Blue Flower

Ὁ Ἅγιος Ἱερομάρτυς Παφνούτιος ἔζησε κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορος Διοκλητιανοῦ (284 – 305 μ.Χ.). Πέρασε κατ’ ἐξοχὴν στὴν Αἴγυπτο τὴν εὐεργετικὴ καὶ πολύαθλη ζωή του. Ὅταν ξεκίνησε ὁ διωγμὸς κατὰ τῶν Χριστιανῶν, ὁ ἔπαρχος Ἀρριανὸς γνωρίζωντας ἀπὸ τὶς διαδόσεις γιὰ τὴν ἐπιρροὴ τοῦ Παφνουτίου ἐπάνω στοὺς χριστιανικοὺς πληθυσμοὺς σκεπτόταν πῶς μποροῦσε νὰ τὸν συλλάβει. Ὁ Παφνούτιος συνήθιζε νὰ περνᾶ τὴν ζωή του σὲ ἐρημικοὺς τόπους καὶ κάποια ἡμέρα, κατὰ τὴν ὥρα τῆς νυχτερινῆς προσευχῆς του, Ἄγγελος Κυρίου τοῦ φανέρωσε ὅτι κηρύχθηκε ὁ διωγμὸς κατὰ τῶν Χριστιανῶν καὶ ὅτι τὸν καταζητεῖ ὁ ἔπαρχος. Κλήθηκε μόνος του νὰ προσέλθει  ἐνώπιον τῶν διωκτῶν, ἐπειδὴ ὁ Θεὸς τὸν ἐπέλεξε ὡς ὄργανο γιὰ νὰ ντροπιάσει τὸν Ἀρριανὸ καὶ τὰ εἴδωλα.

Ὁ Παφνούτιος ὑπάκουσε καὶ κατευθύνθηκε πρὸς τὶς ὄχθες τοῦ Νείλου. Μόλις ἔφθασε, εἶδε τὸν Ἀρριανὸ νὰ ἀποβιβάζεται ἀπὸ πολυτελὲς πλοῖο μὲ συνοδεία ἀρχόντων καὶ στρατιωτῶν. Κανεὶς ἀπὸ αὐτοὺς δὲν γνώριζε προσωπικὰ τὸν Ἅγιο Παφνούτιο. Αὐτὸς ὅμως ἀναγνώρισε τὸν ἔπαρχο, ὁ ὁποῖος ἔκπληκτος εἶδε τὸν σεβάσμιο γέροντα νὰ προχωρεῖ πρὸς αὐτόν.

- Μὲ ζητᾶς, τοῦ εἶπε καὶ δὲν θέλησα νὰ σὲ ὑποβάλλω σὲ κόπο. Εἶμαι ὁ Παφνούτιος.

Ὁ Ἀρριανὸς τινάχθηκε. Τὸ ὄνομα τοῦ Παφνουτίου καὶ ἡ αἰφνίδια ἀφθόρμητη ἐμφάνιση καὶ παράδοσή του ἔφεραν στὸν ἔπαρχο σκοτισμὸ καὶ σύγχυση. Συνῆλθε ὅμως γρήγορα καὶ μεταχειρίσθηκε γλῶσσα ἀπρεπὴ καὶ σκληρὴ πρὸς τὸν Ἅγιο. Τὸν ἔβρισε, γιατί ἀκολουθοῦσε τὸν Χριστὸ καὶ διέγειρε τὰ πλήθη στὴν πίστη πρὸς Αὐτόν. Τὴν ἴδια στιγμὴ ἀπείλησε τὸν Ἅγιο ὅτι θὰ τὸν τιμωρήσει ἀδυσώπητα, ἂν δὲν προσκυνήσει τὰ εἴδωλα. Ὁ Παφνούτιος ἀπολογήθηκε σύντομα γιὰ τὴν πίστη του καὶ δήλωσε ὅτι δὲν ὑπάρχει γι’ αὐτὸν ἀνώτερη εὐχαρίστηση ἀπὸ τὸ νὰ βασανισθεῖ καὶ νὰ χύσει τὸ αἷμα του ὑπὲρ τοῦ Λυτρωτοῦ του.

Μὲ διαταγὴ τοῦ ἐπάρχου οἱ δήμιοι ὑπέβαλαν τὸν Παφνούτιο σὲ βασανιστήρια. Τοῦ κατέξυσαν τὶς σάρκες τόσο πολύ, ὥστε τὰ αἵματα ποὺ ἔρρεαν πότισαν τὸ ἔδαφος. Καὶ ἦταν τόσο βαθιὲς οἱ πληγὲς ποὺ εἶχαν ἀνοίξει, ὥστε φαίνονταν τὰ ἐντόσθια τοῦ Μάρτυρος. Τότε ὁ Ἅγιος Παφνούτιος ἀπηύθυνε προσευχὴ πρὸς τὸν Ἰησοῦ Χριστὸ καὶ Τὸν ἱκέτευσε νὰ μὴν τὸν ἀφήσει νὰ πεθάνει, ἂν ἤθελε καὶ ἂν τὸν ἔκρινε χρήσιμο γιὰ περισσότερους ἀγῶνες στὴ φοβερὴ ἐκείνη ἐποχή, κατὰ τὴν ὁποία οἱ ψυχὲς εἶχαν τόση ἀνάγκη γιὰ παρηγοριὰ καὶ ἐνίσχυση.

Ἡ δέησή του εἰσακούσθηκε. Χάρη τῆς δόξας τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ φωτισμοῦ πολλῶν σκοτισμένων ἀπὸ τὴν πλάνη, ἡ Θεία Χάρη ἐπιτέλεσε ἐκπληκτικὰ πράγματα. Οἱ πληγὲς τοῦ Ἁγίου Παφνουτίου ἔκλεισαν ἐκείνη τὴ στιγμή. Οἱ δύο στρατιῶτες ποὺ τὸν κατέξυσαν, ὅταν εἶδαν τὸ θαῦμα ἔπεσαν στὰ πόδια τοῦ Ἁγίου καὶ ὁμολόγησαν καὶ οἱ ἴδιοι τὸν Χριστό. Οὔτε περιορίσθηκαν μέχρι ἐκεῖ. Ἀφοῦ ἔσπευσαν πρὸς τὸν Ἀρριανό, ἀπέρριψαν τὶς στρατιωτικές τους ζῶνες καὶ δήλωσαν ὅτι ἔγιναν καὶ οἱ ἴδιοι Χριστιανοί. Ὁ Ἀρριανὸς αἰσθάνθηκε ἔκπληξη καὶ ὀργή. Ὅταν ὅμως εἶδε τὴν ἐπιμονὴ καὶ τῶν δύο, τοὺς ἀποκεφάλισε. Ὁ ἕνας ὀνομαζόταν Διονύσιος καὶ ὁ ἄλλος Καλλίμαχος καὶ ἀνέβηκαν καὶ οἱ δύο στὸν οὐρανὸ ὡς φωτεινοὶ ἀστέρες τοῦ νοητοῦ στερεώματος.

Μετὰ τὸ γεγονὸς αὐτὸ ὁ Παφνούτιος φυλακίσθηκε. Μέσα στὴν φυλακὴ ὑπῆρχαν, μεταξὺ τῶν ἄλλων καὶ σαράντα πρόκριτοι, ποὺ ἦταν ἔγκλειστοι ἐκεῖ, γιατί καθυστεροῦσαν τοὺς φόρους πρὸς τὸ δημόσιο. Οἱ ἄνδρες αὐτοὶ κινήθηκαν ἀπὸ θαυμασμό, ὅταν γιὰ δύο συνεχόμενες νύχτες ἔβλεπαν σὲ κάποιο σκοτεινὸ μέρος, ἐκεῖ ὅπου προσευχόταν ὁ Ἅγιος Παφνούτιος, κάποια ἐξαίσια καὶ ὑπερφυσικὴ λάμψη. Ποιὸς ἄραγε ἦταν ὁ ἄνδρας αὐτός; Ὁ Παφνούτιος ἐπωφελήθηκε ἀπὸ τὴν περιέργειά τους, γιὰ νὰ τοὺς ἑλκύσει στὴ χριστιανικὴ πίστη. Πίστεψαν δὲ ὅλοι καὶ ἀπὸ τὴν ψυχὴ τους ἦταν ἕτοιμοι καὶ γιὰ βασανισμοὺς καὶ γιὰ θάνατο.

Ὁ Ἀρριανός, ὅταν πληροφορήθηκε τὸ γεγονὸς αὐτό, ἐξοργίσθηκε. Ἡ κατάκτηση ἐκείνη τοῦ Παφνουτίου σὲ τόσους διακεκριμένους ἄνδρες τὸν καταθορύβησε καὶ τοῦ φάνηκε ὡς αἶσχος καὶ ἥττα ὄχι μόνο τῆς εἰδωλολατρικῆς θρησκείας ἀλλὰ καὶ δική του. Μάταια ὅμως προσπάθησε μὲ τὸν πλέον περιποιητικὸ τρόπο νὰ ἐξευμενίσει τοὺς προκρίτους, νομίζοντας ὅτι στὸ διάβημα προέβησαν ἀπὸ ὀργὴ γιὰ τὴ φυλάκισή τους. Καὶ οἱ σαράντα ἐνέμειναν στὴν ὁμολογία τοῦ Χριστοῦ, προσπάθησαν μάλιστα νὰ ἑλκύσουν πρὸς αὐτὴν καὶ τὸν Ἀρριανό. Ἀλλὰ αὐτὸς εἶχε κλειστὴ τὴν ψυχή του γιὰ τὴν σωτηρία καὶ τὸ φῶς. Ἀφοῦ ἀπέβαλε κάθε ἐλπίδα, διέταξε νὰ θανατωθοῦν οἱ νέοι ἐκεῖνοι Χριστιανοί. Τοὺς ἔφεραν λοιπὸν ἔξω ἀπὸ τὴν πόλη, ἄναψαν πυρκαγιὰ μεγάλη καὶ εἶπαν στοὺς στρατιῶτες νὰ ρίξουν τοὺς Ἁγίους ἄνδρες σὲ αὐτήν. Ἀλλὰ οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες δὲν εἶχαν τὴν ἀνάγκη βίας. Μόνοι τους, καθὼς κρατοῦσε ὁ ἕνας τὸ χέρι τοῦ ἄλλου εἰσῆλθαν χαρούμενοι στὶς φλόγες ψάλλοντας καὶ ἔτσι ἀξιώθηκαν μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο τοῦ μαρτυρικοῦ τέλους.

Ὁ Θεὸς θέλησε νὰ γίνουν πραγματικότητα καὶ ἄλλες πολλὲς ἐπιστροφὲς διὰ τοῦ Ἁγίου Παφνουτίου. Καὶ ὅπως ἄλλοτε ὁ Ἰησοῦς ξέφυγε ἀνάμεσα ἀπὸ τοὺς ἐχθρούς Του, ποὺ ζήτησαν νὰ Τὸν φονεύσουν, μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο καὶ ὁ ἴδιος ἔγινε ἄφαντος ἀπὸ τὰ μάτια τοῦ Ἀρριανοῦ, τοῦ ὁποίου ἡ μανία ἔγινε μεγαλύτερη.

Τὰ κατορθώματα τοῦ Παφνουτίου ὑπὲρ τοῦ Χριστοῦ ἐξακολούθησαν. Ἡ παρουσία του ἔφλεξε τὰ εὐσεβὴ στήθη τοῦ Εὐστοργίου καὶ τῆς Ἐρμιόνης, ποὺ ἦταν πλούσιο ἀντρόγυνο, ἐνῷ στὰ ἴχνη τους ἀκολούθησε καὶ ἡ κόρη τους Στεφανώ, μόλις δεκαοκτὼ χρονῶν στὴν ἡλικία. Ἡ πίστη κόχλαζε τώρα θερμότερα στὰ στήθη τους. Γεμάτοι ἀπὸ φιλαδελφία διαμοίραζαν τὰ πλούτη τους περιθάλποντας τοὺς διωκόμενους Χριστιανούς, τὰ ὀρφανὰ καὶ τῆς χῆρες τῶν Μαρτύρων. Προχωρώντας δὲ καὶ ἀκόμα περισσότερο μετέβαιναν καὶ στοὺς τόπους τῶν Μαρτυρίων γιὰ ἐνθάρρυνση τῶν ἀνακρινόμενων καὶ βασανιζόμενων πιστῶν.

Ὅταν ὁ Ἀρριανὸς πληροφορήθηκε τὴ διαγωγὴ αὐτῆς τῆς χριστιανικῆς οἰκογένειας παρέδωσε καὶ τοὺς τρεῖς στὸ θάνατο. Ἐκεῖνοι τὸν δέχθηκαν μὲ τὴν πλέον θαυμαστὴ γενναιότητα.

Τὰ ἐπιτεύγματα τοῦ Ἁγίου Παφνουτίου αὐξήθηκαν. Δέκα ἕξι νεαροί, σχεδὸν παιδιὰ ἀκόμη, τῶν ὁποίων οἱ πατέρες ἦταν ἀπὸ τοὺς σαράντα ἐκείνους ἄνδρες ποὺ τελειώθηκαν στὶς φλόγες τῆς φωτιᾶς, πίστεψαν καὶ οἱ ἴδιοι καὶ ὁμολόγησαν μὲ παρρησία τὴν πίστη τους. Ὁ Ἀρριανὸς προσπάθησε νὰ τοὺς μεταπείσει ἐπιδεικνύοντας πρὸς αὐτοὺς καὶ τὴν διαταγὴ τοῦ βασιλέως, στὴν ὁποία διαγράφονταν οἱ ὁδηγίες τοῦ διωγμοῦ. Ἰδιαίτερα ζήτησε ὁ ἔπαρχος νὰ σώσει ἀπὸ τὴν καταδίκη τὸν μικρότερο ἀπὸ τοὺς νεαροὺς ἐκείνους, ἕνα πολὺ μικρὸ παιδί, δεκατριῶν ἀκόμη χρόνων. Ἀλλὰ στὴν καρδιὰ τοῦ μικροῦ ὑπῆρχε ὥριμη ἀποφασιστικότητα καὶ φλογερὴ ἀφοσίωση πρὸς τὸν Χριστό. Ζήτησε νὰ δεῖ τὴν βασιλικὴ διαταγή. Καὶ ὅταν ὁ Ἀρριανὸς τὴν παρέδωσε στὰ χέρια του, ἐκεῖνος πῆρε τὴν πλέον τολμηρὴ ἀπόφαση. Κοντὰ ἔκαιε καὶ κάπνιζε ὁ εἰδωλολατρικὸς βωμός. Ἀφοῦ ὅρμησε λοιπόν, ὁ μικρός, ἔριξε στὴ φωτιὰ τὸ αὐτοκρατορικὸ ἔγγραφο φωνάζοντας: «Ἕνας εἶναι ὁ Θεός, ὁ Πατέρας τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ».

Τὸ θέαμα τοῦ ἐγγράφου ποὺ καιγόταν ἐξαγρίωσε τοὺς παρευρισκόμενους ἱερεῖς τῶν εἰδώλων. Καὶ ὁ ἴδιος ὁ Ἀρριανός, παράφρων ἀπὸ ὀργὴ καὶ θέλοντας ἄμεση καὶ παραδειγματικὴ ἐκδίκηση, ἔριξε μὲ τὰ ἴδια του τὰ χέρια στὴ φωτιὰ τὸν ριψοκίνδυνο ἐκεῖνο νέο, ποὺ ἔπαιρνε τὴν ἔμπνευση ἀπὸ τὸν Θεό. Οἱ σάρκες του κατακαίγονταν, ἀλλὰ ἡ ὄψη του παρουσίαζε τὴν δόξα ἐκείνη ποὺ εἶχε καὶ ὁ Ἅγιος Στέφανος, ὅταν ἔπεφτε νεκρὸς ἀπὸ τοὺς λιθοβολισμοὺς τῶν Ἰουδαίων. Οἱ ὑπόλοιποι νέοι, γεμάτοι ἀπὸ ἐνθουσιασμὸ ἀπὸ τὸ θαυμαστὸ ἐκεῖνο παράδειγμα τοῦ μικρότερου ἀπὸ αὐτούς, ἀπευθυνόμενοι πρὸς ἐκεῖνον ἐνῷ καιγόταν, τὸν παρακαλοῦσαν νὰ δεηθεῖ πρὸς τὸν Θεὸ γιὰ νὰ ἀποδειχθοῦν καὶ ἐκεῖνοι ἄξιοι μιμητές του καὶ νὰ ἀξιωθοῦν τὸ στέφανο ποὺ ἔλαβαν καὶ οἱ πατέρες τους δεχόμενοι τὸ μαρτύριο.

Ὁ νέος Μάρτυρας παρέδωσε τὴν ἅγια ψυχή του, ἀφοῦ σφράγισε τὸ πρόσωπό του μὲ τὸ σημεῖο τοῦ Σταυροῦ. Δὲν ἄργησαν νὰ τὸν ἀκολουθήσουν στὸν μαρτυρικὸ δρόμο οἱ ὑπόλοιποι φίλοι καὶ συμμαθητές του. Ἦταν δεκαπέντε καὶ κανένας ἀπὸ αὐτοὺς δὲν λιποψύχησε μέχρι τὴν τελευταία στιγμή. Καὶ ὅταν ὁδηγοῦνταν ἔξω ἀπὸ τὴν πόλη γιὰ νὰ ἐκτελεσθοῦν, προσεύχονταν καὶ ἔψαλλαν.

Ὁ Ἅγιος Παφνούτιος ἐξακολούθησε νὰ κηρύττει τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ. Κάποια ἡμέρα, κοντὰ στὶς ὄχθες τοῦ Νείλου, συνάντησε ὀγδόντα ἁλιεῖς νὰ ἀσχολοῦνται μὲ τὶς βάρκες τους καὶ τὰ δίχτυά τους. Τοὺς ἁλίευσε καὶ αὐτούς. Πίστεψαν στὸν Χριστό, διαλαλοῦσαν τὴν πίστη τους καὶ τὴν ἐπισφράγισαν καὶ αὐτοὶ μὲ τὸν μαρτυρικὸ θάνατό τους.

Μετὰ ἀπὸ λίγο διάστημα ὁ Ἅγιος Παφνούτιος προσῆλθε μόνος του στὸν Ἀρριανό. Ἡ ἄγρια χαρὰ τοῦ ἐπάρχου ὑπῆρξε ἀπερίγραπτη, ὅταν ἔλαβε καὶ πάλι στὰ χέρια του τὸν πρωτεργάτη τῆς δικῆς του λύπης καὶ ντροπῆς. Διέταξε νὰ θανατωθεῖ μὲ τὸ φρικτὸ βασανιστήριο τοῦ τροχοῦ. Ἀλλὰ τὰ μέλη τοῦ Ἁγίου ὅταν κατακόβονταν, ἀμέσως θεραπεύονταν καὶ ὁ θεωρούμενος ὡς πτῶμα καὶ σύντριμμα παρουσιάσθηκε τελικὰ γεμάτος ζωή.

Ὁ Ἀρριανὸς προσῆλθε μετὰ ἀπὸ κάποια ὥρα γιὰ νὰ δεῖ τὸ πτῶμα τοῦ Ἁγίου. Ἀλλὰ ὁ Παφνούτιος βρέθηκε ὄρθιος ἐνώπιόν του καὶ τοῦ εἶπε: «Μὲ γνωρίζεις, Ἀρριανέ; Ὅλα αὐτὰ τὰ θαυμάσια σχετικὰ μὲ ἐμένα τὰ πραγματοποιεῖ ὁ Κύριός μου Ἰησοῦς Χριστός, γιὰ νὰ ἐλεγχθεῖ ἡ ἀσέβειά σου καὶ γιὰ νὰ καταλάβεις ὅτι πολεμώντας ἐνάντια σὲ Αὐτόν, χτυπᾶς στὸ κέντρο. Καὶ γιὰ νὰ καταλάβεις ἐπίσης ὅτι λατρεύεις κουφὰ καὶ τυφλὰ εἴδωλα κατασκευασμένα ἀπὸ ὕλη ἀναίσθητη».

Ὁ Ἀρριανὸς δὲν ἤξερε τί νὰ ἀπαντήσει στὴν πρώτη ἐκείνη στιγμὴ τῆς καταπλήξεως καὶ τοῦ θαυμασμοῦ. Μίλησε ὅμως ὁ πραιπόζιτος Εὐσέβιος, ποὺ ἦταν παρὼν ἐκεῖ. Δήλωσε ὅτι καὶ αὐτός, ἀπέναντι σὲ τόσο ἀκαταμάχητα θαύματα, ἀποκηρύσσει τὴν πλάνη τῶν εἰδώλων καὶ κηρύττει τὴν πίστη του στὸν Χριστό. Καὶ ἀφοῦ ἀποτάνθηκε στοὺς τετρακόσιους στρατιῶτες ποὺ παρευρίσκονταν ἐκεῖ, τοὺς κάλεσε μὲ τὸν πλέον φλογερὸ τόνο νὰ κάνουν καὶ ἐκεῖνοι τὸ ἴδιο. Οἱ στρατιῶτες, ἀπαλλαγμένοι  ἀπὸ τὴ σκολιότητα καὶ τὴ σκληρότητα τῆς καρδιᾶς τῶν ἀνωτέρων λετουργῶν τοῦ εἰδωλολατρικοῦ καθεστῶτος, ψυχὲς ἁπλὲς καὶ εὐθεῖες καθὼς ἦταν καὶ γι’ αὐτὸ ἐπιδεκτικὲς τῆς ἀλήθειας καὶ τοῦ φωτός, ἀκολούθησαν τὸ παράδειγμα τοῦ πραιπόζιτου. Μὲ φωνὴ μεγάλη, ποὺ κάλυψε ὅλη τὴ γύρω ἔκταση, ὁμολόγησαν τὸν Ἰησοῦ Χριστό.

Τὸ στεφάνι τοῦ μαρτυρίου στόλισε τὰ μέτωπα καὶ τῶν νέων αὐτῶν ἀθλητῶν. Σὲ τέσσερις τεράστιες πυρακτωμένες καμίνους καὶ μέσα στὶς φλόγες ὁ πραιπόζιτος Εὐσέβιος καὶ οἱ τετρακόσιοι στρατιῶτες βρῆκαν ἔνδοξο θάνατο ὑπὲρ τοῦ Χριστοῦ.

Γιὰ μία ἀκόμη φορὰ πραγματοποιήθηκε μέσῳ τοῦ Ἁγίου Παφνουτίου θαῦμα ἱκανὸ νὰ κερδίσει καὶ τὴν περισσότερο ἄπιστη ψυχή, σὲ ὅποια τυχὸν εἶχε ἀπομείνει ἴχνος λογικῆς καὶ καθαρᾶς καρδίας.

Ἀφοῦ συνέλαβε ὁ Ἀρριανὸς τὸν Παφνούτιο, τὸν ἔριξε στὰ νερὰ τοῦ ποταμοῦ Νείλου μὲ μία μεγάλη πέτρα στὸ λαιμό. Ὁ Ἅγιος Παφνούτιος φάνηκε νὰ ἐξαφανίζεται στὰ βάθη καὶ ὁ Ἀρριανὸς ἐξακολούθησε τὸ ταξίδι του στὸ μεγαλοπρεπὲς πλοῖο του. Ἀλλὰ μετὰ ἀπὸ κάποια λεπτά, μπροστὰ στὸ πλοῖο τοῦ ἐπάρχου, παρουσιάσθηκε ὁ Ἅγιος, λέγοντάς του ἀπὸ τὰ νερά: «Ἀρριανέ, ἐσὺ μὲν χρειάζεσαι πλοῖο καὶ ἄνεμο γιὰ νὰ πλέεις. Ἐγὼ ὅμως οὔτε πλοῖο οὔτε ἄνεμο χρειάζομαι, γιατί κυβερνήτης μου εἶναι ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ὁ ὁποῖος καὶ τὴ φορὰ αὐτὴ μὲ λύτρωσε ἀπὸ τὸν θάνατο».

Ὁ Ἀρριανὸς καταλήφθηκε ἀπὸ φόβο, ἀλλὰ ἡ πωρωμένη του ψυχὴ ἔμεινε ἀφώτιστη. Συνέλαβε τὸν Ἅγιο Παφνούτιο καὶ τὸν ἔστειλε  πρὸς τὸν αὐτοκράτορα Διοκλητιανό, μὲ σύντομη ἔκθεση γιὰ ὅσα συνέβησαν σὲ σχέση μὲ τὸν Χριστιανὸ αὐτό. Ὁ Διοκλητιανὸς προσπάθησε νὰ κατανικήσει ὁ ἴδιος τὴν πίστη τοῦ Παφνουτίου. Ἀλλὰ γρήγορα εἶδε ὅτι ἡ ἀπόπειρα δὲν μποροῦσε νὰ καρποφορήσει. Διέταξε λοιπὸν τὴν σταύρωση τοῦ Ἁγίου καὶ μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο, ἀφοῦ τὸ θέλησε καὶ ὁ ἴδιος περισσότερο αὐτὴν τὴν φορά, ὁ μέγας ἐκεῖνος Ἅγιος ἔλαβε μαρτυρικὸ τέλος καὶ τετρακόσιοι σαράντα ἕξι πιστοὶ ποὺ ἦλθαν στὴν πίστη μέσῳ αὐτοῦ κάτω ἀπὸ τὴν ἔνθεη ὤθησή του, ἔλαβαν καὶ ἐκεῖνοι τὸ μαρτυρικὸ στέφανο.
Ἡ Ἐκκλησία τιμᾶ τὴν μνήμη τους καὶ στὶς 25 Σεπτεμβρίου.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Θυσίαν τὴν ἔνθεον, πιστῶς προσφέρων Θεῷ, ὡς θῦμα εὐπρόσδεκτον, προσανηνέχθης αὐτῷ, ἀθλήσεως ἄνθραξιν· ὅθεν ὡς ἱερέα, καὶ στερρὸν Ἀθλοφόρον, ἔδειξέ σε ὁ Κτίστης, χαρισμάτων ταμεῖον· ἐξ ὧν καὶ ἡμῖν παράσχου, Ἱερομάρτυς Παφνούτιε.

 

Κοντάκιον. Ἦχος β’. Τὰ ἄνω ζητῶν.
Αἱμάτων ῥοαῖς, στολήν σου τὴν ὑπέρτιμον, φοινίξας λαμπρῶς, Παφνούτιε μακάριε, χαρμοσύνως ἔδραμες, πρὸς ναὸν κραυγάζων τὸν οὐράνιον· Τῆς ζωῆς σὺ Σῶτερ πηγή, ὁ πᾶσι βλυστάνων οἰκτιρμῶν ποταμούς.

 

Μεγαλυνάριον.
Θείας βασιλείας σε κοινωνόν, Παφνούτιε μάκαρ, ἀπειργάσατο ὁ Χριστός· τούτου γὰρ τὸ πάθος, ἔφερες τῇ σαρκί σου, διὸ παθῶν λυτροῦσαι, τοὺς σὲ γεραίροντας.

Ὁ Ἅγιος Θεόδωρος ὁ Μάρτυρας καὶ οἱ σὺν αὐτῷ μαρτυρήσαντες 

Ὁ Ἅγιος Μάρτυς Θεόδωρος καταγόταν ἀπὸ τὴν Πέργη τῆς Παμφυλίας καὶ μαρτύρησε ἐπὶ αὐτοκράτορος Ἀντωνίνου (138 – 161 μ.Χ.). Ἔχοντας ζῆλο γιὰ τὴν πατρώα εὐσέβεια κατέστρεφε εἴδωλα καὶ ναοὺς εἰδωλικούς. Συνελήφθη ὅμως καὶ ὑπέστη γι’ αὐτὸ φρικώδη βασανιστήρια. Τὸν ἔβαλαν ἐπάνω σὲ πυρακτωμένες σχάρες καὶ στὴ συνέχεια τοῦ ἔδεσαν τὰ πόδια σὲ ἄλογα ποὺ τὸν ἔσυραν μέχρι θανάτου. Ἀκολούθως τὸν ἔριξαν σὲ καμίνι φωτιᾶς μὲ τοὺς στρατιῶτες Σωκράτη καὶ Διονύσιο καὶ τὸν ἱερέα τῶν εἰδώλων Διόσκορο, ποὺ βλέποντας τὰ μαρτύρια τοῦ Ἁγίου, πίστεψαν στὸν Χριστό. Ἔπειτα, ἀφοῦ πρῶτα τὸν φυλάκισαν, τὸν σταύρωσαν καὶ τὸν πλήγωσαν μὲ βέλη γιὰ τρεῖς συνεχεῖς ἡμέρες. Ἔτσι μαρτύρησε ὁ Ἅγιος Θεόδωρος καὶ ἔλαβε τὸ στέφανο τοῦ μαρτυρίου καὶ τῆς δόξας.
Ἡ μητέρα τοῦ Ἁγίου Θεοδώρου, Φιλίππα, μετὰ τὸν σταυρικὸ θάνατο τοῦ υἱοῦ της, ὁμολόγησε τὸν Χριστὸ ὡς Θεὸ ἀληθινὸ καὶ μαρτύρησε διὰ ξίφους. Ὁ Ἅγιος Μάρτυς Διόσκορος μαρτύρησε διὰ τοῦ πυρὸς καὶ οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες Σωκράτης καὶ Διονύσιος μαρτύρησαν ἀπὸ χτυπήματα με λόγχη μέσα σὲ κάμινο.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Οἱ Ἅγιοι Ἑρμογένης, Γάϊος, Ἐξπέδιτος, Ἀριστόνικος, Ροῦφος καὶ Γαλατὰς οἱ Μάρτυρες 

Δὲν ἔχουμε λεπτομέρειες γιὰ τὸν βίο καὶ τὸ μαρτύριο τῶν Ἁγίων.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ἅγιος Γεώργιος ὁ Ὁμολογητής Ἐπίσκοπος Πισιδίας 

Ὁ Ἅγιος Γεώργιος ἔζησε κατὰ τοὺς χρόνους τῆς εἰκονομαχίας καὶ ἐξελέγη Ἐπίσκοπος Πισιδίας. Προσκληθεῖς μαζὶ μὲ ἄλλους Ἐπισκόπους στὴν Κωνσταντινούπολη, ὅπου ἐπρόκειτο νὰ ἐπιβληθεῖ ἡ κατάργηση τῶν ἱερῶν εἰκόνων, στὴν Σύνοδο τοῦ 754 μ.Χ., ἀντιστάθηκε σθεναρὰ στὰ ἐντάλματα τῶν κρατούντων εἰκονομάχων καὶ στὴν ἀσέβειά τους. Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ ἐξορίσθηκε ἀπὸ τὸν αὐτοκράτορα Κωνσταντίνο Ε’ τὸν Κοπρώνυμο (741 – 775 μ.Χ.) καὶ εὑρισκόμενος στὴν ἐξορία κοιμήθηκε. Γιὰ τοὺς ἀγῶνες του ὑπὲρ τῆς ὀρθοδόξου πίστεως ὀνομάσθηκε Ὁμολογητής.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

 

Ὁ Ἅγιος Τρύφωνας Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως 

Ὁ Ἅγιος Τρύφων ἦταν εὐλαβὴς καὶ ἐνάρετος μοναχὸς σὲ κάποια μονὴ τοῦ θέματος τοῦ Ὀψικίου καὶ ἐξελέγη Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, στὶς 14 Δεκεμβρίου τοῦ 928 μ.Χ., σὲ διαδοχὴ τοῦ Πατριάρχου Στεφάνου Β’, ὑπὸ τὸ ὅρο νὰ ἀποχωρήσει ἀπὸ τὸν θρόνο μετὰ τὴν ἐνηλικίωση τοῦ υἱοῦ τοῦ Ρωμανοῦ, Θεοφυλάκτου. Ἀλλὰ ἐπειδὴ ἀρνιόταν νὰ παραιτηθεῖ, ἐξαναγκάσθηκε μὲ πονηρὸ τέχνασμα τοῦ Καισαρείας Θεοφάνους νὰ ὑπογράψει τὴν παραίτησή του ἀπὸ τὸν πατριαρχικὸ θρόνο, τὸν Αὔγουστο τοῦ ἔτους 931 μ.Χ.
Ὁ Ἅγιος Τρύφων ἀποσύρθηκε σὲ μονή, ὅπου ἔζησε ὁσιακὰ καὶ κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη. Ἡ Σύναξη αὐτοῦ ἐτελεῖτο στὴ Μεγάλη Ἐκκλησία.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

 

Ὁ Ἅγιος Ἀλπέγιος ὁ Ἱερομάρτυρας Ἀρχιεπίσκοπος Καντουαρίας

Ὁ Ἅγιος Ἱερομάρτυς Ἀλπέγιος ἀπὸ μικρὴ ἡλικία ἀκολούθησε τὸν μοναχικὸ βίο καὶ ἔγινε μοναχὸς στὴ μονὴ τοῦ Μπὰθ τῆς Ἀγγλίας. Ἀργότερα διετέλεσε ἡγούμενος τῆς μονῆς καὶ διακρίθηκε γιὰ τὴν αὐστηρότητα τοῦ βίου του καὶ τοὺς ἀσκητικούς του ἀγῶνες.
Τὸ ἔτος 984 μ.Χ. ἐξελέγη Ἐπίσκοπος τοῦ Οὐΐντσεστερ, ὅπου ἀπέσπασε τὸν σεβασμὸ γιὰ τὶς πολλὲς ἀρετές του, ἰδιαίτερα δὲ γιὰ τὴν ἀγάπη καὶ τὴν φιλανθρωπία του πρὸς τοὺς φτωχοὺς καὶ τοὺς ἐνδεεῖς. Τόσο πολὺ φρόντισε γιὰ τοὺς φτωχούς, ὥστε ἐπὶ τῶν ἡμερῶν του κανένας ἐπαίτης δὲν βρισκόταν στὴν ἐπαρχία του. Μετὰ ἀπὸ εἴκοσι δύο ἔτη ἀρχιερατείας, ἀνέλαβε, χωρὶς νὰ τὸ ἐπιθυμεῖ, τὸ θρόνο τῆς Καντουαρίας κατὰ τοὺς δυσχειμέρους χρόνους τῶν Δανικῶν καὶ Νορβηγικῶν ἐπιδρομῶν. Ἔφθασε μάλιστα στὸ σημεῖο νὰ προσφέρει ἑκουσίως τὸν ἑαυτό του ὡς ὅμηρο στοὺς κατακτητές, γιὰ νὰ σώσει τὸ ποίμνιό του. Ὑπέστη πολλὰ βασανιστήρια καὶ τέλος ἀποκεφαλίσθηκε τὸ ἔτος 1012.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

 

Ὁ Ὅσιος Συμεὼν ἡγούμενος τῆς μονῆς Φιλοθέου Ἁγίου Ὄρους

Ὁ Ὅσιος Συμεών, ὁ καὶ «ἀνυπόδητος καὶ μονοχίτων» ἀποκαλούμενος, γεννήθηκε περὶ τὸ ἔτος 1500 στὸ χωριὸ Βαθύρρεμα Λαρίσης, τοῦ ὁποίου σήμερα σώζονται ἐλάχιστα ἐρείπια.

Καταγόταν ἀπὸ εὐσεβὴ οἰκογένεια, ὁ δὲ πατέρας του Ἀνδρέας, ποὺ ἦταν ἱερέας, φρόντισε γιὰ τὴν κατὰ Χριστὸν ἀγωγὴ τοῦ Συμεὼν καὶ τὴ μόρφωσή του. Σὲ ἡλικία δεκαπέντε ἐτῶν ὁ Συμεὼν ἐγκατέλειψε τὴν οἰκία του κινούμενος ἀπὸ ἔνθεο ζῆλο καὶ ἀγάπη γιὰ τὸν μοναχικὸ βίο. Ἀφοῦ ἀναχώρησε ἀπὸ τὴν γενέτειρά του, μετέβη στὸν Ἐπίσκοπο Δημητριάδος Παχώμιο, ἱεράρχη ἐνάρετο, στὴν ἐπαρχία τοῦ ὁποίου ὑπαγόταν τότε τὸ Βαθύρρεμα. Ἐκεῖνος τὸν ἔκειρε μοναχὸ καὶ τὸν χειροτόνησε διάκονο. Ἔπειτα ὁ Συμεὼν μετέβη στὴ μονὴ Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου – Ἁγίου Δημητρίου Οἰκονομείου ἢ Κομνηνείου στὸν Κίσσαβο, ὅπου κατὰ τὸ Συναξάριο, περνοῦσε τὸν βίο του μὲ σκληραγωγία, νηστεία πολλή, ἀγρυπνία ἄμετρη, ὁλονύκτια στάση, μὴ ἔχοντας ὑποδήματα καὶ φορώντας μόνο ἕνα ἱμάτιο παλαιὸ καὶ σκισμένο. Γι’ αὐτὸ καὶ ὀνομάσθηκε «ἀνυπόδητος καὶ μονοχίτων».

Ἀφοῦ γιὰ μεγαλύτερη ἄσκηση, ἀναχώρησε ἀπὸ τὴ μονὴ αὐτή, μετέβη στὴ μονὴ Μεγίστης Λαύρας τοῦ Ἁγίου Ὄρους, ὅπου χειροτονήθηκε πρεσβύτερος. Ἀπὸ τὴ μονὴ τῆς Μεγίστης Λαύρας ἐγκαταστάθηκε ἔπειτα στὴ μονὴ Φιλοθέου, τῆς ὁποία διετέλεσε ἡγούμενος μὲ παράκληση τῶν ἀδελφῶν αὐτῆς.

Ἀπὸ ἐκεῖ ἀναγκάσθηκε νὰ ἀπομακρυνθεῖ ἕνεκα ἀσέβαστης συμπεριφορᾶς τῶν μοναχῶν αὐτῆς, ἡ ὁποία ἔφθασε μέχρι τὴν φυλάκιση τοῦ Ὁσίου στὸν πύργο τῆς μονῆς καὶ ἦλθε στὸ Πήλιον ὄρος, τὸ ὁποῖο τότε καλεῖτο Ζαγόριο. Ἐκεῖ, στὴ θέση Φλαμούριο τῆς Ζαγορᾶς, ἔχτισε μονὴ πρὸς τιμὴ τῆς Ἁγίας Τριάδος καὶ τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος, στὴν ὁποία καὶ μόνασε μὲ ἄλλους μοναχούς.

Ἀφοῦ ρύθμισε τὰ τῆς μονῆς καὶ κατέστησε αὐτὴν κοινόβιο εὐλαβῶν μοναχῶν, ἄφησε τὴν ἡσυχία τοῦ μοναστηριοῦ καὶ στράφηκε πρὸς τὸν κόσμο, πρὸς τοὺς ὑπόδουλους στοὺς Τούρκους Χριστιανοὺς καὶ πρὸς τὸ Γένος, ἀναλαμβάνοντας ἔργο ἱεραποστολικὸ καὶ ἐθνικό. Ἐπισκέφθηκε τὰ μέρη τῆς Ζαγορᾶς, τῶν Ἀθηνῶν, τῆς Λάρισας, τῆς Λαμίας, τῶν Γρεβενῶν καὶ τῶν Θηβῶν, διδάσκοντας τὸ λαό.

Ἀπὸ τὴν Βοιωτία, ὁ Ὅσιος Συμεὼν μετέβη στὸν Εὔριπο (Χαλκίδα). Ἐκεῖ τὸ κήρυγμά του διαβλήθηκε καὶ παρ’ ὀλίγον νὰ ὑφίστατο  τὸ διὰ πυρᾶς μαρτύριο. Οἱ κατακτητὲς Τοῦρκοι φθόνησαν τὴν παρρησία τοῦ Ὁσίου, καθὼς καὶ τὶς τιμὲς καὶ τὴν εὐλάβεια ποὺ οἱ Χριστιανοὶ ἀπέδιδαν σὲ αὐτόν. Γιατί ὅλοι συνομιλοῦσαν μὲ καύχηση γιὰ τὸν Ὅσιο, δεδομένου μάλιστα ὅτι ἀσθενεῖς καὶ κλινήρεις ἐρχόμενοι πρὸς αὐτὸν θεραπεύονταν, τὸ δὲ πλῆθος ἔτρεχε πλησίον του γιὰ νὰ ἐξομολογηθεῖ καὶ νὰ ὠφεληθεῖ πνευματικά. Κατηγορήθηκε λοιπὸν ὁ Ὅσιος ἀπὸ τοὺς Τούρκους στὸν Κεχαγιᾶ, δηλαδὴ τὸν ἐπίτροπο πασᾶ τοῦ Εὐρίπου, ὅτι δίδασκε καθημερινὰ τοὺς Μουσουλμάνους νὰ ἐγκαταλείψουν τὴν θρησκεία τους ὡς ψευδὴ καὶ πλανημένη καὶ νὰ γίνουν Χριστιανοί.

Τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ψευδοῦς αὐτῆς κατηγορίας ἦταν νὰ συλληφθεῖ ὁ Ὅσιος, νὰ ἁλυσοδεθεῖ καὶ νὰ ὁδηγηθεῖ στὸ μέσον τοῦ παζαριοῦ, ὅπου τὸ πλῆθος τῶν Τούρκων ἄρχισε νὰ συγκεντρώνει ξύλα γιὰ νὰ τὸν κάψει. Τότε ἕνας Ἄραβας καὶ μερικὲς γυναῖκες, στὸ ἄκουσμα τῆς καύσεως τοῦ Ὁσίου, ἔσπευσαν στὴν μητέρα τοῦ Κεχαγιᾶ καὶ τὴν παρακάλεσαν νὰ τὸν σώσει ἀπὸ τὸν θάνατο. Ἡ ἄμεση ἐπέμβαση τῆς μητέρας πρὸς τὸν υἱό της Κεχαγιᾶ, οἱ παραινέσεις αὐτῆς καὶ ἡ ἀποκάλυψη τοῦ ψεύδους, εἶχαν ὡς ἀποτέλεσμα νὰ κληθεῖ ὁ Ὅσιος Συμεὼν ἐνώπιον τοῦ Κεχαγιᾶ πρὸς ἀπολογία. Τὸ ἀποτέλεσμα ἦταν νὰ ἀφεθεῖ ὁ Ὅσιος ἐλεύθερος καὶ νὰ κηρύσσει πλέον ἐλεύθερα τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ.
Ὁ Ὅσιος Συμεὼν ἐπέστρεψε καὶ πάλι στὴ μονή του καὶ λίγο ἀργότερα μετέβη στὴν Κωνσταντινούπολη, ὅπου συνέχισε τὸ ἔργο τοῦ κήρυκος τοῦ θείου λόγου. Ἐκεῖ βρισκόμενος, κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 1594. Τὸ ἱερὸ λείψανό του ἐνταφιάσθηκε στὸ ναὸ τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου τῆς νήσου Χάλκης.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ἅγιος Ἀγαθάγγελος ὁ Ὁσιομάρτυρας ὁ Νέος 

Ὁ Ἅγιος Ὁσιομάρτυς Ἀγαθάγγελος, κατὰ κόσμον Ἀθανάσιος, καταγόταν ἀπὸ τὴν Θράκη. Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Κωνσταντίνος, ἡ δὲ μητέρα του Κρυσταλλία. Ὅταν ἦταν νέος, ἐργαζόταν σὲ τουρκικὸ πλοῖο καὶ πιεζόταν ἀπὸ τὸν πλοίαρχο νὰ ἀποδεχθεῖ τὸ Μωαμεθανισμό. Κάποια ἡμέρα, ἀφοῦ τὸν πλήγωσαν μὲ μαχαίρα πρὸς ἐκφοβισμό, ὁ Ἀθανάσιος ἐνέδωσε στὶς συνεχεῖς πιέσεις καὶ ἐξισλαμίσθηκε. Μεταμεληθεὶς ὅμως, ἀναχώρησε ἀργότερα γιὰ τὸ Ἅγιον Ὄρος καὶ εἰσῆλθε στὴ μονὴ Ἐσφιγμένου, γενόμενος δεκτὸς ἀπὸ τὸν ἡγούμενο Εὐθύμιο. Ἐκάρη μοναχὸς καὶ ὀνομάσθηκε Ἀγαθάγγελος. Ἀφοῦ ἔλαβε τὴν ἀπόφαση νὰ μαρτυρήσει ὑπὲρ τοῦ Χριστοῦ, ἔφυγε ἀπὸ τὸ Ἅγιον Ὄρος καὶ ἦλθε στὴ Σμύρνη ὅπου ἐπεζήτησε τὸ μαρτύριο, ἀποκηρύσσοντας δημόσια τὴ Μουσουλμανικὴ θρησκεία. Ὀμολογώντας τὸν Χριστὸ καταδικάσθηκε σὲ ἀποκεφαλισμὸ τὸ ἔτος 1818, ἡμέρα Σάββατο.
Οἱ εὐσεβεῖς Χριστιανοὶ τῆς Σμύρνης, ἀγόρασαν τὸ ἱερὸ λείψανο τοῦ Ὁσιομάρτυρος καὶ τὸ μετέφεραν μὲ τιμὲς στὸ ναὸ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου. Τὸ λείψανό του ἐνταφιάσθηκε στὸν τάφο τοῦ νεομάρτυρα Δήμου, ὁ ὁποῖος εἶχε μαρτυρήσει στὴ Σμύρνη τὸ ἔτος 1763. Μέρος δὲ τοῦ λειψάνου, ἡ Ἁγία καὶ Θαυματουργὸς κάρα μετὰ τῆς δεξιᾶς χειρὸς καὶ μιᾶς πλευρᾶς τοῦ Ἁγίου, μετακομίσθηκε τὸ ἔτος 1844 στὴ μονὴ Ἐσφιγμένου.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Ἀσκήσεως νάμασι, καταρδευθεῖς τὴν ψυχήν, Μαρτύρων ἐξήστραψας, μαρμαρυγὰς φωταυγεῖς, σοφὲ Ἀγαθάγγελε· ὅθεν ἐν ἀμφοτέροις, ἀκριβῶς διαπρέψας, ᾔσχυνας τοὺς ἐξ Ἄγαρ, τὸν Χριστὸν μεγαλύνας. Αὐτὸν οὖν Ὁσιομάρτυς, ἡμῖν ἱλέωσαι.

 

Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ’. Τῇ ὑπερμάχῳ.

Ὡς τῶν Ὁσίων ζηλωτὴν καὶ ὁμοδίαιτον

Καὶ τῶν Μαρτύρων μιμητὴν καὶ ἰσοστάσιον

Ἀνυμνοῦμέν σε συμφώνως Ὁσιομάρτυς·

Φερωνύμως γὰρ ἐφάνης νέος ἄγγελος

Ἀγαθῶν ἀγγελιῶν τῶν ὑπὲρ ἔννοιαν
Τοῖς βοῶσί σοι· χαίροις μάκαρ Ἀγαθάγγελε.

 

Μεγαλυνάριον.
Πῦρ τὸ ζωηφόρον ἔνδον λαβών, ὅλως ἀνεφλέχθης, τῇ ἀγάπῃ τοῦ Ἰησοῦ· ὅθεν καὶ ἀθλήσας, αὐτοῦ βλέπεις τὸ κάλλος, ὡς πάλαι ἐπεθύμεις, ὦ Ἀγαθάγγελε.

Ἡ Ἁγία Ἀσυνὲθ ἡ διὰ Χριστὸν Σαλή 

Ἡ Ἁγία Ἀσυνὲθ καταγόταν ἀπὸ τὴν Ρωσία. Δὲν ἔχουμε περισσότερες λεπτομέρειες γιὰ τὸν βίο τῆς Ἁγίας.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ἀνακομιδὴ Τιμίων Λειψάνων Ἁγίου Μωυσῆ τοῦ Θαυματουργοῦ

Τὴν ἡμέρα αὐτὴ τιμᾶται ἡ μνήμη τῆς ἀνακομιδῆς τῶν ἱερῶν λειψάνων τοῦ ἐν Ἁγίοις πατρὸς ἡμῶν Μωυσέως, Ἀρχιεπισκόπου Νόβγκοροντ τῆς Ρωσίας, τοῦ Θαυματουργοῦ. Ἡ κυρίως μνήμη τοῦ Ἁγίου τιμᾶται τὴν 25η Ἰανουαρίου. Δὲν ἔχουμε περισσότερες λεπτομέρειες γιὰ τὸ γεγονός.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ἅγιος Βίκτωρ ὁ Ἱερομάρτυρας Ἐπίσκοπος Γκλαζὼφ

Ὁ Ἅγιος Ἱερομάρτυρας Βίκτωρ, Ἐπίσκοπος Γκλάζωφ, κατὰ κόσμον Κωνσταντίνος Ἀλεξάνδροβιτς Ὀστροβίντωφ, διετέλεσε βικάριος τῆς ἐπαρχίας Βιάτσκαγια καὶ γεννήθηκε στὶς 20 Μαΐου τοῦ 1875 στὸ χωριὸ Ζολοτόε τῆς περιφέρειας Σαρατόβσκαγια. Ὁ πατέρας του ἦταν ἱεροψάλτης καὶ ἡ οἰκογένειά του τὸν ἀνέθρεψε μὲ παιδεία καὶ νουθεσία Κυρίου.

Ὁ Κωνσταντίνος φοίτησε ἀρχικὰ στὴν ἱερατικὴ σχολὴ τοῦ Σαράτωβ καὶ στὴν συνέχεια στὴν ἱερατικὴ ἀκαδημία τοῦ Καζάν. Φοιτητής, ἀκόμη, κείρεται μοναχὸς μὲ τὸ ὄνομα Βίκτωρ. Τὸ ἔτος 1903 ἀποφοιτᾶ ἀπὸ τὴν ἐκκλησιαστικὴ ἀκαδημία ὡς διδάκτωρ τῆς Θεολογίας καὶ διορίζεται ὑπεύθυνος τοῦ ναοῦ Τρόιτσκι τῆς πόλεως Χβαλίνσκ. Ἀπὸ τὸ 1905 ἕως τὸ 1908 ὁ Βίκτωρ κατέχει τὴν θέση τοῦ ἱερομονάχου τῆς ἱεραποστολῆς τῶν Ἱεροσολύμων καὶ μετὰ τὸ 1908 γίνεται ἐπιθεωρητὴς τῆς ἱερατικῆς σχολῆς τῆς πόλεως τοῦ Ἀρχαγγέλσκ.

Μετὰ ἀπὸ λίγο μετατίθεται στὴν πρωτεύουσα καὶ διορίζεται ὡς ἱερομόναχος τῆς Λαύρας τοῦ Ἁγίου Ἀλεξάνδρου Νέφσκϊυ. Τὸ 1910 γίνεται ἀρχιμανδρίτης καὶ ἀναλαμβάνει καθήκοντα ἡγουμένου τῆς μονῆς Ἁγίας Τριάδος τοῦ Ζελενέτσκ, ποὺ βρίσκεται στὴν ἐπαρχία τῆς Ἁγίας Πετρουπόλεως. Στὴν δύσκολη περίοδο τοῦ ἐμφυλίου πολέμου, ἀπὸ τὶς 21 Φεβρουαρίου ἕως τὸν Δεκέμβριο τοῦ ἔτους 1919, ὁ ἀρχιμανδρίτης Βίκτωρ ἐκτελεῖ τὰ καθήκοντα τοῦ ὑπευθύνου τῆς Λαύρας τοῦ Ἁγίου Ἀλεξάνδρου.

Τὸ ἔτος 1919 ὁ Ἅγιος Βίκτωρ συλλαμβάνεται στὴν Ἁγία Πετρούπολη, σὲ λίγο ὅμως ἀποφυλακίζεται. Τὸν Ἰανουάριο τοῦ 1920 χειροτονεῖται Ἐπίσκοπος Οὐρζούμσκι καὶ βικάριος τῆς ἐπαρχίας Βιάτσκαγια. Τὴν ἴδια χρονιὰ τὸ στρατοδικεῖο τῆς ἐπαναστάσεως τῆς ἐπαρχίας Βιάτσκαγια καταδικάζει τὸν ἀρχιερέα Βίκτωρα σὲ φυλάκιση μέχρι τὸ τέλος τοῦ πολέμου μὲ τὴν Πολωνία, ὅμως σὲ πέντε μῆνες ἀποφυλακίζεται. Λόγω τῶν ἔντονων διαδηλώσεών του συλλαμβάνεται καὶ πάλι στὶς 12 Αὐγούστου τοῦ 1922 καὶ ἐκτοπίζεται γιὰ τρία χρόνια στὴν περιοχὴ τοῦ Ναρίμ. Μετὰ τὴν ἀπελευθέρωσή του, τὸ ἔτος 1924, τοῦ ἀφαιρεῖται τὸ δικαίωμα παραμονῆς σὲ μεγάλες πόλεις. Ὁ Ἐπίσκοπος ἐπιστρέφει στὴ Βιάτκα καὶ τὴν ἴδια χρονιὰ διορίζεται Ἐπίσκοπος τοῦ Γκλαζὼφ καὶ προσωρινὸς διοικητὴς τῆς ἐπαρχίας Βιάτσκαγια καὶ Ὄμσκαγια. Στὶς 14 Μαΐου τοῦ 1926 συλλαμβάνεται καὶ πάλι κατηγορεῖται γιὰ ὀργάνωση παράνομου ἐπαρχιακοῦ γραφείου καὶ ἐκτοπίζεται γιὰ τρία χρόνια μὲ ἀφαίρεση τοῦ δικαιώματος παραμονῆς, ὄχι μόνο σὲ μεγάλες πόλεις, ἀλλὰ καὶ στὴν ἐπαρχία Βάτσκαγια. Ἔτσι μένει πλέον στὴν πόλη Γκλάζοβο. Τὸν Σεπτέμβριο τοῦ 1926 τοῦ ἀνατίθεται ἡ διοίκηση τῆς γειτονικῆς ἐπαρχίας Βότκινσκαγια καὶ τῆς ἐπαρχίας Ἰζέβσκαγια.

Τὸν Ὀκτώβριο τοῦ 1927 ὁ Ἐπίσκοπος Βίκτωρ ἀπευθύνεται στὸν Μητροπολίτη Σέργιο, μὲ ἐπιστολὴ στὴν ὁποία τὸν προειδοποιεῖ γιὰ τὶς κακὲς συνέπειες τοῦ συμβιβασμοῦ μὲ τοὺς ἄθεους. Μετὰ ἀπὸ αὐτὸ μετατίθεται στὸ Σάντρινκ μὲ δικαίωμα διοικήσεως τῆς ἐπαρχίας Αἰκατερινμπούργκσκαγια. Ὁ Ἐπίσκοπος Βίκτωρ ἀρνήθηκε νὰ ὑπακούσει στὴν ἀπόφαση τῆς Συνόδου καὶ δὲν ἔφυγε γιὰ τὸ Σάντρινκ.

Ὁ Ἅγιος ἀπέρριπτε τὴν ἰδέα τῆς «νόμιμης ὑπάρξεως τῆς Ἐκκλησίας» μέσῳ τῆς δημιουργίας μιᾶς Κεντρικῆς Διοικήσεως ἀναγνωρισμένης ἀπὸ τὴν ἐξουσία, ἡ ὁποία δῆθεν θὰ ἐξασφάλιζε τὴν ἐξωτερικὴ ἠρεμία τῆς Ἐκκλησίας. Αὐτὸ τὸ σχέδιο ὑποταγῆς τῆς Ἐκκλησίας στὴν ἐξουσία τὸ θεωροῦσε ὡς ἀλλοτρίωση καὶ μέσο τὸ ὁποῖο μετέτρεπε τὴν Ἐκκλησία ἀπὸ οἶκο τοῦ Θεοῦ σὲ μία κοσμικὴ ὀργάνωση τῆς ἐξουσίας.

Τὸν Μάρτιο τοῦ 1928 ὁ Ἅγιος ἀποστέλλει νέα ἐπιστολὴ πρὸς τοὺς ἱερεῖς, μὲ σκοπὸ νὰ τοὺς προφυλάξει ἀπὸ τὴν ἰδέα τῆς βίαιης ἑνώσεως τῆς Ἐκκλησίας (μὲ τρόπο ποὺ θὰ μετατραπεῖ σὲ κομματικὴ ὀργάνωση) μὲ τὴν κρατικὴ ἐξουσία. «Τὸ θέμα μας», ἔγραφε, «εὑρίσκεται ὄχι στὴν ἀποχώρηση ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, ἀλλὰ στὴν ὑπεράσπιση τῆς ἀλήθειας».

Στὶς 22 Μαρτίου τοῦ 1928 συλλαμβάνεται στὸ Γκλάζωφ καὶ καταδικάζεται σὲ τρία χρόνια φυλακίσεως σὲ στρατόπεδα συγκεντρώσεως. Καθ’ ὅλη τὴν διάρκεια τῆς παραμονῆς του στὸ στρατόπεδο συγκεντρώσεως τῆς νήσου Σολόφσκι ἐργάζεται ὡς λογιστής, λειτουργεῖ κρυφὰ καὶ χειροτονεῖ μὲ ἄλλους Ἐπισκόπους, Ἀρχιερεῖς γιὰ τὴν Ἐκκλησία.

Σύμφωνα μὲ τὶς διατάξεις τοῦ στρατοπέδου ἀπαγορευόταν ἡ μακριὰ ἐνδυμασία καὶ ὅλοι οἱ κρατούμενοι ἔπρεπε νὰ κουρευτοῦν. Ὁ Ἐπίσκοπος Βίκτωρ ἀρνήθηκε νὰ ὑπακούσει σὲ αὐτὴ τὴ διάταξη. Ἔτσι τὸν ἔκλεισαν στὴν ἀπομόνωση, διὰ τῆς βίας τὸν ξύρισαν καὶ ἔκοψαν τὰ μαλλιά του τραυματίζοντας τον στὸ πρόσωπο, καὶ κόντυναν τὰ ἐνδύματά του.

Τὸ ἔτος 1931, μετὰ τὴν ἀποφυλάκισή του, διαμένει στὸ χωριὸ Οὔστ – Τσίλμα τῆς βόρειας Ρωσίας. Ὅμως σὲ μερικοὺς μῆνες, τὸ 1932, συλλαμβάνεται πάλι καὶ ἐξορίζεται αὐτὴ τὴν φορὰ στὴν Αὐτονομία τῶν Κόμι, στὴ Σιβηρία. Ἐδῶ, στὸ χωριὸ Νέριτσα, ἔζησε τρία χρόνια. Ὁ Ἅγιος βοηθοῦσε τοὺς χωρικοὺς στὶς δουλειὲς καὶ συζητοῦσε μαζί τους γιὰ τὴν πίστη. Συχνὰ ἀπομακρυνόταν στὸ δάσος καὶ προσευχόταν.

Ἀγωνιζόμενος γιὰ τὴν ἀλήθεια ὁ Ἐπίσκοπος Βίκτωρ δέχθηκε ὅλα τὰ βάσανα μὲ πνευματικὴ χαρὰ καὶ ὑπομονή, μιμούμενος τοὺς Μάρτυρες τῆς πρώτης Ἐκκλησίας καὶ διατηρώντας μία ἀξιοθαύμαστη πνευματικὴ ἠρεμία καὶ εἰρήνη. Κοιμήθηκε τὸ ἔτος 1934 ἀπὸ πνευμονία.
Στὶς 18 Ἰουνίου τοῦ ἔτους 1997 τὰ ἱερὰ λείψανά του βρέθηκαν ἄφθαρτα στὸ κοιμητήριο τοῦ χωριοῦ Νέριτσα, παρόλο ποὺ ἔμειναν ἐνταφιασμένα σὲ βαλτῶδες ἔδαφος περὶ τὰ ἑξήντα τρία χρόνια. Μεταφέρθηκαν στὴ Μόσχα καὶ στὶς 2 Δεκεμβρίου τοῦ 1997 πραγματοποιήθηκε ἡ ἐπίσημη μετακομιδὴ τους στὸ γυναικεῖο μοναστήρι τῆς πόλεως Βιάτκα.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ὅσιος Σεβαστιανὸς τοῦ Καραγκάντα 

Ὁ Ὅσιος Σεβαστιανὸς τοῦ Καραγκάντα, κατὰ κόσμον Στέφανος Βασίλεβιτς Φομίν, γεννήθηκε τὸ ἔτος 1884 στὴν ἐπαρχία Ὀρὲλ τῆς Ρωσίας. Τὸ 1906 εἰσῆλθε στὴ μονὴ τῆς Ὄπτινα καὶ ἐκάρη μοναχὸς μὲ τὸ ὄνομα Σεβαστιανός. Τὸ 1923 χειροτονήθηκε διάκονος καὶ τὸ 1927 πρεσβύτερος. Διακόνησε στὴν περιοχὴ Καραγκάντα τοῦ Καζακστὰν καὶ κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 1966.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Σύναξις Πάντων τῶν Σιναϊτῶν Ἁγίων

Το Σιναϊτικό Αγιολόγιο περιλαμβάνει σπουδαίες επώνυμες και ανώνυμες μορφές που έδρασαν τόσο κατά την περίοδο της Παλαιάς όσο και της Καινής Διαθήκης. Στο Αγιολόγιο αυτό περιλαμβάνονται εκείνοι για τους οποίους διατηρήθηκαν μαρτυρίες και βάσει αυτών αναγνωρίσθηκαν Άγιοι. Πρόκειται για εκατόν ογδόντα μία άγιες μορφές, των οποίων η μνήμη εορτάζεται συνολικά κατ΄ έτος την Τετάρτη της Διακαινησίμου, ημέρα αφιερωμένη στην «Σύναξη πάντων των Σιναϊτών Αγίων». Το Ησυχαστήριο μάλιστα της Τάρφας τιμάται στην εορτή της Συνάξεως των Σιναϊτών Αγίων.
Από τις μορφές αυτές έξι συνδέονται με την Παλαιά Διαθήκη και είναι κυρίως γνωστές από το βιβλίο της Εξόδου όπου περιγράφεται η φυγή των Εβραίων από την Αίγυπτο προς τη γη της Επαγγελίας. Οι υπόλοιπες μορφές συνδέονται με την περίοδο της Καινής Διαθήκης και έζησαν από τον 3ο αιώνα έως τις ημέρες μας.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Οἱ Ἅγιοι Ραφαήλ ὁ Ἱερομάρτυρας, Νικόλαος ὁ Ὁσιομάρτυρας καὶ Εἰρήνη ἡ Παρθενομάρτυς, συγκαταλέγονται στὴ χορεία τῶν Νεοφανῶν Ἁγίων καὶ μάλιστα ἐκείνων ποὺ μαρτύρησαν σχεδὸν ἀμέσως μετὰ τὴν ἅλωση τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Σχετικὰ μὲ τὸν βίο τους γνωρίζουμε λίγα πράγματα. Οἱ πρῶτες πληροφορίες γιὰ τὴν ὕπαρξη τῶν Ἁγίων ἱστοροῦνται μὲ θαυματουργικὸ καὶ ἀποκαλυπτικὸ τρόπο ἀπὸ τὸ ἔτος 1959. Ἀπὸ μία ἀνασκαφὴ ποὺ ἔγινε στὴ Θερμὴ τῆς Λέσβου, ἀνακαλύφθηκε ὁ τάφος ἑνὸς ἀγνώστου προσώπου, ποὺ ὅπως ἀποκαλύφθηκε σὲ συνεχὴ ὁράματα, ἀνῆκε στὸν Ἅγιο Ἱερομάρτυρα Ραφαήλ, ὁ ὁποῖος μαρτύρησε μαζὶ μὲ τὸν Ἅγιο Ὁσιομάρτυρα Νικόλαο καὶ τὴν Ἁγία Εἰρήνη. Ὁ τάφος καὶ τὸ λείψανο τοῦ Ἁγίου Νικολάου ἀνακαλύφθηκε στὶς 13 Ἰουνίου 1960.

Ὁ Ἅγιος Ραφαὴλ καταγόταν ἀπὸ τοὺς Μύλους τῆς Ἰθάκης καὶ γεννήθηκε τὸ ἔτος 1410. Τὸ κοσμικό του ὄνομα ἦταν Γεώργιος Λάσκαρης ἢ Λασκαρίδης καὶ ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Διονύσιος. Πρὶν γίνει κληρικὸς εἶχε σταδιοδρομήσει στὸ βυζαντινὸ στρατὸ καὶ ἔφθασε μάλιστα σὲ μεγάλο βαθμό. Σὲ ἡλικία τριάντα πέντε ἐτῶν γνώρισε ἕνα ἀσκητικὸ καὶ σεβάσμιο γέροντα, τὸν Ἰωάννη, ὁ ὁποῖος τὸν προσείλκυσε στὴν ἐν Χριστῷ ζωή. Κάποια Χριστούγεννα ὁ γέροντας κατέβηκε ἀπὸ τὸν τόπο τῆς ἀσκήσεώς του, γιὰ νὰ ἐξομολογήσει καὶ νὰ κοινωνήσει τοὺς στρατιῶτες καὶ κήρυξε τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ. Τότε ὁ ἀξιωματικὸς Γεώργιος, ὅταν ὁ γέροντας κατέβηκε πάλι τὰ Θεοφάνεια, ἀποχαιρέτισε τοὺς στρατιῶτες καὶ τὸν ἀκολούθησε.

Μετὰ τὴν κουρά του σὲ μοναχό, χειροτονήθηκε πρεσβύτερος, ἀλλὰ τιμήθηκε καὶ μὲ τὸ ὀφφίκιο τοῦ ἀρχιμανδρίτου καὶ τοῦ πρωτοσυγκέλλου. Μαζὶ δὲ μὲ τὶς ἄλλες ἀποκαλύψεις, ὁ Ἅγιος Ραφαὴλ ἀποκάλυψε ὅτι ἀπεστάλη ἀπὸ τὸν Οἰκουμενικὸ Πατριάρχη στὴν Ἑσπερία, στὴν πόλη τῆς Γαλλίας ποὺ ὀνομάζεται Μορλαί, γιὰ νὰ ἐκπληρώσει τὴν ἐντολὴ ποὺ τοῦ ἀνατέθηκε. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ ἔλαβε χώρα λίγο πρὶν ἀπὸ τὴν ἅλωση τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Ἀκόμη ἀπεκάλυψε ὅτι κήρυξε τὸν λόγο τοῦ Εὐαγγελίου στὴν Ἀθήνα, στὸ λόφο ποὺ εἶναι τὸ μνημεῖο τοῦ Φιλοπάππου.

Λίγα χρόνια πρὶν ἀπὸ τὴν ἅλωση τῆς Κωνσταντινουπόλεως, περὶ τὸ ἔτος 1450, ὁ Ἅγιος βρέθηκε μετὰ ἀπὸ περιπλανήσεις στὴν περιοχὴ τῆς Μακεδονίας καὶ μόναζε ἐκεῖ.

Κοντὰ στὸν Ἅγιο Ραφαὴλ βρισκόταν ἐκεῖνο τὸ διάστημα ὁ Ἅγιος Νικόλαος ὡς ὑποτακτικός. Ὁ Νικόλαος ἐκάρη μοναχὸς καὶ στὴ συνέχεια χειροτονήθηκε διάκονος. Θεωρεῖται Θεσσαλονικεὺς στὴν καταγωγή, ἂν καὶ ἀναφέρεται ὅτι γεννήθηκε στοὺς Ράγους τῆς Μηδίας τῆς Μικρᾶς Ἀσίας. Ὡστόσο μεγάλωσε καὶ ἀνδρώθηκε στὴ Θεσσαλονίκη.

Μόλις ἔπεσε ἡ Κωνσταντινούπολη στὰ χέρια τῶν Τούρκων, οἱ ὁποῖοι εἰσέβαλαν ὁρμητικὰ στὴ Θράκη καὶ καταλύθηκε ὁριστικὰ ἡ βυζαντινὴ αὐτοκρατορία, ὁ φόβος γιὰ γενικοὺς διωγμοὺς κατὰ τῶν Χριστιανῶν στάθηκε ὡς ἀφορμὴ νὰ καταφύγει ὁ Ἅγιος Ραφαὴλ μὲ τὴν συνοδεία του ἀπὸ τὸ λιμάνι τῆς Ἀλεξανδρουπόλεως, στὴ Μυτιλήνη. Ἐκεῖ ἐγκαταστάθηκε μαζὶ μὲ ἄλλους μοναχοὺς στὴν παλαιὰ μονὴ τοῦ Γενεσίου τῆς Θεοτόκου, ἡ ὁποία στὸ παρελθὸν ἦταν γυναικεία καὶ ἦταν χτισμένη στὸ λόφο Καρυές, κοντὰ στὸ χωριὸ Θέρμη. Ἡγούμενος τῆς μονῆς ἐξελέγη στὴν συνέχεια ὁ Ἅγιος Ραφαήλ.

Ἔπειτα ἀπὸ μερικὰ χρόνια, τὸ ἔτος 1463, ἡ Λέσβος ἔπεσε στὰ χέρια τῶν Τούρκων, οἱ ὁποῖοι σὲ μία ἐπιδρομὴ τους στὸ μοναστήρι, συνέλαβαν τὸν Ἅγιο Ραφαὴλ καὶ τὸν Ἅγιο Νικόλαο, τὴ Μεγάλη Πέμπτη τοῦ ἰδίου ἔτους. Ἀκολούθησαν σκληρὰ καὶ ἀνηλεὴ βασανιστήρια καὶ ὁ Ἅγιος Ραφαὴλ μαρτύρησε διὰ σφαγῆς μὲ πολὺ σκληρὸ τρόπο. Τὸν ἔσυραν βιαίως τραβώντας τὸν ἀπὸ τὰ μαλλιὰ καὶ τὴν γενειάδα, τὸν κρέμασαν ἀπὸ ἕνα δένδρο, τὸν χτύπησαν βάναυσα, τὸν τρύπησαν μὲ τὰ πολεμικά τους ὄργανα, ἀφοῦ προηγουμένως τὰ πυράκτωσαν σὲ δυνατὴ φωτιὰ καὶ τελικὰ τὸν ἔσφαξαν πριονίζοντας τὸν ἀπὸ τὸ στόμα.

Σὲ μερικὲς ἐμφανίσεις του ὁ Ἅγιος Ραφαὴλ φαίνεται νὰ συνοδεύεται ἀπὸ πολλούς, δορυφορούμενους τρόπον τινά, οἱ ὁποῖοι διάνυσαν πρὶν ἀπὸ αὐτὸν τὸν ἀσκητικὸ βίο στὴ μονὴ τῶν Καρυῶν, ὅπως εἶπε σὲ ἐκείνους ποὺ τὰ ἔβλεπαν αὐτά. Ἀποκάλυψε ἐπίσης, ὅτι ἡ μονὴ αὐτή, ἡ ὁποία εἶναι γυναικεία, ὑπέστη ἐπιδρομὴ ἀπὸ τοὺς αἱμοχαρεῖς πειρατὲς κατὰ τὸ ἔτος  1235 μ.Χ. Κατὰ τὴν ἐπιδρομὴ ἐκείνη ἀγωνίσθηκε μαζὶ μὲ τὶς ἄλλες μοναχὲς τὸν ὑπὲρ τοῦ Χριστοῦ καλὸ ἀγῶνα ἡ καταγόμενη ἀπὸ τὴν Πελοπόννησο ἡγουμένη Ὀλυμπία καὶ ἡ ἀδελφή της Εὐφροσύνη. Ἡ Ὀλυμπία τελειώθηκε ἀθλητικῶς στὶς 11 Μαΐου τοῦ ἔτους 1235, ἐμφανίσθηκε δὲ μαζὶ μὲ τὸν μεγάλο καὶ θαυματουργὸ Ἅγιο Ραφαήλ.

Ὁ Ἅγιος Νικόλαος πέθανε μετὰ ἀπὸ βασανισμούς, ἀπὸ ἀνακοπὴ καρδιᾶς, δεμένος σὲ ἕνα δένδρο.

Μαζὶ μὲ τοὺς Ἁγίους συνάθλησε καὶ ἡ μόλις δώδεκα χρονῶν νεάνιδα Εἰρήνη, θυγατέρα τοῦ Βασιλείου, προεστοῦ τῆς Θέρμης, ἡ ὁποία καὶ ἐμφανίζεται μαζί τους. Αὐτὴ μαρτύρησε ὡς ἑξῆς: Οἱ ἀσεβεῖς ἀλλόθρησκοι τῆς ἀπέκοψαν τὸ ἕνα χέρι καὶ ἀκολούθως τὴν ἔβαλαν σὲ ἕνα πιθάρι καὶ κατέκαυσαν τὴν ἁγνὴ αὐτὴ παρθένο, ὑπὸ τὰ βλέμματα τῶν δύστυχων γονέων της, οἱ ὁποῖοι καὶ θρηνοῦσαν γοερὰ γιὰ τὸν φρικτὸ θάνατο τοῦ παιδιοῦ τους.

Μὲ τοὺς Ἁγίους συνεμαρτύρησαν ὁ μνημονευθεῖς πατέρας τῆς Ἁγίας Εἰρήνης, Βασίλειος, ἡ σύζυγός του Μαρία, τὸ μόλις πέντε ἐτῶν παιδί τους Ραφαήλ, ἡ ἀνεψιά τους Ἑλένη, ὁ δάσκαλος Θεόδωρος καὶ ὁ ἰατρὸς Ἀλέξανδρος, τῶν ὁποίων τὰ ὀστὰ βρέθηκαν κοντὰ στοὺς τάφους τῶν Ἁγίων, μέσα σὲ ξεχωριστοὺς τάφους. Τὸ μαρτύριό τους συνέβη τὴν Τρίτη τῆς Διακαινησίμου, στὶς 9 Ἀπριλίου τοῦ ἔτους 1463.
Ἔπειτα ἀπὸ θαυματουργικὲς ὑποδείξεις τῶν Ἁγίων Ραφαήλ, Νικολάου καὶ Εἰρήνης, ἔγινε γνωστὴ ἡ ὕπαρξη τῶν λειψάνων τους καὶ ὑποδείχθηκαν τὰ σημεῖα ὅπου βρίσκονταν οἱ τάφοι τους.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.

Ἐν Λέσβῳ, ἀθλήσαντες, ὑπὲρ Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ, αὐτὴν ἡγιάσατε, τῇ τῶν Λειψάνων ὑμῶν, εὑρέσει μακάριοι. Ὅθεν ὑμᾶς τιμῶμεν, Ῥαφαὴλ θεοφόρε, ἅμα σὺν Νικολάῳ καὶ παρθένῳ Εἰρήνῃ, ὡς θείους ἡμῶν προστάτας καὶ πρέσβεις πρὸς Κύριον.

 

Ἕτερον Ἀπολυτίκιο τοῦ Ἁγίου Ραφαήλ. Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.

Τῆς Ἰθάκης τὸν γόνον καὶ τῆς Λέσβου τὸ καύχημα, Ὁσιομαρτύρων τὴν δόξαν Ῥαφαὴλ εὐφημήσωμεν· ἀρτίως γὰρ ἡμῖν φανερωθείς, ἰάματα πηγάζει τοῖς πιστοῖς, καὶ κατ’ ὄναρ καὶ καθ’ ὕπαρ ὑπερφυῶς, ὀπτάνεται τοῖς κράζουσι· δόξα τῷ δεδωκότι σοι ἰσχύν, δόξα τῷ σὲ θαυμαστώσαντι, δόξα τῷ ἐκπληροῦντι διὰ σοῦ, ἡμῶν τὰ αἰτήματα.

 

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Τοῦ θείου Λειψάνου σου, τῇ ἀνευρέσει σοφέ, ἡ Λέσβος πεπλήρωται, τῆς ἐκ Θεοῦ δαψιλῶς, δοθείσης σοι χάριτος· σὺ γὰρ Ὁσιομάρτυς, Ῥαφαὴλ παραδόξως, φαίνῃ πλείστοις ἀνθρώποις, καὶ ἰάσεις παρέχεις· διὸ τοῖς θαυμασίοις σου, πιστοὶ εὐφραινόμεθα.

 

Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Οἱ ἐμφανῶς ὑπὲρ Χριστοῦ ἠθληκότες, καὶ ὑπὸ γῆν χρόνοις πολλοῖς κεκρυμμένοι, ξενοπρεπῶς ἡμῖν ἐφανερώθησαν, Ῥαφαὴλ Νικόλαος, καὶ Εἰρήνη ἡ θεία, καὶ οἱ συναθλήσαντες, μετ’ αὐτῶν θεοφρόνως, οὓς ὡς προστάτας καὶ θαυματουργούς, Ὁσιομάρτυρας, πάντες τιμήσωμεν.

 

Μεγαλυνάριον.
Τοὺς Ὁσιομάρτυρας τοῦ Χριστοῦ, Ῥαφαὴλ τὸν θεῖον, καὶ Νικόλαον τὸν σεπτόν, ἅμα σὺν Εἰρήνη, τῆς Λέσβου τοὺς προστάτας, ὡς πᾶσι βοηθοῦντας, ὕμνοις τιμήσωμεν.

Ὁ Ὅσιος Ἰωάννης ὁ Ἡσυχαστής 

Ὁ Ὅσιος Ἰωάννης ὁ Ἡσυχαστὴς ἔζησε κατὰ τὸν 8ο αἰώνα μ.Χ. καὶ ἦταν μαθητὴς τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Δεκαπολίτου ( 20 Νοεμβρίου). Ἀπὸ νεαρὴ ἡλικία ζήλωσε τὸν ἀσκητικὸ βίο καὶ ἀπῆλθε πρὸς τὸν Ἅγιο Γρηγόριο τὸν Δεκαπολίτη, ἴσως στὸν Ὄλυμπο, γενόμενος μοναχὸς καὶ διδασκόμενος τὰ τῆς μοναχικῆς πολιτείας. Ἡ ὑπακοή του πρὸς τὸν διδάσκαλό του ὑπῆρξε περιβόητη, γι’ αὐτὸ δὲ καὶ ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ἔχαιρε καὶ δόξαζε τὸν Θεό. Μετὰ τὸν θάνατο τοῦ διδασκάλου του, κατὰ τὸ παράδειγμα αὐτοῦ, ἀφοῦ περιέτρεξε ξένους τόπους, ἦλθε κατόπιν στὰ Ἱεροσόλυμα, ὅπου καὶ προσκύνησε τοὺς Ἁγίους Τόπους. Ἐκεῖ καλλιεργήθηκαν ἐντός του περισσότερο οἱ πηγὲς τῆς εὐσεβοῦς κατανύξεως καὶ ἡ ἀφοσίωσή του πρὸς τὸν Θεὸ προσέλαβε νέα δύναμη καὶ φλόγα.
Ὁ Ὅσιος Ἰωάννης ἐγκαταβίωσε στὴ μονὴ Χαρίτωνος, ὅπου καὶ κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Ἁπαλῶν ἐξ ὀνύχων Χριστὸν ἠγάπησας, καὶ τὴν σὴν κλῆσιν θεόφρον καταλαμπρύνεις σαφῶς, πλήρης χάριτος ὀφθεὶς τοῦ θείου Πνεύματος· ἐκκαθάρας γὰρ τὸν νοῦν, τῶν Ἀγγέλων μιμητής, ἐν σώματι ἀνεδείχθης, Πατὴρ ἡμῶν Ἰωάννη, μεθ’ ὧν ἱκέτευε σωθῆναι ἡμᾶς.

 

Κοντάκιον. Ἦχος β’. Τοὺς ἀσφαλεῖς.
Ὡς Ἀσκητῶν, ὑπογραμμὸν καὶ σέμνωμα, καὶ ἀγαθῶν, τῶν οὐρανίων μέτοχον, κατὰ χρέος εὐφημοῦμέν σε, ὦ Ἰωάννη παμμακάριστε· ὁσίως γὰρ τὸν βίον διελήλυθας, καὶ χάριτος ἐνθέου κατετρύφησας, ἐξ ἧς Πάτερ δώρησαι τοῖς δούλοις σου.

 

Μεγαλυνάριον.
Χάριτι τῇ θείᾳ καταυγασθείς, χαρίτων τὸν πλοῦτον, δι’ ὁσίας διαγωγῆς, Πάτερ Ἰωάννη, ἐνθέως θησαυρίσας, θαυμάτων χάριν νέμεις, τοῖς προσιοῦσί σοι.

Ὁ Ἅγιος Σάββας ὁ Στρατηλάτης

Ὁ Ἅγιος Μάρτυς Σάββας ἔζησε κατὰ τοὺς χρόνους τῆς βασιλείας τῶν αὐτοκρατόρων Οὐάλεντος (364 – 378 μ.Χ.) καὶ Οὐαλεντινιανοῦ (364 – 374 μ.Χ.) καὶ καταγόταν ἀπὸ τὴ χώρα τῶν Γότθων. Ἀπὸ παιδὶ ἦταν Χριστιανὸς καὶ ὄχι μόνο ἀποστρεφόταν τὶς τροφὲς ποὺ ἀπέμεναν ἀπὸ τὶς θυσίες στὰ εἴδωλα, ἀλλὰ ἐμπόδιζε καὶ ὅσους ἤθελαν νὰ δοκιμάσουν αὐτές. Ἔτσι ἔγινε σὲ πολλοὺς πρόξενος σωτηρίας. Ἀφοῦ συνωμότησαν ἐναντίων του οἱ εἰδωλολάτρες, τὸν ἐξόρισαν μὲ τὴν βία ἀπὸ τὴν πόλη. Μετὰ ἀπὸ κάποιο διάστημα καὶ ἐνῷ ὁ Ἀθανάριχος, ὁ ἄρχοντας τῶν Γότθων, ξεκίνησε διωγμὸ κατὰ τῶν Χριστιανῶν, τὸν συνέλαβαν καὶ τὸν χτύπησαν. Στὴν συνέχεια τὸν ἔδεσαν στὸν ἄξονα τῆς ἅμαξας καὶ τὸν κρέμασαν σὲ ἕνα δοκάρι. Ἐπειδὴ δὲν πείσθηκε νὰ δοκιμάσει ὅτι ἀπέμεινε ἀπὸ τὴ θυσία στὰ εἴδωλα, ὁδηγήθηκε στὸν ποταμό. Καὶ ἐκεῖ, ἀφοῦ τὸν ἔδεσαν σὲ ἕνα μεγάλο ξύλο στὸν τράχηλο, τὸν ἔριξαν στὸν ποταμὸ Μουσαῖο. Καὶ ἔτσι ὁ Ἅγιος Μάρτυς Σάββας ἔλαβε τὸ στέφανο τοῦ μαρτυρίου καὶ τῆς δόξας.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

 

Ὁ Ἅγιος Ἀκάκιος Β’ Ἐπίσκοπος Μελιτηνὴς

Ὁ Ἅγιος Ἀκάκιος ἔζησε κατὰ τὸ πρῶτο ἥμισυ τοῦ 5ου αἰῶνος μ.Χ. καὶ καταγόταν ἀπὸ τὴ Μελιτηνὴ τῆς Ἀρμενίας. Διετέλεσε ἀναγνώστης τῆς ἐκεῖ τοπικῆς Ἐκκλησίας καὶ διδάσκαλος τοῦ Ὁσίου Εὐθυμίου τοῦ Μεγάλου, τὸν ὁποῖο σὲ ἡλικία μόλις τριῶν ἐτῶν, ὅταν ὁ Ὅσιος ἔχασε τὸν πατέρα του, ἡ χήρα μητέρα του τὸν παρέδωσε στὸν εὐλαβὴ Ἐπίσκοπο τῆς Μελιτηνῆς Εὐτρώιο.

Ὁ Ἅγιος διακρίθηκε γιὰ τὸ ὀρθόδοξο ἦθος του καὶ τοὺς ἀγῶνες του κατὰ τῶν δυσσεβῶν αἱρετικῶν. Παρέστη στὴν Γ’ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, τὸ ἔτος 431 μ.Χ., ποὺ συγκλήθηκε στὴν Ἔφεσο καὶ ὑποστήριξε θερμὰ τὴν ὀρθόδοξη διδασκαλία περὶ τῶν δύο ἐν Χριστῷ φύσεων καὶ περὶ τῆς Ἀειπαρθένου Μαρίας ὡς Θεοτόκου, ἐναντίων τοῦ Νεστορίου. Στὰ Πρακτικὰ τῆς Συνόδου διασώθηκε σύντομη ὁμιλία τοῦ Ἁγίου, στὴν ὁποία ὑποστηρίζει τὴν περὶ δύο φύσεων ἐκκλησιαστικὴ διδασκαλία.

Ὁ Ἅγιος Ἀκάκιος συνδεόταν στενὰ διὰ πνευματικῆς φιλίας μὲ τὸν Ἅγιο Κύριλλο Ἀλεξανδρείας. Μάλιστα, ὁ Ὅσιος Εὐθύμιος εἶχε συστήσει στὸν Ἐπίσκοπο Πέτρο τῶν Σαρακηνῶν νὰ ἀκολουθήσει κατὰ πάντα τρόπο στὴ Σύνοδο τοὺς Ἁγίους Κύριλλο καὶ Ἀκάκιο, ποὺ ἦταν Ὀρθόδοξοι Ἐπίσκοποι καὶ ἀγωνίζονταν κατὰ τῆς ἀσεβείας.
Ὁ Ἅγιος Ἀκάκιος, ἀφοῦ ἐργάσθηκε γιὰ τὴ διάδοση καὶ στερέωση τῆς ὀρθοδόξου πίστεως καὶ ὑπῆρξε θαυματουργός, κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 445 μ.Χ.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

 

Ἡ Ὁσία Ἀθανασία ἡ Θαυματουργός ἐξ Αἰγίνης

Ἡ Ὁσία Ἀθανασία γεννήθηκε στὴ νῆσο Αἴγινα ἀπὸ γονεῖς εὐσεβεῖς κατὰ τὸν 9ο αἰώνα μ.Χ. καὶ εἶχε μεγάλη κλίση γιὰ τὰ θεία. Οἱ γονεῖς της ὅμως, ὁ Νικήτας καὶ ἡ Εἰρήνη, τὴν νύμφευσαν παρὰ τὴν θέλησή της. Λίγες ἡμέρες μετὰ τὸν γάμο, ὁ σύζυγός της φονεύθηκε ἀπὸ βάρβαρους πειρατές, ποὺ ἐκείνη τὴν περίοδο ἐπέδραμαν στὴν Αἴγινα.

Τότε ἡ Ὅσια ἀφοῦ ἔμεινε χήρα, θεώρησε κατάλληλη τὴν εὐκαιρία νὰ ἐκπληρώσει τὸν ἱερό της πόθο γιὰ τὴ μοναχικὴ πολιτεία. Καὶ ἐνῷ τὴν ἀπασχολοῦσε τὸ θέμα αὐτό, ἔφθασε στὴν Αἴγινα πρόσταγμα βασιλικό, διὰ τοῦ ὁποίου διατάσσονταν ὅλες οἱ ἀνύμφευτες γυναῖκες καὶ οἱ χῆρες νὰ παντρευτοῦν ἄνδρες ἐθνικούς. Ἔτσι λοιπὸν ἡ Ἀθανασία, παρὰ τὴν θέλησή της, ἦλθε σὲ δεύτερο γάμο.

Φροντίζοντας πάντοτε γιὰ τὴν σωτηρία τῆς ψυχῆς της, ἡ Ὁσία προσευχόταν ἀδιάλειπτα καὶ προσέφερε ἀφειδῶς ἀπὸ τὰ πλούτη της στοὺς ἐνδεεῖς καὶ πάσχοντες. Ὕστερα δὲ ἀπὸ κάποιο χρονικὸ διάστημα, ἔπεισε τὸν σύζυγό της νὰ γίνει μοναχός, ἂν καὶ ἦταν ἐθνικός. Αὐτός, ἀφοῦ πρόκοψε στὶς ἀρετές, μετὰ ἀπὸ λίγο χρόνο παρέδωσε τὴν ψυχή του στὸν Κύριο.

Τότε ἡ Ὁσία διαμοίρασε τὴν περιουσία της στοὺς φτωχοὺς καὶ ἀφοῦ παρέλαβε κι ἄλλες εὐσεβεῖς γυναῖκες, κατέφυγε σὲ ἀσκητήριο, ὅπου ζοῦσε μὲ αὐστηρὴ ἄσκηση καὶ νηστεία. Στὸν τόπο αὐτὸ ὑπῆρχε ὡραιότατος καὶ πανάρχαιος ναὸς τοῦ Ἁγίου Πρωτομάρτυρος Στεφάνου. Μετὰ παρέλευση τεσσάρων ἐτῶν ἡ Ὁσία προχειρίσθηκε ἡγουμένη τοῦ ἀσκητηρίου, ἀλλὰ ἀναχώρησε σὲ τόπο ἥσυχο καὶ ἄγνωστο καὶ ἐκεῖ μὲ τὶς συνασκήτριές της ἀγωνιζόταν τὸν καλὸ ἀγώνα καὶ τρεφόταν ἀπὸ τὸ ἐργόχειρο ποὺ ἔκανε.

Ἀπὸ ἐκεῖ ἐπισκέφθηκε τὸ Βυζάντιο, ὅπου ἀσκήτεψε γιὰ ἑπτὰ χρόνια καὶ ὕστερα ἐπέστρεψε πάλι στὸν τόπο τῆς ἡσυχίας της. Ἡ Ὁσία Ἀθανασία προαισθάνθηκε τὴν κοίμησή της δώδεκα ἡμέρες πρίν, γεγονὸς ποὺ ἀνακοίνωσε στὶς μοναχὲς καὶ γιὰ τὸ ὁποῖο ἐξέφρασε μὲ τὴν προσευχή της τὶς εὐχαριστίες της στὸν Κύριο. Φρόντισε δὲ νὰ γίνει ἐκλογὴ τῆς ἡγουμένης τους, γιὰ νὰ ἐξακολουθήσει ἀπρόσκοπτα ἡ συμβίωσή τους καὶ νὰ διατηρηθεῖ ὁ σύνδεσμος τῆς ἀδελφικῆς τους ἀγάπης. Τήν ἡμέρα τῆς κοιμήσεώς της κάλεσε κοντά της τὶς μοναχές, ἀπηύθυνε σὲ αὐτὲς λόγια παρηγορητικὰ καὶ συνετὰ καὶ τὶς παρακάλεσε νὰ διατηρήσουν πάντοτε μία ψυχὴ καὶ μία καρδιά. Κατόπιν, ἀφοῦ ἔψαλε καὶ ἐκείνη καὶ οἱ μοναχὲς καὶ ἐνῷ εἶχε ἐξομολογηθεῖ καὶ κοινωνήσει τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων τὴν προηγούμενη ἡμέρα, παρέδωσε τὸ πνεῦμα της μὲ γαλήνη, δηλώνοντας πρὸς ὅσες παρευρίσκονταν, ὅ,τι τὶς περιμένει ἐκεῖ ἐπάνω.
Ἡ εἴδηση τοῦ θανάτου της, ἔφερε πολλοὺς ἀπὸ τοὺς κατοίκους τοῦ νησιοῦ στὸ ἀσκητήριο. Ἐκεῖ γονάτισαν μπροστὰ στὸ ἱερὸ λείψανό της πενθώντας καὶ κλαίοντας ὅλοι ὅσοι εἶχαν δεχθεῖ ἀπὸ τὰ χέρια της βοηθήματα καὶ ἀπὸ τὰ λόγια της παρηγοριά, ἀρκετοὶ δὲ ἄρρωστοι θεραπεύθηκαν τὴν ὥρα τοῦ ἐνταφιασμοῦ της.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

 

Ὁ Ὅσιος Ματθαῖος (ἢ Ματθίας) 

Ὁ Ὅσιος Ματθαῖος ἢ Ματθίας ἔζησε κατὰ τὸν 9ο αἰώνα μ.Χ. καὶ συνέδεσε τὸν βίο του μὲ τὴν Ὁσία Ἀθανασία. Ὅταν ἡ Ὁσία ἀποφάσισε νὰ μονάσει σὲ τόπο ἥσυχο, χρησιμοποίησε ὡς συνεργὸ τὸν Ματθαῖο, ὁ ὁποῖος πήγαινε στὶς ἀσκήτριες τὰ ἀπαραίτητα γιὰ τὴν συντήρησή τους, ποὺ προμηθεύονταν ἀπὸ τὰ ἐργόχειρα ποὺ ἡ Ὁσία πωλοῦσε.

Σὲ αὐτὸν τὸν μακάριο Ματθαῖο ἦλθε ἕνας ἄνθρωπος, ποὺ ὅλες του οἱ κλειδώσεις ἦταν παραλυμένες. Ὁ Ὅσιος τὸν λυπήθηκε, ἔβγαλε τὸν μανδύα ποὺ φοροῦσε καὶ τὸν ἔβαλε στοὺς ὤμους τοῦ παράλυτου. Τότε ἔτριξαν φοβερὰ τὰ κόκαλά του καὶ ἀμέσως ὁ ἄνθρωπος θεραπεύθηκε. Ἕναν ἄλλον ἄνθρωπο, ποὺ ἀπὸ διαβολικὴ ἐνέργεια τὸ πρόσωπό του εἶχε παραμορφωθεῖ, τὸν σταύρωσε μὲ τὸ χέρι του καὶ τοῦ χάρισε τὴ θεραπεία.
Ὁ Ὅσιος Ματθαῖος, ἀφοῦ διέλαμψε μὲ θαύματα καὶ σημεῖα στὸν τόπο τῆς ἡσυχίας καὶ τῆς ἀσκήσεως, κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Ὁμολογητής Ἐπίσκοπος Χαλκηδόνος

Ὁ Ἅγιος Κοσμᾶς καταγόταν ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολη καὶ ἔζησε τὸν 9ο αἰώνα μ.Χ. Ἀφιέρωσε τὸν ἑαυτό του στὸν ἀσκητικὸ βίο, στὸν ὁποῖο διακρίθηκε μὲ τὴ θεάρεστη πολιτεία του συνασκούμενος μετὰ τοῦ Ὁσίου Αὐξεντίου. Γιὰ τὶς ἀρετές του τιμήθηκε μὲ τὸ ἀξίωμα τῆς θείας ἱεροσύνης καὶ κατέστη Ἐπίσκοπος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Χαλκηδόνος.

Εὑρισκόμενος ἀντιμέτωπος μὲ τοὺς εἰκονομάχους καὶ πιεζόμενος ἀπὸ τοὺς κρατοῦντες νὰ καταδικάσει τὴ διδασκαλία περὶ τῶν ἱερῶν εἰκόνων, ἔμενε ἀνένδοτος, γι’ αὐτὸ ἐξοριζόταν ἀπὸ τόπο σὲ τόπο. Ἔτσι ἔλαβε καὶ τὸ στέφανο τῆς ὁμολογίας.
Ὁ Ἅγιος Κοσμᾶς κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη καὶ τὸ τίμιο λείψανό του ἐνταφιάσθηκε στὸ ναὸ τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ὅσιος Ναυκράτιος ὁ Ὁμολογητής ὁ Στουδίτης

Ὁ Ὅσιος Ναυκράτιος ὁ Ὁμολογητής, ἔζησε κατὰ τὸν 9ο αἰώνα μ.Χ. Ἦταν θερμὸς ὑπερασπιστὴς τῆς προσκυνήσεως τῶν ἱερῶν εἰκόνων καὶ γι’ αὐτὸ ὑπέστη διωγμοὺς καὶ ἐξορίες ἐπὶ αὐτοκράτορος Λέωντος τοῦ Ε’ (813 – 820 μ.Χ.). Ὅταν πέθανε ὁ αὐτοκράτορας Θεόφιλος (829 – 842 μ.Χ.), ἐπέστρεψε στὴ μονὴ τοῦ Στουδίου, ἐκεῖ ποὺ ἦταν διαλυμένη καὶ κατὰ τὸ ἔτος 842 μ.Χ. ἐξελέγη ἡγούμενος αὐτῆς ἀπὸ τοὺς συναθροισθέντες μοναχούς.
Ὁ Ὅσιος Ναυκράτιος κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 847 μ.Χ. καὶ τὸ ἱερὸ λείψανό του ἐνταφιάσθηκε στὴ μονὴ τοῦ Στουδίου, ὅπου ἐτελεῖτο καὶ ἡ Σύναξη αὐτοῦ.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

 

Ὁ Ὅσιος Εὐθύμιος ὁ Θαυματουργός 

Ὁ Ὅσιος Εὐθύμιος ἀπὸ τὴν παιδική του ἡλικία πόθησε τὸν ἀσκητικὸ βίο. Πιέσθηκε πολὺ ἀπὸ τοὺς γονεῖς του γιὰ νὰ νυμφευθεῖ, ἀποσκίρτησε ὅμως ἀπὸ τὸ θέλημα αὐτῶν καὶ κατέφυγε σὲ μοναστήρι, ὅπου ἐκάρη μοναχός. Στὴν ἀρχὴ τοῦ ἀνατέθηκε τὸ διακόνημα τοῦ μαγείρου καὶ ἡ φύλαξη τοῦ πυλῶνος. Ἀφοῦ διῆλθε τὸ στάδιο ὅλων τῶν διακονημάτων προσφέροντας στοὺς ἀδελφοὺς καὶ διδάσκοντάς τους μὲ τὴν ὑπακοὴ καὶ τὴν ταπείνωσή του, ἐξελέγη ἀπὸ τοὺς πατέρες τῆς μονῆς, ἡγούμενος αὐτῆς. Ἐπειδὴ ὅμως ὁ Ὅσιος δὲν ἐπιθυμοῦσε τὴν πρόσκαιρη δόξα τῶν ἀνθρώπων καὶ τὴ ματαιότητα τοῦ βίου, ἔφυγε κρυφὰ ἀπὸ τὸ μοναστήρι καὶ ἐγκαταστάθηκε σὲ τόπο ἔρημο καὶ ἥσυχο, ὅπου συνέχισε τὸ ἔργο τῆς προσευχῆς καὶ τῆς ἀσκήσεως. Ἐκεῖ καλλιέργησε τὶς ἀρετὲς καὶ ἀξιώθηκε ἀπὸ τὸν Ἅγιο Θεὸ τοῦ χαρίσματος τῆς θαυματουργίας.
Ὁ Ὅσιος Εὐθύμιος, ἀφοῦ ἔφθασε σὲ βαθὺ γῆρας, κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ὅσιος Εὐθύμιος ὁ Φωτιστὴς τῆς Καρελίας 

Ὁ Ὅσιος Εὐθύμιος, ὁ Θαυματουργός, τοῦ Ἀρχαγγέλσκ, ὅπως καλεῖται στὰ ἀρχαῖα χειρόγραφα Ἡμερολόγια, γεννήθηκε τὸ δεύτερο ἥμισυ τοῦ 14ου αἰῶνος μ.Χ. Περὶ τὸ ἔτος 1400 πῆγε στὰ βόρεια, γιὰ νὰ διάγει ἀναχωρητικὸ βίο, ἀλλὰ ἀργότερα, γύρω στὸ 1410, περιστοιχισμένος ἀπὸ μαθητὲς ποὺ ἤθελαν νὰ ἀκολουθήσουν τὴν ἴδια κλίση, ἵδρυσε στὶς ὄχθες τῆς Μαύρης Θάλασσας, στὴν Καρελία, μονὴ ἀφιερωμένη στὸν Ἅγιο Νικόλαο.

Στὴν ἀρχὴ τίποτε δὲν εὐνοοῦσε τὴν ἀνάπτυξη τοῦ μοναχικοῦ βίου σὲ ἐκείνη τὴν περιοχή, ὅπου κατοικοῦσαν ἄνθρωποι μὲ πρωτόγονες συνήθειες. Ἀλλὰ ὁ Ὅσιος Εὐθύμιος ἤξερε νὰ εἶναι σταθερὸς καὶ πιστὸς στὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ. Ἔτσι παρέμεινε στὴν περιοχὴ καὶ ἐργάσθηκε γιὰ τὴ στερέωση τοῦ μοναχικοῦ βίου καὶ τὴ διάδοση τῆς πίστεως.

Ὁ Ὅσιος Εὐθύμιος κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 1435 καὶ ἐνταφιάσθηκε στὴ μονὴ τῆς Καρελίας, ὅπου εἶχαν ἐνταφιασθεῖ καὶ οἱ μαθητές του Στέφανος ὁ Ἀσκητής, Ἡσαΐας καὶ Νικάνωρ.
Ἡ ἀναγνώριση τῶν ἱερῶν λειψάνων τοῦ Ὁσίου Εὐθυμίου πραγματοποιήθηκε τὸ ἔτος 1647. Στὸ Ἡμερολόγιο τῆς Ἀδελφότητας τοῦ Ἁγίου Γερμανοῦ τῆς Ἀλάσκας μνημονεύεται ὡς «Φωτιστὴς τῆς Καρελίας» μαζὶ μὲ τοὺς Ἁγίους Ἀντώνιο καὶ Εὐτυχή.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Οἱ Ὅσιοι Ἀντώνιος καὶ Φήλικος 

Οἱ Ὅσιοι Ἀντώνιος καὶ Φήλικας τοῦ Κορὲλ ἔζησαν κατὰ τὸν 15ο αἰώνα μ.Χ. καὶ ἀσκήτεψαν στὴ μονὴ τοῦ Ἁγίου Νικολάου, ποὺ εἶχε ἱδρύσει ὁ Ὅσιος Εὐθύμιος, ὁ Φωτιστὴς τῆς Καρελίας.
Ἐργάσθηκαν ἱεραποστολικὰ γιὰ τὴ διάδοση τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ στερέωση τῆς ὀρθοδόξου πίστεως καὶ κοιμήθηκαν μὲ εἰρήνη.
 

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Νεομάρτυρας ὁ Ράπτης ἐξ Ἰωαννίνων

Ὁ Ἅγιος Νεομάρτυς Ἰωάννης γεννήθηκε στὸ χωριὸ Τέροβο Ἰωαννίνων ἀπὸ φιλόθεους καὶ εὐσεβεῖς γονεῖς. Ἀπὸ νωρὶς ἐγκαταστάθηκε στὰ Ἰωάννινα, ὅπου ἐξασκοῦσε τὸ ἐπάγγελμα τοῦ ράπτη. Μετὰ τὸν θάνατο τῶν γονέων του ἦλθε στὴν Κωνσταντινούπολη ἐπὶ Πατριάρχου Ἱερεμίου Α’ (1525 – 1545) καὶ ἐπὶ σουλτάνου Σουλεϊμὰν τοῦ Β’ (1520 – 1560). Περικοσμούμενος μὲ ψυχικὲς καὶ σωματικὲς ἀρετὲς κίνησε τὸν φθόνο τῶν Τούρκων, οἱ ὁποῖοι τὸν πίεζαν νὰ γίνει Μουσουλμάνος. Ὁ Ἰωάννης ὅμως ἀπέκρουε τὶς δελεαστικὲς προτάσεις τῶν Τούρκων καὶ ἀποφάσισε νὰ μαρτυρήσει γιὰ τὴν ἀγάπη του στὸν Χριστό. Ἔτσι προσῆλθε στὸν πνευματικό του καί, ἀφοῦ ἐξομολογήθηκε, δήλωσε τὸν πόθο του γιὰ τὸ μαρτύριο. Ὁ πνευματικὸς ὅμως τὸν ἀπέτρεψε κατ’ ἀρχὴν καὶ ἔτσι ὁ Ἰωάννης ἀνέβαλε τὴν ἐκτέλεση τῆς ἀποφάσεώς του. Συγκινημένος ὕστερα ἀπὸ λίγο, ἀπὸ τὴν ἀνάμνηση τῶν Παθῶν τοῦ Κυρίου κατὰ τὴν Μεγάλη Πέμπτη, προσῆλθε καὶ πάλι στὸν πνευματικό του καὶ ζήτησε τὴν εὐχὴ καὶ τὴν εὐλογία του γιὰ τὸ μαρτύριο. Ἀπετράπη ὅμως γιὰ δεύτερη φορὰ ἀπὸ τὸν πνευματικό. Ἐκεῖνος ἐπανῆλθε ἐκ νέου μὲ σταθερὴ ἀπόφαση τὴν ἑπόμενη ἡμέρα τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς καὶ ἀφοῦ δήλωσε ὅτι εἶδε ὅραμα, κατὰ τὸ ὁποῖο χόρευε μέσα σὲ φλόγες μεγάλης φωτιᾶς, ἔλαβε ἀπὸ τὸν πνευματικό του τὴν ποθούμενη εὐλογία. Μεταβαίνοντας στὸ ἐργαστήριό του εἶδε νὰ ἔρχονται κοντά του οἱ Τοῦρκοι ποὺ τὸν προέτρεπαν νὰ ἀλλαξοπιστήσει, οἱ ὁποῖοι αὐτὴ τὴ φορὰ τὸν συκοφαντοῦσαν λέγοντας ὅτι, ὅταν ἦταν στὰ Τρίκαλα, ἀρνήθηκε τὸν Χριστό. Ὁ Νεομάρτυρας τοὺς ἀπάντησε μὲ τὰ ἑξῆς λόγια: «Μὴ γένοιτο ποτὲ νὰ πάθω τέτοια ἐγκατάλειψη ἀπὸ τὸν Θεό, ὥστε νὰ ἀρνηθῶ τὸν Χριστόν μου, ἀλλὰ ἐγὼ μὲ τὸν Χριστό μου ζῶ καὶ θέλω νὰ ζήσω, καὶ εἶμαι πρόθυμος νὰ ἀποθάνω γι’ Αὐτόν».

Ἔτσι, ὁ Ἰωάννης ἀφοῦ περιφρόνησε μὲ τοὺς λόγους του τὴ θρησκεία τοῦ Μωάμεθ, ἄναψε τὸν θυμὸ τῶν Τούρκων, οἱ ὁποῖοι μαινόμενοι ὅρμησαν ἐναντίων του καὶ ἀφοῦ τὸν συνέλαβαν, τὸν ὁδήγησαν στὸν κριτή. Ὁμολογώντας καὶ ἐνώπιον τοῦ κριτοῦ τὸν Χριστό, παραδόθηκε σὲ βασανιστήρια, τὰ ὁποία ὑπέμεινε μὲ καρτερία. Στὴν συνέχεια τὸν ὁδήγησαν στὴ φυλακὴ καὶ ἐπειδὴ ἐκεῖνος παρέμενε σταθερὰ ἀμετάθετος στὴν πατρώα εὐσέβεια ὁμολογώντας συνέχεια τὸ Ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, καταδικάσθηκε στὸν διὰ πυρᾶς θάνατο.

Ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Ἱερεμίας Α’, κατόρθωσε μὲ πολλὰ χρήματα νὰ ἐπιτύχει τὴν ἀναβολὴ τῆς ἐκτελέσεως γιὰ λίγες ἡμέρες.

Τὴν Παρασκευὴ τῆς Διακαινησίμου ὁ Ἰωάννης προσήχθη καὶ πάλι ἐνώπιον τοῦ κριτοῦ, πρὸ τοῦ ὁποίου μὲ πνευματικὴ ἀνδρεία ἐπανέλαβε ἀκλόνητος τὴ θερμὴ ὁμολογία τῆς πίστεώς του στὸν Κύριο καὶ Θεό μας καὶ ἔψαλλε τὸ «Χριστὸς Ἀνέστη». Τότε τὸν μαστίγωσαν καὶ τὸν ἔριξαν στὴ φωτιά, ποὺ εἶχε ἀναφθεῖ μπροστὰ ἀπὸ μία τουρκικὴ οἰκία. Οἱ κάτοικοι τῆς οἰκίας αὐτῆς, ἐπειδὴ θεώρησαν τὰ γενόμενα μπροστὰ στὴν οἰκία τους ὡς κακὸ γι’ αὐτοὺς οἰωνό, διασκόρπισαν καὶ τὴ φωτιὰ καὶ τοὺς κατακαίοντες τὸν Ἅγιο, δήμιους. Τότε οἱ δήμιοι, ἀφοῦ παρέλαβαν τὸν Ἅγιο μισοκαμένο καὶ ψάλλοντα διαρκῶς τὸ «Χριστὸς Ἀνέστη», ἄναψαν ἐκτὸς πόλεως νέα φωτιά, στὴν ὁποία μὲ χαρὰ πήδησε ὁ Ἰωάννης. Φιλομάρτυρες Χριστιανοί, γιὰ νὰ ἀπαλλάξουν τὸν Μάρτυρα ἀπὸ τὶς ὀδύνες τῆς φωτιᾶς, πλήρωσαν τοὺς δήμιους γιὰ νὰ τὸν ἀποκεφαλίσουν. Ἔτσι τελειώθηκε ὁ Νεομάρτυς Ἰωάννης στὴν Κωνσταντινούπολη, τὸ ἔτος 1526.

Οἱ Χριστιανοὶ ἀγόρασαν ἀντὶ πολλῶν χρημάτων τὰ ἐκ τῆς πυρᾶς διασωθέντα ἐλάχιστα ἱερὰ λείψανα τοῦ Νεομάρτυρος καὶ τὰ διεφύλαξαν στὸν πατριαρχικὸ ναό.

Ὁ Νεομάρτυρας Ἰωάννης ἔγινε πασίγνωστος γιὰ τὰ θαύματά του σὲ ὁλόκληρο τὸ Γένος.
Ἡ μνήμη του στὰ Ἰωάννινα τελεῖται τὴν Τρίτη τῆς Διακαινησίμου στὸ ναὸ τῆς Ἁγίας Μαρίνας.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Γόνος κάλλιστος, Ἰωαννίνων, κλέος ἔνθεον, τῆς Ἐκκλησίας, ἀνεδείχθης Ἰωάννη πανεύφημε· τῶν γὰρ Μαρτύρων ζηλώσας τὴν ἄθλησιν, διὰ πυρὸς τὸν ἀγῶνα ἐτέλεσας· Μάρτυς ἔνδοξε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

 

Κοντάκιον. Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Ὡς τερπνόν σε φοίνικα, Ἰωαννίνων ἡ πόλις, εὐκλεῶς βλαστήσασα, κατατρυφᾷ τῆς σῆς δόξης· πόθῳ γάρ, τῷ τοῦ Δεσπότου λαμπρῶς ἀθλήσας, τέθυσαι, ὡς ὁλοκαύτωμα τῇ Τριάδι· διὰ τοῦτο Ἰωάννη, θαυμάτων βρύεις, χάριν ἀέναον.

 

Μεγαλυνάριον.
Χαίροις τῆς Ἠπείρου θεῖος βλαστός, καὶ Νεομαρτύρων, ἀκροθίνιον ἱερόν· χαίροις ὁ πηγάζων, ἰάσεων τὴν χάριν, παμμάκαρ Ἰωάννη, πιστῶν ἑδραίωμα.

Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Ὁσιομάρτυρας ὁ Κουλικᾶς

Ὁ Ἅγιος Ὁσιομάρτυρας Ἰωάννης ὁ Κουλικᾶς ἢ Κουζικᾶς ἦταν εὐσεβὴς καὶ ζηλωτὴς Χριστιανός. Συνομιλώντας περὶ πίστεως μὲ κάποιους Ὀθωμανούς, κίνησε τὸν φθόνο αὐτῶν. Ἔτσι τὸν συνέλαβαν καὶ τὸν ὁδήγησαν μπροστὰ στὸν κριτή, μαρτυρώντας ψευδῶς ὅτι ὁ Ἰωάννης ἐξύβρισε τὴ μωαμεθανικὴ πίστη. Πρὸ τῶν ψευδομαρτυριῶν αὐτῶν ὁ κριτὴς προέταξε στὸ Μάρτυρα τὸ δίλημμα τῆς ἐξωμοσίας ἢ τοῦ θανάτου. Ὁ Νεομάρτυς Ἰωάννης μὲ παρρησία τότε καὶ ἀνδρεία, ἀπάντησε λέγοντας: «Νὰ μὴν τὸ δώσει ὁ Θεὸς νὰ ἀρνηθῶ ἐγὼ ποτὲ τὸν Κύριό μου Ἰησοῦ Χριστό, ἀκόμη κι ἄν μου δώσετε μύριους θανάτους». Ἐξοργισμένος ὁ κριτὴς ἀπὸ τὴν ἀπάντηση αὐτὴ ἐξέδωσε τὴν καταδικαστικὴ ἀπόφαση, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία ὁ Ἅγιος Ἰωάννης τελειώθηκε, ἀφοῦ ρίχθηκε ἐπάνω σὲ σιδερένια ἀγκάθια, τὸ ἔτος 1564.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

 

Ὁ Ἅγιος Κύριλλος ὁ ΣΤ’ ὁ Ἱερομάρτυρας

Ὁ Ἅγιος Ἱερομάρτυρας Κύριλλος ὁ ΣΤ’, ὁ ἐπιλεγόμενος Σεραπετζόγλου, καταγόταν ἀπὸ τὴν Ἀδριανούπολη καὶ διδάχθηκε τὰ ἐγκύκλια γράμματα στὴ σχολὴ τῆς γενέτειράς του. Ὑπηρέτησε ὡς ἀρχιδιάκονος στὸ Πατριαρχεῖο Κωνσταντινουπόλεως. Τὸ ἔτος 1803 χειροτονήθηκε Μητροπολίτης Ἰκονίου καὶ μετετέθη στὴν Ἀδριανούπολη τὸ ἔτος 1810. στὶς 4 Μαρτίου τοῦ 1813, ἐξελέγη Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως. Ἦταν αὐτὸς ποὺ συνέστησε τὴ ἐκκλησιαστικὴ μουσικὴ σχολὴ ὑπὸ τοὺς τρεῖς διδασκάλους τῆς νέας μεθόδου, τὸ ἔτος 1815. Ὑπῆρξε φίλος τῶν γραμμάτων καὶ κήρυττε συνεχῶς τὸν Θεῖο λόγο. Στὶς 13 Δεκεμβρίου τοῦ 1818 παύθηκε ἀπὸ τὸν πατριαρχικὸ θρόνο καὶ ἀναχώρησε γιὰ τὴν πατρίδα του, τὴν Ἀδριανούπολη, ὅπου ὑπέστη μὰ ἄλλους εἴκοσι ἑπτὰ κληρικοὺς καὶ προύχοντες τὸν διὰ ἀγχόνης θάνατο, τὸ ἔτος 1821, ὡς ἐνερχόμενος, σύμφωνα μὲ τὸ φιρμάνι ποὺ διέτασσε τὸν ἀπαγχονισμό, στὸ κίνημα ποὺ προετοίμαζε τὴν ἐλευθερία τοῦ Ρωμαϊκοῦ ἔθνους.
Ἡ ἀπόφαση γιὰ τὸν ἀπαγχονισμὸ τοῦ Ἁγίου Κυρίλλου ἔχει ὡς ἑξῆς: «Ἐπειδὴ ἐξηκριβώθη ὅτι ὁ ἐν Κωνσταντινουπόλει Πατριάρχης τῶν Ρωμαίων, ὁ ἀπολυθεὶς καὶ εἰς Ἀδριανούπολιν ἐξορισθεὶς Κύριλλος, ὁ προκάτοχος τοῦ φονευθέντος Πατριάρχου, ἐνέχεται εἰς τὸ κίνημα τὸ παρασκευαζόμενον μεταξὺ τοῦ Ρωμαϊκοῦ Ἔθνους καὶ πρέπει νὰ ἐξαφανισθῇ καὶ οὗτος ἀπὸ προσώπου γῆς, πρὸς παραδειγματισμόν, ἐξέδωκα τὸ μυστικὸν τοῦτο φιρμάνιον καὶ διατάσσω τὸν ἀπαγχονισμὸν τοῦ Κυρίλλου. Νὰ τὸν συλλάβῃς ἀμέσως καὶ νὰ τὸν κρεμάσῃς μὲ τὴν περιβολήν του ἐντὸς τῆς Ἀδριανουπόλεως».

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

 

Ὁ Ὅσιος Βασίλειος ὁ Θαυματουργός ἐκ Γεωργίας 

Ὁ Ὅσιος Βασίλειος (Ρατισχβίλι), ὁ Θαυματουργός, ἔζησε μεταξὺ τοῦ 18ου καὶ τοῦ 19ου αἰῶνος μ.Χ. στὴ Γεωργία καὶ ἀσκήτεψε στὴ μονὴ τοῦ Καμπένι, τῆς ὁποίας τὸ ἀρχαῖο ὄνομα ἦταν Γεθσημανῆ. Κοιμήθηκε ὁσίως μὲ εἰρήνη.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Μνήμη Θαύματος Ἁγίου Μηνᾶ στὸ Ἡράκλειο Κρήτης

Ακόμη από τα πολλά θαύματα του Αγίου Μηνά είναι και αυτό που έλαβε χώρα το 1826 μ.Χ. στο Ηράκλειο της Κρήτης, πόλη στην οποία ιδιαιτέρως τιμάται ο Άγιος.

Το 1821 μ.Χ., μετά την έκρηξη της μεγάλης Ελληνικής Επανάστασης εναντίον των Τούρκων, οι κατακτητές προχώρησαν σε σφαγές χιλιάδων αμάχων σε πολλές περιοχές. Από τους πρώτους που πλήρωσαν με το αίμα τους την επανάσταση ήταν και οι κάτοικοι της Κρήτης. Μεταξύ των χιλιάδων θυμάτων ήταν ο Μητροπολίτης Κρήτης, οι Επίσκοποι Χανίων, Κνωσού, Χεροννήσου, Λάμπης, Σητείας κ.α. οι οποίοι εσφάγησαν, την 24η Ιουνίου 1821 μ.Χ., στον περίβολο του Μητροπολιτικού Ναού του Ηρακλείου. Μάλιστα ο ιερουργών ιερέας εσφάγη πάνω στην Αγία Τράπεζα!
Πέντε χρόνια αργότερα, το 1826 μ.Χ., οι Τούρκοι του Ηρακλείου σχεδίαζαν να προβούν σε σφαγή των Χριστιανών, και πάλι στον Μητροπολιτικό Ναό του Αγίου Μηνά, στις 18 Απριλίου, ημέρα του Πάσχα, την ώρα της Αναστάσιμης Θείας Λειτουργίας για να πιάσουν τους Χριστιανούς απροετοίμαστους. Για αντιπερισπασμό έβαλαν φωτιά σε διάφορα απομακρυσμένα σημεία της πόλης, ενώ οπλισμένα στίφη είχαν συγκεντρωθεί έξω από το ναό, περιμένοντας την ώρα της αναγνώσεως του Ευαγγελίου για να εισβάλουν και να αρχίσουν την σφαγή.

Μόλις όμως άρχισε η ανάγνωση εμφανίσθηκε ένας ασπρομάλλης ηλικιωμένος ιππέας που έτρεχε γύρω από το ναό κραδαίνοντας το ξίφος του και κυνηγώντας τους επίδοξους σφαγείς οι οποίοι τράπηκαν πανικόβλητοι σε φυγή. Έτσι σώθηκαν οι πολύπαθοι Χριστιανοί του Ηρακλείου από τον φοβερό κίνδυνο.

 

Οι Τούρκοι νόμισαν ότι ο καβαλάρης ήταν μουσουλμάνος πρόκριτος απεσταλμένος από τον Διοικητή της πόλης για να ματαιώσει την σφαγή. Όταν διαμαρτυρήθηκαν στον Διοικητή, αυτός τους διαβεβαίωσε ότι δεν γνώριζε τίποτε και μάλιστα διαπιστώθηκε ότι ο συγκεκριμένος πρόκριτος δεν είχε βγει καθόλου από το σπίτι του.


Κατάλαβαν τότε οι Τούρκοι ότι επρόκειτο για θαύμα του Αγίου Μηνά, κοινοποίησαν το γεγονός στους Έλληνες και από τότε οι Mουσουλμάνοι ηυλαβούντο πολύ τον Άγιο, προσφέροντας μάλιστα και δώρα στο ναό του.
Το θαύμα αυτό του Αγίου Μηνά καθιερώθηκε να τιμάται στο Ηράκλειο την Τρίτη της Διακαινησίμου, οπότε και εκτίθεται σε προσκύνηση, κατά τον εσπερινό, λείψανο του Αγίου.


Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Σύναξις Ὑπεραγίας Θεοτόκου τοῦ Μαξίμου 

Ἡ ἱερὰ εἰκόνα τῆς Θεοτόκου τοῦ Μαξίμου ἁγιογραφήθηκε κατὰ τὸ ἔτος 1299, ἐξαιτίας ἐνὸς ὁράματος ποὺ εἶδε ὁ Ἅγιος Μάξιμος, Μητροπολίτης Βλαντιμὶρ ( 6 Δεκεμβρίου), ὅταν ἔφθασε στὸ Βλαντιμὶρ ἀπὸ τὸ Κίεβο. Στὸ ὅραμα ἡ Θεοτόκος ἐμπιστεύεται τὸ ὠμοφόριο σὲ αὐτόν, λέγοντας: «Δοῦλε, Μάξιμε, εἶναι καλὸ ποὺ ἔχεις ἔλθει νὰ ἐπισκεφθεῖς τὴν πόλη μου. Πᾶρε αὐτὸ τὸ ὠμοφόριο καὶ ποίμανε τὸ ποίμνιο τῆς πόλεως αὐτῆς». Ὅταν ὁ Ἅγιος ξύπνησε, τὸ ὠμοφόριο ποὺ τοῦ ἔδωσε ἡ Παναγία, ἦταν ἁπλωμένο στὰ χέρια του. Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ εἰκόνα ἀπεικονίζει τὴ Θεοτόκο σὲ ὄρθια θέση μαζὶ μὲ τὸ παιδίον Ἰησοῦ καὶ μὲ τὸν Ἅγιο Μάξιμο νὰ εἶναι γονατιστὸς καὶ νὰ δέχεται τὸ ἐπισκοπικὸ ὠμοφόριο.
Τὸ ὠμοφόριο, φυλάχθηκε στὸν καθεδρικὸ ναὸ τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου γιὰ 112 χρόνια. Τὸ ἔτος 1412, κατὰ τὴν διάρκεια μιᾶς Ταταρικῆς ἐπιδρομῆς, τὸ ὠμοφόριο κρύφθηκε ἀπὸ τὸ νεωκόρο τοῦ καθεδρικοῦ ναοῦ, ὁ ὁποῖος καὶ μαρτύρησε ἀπὸ τοὺς Τάταρους.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ἅγιος Ἱερομάρτυς Συμεὼν ἔζησε κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ βασιλέως τῶν Περσῶν Σαβωρίου καὶ ἦταν προϊστάμενος τῶν Ἐκκλησιῶν Κτησιφῶντος καὶ Σαλὴκ (στὴ Σελευκεία).

Ὅταν εἶδε τὰ παράνομα ἔργα τῶν Περσῶν καὶ ἐπειδὴ δὲν ὑπέφερε τὶς διαταγές τους, ἔγραψε στὸν βασιλέα Σαβώριο ὅτι «ἐμεῖς εἴμαστε δοῦλοι τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ δὲν ἀνεχόμαστε νὰ σᾶς ὑποφέρουμε. Κάνε λοιπὸν αὐτὸ ποὺ θέλεις». Τότε ὁ Σαβώριος, ἀφοῦ ἔστειλε στρατιῶτες, τὸν συνέλαβε καὶ τὸν ὁδήγησε δέσμιο στὴ φυλακή.

Ἐκεῖ, στὴ φυλακὴ ὄντας ὁ Ἅγιος, κατάφερε μὲ τὴν διδασκαλία του νὰ ἐπαναφέρει στὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ τὸν πραιπόσιτο καὶ εὐνοῦχο τοῦ βασιλέως Γοθαζὰτ ἢ Γουζθαδάτ, ποὺ ἦταν μὲν Χριστιανὸς ἀλλὰ φοβόταν καὶ προσκυνοῦσε τὸν ἥλιο, σύμφωνα μὲ τὸ νόμο τῶν Περσῶν. Καὶ πῶς ἔγινε αὐτό; Ὅταν ὁ Ἅγιος Συμεὼν κλείσθηκε στὴ φυλακή, τὸν εἶδε ὁ Γοθαζὰτ καὶ θέλησε νὰ τὸν ἀσπασθεῖ. Ὁ Ἅγιος ὅμως δὲν δέχθηκε. Καὶ ἐπειδὴ δὲν δέχθηκε, εἶπε στὸν ἑαυτό του: «Ἂν ὁ Συμεών, ποὺ εἶναι ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ, μὲ ἀποστράφηκε, πῶς ὁ Χριστός, τὸν Ὁποῖο ἀρνήθηκα, θὰ μὲ ἀγαπήσει;».
Ἡ εἴδηση ἔφθασε στὰ αὐτιὰ τοῦ βασιλέως Σαβωρίου. Ἡ ὀργή του στράφηκε κατὰ τοῦ Ἁγίου Συμεὼν καὶ ἐπεκτάθηκε σὲ ὅλη τὴν Ἐκκλησία. Ἔδωσε ἐντολὴ νά ἀποκεφαλίσουν ὅλους τοὺς Χριστιανοὺς τῆς περιοχῆς. Συνελήφθησαν λοιπὸν ἀπὸ τὴν τοπικὴ Ἐκκλησία μαζὶ μὲ τὸν πρεσβύτερο Ἀβδελᾶ χίλιοι ἑκατὸν πενήντα ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι ἀποκεφαλίσθηκαν τὴν ἴδια ἡμέρα μὲ τὸν Ἐπίσκοπό τους.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Ὡς ὑποφήτης τῶν ἐνθέων δογμάτων, μαρτυρικὸν συνασπισμὸν ἐπαλείφεις, λόγοις ὁμοῦ καὶ πράξεσι πρὸς ἄθλους ἱερούς· μεθ’ ὧν καὶ συνήθλησας, Συμεὼν Ἱεράρχα, καὶ Χριστῷ ἀνέδραμες, σὺν αὐτοῖς ἀνακράζων· Ἰδοὺ ἡμεῖς ὡς πρόβατα σφαγῆς, τῇ σῇ ἀγάπῃ, Σωτὴρ ἐλογίσθημεν.

Ὁ Ἅγιος Ἀνίκητος ὁ Ἱερομάρτυρας πάπας Ρώμης

Ὁ Ἅγιος Ἱερομάρτυρας Ἀνίκητος καταγόταν ἀπὸ τὴν πόλη Ἔμεσα τῆς Συρίας καὶ ἦταν Ἐπίσκοπος Ρώμης κατὰ τὰ μέσα τοῦ 2ου αἰῶνα μ.Χ. (155 – 166 μ.Χ.).

Πρὸς τὸν Ἐπίσκοπο Ἀνίκητο ἦλθε ὁ Ἅγιος Πολύκαρπος, Ἐπίσκοπος Σμύρνης ( 23 Φεβρουαρίου), γιὰ τὸν καθορισμὸ τοῦ χρόνου τοῦ ἑορτασμοῦ τοῦ Πάσχα. Ὅπως εἶναι γνωστό, οἱ Ἐκκλησίες τῆς Μικρᾶς Ἀσίας ἑόρταζαν τὸ Πάσχα στὶς 14 τοῦ μηνὸς Νισσάν, σὲ ὁποιαδήποτε ἡμέρα καὶ ἂν ἔπεφτε αὐτό. Ἀντίθετα οἱ ἄλλες Ἐκκλησίες δὲν ἑόρταζαν καθόλου τὸ Πάσχα, ἀλλὰ ἀρκοῦνταν στὸ ἑβδομαδιαῖο κατὰ Κυριακὴν ἑορτασμὸ τῆς Ἀναστάσεως, τονίζοντας ἀσφαλῶς περισσότερο τὸν ἑορτασμὸ τῆς πρώτης Κυριακῆς μετὰ τὴν πανσέληνο τῆς ἐαρινῆς ἰσημερίας. Ἐπειδὴ λόγω τῆς διαφορᾶς αὐτῆς ἡ Ἐκκλησία τῆς Ρώμης τηροῦσε αὐστηρὴ στάση ἔναντι τῶν Μικρασιατῶν, ὁ Ἅγιος Πολύκαρπος ἀναγκάσθηκε νὰ μεταβεῖ στὴ Ρώμη, γιὰ νὰ διευθετήσει μὲ τὸν Ἐπίσκοπο Ρώμης Ἀνίκητο τὸ ζήτημα αὐτὸ καὶ ἄλλα δευτερεύοντα θέματα.
Ὁ Ἅγιος Ἀνίκητος μαρτύρησε τὸ ἔτος 166 μ.Χ., ἐπὶ αὐτοκράτορα Μάρκου Αὐρηλίου (161 – 180 μ.Χ.).

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

 

Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Ἐκ Περσίδος ἔλαμψας ὡς ἑωσφόρος, Συμεὼν μακάριε, δῆμον Ἁγίων Ἀθλητῶν, ἔχων ἡμῖν συνανίσχοντας, ὥσπερ ἀστέρας· μεθ’ ὧν εὐφημοῦμέν σε.

 

Μεγαλυνάριον.
Αἴγλῃ τοῦ Ἡλίου τοῦ νοητοῦ, κατηγλαϊσμένος, ἱερώτατε Συμεών, μετὰ τῶν συνάθλων, πυρσολατρῶν τὸ σκότος, διέβης ἀπροσκόπτως, φέγγει ἀθλήσεως.

 

Ὁ Ἅγιος Ἀδριανὸς ὁ Μάρτυρας ὁ Νέος 

Ὁ Ἅγιος Μάρτυς Ἀδριανός, ἐπειδὴ ἀρνήθηκε νὰ ἐγκαταλείψει τὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ, συνελήφθη ἀπὸ τοὺς εἰδωλολάτρες καὶ κλείσθηκε στὴ φυλακή. Ἐκεῖ τὸν ὑπέβαλαν σὲ μύριες στερήσεις καὶ βασανισμοὺς γιὰ νὰ δαμάσουν τὸ φρόνημά του. Ὅταν νόμισαν ὅτι ἡ σταθερότητα τοῦ Ἁγίου θὰ εἶχε πλέον καμφθεῖ, τὸν ἔβγαλαν ἀπὸ τὴν φυλακὴ καὶ τὸν διέταξαν νὰ προσφέρει θυσία στὰ εἴδωλα. Ἐκεῖνος ὅμως ὄχι μόνο δὲν πείσθηκε νὰ κάνει αὐτὸ ποὺ ἐπίμονα τοῦ ζητοῦσαν, ἀλλὰ ὅρμησε στὸ βωμό, τὸν ἀνέτρεψε καὶ γκρέμισε τὸ πῦρ καὶ τὰ ἐπ’ αὐτοῦ σφάγια.
Ἔξαλλος ὁ ἄρχοντας γιὰ τὴ στάση αὐτὴ τοῦ Ἀδριανοῦ, ἔδωσε ἐντολὴ νὰ τὸν χτυπήσουν ἀνηλεῶς μὲ ραβδιὰ καὶ πέτρες. Τοῦ συνέτριψαν τὸ στόμα καὶ τὴν κεφαλὴ καί, τέλος, τὸν ἔριξαν μέσα σὲ καμίνι, ὅπου τελείωσε τὸ δρόμο τοῦ μαρτυρίου.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ἅγιος Φουσὶκ ὁ Μάρτυρας καὶ ἡ θυγατέρα αὐτοῦ

Ὁ Ἅγιος Μάρτυς Φουσίκ, ὅταν ἀποκεφαλίζονταν οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες ποὺ μαρτύρησαν μαζὶ μὲ τὸν Ἅγιο Συμεών, ἦταν καὶ ὁ ἴδιος. Παρατηρώντας τὰ γενόμενα εἶδε ἕνα πρεσβύτερο ποὺ ἐπρόκειτο νὰ ἀποκεφαλισθεῖ νὰ εἶναι φοβισμένος καὶ τρομαγμένος καὶ εἶπε σὲ αὐτόν: «Μὴ φοβᾶσαι. Κλεῖσε τὰ μάτια σου καὶ ὁ Χριστὸς θὰ σὲ φωτίσει». Ἐξαιτίας αὐτοῦ, ἐπειδὴ ἔγινε ἀντιληπτὸ ὅτι ἔχει χριστιανικὸ φρόνημα, προσήχθη στὸν βασιλέα, ὅπου ὁμολόγησε τὸ Ὄνομα τοῦ Χριστοῦ. Τὸ μαρτύριό του ἄρχισε. Πρῶτα τοῦ ἔκοψαν τὴ γλῶσσα καὶ στὴν συνέχεια τοῦ ἔγδαραν ἀνηλεῶς τὸ δέρμα ὅλου τοῦ σώματός του καὶ ἔτσι παρέδωσε τὴν ψυχή του.
Εἶχε ὅμως ὁ Μάρτυς καὶ μία θυγατέρα Χριστιανή, ποὺ ἦταν ἀσκήτρια. Ὁδηγώντας την ἐνώπιόν του, ὁ βασιλέας, τὴν ἐξανάγκαζε μὲ βία νὰ ἀρνηθεῖ τὸν Χριστὸ καὶ νὰ θυσιάσει στὸν ἥλιο καὶ τὴ φωτιά. Ἐπειδὴ δὲν κατάφερε νὰ τὴν πείσει, πρῶτα τὴν γύμνωσε καὶ τὴν χτύπησε χωρὶς ἔλεος καὶ στὴν συνέχεια τὴν κατέκαψε μὲ ἀναμμένες δάδες. Καὶ ἀφοῦ τὴν κρέμασε, τὴν ἔγδαρε μὲ σιδερένια νύχια καὶ τὴν ἀποκεφάλισε διὰ ξίφους.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

 

Ὁ Ἅγιος Ἀζὰτ ὁ Εὐνοῦχος

Κατὰ τὴν διάρκεια τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Παρασκευῆς οἱ Χριστιανοὶ στὴν Περσία δοξολογοῦσαν καὶ εὐχαριστοῦσαν τὸν Χριστὸ ποὺ ὑπέμεινε τὰ σωτήρια Πάθη Του γιὰ ἐμᾶς. Ἀφοῦ συνελήφθη ὁ Ἅγιος Συμεὼν ὁ Ἐπίσκοπος καὶ μαρτύρησαν μαζὶ μὲ ἐκεῖνον χίλιοι ἑκατὸν πενήντα Χριστιανοὶ (διότι ἀπὸ τὴ Μεγάλη Παρασκευὴ μέχρι τὴ δέκατη ἡμέρα κάθε Χριστιανὸς φυλακισμένος φονευόταν), συνελήφθη καὶ μαζὶ μὲ αὐτοὺς ὑπέστη τὸ μαρτύριο ὁ Ἀζὰτ ὁ εὐνοῦχος, ποὺ ἦταν πλούσιος καὶ πρῶτος στὸ παλάτι, τὸν ἀγαποῦσε δὲ πολὺ καὶ τὸν τιμοῦσε ὁ Σαβώριος. Τόσο δὲ πολὺ λυπήθηκε καὶ μεταμελήθηκε ὁ βασιλέας γιὰ τὸν θάνατο τοῦ Ἁγίου Μάρτυρος Ἀζάτ, ὥστε διέταξε νὰ πάψει πλέον ὁ διωγμὸς κατὰ τῶν Χριστιανῶν.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

 

Ὁ Ἅγιος Ἀγαπητὸς πάπας Ρώμης 

Ὁ Ἅγιος Ἀγαπητὸς ἔζησε κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορος Ἰουστινιανοῦ (527 – 565 μ.Χ.). Ἦταν ἄνδρας ἀσκητικότατος, ἐνάρετος καὶ θαυματουργός, καὶ γιὰ τὴν ἀρετή του ἀνυψώθηκε στὸ θρόνο τῆς Ρώμης τὸ ἔτος 535 μ.Χ.

Ὁ αὐτοκράτορας Ἰουστινιανὸς ἐκεῖνο τὸν καιρὸ διεξήγαγε πόλεμο πρὸς τὸν Ὀστρογότθο βασιλέα τῆς Ἰταλίας Θεοδάτο, ἀνέλαβε δὲ νὰ διαμεσολαβήσει μεταξὺ τους ὁ Ἅγιος Ἀγαπητός. Πρὸς ἐκτέλεση τῆς ἀποστολῆς αὐτῆς, τὸ ἴδιο ἔτος τῆς ἀναρρήσεώς του στὸν ἐπισκοπικὸ θρόνο ἦλθε στὴν Κωνσταντινούπολη. Στὸ Συναξάρι ἀναφέρεται ὅτι καθ’ ὁδόν, ὅταν ἔφθασε στὴν Ἑλλάδα, εἶδε ἕναν ἄνθρωπο πάσχοντα ἀπὸ δύο ἀγιάτρευτες ἀσθένειες, δηλαδὴ δὲν μποροῦσε καθόλου οὔτε νὰ μιλήσει, οὔτε νὰ βαδίσει. Αὐτὸν λοιπὸν τὸν ἄνθρωπο ὁ Ἅγιος τὸν θεράπευσε. Ἀλλὰ καὶ μόλις ὁ Ἅγιος ἔφθασε στὴ Χρυσὴ Πύλη τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ἐπιτέλεσε κι ἄλλο θαῦμα. Συγκεκριμένα ἔθεσε τὸ χέρι του στὰ μάτια κάποιου τυφλοῦ ποὺ τὸν πλησίασε καὶ τοῦ χάρισε τὴν δυνατότητα τῆς ὁράσεως.

Στὴν Κωνσταντινούπολη ἔτυχε πάνδημης ὑποδοχῆς ἀπὸ τὸν αὐτοκράτορα Ἰουστινιανό, τὸν κλῆρο καὶ τὸν λαό. Ὁ Ἅγιος Ἀγαπητὸς ποὺ συνοδευόταν ἀπὸ πέντε Ἐπισκόπους τῆς Ἰταλίας, δὲν ἐπικοινωνοῦσε μὲ τὸν Πατριάρχη Ἄνθιμο Α’ τὸν ἀπὸ Τραπεζοῦντος, ἀλλὰ μόνο μὲ τὸν αὐτοκράτορα, διότι ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως εἶχε ἀποδεχθεῖ τὴν διδασκαλία τοῦ αἱρετικοῦ μονοφυσίτου Σεβήρου. Ἔτσι ὁ Ἅγιος Ἀγαπητὸς προκάλεσε ἐπίσημα ζήτημα Πατριάρχου. Ὁ Πατριάρχης Ἄνθιμος κατέθεσε τὸ ὠμοφόριό του στὰ χέρια τοῦ αὐτοκράτορος, ἀφοῦ ἐγκατέλειψε τὸ πατριαρχικὸ ἀξίωμα. Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως ἐξελέγη ὁ Μηνᾶς (536 μ.Χ.), ὁ ὁποῖος χειροτονήθηκε ἀπὸ τὸν Ἅγιο Ἀγαπητό.
Τὸ ἴδιο ἔτος συνῆλθε Σύνοδος στὴν Κωνσταντινούπολη, ὑπὸ τὴν προεδρία τοῦ Πατριάρχου Μηνᾶ, ἡ ὁποία καθαίρεσε καὶ ἀναθεμάτισε τὸν Πατριάρχη Ἄνθιμο γιὰ τὶς κακοδοξίες του.
Λίγο μετὰ τὴν διευθέτηση τῶν ἐκκλησιαστικῶν πραγμάτων τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ὁ Ἅγιος Ἀγαπητὸς κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη, τὸ ἔτος 536 μ.Χ. Τὸ ἱερὸ λείψανό του ἐνταφιάσθηκε στὸ ναὸ τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, ὅπου καὶ ἐτελεῖτο ἡ Σύναξή του.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Τῆς Ῥώμης σε πρόεδρον, Ἀγαπητὲ ἱερέ, ἡ χάρις ἀνέδειξεν, ὡς τοῦ Χριστοῦ μιμητήν, καὶ θεῖον θεράποντα· ὅθεν Ὀρθοδοξίας, διαλάμψας τοῖς ἔργοις, ὤφθης τῆς Ἐκκλησίας, εὐκλεὴς Ἱεράρχης, πρεσβεύων ὑπὲρ πάντων, ἡμῶν τῶν εὐφημούντων σε.

 

Κοντάκιον. Ἦχος β’. Τὰ ἄνω ζητῶν.
Ἀγάπῃ Χριστοῦ Ἀγαπητὲ μακάριε, τρωθεὶς τὴν ψυχήν, ἀμέμπτως ἱεράτευσας, Κυρίῳ ὥσπερ ἄγγελος, Ἱεράρχης γενόμενος Ὅσιος· καὶ νῦν σὺν Ἀγγέλοις ἀεί, δυσώπει ἀπαύστως ὑπὲρ πάντων ἡμῶν.

 

Μεγαλυνάριον.
Χαίροις Ἱεράρχα Ἀγαπητέ, ἀγάπης ταμεῖον, Παρακλήτου ὁ θησαυρός· χαίροις ὁ πρεσβεύων, διὰ παντὸς Κυρίῳ, δοθῆναι ἡμῖν πᾶσι, πταισμάτων ἄφεσιν.

Οἱ Ὅσιοι Ἀπόστολος καὶ Θεοχάρης οἱ αὐτάδελφοι

Οἱ Ὅσιοι Θεοχάρης καὶ Ἀπόστολος κατάγονταν ἀπὸ τὴν Ἄρτα καὶ ἔζησαν περὶ τὰ τέλη τοῦ 17ου καὶ τὶς ἀρχὲς τοῦ 18ου αἰῶνος μ.Χ. Ἦταν τέκνα τοῦ ἱερέως Ντούια, ὁ ὁποῖος τὰ ἀνέθρεψε μὲ παιδεία καὶ νουθεσία Κυρίου. Ὁ Ὅσιος Θεοχάρης χρημάτισε διδάσκαλος τοῦ ἱδρυτοῦ τῆς Φιλικῆς Ἑταιρείας Νικολάου Σκουφᾶ, ἀπὸ τὴν Ἄρτα. Καὶ οἱ δύο Ὅσιοι διακρίνονταν γιὰ τὴν εὐσέβεια, τὴν ἐγκράτεια καὶ τὴν φιλανθρωπία. Συνεχῶς μελετοῦσαν τὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ προσεύχονταν.

Ὁ Ὅσιος Θεοχάρης κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ Μεγάλο Σάββατο τοῦ ἔτους 1829 καὶ προέβλεψε τὴν ὥρα τῆς ἐξόδου του ἀπὸ τὴν παρούσα ζωή. Ἔδωσε ἐντολὴ στὸν ἀδελφό του νὰ τὸν ἐνταφιάσει στὸν ἱερὸ ναὸ τῶν Ἁγίων Ἀναργύρων καὶ νὰ μὴν γίνει ἀνακομιδὴ τῶν λειψάνων του. Τὸ ἅγιο λείψανό του εὐωδίαζε, σημεῖο τῆς ἀγάπης του Κυρίου πρὸς τὸν Ὅσιο.

Ὁ Ὅσιος Ἀπόστολος κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 1846. Τὸ τίμιο λείψανό του τὸ ἐνταφίασαν στὸ κοιμητήριο τοῦ ἱεροῦ ναοῦ τῆς Ἁγίας Σοφίας μὲ πολλὲς τιμές. Τὸν βίο τους συνέγραψε ὁ Μητροπολίτης Ἄρτης, Σεραφεὶμ ὁ Βυζάντιος καὶ ὁ ἡγούμενος τῆς μονῆς Κάτω Παναγιᾶς Ἄρτης Κωνστάντιος ὁ ἐξ Ἄρτης.
Ἡ Ἐκκλησία τιμᾶ τὴ μνήμη τους, ἐπίσης, τὴν Κυριακὴ τῶν Μυροφόρων.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

 

Ὁ Ἅγιος Μακάριος Ἀρχιεπίσκοπος Κορίνθου

Ὁ Ἅγιος Μακάριος, κατὰ κόσμο Μιχαὴλ Νοταρᾶς, ἦταν ὁ πέμπτος κατὰ σειρὰ υἱὸς τοῦ Γεωργαντᾶ καὶ τῆς Ἀναστασίας καὶ ἕνα ἀπὸ τὰ ἐννέα παιδιὰ τῆς οἰκογένειας αὐτῆς. Γεννήθηκε στὰ Τρίκαλα τῆς Κορινθίας τὸ 1731. Ὁ βιογράφος του Ἅγιος Ἀθανάσιος ὁ Πάριος, σημειώνει: «Κόρινθος εἶναι πόλις τῆς Πελοποννήσου, εἰς τὸ λεγόμενον Ἑξαμίλιον εὑρισκομένη. Πόλις ἀρχαιότατη κι ὀνομαστή… Ἀπὸ αὐτὴν κατάγεται καὶ ταύτης ἐστάθη γέννημα καὶ θρέμμα ὁ θεῖος οὗτος Μακάριος… Ἐκ τούτων λοιπὸν (ἐνν. τῶν γονέων) γεννᾶται ὁ θεῖος οὗτος… κατὰ τὸ 1731».

Ἀνάδοχος τοῦ νεαροῦ Μιχαὴλ ἦταν ὁ τότε Μητροπολίτης καὶ πρόεδρος Κορίνθου Παρθένιος, ὁ ὁποῖος ὀνόμασε αὐτὸν Μιχαήλ. Ὁ Παρθένιος διατηροῦσε οἰκογενειακὲς σχέσεις μὲ τὸν Γεωργαντᾶ. Ἔτσι, ὁ νεαρὸς Μιχαὴλ ἀναπτυσσόταν μέσα στὴ θεοσεβῆ καὶ εὐλογημένη οἰκογένειά του, μὲ τὸν πλοῦτο καὶ τὴν μεγάλη πολιτική της δύναμη καὶ μὲ τὴν ἀκοίμητη φροντίδα τῶν γονέων του. Ὁ Μιχαὴλ εἶχε κάτι ἰδιαίτερο σὲ σύγκριση μὲ τὰ ἄλλα του ἀδέλφια. Ἀκτινοβολοῦσε καλοσύνη καὶ ἀγάπη πρὸς τοὺς συμπολίτες του, ἔδειχνε ταπεινοφροσύνη καὶ ἔμφυτη σεμνότητα καὶ ἦταν πολὺ ἀγαπητὸς ἀπὸ τοὺς κατοίκους τῶν Τρικάλων.

Ὅταν ἦλθε ὁ κατάλληλος χρόνος, διδάχθηκε τὰ ἱερὰ γράμματα καὶ τὴν ἑλληνικὴ παιδεία ἀπὸ τὸν ἀκμάζοντα τότε Κεφαλλήνιο διδάσκαλο Εὐστάθιο. Μετὰ τὸ πέρας τῶν σπουδῶν του, ὁ Μιχαήλ, κατόπιν ἐντολῆς τοῦ πατέρα του, ὁρίστηκε ἐπιστάτης μερικῶν χωριῶν τῆς περιοχῆς πρὸς εἴσπραξη χρημάτων, «ἀλλ’ οὗτος ὁ ἀοίδιμος μὴ ἔχοντας κλίσι εἰς τοιαύτας ματαιότητας ὄχι μόνον δὲν ἐσύναξε χρήματα, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖνα ποὺ εἶχε διεσκόρπισε καὶ ζημίαν ἐπροξένησεν εἰς τὸν πατέρα του». Οὔτε ὁ πλοῦτος οὔτε τὰ ἀξιώματα οὔτε ἡ πολιτικὴ δύναμη τοῦ πατέρα του ἄσκησαν ἐπιρροὴ ἢ ἕλξη ἐπάνω του· ἀντίθετα τὰ ἀποστρεφόταν. Ἤδη «ἀπὸ τὰς πρώτας ἀρχὰς τῆς νεότητός του» ἔγινε σαφὴς ἡ κλίση του πρὸς τὰ πνευματικὰ θέματα, ἀφοῦ ζοῦσε μὲ ταπείνωση, μεταβαίνοντας συχνὰ στὴν ἐκκλησία καὶ συμμετέχοντας μὲ κατάνυξη στὶς ἱερὲς Ἀκολουθίες, ἀποστρεφόμενος τὶς συναναστροφὲς τῶν συνομηλίκων του και γενικὰ τὴν ἐγκόσμια ματαιότητα.

Ἐγκαταλείπει κρυφά, λοιπόν, μὲ τὴν βοήθεια καὶ τῆς μητέρας του ὅλα αὐτὰ καὶ μεταβαίνει μὲ θεῖο ζῆλο στὸ Μέγα Σπήλαιο, στὴ μέγιστη καὶ ἱστορικὴ καὶ παλαιότατη αὐτὴ μονὴ τῆς Πελοποννήσου, γιὰ νὰ καθαίρει καθημερινὰ τὴν ψυχή του καὶ νὰ τὴν ἀπαλλάξει ἀπὸ τὶς ἀλλότριες καὶ ἐφάμαρτες προσμείξεις τῆς ἐγκοσμίου βιοτῆς. Ἦταν μία ἐπαινετὴ καὶ θεάρεστη ἀπόφαση καὶ προσπάθεια νὰ ἀποκοπεῖ ἀπὸ τὴν προηγούμενη ζωή του στὴν Κόρινθο καὶ ἀπὸ τὶς παντὸς εἴδους ἀπασχολήσεις του, γιὰ νὰ γίνει ἄνθρωπος τῆς χάριτος ἀκολουθώντας τὸν μοναχικὸ βίο.

Δυστυχῶς ὅμως γιὰ τὸν ἐνάρετο Μιχαὴλ ἡ ἀπόφασή του ἐκείνη δὲν κατέστη δυνατὸν νὰ πραγματοποιηθεῖ. Οἱ θερμὲς παρακλήσεις δὲν εἰσακούσθηκαν ἀπὸ τοὺς πατέρες τῆς μονῆς, διότι τὸ αἴτημά του δὲν εἶχε τὴν συγκατάθεση τοῦ πατέρα τοῦ Ἁγίου. Ὁ Μιχαὴλ ἦταν τότε περίπου εἴκοσι ἐτῶν.

Μετὰ τὴν ἀποτυχία του νὰ περιβληθεῖ τὸ ἰσαγγελικὸ σχῆμα, ὁ ἐνάρετος Μιχαὴλ ἐπέστρεψε στὴν πατρική του οἰκία. Ἀρχικὰ παρέμενε σὲ αὐτὴν ἀσχολούμενος μὲ τὴν μελέτη τῆς Ἁγίας Γραφῆς, διαφόρων πατερικῶν κειμένων, βίων Ἁγίων καὶ ἄλλων ψυχωφελῶν βιβλίων. Ἡ μελέτη αὐτὴ τὸν βοήθησε νὰ ἰσχυροποιήσει ἀκόμη περισσότερο τὴν πίστη του καὶ νὰ εἰσχωρήσει βαθύτερα στὸ πνεῦμα τῆς Ὀρθοδοξίας.

Τὴν ἐποχὴ ἐκείνη πέθανε ὁ Εὐστάθιος καὶ ἡ σχολὴ τῆς Κορίνθου στερεῖτο διδασκάλου. Ὅλοι στράφηκαν νοερῶς πρὸς τὸ νεαρὸ Μιχαὴλ καὶ ἐνδόμυχα εὔχονταν καὶ πρὸς αὐτὸν ἀπέβλεπαν, πιστεύοντας ὅτι ἦταν ἱκανὸς νὰ διαδεχθεῖ τὸν διδάσκαλό του.

Ὁ ἐνάρετος Μιχαὴλ Νοταρᾶς προσέφερε ἐπὶ ἕξι ἔτη τὶς ὑπηρεσίες του ὡς διδάσκαλος τῆς Σχολῆς τῆς Κορίνθου χωρὶς μισθό, διαπαιδαγωγώντας μὲ τὶς γνώσεις καὶ τὸ ὑψηλό του ἦθος, κυρίως τοὺς νεαροὺς μαθητές. Παράλληλα μὲ πολὺ ὑπομονὴ ἀναζητοῦσε κατάλληλο διδάσκαλο γιὰ τὴν Σχολή. Ὁ Κύριος, «ὁ ἐτάζων καρδίας καὶ νεφρούς», εἶχε ἤδη ἐπιλέξει τὸν Μιχαὴλ ὡς σκεῦος τῆς θείας χάριτος καὶ τὸν εἶχε ἤδη προορίσει γιὰ ὑψηλότερο καὶ ἁγιότερο ἔργο. Θεία λοιπὸν εὐδοκία ὁ νεαρὸς καὶ ἐνάρετος Μιχαὴλ καθίσταται ποιμενάρχης τῆς Κορίνθου κατὰ τρόπο ἐντυπωσιακό.

Ἡ θεία εὐδοκία ἐκδηλώνεται σὲ ὅλο της τὸ μεγαλεῖο. Τὸ ἔτος 1764 κοιμήθηκε ἐν Κυρίῳ ὁ γέροντας Μητροπολίτης Κορινθίας Παρθένιος, ποὺ εἶχε ἀναδεχθεῖ τὸν Μιχαὴλ ἀπὸ τὴν ἱερὰ κολυμβήθρα καὶ ὁ θρόνος χήρευσε. Ἡ θεόσδοτη αὐτὴ εὐκαιρία διάνοιξε γιὰ τὸν ἐνάρετο καὶ εὐσεβὴ διδάσκαλο Μιχαὴλ τὴν εὐλογημένη λεωφόρο γιὰ τὸ εὐρὺ καὶ ἐπίπονο στάδιο τῆς θεαρέστου διαποιμάνσεως ψυχῶν καὶ ποικίλης προσφορᾶς.

Μετὰ τὴν κοίμηση λοιπὸν τοῦ Παρθενίου σύμπας ὁ Χριστεπώνυμος λαὸς τῆς ἐπαρχίας Κορίνθου, κληρικοὶ καὶ λαϊκοί, ἱερεῖς, μοναχοὶ καὶ οἱ λοιποὶ τῆς Κορινθίας Ἐπίσκοποι, μὲ μία φωνὴ καὶ γνώμη, σὰν νὰ κινήθηκαν ἀπὸ θεία προτροπὴ καὶ προσταγὴ θεώρησαν τὸ νεαρὸ Μιχαὴλ Νοταρᾶ κατὰ πάντα ἄξιο νὰ ἐκλεγεῖ Μητροπολίτης τῆς ἐπαρχίας τους καὶ νὰ ἀναλάβει τὴν ποιμαντικὴ εὐθύνη τῶν πιστῶν τῆς περιοχῆς αὐτῆς. Ὁ Πατριάρχης, ἔχοντας ἐνώπιόν του τὸ καθολικὸ αἴτημα κλήρου καὶ λαοῦ τῆς ἐπαρχίας Κορίνθου, ἀποδέχθηκε τὴν πρόταση. Ὁ λαϊκὸς ἀκόμη Μιχαὴλ Νοταρᾶς, ἔλαβε διαδοχικὰ ὅλους τοὺς βαθμοὺς τῆς ἱεροσύνης, ὀνομασθεῖς Μακάριος καὶ τὸν Ἰανουάριο τοῦ ἔτους 1765 χειροτονήθηκε Μητροπολίτης Κορίνθου σὲ ἡλικία τριάντα τεσσάρων ἐτῶν.

Καθημερινὰ ὁ ἁγιότατος πατὴρ βίωνε τὴν παραβολὴ τοῦ Κυρίου περὶ τῶν δεσποτικῶν ταλάντων καὶ μὲ ἀγάπη πολὺ ἐνεργώντας ἤθελε κατὰ τὸν χρόνο τῆς θείας εὐδοκίας νὰ «συναίρῃ λόγον» μὲ τὸ λαό του γιὰ πολλαπλασιασμὸ τῶν καρπῶν καὶ καλλικαρπία τοῦ ἀγῶνος καὶ τῶν ἐναρέτων πράξεων. Ἔθεσε λοιπὸν σὲ πλήρη ἐφαρμογὴ τὸ σχέδιό του πρὸς ἀνακαίνιση καὶ ἀναμόρφωση τῆς Ἐκκλησίας τῆς ἐπαρχίας του, τὴν ὁποία ὅπως λέγει ὁ βιογράφος του, «εἴτε ἐξ ἀμελείας εἴτε ἐξ ἀπαιδευσίας εἴτε καὶ διὰ τὰ δύο ὀνόματα τῶν προκατόχων του ποιμένων ἐξηχρειωμένην ηὗρε τὴν Ἐκκλησίαν ὅλην, τουτέστι τὴν ἐπαρχίαν, καὶ γεμάτη ἀπὸ ἀταξίαν καὶ παρανομίας σπουδὴν μεγάλην καὶ ἐπιμέλειαν ἔβαλε… νὰ τὴν ἀνακαινίσῃ καὶ εἰς τὸ κρεῖττον νὰ τὴν ἀναμορφώσῃ».

Ἐπιδοτήθηκε σὲ ἕναν ἐπίπονο ἀγῶνα διδασκαλίας τοῦ θείου λόγου στὶς ψυχὲς τοῦ λαοῦ τῆς ἐπαρχίας του. Μὲ τὰ συχνὰ κηρύγματά του σὲ ὅλη τὴν ἐπαρχία παρεῖχε τὴν πνευματικὴ αὐτὴ τροφὴ πλούσια, ἀλλὰ καὶ μὲ πολὺ ταπείνωση καὶ ἠθικότητα βίου, γιὰ κάθε ἡλικία καὶ τάξη ἀνθρώπων.

Ἐπιδιώκοντας τὴν ἐπιμόρφωση τῶν ὑπηρετούντων κληρικῶν διένειμε σὲ ὅλους τοῦ ἱερεῖς, Ἱερὲς Κατηχήσεις, γιὰ νὰ ἐνδιατρίψουν βαθύτερα τὰ θέματα τῆς πίστεως καὶ νὰ κατανοήσουν τὸ βάθος τους.

Τέλος, ἐπεδίωκε μὲ πολὺ πόθο τὴν ἵδρυση σχολείων κοινῶν καὶ ἑλληνικῶν μαθημάτων στὴν ἐπαρχία του, γιατί γνώριζε πολὺ καλὰ τὴν σημασία τῶν σχολείων γιὰ τὴν ἐθνικὴ καὶ ἐκκλησιαστικὴ ἀναγέννηση.

Μετὰ τὴν ἀποτυχία τῆς ἐπαναστάσεως στὴν Πελοπόννησο, τὸ ἔτος 1770, ἀποφεύγοντας ὁ Ἅγιος τὴν ὀργὴ καὶ τὴν ἐκδίκηση τῶν Τούρκων καὶ τῶν Ἀλβανῶν, πέρασε μαζὶ μὲ τὴν οἰκογένειά του στὴ Ζάκυνθο.

Ἀπὸ τὴ Ζάκυνθο μετέβη στὰ Ὁμαλὰ τῆς Κεφαλληνίας γιὰ νὰ προσκυνήσει τὸ τίμιο λείψανο τοῦ συγγενοῦς του Ἁγίου Γερασίμου. Ἀπὸ ἐκεῖ δέ, μετὰ παραμονὴ μερικῶν μηνῶν, ἐπέστρεψε στὴ Ζάκυνθο, ὅπου παρέμεινε γιὰ τρία περίπου ἔτη. Στὴν συνέχεια ἐπισκέφθηκε τὴν Ὕδρα, ὅπου ὡς φιλοξενούμενος ἀποσύρθηκε στὴ μονὴ τῆς Θεοτόκου.

Κατὰ τὸν χρόνο τῆς παραμονῆς του στὴν Ὕδρα συναντήθηκε μὲ τὸν Ὅσιο Νικόδημο τὸν Ἁγιορείτη. Πρέπει ἀκόμη νὰ σημειωθεῖ ὅτι κατὰ τὸν Ἀνδρέα Μάμουκα ὁ κλεινὸς Μακάριος χειροτόνησε ἀργότερα ἱερέα τὸν Ἅγιο Ἀθανάσιο τὸν Πάριο.

Ἡ Πύλη, ἐπιθυμώντας τὴν ἀποκατάσταση τῆς τάξεως καὶ τῆς ἠρεμίας, τὴν ἐπανάκαμψη τῶν κατοίκων στὶς ἑστίες τους καὶ τὴν ἐπαναφορὰ τοῦ κανονικοῦ ρυθμοῦ ζωῆς στὴν ἐξεγερθεῖσα περιοχή, διέταξε τὸν Πατριάρχη Θεοδόσιο Β’ (1769 – 1773) νὰ ἐκλέξει νέους Μητροπολῖτες στὶς ἐπαρχίες τῆς Πελοποννήσου.

Ὁ Πατριάρχης προέβη στὴν πλήρωση τῶν κενῶν μητροπολιτικῶν θέσεων τῆς Πελοποννήσου διὰ χειροτονίας κληρικῶν τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας, «ἀπέστειλε δὲ καὶ ἄλλους διὰ βασιλικῶν γραμμάτων συνιστῶν εἰς περιποίησιν τοῦ ὑπολειφθέντος εὐσεβοῦς λαοῦ». Μητροπολίτης Κορίνθου χειροτονήθηκε ὁ Γαβριήλ, μέχρι τότε πρωτοσύγκελος τῆς Μητροπόλεως Νικαίας, τὸν Ἀπρίλιο τοῦ 1771.

Στὴν ἀπαντητικὴ ἐπιστολὴ πρὸς τὸν Πατριάρχη Σωφρόνιο Β’ (1174 – 1780) μὲ ἡμερομηνία 6 Μαΐου 1771, προφανῶς ἀπὸ τὴ Χίο, ὁ Ἅγιος Μακάριος μὲ βαθύτατο σεβασμὸ δηλώνει ὅτι ἀδυνατεῖ νὰ ὑποβάλει τὴν παραίτηση ποὺ τοῦ ζητήθηκε, διότι τὸν ἐμποδίζουν οἱ Ἱεροὶ Κανόνες, ἀφοῦ κατ’ αὐτοὺς θὰ «συναποβάλῃ» καὶ τὴν ἀρχιερωσύνη. Ἀναφέρεται καὶ σὲ ἄλλα συναφὴ ζητήματα καὶ τέλος ζητᾶ ἀπὸ τὴν Μητέρα Ἐκκλησία νὰ τοῦ παράσχει τὴν συγγνώμη της καὶ νὰ τὸν ἀφήσει ἥσυχο. Διαβεβαιώνει ὅτι δὲν πρόκειται ποτὲ νὰ τὴν ἐνοχλήσει ἢ νὰ ζητήσει κάτι ἀπὸ αὐτήν, ἀλλὰ ζητᾶ μόνο τὶς εὐχὲς καὶ τὶς εὐλογίες της.

Μετὰ τὴν ὁριστικὴ ἀπώλεια τῆς Μητροπόλεώς του διανοίγεται γιὰ τὸν πάνσεπτο Ἱεράρχη ἕνα εὐρύτερο στάδιο χριστιανικῆς προσφορᾶς γιὰ τὴν σωτηρία τῶν πιστῶν. Ὡς φλογερὸς ἀπόστολος τοῦ Κυρίου δὲν περιόριζε πλέον τὴ δράση του μέσα στὰ ὅρια μιᾶς ἐπισκοπικῆς ἐπαρχίας ἢ μιᾶς περιοχῆς, ὅπως ἔπραττε ὡς Μητροπολίτης Κορίνθου. Τώρα πλέον ἐπεκτείνει τὴ θεάρεστη ποιμαντική του δραστηριότητα σὲ εὐρύτερους ὁρίζοντες. Ξεχύνεται λοιπὸν στὰ νησιὰ τῶν Κυκλάδων καὶ τοῦ εὐρύτερου Αἰγαίου, σὲ πόλεις τῆς Ἠπειρωτικῆς Ἑλλάδος καὶ στὸ Ἅγιον Ὄρος καὶ μὲ τὸν λόγο καὶ τὸ ἦθος του διαπότιζε τὶς ψυχὲς τῶν πιστῶν κηρύσσοντας τὰ σωτηριώδη διδάγματα τοῦ Εὐαγγελίου.

Ἐπισκέπτεται τὴν Ὕδρα καὶ ἀπὸ ἐκεῖ τὴ Χίο. Ἀπὸ τὴ Χίο ἀναχωρεῖ γιὰ τὸ Ἅγιον Ὄρος, ἐκπληρώνοντας τὴν διακαή του ἐπιθυμία νὰ ἐπισκεφθεῖ τὴν Ἀθωνικὴ πολιτεία καὶ νὰ βιώσει ὅσα καλὰ περὶ αὐτῆς εἶχε ἀκούσει καὶ μελετήσει.

Ὅταν ὁ θεῖος Μακάριος ἔφθασε στὸ Ἅγιον Ὄρος τὸ 1777, ἐγκαταστάθηκε στὸ κελλίο «Ἅγιος Ἀντώνιος» τοῦ συμπατριώτου του Γέροντος Δαβίδ. Ἐκεῖ συναντήθηκε καὶ πάλι μὲ τὸν Ἅγιο Νικόδημο τὸν Ἁγιορείτη. Ἐκεῖνο τὸν καιρὸ ἡ Ἀθωνικὴ πολιτεία σπαρασσόταν ἀπὸ ἔριδες καὶ διαμάχες σχετικὰ μὲ τὰ μνημόσυνα καὶ τὰ κόλλυβα. Αἰτία τῆς ἔριδος ἦταν ἡ ἡμέρα τελέσεως τῶν μνημοσύνων. Οἱ μὲν ἀκολουθώντας τὴν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας ὑποστήριζαν ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται ἡ τέλεση μνημοσύνων κατὰ τὴν Κυριακή, οἱ δὲ δέχονταν τὸ ἀντίθετο. Ἐξ αὐτῆς λοιπὸν τῆς διαφωνίας προέκυψαν σφοδρὲς ἔριδες καὶ ἀντιθέσεις, οἱ ὁποῖες ἐπεκτάθηκαν καὶ σὲ ἄλλα θέματα τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ ἐπικρατοῦσα ἐκεῖ κατάσταση ἀπογοήτευσε τὸ θεῖο Ἱεράρχη.

Λόγω τῶν ταραχῶν καὶ τῶν ἐκτροπῶν ποὺ σημειώθηκαν ἐκεῖ, φοβούμενος γιὰ τὴν ἴδια του τὴ ζωή, ἐπέστρεψε στὴ Χίο. Καὶ μετὰ ἀπὸ σύντομη παραμονὴ ἐκεῖ, ἀναχώρησε γιὰ τὴν Πάτμο. Ὁ Ἅγιος κατὰ τὴν παραμονή του στὴν Πάτμο, ἀποσκοπώντας σὲ μόνιμη διαμονὴ καὶ ἔχοντας δελεασθεῖ προφανῶς ἀπὸ τὸ περιβάλλον, ἵδρυσε τὸ Κάθισμα τῶν Ἁγίων Πάντων.

Μετὰ τὴ διανομὴ τῆς πατρικῆς περιουσίας ὁ εὐκλεὴς Ἱεράρχης ἐπανῆλθε στὴ Χίο καὶ ἀπὸ ἐκεῖ μετέβη στὴ Σμύρνη πρὸς συνάντηση τοῦ Ἰ. Μαυροκορδάτου, ἀφοῦ εἶχε ἤδη ἐφοδιασθεῖ μὲ ἐπιστολὴ ἀπὸ τοὺς Χίους προύχοντες πρὸς αὐτόν. Ἀπὸ τὴ Σμύρνη ὁ ἁγιότατος πατὴρ ἐπέστρεψε στὴ Χίο, ὅπου διῆλθε τὰ τελευταία 10 – 12 ἔτη τῆς ζωῆς του, πιθανῶς ἀπὸ τὸ 1793 – 1805. Ἐπέλεξε ὡς τόπο κατοικίας του τὸ ναΐσκο τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων Πέτρου καὶ Παύλου στὶς βόρειες – βορειοδυτικὲς παρυφὲς τοῦ Βροντάδου, στὶς ὑπώρειες τοῦ Αἴπους. Ἐκεῖ διέμεινε ἐπὶ δώδεκα περίπου ἔτη, μέχρι τὴ θεία κοίμηση, τὸ ἔτος 1805.

Στὸ ἀσκητήριό του καὶ στὸ ναό, μακριὰ ἀπὸ τοὺς θορύβους τῆς πόλεως, ἐπιδόθηκε μὲ ζῆλο στὴν πολύμορφη, πολύαθλη καὶ ἐπίπονη πνευματική του ἄθληση. Κατὰ τὸν ὑποτακτικό του Ἰάκωβο, γράφει ὁ βιογράφος του, συνήθιζε νὰ τελεῖ «τεσσαρακοστὰς μεγάλας τὸν χρόνον, ἤγουν μὲ ὅλα τὰ συνακόλουθα, μὲ ὅλη τὴν ἀκρότατην ἐπίτασιν, μὲ ὅλην τὴν ἀπαιτούμενην ἀκρίβειαν τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς». Φλεγόμενος ἀπὸ θεῖο ἔρωτα μὲ τοὺς ἀτελεύτητους καὶ ἐξαντλητικοὺς ἀγῶνες του ἀνερχόταν συνεχῶς καὶ ὑψηλότερα τὴ θεάρεστη κλίμακα τῶν θεοφιλῶν ἀρετῶν καὶ ἀναδεικνυόταν καθημερινὰ θεοειδής.

Μέσα σὲ αὐτὴ τὴν ἐργώδη προσπάθεια, σὲ περίοδο πλήρους ἐκδαπανήσεώς του χάριν τοῦ Κυρίου καὶ ὑπὲρ τῆς σωτηρίας τῶν πιστῶν, προσβλήθηκε ἀπὸ ἡμιπληγία τῆς δεξιᾶς πλευρᾶς. Ἡ ἡμιπληγία ἀνάγκασε τὸν Ἅγιο Μακάριο νὰ παραμείνει στὸ κρεβάτι ἐπὶ ὀκτὼ μῆνες μέχρι τῆς κοιμήσεώς του. Κατὰ τὸ διάστημα αὐτό, «ὀδυνώμενος καὶ πάσχων καὶ τὸν στέφανον ἑαυτῷ πλέκων τὸν διὰ τῆς ὑπομονῆς καὶ εὐχαριστίας πρὸς τὸν φιλάνθρωπον Δεσπότην καὶ Κύριον», παρακαλοῦσε τὸν Θεὸ νὰ δεχθεῖ τὶς «πηγὲς τῶν δακρύων» του. Συχνὰ ἔλεγε ὅτι ἐξαιτίας τῶν ἁμαρτιῶν του τὸν «παιδεύει» ὁ Θεὸς καὶ ὅτι παρὰ ταῦτα αὐτὸς δὲν μετανοεῖ: «καὶ πολλάκις τοῦτο ἔλεγε μὲ ῥοὰς δακρύων· δὲν μετανοῶ».

Ἡ εἴδηση περὶ τῆς ἀσθένειας τοῦ Ἁγίου ἁπλώθηκε ταχύτατα στὴ Χιακὴ κοινωνία, βαθιὰ δὲ λύπη καὶ ἀγωνία κατακυρίευσε τὶς ψυχὲς τῶν πιστῶν. Ἰδιαίτερα τότε κατὰ τὸ ὀκτάμηνο διάστημα τῆς κλινήρους ζωῆς του οἱ πιστοί, ἄνδρες καὶ γυναῖκες κάθε τάξεως καὶ ἡλικίας, φίλοι καὶ γνωστοὶ τοῦ Ἁγίου, ἀκόμη οἱ λιγότερο συνδεδεμένοι μὲ αὐτὸν ἢ καὶ μέχρι τότε ἀδιάφοροι, ἔσπευδαν στὸ ἀσκητήριό του γιὰ νὰ λάβουν «τὰς ἁγίας του εὐχὰς καὶ εὐλογίας».

Ὁ Ἅγιος ἐξομολογοῦνταν συχνὰ καὶ μεταλάμβανε τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων «πρῶτον ἡμέραν παρ’ ἡμέραν, ὕστερον πρὸς τὸ τέλος καθ’ ἑκάστην».

Ὁ Ἅγιος Μακάριος κοιμήθηκε ὁσίως τὸ ἔτος 1805. Τὸ τίμιο σκήνωμά του ἐνταφιάσθηκε στὸν περίβολο τοῦ ναοῦ τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων Πέτρου καὶ Παύλου στὴ νότια πλευρά του.
Ἡ Ἀνακομιδὴ τῶν ἱερῶν λειψάνων του ἔγινε τὸ ἔτος 1808.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Τὸν Κορίνθου ποιμένα τὸν τῷ ὄντι Μακάριον, τὸν Θεοῦ προνοίᾳ τῆς Χίου, ἀναφανέντα κοσμήτορα, ἐν πράξεσιν ὁμοῦ καὶ διδαχαῖς, τιμῶμέν σε ἐν ὕμνοις καὶ ᾠδαῖς· θεραπεύεις γὰρ νοσοῦντας, καὶ ἀπελαύνεις ἀκάθαρτα πνεύματα. Δόξα τῷ σὲ δοξάσαντι Χριστῷ, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα τῷ τὰ ὀστᾶ σου πηγὴν θαυμάτων ἀναδείξαντι.

 

Κοντάκιον. Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Εὐφημεῖ γεραίρουσα, πόλις ἡ Χίος ἐνθέως, τὸν Κορίνθου πρόεδρον, Μακάριον θείοις ὕμνοις· οὗτος γὰρ, ἐν ὁσιότητι βιοτεύσας, γέγονε, Νεομαρτύρων θεῖοις ἀλείπτης· μεθ’ ὧν πάντοτε πρεσβεύει, ἡμῖν δοθῆναι πταισμάτων ἄφεσιν.

 

Μεγαλυνάριον.
Χαίροις Ἐκκλησίας νέος ἀστήρ, τῆς Ὀρθοδοξίας, τὴν λαμπρότητα βεβειῶν· χαίροις ὁ τῆς Χίου, λαμπτὴρ καὶ ἀντιλήποτωρ, Μακάριε θεόφρον, Κορίνθου πρόεδρε.

Ὁ Ὅσιος Ζωσιμᾶς 

Ὁ Ὅσιος Ζωσιμᾶς, ὁ μεγάλος ἀσκητὴς τοῦ Ρωσικοῦ Βορρᾶ, ὑπῆρξε ἡγούμενος καὶ ἱδρυτὴς τοῦ κοινοβιακοῦ μοναχισμοῦ στὸ νησὶ Σολόφκι. Γεννήθηκε στὴν ἐπαρχία τοῦ Νόβγκοροντ, στὸ χωριὸ Τολβούι κοντὰ στὴ λίμνη Ὀνέγκα. Ἀπὸ τὰ παιδικά του χρόνια μεγάλωσε μὲ εὐσέβεια καὶ μετὰ τὸν θάνατο τῶν γονέων του, Γαβριὴλ καὶ Βαρβάρας, μοίρασε τὴν περιουσία του καὶ ἐκάρη μοναχός.

Ὁ πόθος του νὰ βρεῖ ἕνα ἐρημικὸ μέρος γιὰ νὰ μονάσει, τὸν ὁδήγησε στὶς ἀκτὲς τῆς Λευκῆς Θαλάσσης καὶ στὸ Δέλτα τοῦ ποταμοῦ Σούμ. Ἐκεῖ συνάντησε τὸν Ἅγιο Γερμανὸ ( 30 Ἰουλίου), ὁ ὁποῖος τοῦ εἶπε γιὰ ἕνα ἐρημικὸ νησί, ὅπου εἶχε περάσει ἕξι χρόνια μαζὶ μὲ τὸν Ἅγιο Σαββάτιο ( 27 Σεπτεμβρίου).

Περὶ τὸ ἔτος 1436, οἱ Ὅσιοι Ζωσιμᾶς καὶ Γερμανὸς διέσχισαν τὴ θάλασσα καὶ ἐγκαταστάθηκαν στὰ νησιὰ Σολόφκι. Ἐκεῖ ὁ Ὅσιος Ζωσιμᾶς εἶδε ἕνα ὅραμα: εἶδε μία ὄμορφη ἐκκλησία στὸν οὐρανό. Μὲ τὰ χέρια τους οἱ μοναχοὶ ἔχτισαν κελλιὰ καὶ παράλληλα ἄρχισαν νὰ καλλιεργοῦν καὶ νὰ σπέρνουν τὴ γῆ.

Κάποτε, στὸ τέλος τοῦ φθινοπώρου, ὁ Ἅγιος Γερμανὸς πῆγε στὴ στεριὰ γιὰ προμήθειες. Ἐξαιτίας τοῦ φθινοπωρινοῦ καιροῦ δὲν μποροῦσε νὰ ἐπιστρέψει. Ὁ Ὅσιος Ζωσιμᾶς παρέμεινε μόνος στὸ νησὶ ὅλο τὸν χειμῶνα. Ὑπέφερε πολλοὺς πειρασμοὺς κατὰ τὴν πάλη τοῦ ἀγῶνος ἐναντίων τῶν δαιμόνων. Τὸν ἀπείλησε ἀκόμα καὶ ὁ θάνατος, λόγω τῆς πείνας, ἀλλὰ μὲ θαυματουργικὸ τρόπο ἐμφανίσθηκαν δύο ξένοι καὶ τὸν προμήθευσαν ψωμί, ἀλεύρι καὶ λάδι. Τὴν ἄνοιξη ὁ Ἅγιος Γερμανὸς ἐπέστρεψε στὸ Σολόφκι μαζὶ μὲ τὸν Μᾶρκο τὸν ψαρὰ καὶ ἔφερε προμήθειες φαγητοῦ καὶ ξάρτια γιὰ δίχτυα ψαρέματος.

Ὅταν εἶχαν συγκεντρωθεῖ πολλοὶ ἐρημίτες στὸ νησί, ὁ Ὅσιος Ζωσιμᾶς οἰκοδόμησε μία ξύλινη ἐκκλησία ἀφιερωμένη στὴ Μεταμόρφωση τοῦ Σωτῆρος, καθὼς καὶ μία τράπεζα γιὰ τὶς ὧρες τοῦ κοινοῦ φαγητοῦ. Μὲ ἀπαίτηση τοῦ Ὁσίου Ζωσιμᾶ στάλθηκε ἕνας ἡγούμενος ἀπὸ τὴ μονὴ τοῦ Νόβγκοροντ στὴ νεοϊδρυθεῖσα μονὴ μαζὶ μὲ ἕνα ἀντιμήνσιο γιὰ τὴν ἐκκλησία. Ἔτσι τὸ νέο μοναστήρι τοῦ Σολόφκι εἶχε τὴν ἀρχή του.

Στὶς δύσκολες συνθῆκες τοῦ ἀπομονωμένου νησιοῦ, οἱ μοναχοὶ ἤξεραν πῶς νὰ οἰκονομοῦν τὰ πράγματα. Ἀλλὰ οἱ ἡγούμενοι ποὺ ἀποστέλλονταν ἀπὸ τὸ Νόβγκοροντ στὸ Σολόφκι δὲν μποροῦσαν νὰ ἀντέξουν σὲ τέτοιες δυσάρεστες συνθῆκες καί, ἔτσι, οἱ ἀδελφοὶ τῆς μονῆς διάλεξαν γιὰ ἡγούμενο τὸν Ὅσιο Ζωσιμᾶ.

Ὁ Ὅσιος ἀσχολήθηκε μὲ τὴν ὀργάνωση τῆς ἐσωτερικῆς λειτουργίας τοῦ μοναστηριοῦ καὶ εἰσήγαγε ἕναν αὐστηρὸ κοινοβιακὸ τρόπο ζωῆς. Τὸ ἔτος 1465, μετέφερε τὰ ἱερὰ λείψανα τοῦ Ἁγίου Σαββατίου στὸ Σολόφκι ἀπὸ τὸν ποταμὸ Βίγκ.

Τὸ μοναστήρι ὑπέφερε ἀπὸ τοὺς εὐγενεῖς τοῦ Νόβγκοροντ, οἱ ὁποῖοι δήμευαν τὶς ψαριὲς τῶν μοναχῶν. Ὁ Ὅσιος ἦταν ἀναγκασμένος νὰ πάει στὸ Νόβγκοροντ καὶ νὰ ζητήσει τὴν προστασία τοῦ Ἀρχιεπισκόπου. Μὲ τὴν συμβολὴ τοῦ Ἀρχιεπισκόπου, ἐπισκέφθηκε τὰ σπίτια τῶν εὐγενῶν καὶ τοὺς ζήτησε νὰ μὴν ἐπιτρέψουν τὴν καταστροφὴ τῆς μονῆς. Ἡ Μάρθα Μπορέτσκαγια, ἡ ὁποία ἦταν πλούσια καὶ εἶχε ἐπιρροή, συμπεριφερόμενη μὲ ἀσέβεια ἔδωσε ἐντολὲς νὰ πετάξουν ἔξω τὸν Ὅσιο Ζωσιμᾶ. Μετάνιωσε ὅμως ἀργότερα καὶ τὸν προσκάλεσε σὲ δεῖπνο. Σὲ αὐτὸ τὸ δεῖπνο εἶδε ξαφνικὰ σὲ ὅραμα ὁ Ὅσιος ὅτι ἕξι ἀπὸ τοὺς ἐπιφανεῖς εὐγενεῖς κάθισαν στὸ τραπέζι χωρὶς τὰ κεφάλια τους. Ὁ Ὅσιος Ζωσιμᾶς εἶπε γιὰ τὸ ὅραμά του στὸν ὑποτακτικό του, τὸν Δανιήλ, καὶ προέβλεψε ἕνα τρομερὸ θάνατο γιὰ τοὺς εὐγενεῖς. Ἡ πρόβλεψη ἐκπληρώθηκε τὸ ἔτος 1478, ὅταν οἱ Βογιάροι ἐκτελέσθηκαν κατὰ τὴν αἰχμαλωσία τοῦ Νόβγκοροντ ἀπὸ τὸν Ἰβὰν τὸν Γ’ (1462 – 1505).

Λίγο πρὶν τὴν κοίμησή του ὁ Ὅσιος Ζωσιμᾶς προετοίμασε τὸν τάφο του κάτω ἀπὸ τὸ ἱερὸ τοῦ ναοῦ τῆς Μεταμορφώσεως καὶ κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 1478.
Τὰ ἱερὰ λείψανά του καὶ τὰ λείψανα τοῦ Ἁγίου Σαββατίου μεταφέρθηκαν στὸ παρεκκλήσι ποὺ ἀφιερώθηκε σὲ αὐτούς, στὸ καθεδρικὸ ναὸ τῆς Μεταμορφώσεως, στὶς 8 Αὐγούστου τοῦ ἔτους 1566.
Ὁ Ὅσιος Ζωσιμᾶς θεωρεῖται προστάτης τῶν κυψελῶν καὶ φύλακας τῶν μελισσῶν. Ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι εἶναι ἀσθενεῖς ἐπικαλοῦνται τὴ χάρη τοῦ Ὁσίου γιὰ νὰ θεραπευθοῦν. Οἱ πολλοὶ νοσοκομειακοὶ ναοί, ποὺ εἶναι ἀφιερωμένοι σὲ αὐτόν, ἐπιβεβαιώνουν τὴ θεραπευτικὴ δύναμη τῆς προσευχῆς του ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

 

Μετακομιδὴ Τιμίων Λειψάνων Ὁσίου Ἀλεξάνδρου τοῦ ἐκ Ρωσίας 

Τὰ ἱερὰ λείψανα τοῦ Ὁσίου Ἀλεξάνδρου τοῦ Σβίρσκιυ ( 30 Αὐγούστου) βρέθηκαν καὶ μετακομίσθηκαν τὸ ἔτος 1641.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ὅσιος Παΐσιος ὁ διὰ Χριστὸν Σαλός 

Ὁ Ὅσιος Παΐσιος, κατὰ κόσμον Προκόπιος Γκρηγκόρεβιτς – Ζαρόσκϊυ, γεννήθηκε στὶς 8 Ἰουλίου 1821 στὴν πόλη Λούμπνα τῆς ἐπαρχίας Πολτάβα. Σπούδασε στὸ ἐκκλησιαστικὸ σχολεῖο τοῦ Κίεβο – Ποντόλσκϊυ καὶ ἀσχολήθηκε ἰδιαίτερα μὲ τὴ μελέτη τῆς Ἁγίας Γραφῆς καὶ τῶν Βίων τῶν Ἁγίων. Ἀπὸ νωρὶς στὴν καρδιά του καλλιεργήθηκε ὁ πόθος γιὰ τὴ  μοναχικὴ πολιτεία. Ἔτσι εἰσῆλθε στὴ μονὴ τῆς Λαύρας τοῦ Κιέβου καὶ ἐκάρη μοναχός, παίρνοντας τὸ ὄνομα Παΐσιος. Ἀγωνίσθηκε τὸν καλὸ ἀγῶνα ἀκολουθώντας τὴν ὁδὸ τῆς σαλότητος καὶ φθάνοντας τὰ ὑψηλὰ ἀσκητικὰ κατορθώματα.
Ὁ Ὅσιος Παΐσιος κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 1893.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

 

Ὁ Ἅγιος Ἐφραὶμ ὁ Μεγάλος 

Ὁ Ἅγιος Ἐφραὶμ ἦταν υἱὸς τοῦ πρίγκιπα τῆς πόλεως Κάρτλη καὶ μαθητὴς τοῦ Ὁσίου Γρηγορίου τοῦ Χαντζτέλι ( 6 Ὀκτωβρίου). Διετέλεσε Ἀρχιεπίσκοπος Ἀζκουρίας (τῆς ἀνατολικῆς Γεωργίας) κατὰ τὰ ἔτη 845 – 885 μ.Χ. καὶ κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Οι γυναίκες οι οποίες παραβρέθηκαν κατά την εσπέρα της Παρασκευής, στον ενταφιασμό του Σωτήρα, δηλαδή η Μαρία η Μαγδαληνή και οι υπόλοιπες, όταν επέστρεψαν από το Γολγοθά στην πόλη, ετοίμασαν αρώματα και μύρα για να αλείψουν το σώμα του Ιησού, και την επομένη μέρα απείχαν από κάθε δραστηριότητα λόγω της αργίας του Σαββάτου. Κατά το βαθύ όρθρο, όμως, της Κυριακής, η οποία ονομάζεται από τους Ευαγγελιστές «πρώτη Σαββάτου» και «μία Σαββάτων», δηλαδή πρώτη μέρα της εβδομάδος, μετά από τριάντα έξι σχεδόν ώρες από τη νέκρωση του ζωοδότη Λυτρωτή, έρχονται με νεκρώσιμα αρώματα στον τάφο. Και ενώ σκέπτονταν τη δυσκολία της αποκυλίσεως του λίθου από την είσοδο του τάφου γίνεται σεισμός φοβερός, και Άγγελος με αστραπηφόρα όψη και χιονόφωτη στολή, αφού αποκύλισε το λίθο και κάθισε πάνω σε αυτόν, έκανε τους φύλακες να τρομάξουν και τους έτρεψε σε φυγή. Οι γυναίκες, στο μεταξύ, αφού μπήκαν στον τάφο και δε βρήκαν το σώμα του Ιησού, βλέπουν δύο Αγγέλους λευκοφορεμένους, με αντρική μορφή, οι οποίοι αφού τους φανέρωσαν την ανάσταση του Σωτήρα, στέλνουν για να απαγγείλουν τρέχοντας γρήγορα, στους μαθητές τις χαρούμενες ειδήσεις. Σε μικρό χρονικό διάστημα φθάνουν και ο Πέτρος με τον Ιωάννη, αφού έμαθαν τι έγινε από τη Μαρία τη Μαγδαληνή, όπως ήδη ειπώθηκε, και μπαίνουν στον τάφο, βρίσκουν μόνο τα σάβανα. Γι’ αυτό ανέρχονται όλοι στην πόλη με χαρά, κήρυκες της ανήκουστης αναστάσεως του Χριστού, το οποίον και είδαν πραγματικά ζωντανό πέντε φορές κατά την σημερινή εορτή.
Αυτήν τη χαρμόσυνο Ανάσταση γιορτάζοντας σήμερα ασπαζόμαστε μεταξύ μας τον εν Χριστώ ασπασμό, δείχνοντας με τον τρόπο αυτό τη διακοπή της πρώτης έχθρας ανάμεσα σε εμάς και το Θεό και τη διαλλαγή του Θεού προς εμάς για άλλη μια φορά, διαλλαγή που έγινε φανερή με το πάθος του Σωτήρα. Και η εορτή ονομάζεται Πάσχα, έχοντας έτσι ίδιο όνομα με το Πάσχα των Εβραίων, το οποίο, στη γλώσσα τους σημαίνει «διάβαση», διότι ο παθών και αναστάς Ιησούς μας διαβίβασε από την κατάρα του Αδάμ και δουλεία του διαβόλου στην αρχαία ελευθερία και μακαριότητα. Και αυτή η μέρα της εβδομάδος, κατά την οποία έγινε η Ανάσταση του Χριστού, η οποία είναι η πρώτη από τις υπόλοιπες ημέρες, επειδή αφιερώθηκε στην τιμή του Κυρίου ονομάστηκε από το όνομά Του Κυριακή, και σ’ αυτή μετατέθηκε από τους Αποστόλους η αργία και η ανάπαυση της εορτής του Σαββάτου του παλαιού νόμου.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Τροπάριον. Ἦχος πλ. α’.

Χριστὸς ἀνέστη ἐκ νεκρῶν, θανάτῳ θάνατον πατήσας, καὶ τοῖς ἐν τοῖς μνήμασι ζωὴν χαρισάμενος.

 

Ὑπακοή. Ἦχος δ’.
Προλαβοῦσαι τὸν ὄρθρον αἱ περὶ Μαριάμ, καὶ εὑροῦσα τὸν λίθον ἀποκυλισθέντα τοῦ μνήματος, ἤκουον ἐκ τοῦ Ἀγγέλου· Τὸν ἐν φωτὶ ἀϊδίῳ ὑπάρχοντα, μετὰ νεκρῶν τὶ ζητεῖτε ὡς ἄνθρωπον; βλέπετε τὰ ἐντάφια σπάργανα· δράμετε καὶ τῷ κόσμῳ κηρύξατε, ὡς ἠγέρθη ὁ Κύριος, θανατώσας τὸν θάνατον· ὅτι ὑπάρχει Θεοῦ Υἱός, τοῦ σώζοντος τὸ γένος τῶν ἀνθρώπων.

 

Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ’. Αὐτόμελον.
Εἰ καὶ ἐν τάφῳ κατῆλθες ἀθάνατε, ἀλλὰ τοῦ δου καθεῖλες τὴν δύναμιν· καὶ ἀνέστης ὡς νικητής, Χριστὲ ὁ Θεός, Γυναιξὶ Μυροφόροις φθεγξάμενος· Χαίρετε, καὶ τοῖς σοῖς Ἀποστόλοις εἰρήνην δωρούμενος, ὁ τοῖς πεσοῦσι παρέχων ἀνάστασιν.

Οἱ Ἁγίες Ἀγάπη, Εἰρήνη καὶ Χιονὶα οἱ Μάρτυρες

Οἱ Ἁγίες Ἀγάπη, Εἰρήνη καὶ Χιονὶα μαρτύρησαν ἐπὶ αὐτοκράτορος Διοκλητιανοῦ (284 – 305 μ.Χ.) στὴ Θεσσαλονίκη, τὸ ἔτος 304 μ.Χ. Στὸ Συναξάρι μαρτυρεῖται ὅτι οἱ τρεῖς ἀδελφές, πιθανῶς ἐνεργὰ μέλη μιᾶς ἀδελφότητας νέων Χριστιανῶν μὲ πλούσια βιβλιοθήκη, κατέφυγαν ἀμέσως μετὰ τὴν ἔναρξη τοῦ διωγμοῦ σὲ ὑψηλὸ ὄρος πλησίον τῆς Θεσσαλονίκης, πιθανῶς τὸ Χορτιάτη, ἀφοῦ ἔκρυψαν στὸ σπίτι τους τὰ βιβλία. Ἡ Ἀγάπη καὶ ἡ Χιονία, μετὰ ἀπὸ ἐντολὴ τοῦ διοικητοῦ Δουλκιτίου, ρίχθηκαν στὴν πυρά. Ἡ Ἁγία Εἰρήνη κλείσθηκε σὲ πορνεῖο, ἀλλὰ κανένας δὲν τόλμησε νὰ τὴν ἐνοχλήσει. Ὁδηγήθηκε καὶ αὐτὴ στὸν διὰ πυρᾶς θάνατο.
Τὰ ἱερὰ λείψανα ποὺ ἀπέμειναν ἀπὸ τὴν πυρὰ συνελέγησαν ἀπὸ εὐλαβεῖς Χριστιανοὺς καὶ ἐνταφιάσθηκαν δυτικὰ τῆς πόλεως, σὲ μικρὴ ἀπόσταση ἀπὸ τὰ τείχη. Ἐκεῖ ἀνεγέρθηκε ἕνας ναΐσκος στὴν ἀρχή, ποὺ ἀργότερα ἔγινε μεγαλύτερος. Στὶς Διηγήσεις τῶν Θαυμάτων τοῦ Ἁγίου Δημητρίου ἀναφέρεται ὡς τὸ «σεβάσμιον τέμενος» τῶν τριῶν Ἁγίων Μαρτύρων Χιονίας, Εἰρήνης καὶ Ἀγάπης.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Ὡς αὐτάδελφοι Κόραι καὶ οὐρανόφρονες, πρὸς εὐσεβείας ἀγῶνας ὁμονοοῦσαι καλῶς, τὸν ἀρχέκακον ἐχθρὸν κατεπαλαίσατε, Χιονὶα ἡ σεμνή, σὺν Ἀγάπῃ τῇ κλυτῇ, Εἰρήνη ἡ πανολβία. Καὶ νῦν Χριστὸν δυσωπεῖτε, ἐλεηθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

 

Κοντάκιον. Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Παρθενίας ἔσοπτρα, φωτοειδῆ πεφυκυῖται, νοερῶς ἠστράψατε, ἀθλητικὰς λαμπηδόνας, πᾶσαν μὲν, τὴν Ἐκκλησίαν ἀγλαϊζούσας, νύκτα δέ, τῶν νοσημάτων ἀπελαυνούσας, Χιονία καὶ Ἀγάπη, σὺν τῇ Εἰρήνῃ, Χριστοῦ κειμήλια.

 

Μεγαλυνάριον.
Μύρῳ αἱ νεάνιδες αἱ σεμναί, Ἀγάπη Εἰρήνη, Χιονία τοῦ Ἰησοῦ, κατακολουθοῦσαι, τὰ αἵματα ὡς μύρα, προσέφερον Κυρίῳ, ὡς καλλιπάρθενοι.

Οἱ Ἅγιοι Φήλικας, Ἰανουάριος, Σεπτεμίνος καὶ Φουρτουνάτος οἱ Μάρτυρες

Οἱ Ἅγιοι Ἱερομάρτυρες Φήλικας, Ἐπίσκοπος τῆς πόλεως Σπολέτο τῆς Ἰταλίας, Ἰανουάριος ὁ πρεσβύτερος καὶ οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες Σεπτεμίνος καὶ Φουρτουνάτος ἄθλησαν κατὰ τοὺς χρόνους τῶν αὐτοκρατόρων Διοκλητιανοῦ (284 – 305 μ.Χ.) καὶ Μαξιμιανοῦ (285 – 305 μ.Χ.).

Κατὰ τὸ ὄγδοο ἔτος τῆς βασιλείας αὐτῶν, τὸ ἔτος 294 μ.Χ., ἐκδόθηκε διάταγμα νὰ καοῦν ὅλα τὰ βιβλία τῶν Χριστιανῶν σὲ ὅλη τὴν ἐπικράτεια τῆς Ρωμαϊκῆς αὐτοκρατορίας.

Τότε λοιπὸν ἀπεστάλη στὴν πόλη τοῦ Τουβουκιᾶν τῆς Λυκαονίας τῆς Μικρᾶς Ἀσίας ὁ ἡγεμόνας Μαριανὸς ἢ Μαγνιανός, γιὰ νὰ καταστήσει γνωστὴ τὴν ἀπόφαση καὶ διαταγὴ τῶν βασιλέων. Ὁ εἰδωλολάτρης ἡγεμόνας ζήτησε ἀπὸ τὸν Ἐπίσκοπο Φήλικα καὶ τὸν πρεσβύτερο Ἰανουάριο νὰ τοῦ παραδώσουν τὰ ἱερὰ βιβλία τῶν Χριστιανῶν καὶ ἀνέγνωσε σὲ αὐτοὺς τὸ διάταγμα. Ὅμως ὁ Ἐπίσκοπος Φήλικας ἀποκρίθηκε σὲ αὐτήν: «Εἶναι γραμμένο, ἄρχοντα, στὴν Ἁγία Γραφή. Μὴ δίνεται τὰ ἅγια στὰ σκυλιά, οὔτε νὰ ρίχνεται μπροστὰ στοὺς χοίρους τὰ μαργαριτάρια». Καὶ ἀρνήθηκε νὰ παραδώσει τὰ ἱερὰ βιβλία.
Μετὰ τὴν ἀπάντηση αὐτὴ ὁ ἄρχοντας ἔκλεισε στὴ φυλακὴ τὸν Ἅγιο Φήλικα καὶ τὸν ἄφησε χωρὶς τροφὴ καὶ νερὸ ἐπὶ τρεῖς ἡμέρες. Ἔπειτα τὸν ἔβγαλε ἀπὸ τὴν φυλακὴ καὶ προσπάθησε νὰ τὸν πείσει νὰ ὑπακούσει στὸ βασιλικὸ πρόσταγμα. Ὁ Ἅγιος ὅμως δὲν πείσθηκε. Τότε ὁ ἄρχοντας ἀφοῦ ἔδεσε καὶ αὐτὸν καὶ ἄλλους τρεῖς Ἁγίους, δηλαδὴ τὸν πρεσβύτερο Ἰανουάριο, τὸν Φουρτουνάτο καὶ τὸν Σεπτεμίνο, τοὺς ἔστειλε στὸν ἀνθύπατο, ὁ ὁποῖος τοὺς φυλάκισε καὶ μετὰ ἀπὸ ἕνδεκα ἡμέρες τοὺς ἔστειλε στὸν ἔπαρχο τοῦ πραιτωρίου. Ἐκεῖνος τοὺς ἔριξε σὲ μία ζοφερὴ φυλακὴ καὶ στὴν συνέχεια ἁλυσοδεμένους τοὺς ἔβαλε σὲ πλοῖο μὲ προορισμὸ τὴν πόλη Ταυρομένιον. Μετὰ ἀπὸ περιπετειῶδες καὶ βασανιστικὸ ταξίδι ἔφθασαν στὴν πόλη τῶν Αἰλούρων. Ὁ ἔπαρχος τοὺς ἔλυσε ἀπὸ τὰ δεσμὰ καὶ τοὺς προέτρεψε νὰ παραδώσουν τὰ βιβλία τους καὶ νὰ θυσιάσουν στὰ εἴδωλα. Οἱ Ἅγιοι μὲ πνευματικὴ ἀνδρεία παρέμειναν ἀκλόνητοι στὴν πίστη τους. Γιὰ τὴν ἄρνησή τους αὐτὴ καταδικάσθηκαν στὸν διὰ ἀποκεφαλισμοῦ θάνατο καὶ ἔλαβαν τὸν ἀμαράντινο στέφανο τῆς δόξας.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Οἱ Ἅγιοι Λεωνίδης, Βασίλισσα, Γαλήνη ἢ Γαληνή, Θεοδώρα, Καλλίδα, Νίκη, Νουνεχία καὶ Χάρισσα οἱ Μάρτυρες

Οἱ Ἅγιοι αὐτοὶ Μάρτυρες ἄθλησαν στὴν Κόρινθο κατὰ τὶς ἡμέρες τοῦ Πάσχα ἐπὶ αὐτοκράτορος Δεκίου (249 – 251 μ.Χ.).

Ὁ Ἅγιος Λεωνίδης ἦταν «ἔξαρχος» πνευματικοῦ χοροῦ, δηλαδὴ ἡγούμενος κύκλου μαθητῶν τοῦ Κυρίου. Συνελήφθη στὴν Τροιζηνία τῆς Πελοποννήσου κατὰ τὶς ἡμέρες τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδος καὶ ὁδηγήθηκε στὴν Κόρινθο. Ἡ Νουνεχία καὶ ἡ Βασίλισσα, ἡ μητέρα τῆς Νουνεχίας, ἡ Γαληνή, ἡ Θεοδώρα, ἡ Καλλίδα, ἡ Νίκη καὶ ἡ Χάρισσα ὁδηγήθηκαν καὶ αὐτὲς στὴν Κόρινθο, στὸν ἡγεμόνα Βενοῦστο.

Ἐκεῖ ὁ ἡγεμόνας ἐπιχείρησε μὲ δελεάσματα στὴν ἀρχή, ἀλλὰ καὶ μὲ ἀπειλὲς στὴν συνέχεια, νὰ πείσει τὸν Ἅγιο Λεωνίδη καὶ τὶς ἑπτὰ γυναῖκες νὰ ἀρνηθοῦν τὴν πίστη τους στὸν Χριστό. Οἱ Μάρτυρες ὅμως ἔμειναν ἀκλόνητοι. Ὁ Βενοῦστος, διαπιστώνοντας ὅτι ὁ Ἅγιος Λεωνίδης ἔμενε σταθερὸς στὴν πίστη του στὸν Χριστό, διέταξε νὰ τὸν κρεμάσουν ψηλὰ καὶ νὰ τοῦ καταξεσκίσουν τὸ σῶμα μὲ αἰχμηρὰ ὄργανα. Στὴ συνέχεια ἔδωσε ἐντολὴ νὰ βυθίσουν τὸ νεκρὸ σῶμα τοῦ Μάρτυρος στὴν παραλία τοῦ Κορινθιακοῦ μαζὶ μὲ τὶς Ἁγίες. Καὶ ἐνῷ οἱ Ἁγίες Μάρτυρες ὁδηγοῦνταν ἀπὸ τοὺς δημίους γιὰ νὰ ριχθοῦν στὸ βυθὸ τῆς θάλασσας, λέγεται ὅτι ἡ Ἁγία Χάρισσα ἔψαλλε, ὅπως ἄλλοτε ἡ Προφήτιδα Μαριὰμ μὲ ἀφορμὴ τὸν καταποντισμὸ τῶν Αἰγυπτίων, λέγοντας: «Ἕνα μίλι ἔτρεξα, Κύριε, καὶ στράτευμα μὲ καταδίωξε, καὶ δὲν Σὲ ἀρνήθηκα, Κύριε, σῶσε μου τὸ πνεῦμα». Ἀλλὰ καὶ ὅταν τὶς ἐπιβίβασαν στὸ πλοῖο, συνέχισαν νὰ ψάλλουν τὴν ὠδή, μέχρι ποὺ ἀνοίχθηκαν μέσα στὴ θάλασσα. Ἐκεῖ τοὺς ἔδεσαν ὅλους μὲ πέτρες καὶ τοὺς ἔριξαν στὸ βυθὸ τῆς θάλασσας. Οἱ Ἅγιοι εἰσῆλθαν στὴ ζωὴ τοῦ Παραδείσου τὴν ἡμέρα τοῦ Μεγάλου Σαββάτου.
Τὰ ἱερὰ λείψανα αὐτῶν ἀνευρέθηκαν τὸ ἔτος 1917, ὅταν σὲ εὐσεβεῖς Ἐπιδαύριους ὑποδείχθηκε σὲ ὅραμα ποὺ νὰ σκάψουν, γιὰ νὰ βροῦν τὸν ἱερὸ θησαυρό. Στὸ σημεῖο ἐκεῖνο ἀνευρέθηκε σαρκοφάγος, ἐντὸς τῆς ὁποίας βρισκόταν τὰ ἑπτὰ ἱερὰ λείψανα τῶν Ἁγίων γυναικῶν καὶ ἄλλη σαρκοφάγος ἐντὸς τῆς ὁποίας ὑπῆρχε τὸ ἱερὸ λείψανο τοῦ Ἁγίου Μάρτυρος Λεωνίδου. Ἀμέσως οἱ εὐσεβεῖς κάτοικοι ἀνήγειραν ἐπὶ τόπου ναὸ ἀφιερωμένο στὸν Ἅγιο, ἐντὸς τοῦ ὁποίου ἔθεσαν τὴ σαρκοφάγο μὲ τὰ ἱερὰ λείψανα.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ἡ Ἁγία Εἰρήνη ἡ Παρθενομάρτυς 

Ἡ Ἁγία Μάρτυς Εἰρήνη, μαρτύρησε στὴν Κόρινθο ἐπὶ αὐτοκράτορος Δεκίου (249 – 251 μ.Χ.) κατὰ τὶς ἡμέρες τοῦ Πάσχα. Βρισκόταν στὴν Ἑλλάδα κατὰ τὸν καιρὸ τοῦ Πάσχα, ὅταν μαρτύρησε ὁ Ἅγιος Λεωνίδης μαζὶ μὲ τὶς Ἁγίες ἑπτὰ γυναῖκες, καὶ δοξολογοῦσε τὸν Θεὸ μαζὶ μὲ ἄλλους Χριστιανοὺς σὲ κάποιο εὐκτήριο οἶκο. Τὴν συνέλαβαν, τὴν φυλάκισαν καὶ στὴν συνέχεια τὴν ὑπέβαλαν σὲ βασανιστήρια. Πρῶτα τῆς ἔκοψαν τὴ γλῶσσα, ἔπειτα τῆς ἔβγαλαν τὰ δόντια καί, τελικά, τὴν ἀποκεφάλισαν. Ἔτσι ἡ Ἁγία Εἰρήνη ἔλαβε ἀπὸ τὸν μισθαποδότη Κύριο τὸ στέφανο τοῦ μαρτυρίου.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Οἱ Ἅγιοι Ἀγάθων, Εὐτυχία, Κασία καὶ Φιλίππα οἱ Ὁμολογητές

Οἱ Ἅγιοι Ὁμολογητὲς Ἀγάθων, Εὐτυχία, Κασία καὶ Φιλίππα ἔζησαν ἐπὶ αὐτοκράτορα Διοκλητιανοῦ (284 – 305 μ.Χ.). Συνελήφθησαν, τὸ 304 μ.Χ., στὴ Θεσσαλονίκη καὶ ὁμολόγησαν τὸν Χριστὸ ἐνώπιον τοῦ διοικητοῦ Δουλκιτίου καὶ τοῦ ἐπάρχου Κασσάνδρου. Οἱ Ἅγιοι λόγω τοῦ νεαροῦ τῆς ἡλικίας τους δὲν καταδικάσθηκαν σὲ θάνατο ἀλλὰ σὲ ἐγκλεισμὸ στὸ δεσμωτήριο.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ διὰ Χριστὸν Σαλός 

Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης τοῦ Βερχοτούρε ἔζησε στὴ Ρωσία μεταξὺ τοῦ 17ου καὶ 18ου αἰῶνος μ.Χ. Ἀσκήτεψε θεοφιλῶς στὴ μονὴ τοῦ Ἁγίου Νικολάου στὴν περιοχὴ τοῦ Βερχοτούρε καὶ κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ἅγιος Μιχαὴλ ὁ Νεομάρτυρας ὁ Βουρλιώτης

Ὁ Ἅγιος Νεομάρτυς Μιχαὴλ γεννήθηκε στὴν κωμόπολη Βουρλᾶ τῆς Μικρᾶς Ἀσίας καὶ ἐργαζόταν στὴ Σμύρνη ὡς χαλκουργός. Σὲ ἡλικία δέκα ὀκτὼ ἐτῶν ἀπατήθηκε ἀπὸ κάποιον Τοῦρκο καφεπώλη καὶ ἐξισλαμίσθηκε. Ἦταν τὸ Α’ Σάββατο τῶν νηστειῶν, κατὰ τὴν διάρκεια τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς. Κατὰ τὴ λαμπροφόρο ἡμέρα τῆς Ἀναστάσεως, ὅταν ἄκουσε τοὺς Χριστιανοὺς νὰ ψάλλουν τὸ «Χριστὸς Ἀνέστη» μὲ χαρὰ καὶ ἀγαλλίαση, ἦλθε στὸν ἑαυτό του καὶ συναισθάνθηκε τὸ ἁμάρτημά του. Ἔτσι ἐγκατέλειψε τὸ καφενεῖο, ὅπου ἐργαζόταν καὶ ἀκολούθησε τοὺς πιστοὺς συμψάλλοντας μαζί τους, τοὺς ὕμνους τῆς Ἀναστάσεως.

Τὴν ἑπόμενη ἡμέρα ἦλθε ἐνώπιον τοῦ κριτοῦ καὶ εἶπε πρὸς αὐτόν: «Ἐὰν κάποιος γελασθεῖ καὶ δώσει χρυσάφι καὶ πάρει μολύβι, δὲν εἶναι νόμιμο νὰ δώσει πίσω τὸ μολύβι καὶ νὰ πάρει τὸ χρυσάφι ποὺ ἔδωσε, ἀφοῦ ἡ ἀλλαγὴ δὲν ἦταν δίκαιη καὶ δὲν ἔγινε μὲ γνώση, ἀλλὰ μὲ ἀπάτη καὶ ἀγνωσία;». Ὁ κριτὴς ἀπάντησε καταφατικά. Τότε ὁ Ἅγιος συνέχισε λέγοντας: «Τότε, λοιπόν, πᾶρε ἐσὺ πίσω τὸ μολύβι ποὺ μοῦ ἔδωσες, ἀντὶ χρυσάφι, δηλαδὴ τὴν δική σου θρησκεία καὶ ἐγὼ παίρνω πίσω τὸ χρυσάφι ποὺ σοῦ ἔδωσα, δηλαδὴ τὴν πίστη τῶν πατέρων μου».

Οἱ Τοῦρκοι θαύμασαν τὴν παρρησία τοῦ Μάρτυρα καὶ προσπάθησαν μὲ κολακεῖες καὶ μεγάλες ὑποσχέσεις νὰ μεταστρέψουν τὴν πίστη του. Προσέκρουσαν ὅμως στὴν πνευματικὴ ἀνδρεία καὶ εὐσέβεια τοῦ Μάρτυρος. Γι’ αὐτὸ τὸν ἔκλεισαν στὴ φυλακή. Ἀργότερα τὸν ὁδήγησαν καὶ πάλι ἐνώπιον τοῦ κριτοῦ γιὰ δεύτερη ἀνάκριση. Ὁ Ἅγιος ὅμως καὶ αὐτὴ τὴ φορὰ ὁμολόγησε μὲ θάρρος τὸ Ὄνομα τοῦ Κυρίου. Ἔτσι καταδικάσθηκε, τὸ ἔτος 1772, στὸν διὰ ἀποκεφαλισμοῦ θάνατο καὶ δέχθηκε μὲ χαρὰ τὸ στέφανο τοῦ μαρτυρίου.
Τὸ ἱερὸ λείψανο τοῦ Ἁγίου Νεομάρτυρα Μιχαὴλ ρίχθηκε στὴ θάλασσα, ἀλλὰ κάποιοι Χριστιανοὶ βαφεῖς τὸ περισυνέλεξαν καὶ τὸ ἐνταφίασαν μὲ τιμὲς στὸ ναὸ τῆς Ἁγίας Φωτεινῆς.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

 

Ὁ Ἅγιος Χριστόφορος ὁ Ὁσιομάρτυρας 

Ὁ Ἅγιος Ὁσιομάρτυρας Χριστόφορος, κατὰ κόσμον Χριστόδουλος, καταγόταν ἀπὸ τὴν Ἀδριανούπολη. Σὲ νεαρὴ ἡλικία παρασύρθηκε ἀπὸ κάποιον ἐξωμότη Ἀρμένιο καὶ ἀφοῦ δελεάστηκε ἀπὸ τὰ χρήματα, ἀσπάσθηκε τὸν Ἰσλαμισμό. Ἦλθε ὅμως σὲ μετάνοια καὶ προσέτρεξε σὲ κάποιο πνευματικό. Ἐξομολογήθηκε καὶ στὴ συνέχεια ἀναχώρησε γιὰ τὸ Ἅγιον Ὄρος, ἀφοῦ ἀφίχθηκε σὲ ἡλικία δέκα ἐννέα ἐτῶν στὴ μονὴ τοῦ Ἁγίου Διονυσίου. Ἐκεῖ ἐκάρη μοναχὸς καὶ ἔζησε γιὰ τέσσερα χρόνια μὲ ὑπακοή, μετάνοια, ἄσκηση καὶ προσευχή. Μὲ τὴν εὐχὴ τοῦ ἡγουμένου Στεφάνου τῆς μονῆς, ἀναχώρησε καὶ ἐπέστρεψε στὴν Ἀδριανούπολη, γιὰ νὰ μαρτυρήσει στὸν τόπο ποὺ ἀλλαξοπίστησε. Παρουσιάσθηκε στὸν κριτὴ καί, ἀφοῦ ὁμολόγησε μὲ πίστη καὶ παρρησία τὸν Χριστό, ἀποκήρυξε τὸ Μωαμεθανισμό. Καταδικάσθηκε ἀπὸ τοὺς Τούρκους στὸν διὰ ξίφους θάνατο καὶ στὴν πορεία του πρὸς τὸ μαρτύριο ἔψαλλε μὲ πνευματικὴ χαρὰ τὸ «Χριστὸς Ἀνέστη». Ἦταν ἡμέρα Τρίτη τῆς Διακαινησίμου τοῦ ἔτους 1818. Ἔτσι ὁ Ἅγιος Νεομάρτυς Χριστόφορος ἄθλησε καὶ ἔλαβε ἀπὸ τὸν Κύριο τὸν ἀμαράντινο στέφανο τῆς δόξας.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Οἱ Ἅγιοι Χριστόδουλος καὶ Ἀναστασία οἱ Νεομάρτυρες

Οἱ Ἅγιοι Νεομάρτυρες Χριστόδουλος καὶ Ἀναστασία ἄθλησαν στὴν Ἀχαΐα τὸ ἔτος 1821.
Δὲν ἔχουμε περισσότερες λεπτομέρειες γιὰ τὸν βίο τῶν Ἁγίων Μαρτύρων.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ἡ Ὁσία Θεοδώρα – Βάσσα ἡ πριγκίπισσα 

Ἡ Ὁσία Θεοδώρα, κατὰ κόσμο Βάσσα ἢ Βασίλισσα, ἦταν πριγκίπισσα τοῦ Νίζνϊυ – Νόβγκοροντ, ποὺ ἀνῆκε στὴν περιοχὴ τοῦ πριγκιπάτου τῆς Σουζδαλίας. Ἀπὸ ἀγάπη πρὸς τὸν Θεὸ ἔγινε μοναχὴ καὶ κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 1347.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

 

Σύναξις Ὑπεραγίας Θεοτόκου τοῦ Ταμπὼφ ἐν Ρωσίᾳ 

Ἡ θαυματουργὴ εἰκόνα τῆς Θεοτόκου φυλάσσεται στὸν κοιμητηριακὸ ναὸ τοῦ Ἁγίου Πρωτομάρτυρα Στεφάνου τοῦ Ταμπώφ. Ἡ Παναγία ἐμφανίσθηκε τὸ ἔτος 1692 καὶ θεράπευσε ἕναν ἀσθενὴ ποὺ ἐπικαλέσθηκε τὴν χάρη της.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ἅγιος Ἀμβρόσιος ὁ Ὁμολογητής Πατριάρχης Γεωργίας 

Ὁ Ἅγιος Ἀμβρόσιος γεννήθηκε στὴ Γεωργία καὶ ἀγωνίσθηκε, ὡς Καθολικὸς Πατριάρχης τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἰβηρίας, γιὰ τὴν Ὀρθόδοξη πίστη. Γι’ αὐτὸ καὶ δικαίως ὀνομάσθηκε Ὁμολογητής.
Κοιμήθηκε τὸ ἔτος 1927.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Σύναξις Ὑπεραγίας Θεοτόκου τῆς Γεθσημανῆ ἐν Ρωσίᾳ 

Ἡ ἱερὰ εἰκόνα τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου τῆς Ὁδηγήτριας, ἀποτελεῖ ἀντίγραφο τῆς ἐκόνας τῆς Παναγίας τοῦ Τσέρνιγκωφ, ἡ ὁποία ἁγιογραφήθηκε τὸ ἔτος 1685 ἀπὸ τὸν Γρηγόριο Ντουμπένσυ, ποὺ ἀργότερα ἔγινε μοναχὸς μὲ τὸ ὄνομα Γεννάδιος. Ἔγινε ὀνομαστὴ τὸ ἔτος 1869, ὅταν βρισκόταν στὴ σκήτη Γεθσημανῆ τῆς Λαύρας τῆς Ἁγίας Τριάδος καὶ τοῦ Ἁγίου Σεργίου στὴ Μόσχα.

Ἕνα ἀπὸ τὰ θαύματα τῆς ἱερῆς εἰκόνος εἶναι ἡ θεραπεία ἑνὸς παραλυτικοῦ ἀπὸ τὴν περιοχὴ Τόλγκα, μετὰ ἀπὸ τὴν ὁλόθερμη ἱκεσία του πρὸς τὴν Θεοτόκο.
Ἡ εἰκόνα ἑορτάζει καὶ τὴν 1η Σεπτεμβρίου.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Το Σάββατο, αφού συγκεντρώθηκαν οι αρχιερείς και οι φαρισαίοι στον Πιλάτο, τον παρακάλεσαν να ασφαλίσει τον τάφο του Ιησού για τρεις ημέρες διότι, καθώς έλεγαν οι θεομάχοι, «έχουμε υποψία μήπως οι μαθητές Του, αφού κλέψουν την νύχτα το ενταφιασμένο Του σώμα, κηρύξουν έπειτα στο λαό ως αληθινή την ανάσταση την οποία προείπε ο πλάνος εκείνος, όταν ακόμα ζούσε, και τότε θα είναι η τελευταία αυτή πλάνη, χειρότερη της πρώτης».
Αυτά είπαν στο Πιλάτο και αφού πήραν την άδεια του, έφυγαν και σφράγισαν τον τάφο τοποθετώντας εκεί για την ασφάλειά του κουστωδία, δηλαδή στρατιωτική φρουρά. 

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος β’.
Ὁ εὐσχήμων Ἰωσήφ, ἀπὸ τοῦ ξύλου καθελών, τὸ ἄχραντόν σου σῶμα, σινδόνι καθαρᾷ εἰλήσας καὶ ἀρώμασιν, ἐν μνήματι καινῷ κηδεύσας ἐπέθετο.

 

Κοντάκιον. Ἦχος πλ. β’. Χειρόγραφον εἰκόνα.
Τὴν ἄβυσσον ὁ κλείσας νεκρὸς ὁρᾶται· καὶ σμύρνῃ καὶ σινδόνι ἐνειλημμένος, ἐν μνημείῳ κατατίθεται, ὡς θνητὸς ὁ ἀθάνατος. Γυναῖκες δὲ αὐτὸν ἦλθον μυρίσαι, κλαίουσι πικρὸς καὶ ἐκβοῶσαι· Τοῦτο Σάββατόν ἐστι τὸ ὑπερευλογημένον, ἐν ᾧ Χριστὸς ἐφυπνώσας, ἀναστήσεται τριήμερος.

Ὁ Ἅγιος Λεωνίδης Ἐπίσκοπος Ἀθηνῶν 

Στοὺς Συναξαριστὲς ἀναφέρεται ὅτι ὁ Ἅγιος Λεωνίδης, Ἐπίσκοπος Ἀθηνῶν, κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 250 μ.Χ. Σὲ κάποιους ἀπὸ τοὺς Κώδικες ἀναφέρεται ὡς Μάρτυς, γεγονὸς ὅμως ποὺ δὲν ἀποδεικνύεται. 

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Ποιμὴν ἱερώτατος, καὶ Ἱεράρχης σοφός, τῆς πόλεως γέγονας, τῶν Ἀθηνῶν τῆς κλεινῆς, Λεωνίδα μακάριε· ὅθεν ἱερατεύσας, τῷ Σωτῆρι ὁσίως, ἤθλησας ὑπὲρ φύσιν, καὶ τὴν πλάνην καθεῖλες. Καὶ νῦν Πάτερ ἱκέτευε, ὑπὲρ τῶν τιμώντων σε.

 

Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Ὡς Ἱεράρχης ἐνθεώτατος Πάτερ, μαρτυρικῶς τὸν σὸν ἐτέλεσας βίον, Ἱερομάρτυς Λεωνίδα ἔνδοξε· χαίρων γὰρ ὑπήνεγκας, τῆς σαρκὸς τὰς ὀδύνας· ὅθεν μεταβέβηκας, πρὸς οὐράνιον λῆξιν, ὑπὲρ ἡμῶν πρεσβεύων πρὸς Χριστόν, τῶν ἐκτελούντων, τὴν πάνσεπτον μνήμην σου.

 

Μεγαλυνάριον.
Χαίροις τῆς Ἑλλάδος θεῖος βλαστός, Ἱερομαρτύρων Λεωνίδα ἡ καλλονή· χαίροις Ἀθηναίων, ὁ θεῖος Ποιμενάρχης, καὶ πρὸς Χριστὸν μεσίτης, Πάτερ θερμότατος.

 

Ὁ Ἅγιος Ἀνανίας ὁ Ἱερομάρτυρας Μητροπολίτης Λακεδαιμονίας 

Ὁ Ἅγιος ἱερομάρτυς Ἀνανίας γεννήθηκε κατὰ τὶς ἀρχὲς τοῦ 18ου αἰῶνος μ.Χ. ἀπὸ εὐγενεῖς καὶ εὔπορους γονεῖς. Ὁ πατέρας του, Θεοφίλης, ἦταν συγγενὴς τῶν Λαμπαρδαίων καὶ ἡ μητέρα του, θυγατέρα τοῦ ἐκ Βυζικίου τῆς Γορτυνίας, Συντύχου.

Ὁ Ἅγιος σπούδασε στὴ σχολὴ τῆς Δημητσάνης καὶ ἀργότερα ἀναδείχθηκε Ἐπίσκοπος τῆς πατρίδος του. Τὸν Φεβρουάριο τοῦ ἔτους 1750 προήχθη σὲ Μητροπολίτη Λακεδαιμονίας καὶ συνέγραψε, τὸ 1755, εἰδικὴ πραγματεία περὶ Σπάρτης καὶ τῶν Μητροπολιτῶν αὐτῆς.

Διακρινόταν γιὰ τὴν παιδεία, τὶς ὑψηλὲς γνώσεις, τὸ σταθερὸ καὶ ἀκλόνητο τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ χαρακτῆρος, γιὰ τὴν ἀγαθότητα καὶ φιλανθρωπία του. Στοὺς μὲν Ἕλληνες προξενοῦσε ἀπαραδειγμάτιστο σέβας, στοὺς δὲ Τούρκους τρόμο καὶ ἔκπληξη. Γι’ αὐτὸ καὶ ἀναδείχθηκε πρόεδρος ὅλων τῶν προεστώτων τοῦ Μοριᾶ, ἔχοντας συναδέλφους τὸν Γιαννάκη Κρεββατᾶ, τὸν Παν. Ζαΐμη καὶ τὸν Παν. Μπενάκη. Ὅλοι τους ἐνίσχυαν τὸ ἐθνικὸ στοιχεῖο καὶ ὑπεράσπιζαν τοὺς κατὰ τόπους ἀρματολούς.

Κατὰ τὸν ἱστορικὸ Μιχαὴλ Οἰκονόμου, ὁ Ἅγιος Ἀνανίας ὅταν προάχθηκε σὲ Μητροπολίτη, διατήρησε καὶ τὴν Ἐπισκοπὴ Δημητσάνης καὶ αὐτὴν τῆς Μεθώνης, στὴν ὁποία ἐξελέγη Ἐπίσκοπος ὁ συγγενής του Ἄνθιμος Καράκαλος καὶ ἀναδείχθηκε φιλελεύθερος, μεγαλεπήβολος καὶ τολμηρός.

Κατὰ τὴν ἄνοιξη, τὸ καλοκαίρι καὶ μέρος τοῦ φθινοπώρου διέμενε στὴ Δημητσάνα, ὅπου ἔχτισε ὑδραγωγεῖο, παγίωσε τοὺς ἐτήσιους φόρους τῆς περίφημης σχολῆς τῆς μονῆς Φιλοσόφου καὶ ἀνοικοδόμησε στὸ Μιστρᾶ, μεγαλοπρεπὴ Μητρόπολη.

Ὅμως ἡ ἰσχὺς τοῦ Ἁγίου ἦταν πέρα τῶν ὁρίων τῆς Πελοποννήσου, διότι εἶχε ἰσχυροὺς δεσμοὺς μὲ τὰ Πατριαρχεῖα Ἀλεξανδρείας καὶ Ἱεροσολύμων, κατεῖχε δὲ τότε τὸν οἰκουμενικὸ θρόνο ὁ ἐκ Δημητσάνης Πατριάρχης Κύριλλος Ε’ ὁ Καράκαλος, φιλορῶσος καὶ ἐχθρὸς τῶν Λατίνων. Ὅταν ὁ Πατριάρχης Κύριλλος ὁ Ε’ ἐξορίσθηκε, ἦλθε ἀπὸ τὸ Σινᾶ στὴ Δημητσάνα καὶ ἐκεῖ μὲ τὸν Ἅγιο Ἀνανία εὐαγγελιζόταν τὴν ἀπελευθέρωση τοῦ Γένους καὶ ἵδρυε σχολεῖα.

Κατὰ τὸ ἔτος 1762 ὁ Ἅγιος ἀπεστάλη στὴν Κωνσταντινούπολη, γιὰ νὰ παραστεῖ στὸν μέγα βεζίρη καὶ νὰ περιγράψει τὶς συμφορὲς τῆς Πελοποννήσου. Ἔτσι κατόρθωσε νὰ διατηρηθεῖ ὁ τότε Μώρα – Βαλεσῆς ὡς προστάτης τῶν Χριστιανῶν. Ὁ διάδοχος ὅμως ἐκείνου, ὁ Χαμουζῆ πασᾶς, ἀφοῦ κάλεσε στὴν Τρίπολη τοὺς τρεῖς προεστοὺς καὶ συνεργάτες τοῦ Ἁγίου, τοὺς ἀποκεφάλισε. Σεβάστηκε μόνο τὸν Ἅγιο, ποὺ ἦταν πανίσχυρος. Ἐκείνη τὴν περίοδο μὲ πρωτοβουλία τοῦ Ἁγίου χτίστηκε καὶ μεγάλο κτήριο γιὰ τὴν σχολὴ τῆς Δημητσάνης, στὸ ὁποῖο διέμεναν οἱ ἄποροι μαθητὲς ποὺ συνέρρεαν ἐκεῖ ἀπὸ ὅλη τὴν Πελοπόννησο.

Τότε ἄρχισαν νὰ κατέρχονται στὴν Ἑλλάδα οἱ ἀπόστολοι τῆς Μεγάλης Αἰκατερίνης καὶ μάλιστα ὁ φίλος τοῦ Ὀρλὼφ Παπάζωλης, ὁ ὁποῖος τὸ ἔτος 1766 ἦλθε καὶ στὴ Μάνη μὲ σκοπὸ νὰ ἐξεγείρει πρώτη τὴν Πελοπόννησο. Στὴν περίφημη συνέλευση, ποὺ ἔγινε στὴν Καλαμάτα, κλήθηκε ἀπὸ τοὺς πρώτους καὶ ὁ Ἅγιος Ἀνανίας. Μὲ τὴν εὐλογία του καταρτίσθηκε τὸ λεγόμενο «συνυποσχετικόν» τῶν Πελοποννησίων, τὸ ὁποῖο μετέφερε στὴν αὐτοκράτειρα ὁ Παπάζωλης.

Ὁ Ἅγιος Ἀνανίας, μετὰ ἀπὸ αὐτά, συνεννοήθηκε μὲ τοὺς καπεταναίους καὶ ἀρματολοὺς τῆς Πελοποννήσου καὶ τῆς Μάνης, καθὼς καὶ μὲ τοὺς προύχοντες καὶ Ἀρχιερεῖς τῶν ἐπαρχιῶν καὶ τῶν τριῶν νησιῶν Ὕδρας, Σπετσῶν καὶ Ψαρῶν, γιὰ τὴν ἀπελευθέρωση τῆς πατρίδος. Μὲ φροντίδα δὲ καὶ δαπάνη τοῦ Ἁγίου ἱδρύθηκαν στὴ Δημητσάνα καὶ δύο πυριτιδόμυλοι.

Ἡ κίνηση αὐτὴ προδόθηκε στὸν Μώρα – Βαλεσῆ, στὸν ὁποῖον καταγγέλθηκε ὅτι ὁ Ἅγιος συμμαχεῖ μὲ τὴ Ρωσία γιὰ τὴν ἀνατροπὴ τῆς Τουρκίας. Πολλοὶ πρότειναν τότε στὸν Ἅγιο τὴν ἔνοπλη ἀντίσταση, ἀλλὰ αὐτὸς ἀντιπρότεινε νὰ πέσει μόνο ὁ ἴδιος θύμα, γιὰ νὰ μὴν καταλάβουν οἱ Τοῦρκοι τὸ σχεδιαζόμενο κίνημα. Κοινώνησε τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων καὶ ἀμέσως δέχθηκε τοὺς στρατιῶτες, οἱ ὁποῖοι τὸν συνέλαβαν. Ὁ Ἅγιος Ἀνανίας γονάτισε καὶ μὲ ἀπίστευτη προθυμία κάλεσε τὸν δήμιο νὰ τὸν πλήξει. Τὸ αἷμα ποὺ ἀναπήδησε ἀπὸ τὴν πληγωμένη καρδιά του ἔχρισε τὴν παραστάδα τῆς μικρῆς πρὸς δυσμὰς θύρας τῆς Μητροπόλεως Μιστρᾶ.
Οἱ Τοῦρκοι ἔσυραν κατόπιν τὸ τίμιο λείψανο τοῦ Ἱερομάρτυρα στοὺς δρόμους καὶ τὸ ἄφησαν ἐπὶ τρεῖς ἡμέρες ἄταφο. Μόλις οἱ Τοῦρκοι ἔφυγαν, οἱ Χριστιανοὶ τὸ περισυνέλεξαν καὶ τὸ ἐνταφίασαν μὲ μεγαλοπρέπεια.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ἅγιος Κρήσκης ὁ Μάρτυρας 

Ὁ Ἅγιος Μάρτυς Κρήσκης καταγόταν ἀπὸ τὰ Μύρα τῆς Λυκίας. Προερχόταν ἀπὸ ἔνδοξη καὶ περιφανὴ γενεὰ καὶ ἀνατράφηκε μὲ εὐσέβεια. Σὲ μεγάλη ἡλικία εὑρισκόμενος πλέον καὶ βλέποντας πολλοὺς νὰ προσκυνοῦν τὰ εἴδωλα, εἰσῆλθε στὸ μέσο αὐτῶν συμβουλεύοντάς τους νὰ ἀπομακρυνθοῦν ἀπὸ τὴν πλάνη καὶ νὰ προσέλθουν στὸν Χριστὸ γιὰ νὰ σωθοῦν. Ἡ φλόγα τῆς πίστεως τοῦ ἔδωσε τὴ δύναμη τῆς νεότητας καὶ τοῦ ἀγῶνος.
Ὁ ἡγεμόνας, ὅταν ἔμαθε τί εἶχε συμβεῖ, τὸν συνέλαβε καὶ τὸν ὁδήγησε μπροστά του, καὶ ἐκεῖ τὸν ρώτησε γιὰ τὸ γένος, τὴν πατρίδα καὶ τὸ ὄνομά του. Ὁ Ἅγιος ὅμως δὲν ἔλεγε τίποτε ἄλλο παρὰ μόνο ὅτι εἶναι Χριστιανός. Ὁ ἡγεμόνας τότε τοῦ πρότεινε νὰ θυσιάσει στοὺς θεοὺς μόνο ἐξωτερικά, νὰ προσκυνᾶ δὲ τὸν Θεὸ στὴν ψυχή του. Ὁ Ἅγιος ὅμως δὲν ἀποδέχθηκε μία τέτοια πρόταση καὶ ὁμολόγησε μὲ μεγάλη φωνὴ τὸ Ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, ἐλέγχοντας καὶ περιφρονώντας τὰ εἴδωλα. Ἔτσι, ἀκολούθησε τὸ μαρτύριο. Τὸν κρέμασαν σὲ ξύλο, τὸν ἔγδαραν καὶ μὲ ἀναμμένες δάδες τοῦ κατέκαψαν τὰ πλευρά. Στὴν συνέχεια, ἀφοῦ τὸν κατέβασαν ἀπὸ τὸ ξύλο, τὸν ἐξανάγκαζαν νὰ θυσιάσει στὰ εἴδωλα. Ἐπειδὴ ὅμως καὶ πάλι ἀρνήθηκε, οἱ δήμιοι ἄναψαν φωτιὰ καὶ τὸν ἔριξαν μέσα σὲ αὐτή, καὶ ἔτσι παρέδωσε τὴν ψυχή του πρὸς τὸν Θεό. 

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Τῷ τῆς πίστεως ζήλῳ πτερωθεὶς τὴν διάνοιαν, πρὸς ἀθλητικὰς ἀριστείας ἀνδρικῶς προσεχώρησας, καὶ ὤφθης τοῦ Σωτῆρος κοινωνός, βασάνους ὑπὲρ φύσιν ἐνεγκών· διὰ τοῦτο ἐδοξάσθης παρὰ Θεοῦ, Κρήσκη θεομακάριστε. Δόξα τῷ δεδωκότι σοι ἰσχύν, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργοῦντι διὰ σοῦ, πᾶσιν ἰάματα.

 

Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ’. Εἰ καὶ ἐν τάφῳ.
Εἰ καὶ ἐν γῆρᾳ ἐδέξω τὴν ἄθλησιν, ἀλλὰ νεάζον ἐκτήσω τὸ φρόνημα, καὶ τὴν ἔπαρσιν τοῦ ἐχθροῦ, καθεῖλες στερρῶς, συνεργὸν ἐν ἀγῶσι τὸν Λόγον κτησάμενος· οὗ τὸ πάθος δοξάσας, τῆς τούτου ἐγέρσεως, μέτοχος ὤφθης, ὦ Κρήσκη πολύαθλε.

 

Μεγαλυνάριον.
Θάρσους ὢν ἀνάπλεως εὐσεβοῦς, Κρήσκη διελέγχεις, τῶν τυράννων τὸ ἀσεβές, καὶ ὥσπερ θυσία, τερπνὴ Χριστῷ ἐτύθης, διὰ πυρὸς τὸ τέλος, δεχθεὶς τὸ ἅγιον.

Οἱ Ἅγιοι Θεόδωρος καὶ Παυσολύπιος οἱ Μάρτυρες 

Ὁ Ἅγιος Ἱερομάρτυς Θεόδωρος ὁ Πρεσβύτερος καὶ ὁ Ἅγιος Μάρτυς Παυσολύπιος τελειώθηκαν διὰ ξίφους στὴ Θράκη κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορος Ἀδριανοῦ (117 – 138 μ.Χ.). Ἡ Σύναξη αὐτῶν ἐτελεῖτο στὸ γηροκομεῖο τοῦ Μελοβίου. 

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Οἱ Ἁγίες Ἀναστασία καὶ Βασίλισσα μαθήτριες τῶν Ἀποστόλων Πέτρου καὶ Παύλου

Οἱ Ἁγίες Βασίλισσα καὶ Ἀναστασία, οἱ Μάρτυρες τοῦ Χριστοῦ, κατάγονταν ἀπὸ τὴ Ρώμη καὶ ἦσαν εὐγενεῖς καὶ πλούσιες. Ὑπῆρξαν μαθήτριες τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων Πέτρου καὶ Παύλου καὶ ἔζησαν κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορος Νέρωνος (54 – 68 μ.Χ.). Μετὰ τὸν θάνατο τῶν δυὸ Ἀποστόλων περισυνέλεξαν νύχτα τὰ τίμια λείψανά τους καὶ τὰ κήδευσαν. Ἔγιναν ὅμως ἀντιληπτὲς καὶ κατηγορήθηκαν καὶ οἱ ἴδιες στὸν ἀσεβὴ καὶ παράφρονα Νέρωνα ὡς Χριστιανές. Αὐτὸς ἀμέσως ἔστειλε στρατιῶτες, οἱ ὁποῖοι τὶς συνέλαβαν καὶ τὶς ὁδήγησαν ἐνώπιόν του δεμένες μὲ ἁλυσίδες. Ὁ αὐτοκράτορας προσπάθησε νὰ τὶς ἐξαναγκάσει μὲ τὴ βία νὰ ἀρνηθοῦν τὸν Χριστό. Ἐπειδὴ ὅμως δὲν τὶς ἔπεισε, τὶς ἔκλεισε στὴν φυλακή. Ἀργότερα, ἀφοῦ τὶς ἔβγαλε ἀπὸ τὴ φυλακή, τὶς τιμώρησε μὲ διάφορους τρόπους. Ἀπέκοψε τοὺς μαστοὺς καὶ τὶς γλῶσσες τους καί, ἀφοῦ τὶς κρέμασε, τὶς ἔγδαρε καὶ τὶς κατέκαψε μὲ ἀναμμένες δάδες. Στὸ τέλος δὲ μὲ μαχαίρια ἀπέκοψε τὶς τίμιες κεφαλές τους καὶ ἔτσι οἱ δύο Ἁγίες ἀξιώθηκαν τῶν μαρτυρικῶν στεφάνων. 

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ἅγιος Σούκιος ὁ Μάρτυρας καὶ οἱ σὺν αὐτῷ δέκα ἐννέα Μάρτυρες

Ὁ Ἅγιος Μάρτυς Σούκιος καὶ οἱ Χριστιανοὶ ποὺ μαρτύρησαν μαζί του, ἄθλησαν κατὰ τὸν 2ο αἰώνα μ.Χ. στὴ Γεωργία. 

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Οἱ Ἅγιοι Μάξιμος καὶ Ὀλυμπιάδα οἱ Μάρτυρες

Οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες Μάξιμος καὶ Ὀλυμπιάδα μαρτύρησαν στὴν Περσία κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορος Δεκίου (249 – 251 μ.Χ.). 

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ἅγιος Πατέρνος 

Ὁ Ἅγιος Πάτερνος γεννήθηκε στὴ Βρεττάνη τὸ ἔτος 500 μ.Χ. καὶ ἀκολούθησε, ὅπως καὶ ὁ πατέρας του, τὸν μοναχικὸ βίο. Ἵδρυσε μονὲς καὶ ναοὺς καὶ ἐξελέγη Ἐπίσκοπος τῆς πόλεως Βάννες τῆς Βρεττάνης. Κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 565 μ.Χ. 

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ἅγιος Μστισλάβος – Θεόδωρος πρίγκιπας Κιέβου 

Ὁ Ἅγιος Μστισλάβος Βλαντιμίροβοτς, ὁ μετονομασθεὶς Θεόδωρος, γεννήθηκε τὴν 1η Ἰουνίου τοῦ ἔτους 1076. Ὅταν ἔγινε δώδεκα ἐτῶν, στάλθηκε ἀπὸ τὸν παππού του, ποὺ ἦταν μεγάλος πρίγκιπας τοῦ Κιέβου καὶ ὀνομαζόταν Βσέβολοντ (1078 – 1093), γιὰ νὰ γίνει πρίγκιπας τοῦ Νόβγκοροντ. Οἱ ἄνθρωποι τοῦ Νόβγκοροντ ἀγάπησαν τὸν νεαρὸ πρίγκιπα. Καὶ τὸ ἔτος 1095 ἐκδίωξαν τὸν πρίγκιπα Δαβίδ, ὁ ὁποῖος κατέφυγε στὸ Σμολένκ, καὶ στράφηκαν πρὸς τὸν Μστισλάβο.

Μετὰ τὸν θάνατο τοῦ παπποῦ του, ὁ Μστισλάβος κατέλαβε τὸν θρόνο τοῦ Ροστώβ. Σὲ ἡλικία δέκα ἐννέα ἐτῶν ὁ νεαρὸς πρίγκιπας κέρδισε μία μεγάλη νίκη κατὰ τοῦ θείου του Ὄλεγκ, ποὺ ἦταν πρίγκιπας τοῦ Τσέρνιγκωφ. Ὁ πρίγκιπας Ὄλεγκ εἶχε σκοτώσει τὸν ἀδελφό του Ἰζυασλάβο καὶ ἐπιτέθηκε στὸ Ροστὼβ καὶ στὴ Σουζδαλία, ποὺ ἀνῆκαν στὴ δικαιοδοσία τοῦ Μστισλάβου. Ὁ Ἅγιος, ὅμως, δὲν ἤθελε νὰ χυθεῖ ἀθῶο αἷμα. Ἤθελε νὰ κάνει εἰρήνη μὲ τὸν θεῖο του καὶ τὸν ἱκέτευσε νὰ συμβιβασθεῖ μὲ τὰ δικαιώματά του στὴν πόλη τοῦ Ριαζάν. Ἀλλὰ ὁ Ὄλεγκ εἶχε ἤδη ξεκινήσει μὲ στρατὸ ἐναντίων τοῦ Νόβγκοροντ. Ὁ πρίγκιπας Μστισλάβος τὸν νίκησε στὴ μάχη (1096) καὶ ὁ Ὄλεγκ, ἀφοῦ ἔχασε τὴ Σουζδαλία καὶ τὸ Ροστώβ, μόλις ποὺ κατάφερε νὰ κρατήσει τὸ Μούρωμ.

Ὁ Ἅγιος Μστισλάβος προσέφερε ξανὰ εἰρήνη καὶ ζήτησε μόνο τὴν ἐπιστροφὴ τῶν αἰχμαλώτων. Ὁ Ὄλεγκ προσποιήθηκε ὅτι συμφωνεῖ καὶ ἔτσι ὁ πρίγκιπας Μστισλάβος διασκόρπισε τὸν στρατό του. Τὸ πρῶτο Σάββατο τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, κατὰ τὴν ἑορτὴ τοῦ Ἁγίου Μεγαλομάρτυρος Θεοδώρου τοῦ Τήρωνος, καὶ ἐνῷ ὁ Ἅγιος βρισκόταν στὴ Σουζδαλία, οἱ ἀγγελιοφόροι τοῦ εἶπαν ὅτι ὁ πρίγκιπας Ὄλεγκ βρίσκονταν στὸ Κλιαζμὰ μὲ στρατό.

Μέσα σὲ μία ἡμέρα ὁ πρίγκιπας Μστισλάβος ἀνακάλεσε τὸ στράτευμά του. Ὁ Ὄλεγκ τράπηκε σὲ φυγὴ στὸ Ριαζὰν καὶ ὁ Ἅγιος Μστισλάβος ἐλευθέρωσε τοὺς αἰχμαλώτους. Στὴν συνέχεια συμφιλίωσε τὸν Ὄλεγκ μὲ τὸν μεγάλο πρίγκιπα Σβιατόπολκ (1093 – 1114) καὶ τὸν Βλαδίμηρο τὸν Μονομάχο.

Τὸ ἔτος 1099, εὐγνωμονώντας τὸν Θεὸ γιὰ τὸ ἔλεός Του, ὁ Ἅγιος δεσμεύτηκε νὰ χτίσει στὸ Γκορόντισα, κοντὰ στὸ Νόβγκοροντ, ἕνα ναὸ ἀφιερωμένο στὸν Εὐαγγελισμὸ τῆς Θεοτόκου.

Τὸ περίφημο Εὐαγγέλιο τοῦ Μστισλάβου γράφηκε εἰδικὰ γιὰ τὴν ἐκκλησία αὐτὴ καὶ τὸ πολύτιμο στόλισμά του ἔγινε στὴν Κωνσταντινούπολη.

Τὸ ἔτος 1114, ὁ Ἅγιος ἀνήγειρε στὸ Νόβγκοροντ ναὸ ἀφιερωμένο στὸν Ἅγιο Νικόλαο. Κατὰ τὴν διάρκεια μιᾶς σοβαρῆς ἀσθένειας, ὁ πρίγκιπας εἶχε παρακαλέσει τὸν Ἅγιο Νικόλαο νὰ τὸν βοηθήσει. Μόλις πρὶν ἀπὸ αὐτό, τὰ ἱερὰ λείψανα τοῦ Ἁγίου Νικολάου εἶχαν μεταφερθεῖ στὸ Μπάρι τῆς Ἰταλίας. Ὁ Ἅγιος Νικόλαος ἐμφανίσθηκε σὲ ὅραμα καὶ ἔδωσε ἐντολὴ νὰ στείλουν στὸ Κίεβο μία εἰκόνα του, σημειώνοντας τὸ σχῆμα καὶ τὶς διαστάσεις τῆς εἰκόνος. Οἱ ἄνθρωποι ποὺ στάλθηκαν νὰ φέρουν τὴν εἰκόνα καθυστέρησαν στὸ νησὶ Λίπνα, ἐξαιτίας τῆς καταιγίδας ποὺ μαινόταν στὴ λίμνη Ἴλμεν. Τὴν τέταρτη ἡμέρα βρῆκαν τὴν εἰκόνα νὰ ἐπιπλέει στὸ νερό. Ὁ ἀσθενὴς πρίγκιπας ἀσπάσθηκε τὴν εἰκόνα καὶ θεραπεύθηκε. Ἕνα μοναστήρι μὲ πέτρινη ἐκκλησία, ἀφιερωμένη στὸν Ἅγιο Νικόλαο, χτίσθηκε ἀργότερα στὸ νησὶ τῆς Λίπνα, στὸ μέρος ὅπου ἐμφανίσθηκε ἡ εἰκόνα.

Τὸ ἔτος 1116, ὁ πρίγκιπας ἔκανε ἐκστρατεία ἐναντίων τῶν κατοίκων τοῦ Τσοὺντ καὶ μετὰ τὴ νίκη του ἐπεξέτεινε  τὴ δικαιοδοσία τῶν πριγκίπων τοῦ Νόβγκοροντ. Ἔπειτα, σύμφωνα μὲ τὶς ἐντολές του, ὁ δήμαρχος Παῦλος ἔχτισε ἕνα φρούριο στὴ λίμνη Λαντόγκα, ὅπου ἀνεγέρθη καὶ μία πέτρινη ἐκκλησία πρὸς τιμὴν τοῦ Ἁγίου Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου.

Τὸ ἔτος 1125, ὁ μεγάλος πρίγκιπας Βλαδίμηρος ὁ Μονομάχος πέθανε καὶ ὁ Ἅγιος Μστισλάβος ἀνῆλθε στὸ θρόνο τοῦ Κιέβου. Ἐκείνη τὴν περίοδο νίκησε σὲ μάχη τοὺς Πολόβτσους, παλαιοὺς ἐχθροὺς τῆς Ρωσίας, καὶ τοὺς ἐξώθησε πέρα ἀπὸ τὸν ποταμὸ Βόλγα.

Τὸ ἔτος 1128, ἔθεσε τὸ θεμέλιο λίθο σὲ μία ἐκκλησία ἀφιερωμένη στὸν Μεγαλομάρτυρα Θεόδωρο τὸν Τήρωνα, σὲ ἀνάμνηση τῆς νίκης τοῦ μεγάλου πρίγκιπα ἐπὶ τοῦ πρίγκιπα Ὄλεγκ τοῦ Τσέρνιγκωφ. Ἐπίσης, τὸ ἔτος 1131, μετὰ ἀπὸ μία ἐπιτυχημένη ἐκστρατεία ἐναντίων τῆς Λιθουανίας, ὁ Ἅγιος Μστισλάβος ἔθεσε τὸν θεμέλιο λίθο ἑνὸς ναοῦ ἀφιερωμένου στὴν εἰκόνα τῆς Θεοτόκου τοῦ Πιρογκό.
Ὁ Ἅγιος πρίγκιπας Μστισλάβος – Θεόδωρος κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 1134, κατὰ τὴν ἑβδομάδα τῆς Διακαινησίμου, καὶ ἐνταφιάσθηκε στὸ ναὸ τοῦ Μεγαλομάρτυρος Θεοδώρου, τὸν ὁποῖο καὶ εἶχε χτίσει. 

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

 

Ὁ Ὅσιος Βασίλειος ὁ Θαυματουργός

Ὁ Ὅσιος Βασίλειος, ὁ Θαυματουργός, ἔζησε μεταξὺ τοῦ 14ου καὶ 15ου αἰῶνος μ.Χ. στὴ Μολδαβία τῆς Ρουμανίας. Τὸ ἔτος 1451 ὁ Ὅσιος ἀναφέρεται ὡς ἡγούμενος τῆς μονῆς Μολδοβίτα, ἐνῷ ἀξιώθηκε καὶ τοῦ χαρίσματος τῆς θαυματουργίας.
Κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη. 

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ὅσιος Διονύσιος τοῦ Περεγιασλάβλ 

Ὁ Ὅσιος Διονύσιος ἔζησε στὴ Ρωσία καὶ ἀσκήτεψε ὡς μοναχὸς καὶ ἔγκλειστος στὴ μονὴ τοῦ Ἁγίου Νικολάου Περεγιασλάβλ – Ζαλέσϊυ. Κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 1645. 

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Την Παρασκευή, στέλνεται ο Ιησούς δέσμιος από τον Καϊάφα στον τότε ηγεμόνα της Ιουδαίας, Πόντιο Πιλάτο. Αυτός, αφού τον ανέκρινε με πολλούς τρόπους και αφού ομολόγησε δύο φορές ότι ο Ιησούς είναι αθώος, έπειτα, για να ευχαριστηθούν οι Ιουδαίοι, τον καταδικάζει σε θάνατο, και αφού μαστίγωσε σαν δραπέτη δούλο τον Δεσπότη όλων, Τον παρέδωσε για να σταυρωθεί. Από εκεί και πέρα ο Ιησούς, αφού παραδόθηκε στους στρατιώτες, γυμνώνεται, φοράει κόκκινη χλαμύδα, στεφανώνεται με ακάνθινο στεφάνι, κρατάει κάλαμο σαν σκήπτρο, προσκυνείται χλευαστικά, φτύνεται και χτυπιέται στο πρόσωπο και στο κεφάλι. Μετά, φορώντας πάλι τα ρούχα του και βαστάζοντας το Σταυρό, πηγαίνει προς το Γολγοθά, τον τόπο της καταδίκης, και εκεί, γύρω στην Τρίτη ώρα της ημέρας, σταυρώνεται μεταξύ δύο ληστών, βλασφημείται από αυτούς που είχαν πάει στο Γολγοθά μαζί του, μυκτηρίζεται από τους αρχιερείς, ποτίζεται από τους στρατιώτες με ξύδι ανακατεμένο με χολή. Γύρω στην ένατη ώρα, αφού βγάζει πρώτα φωνή μεγάλη, και λέει : «Τετέλασται», εκπνέει «ο αμνός του Θεού, ο αίρων την αμαρτίαν του κόσμου», την ώρα κατά την οποία σφαζόταν, σύμφωνα με το νόμο, ο πασχάλιος αμνός, ο οποίος καθιερώθηκε ως έθιμο στους Ιουδαίους, προ-τυπώνοντας τον Εσταυρωμένο Χριστό.
Τον δεσποτικό αυτό θάνατο και η άψυχη κτίση, πενθώντας, τον τρέμει και αλλοιώνεται από το φόβο αλλά ο Δημιουργός της κτίσεως, ακόμα και όταν είναι νεκρός, λογχίζεται την ακήρατη πλευρά Του και ρέει απ’ αυτήν αίμα και νερό. Τέλος, κατά την δύση του ηλίου, έρχεται ο Ιωσήφ από Αριμαθείας και ο Νικόδημος μαζί με αυτόν, και οι δύο κρυφοί μαθητές του Ιησού, αποκαθηλώνουν από το Σταυρό το πανάγιο του διδασκάλου σώμα, το αρωματίζουν, το τυλίγουν με καθαρό σεντόνι και αφού το έθαψαν σε καινούργιο τάφο, κυλούν στο στόμιό του μεγάλο λίθο.
Από τα φρικτά και σωτήρια πάθη του Κυρίου μας Ιησού Χριστού επιτελούμε σήμερα και εις ανάμνηση αυτών παραλάβαμε από αποστολική διαταγή, τη νηστεία της Παρασκευής.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. δ’.
Ὅτε οἱ ἔνδοξοι Μαθηταί, ἐν τῷ νιπτῆρι τοῦ δείπνου ἐφωτίζοντο, τότε Ἰούδας ὁ δυσσεβής, φιλαργυρίαν νοσήσας ἐσκοτίζετο· καὶ ἀνόμοις κριταῖς, σὲ τὸν Δίκαιον Κριτὴν παραδίδωσι. Βλέπε χρημάτων ἐραστά, τὸν διὰ ταῦτα ἀγχόνῃ χρησάμενον· φεῦγε ἀκόραστον ψυχήν, τὴν διδασκάλῳ τοιαῦτα τολμήσασαν. Ὁ περὶ πάντας ἀγαθός, Κύριε δόξα σοι.

 

Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ’. Αὐτόμελον.
Τὸν δι’ ἡμᾶς σταυρωθέντα, δεῦτε πάντες ὑμνήσωμεν· αὐτὸν γὰρ κατεῖδε Μαρία ἐπὶ τοῦ ξύλου καὶ ἔλεγεν· Εἰ καὶ Σταυρὸν ὑπομένεις, σὺ ὑπάρχεις ὁ Υἱὸς καὶ Θεός μου.

Οἱ Ἅγιοι Ἀρίσταρχος, Πούδης καὶ Τρόφιμος οἱ Ἀπόστολοι ἐκ τοὺς ἑβδομήκοντα 

Οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι Ἀρίσταρχος, Πούδης καὶ Τρόφιμος ἀνῆκαν στὸν κύκλο τῶν Ἑβδομήκοντα Ἀποστόλων ( 4 Ἰανουαρίου) τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ.

Γιὰ τὸν Ἀπόστολο Ἀρίσταρχο ἀναφέρεται στὶς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων ὅτι ἦταν Μακεδόνας καταγόμενος ἀπὸ τὴ Θεσσαλονίκη καὶ κατὰ πᾶσα πιθανότητα Ἰουδαῖος. Ὁπωσδήποτε ὁ Ἀπόστολος Ἀρίσταρχος ὑπῆρξε ἀπὸ τοὺς πρώτους μαθητὲς τοῦ Ἀποστόλου Παύλου στὴ Θεσσαλονίκη, ὁ ὁποῖος καὶ τὸν μνημονεύει στὶς πρὸς Κολοσσαεῖς καὶ Φιλήμονα ἐπιστολές του.

Ὁ Ἀπόστολος Ἀρίσταρχος ᾖλθε στὴν Ἔφεσο κομίζοντας χάρη τῶν Χριστιανῶν τῶν Ἱεροσολύμων τὴ «λογία». Τὸ προϊὸν τοῦ ἐράνου ἔφεραν οἱ Γάιος, Σεκοῦνδος καὶ Ἀρίσταρχος. Ἀπὸ τότε ὁ Ἀρίσταρχος ἔγινε ἀχώριστος σύντροφος τοῦ Ἀποστόλου Παύλου ὡς τὴ Ρώμη. Τὸν Ἀπόστολο Ἀρίσταρχο τὸν συναντοῦμε καὶ στὸ 19ο κεφάλαιο τῶν Πράξεων, ὅπου ὁ Εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς περιγράφει μὲ ἐξαιρετικὴ ζωηρότητα τὰ ἐπεισόδια τῆς Ἐφέσου. Ὁ ἀργυροκόπος Δημήτριος εἶχε χολωθεῖ ἀπὸ τὴ μεταστροφὴ τῶν κατοίκων τῆς Ἐφέσου πρὸς τὴ νέα πίστη καὶ γι’ αὐτὸ ξεσήκωσε τὸ λαὸ ἐναντίον τοῦ Ἀποστόλου Παύλου καὶ τῶν συνεργατῶν του Ἀριστάρχου καὶ Γαΐου.

Ὁ Συναξαριστὴς ἀναφέρει ὅτι ὁ Ἀπόστολος Ἀρίσταρχος ὑπῆρξε Ἐπίσκοπος τῆς Ἀπαμείας τῆς Συρίας «καὶ ὅλους τοὺς ἐκεῖ εὑρισκομένους ἀπίστους ἐπέστρεψεν εἰς τὴν τῆς ἀληθείας καὶ εὐλαβείας ἐπίγνωσιν». Ἡ δὲ παράδοση θεωρεῖ ὅτι ὁ Ἀπόστολος Ἀρίσταρχος συναντήθηκε πάλι μὲ τὸν Ἀπόστολο Παῦλο στὴ Ρώμη καὶ μαρτύρησε ἐπὶ Νέρωνος (54 – 68 μ.Χ.). Ἡ Ἐκκλησία τιμᾶ τὴν μνήμη τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου Ἀριστάρχου καὶ στὶς 27 Σεπτεμβρίου.

Ὁ Ἀπόστολος Πούδης μνημονεύεται στὴν Β’ πρὸς Τιμόθεον ἐπιστολὴ τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, τοῦ ὁποίου ἦταν ἀκόλουθος στὰ παθήματα καὶ τοὺς διωγμούς. Ὑπέστη μαρτυρικὸ θάνατο ἐπὶ Νέρωνος (54 – 68 μ.Χ.).
Ὁ Ἀπόστολος Τρόφιμος μνημονεύεται στὶς Πράξεις καὶ τὴν Β’ πρὸς Τιμόθεον ἐπιστολὴ τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, τὸν ὁποῖο ἀκολούθησε στὸ κήρυγμα τοῦ Εὐαγγελίου καὶ ὑπέστη μαζί του διωγμοὺς καὶ κακώσεις. Ὑπέστη μαρτυρικὸ θάνατο ἐπὶ Νέρωνος (54 – 68 μ.Χ.).

Πηγή: http://www.synaxarion.grΠηγή: http://www.synaxarion.gr

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Χορείαν τὴν τρίπλοκον, τῶν Ἀποστόλων Χριστοῦ, συμφώνως τιμήσωμεν, ὡς ποταμοὺς λογικούς, τῆς θείας χρηστότητος, Πούδην σὺν Ἀριστάρχῳ, καὶ Τροφίμῳ τῷ θείῳ, λόγοις θεογνωσίας, καταρδεύσαντας κόσμον. Αὐτῶν Χριστὲ μεσιτείαις, πάντας οἰκτείρησον.

 

Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ’. Ὡς ἀπαρχὰς τῆς φύσεως.
Ὡς ἱεροὶ συνέκδημοι, Παύλου τοῦ θεοκήρυκος, τὴν οἰκουμένην σὺν τούτῳ διήλθητε, γνῶσιν τὴν θείαν σπείραντες, Ἀρίστερχε θεόφρον, σὺν Τροφίμῳ τῷ θείῳ καὶ Πούδη ἔνδοξε· διὸ καὶ ἠθληκότες, ἀξίως συνεδοξάσθητε.

 

Μεγαλυνάριον.
Τρίφωτος λυχνία τῶν ἀγαθῶν, τῶν τῆς εὐσεβείας, ἐχρημάτισαν τοῖς ἐν γῇ, Ἀρίσταρχος Πούδης, καὶ Τρόφιμος ὁ θεῖος, τοῖς ἐν νυκτὶ τοῦ βίου, τὸ φῶς ἐκλάμποντες.

Ἡ Ἁγία Θωμαΐς ἡ Μάρτυς

Ἡ Ἁγία Μάρτυς Θωμαΐς γεννήθηκε καὶ ἔζησε στὴν Ἀλεξάνδρεια καὶ διακρινόταν γιὰ τὴν εὐσέβεια καὶ τὴν πνευματική της μόρφωση. Ἀπὸ μικρὴ ἡλικία εἶχε ἐπιδοθεῖ στὰ ἔργα τῆς φιλανθρωπίας καὶ τοῦ ἐλέους, συνοδεύοντας τὴν μητέρα της. Τὴ διακονία αὐτὴ ἐξακολούθησε νὰ τὴν ἀσκεῖ ἀκόμα καὶ ὅταν νυμφεύθηκε.

Ἡ Ἁγία εἶχε μία κατὰ πάντα εὐλογημένη οἰκογένεια. Μὲ τὸν σύζυγό της συνδεόταν μὲ ἀληθινὴ καὶ ἀνυπόκριτη ἀγάπη. Τὴν εἰρηνική τους ὅμως συνύπαρξη τὴν φθόνησε ὁ ἐφευρέτης τῆς κακίας, διάβολος καὶ θέλησε νὰ τοὺς χωρίσει, μάλιστα δὲ μὲ τραγικὸ τρόπο.

Κάποτε ποὺ ἡ Θωμαΐδα ἦταν μόνη της στὸ σπίτι, ἐπειδὴ ὁ σύζυγός της ἔλειπε σὲ δουλειές, δέχθηκε ἀνήθικη ἐπίθεση ἀπὸ τὸν πατέρα τοῦ συζύγου της, δηλαδὴ τὸν πεθερό της, ὁ ὁποῖος κυριευμένος ἀπὸ τὸ δαίμονα τῆς πορνείας καὶ ὑποδουλωμένος στὸ πάθος τῆς ἀκολασίας, ἤθελε νὰ ἔχει μαζί της ἐρωτικὴ σχέση. Ἡ Ἁγία, ἡ ὁποία εἶχε πάντοτε ζωντανὴ στὴ μνήμη της τὴν αἴσθηση τῆς πανταχοῦ παρουσίας τοῦ Θεοῦ καὶ ζοῦσε μὲ ἁγνότητα καὶ σωφροσύνη, ἀντιστάθηκε μὲ σταθερότητα καὶ παρρησία. Προσπάθησε νὰ τὸν πείσει ὅτι κάτι τέτοιο δὲν πρέπει νὰ γίνει, ἐπειδὴ εἶναι ἀντίθετο μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, τὸ ὁποῖο ἦταν γι’ αὐτὴν τρόπος ζωῆς καὶ πηγὴ ἐμπνεύσεως. Τυφλωμένος ὅμως ἐκεῖνος ἀπὸ τὸ πάθος, ἐπέμενε ἀπειλώντας την μὲ θάνατο. Ἡ Ἁγία Θωμαΐς συνέχισε νὰ ἀντιστέκεται καὶ προτίμησε τὸν θάνατο ἀπὸ τὴν ὑποδούλωση στὸ κράτος τῆς ἁμαρτίας καὶ τὴν ἐξουσία τοῦ θανάτου. Γιατί ἡ ἔξοδος μὲ μαρτυρικὸ τρόπο ἀπὸ τὴν παρούσα σύντομη ζωὴ γιὰ τὴν δόξα τοῦ Θεοῦ δὲν εἶναι θάνατος, ἀλλὰ μετάβαση ἀπὸ τὸν θάνατο στὴ ζωή. Εἶναι νίκη τῆς ζωῆς ἐπὶ τοῦ θανάτου.

Ὁ δυστυχὴς ἐκεῖνος τὴν μαχαίρωσε θανάσιμα καὶ μετὰ τὸ τραγικὸ αὐτὸ περιστατικὸ ἔχασε τὸ φῶς του καὶ γύριζε μέσα στὸ σπίτι σὰν χαμένος. Στὴν κατάσταση αὐτὴ τὸν βρῆκαν κάποιοι γείτονες ποὺ ἔψαχναν γιὰ τὸν υἱό του, καὶ τὸν παρέδωσαν στὶς ἀρχὲς γιὰ νὰ δικαστεῖ. Ἐνῷ ἡ Θωμαΐδα, ὅπως γράφει ὁ Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης, «ἔλαβε στέφανον μάρτυρος διὰ τὴν σωφροσύνην».
Ὁ προϊστάμενος τῆς σκήτης τῆς Ἀλεξανδρείας, μοναχὸς Δανιήλ, μόλις πληροφορήθηκε τὸ μαρτυρικὸ τέλος τῆς Θωμαΐδος, κατέβηκε ἀμέσως στὴν πόλη μὲ μερικοὺς μοναχοὺς καὶ παρέλαβε τὸ ἱερὸ λείψανο τῆς Ἁγίας. Τὸ μετέφερε μὲ εὐλάβεια στὴ Σκήτη καὶ τὸ ἐνταφίασε μὲ τιμὲς στὸ κοιμητήριο τῶν Πατέρων. Τότε συνέβη καὶ τὸ ἑξῆς θαυμαστό. Κάποιος μοναχός, ὁ ὁποῖος ἐπολεμεῖτο ἀπὸ τὸν δαίμονα τῆς πορνείας καὶ εἶχε ταλαιπωρηθεῖ γιὰ μεγάλο χρονικὸ διάστημα, προσευχήθηκε στὸν τόπο ποὺ ἐνταφιάσθηκε τὸ λείψανο τῆς Μάρτυρος, ζητώντας τὴν βοήθειά της. Καὶ ἀφοῦ ἄλειψε τὸ σῶμα του μὲ λάδι ἀπὸ τὸ καντήλι ποὺ ἔκαιγε στὸν τάφο της, ἀπαλλάχθηκε ἀπὸ τὸν πειρασμὸ καὶ εἰρήνευσε. Ἀλλὰ κατὰ καιροὺς καὶ ἄλλοι πιστοί, μοναχοὶ καὶ λαϊκοί, ποὺ βασανίζονταν ἀπὸ σαρκικοὺς πειρασμούς, προσεύχονταν στὴν Ἁγία καὶ μὲ τὶς πρεσβεῖες της ἐνισχύονταν στὸν ἀγώνα τους ἢ καὶ ἀπαλλάσσονταν ἀπὸ τὸ πάθος.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Σωφροσύνης τῇ χάριτι διαπρέπουσα, ὑπὲρ ταύτης νομίμως ἐτύθης πάνσεμνε, καὶ Μαρτύρων κοινωνὸς ἀξίως γέγονας· ὅθεν ἀπάλλαξον ἡμᾶς, Θωμαΐς νύμφη Χριστοῦ, ἐκ πάσης ἡδυπαθείας, τῇ σῇ θερμῇ ἀντιλήψει, καὶ προσβολῶν αἰσχρῶν τοῦ ὄφεως.

 

Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ’. Τῇ ὑπερμάχῳ.

Τὴν τοῦ ἐχθροῦ ἐπιβουλὴν κατανοήσασα

Τὴν σωφροσύνην σου ἀμίαντον ἐτήρησας

Καὶ τὸν θάνατον ὑπέστης ἀνδρειοφρόνως.

Ἀλλὰ ῥῦσαι μολυσμῶν σαρκὸς καὶ πνεύματος

Καὶ παντοίων προσβολῶν τοῦ πολεμήτορος
Τοὺς βοῶντάς σοι, Θωμαΐς χαῖρε πάνσεμνε.

 

Μεγαλυνάριον.
Χαίροις σωφροσύνης στήλη λαμπρά, Θωμαΐς θεόφρον, ἡ τοῦ δράκοντος τὴν ὁρμήν, ῥεῖθροις σῶν αἱμάτων, ποντίσασα τελείως, καὶ γῆν πρὸς ἀφθαρσίας, κατασκηνώσασα.

Οἱ Ἅγιοι Ἀντώνιος, Ἰωάννης καὶ Εὐστάθιος οἱ Μάρτυρες 

Οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες Ἀντώνιος, Ἰωάννης καὶ Εὐστάθιος ἦταν ἀδέλφια καὶ μαρτύρησαν τὸ ἔτος 1342 στὴ Βίλνα τῆς Λιθουανίας. Τὰ ἱερὰ λείψανα αὐτῶν φυλάσσονται στὴν ἱερὰ μονὴ Ἁγίας Τριάδος Βίλνας.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ἅγιος Ἀρδαλίων ὁ Μάρτυρας ὁ μῖμος 

Ὁ Ἅγιος Μάρτυς Ἀρδαλίων ἔζησε κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορος Μαξιμιανοῦ (285 – 305 μ.Χ.) καὶ ἦταν ἀρχικὰ ἠθοποιός, ἐνασχολούμενος μὲ τὴν ὑποκριτικὴ καὶ παριστάνοντας δράματα τῆς ἐποχῆς ἐκείνης καὶ κωμωδίες. Ὅμως ὁ Ἀρδαλίων ἄκουσε τὸ κήρυγμα τοῦ Εὐαγγελίου, φωτίστηκε ἡ ψυχή του καὶ ἔγινε Χριστιανός.
Ἡ νέα του Χριστιανικὴ ζωὴ δὲν τοῦ ἐπέτρεπε νὰ ἐξακολουθεῖ τὶς προηγούμενες θεατρικές του ἀσχολίες. Γιὰ τελευταία ὅμως φορὰ θέλησε νὰ φανεῖ ἐπὶ σκηνῆς, ὑποκρινόμενος Χριστιανὸ Μάρτυρα ποὺ ἀρνιόταν νὰ ὑποκύψει στὶς προσταγὲς εἰδωλολάτρη ἄρχοντα καὶ γι’ αὐτὸ ὑποβαλλόταν σὲ βασανιστήρια. Ἡ ὑπόκριση τοῦ Ἀρδαλίωνος ἦταν τόσο ζωντανὴ καὶ μὲ τέτοιο πάθος, ὥστε τὸ κοινὸ τοῦ θεάτρου παρὰ τὴν ἀντιπάθεια πρὸς τοὺς Χριστιανούς, σείσθηκε ἀπὸ τὰ χειροκροτήματα. Ὁ Ἀρδαλίων μετέτρεψε τότε τὸν ἐνθουσιασμὸ σὲ ἔκπληξη, ἀφοῦ ὁμολόγησε δημόσια ὅτι εἶναι καὶ αὐτὸς Χριστιανός. Ὁ ἔπαρχος, ποὺ ἦταν παρὼν στὰ ὅσα εἶχαν διαδραματισθεῖ, διέταξε νὰ τὸν συλλάβουν καὶ νὰ τὸν ὁδηγήσουν στὴ φυλακή. Τὴν ἑπόμενη ἡμέρα κάλεσε τὸν Μάρτυρα ἐνώπιόν του καὶ προσπάθησε μὲ κολακεῖες καὶ ἀπειλὲς νὰ ἀλλάξει τὸ φρόνημα τοῦ Ἁγίου. Ὅλες ὅμως οἱ προσπάθειες τοῦ ἄρχοντα ἀπέβησαν ἄκαρπες. Γι’ αὐτὸ καὶ διέταξε νὰ τὸν κάψουν ζωντανό. Ἔτσι μαρτυρικὰ τελείωσε τὸν βίο του ὁ Ἅγιος Ἀρδαλίων καὶ ἔλαβε τὸ στέφανο τοῦ μαρτυρίου.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Σύναξις Ὑπεραγίας Θεοτόκου ἐν Βιλὲνσκ Ρωσίας

Ἡ ἱερὰ εἰκόνα τῆς Παναγίας μεταφέρθηκε στὸ Βιλὲνκ τῆς Ρωσίας τὸ ἔτος 1465. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ ἑορτάζεται στὶς 15 Φεβρουαρίου.
Ἡ παράδοση θεωρεῖ ὅτι ἡ ἱερὰ εἰκόνα τῆς Θεομήτορος εἶναι ἔργο τοῦ Εὐαγγελιστοῦ Λουκᾶ καὶ μεταφέρθηκε ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολη στὴ Ρωσία, τὸ ἔτος 1472, ὡς δῶρο τῆς Σοφίας Παλαιολογίνας, συζύγου τοῦ μεγάλου πρίγκιπα τῆς Μόσχας Ἰβὰν Γ’ (1462 – 1505). Τὸ ἔτος 1495, ὁ μεγάλος πρίγκιπας εὐλόγησε μὲ αὐτὴ τὴν εἰκόνα τὴν θυγατέρα του Ἑλένη, πρὶν ἐκείνη νυμφευθεῖ τὸν βασιλέα τῆς Λιθουανίας Ἀλέξανδρο. Ἀργότερα ἡ ἱερὰ εἰκόνα τοποθετήθηκε στὸ ναὸ τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου, στὸν ὁποῖο ἐνταφιάσθηκε ἡ πριγκίπισσα Ἑλένη. Σήμερα φυλάσσεται στὴ μονὴ Ἁγίας Τριάδος τοῦ Βιλένσκ.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ἅγιος Δημήτριος ὁ Νεομάρτυρας 

Ὁ Ἅγιος Νεομάρτυς Δημήτριος γεννήθηκε στὴ Λιγούδιστα ἢ Χώρα τῆς Τριφυλίας. Σὲ μικρὴ ἡλικία ἦλθε μὲ τὸν ἀδελφό του στὴν Τρίπολη καὶ ἐργαζόταν μαζὶ μὲ ἄλλους χτίστες. Ἐπειδὴ ὅμως αὐτοὶ τὸν βασάνιζαν, ἔφυγε ἀπὸ τὴν ἐργασία αὐτή. Προσελήφθη στὴν οἰκία κάποιου Τούρκου κουρέα, ὁ ὁποῖος κατόρθωσε μετὰ ἀπὸ λίγο διάστημα τὸν ἐξισλαμισμό του καὶ τὸν ὀνόμασε Ἀχμέτ.

Ἀργότερα ὁ Δημήτριος ἐγκατέλειψε τὴν Τρίπολη, ἀφοῦ πρῶτα μετανόησε γιὰ τὴν ἀποστασία του καὶ ἦλθε στὸ Ἄργος. Ἀπὸ τὸ Ἄργος, γιὰ μεγαλύτερη ἀσφάλεια, ἔφθασε στὴ Σμύρνη καὶ ἀπὸ ἐκεῖ μετέβη στὴ μονὴ τοῦ Τιμίου Προδρόμου τῶν Κυδωνιῶν, ὅπου ἐξομολογήθηκε στὸν πνευματικὸ τῆς μονῆς καὶ ζήτησε τὶς συμβουλές του. Μὲ τὴν δική του προτροπὴ ὁ Δημήτριος ἦλθε στὴν Χίο καὶ παρέμεινε γιὰ ἀρκετὸ καιρὸ κοντὰ σὲ ἕνα εὐλαβὴ καὶ φωτισμένο πνευματικὸ ζώντας μὲ προσευχὴ καὶ νηστεία.

Ἀφοῦ προετοιμάσθηκε γιὰ τὸ μαρτύριο ἦλθε πάλι στὸ Ἄργος, ὅπου παρέμεινε κρυπτόμενος καὶ χειραγωγούμενος ἀπὸ τὸν ἱερέα Ἀντώνιο Σακελλάριο καὶ ἀπὸ ἐκεῖ ἔφθασε στὴν Τρίπολη. Ἐμφανίσθηκε ἐνώπιον τοῦ Τούρκου διοικητοῦ καὶ ὁμολόγησε μὲ παρρησία τὴν πίστη του στὸν Χριστὸ καὶ τὸν πόθο του γιὰ τὸ μαρτύριο, χωρὶς νὰ ὑποκύψει στὶς κολακεῖες, τὶς ἀπειλὲς καὶ τοὺς βασάνους. Ὁμολογοῦσε συνεχῶς τὴν πίστη του στὸν Κύριο. τσι ἀποκεφαλίσθηκε ἀπὸ τοὺς Τούρκους τὸ ἔτος 1803.
Τὸ ἱερὸ λείψανό του διασώθηκε ἀπὸ τοὺς Χριστιανοὺς στὴν ἱερὰ μονὴ Ἁγίου Νικολάου Βαρσῶν καὶ ἡ τίμια κάρα του ἐνταφιάσθηκε ἀπὸ κάποιον εὐσεβὴ ἱερέα.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr