τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων προετοιμάσθηκε γιὰ τὸ μαρτύριο.

Ἐπανῆλθε στὴ Μυτιλήνη καὶ παρουσιάσθηκε στὸν κριτὴ στὸν ὁποῖο μὲ τόλμη ὁμολόγησε τὸν Χριστό, ἀφοῦ τὸν ἔλεγξε γιὰ τὸ κίβδηλο τῆς μουσουλμανικῆς θρησκείας. Ὁ κριτὴς ἐξέδωσε ἀπόφαση, γιὰ νὰ θανατωθεῖ δι’ ἀγχόνης καὶ τὸν παρέδωσε στὸν ἄρχοντα Ὀμὲρ Ἀγᾶ, ὁ ὁποῖος προσπάθησε μὲ κολακεῖες καὶ ὑποσχέσεις νὰ τὸν μεταπείσει. Ὁ Ἅγιος Θεόδωρος μὲ πνευματικὴ ἀνδρεία ἐπέμενε.
Μετὰ ἀπὸ φρικτὰ βασανιστήρια τὸν ὁδήγησαν στὸν τόπο τῆς ἐκτελέσεως. Ὁ Μάρτυς, ἀφοῦ προσευχήθηκε καὶ ἀσπάσθηκε τὸ σχοινὶ τῆς ἀγχόνης, παρέδωσε τὴν ἁγία του ψυχὴ τὸ ἔτος 1784. Τὸ τίμιο λείψανό του τὸ ἔριξαν στὴ θάλασσα καὶ βρέθηκε ἀργότερα στὴν ἀπέναντι πλευρὰ τῆς Μυτιλήνης, στὸν Ἅγιο Ἰωάννη τὸν Μόθωνα, ὅπου μὲ τὴν ἄδεια τῶν Τούρκων ἐνταφιάσθηκε στὸν παραπλήσιο μικρὸ ναό.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Μνήμη θαύματος Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου στὴ Ζάκυνθο

Ὁ Μεγαλομάρτυς τοῦ Χριστοῦ Γεώργιος τιμᾶται ἰδιαίτερα τὴν ἡμέρα αὐτὴ στὴ Ζάκυνθο, διότι συνδέθηκε μὲ τὴ σωτηρία τοῦ νησιοῦ ἀπὸ τὴν πανούκλα τοῦ ἔτους 1688.

Τὸ ἔτος 1669 πρόσφυγες Κρῆτες ποὺ ἦλθαν στὸ νησὶ τῆς Ζακύνθου, ἔφεραν μαζί τους ἀρχαία εἰκόνα τοῦ Ἁγίου Γεωργίου, τὴν ὁποία κατέθεσαν στὸ ναὸ τοῦ Ἁγίου Δημητρίου τοῦ Κόλα. Ἱερόσυλοι ὅμως, ἀπογύμνωσαν αὐτὴ ἀπὸ τὴν ἀργυρὴ ἐπένδυσή της. Μετὰ ὀκτὼ ἡμέρες ὅλη ἡ ἐκεῖ συνοικία προσβλήθηκε ἀπὸ λοιμό, ποὺ θεωρήθηκε ὡς θεία τιμωρία γιὰ τὴν γενόμενη ἱεροσυλία. Γιὰ τὸν ἐξιλασμό του ὁ λαὸς κατέφυγε σὲ νηστεία καὶ προσευχὴ καὶ ἀποφάσισε τὴν ἀνέγερση ναοῦ ἐπ’ ὀνόματι τοῦ Ἁγίου Γεωργίου.
Ὁ ἀναθηματικὸς αὐτὸς ναὸς τοῦ Ἁγίου Γεωργίου τῶν Κομούτων ἢ Καμαριώτης, φέρει τὸ ἑξῆς ἐπίγραμμα: «Γεώργιον τὲ οἴα ναὸν σοὶ πόλις, ἀνατίθησι τῆς ξένης σωτηρίας».

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

 

Μνήμη εὑρέσεως τῆς ἐν Τήνῳ Ἱερᾶς εἰκόνος Εὐαγγελιστρίας

Ὁ Μιχαὴλ Πολυζωΐδης, εἶχε ἕνα ὄνειρο τὸ 1821, στὸ ὁποῖο ἡ μητέρα τοῦ Θεοῦ ἐμφανίστηκε σὲ αὐτὸν μὲ λαμπερὰ ἄσπρα ἐνδύματα. Τὸν καθοδήγησε γιὰ νὰ σκάψει στὴν περιοχὴ τοῦ Ἀντωνίου Δοξαρά, ἔξω ἀπὸ τὴν πόλη, ὅπου θὰ ἔβρισκε τὴν εἰκόνα της. Εἶπε ἐπίσης σ’ αὐτὸν νὰ χτίσει μία ἐκκλησία στὴν περιοχή. Ἡ βασίλισσα τοῦ οὐρανοῦ ὑποσχέθηκε ἐπίσης νὰ τὸν βοηθήσει νὰ ὁλοκληρώσει αὐτοὺς τοὺς στόχους.

Ὅταν ξύπνησε, ἔκανε τὸν σταυρό του καὶ προσπάθησε νὰ ξανακοιμηθεῖ, θεωρώντας ὅτι τὸ ὄνειρό του ἦταν ἕνας πειρασμὸς ἀπὸ τὸ διάβολο. Πρὶν τὸν πάρει ὁ ὕπνος, ὁ Μιχαὴλ εἶδε τὴν Θεοτόκο ἄλλη μιὰ φορά, καὶ παρατήρησε ὅτι τὸ δωμάτιο πλημμύρισε ἀπὸ ἕνα εὐχάριστο δυνατὸ φῶς. Τὸ κεφάλι της περιβλήθηκε ἀπὸ τὸ θεῖο φῶς, καὶ τὸ πρόσωπό της ἔδειχνε μία γλυκύτητα. Μιλώντας στὸν Μιχαὴλ εἶπε, «γιατί εἶσε φοβισμένος; Μὴν χάνεις τὴν πίστη σου. Εἶμαι ἡ Παναγία. Σὲ θέλω γιὰ νὰ σκάψεις στὴν περιοχὴ τοῦ Ἀντωνίου Δοξαρά, ὅπου εἶναι θαμμένη ἡ εἰκόνα μου. Θὰ χτίσεις μία ἐκκλησία ἐκεῖ καὶ θὰ σὲ βοηθήσω καὶ ἐγώ». Κατόπιν ἐξαφανίστηκε.

Τὸ ἑπόμενο πρωί, ὁ Μιχαὴλ πῆγε στὸ χωριὸ καὶ εἶπε στὸν ἱερέα τί εἶχε συμβεῖ κατὰ τὴν διάρκεια τῆς νύχτας. Ὁ ἱερέας σκέφτηκε ἐπίσης ὅτι τὸ ὄνειρο ἦταν ἕνας πειρασμός, καὶ ἔτσι εἶπε στὸν Μιχαὴλ νὰ ἔρθει γιὰ νὰ ἐξομολογηθεῖ καὶ νὰ κοινωνήσει. Ὁ Μιχαήλ, ἐντούτοις, δὲν πείστηκε ὅτι τὰ ὁράματά του ἦταν μόνο ὄνειρα ἢ δαιμονικοὶ πειρασμοί. Εἶπε στοὺς συγχωριανούς του τὴν ἐμπειρία του. Μερικοὶ γέλασαν, ἀλλὰ μόνο δύο τὸν πίστεψαν.

Τὰ δυὸ ἄτομα πῆγαν μὲ τὸν Μιχαὴλ στὴν περιοχὴ ποὺ τοῦ εἶχε ὑποδείξει ἡ Παναγία, μιὰ νύχτα καὶ ἔσκαψαν σὲ μεγάλο βάθος, ἀλλὰ δὲν βρῆκαν τίποτα. Κατόπιν ἔσκαψαν παραδίπλα καὶ βρῆκαν τὰ ὑπολείμματα ἐνὸς παλαιοῦ τοίχου. Μὴν βρίσκοντας παρὰ μόνο τὰ τοῦβλα, ἔπρεπε νὰ σταματήσουν τὴν ἀναζήτησή τους τὸ πρωί. Ἔτσι οἱ Τοῦρκοι δὲν θὰ ἀνακάλυπταν τί ἔκαναν.

Ὁ Ἀντώνιος Δοξαράς, ὁ ἰδιοκτήτης τῆς περιοχῆς, βρῆκε τὰ τοῦβλα καὶ προσπάθησε νὰ τὰ χρησιμοποιήσει γιὰ νὰ χτίσει ἕναν φοῦρνο. Τὸ κονίαμα ὅμως δὲν ἔμενε στὰ τοῦβλα καὶ ἔτσι ὅποτε προσπάθησαν νὰ χτίσουν ἕνα τμῆμα τοῦ φούρνου, αὐτὸ κατέρρεε. Οἱ ἐργαζόμενοι πείστηκαν ὅτι ὁ Θεὸς τοὺς ἐμπόδιζε νὰ χρησιμοποιήσουν αὐτὰ τὰ τοῦβλα γιὰ τὸν τοῖχο τοῦ φούρνου.

 

Ἡ Ἁγία Πελαγία ( 23 Ἰουλίου), μία καλόγρια ὀγδόντα ἐτῶν, εἶχε διάφορα ὄνειρα τὸν Ἰούνιο 1822. Σὲ ἕνα ἀπὸ αὐτὰ ἡ Θεοτόκος ἐμφανίστηκε σ’αὐτήν. Ἡ Ἁγία Πελαγία ζοῦσε στὸ γυναικεῖο μοναστήρι  τοῦ Δορμιτίου στὸ ὄρος Κεχροβούνιο, ποὺ ἀπεῖχε μία ὥρα ἀπὸ τὸ χωριό. Ζοῦσε στὸ μοναστήρι αὐτὸ ἀπὸ νεαρὴ ἡλικία, καὶ ἦταν γνωστὴ γιὰ τὴ μεγαλειώδη ἀρετὴ καὶ τὴν εὐσέβειά της.

Ἡ Θεοτόκος ἐμφανίστηκε στὸ ὄνειρό της καὶ τὴν διέταξε γιὰ νὰ πάει στὸν Σταματέλο Κανγάδη (ἕνα προεξέχον ἄτομο τοῦ χωριοῦ), καὶ νὰ τοῦ πεῖ νὰ σκάψει καὶ νὰ βρεῖ τὴν Ἐκκλησία τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Βαπτιστοῦ στὴν περιοχὴ τοῦ Ἀντωνίου Δοξαρά.

Τρομαγμένη ἀπὸ τὸ ὅραμα, ἡ Πελαγία ἀπέδωσε τὸ ὄνειρό της στὴ φαντασία της, καὶ ἄρχισε νὰ προσεύχεται. Φοβόταν νὰ πεῖ σὲ κάποιον γιὰ τὸ ὄνειρό της, ἀλλὰ τὴν ἑπόμενη ἑβδομάδα, ἡ Θεοτόκος  τῆς ἐμφανίστηκε πάλι, γιὰ νὰ τῆς ὑπενθυμίσει τὶς ὁδηγίες της. Καὶ πάλι, ἡ καλόγρια παρέμεινε σιωπηλὴ καὶ δὲν εἶπε σὲ κανέναν, γιὰ τὸ ὅραμά της. Ἡ Θεοτόκος ἐμφανίστηκε καὶ τρίτη φορὰ στὸ ὄνειρό της, ἀλλὰ αὐτὴ τὴ φορὰ μὲ ἕναν αὐστηρὸ τρόπο. Ἐπέπληξε τὴν Πελαγία γιὰ τὴν πίστη της, καὶ τῆς εἶπε: «Πήγαινε καὶ κάνε ὅτι σου εἶπα. Ὑπάκουσε!».

Ἡ Ἁγία Πελαγία ξύπνησε ἀπὸ τὸν φόβο καὶ τὴν ἔνταση. Καθὼς ἄνοιξε τὰ μάτια της, εἶδε τὴν ἴδια γυναίκα ποὺ εἶχε δεῖ ἐνῶ κοιμόταν.

Ἡ Ἁγία Πελαγία, κατάλαβε ἐπιτέλους, ὅτι τῆς παρουσιάσθηκε ἡ Θεοτόκος καὶ ὅτι ἔπρεπε νὰ κάνει αὐτὸ ποὺ τῆς εἶπε.

 

Ἀμέσως, ἐνημέρωσε τὴν ἡγουμένη γιὰ τὰ ὁράματά της, ὅπως ἐπίσης καὶ τὸν Σταματέλο Κανγάδη. Ὁ κ. Κανγάδης, ποὺ εἶχε ὑποδείξει ἡ Θεοτόκος γιὰ νὰ πραγματοποιήσει τὴν ἀνασκαφὴ τῆς ἐκκλησίας, ἐνημέρωσε τὸν ἐπίσκοπο Γαβριὴλ γιὰ ὅλα αὐτὰ τὰ γεγονότα. Ὁ ἐπίσκοπος ἤδη εἶχε ἀκούσει γιὰ τὸ ὄνειρο τοῦ Μιχαὴλ Πολυζώη καὶ εἶχε συνειδητοποιήσει ὅτι τὸ ὄνειρο τῆς καλόγριας Πελαγίας συμφωνοῦσε μὲ τὸ ὅραμά του. Ὁ Ἐπίσκοπος Γαβριὴλ ἔγραψε σὲ ὅλες τὶς ἐκκλησίες, στὴν Τῆνο, ζητώντας βοήθεια γιὰ τὴν εὕρεση τῆς ἐκκλησίας καὶ τῆς εἰκόνος.

Οἱ ἀνασκαφὲς ἄρχισαν τὸ Σεπτέμβριο 1822 κάτω ἀπὸ τὴ ἐπίβλεψη τοῦ κ. Κανγάδη. Τὰ θεμέλια τῆς ἐκκλησίας τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου, ποὺ καταστράφηκε ἀπὸ τοὺς Ἄραβες τὸ 1200, ἀποκαλύφθηκαν. Δυστυχῶς ὅμως δὲν βρέθηκε ἡ εἰκόνα. Τὰ χρήματα ἐξαντλήθηκαν καὶ ἔτσι ἐγκαταλείφθηκε ἡ προσπάθεια.

 

Γιὰ ἄλλη μιὰ φορά, ἡ μητέρα τοῦ Θεοῦ ἐμφανίστηκε στὴν Ἁγία Πελαγία, καὶ τῆς ζητάει νὰ συνεχιστοῦν οἱ ἀνασκαφές. Ὁ ἐπίσκοπος Γαβριὴλ ἔστειλε μία ἔκκληση γιὰ δωρεές, γιὰ νὰ χτιστεῖ μία νέα ἐκκλησία στὰ θεμέλια της παλαιᾶς τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Βαπτιστοῦ. Ἡ νέα ἐκκλησία χτίστηκε, καὶ ἀφιερώθηκε στὸν Ἅγιο Ἰωάννη καὶ στὴ Ζωοδόχο Πηγή.

 

Στὶς 30 Ἰανουαρίου 1823 οἱ ἐργαζόμενοι ἰσοπέδωναν τὸ ἔδαφος μέσα στὴν ἐκκλησία γιὰ τὴν προετοιμασία τοποθετήσεως ἐνὸς νέου πατώματος πετρῶν. Περίπου τὸ μεσημέρι ἕνας ἀπὸ τοὺς ἐργαζομένους, ὁ Ἐμμανουὴλ Μάτσος, χτύπησε ἕνα κομμάτι τοῦ ξύλου μὲ τὴν ἀξίνα του. Ἦταν δυὸ κομμάτια ξύλου, ἀλλὰ δὲν μποροῦσε νὰ διακρίνει γιατί ἦταν σκεπασμένα μὲ χῶμα. Καθὼς σκούπισε τὸ χῶμα μὲ τὸ χέρι του, εἶδε ὅτι ἦταν μία εἰκόνα. Ἐνώνοντας τὰ δυὸ κομμάτια τοῦ ξύλου μαζί, ἐμφανίσθηκε πλήρης ἡ εἰκόνα.

Κάλεσε τοὺς ἄλλους ἐργαζομένους, γιὰ νὰ δοῦν καὶ αὐτοὶ τὴν εἰκόνα. Ὅταν τὴν καθάρισαν καλά, εἶδαν ὅτι ἐπρόκειτο γιὰ τὴν εἰκόνα τοῦ Εὐαγγελισμοῦ.

Τὴν ἴδια ἡμέρα, ἡ εἰκόνα δόθηκε στὸν ἐπίσκοπο Γαβριήλ, ποὺ τὸ ἀσπάσθηκε μὲ δάκρυα.

 

Μετὰ ἀπὸ τὴν εὕρεση τῆς εἰκόνος, οἱ κάτοικοι τῆς Τήνου, γέμισαν ἀπὸ ζῆλο γιὰ νὰ χτίσουν μία θαυμάσια ἐκκλησία πρὸς τιμὴ τῆς Θεοτόκου. Οἱ ἄνθρωποι πρόσφεραν τὰ χρήματά τους καὶ τὴν ἐργασία τους γιὰ νὰ βοηθήσουν νὰ χτιστεῖ ἡ ἐκκλησία τοῦ Εὐαγγελισμοῦ.

Ἡ νέα ἐκκλησία ὁλοκληρώθηκε τὸ 1823, ὑπὸ τοῦ Ἐπισκόπου Γαβριήλ. Ἡ Ἁγία Πελαγία κοιμήθηκε στὶς 28 Ἀπριλίου 1834. Ἡ μνήμη τῆς τιμᾶται ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία στὶς 23 Ἰουλίου.


Ἡ εἰκόνα τῆς Θεοτόκου στὴν Τῆνο, θεωρεῖται ἕνας ἀπὸ τοὺς πιὸ ἱεροὺς θησαυροὺς τῆς Ἑλλάδας. Τὰ ἀναρίθμητα θαύματα καὶ θεραπεῖες δὲν ἔχουν πάψει ἀπὸ τὸν χρόνο ποὺ βρέθηκε ἡ εἰκόνα.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Τὴν θείαν Εἰκόνα σου, ἐκ τῶν λαγόνων τῆς γῆς, ἡμῖν ἐφανέρωσας, δι’ ἐμφανείας τῆς σῆς, Παρθένε Πανύμνητε· ὅθεν ἡ νῆσος Τῆνος, ἐν τῇ ταύτης εὑρέσει, χαίρει χαρὰν μεγάλην, καὶ πιστῶς σοι κραυγάζει· Χαῖρε Κεχαριτωμένη, ὁ Κύριος μετὰ σοῦ.

 

Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ’. Τῇ ὑπερμάχῳ.

Τῆς παναγίας σου Εἰκόνος τὴν ἀνεύρεσιν

Εὐαγγελίστρια φαιδρῶς πανηγυρίζοντες

Τὰς ἀπείρους σου ὑμνοῦμεν εὐεργεσίας.

Ἐξ αὐτῆς γὰρ ἀναβλύζεις χάριν ἄφθονον

Καὶ παρέχεις καθ’ ἑκάστην τὰ ἰάματα

Τοῖς βοῶσί σοι, χαῖρε Νύμφη Ἀνύμφευτε.

 

Ἕτερον Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Τὴν θαυμαστήν σου καὶ ἁγίαν Εἰκόνα, τὴν κεκρυμμένην ὑπὸ γῆν πολλοῖς χρόνοις, δι’ ἐμφανείας θείας σου Πανύμνητε, ἡμῖν ἐφανέρωσας, ὡς θησαύρισμα θεῖον· ἧς τὴν θείαν εὕρεσιν, ἑορτάζοντες πόθῳ, ἀναβοῶμεν πάντες εὐλαβῶς· χαῖρε Παρθένε, ἡμῶν ἡ βοήθεια.

 

Μεγαλυνάριον.
Ἔχουσα ὡς πλοῦτον πνευματικόν, ἡ Τῆνος Παρθένε, τὴν Εἰκόνα σου τὴν σεπτήν, ταύτης ἑορτάζει, τὴν εὕρεσιν ἐν ὕμνοις, κηρύττουσα εὐσήμως, τὴν προστασίαν σου.