Blue Flower

Σὲ ἕξι μέρες ὁ Θεὸς κατασκεύασε καὶ διακόσμησε ὅλο τὸ αἰσθητὸ τοῦτο σύμπαν, ἐπίσης ἔπλασε καὶ ζωοποίησε τὸ μόνο ζῶο μὲ αἴσθηση καὶ νοῦ, τὸν ἄνθρωπο. Κατὰ τὴν ἕβδομη μέρα κατέπαυσε ἀπὸ ὅλα τὰ ἔργα Του, ὅπως μας δίδαξε τὸ Ἅγιο Πνεῦμα μὲ τὴ γλώσσα τοῦ Μωϋσῆ.

«Καὶ εὐλόγησε ὁ Θεὸς τὴν ἑβδόμη μέρα καὶ τὴν ἁγίασε».

Πῶς λοιπὸν εὐλόγησε καὶ ἁγίασε αὐτὴ τὴν ἡμέρα, στὴν ὁποία δὲν ἔπραξε τίποτα; Πῶς δὲν εὐλόγησε τὴν «μία» τὴν πρώτη ποὺ εἶναι ὑπερεξαίρετη κατὰ τὴν ὁποία παρήγαγε τὸ σύμπαν ἀπὸ τὸ μὴ ὅν;

Πῶς δὲν εὐλόγησε κάποια ἄλλη ἑπόμενη μέρα εἴτε αὐτὴ ποὺ στερέωσε τὸν οὐρανὸ εἴτε αὐτὴ ποὺ συστάθηκε ἡ γῆ; Γιατί δὲν εὐλόγησε μᾶλλον τὴν ἕκτη ποὺ ἀνέδειξε τὸν ἄνθρωπο γνωστικὸ ζῶο κατ’ εἰκόνα καὶ ὁμοίωσή Του;

Καὶ ὅμως εὐλόγησε τὴν ἕβδομη μέρα, ποὺ εἶναι μέρα ἀπραξίας.

Μερικοὶ ἐκθειάζουν τὸν ἀριθμὸ ἑπτὰ (Ἰώσηπος, Φίλων) γιατί λέγουν ὅτι εἶναι ἀγέννητος, ἀλλὰ καὶ παρθένος ἀφοῦ δὲν γεννᾶ. Ὅμως καὶ ἡ μονάδα εἶναι ἐντελῶς ἀγέννητη, ἀλλὰ καὶ γεννητικὴ κάθε ἀριθμοῦ. Μιλᾶνε γιὰ τὶς ἑπτὰ μέρες τῆς ἑβδομάδας, ἑπτὰ πλανῆτες, σ’ ἑπτὰ μέρες διχοτομεῖται ἡ σελήνη καὶ σὲ ἄλλες ἑπτὰ γίνεται πανσέληνος κ.ο.κ.

Κάθε ἀριθμὸ ἂν τὸν ἐξετάσουμε θὰ βροῦμε κάτι καλὸ καὶ θαυμαστὰ ταιριαστό. Λόγου χάρη ὁ ἀριθμὸς ἕξη εἶναι πρῶτος μεταξὺ τῶν τελείων ἀφοῦ ἐξισώνεται πρὶν ἀπὸ τοὺς ἄλλους στὰ μέρη του, γι’ αὐτὸ καὶ τὸ σύμπαν ὁλοκληρώθηκε σ’ αὐτόν.

Ὅμως ὁ Μωϋσῆς κατὰ κανένα τρόπο δὲν ἐμφάνισε τὸν Θεὸ ὡς ἐπαινέτη τοῦ ἀριθμοῦ. Λαμβάνοντας ἀφορμὴ ἀπὸ τὰ ἴδια τὰ λόγια τοῦ Μωϋσῆ λέμε γιὰ ποιὸ λόγο εὐλόγησε τὴν ἑβδόμη μέρα. Λέγει ὅτι: «κατέπαυσε ὁ Θεὸς τὴν ἕβδομη ἡμέρα ἀπὸ ὅλα τὰ ἔργα του τὰ ὁποία ἄρχισε νὰ ἐκτελεῖ». Ἑπομένως ὑπάρχουν ἔργα τοῦ Θεοῦ ποὺ οὔτε ἄρχισε νὰ ἐκτελεῖ, οὔτε ἔπαυσε νὰ ἐκτελεῖ.

Εὐλόγησε λοιπὸν καὶ ἁγίασε τὴν ἕβδομη ἡμέρα κατὰ τὴν ὁποία ἔπαυσε νὰ πράττει τὰ αἰσθητά, σὰν εἶδος ἐπανόδου στὸ ὕψος του θεοπρεπῶς, ποὺ βέβαια ποτὲ δὲν ἐγκατέλειψε, διδάσκοντας ἐμᾶς νὰ βρεθοῦμε κατὰ δύναμη σ’ ἐκείνη τὴ κατάπαυση ποὺ εἶναι ἡ κατὰ τὸ νοῦ μας θεωρία καὶ ἀνύψωση πρὸς τὸ Θεό. Αὐτὸ εἶναι τὸ ἕνα αἴτιο τῆς εὐλογίας τῆς ἕβδομης ἡμέρας καὶ παρήγγειλε ὁ Μωϋσῆς νὰ τηρεῖται ἀργία, ἀλλὰ μόνο ἀπὸ τὰ ἔργα ποὺ βοηθοῦν τὸ σῶμα, ἐνῶ γιὰ τὴ ψυχὴ παρήγγειλε ἐνέργεια.

Ἄλλο αἴτιο εἶναι ἡ πρόβλεψη τοῦ δημιουργοῦ τῆς ἐκτροπῆς τοῦ ἀνθρώπου πρὸς τὸ χειρότερο μέχρι καταστροφῆς καὶ φυλακῆς στὸν Ἅδη, τὴν ἀχρήστευση ὅλου τοῦ κόσμου, ἀλλὰ καὶ τὸ μελλοντικὸ ἀνακαινισμὸ τοῦ ἀνθρώπου. Αὐτὴ ἡ ἀνακαίνιση ἐνεργήθηκε μὲ τὴν ἐνανθρώπηση τοῦ Θεοῦ, τὴν κατάβαση στὸν Ἅδη τοῦ Χριστοῦ διὰ τοῦ θανάτου καὶ τὴν ἀνάκληση τῶν ψυχῶν ἀπὸ αὐτὸν τὸ Σάββατο.

Τελείωση τῆς ἑβδόμης μέρας εἶναι ἡ ὄγδοη ἡμέρα, ἡ Κυριακὴ κατὰ τὴν ὁποία ἔγινε ἡ ἀνάσταση τοῦ Κυρίου. Δὲν εἶναι μόνο ὄγδοη ἡμέρα, ἀλλὰ καὶ ἡ πρώτη τῶν ἔπειτα ἀπὸ αὐτή, γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Μωϋσῆς τὴν ὀνόμασε ὄχι «πρώτη», ἀλλὰ «μία» ὡς ἀνώτερη ἀπὸ τὶς ἄλλες καὶ ὡς προοίμιο τῆς μιᾶς καὶ ἀνέσπερης ἡμέρας τοῦ μέλλοντος αἰῶνος.
Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Κύριος ἐμφανίσθηκε τὴν Κυριακή, τὴν ἡμέρα τῆς ἀναστάσεώς του, στοὺς μαθητές του, ἐνῶ ἀπουσίαζε ὁ Θωμᾶς. Καὶ πάλι στὴν ὄγδοη ἡμέρα, δηλαδὴ τὴν Κυριακή, (ποὺ τιμᾶμε σήμερα) στὸ ἴδιο σπίτι μὲ κλειστὲς τὶς πόρτες ἐμφανίζεται στὸ διστακτικὸ Θωμᾶ γιὰ νὰ τὸν ὁδηγήσει στὴ πίστη. Ἀπὸ τότε διαρκῶς ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ ἐπιτελεῖ τὶς συνάξεις, κυρίως τὶς Κυριακές. Καὶ γι’ αὐτὸ δὲν πρέπει κανεὶς νὰ ἀπουσιάζει ἀπὸ τὶς ἱερὲς καὶ θεοπαράδοτες συνάξεις καὶ ἐγκαταλειφθεῖ δίκαια ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ πάθει κάτι παρόμοιο μὲ τὸν Θωμᾶ, ποὺ δὲν ἦλθε στὴν ὥρα του. Ὁ Θωμᾶς ὅταν ἦταν ἀπῶν ἀπὸ τὴ σύναξη, ἔγινε ἄπιστος, ὅταν δὲ ἐπανῆλθε μὲ τοὺς πιστεύοντας, τότε δὲν ἀστόχησε στὴ πίστη του. Ἑπομένως νὰ ἐπισκεπτόμαστε συχνὰ τὴν Ἐκκλησία τὶς Κυριακὲς σχολάζοντας ἀπὸ τὰ ἐπίγεια ἔργα μας, χωρὶς ἀπουσίες γιὰ νὰ λαβαίνουμε τὴν εἰρήνη καὶ νὰ αὐξάνουμε τὴν πίστη μας.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος βαρύς.
Σφραγισμένου τοῦ μνήματος, ἡ ζωὴ ἐκ τάφου ἀνέτειλας Χριστὲ ὁ Θεός· καὶ τῶν θυρῶν κεκλεισμένων, τοῖς Μαθηταῖς ἐπέστης ἡ πάντων Ἀνάστασις, Πνεῦμα εὐθὲς δι’ αὐτῶν ἐγκαινίζων ἡμῖν, κατὰ τὸ μέγα σου ἔλεος.

 

Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ’.
Τῇ φιλοπράγμονι δεξιᾷ, τὴν ζωοπάροχόν σου πλευράν, ἡ Θωμᾶς ἐξηρεύνησε Χριστὲ ὁ Θεός· συγκεκλεισμένων γὰρ τῶν θυρῶν ὡς εἰσῆλθες, σὺν τοῖς λοιποῖς Ἀποστόλοις ἐβόα σοι· Κύριος ὑπάρχεις καὶ Θεός μου.

 

Μεγαλυνάριον.
Θυρῶν κεκλεισμένων τοῖς Μαθηταῖς, ὑπέστης Σωτήρ μου, τὴν εἰρήνην σου δοὺς αὐτοῖς· ὅθεν ὁ Θωμᾶς σε, δακτύλῳ ψηλαφήσας, ἐβόα· Σὺ Θεός μου, πέλεις καὶ Κύριος.

Ὁ Ἅγιος Γεώργιος ὁ Μεγαλομάρτυρας ὁ Τροπαιοφόρος

Ἡ οἰκουμενικότητα τοῦ Ἁγίου Γεωργίου τοῦ Τροπαιοφόρου, ποὺ ἐκφράζεται μέσα ἀπὸ τὴ λειτουργικὴ τέχνη, τὴν τιμὴ πρὸς τὸν Ἅγιο λαῶν καὶ φυλῶν ἀκόμα καὶ μὴ ὀρθοδόξων, τὴ λαϊκὴ θρησκευτικότητα, μαρτυρεῖται περίτρανα ἀπὸ τὴν γ’ Ὠδὴ τοῦ Κανόνος του: «Γῆ πᾶσα καὶ βρότειος φυλή, οὐρανός τε συγχαίρει, στρατὸς Ἀγγέλων τε, ὁ πρωτοστράτηγος γάρ, Χριστοῦ νῦν Γεώργιος ἐκ γῆς, βαίνει πρὸς οὐράνια». Παρὰ τὴν εὐρέως διαδεδομένη τιμὴ καὶ εὐλάβεια πρὸς τὸν Ἅγιο Γεώργιο, δὲν ὑπάρχουν πολλὲς αὐθεντικὲς ἱστορικὲς πηγὲς γιὰ τὸ πρόσωπο καὶ τὸ μαρτύριό του. Πρώτη καὶ σπουδαιότερη πηγὴ ἀπὸ τὴν ὁποία ἀντλοῦμε πληροφορίες γιὰ τὸν βίο, τὸ μαρτύριο καὶ τὰ θαύματα τοῦ Ἁγίου Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου εἶναι τὸ ἱστορικὸ ποὺ συνέταξε ὁ ὑπηρέτης τοῦ Ἁγίου, Πασικράτης, ὁ ὁποῖος παρακολούθησε τὰ γεγονότα τοῦ μαρτυρίου τοῦ Ἁγίου.

Ὁ Ἅγιος Γεώργιος γεννήθηκε μεταξὺ τῶν ἐτῶν 280 – 285 μ.Χ., πιθανότατα στὴν περιοχὴ τῆς Ἀρμενίας, κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορος Διοκλητιανοῦ. Ἐκεῖ, σὲ ἕνα μοναστήρι τῆς περιοχῆς, ὁ Ἅγιος δέχθηκε τὸ μυστήριο τοῦ Βαπτίσματος καὶ ἔγινε μέλος τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ πατέρας τοῦ Ἁγίου ὀνομαζόταν Γερόντιος, ἦταν Συγκλητικὸς – στρατηλάτης στὸ ἀξίωμα – καὶ καταγόταν ἀπὸ πλούσια καὶ ἐπίσημη γενιὰ τῆς Καππαδοκίας. Σὲ παλαιὸ χειρόγραφο ἀναφέρεται ὅτι γεννήθηκε στὴ Σεβαστούπολη τῆς Μικρᾶς Ἀρμενίας καὶ ὅτι ἀρχικὰ ἦταν εἰδωλολάτρης, ἐνῷ ἀργότερα ἔγινε Χριστιανός. Ἡ σύζυγός του ὀνομαζόταν Πολυχρονία, ἦταν Χριστιανὴ καὶ καταγόταν ἀπὸ τὴ γνωστὴ Λύδδα (Διόσπολη) τῆς Παλαιστίνης. Ὅπως ἀναφέρουν οἱ πηγές, ἡ οἰκογένεια τοῦ Ἁγίου, ὅταν ἐκεῖνος ἦταν σὲ μικρὴ ἡλικία, μετοίκησε στὴ Λύδδα, λόγω τοῦ θανάτου τοῦ πατρός του.

Σὲ νεαρὴ ἡλικία ὁ Γεώργιος κατατάχθηκε στὸ Ρωμαϊκὸ στρατό. Διακρίθηκε γιὰ τὴν τόλμη καὶ τὸν ἡρωισμό του καὶ ἔλαβε τὸ ἀξίωμα τοῦ Τριβούνου. Λίγο ἀργότερα ὁ Διοκλητιανὸς τὸν ἔκανε Δούκα (διοικητή) μὲ τὸν τίτλο τοῦ Κόμητος στὸ τάγμα τῶν Ἀνικιώρων τῆς αὐτοκρατορικῆς φρουρᾶς, «πολλάκις πρότερον μεγαλοπρεπῶς διαπρέψας τοῦ τῶν σχολῶν μετὰ ταῦτα πρώτου τάγματος κόμης κατ’ ἐκλογὴν προεβλήθη».

Στὶς ἀρχὲς τοῦ 303 μ.Χ. ὁ Ἅγιος συλλαμβάνεται καὶ ἀκολουθεῖ τὸ μαρτύριο. Ἡ πίστη τοῦ Ἁγίου γίνεται ἀφορμὴ νὰ βαπτισθοῦν Χριστιανοὶ οἱ στρατιωτικοὶ Ἀνατόλιος καὶ Πρωτολέων, Βίκτωρ καὶ Ἀκίνδυνος, Ζωτικὸς καὶ Ζήνωνας, Χριστόφορος καὶ Σεβηριανός, Θεωνᾶς, Καισάριος καὶ Ἀντώνιος, τῶν ὁποίων τὴ μνήμη ἑορτάζει ἡ Ἐκκλησία στὶς 20 Ἀπριλίου καὶ ἡ βασίλισσα Ἀλεξάνδρα, σύζυγος τοῦ Διοκλητιανοῦ, μαζὶ μὲ τοὺς δούλους της Ἀπολλώ, Ἰσαάκιο καὶ Κοδράτο, τῶν ὁποίων ἡ μνήμη τιμᾶται στὶς 21 Ἀπριλίου.

Ὁ Ἅγιος μαρτύρησε, «ἀπετμήθη τὴν κεφαλήν», μετὰ ἀπὸ πλῆθος βασανιστηρίων, τὴν Παρασκευὴ 23 Ἀπριλίου τοῦ ἔτους 303 μ.Χ. Κατὰ δὲ τὸν ὑπολογισμὸ τοῦ ἱστορικοῦ Εὐσεβίου καὶ σύμφωνα μὲ τὸ Μακεδονικὸ ἡμερολόγιο, ἡ ἡμέρα αὐτὴ ἀντιστοιχοῦσε στὴν Παρασκευὴ τῆς Διακαινησίμου, τοῦ Πάσχα. Κρυφὰ σήκωσαν οἱ Χριστιανοὶ τὸ πάντιμο λείψανό του καὶ τὸ ἔθαψαν μαζὶ μὲ αὐτὸ τῆς Ἁγίας μητρός του, ἡ ὁποία μαρτύρησε τὴν ἴδια ἢ τὴν ἑπόμενη ἡμέρα. Ὁ πιστὸς ὑπηρέτης τοῦ Ἁγίου, Πασικράτης, ἐκτελώντας τὴν ἐπιθυμία τοῦ Ἁγίου, παρέλαβε τὸ Ἅγιο λείψανο τοῦ Μάρτυρα μαζὶ μὲ αὐτὸ τῆς μητέρας του καὶ τὸ μετέφερε στὴ Λύδδα τῆς Παλαιστίνης. Ἀπὸ ἐκεῖ, ὅπως βεβαιώνουν οἱ πηγές, οἱ Σταυροφόροι πῆραν τὰ ἱερὰ λείψανα τῆς Ἁγίας Πολυχρονίας καὶ τὰ μετέφεραν στὴ Δύση.

Μετὰ τὸ μαρτυρικὸ θάνατο τοῦ Ἁγίου, μαρτύρησαν καὶ οἱ συνδέσμιοί του Εὐσέβιος, Νέων, Λεόντιος, Λογγίνος καὶ ἄλλοι τέσσερις μαζί. Τὴν μνήμη τους τιμᾶ ἡ Ἐκκλησία στίς 24 Ἀπριλίου.

Βλέπουμε ὅτι μὲ κέντρο τὴν ἡμέρα τοῦ μαρτυρίου τοῦ Ἁγίου, δημιουργεῖται μέσα στὸ τελετουργικὸ χρόνο τῆς Ἐκκλησίας, ἕνας ἑορτολογικὸς κύκλος, ὁ ὁποῖος καλλιεργεῖται περισσότερο ἀπὸ τὰ Τυπικὰ τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ξεκινᾶ στὶς 20 Ἀπριλίου καὶ τελειώνει στὶς 24 τοῦ αὐτοῦ μηνός. Ὁ ἑορτολογικὸς αὐτὸς κύκλος δείχνει τὴν περίοπτη θέση τοῦ Μεγαλομάρτυρος στὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας.

Ἡ τιμὴ τοῦ Ἁγίου ἐπεξετάθη ἐντὸς ὀλίγου χρόνου σὲ ὅλη τὴν Ἀνατολή. Ἔτσι στὴ Συρία ἤδη ἀπὸ τὸν 4ο αἰώνα μ.Χ. ὑπῆρξαν ναοὶ ἀφιερωμένοι στὴ μνήμη του, ἐνῷ στὴν Αἴγυπτο ὑπῆρχαν περὶ τοὺς 40 ναοὺς καὶ 3 Μονὲς στὸ ὄνομά του. Στὶς λοιπὲς ἀνατολικὲς περιοχὲς ἡ τιμὴ τοῦ Ἁγίου εἶχε λάβει τεράστιες διαστάσεις ἀπὸ ἀρχαιοτάτους χρόνους. Στὴν Ἁγιοτόκο καὶ μαρτυρικὴ Καππαδοκία βρίσκονται πολλοὶ ναοὶ ἀφιερωμένοι στὸν Μεγαλομάρτυρα, ἀλλὰ καὶ σὲ ἄλλους Ἁγίους, μὲ ἐξαίρετες τοιχογραφίες τοῦ μαρτυρίου τοῦ Ἁγίου, καθὼς καὶ τῆς μητρός του Ἁγίας Πολυχρονίας. Καὶ στὴν Κωνσταντινούπολη ὅμως πολλοὶ καὶ ὀνομαστοὶ ναοὶ ἦταν ἀφιερωμένοι στὸν Μεγαλομάρτυρα τοῦ Χριστοῦ Γεώργιο.
Ἡ τιμὴ πρὸς τὸν Ἅγιο Γεώργιο στὴν περιοχὴ τῆς Μικρᾶς Ἀσίας καὶ τῆς Κωνσταντινουπόλεως καλλιεργήθηκε ἰδιαίτερα ἀπὸ τὸν Ὅσιο Θεόδωρο τὸν Συκεώτη. Δὲν εἶναι τυχαῖο τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ μνήμη τοῦ Ὁσίου Θεοδώρου, ποὺ ἡ Ἐκκλησία μας τιμᾶ στὶς 22 Ἀπριλίου, ἑορταζόταν στὴν Κωνσταντινούπολη μὲ ἱερὰ Σύναξη στὸ ναὸ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου «ἐν τῷ Δευτέρῳ». Αὐτὸ ἀκριβῶς καταδεικνύει τὴ σχέση μεταξὺ τῶν δύο Ἁγίων.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ἀπολυτίκιο. Ἦχος δ’.

Ὡς τῶν αἰχμαλώτων ἐλευθερωτής, καὶ τῶν πτωχῶν ὑπερασπιστής, ἀσθενούντων ἰατρός, βασιλέων ὑπέρμαχος, Τροπαιοφόρε Μεγαλομάρτυς Γεώργιε, πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

 

Ἕτερον Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Τῶν Μαρτύρων τὸ κλέος, καὶ λαμπρὸν ἀκροθίνιον, τῶν καινῶν τροπαίων τὴν στήλην, καὶ ὁπλίτης περίδοξον, τιμήσωμεν ἐν ὕμνοις ἱεροῖς, Γεώργιον τὸν μέγαν Ἀθλητήν· σελαγίζει γὰρ τοῖς θαύμασιν πᾶσαν γῆν, καὶ σώζει τοὺς κραυγάζοντας· δόξα τῷ σὲ δοξάσαντι Χριστῷ, δόξα τῷ σὲ μεγαλύναντι, δόξα τῷ ἐνεργοῦντι διὰ σοῦ, ξένα θαυμάσια.

 

Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Γεωργηθεὶς ὑπὸ Θεοῦ ἀνεδείχθης, τῆς εὐσεβείας γεωργὸς τιμιώτατος, τῶν ἀρετῶν τὰ δράγματα συλλέξας σεαυτῷ· σπείρας γὰρ ἐν δάκρυσιν, εὐφροσύνῃ θερίζεις· ἀθλήσας δὲ δι’ αἵματος, τὸν Χριστὸν ἐκομίσω· καὶ ταῖς πρεσβείαις Ἅγιε ταῖς σαῖς, πᾶσι παρέχεις, πταισμάτων συγχώρησιν.

 

Ἕτερον Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ’. Τῇ ὑπερμάχῳ.

Ὡς τῶν Μαρτύρων ταξιάρχην καὶ ἀκρέμονα

Καὶ Ἐκκλησίας ἀκατάσειστον θεμέλιον

Μακαρίζομέν σε πόθῳ Τροπαιοφόρε.

Ἀλλ’ ὡς μέγας ἀρωγὸς ἡμῶν καὶ πρόβολος

Ἐν παντὶ ἀντιλαβοῦ καὶ ὑπεράσπισον
Τῶν βοώντων σοι, χαίροις Μάρτυς Γεώργιε.

 

Μεγαλυνάριον.
Μέγας ἐν ἀθλήσει ἀναδειχθείς, ὡς τροπαιοφόρος, καὶ ἐν θαύμασιν εὐκλεής, μέγας ἀντιλήπτωρ, τῆς Ἐκκλησίας ὤφθης, Γεώργιε παμμάκαρ, Μαρτύρων καύχημα.

Ἡ Ἁγία Πολυχρονία ἡ Μάρτυς

Ἡ Ἁγία Μάρτυς Πολυχρονία ἦταν μητέρα τοῦ Ἁγίου Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου τοῦ Τροπαιοφόρου καὶ καταγόταν ἀπὸ τὴν πόλη Λύδδα (Διόσπολη) τῆς Παλαιστίνης. Προερχόταν καὶ ἐκείνη ἀπὸ φημισμένο καὶ ἀρχοντικὸ γένος. Ἦταν σεμνὴ καὶ γενναία καὶ πλημμυρισμένη ἀπὸ σωφροσύνη, καλοσύνη καὶ γλυκύτητα. Ἀπ’ ὅλα πιὸ πολὺ ἡ ψυχή της ἀγαποῦσε τὸν Θεό, τὴν προσευχὴ καὶ τὴν ταπείνωση. Ὁ χρόνος της κυλοῦσε μὲ τὴν ἀνάγνωση τῶν Θείων Γραφῶν καὶ τὴν προσευχή. Τὶς προσευχὲς δὲ καὶ τὶς ἀγρυπνίες της, ἡ μακαρία Πολυχρονία, τὶς συνόδευε μὲ ἐγκράτεια καὶ νηστεία. Ἔτσι, ἀποσπασμένος ὁ νοῦς της ἀπὸ τὴ γῆ ὑψωνόταν στὸν οὐρανὸ καὶ βυθιζόταν στὴ θεωρία τοῦ Θεοῦ. Μὲ αὐτὸ τὸν τρόπο μεταμόρφωνε τὸ γύρω χῶρο της καὶ ἄφηνε νὰ διαχέεται στὸ εἰδωλολατρικὸ περιβάλλον τοῦ συζύγου της Γεροντίου ἡ πάντερπνη ὀσμὴ τῆς πνευματικῆς εὐωδίας.

Ἡ Ἁγία Πολυχρονία μεγάλωνε κρυφὰ τὸν υἱό της μὲ παιδεία καὶ νουθεσία Κυρίου. Τοῦ μετέδιδε τὴν θερμή της ἀγάπη πρὸς τὸν Χριστό, καθὼς καὶ τὴν βαθιὰ εὐλάβειά της. Καὶ ὅταν ἐκεῖνος ἀντιμετώπισε τὸ μαρτύριο γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, ἡ Ἁγία βρισκόταν διαρκῶς κοντά του. Καὶ στὴ φυλακὴ καὶ στὸν τόπο τῶν μαρτυρίων. Φρόντιζε πάντοτε γιὰ τὴν ἐνίσχυσή του μὲ τὰ Ἄχραντα Μυστήρια.

Ὅταν τὴν εἶδε ὁ βασιλέας Διοκλητιανὸς νὰ ὁμιλεῖ στὸν Ἅγιο, τὴν κάλεσε κοντά του καὶ τὴν ρώτησε ποιὰ εἶναι. Ἡ Ἁγία μὲ πνευματικὴ ἀνδρεία ἀπάντησε: «Μὲ λένε Πολυχρονία καὶ εἶμαι Χριστιανή, ὅπως καὶ ὁ υἱός μου Γεώργιος, ποὺ νομίζεις ὅτι τιμωρεῖς, ἐνῷ αὐτὸς στεφανώνεται ἀπὸ τὸν Βασιλέα Χριστό». Ἐξοργισμένος ὁ Διοκλητιανὸς πρόσταξε νὰ τὴν βασανίσουν ἀμέσως. Στὴν συνέχεια τὴν κρέμασαν ἐπάνω σὲ ἕνα ξύλο καὶ τῆς ἔκαναν ἀκόμη μεγαλύτερα μαρτύρια. Κατέσχισαν τὶς σάρκες τοῦ σώματός της μὲ σιδερένιες χειράγρες τόσο πολύ, ποὺ φάνηκαν τὰ σπλάχνα της. Ὓστερα πῆραν ἀναμμένες λαμπάδες καὶ ἄρχισαν νά καῖνε τὶς πληγές της. Παρόλα αὐτὰ ἐκείνη ἔμενε ἀσάλευτη στὴν πίστη της καὶ ἀνδρεία στὸν λογισμό της. Οἱ δήμιοι ὅμως συνέχισαν. Τῆς φόρεσαν μὲ λαβίδες σιδερένια πυρακτωμένα ὑποδήματα. Ἡ Ἁγία Πολυχρονία, μὲ τὴν παρηγοριὰ τοῦ Παρακλήτου, νίκησε τοὺς πόνους καὶ παρέδωσε μὲ εἰρήνη τὴν ἁγία της ψυχὴ στὰ χέρια τοῦ Θεοῦ.
Τὸ τίμιο λείψανό της τὸ παρέλαβαν κρυφὰ οἱ Χριστιανοὶ καὶ τὸ ἐνταφίασαν δοξάζοντας τὸν Θεό.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ἅγιος Ἀθανάσιος ὁ Μάρτυρας ὁ ἀπὸ μάγων

Ὁ Ἅγιος Μάρτυς Ἀθανάσιος τελειώθηκε διὰ ξίφους. 

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Οἱ Ἅγιοι Ἀνατόλιος καὶ Πρωτολέων οἱ στρατηλάτες

Οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες Ἀνατόλιος καὶ Πρωτολέων ἦταν στρατιωτικοὶ καὶ μαρτύρησαν διὰ ξίφους.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ἅγιος Γλυκέριος ὁ Μάρτυρας ὁ γεωργός 

Ὁ Ἅγιος Μάρτυς Γλυκέριος ἀναφέρεται στὸ Συναξάρι τοῦ Μεγαλομάρτυρα Γεωργίου. Ὅταν ὁ Ἅγιος Γεώργιος ἦταν κλεισμένος στὴ φυλακή, ἡ φήμη τῶν θαυμάτων του εἶχε φθάσει σὲ ὅλη τὴν πόλη καὶ τὰ περίχωρα. Ἔτσι πλῆθος κόσμου κάθε νύχτα γέμιζε τὴ φυλακή, δίδοντας μεγάλα δῶρα στοὺς δεσμοφύλακες γιὰ νὰ δεῖ τὸν Ἅγιο καὶ νὰ λάβει πνεῦμα δυνάμεως, πνεῦμα χαρᾶς, πνεῦμα πίστεως καὶ ἀγάπης. Ἀνάμεσα σὲ αὐτοὺς ἦταν καὶ ὁ πτωχὸς Γλυκέριος. Εἶχε στὴν κατοχή του ἕνα μόνο βόδι, τὸ ὁποῖο ψόφησε τὴν ὥρα ποὺ ὄργωνε τὸ χωράφι του. Ἔπεσε λοιπὸν στὰ γόνατα τοῦ Ἁγίου Γεωργίου καὶ τὸν ἱκέτευε νὰ τὸν βοηθήσει. Στὴν εἰλικρινὴ ὁμολογία του ὅτι πιστεύει στὸν Θεό, ὁ Ἅγιος τὸν προέπεμψε λέγοντάς του ὅτι τὸ βόδι του ἦταν ζωντανό. Ὅταν τὸ διαπίστωσε ὁ Γλυκέριος, ἐπέστρεψε στὸν Ἅγιο γιὰ νὰ τὸν εὐχαριστήσει καὶ κραύγαζε: «Μέγας ὁ Θεὸς τοῦ Γεωργίου». Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ συνελήφθη καὶ ὑπέστη τὸν διὰ ξίφους θάνατο.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Οἱ Ἅγιοι Δονάτος καὶ Θερινὸς οἱ Μάρτυρες

Ὁ Ἅγιος Μάρτυς Δονάτος ὑπέστη μαρτυρικὸ θάνατο διὰ ξίφους μετὰ τοῦ Μάρτυρος Θερινοῦ κατὰ τὸν διωγμὸ τοῦ αὐτοκράτορα Δεκίου, τὸ ἔτος 250 μ.Χ., στὸ Βουθρωτὸ τῆς Ἠπείρου.
Ὁ Ἅγιος Θερινὸς συνελήφθη καὶ ὁδηγήθηκε στὸ δικαστήριο, ὅπου εἶχαν ἑτοιμάσει τὴ φωτιά, τὰ ἀκονισμένα ξίφη καὶ τὰ ἄλλα ὄργανα τοῦ βασανισμοῦ. Ὁ δικαστὴς προέτρεψε τὸν Ἅγιο νὰ θυσιάσει στὸν θεὸ Δία καὶ τοὺς ἄλλους θεούς, ἀλλὰ ὁ στερρὸς καὶ ρωμαλέος Θερινός, βλέποντας ἀτάραχος γύρω του, ὁμολόγησε μὲ θάρρος καὶ γενναιότητα τὴν πίστη του στὸν Κύριο. Τότε ὁ τύραννος προστάζει καὶ τέμνονται τὰ μέλη καὶ ξεσκίζονται οἱ σάρκες τοῦ Ἁγίου, ἀπὸ τὶς ὁποῖες ρέει αἷμα. Ἔπειτα τὸν ἔριξαν σὲ πυρακτωμένο καμίνι καὶ σὲ πυρακτωμένη σχάρα. Στὴν συνέχεια τὸν ὁδήγησαν στὸν ἱππόδρομο καὶ τὸν ἔριξαν στὰ πεινασμένα θηρία, τὰ ὁποῖα ὅμως τὸν σεβάστηκαν καὶ δὲν τὸν πείραξαν. Τότε ὑπέστη τὸν διὰ ξίφους μαρτυρικὸ θάνατο καὶ εἰσῆλθε ἔτσι στὴ χαρὰ τοῦ Κυρίου του.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ἅγιος Οὐαλέριος ὁ Μάρτυρας

Ὁ Ἅγιος Μάρτυς Οὐαλέριος τελειώθηκε διὰ ξίφους.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ἅγιος Γεώργιος ὁ ἐκ Ρωσίας

Ὁ Ὅσιος Γεώργιος τοῦ Σενκοὺρκ ἦταν σύγχρονος τοῦ Ὁσίου Βαρλαὰμ τοῦ Βὰζχσκ καὶ Σενκοὺρκ ( 19 Ἰουνίου). Ἀσκήτεψε θεοφιλῶς καὶ σύμφωνα μὲ τὴν παράδοση κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὴν ἡμέρα τῆς ἑορτῆς τοῦ προστάτου του Μεγαλομάρτυρα Γεωργίου.
Ὁ Ὅσιος ἀπεικονίζεται μὲ κουρελιασμένα ἐνδύματα, ἀνυπόδητος καὶ μὲ τὰ χέρια ὑψωμένα σὲ προσευχή.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ἅγιος Γεώργιος ὁ Νεομάρτυρας ὁ Κύπριος 

Ὁ Ἅγιος Νεομάρτυρας Γεώργιος καταγόταν ἀπὸ τὴν Κύπρο. Ἀφοῦ ἀναχώρησε ἀπὸ τὴν πατρίδα του ἔφθασε στὴν Προλεμαΐδα τῆς Παλαιστίνης, ὅπου ὑπηρετοῦσε κοντὰ σὲ κάποιο εὐρωπαῖο πρόξενο. Ἐκεῖ, προσφέροντας τὶς ὑπηρεσίες του πρὸς τόν ἀφέντη του, ἐπισκεπτόταν συχνὰ τὸ σπίτι μιᾶς φτωχῆς μωαμεθανῆς, ἡ ὁποία εἶχε  μία νεαρὴ θυγατέρα καὶ ἀγόραζε αὐγά. Κάποιες τουρκάλες γειτόνισσες, ἐπειδὴ ὁ Γεώργιος δὲν ἀγόραζε αὐγὰ ἀπὸ αὐτές, τὸν συκοφάντησαν ὅτι εἶχε ἀθέμιτες σχέσεις μὲ τὴ νεαρὴ μωαμεθανὴ καὶ μὲ κραυγὲς συγκέντρωσαν μπροστὰ στὸ σπίτι τῆς μωαμεθανῆς τὸν τουρκικὸ ὄχλο.

Ὁ Γεώργιος, διαμαρτυρόμενος γιὰ τὴν προσαπτόμενη ψευδὴ κατηγορία, ὁδηγήθηκε βίαια στὸν ἱεροδικαστή. Ἐκεῖνος μάταια προσπάθησε νὰ τὸν πείσει νὰ γίνει μουσουλμάνος πρὸς ἀποφυγὴν τῆς τιμωρίας. Παρὰ τὶς προσπάθειες τοῦ κριτοῦ καὶ τὶς κολακεῖες ἢ φοβέρες τοῦ ὄχλου, ὁ Μάρτυρας παρέμεινε ἀμετάθετος στὴν πίστη, δηλώνοντας ὅτι Χριστιανὸς γεννήθηκε καὶ Χριστιανὸς θέλει νὰ πεθάνει.
Τότε ὁ κριτὴς διέταξε, τὸ ἔτος 1752, τὸν θάνατό του. Ὁ Μάρτυρας Γεώργιος ὁδηγήθηκε σὲ τόπο κοντὰ στὴν θάλασσα. Οἱ δήμιοι ἀνάγνωσαν τὴν καταδίκη του σὲ θάνατο καὶ προσπάθησαν πάλι μὲ κολακεῖες καὶ ὑποσχέσεις νὰ ἐπιτύχουν τὸν ἐξισλαμισμό του. Ὁ Μάρτυς ὕψωσε τότε τὰ ἁλυσοδεμένα χέρια του στὸν οὐρανὸ καὶ ἀνεβόησε μὲ φωνὴ μεγάλη: «Κύριε, Ἰησοῦ Χριστέ, δέξαι τὸ πνεῦμα μου καὶ ἀξίωσέ με τῆς Βασιλείας Σου». Οἱ Τοῦρκοι τὸν πυροβόλησαν καὶ ὁρμώντας ἐναντίον του διαμέλισαν τὸ τίμιο λείψανό του διὰ μαχαίρας. Τότε ξαφνικὰ ἔγινε θύελλα, ποὺ συντάραξε τὴν θάλασσα. Τὰ κύματα ἔφθασαν μέχρι τὸ σημεῖο ὅπου ἔκειτο τὸ ἱερὸ λείψανο τοῦ Ἁγίου. Οἱ Τοῦρκοι φοβούμενοι ἀπομακρύνθηκαν, οἱ δὲ Χριστιανοὶ παρέλαβαν τὸ σκήνωμα τοῦ Μάρτυρος καὶ ἐνταφίασαν αὐτὸ στὸ ναὸ τῆς Πτολεμαΐδος.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ἅγιος Λάζαρος ὁ Νεομάρτυρας

Ὁ Ἅγιος Νεομάρτυς Λάζαρος καταγόταν ἀπὸ τὴν πόλη Κάμπροβα τῆς Βουλγαρίας καὶ γεννήθηκε ἀπὸ γονεῖς εὐσεβεῖς καὶ φιλόθεους. Ἀφοῦ ἀναχώρησε ἀπὸ τὴν Βουλγαρία, ἦλθε στὴν πόλη Σῶμα, κοντὰ στὴν Πέργαμο καὶ ἔγινε βοσκός. Κάποια ἡμέρα ποὺ ὁ Ἅγιος ἔβοσκε τὸ ποίμνιό του, ἀποκοιμήθηκε. Κατὰ τύχη δὲ τὴν ὥρα ἐκείνη περνοῦσε ἀπὸ ἐκεῖ μία ὀθωμανίδα, κατὰ τῆς ὁποίας ἐπιτέθηκε τὸ σκυλὶ τῆς ποίμνης καὶ ἔσκισε λίγο τὰ ἐνδύματά της. Ἡ γυναίκα, μόλις ἐπέστρεψε στὸ σπίτι της, ἔδειξε τὰ σκισμένα ἐνδύματά της στὸν σύζυγό της, συκοφαντώντας τὸν Λάζαρο ὅτι δῆθεν ἦταν αὐτὸς ποὺ τὴν βίασε. Ὁ Τοῦρκος ὀργίσθηκε καὶ ἔτρεξε ἀμέσως νὰ βρεῖ τὸν Λάζαρο. Ἀντὶ αὐτοῦ, βρῆκε ἕναν φίλο τοῦ Ἁγίου, τὸν ὁποῖο τραυμάτισε. Ὅταν δὲ πληροφορήθηκε ὁ Τοῦρκος ὅτι ὁ τραυματισθεῖς δὲν ἦταν ὁ Λάζαρος, ζήτησε ἀπὸ τὸν ἀγᾶ τὴν τιμωρία τοῦ Λαζάρου.
Ἔτσι ὁ Ἅγιος συνελήφθη στὶς 7 Ἀπριλίου τοῦ 1802 καὶ κλείσθηκε στὴ φυλακή. Ἡ ἀθῳότητά του ἀποδείχθηκε, ἀλλὰ οἱ συγγενεῖς τῆς ὡς ἄνω γυναίκας ὑποσχέθηκαν στὸν ἀγᾶ χίλια γρόσια στὴν περίπτωση ποὺ θὰ ἐπετύγχανε τὸν ἐξισλαμισμὸ ἢ τὸν θάνατο τοῦ Μάρτυρα. Ἡ φιλαργυρία ὁδήγησε τὸν ἄρχοντα στὸ νὰ ὑποβάλλει τὸν Νεομάρτυρα Λάζαρο σὲ φρικτὰ βασανιστήρια. Οἱ δήμιοι πύρωσαν σιδερένια ραβδιά, διὰ τῶν ὁποίων κατέκαψαν ἕνα πρὸς ἕνα ὅλα τὰ μέλη τοῦ σώματός του, ἐνῷ τὸν βίαζαν νὰ ὁμολογήσει πίστη στὸν Μωάμεθ. Ἀφοῦ κατέκαψαν τέλος καὶ τὴν γλῶσσα τοῦ Ἁγίου Λαζάρου, τὸν παρακινοῦσαν – ἄφωνο πιὰ – νὰ ὑποδείξει μὲ νεύματα ἢ μὲ κίνηση τῆς κεφαλῆς τὴ συγκατάθεσή του στὴν ἐπιθυμία τους νὰ ἀλλαξοπιστήσει. Ἀλλὰ οὔτε τὰ φρικώδη βασανιστήρια, οὔτε οἱ βαριὲς πέτρες ποὺ τέθηκαν στὸ στῆθος του, οὔτε οἱ ραβδισμοὶ στάθηκαν ἱκανὰ γιὰ νὰ μεταπείσουν τὸν Μάρτυρα. Ἔτσι δέχθηκε γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ τὸν δι’ ἀγχόνης θάνατο, σὲ ἡλικία εἴκοσι ὀκτῶ ἐτῶν.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

«Η ΣΩΤΗΡΙΟΣ ΟΜΟΛΟΓΙΑ» – «Ὁ Κύριός μου καί ὁ Θεός μου»

Ὀκτώ ἡμέρες μετά τήν ἔνδοξη Ἀνάστασί Του ὁ Θεῖος Λυτρωτής μας, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, ἐμφανίζεται πάλι στούς ἁγίους Μαθητές Του καί Ἀποστόλους, παρόντος αὐτή τή φορά καί τοῦ Θωμᾶ, «κεκλεισμένων τῶν θυρῶν» τοῦ οἴκου, στόν ὁποῖο ἦσαν συναγμένοι, συγκαταβαίνοντας στήν ἀδυναμία τοῦ Ἀποστόλου Θωμᾶ νά πιστεύσῃ στήν μαρτυρία καί διαβεβαίωσι τῶν συμμαθητῶν του ὅτι ἀναστήθηκε ὁ Χριστός καί τόν εἶδαν καί τόν προσκύνησαν Ἀναστάντα ἐκ νεκρῶν. Θεϊκή συγκατάβασις ὄχι μόνο στήν ἀνθρώπινη ἀδυναμία του νά πιστεύση στή χαρμόσυνη εἴδησι πού τοῦ μετέφεραν οἱ ἄλλοι μαθητές τοῦ Χριστοῦ, αὐτόπτες τοῦ Ἀναστάντος Κυρίου, ἀλλά καί στήν ἔμμονη δήλωσί του ὅτι δέν θά πιστεύση, ἐάν δέν ἰδῆ προηγουμένως τό σημάδι τῶν καρφιῶν καί δέν βάλη τό δάκτυλό του στό σημεῖο αὐτό καί τό χέρι του στήν τρυπημένη ἀπό τήν λόγχη τοῦ στρατιώτη ἁγία πλευρά τοῦ Θεανθρώπου.

«Κεκηρυγμένη καί ὡμολογημένη ἀπιστία – δυσπιστία. Ἐνυπάρχει ἰσχυρογνωμοσύνη καί εἰς αὐτήν τήν μορφήν τῶν λόγων του καί πρό παντός εἰς τήν ἐπανάληψιν τῶν ἰδίων λέξεων». Ὁ ἐκκλησιαστικός ἑρμηνευτής Εὐθύμιος Ζυγαβηνός παρατηρεῖ ὅτι : «Διά τοῦτο ὁ Θωμᾶς ἐγκαλεῖται – κατηγορεῖται. Διότι εἰς τούς συμμαθητάς του, πού ἦσαν ἀξιόπιστοι καί τόν διαβεβαίωναν γιά τήν θέασι τοῦ Ἀναστάντος δέν ἐπίστευσε».

Ὁ ἅγιος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας, ἀναφερόμενος στήν ὀλιγοπιστία τοῦ Θωμᾶ σχολιάζει ὅτι : «Νομίζω δέ ὅτι κατά μεγάλη οἰκονομία Θεοῦ εἶχε συμβῆ πρός καιρόν ἡ ὀλιγοπιστία τοῦ μαθητοῦ. Γιά νά πιστεύωμε χωρίς κανένα ἐνδοιασμό ἐμεῖς οἱ μεταγενέστεροι, μέ τήν πληροφορία πού μᾶς ἔδωσε, ὅτι ὁ Οὐράνιος Πατέρας διά τοῦ Υἱοῦ ἐζωογόνησε καί ἀνέστησε τήν σάρκα Του, πού ἦταν κρεμασμένη ἐπάνω στό ξύλο τοῦ Σταυροῦ καί ἐθανατώθηκε».

Ὁ ἱερός Χρυσόστομος σημειώνει ὅτι : «Ζητοῦσε τήν πίστι (καί τήν βεβαιοπιστία) μέ τήν παχύτατη αἴσθησι (τήν ἁφή) καί δέν ἐπίστευε στά μάτια του. Γιατί δέν εἶπε : Ἄν δέν ἰδῶ, ἀλλά ἄν δέν ψηλαφήσω … μήπως τυχόν ἦταν φαντασία τό βλεπόμενο».

«Ἐσύ δέ, συνεχίζει ὁ θεῖος Χρυσόστομος, ὅταν ἰδῆς ἀπιστοῦντα τόν μαθητή, ἐννόησε τήν φιλανθρωπία τοῦ Δεσπότου Χριστοῦ, πῶς καί γιά μιά ψυχή φανερώνει τόν ἑαυτό του νά ἔχη τραύματα καί ἔρχεται γιά νά διασώση καί τόν ἕνα».

«Ξανάρχεται ὁ Ἰησοῦς (μετά ἀπό ὀκτώ ἡμέρες), προσθέτει ὁ ἱερός Χρυσόστομος, καί δέν περιμένει νά ἀντιμετωπίση τίς ἀξιώσεις τοῦ δύσπιστου μαθητοῦ, οὔτε νά ἀκούση κάτι παρόμοιο, ἀλλά ἐνῶ ἐκεῖνος τίποτε δέν εἶπε, ὁ Θεάνθρωπος ἀφοῦ πρόφθασε ἔκανε αὐτά πού ἐπιθυμοῦσε».

Ὁ Κύριος συγκαταβαίνοντας στήν ἀδυναμία τοῦ Θωμᾶ τηρεῖ τούς ὅρους, πού τούς ὑπαγόρευσε ἡ δυσπιστία του, γιά νά μή μείνη αὐτός ἐγκλωβισμένος μέσα στά δίχτυα της. Σάν καλός ποιμένας ἀναζητεῖ τό ἀπολωλός πρόβατο καί τό ξαναφέρνει στήν ποίμνη, ἀπό τήν ὁποία κινδύνευε νά ἀποπλανηθῆ. «Ἡ συγκατάβασις καί ἀνοχή τοῦ Κυρίου, ἀλλά καί ἡ τρυφερότητά του πρός τόν ἀπιστήσαντα μαθητή εἶναι μοναδική καί ἀσύγκριτη».

Αὐτή ἡ μεγάλη συγκατάβασις καί μακροθυμία τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ ἀνακάλεσε στήν πίστι τόν δύσπιστο μαθητή μέ ἀποτέλεσμα ὄχι ἁπλῶς νά ἀναγνωρίση τόν Ἰησοῦν ὡς Κύριον, ἀλλά καί νά ὁμολογήση τήν θεότητά του τόσο πιό πολύ, ὅσο κανένας μέχρι τότε δέν τήν εἶχε ὁμολογήσει. Εἶπε μέσα ἀπό τήν καρδιά του τό «ὁ Κύριός μου καί ὁ Θεός μου». Ἔδωσε τήν σωτήρια ὁμολογία του. Ἄς τόν μιμῆται ὁ καθένας μας σέ ἀνάλογες στιγμές. Ἀμήν.-

† Ὁ Κ.Σ

Ακολουθία Εσπερινού Σαββάτου Αγίου Γεωργίου του Μεγαλομάρτυρος και Αποστόλου Θωμά (22-04-2017) εδώ. 

Ακολουθία Ὄρθρου Κυριακής Αγίου Γεωργίου του Μεγαλομάρτυρος και Αποστόλου Θωμά (23-04-2017), τροπάρια, ἀναγνώσματα Θείας Λειτουργίας, εδώ

 Τυπικόν εδώ 

Κανόνιον εδώ

Ὁ Ὅσιος Θεόδωρος γεννήθηκε στὸ χωριὸ Συκέα ἢ Συκεῶν τῆς Ἀναστασιοπόλεως, πρώτης πόλεως τῆς ἐπαρχίας Ἀγκυρανῶν καὶ ἦταν υἱὸς τῆς πόρνης Μαρίας καὶ τοῦ Κοσμᾶ, ἀποκρισάριου τοῦ βασιλέως Ἰουστινιανοῦ. Ἡ ἐκ πορνείας γέννηση τοῦ Ὁσίου δὲν ἐμπόδισε τὸν Θεὸ νὰ τὸν ἀναδείξει Ἀρχιερέα τιμιότατο καὶ νὰ τὸν πλουτίσει μὲ παράδοξες θεοσημεῖες καὶ θαυματουργίες. Στὸ σχολεῖο προέκοπτε στὴ μάθηση καὶ σὲ ἡλικία δέκα ἐτῶν ἔδειξε κλίση στὸ μοναχικὸ βίο. Μία νύχτα καὶ ἐνῷ ὁ Ὅσιος εἶχε γίνει δωδεκαετής, ἐμφανίσθηκε σὲ αὐτὸν ὁ Ἅγιος Μεγαλομάρτυρας Γεώργιος ὁ Τροπαιοφόρος καὶ ἀφοῦ τὸν ξύπνησε τοῦ εἶπε: «Σήκω, Θεόδωρε, ἔφθασε ὁ ὄρθρος, πᾶμε νὰ προσευχηθοῦμε». Ὁ Ὅσιος εἶχε τόση εὐλάβεια πρὸς τὸν Ἅγιο Γεώργιο, ὥστε κάθε μεσημέρι φεύγοντας ἀπὸ τὸ σχολεῖο ἀνέβαινε στὸ γειτονικὸ πετρῶδες ὄρος, ὅπου ἦταν τὸ προσκύνημα τοῦ Ἁγίου Γεωργίου. Τὸν ὁδηγοῦσε ὁ ἴδιος ὁ Ἅγιος μὲ τὴ μορφὴ ἑνὸς παλικαριοῦ.

Ὁ Ὅσιος ἀκολούθησε τὴ μοναχικὴ πολιτεία σὲ νεαρὴ ἡλικία μὲ τὴν εὐλογία τοῦ Ἐπισκόπου Ἀναστασιοπόλεως Θεοδοσίου. Λίγο ἀργότερα χειροτονήθηκε διάκονος καὶ πρεσβύτερος. Ἀμέσως ἐπισκέφθηκε τοὺς Ἁγίους Τόπους καὶ ἔλαβε τὸ σχῆμα τοῦ μοναχοῦ στὴ μονὴ τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου τοῦ Χουζιβᾶ.

Στὴν συνέχεια ἐπέστρεψε στὴν ἰδιαίτερη πατρίδα του καὶ παρέμεινε μόνιμα στὸ παρεκκλήσι τοῦ Ἁγίου Γεωργίου. Ἐκεῖ οἰκοδομοῦσε τὸν ἑαυτό του μὲ νηστεῖες καὶ χαμαικοιτίες, μὲ ἀγρυπνίες καὶ ψαλμῳδίες, γι’ αὐτὸ καὶ ἀπολάμβανε ἀπὸ μέρος τοῦ Θεοῦ, ποταμὸ ἀπὸ περισσότερα χαρίσματα ἐναντίων τῶν ἀκαθάρτων πνευμάτων καὶ τῶν κάθε εἴδους ἀσθενειῶν.

Ἡ μητέρα του, ἔχοντας φρόνημα σαρκικό, ἐγκατέλειψε τὸν υἱό της καὶ ἀφοῦ πῆρε ὅσο μέρος τῆς περιουσίας τῆς ἀναλογοῦσε, νυμφεύθηκε τὸν Δαβίδ, ἄνδρα τῆς αὐτοκρατορικῆς φρουρᾶς τῆς Ἄγκυρας.

Ἡ ἀδελφὴ τῆς μητέρας του, ἡ Δεσποινία, ἡ μητέρα της Ἐλπιδία καὶ ἡ ἀδελφὴ τοῦ Ὁσίου, ἡ Βλάττα, δὲν δέχονταν νὰ ἀποχωρισθοῦν ἀπὸ αὐτόν. Ἀπεναντίας παρατηροῦσαν μὲ προσοχὴ τὴν ἐνάρετη ζωή του καὶ προσπαθοῦσαν νὰ τὸν μιμηθοῦν ὅσο μποροῦσαν, ἐξαγνίζοντας καὶ ἀγιάζοντας τὸν ἑαυτό τους μὲ σωφροσύνη καὶ καθαρότητα βίου, μὲ ἐλεημοσύνες καὶ προσευχές.

Μετὰ τὸν θάνατο τοῦ Ἐπισκόπου Ἀναστασιοπόλεως, Τιμοθέου, οἱ κάτοικοι τῆς πόλεως, κληρικοὶ καὶ λαϊκοί, πῆγαν στὴν Ἄγκυρα καὶ ζήτησαν ἀπὸ τὸν Μητροπολίτη Ἀγκύρας, Παῦλο, νὰ ἀναδείξει Ἐπίσκοπο τῆς πόλεώς τους τὸν Ὅσιο Θεόδωρο. Ὁ Ὅσιος δὲν δεχόταν μὲ κανένα τρόπο τὴν πρόταση αὐτή. Ἔτσι οἱ Χριστιανοὶ κατέφυγαν στὴ βία. Τὸν ἔβγαλαν ἔξω καὶ ἀφοῦ τὸν τοποθέτησαν ἐπάνω σὲ ἕνα φορεῖο, τὸν ἀπήγαγαν.

Κατὰ τὴν χειροτονία του σὲ Ἐπίσκοπο κάποιος εἶδε ἕνα τεράστιο ἀστέρι ποὺ ἀκτινοβολοῦσε, νὰ κατέρχεται ἀπὸ τὸν οὐρανὸ καὶ νὰ στέκεται ἐπάνω στὴν ἐκκλησία, ἀστράφτοντας καὶ φωτίζοντας τὴν πόλη καὶ τὴν γύρω περιοχή.

Ὁ Ὅσιος Θεόδωρος ἔφθασε στὴν Ἀναστασιόπολη μαζὶ μὲ τὸν Ἐπίσκοπο τῆς πόλεως Κίννας, Ἀμίαντο, ἀπὸ τὸν ὁποῖο ἐνθρονίσθηκε. Ἔκτοτε ἔλαμπε συνεχῶς ὡς ἥλιος μὲ τὰ θεία χαρίσματα τῶν ἰαμάτων, μὲ τὴν αὐστηρότητα τοῦ βίου του, μὲ ὅλες τὶς ἀρετὲς καὶ τὶς ἀγαθοεργίες.

Ὁ Ὅσιος Θεόδωρος ἐπιθύμησε νὰ ἐπισκεφθεῖ γιὰ δεύτερη φορὰ τὰ Ἱεροσόλυμα. Ἐκεῖ προσκύνησε τὸν Τίμιο Σταυρό, τὸν Τάφο τοῦ Κυρίου καὶ ὅλα τὰ ἁγιάσματα ποὺ ὑπῆρχαν στὴν περιοχή, καθὼς καὶ τὰ κοντινὰ μοναστήρια. Τὸν ἐνοχλοῦσε ὅμως ὁ λογισμὸς καὶ τὸν ἔπεισε τελικὰ νὰ μὴν ἐπιστρέψει πίσω στὴν πατρίδα του, ἀλλὰ νὰ ζήσει ἡσυχαστικὴ ζωὴ σὲ κάποιο ἀπὸ τὰ μοναστήρια ποὺ ὑπῆρχαν ἐκεῖ. Νόμισε πὼς εἶχε πέσει ἔξω ἀπὸ τὸ μοναχικὸ μέτρο, ἐπειδὴ ἀνέλαβε τὴν πνευματικὴ εὐθύνη τῆς Ἐπισκοπῆς καὶ διότι τὸν στεναχωροῦσαν οἱ ἐνοχλητικὲς καταστάσεις ποὺ ὑπῆρχαν σὲ αὐτήν. Πῆγε λοιπὸν στὴ Λαύρα τοῦ Ἁγίου Σάββα καὶ ζοῦσε ἐκεῖ σὲ ἕνα κελλὶ κάποιου ἀγωνιστοῦ μοναχοῦ, ποὺ τὸν ἔλεγαν Ἀνδρέα. Κάποια νύχτα ὅμως παρουσιάσθηκε στὸν ὕπνο του ὁ Ἅγιος Γεώργιος καί, ἀφοῦ τοῦ ἔδωσε ἕνα ραβδί, τοῦ εἶπε: «Σήκω καὶ περπάτα, διότι πολλοὶ ἄνθρωποι λυποῦνται, γιατί ἀπουσιάζεις. Δὲν εἶναι ἐπιτρεπτὸ νὰ ἐγκαταλείψεις τὴν Ἐπισκοπή σου καὶ νὰ ζεῖς ἐδῶ». Ἔτσι ὁ Ὅσιος ἀποχαιρέτισε τοὺς πατέρες τῆς μονῆς καὶ πῆρε τὸν δρόμο τῆς ἐπιστροφῆς.

Ὅταν ἔφθασε στὰ μέρη τῆς Γαλατίας, κοντὰ στὸ μοναστήρι τῶν Δρυΐνων, τοὺς παρήγγειλε νὰ μὴν μιλήσουν σὲ κανέναν γι’ αὐτό, καθὼς αὐτοὶ ποὺ βρίσκονταν ἐκεῖ δὲν τὸν γνώριζαν. Ὡστόσο ἡ φήμη τοῦ Ὁσίου κυκλοφόρησε παντοῦ. Ἔτσι ἔρχονταν πολλοὶ στὸ μοναστήρι, γιὰ νὰ λάβουν τὴν εὐλογία του.

Ἀπὸ ἐκεῖ ὁ Ὅσιος ἐπέστρεψε στὴν Ἀναστασιόπολη προξενώντας ἔτσι μὲ τὴν ἐπιστροφή του, χαρὰ σὲ ὅλους. Ὅμως ὁ Ὅσιος εἶχε ἀποφασίσει νὰ παραιτηθεῖ, γιὰ νὰ ἀκολουθήσει τὴν ἡσυχαστικὴ ὁδό. Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ συνάντησε τὸν Ἐπίσκοπο Ἀγκύρας Παῦλο καὶ τὸν παρακάλεσε νὰ ἀποδεχθεῖ τὴν παραίτησή του. Ὁ Ἐπίσκοπος Παῦλος δὲν ἤθελε νὰ δεχθεῖ τὴν παραίτηση τοῦ Ὁσίου. Καὶ ἀφοῦ ἔγινε ἔντονη συζήτηση μεταξύ τους, στὸ τέλος ἀποφάσισαν νὰ στείλουν μήνυμα στὸν Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, Κυριακό, γιὰ νὰ τοῦ θέσουν τὸ θέμα αὐτό. Ὁ Πατριάρχης Κυριακός, μὲ τὴν προτροπὴ τοῦ βασιλέως, ἔδωσε ἐντολὴ στὸν Μητροπολίτη Ἀγκύρας νὰ δεχθεῖ τὸ αἴτημα τοῦ Ὁσίου, νὰ τοῦ δώσει μάλιστα καὶ τὸ ὠμοφόριο τῆς Ἐπισκοπῆς, γιὰ νὰ διατηρεῖ τὸ ἀξίωμά του, καθὼς ἦταν ἅγιος ἄνθρωπος καὶ ἀποχωροῦσε ἀπὸ τὴν Ἐπισκοπὴ χωρὶς νὰ ἔχει διαπράξει ἀδίκημα.

Ἔτσι ὁ Ὅσιος ἦλθε στὴν περιοχὴ τῆς Ἡλιουπόλεως καὶ ἀπομονώθηκε στὸ ναὸ τοῦ Ἀρχαγγέλου στὴν Ἄκρηνα, πολὺ κοντὰ στὸ χωριὸ Πίδρος. Τὴν ἴδια ἐποχὴ ὁ Ὅσιος ἔλαβε ἐπιστολὲς καὶ ἀπὸ τὸν βασιλέα Μαυρίκιο καὶ τὸν Πατριάρχη Κυριακό, οἱ ὁποῖοι τὸν προέτρεπαν νὰ ἐπισκεφθεῖ τὴν Κωνσταντινούπολη καὶ νὰ τοὺς εὐλογήσει. Ἔτσι λοιπὸν πῆγε στὴ θεοφύλακτη πόλη, ὅπου κήρυξε τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ καὶ θεράπευσε πολλούς.

Ὁ Ὅσιος ἐπέστρεψε στὴ Γαλατία, ἀλλὰ ἐπισκέφθηκε γιὰ δεύτερη φορὰ τὴν Κωνσταντινούπολη, τὸ ἔτος 610 μ.Χ., ἐπὶ Πατριάρχου Θωμᾶ, στὸν θάνατο τοῦ ὁποίου βρέθηκε. Καὶ ἀφοῦ τιμήθηκε ἀπὸ τὸν Πατριάρχη Σέργιο ἐπανῆλθε στὸ μοναστήρι του, ὅπου συνέχισε τὸ θεοφιλὴ βίο του.
Ὁ Ὅσιος Θεόδωρος κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 613 μ.Χ.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Ἐκ σπάργανων ἐπλήσθης τῆς θείας χάριτος, καὶ τῷ Θεῷ ἀνετέθης ὡς Σαμουὴλ ὁ κλεινός, τὴν ὑπέρτιμον στολὴν Πάτερ κληρούμενος· ὅθεν θαυμάτων αὐτουργός, καὶ Χριστοῦ μυσταγωγός, Θεόδωρε ἀνεδείχθης, θεοδωρήτως ἐκλάμπων, τὰς ψυχοτρόφους δωρεὰς τοῖς πιστοῖς.

 

Κοντάκιον. Ἦχος γ’. Παρθένος σήμερον.
Ὡς πυρίνῳ ἅρματι, ταῖς ἀρεταῖς θεοφόρε, ἐπιβὰς ἀνέδραμες, εἰς οὐρανίους οἰκήσεις, ἄγγελος, μετὰ ἀνθρώπων συμβιοτεύων, ἄνθρωπος, σὺν τοῖς Ἀγγέλοις περιχορεύων· διὰ τοῦτο ἀνεδείχθης, θαυμάτων θεῖον δοχεῖον Θεόδωρε.

 

Μεγαλυνάριον.
Δῶρον καθιέρωσας τῷ Θεῷ, Θεόδωρε Πάτερ, τὸν σὸν βίον τὸν ἱερόν· ὅθεν θεοσδότων, μετέσχες χαρισμάτων, καὶ δωρεὰν βλυσταίνεις, πᾶσι τὰς χάριτας.

Ὁ Ἅγιος Ναθαναὴλ ὁ Ἀπόστολος 

Περὶ τοῦ Ἀποστόλου Ναθαναὴλ γνωρίζουμε τόσα μόνο σαφὴ καὶ θετικά, ὅσα τὸ κατὰ Ἰωάννη Εὐαγγέλιο περιέσῳσε μεταξὺ τοῦ Φιλίππου καὶ αὐτοῦ διαμειφθέντα καὶ μεταξὺ τοῦ Χριστοῦ καὶ τοῦ Ναθαναήλ, ὅταν ἐκεῖνος ἄκουσε ἀπὸ τὸν Ἀπόστολο Φίλιππο τὴν ἔλευση τοῦ Μεσσία, γιὰ τὸν Ὁποῖο ἔγραψε ὁ Μωυσῆς στὸ Νόμο καὶ οἱ Προφῆτες.

Στοὺς Συναξαριστὲς ὁ Ἀπόστολος Ναθαναὴλ ταυτίζεται μὲ τὸν Ἀπόστολο Βαρθολομαῖο (υἱὸς τοῦ Θολομαίου), ἄλλοτε δὲ μὲ τὸν ζηλωτὴ Σίμωνα, τὸν Ἀπόστολο ἀπὸ τὴν Κανᾶ τῆς Γαλιλαίας, ὅπου τελέσθηκε ὁ γάμος στὸν ὁποῖο παρακάθισε καὶ ὁ Ἰησοῦς μὲ τὴν μητέρα Του.

Οἱ λόγοι τῆς ταυτίσεως τοῦ Ἀποστόλου Βαρθολομαίου πρὸς τὸ Ναθαναήλ, εἶναι οἱ ἑξῆς: α) Στοὺς καταλόγους τῶν μαθητῶν στὰ Συνοπτικὰ Εὐαγγέλια καὶ στὶς Πράξεις ὀνομάζεται μόνο ὡς Βαρθολομαῖος, ἐνῷ στὸ κατὰ Ἰωάννη Εὐαγγέλιο μόνο ὡς Ναθαναὴλ καὶ β) στοὺς καταλόγους αὐτοὺς συγκαταριθμεῖται πάντοτε μὲ τὸν Ἀπόστολο Φίλιππο.
Ἡ ἀποστολικὴ δράση τοῦ Ἀποστόλου Ναθαναὴλ ἐπεκτείνεται μέχρι τὴν Ἀφρική, τὴ Μαυριτανία καὶ τὴ Βρετανία, ὅπου καὶ σταυρώθηκε ἀπὸ εἰδωλολάτρες.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Χριστὸς θεασάμενος, τὴν σὴν εὐθεῖαν ψυχήν, καὶ τρόπον τὸν ἔνθεον, Ναθαναὴλ ἱερέ, ὡς Κτίστης ἐβόησεν· Ἴδε Ἰσραηλίτης, ἐν ᾧ δόλος οὐκ ἔστιν· ὅθεν καὶ ὑπηρέτης, καὶ Ἀπόστολος θεῖος, τῆς τούτου παρουσίας, ἐδείχθης τοῖς πέρασι.

 

Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Τῷ Χριστῷ προσέδραμες, ὡς τῶν ῥημάτων, τῶν αὐτοῦ ἀκήκοας, Ναθαναὴλ ἀπὸ ψυχῆς, καὶ Ἀποστόλοις ἠρίθμησαι, τὰ ὑπὲρ λόγον ἀμέσως μυούμενος.

 

Μεγαλυνάριον.
Μύστης τοῦ Σωτῆρος θεοειδής, Ναθαναὴλ ὤφθης, καὶ Ἀπόστολος εὐκλεής· ἔνθεν εὐσεβείας, μυσταγωγὸς ἐδείχθης, ζωῆς ἀνακηρύξας, τὸ Εὐαγγέλιον.

Ὁ Ἅγιος Νέαρχος ὁ Μάρτυρας 

Ὁ Ἅγιος Μάρτυς Νέαρχος τελειώθηκε διὰ πυρός. Εἰκάζεται ὅτι ἦταν φίλος τοῦ Ἁγίου Μάρτυρα Πολυεύκτου. Ἐὰν θεωρηθεῖ ὅτι αὐτὸ εἶναι ἀληθές, τότε ὁ Ἅγιος Νέαρχος πρέπει νὰ μαρτύρησε κατὰ τοὺς χρόνους τῶν αὐτοκρατόρων Δεκίου (249 – 251 μ.Χ.) καὶ Οὐαλεριανοῦ (251 – 259 μ.Χ.).

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ἅγιος Γάιος Ἐπίσκοπος Ρώμης

Ὁ Ἅγιος Ἱερομάρτυρας Γάιος καταγόταν ἀπὸ τὴ Δαλματία καὶ ἐξελέγη Ἐπίσκοπος Ρώμης τὸ ἔτος 283 μ.Χ. Σύμφωνα μὲ ὁρισμένους ἐρευνητὲς ἦταν συγγενὴς τοῦ αὐτοκράτορα Διοκλητιανοῦ καὶ ἀδελφὸς τοῦ Ἁγίου Μάρτυρα Γαβίνου ( 19 Φεβρουαρίου). Ὑπέστη πολλοὺς διωγμοὺς καὶ κακώσεις, κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορος Διοκλητιανοῦ καὶ γιὰ κάποιο χρονικὸ διάστημα ἀναγκάσθηκε νὰ καταφύγει σὲ σπήλαιο μακριὰ ἀπὸ τὴ Ρώμη. Κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 296 μ.Χ.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ἅγιος Πλάτων ὁ Ἱερομάρτυρας 

Ὁ Ἅγιος Ἱερομάρτυρας Πλάτων, κατὰ κόσμο Μιλιβόγιε Ἰωάννοβιτς, γεννήθηκε στὶς 29 Σεπτεμβρίου 1874 στὸ Βελιγράδι ἀπὸ τὸν Ἠλία Ἰωάννοβιτς καὶ τὴν Γιέλκα Σοκόλοβιτς. Μετὰ τὴν ἐγκύκλια μόρφωσή του ἀκολούθησε τὸ μοναχικὸ βίο καὶ ἐκάρη μοναχός. Λίγο ἀργότερα χειροτονήθηκε διάκονος καὶ πρεσβύτερος. Τὸ ἔτος 1896 ἀπεστάλη γιὰ σπουδὲς στὴ θεολογικὴ ἀκαδημία τῆς Μόσχας. Ἐπιστρέφοντας τὸ ἔτος 1901 ἀπὸ τὴ Ρωσία, μετὰ τὴν ὁλοκλήρωση τῶν σπουδῶν του, διορίσθηκε προϊστάμενος τῆς μονῆς Ρακοβίτσα καὶ καθηγητής. Κατὰ τὸν Α’ Παγκόσμιο πόλεμο ὁ Ἀρχιμανδρίτης Πλάτων κατετάγη στὸ σῶμα τῶν στρατιωτικῶν ἱερέων καὶ μετὰ τὸ πέρας τοῦ πολέμου ἀφιέρωσε τὴν διακονία του στὴν περίθαλψη τῶν ὀρφανῶν καὶ τῶν πληγέντων. Τὸ ἔτος 1936 ἐκλέγεται Ἐπίσκοπος καὶ τὸ ἔτος 1939 μετατίθεται στὴν Ἐπισκοπὴ τῆς Μπάνια Λούκα.

Ἄρχισε ὅμως ὁ Β’ Παγκόσμιος πόλεμος. Ὁ Ἐπίσκοπος Πλάτων ἔπρεπε νὰ ἀπομακρυνθεῖ ἀπὸ τὴν Κροατία, γιατί ἦταν Σέρβος. Ἀρνήθηκε ὅμως, λέγοντας ὅτι ἡ ἐκλογή του ἔγινε ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία μὲ βάση τοὺς Κανόνες καὶ τὸν πνευματικὸ νόμο. Ὄφειλε λοιπόν, νὰ παραμείνει κοντὰ στὸ ποίμνιό του καὶ νὰ δώσει τὴν ψυχή του γι’ αὐτό, ἐὰν χρειαζόταν. Ὡστόσο οἱ ἀρχὲς τὸν ἀνάγκασαν νὰ ἐγκαταλείψει τὴν ἐπαρχία του. Ὁ Ἐπίσκοπος ζήτησε νὰ μείνει δύο – τρεῖς ἡμέρες προκειμένου νὰ προετοιμασθεῖ γιὰ τὴν ἀναχώρησή του. Δὲν πρόλαβε ὅμως. Οἱ Οὐστάτσι τὸν συνέλαβαν μαζὶ μὲ τὸν ἱερέα Δουσὰν (Σούμποτιτς) καὶ τὸν ἐκτέλεσαν. Τὸ ἱερὸ λείψανο τοῦ Ἱερομάρτυρα Πλάτωνος τὸ ἔριξαν στὸν ποταμὸ Βρμπάνια. Λίγες ἡμέρες ἀργότερα κάποιοι Χριστιανοὶ τοῦ χωριοῦ Κουμσάλε τὸ περισυνέλεξαν καὶ τὸ ἐνταφίασαν στὸ στρατιωτικὸ κοιμητήριο τῆς Μπάνια Λούκα. Τὸ ἔτος 1973 τὰ τίμια λείψανά του μετακομίσθηκαν στὸν καθεδρικὸ ναὸ τῆς Μπάνια Λούκα.
Ἡ κανονικὴ πράξη ἁγιοποιήσεως τοῦ Ἱερομάρτυρος Πλάτωνος ἔγινε ἀπὸ τὴν Ἱερὰ Σύνοδο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Σερβίας, τὸ ἔτος 1998.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Μὲ τὸ ὄνομα Ζωοδόχος Πηγὴ τοῦ Μπαλουκλὶ ἢ Παναγία ἡ Μπαλουκλιώτισσα φέρεται ἱερὸ χριστιανικὸ ἁγίασμα ποὺ βρίσκεται στὴ Κωνσταντινούπολη ἔξω ἀπὸ τὴ δυτικὴ πύλη τῆς Σηλυβρίας, ὅπου ὑπῆρχαν τὰ λεγόμενα «παλάτια τῶν πηγῶν» στὰ ὁποῖα οἱ Βυζαντινοὶ αὐτοκράτορες παραθέριζαν τὴν Ἄνοιξη. Πῆρε τὴν ὀνομασία του ἀπὸ τὸ τουρκικὸ ὄνομα Balik (=ψάρι) καὶ περιλαμβάνει τὸ μοναστήρι, τὴν ἐκκλησία καὶ τὸ ἁγίασμα. 

Γιὰ τὴν ἀποκάλυψη τοῦ Ἁγιάσματος ὑπάρχουν δύο ἐκδοχές:

α) Ἡ πρώτη, ποὺ ἐξιστορεῖ ὁ Νικηφόρος Κάλλιστος ἀναφέρει ὅτι: Ὁ μετέπειτα αὐτοκράτορας Λέων ὁ Θρὰξ ἢ Λέων ὁ Μέγας (457 – 474 μ.Χ.), ὅταν ἐρχόταν ὡς ἁπλὸς στρατιώτης στὴν Κωνσταντινούπολη, συνάντησε στὴ Χρυσὴ Πύλη ἕναν τυφλὸ ποὺ τοῦ ζήτησε νερό. Ψάχνοντας γιὰ νερό, μιὰ φωνὴ τοῦ ὑπέδειξε τὴν πηγή. Πίνοντας ὁ τυφλὸς καὶ ἐρχόμενο τὸ λασπῶδες νερὸ στὰ μάτια τοῦ θεραπεύτηκε. Ὅταν ἀργότερα ἔγινε αὐτοκράτορας, τοῦ εἶπε ἡ προφητικὴ φωνή, πὼς θὰ ἔπρεπε νὰ χτίσει δίπλα στὴν πηγὴ μία Ἐκκλησία. Πράγματι ὁ Λέων ἔκτισε μία μεγαλοπρεπὴ ἐκκλησία πρὸς τιμὴ τῆς Θεοτόκου στὸ χῶρο ἐκεῖνο, τὸν ὁποῖο καὶ ὀνόμασε «Πηγή». Ὁ Κάλλιστος περιγράφει τὴ μεγάλη αὐτὴ Ἐκκλησία μὲ πολλὲς λεπτομέρειες, ἂν καὶ ἡ περιγραφὴ ταιριάζει περισσότερο στὸ οἰκοδόμημα τοῦ Ἰουστινιανοῦ. Ἱστορικὰ πάντως εἶναι ἐξακριβωμένο, ὅτι τὸ 536 μ.Χ. στὴ Σύνοδο τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ὑπὸ τὸν Πατριάρχη Μηνᾶ 536 – 552 μ.Χ., λαμβάνει μέρος καὶ ὁ Ζήνων, ἡγούμενος «τοῦ Οἴκου τῆς ἁγίας ἐνδόξου Παρθένου καὶ Θεοτόκου Μαρίας ἐν τῇ Πηγῇ».

β) Ἡ δεύτερη, ποὺ ἐξιστορεῖ ὁ ἱστορικὸς Προκόπιος, τοποθετεῖται στὶς ἀρχὲς τοῦ 6ου αἰώνα καὶ ἀναφέρεται στὸν Ἰουστινιανό. Ὁ Ἰουστινιανὸς κυνηγοῦσε σ’ ἕνα θαυμάσιο τοπίο μὲ πολὺ πράσινο, νερὰ καὶ δένδρα. Ἐκεῖ, σὰν σὲ ὅραμα, εἶδε ἕνα μικρὸ παρεκκλήσι, πλῆθος λαοῦ καὶ ἕναν ἱερέα μπροστὰ σὲ μιὰ πηγή. «Εἶναι ἡ πηγὴ τῶν θαυμάτων» τοῦ εἶπαν. Καὶ ἔχτισε ἐκεῖ μοναστήρι μὲ ὑλικὰ ποὺ περίσσεψαν ἀπὸ τὴν Ἁγιὰ Σοφιά. Ὁ Ἰ. Κεδρηνὸς ἀναφέρει ὅτι χτίστηκε τὸ 560 μ.Χ.

 

Γράφοντας τὸν 14ο αἰ. μ.Χ. γιὰ τὸ ἁγίασμα τῆς Πηγῆς ὁ Νικηφόρος Κάλλιστος παραθέτει, ἀπὸ διάφορὲς πηγές, ἕναν κατάλογο 63 θαυμάτων, ἀπὸ τὰ ὁποῖα τὰ 15 φθάνουν ὡς τὴν ἐποχή του.

 

Σήμερα στὴν αὐλὴ τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς βρίσκονται οἱ τάφοι τῶν Οἰκουμενικῶν Πατριαρχῶν. Τὸ δὲ ἁγίασμα βρίσκεται στὸν ὑπόγειο Ναὸ καὶ ἀποτελεῖται ἀπὸ μαρμαρόκτιστη πηγή, τὸ νερὸ τῆς ὁποίας θεωρεῖται ἁγιασμένο. Ἀπὸ ἐδῶ διαδόθηκε ὁ τύπος τῆς Παναγίας Ζωοδόχου Πηγῆς σὲ ὅλο τὸν ὀρθόδοξο κόσμο. Εἶναι ἀξιοσημείωτο ὅτι ψηφιδωτὴ παράσταση τῆς εἰκόνας σώζεται στὸν ἐσωνάρθηκα τῆς Μονῆς τῆς Χώρας.

 

Ὁ Ναὸς αὐτὸς ἔμεινε γνωστὸς στὴν ἱστορία ὡς τὸ ἁγίασμα τοῦ «Μπαλουκλί». «Μπαλούκ» στὰ τουρκικὰ σημαίνει ψάρι καὶ ἡ παράδοση μᾶς λέει πὼς ἐκεῖ δίπλα στὸ ἁγίασμα, στὶς 23 Μαΐου 1453 μ.Χ. ἕνας καλόγερος τηγάνιζε ψάρια, ὅταν κάποιος τοῦ ἔφερε τὴν εἴδηση πὼς πῆραν τὴν Πόλη οἱ Τοῦρκοι. Ὁ καλόγερος ἀπάντησε πὼς μόνο ἂν τὰ ψάρια ποὺ τηγάνιζε ἔφευγαν ἀπ’ τὸ τηγάνι καὶ ἔπεφταν μέσα στὸ ἁγίασμα θὰ πίστευε ὅτι ἔγινε κάτι τέτοιο. Καὶ πραγματικὰ τὰ ψάρια ζωντάνεψαν καὶ ἔπεσαν μέσα στὴν πηγὴ τοῦ ἁγιάσματος. Μέχρι σήμερα δέ, μέσα στὴν δεξαμενὴ τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς διατηροῦνται ἑπτὰ ψάρια καὶ μάλιστα σὰν νὰ εἶναι μισοτηγανισμένα ἀπ’ τὴν μιὰ πλευρά.

Σὲ ἀνάμνηση τῶν ἐγκαινίων τοῦ Ναοῦ ἀπὸ τὸν Αὐτοκράτορα Λέοντα ἡ Ἐκκλησία καθιέρωσε τὴν κάτ’ ἔτος ἑορτὴ τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς, τὴν Παρασκευὴ τῆς Διακαινήσιμου Ἑβδομάδας.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Τὴν ὡραιότητα.
Τὸν ὑπερούσιον, ὄμβρον κυήσασα, πηγὴ ζωήρρυτος, Παρθένε πέφυκας, ἀναπηγάζουσα ἡμῖν, τὸ νέκταρ τὸ ἀθάνατον, ὕδωρ τὸ ἁλλόμενον, εἰς ζωὴν τὴν αἰώνιον, νάματα γλυκύρροα, ἐκ τῆς Κρήνης σου πάντοτε, ἐξ ὧν ἐπεντρυφῶντες βοῶμεν· Χαῖρε Πηγὴ ἡ ζωηφόρος.

 

Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ’. Τῇ ὑπερμάχῳ.

Ἐξ ἀκενώτου σου πηγῆς Θεοχαρίτωτε

Ἐπιβραβεύεις μοι πηγάζουσα τὰ νάματα

Ἀενάως τῆς σῆς χάριτος ὑπὲρ λόγον·

Τὸν γὰρ Λόγον ὡς τεκοῦσα ὑπὲρ ἔννοιαν

Ἱκετεύω σε δροσίζειν με σῇ χάριτι,
Ἵνα κράζω σοι, Χαῖρε ὕδωρ σωτήριον.

 

Μεγαλυνάριον.
Ὕδωρ τὸ ζωήρρυτον τῆς Πηγῆς, μάννα τὸ προχέον, τὸν ἀθάνατον δροσισμόν, τὸ νέκταρ τὸ θεῖον, τὴν ξένην ἀμβροσίαν, τὸ μέλι τὸ ἐκ πέτρας, πίστει τιμήσωμεν.

 

Οἱ Ἅγιοι Ἰανουάριος, Πρόκλος, Σῶσσος, Φαῦστος, Δησιδέριος, Ἀκούτιος καὶ Εὐτύχιος οἱ Μάρτυρες 

Οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες Ἰανουάριος, Ἐπίσκοπος Βενεβέντου, Πρόκουλος ἢ Πρόκλος, Σῶσσος, Φαῦστος, Ἀκουτίων ἢ Ἀκουστίων καὶ Εὐτύχιος, ἔζησαν κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορος Διοκλητιανοῦ (284 – 305 μ.Χ.), ὅταν ἡγεμόνας στὴν Καμπανία τῆς Ἰταλίας ἦταν ὁ Τιμόθεος.

Οἱ Ἅγιοι συνελήφθησαν ἐπειδὴ ἦσαν Χριστιανοὶ καὶ ὑποβλήθηκαν σὲ φρικτὰ βασανιστήρια. Ἔμειναν ὅμως σταθεροὶ καὶ ἀκλόνητοι στὴν πίστη τους στὸν Χριστό. Γιὰ τὸν λόγο αὐτό, ἀφοῦ πρῶτα τοὺς ἔριξαν σὲ καμίνι μὲ φωτιά, τοὺς ἀποκεφάλισαν.
Στὸ Συναξάρι τοῦ Ἁγίου Ἰανουαρίου ἀναφέρεται ὅτι μία γυναίκα, ποὺ ὀνομαζόταν Μαξιμίνα καὶ ἦταν χήρα, εἶχε τὴν ἀτυχία νὰ χάσει τὸ μονάκριβο παιδί της. Κάποια στιγμή, ἐνῷ θρηνοῦσε, συνῆλθε γιὰ λίγο καὶ κοιτάζοντας ψηλά, εἶδε πάνω ἀπὸ τὴν πύλη τοῦ ναοῦ ἕνα ὕφασμα κρεμασμένο, στὸ ὁποῖο ἦταν ζωγραφισμένη ἡ εἰκόνα τοῦ Ἁγίου Ἰανουαρίου. Τότε ἡ γυναίκα ἔφερε στὸ νοῦ της ἐκεῖνο ποὺ κάποτε ἔκανε ὁ προφήτης Ἐλισσαῖος, ὅταν ἀνέστησε τὸν υἱὸ τῆς Σωμανίτιδος. Ἀφοῦ κινήθηκε λοιπὸν ἡ Μαξιμίνα ἀπὸ θεῖο φωτισμό, ἔκανε καὶ αὐτὴ τὸ ἴδιο. Σχημάτισε δηλαδὴ κατάλληλα τὸν υἱό της καὶ ἀκολούθως σχημάτισε  τὸ ὁμοίωμα τοῦ Ἁγίου Ἰανουαρίου. Στὴ συνέχεια δέ, στὰ μάτια τοῦ παιδιοῦ της προσάρμοσε τὰ μάτια τῆς εἰκόνας τοῦ Ἁγίου. Τὸ ἴδιο ἔκανε καὶ μὲ τὰ αὐτιά, τὸ στόμα καὶ μὲ τὰ ὑπόλοιπα μέλη. Κάνοντας τὸ ἔργο αὐτὸ ἡ γυναίκα προσευχόταν θερμὰ πρὸς τὸν Ἅγιο Ἰανουάριο λέγοντας: «Δοῦλε τοῦ Θεοῦ, ἐλέησε με καὶ ἀνάστησε τὸν υἱό μου, γιατί εἶναι τὸ μόνο μου παιδί, δὲν ἔχω ἄλλο». Καὶ πραγματικά, ὁ Ἅγιος ἄκουσε τὴν παράκληση τῆς Μαξιμίνας καὶ ἀνέστησε τὸν υἱὸ αὐτῆς.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Ὡς Ἱεράρχης καὶ σοφὸς θεηγόρος, τύπος ἐγένου πρὸς ἀθλήσεως πόνους, Πάτερ Ἰανουάριε τοῖς περὶ σεαυτόν. Σῶσος γὰρ καὶ Πρόκουλος, Δισιδέριος Φαῦστος, καὶ σὺν Ἀκουτίωνι, ὁ Εὐτύχιος ἅμα, σὺν σοὶ ἀθλοῦσι μάκαρ εὐσεβῶς· μεθ' ὧν δυσώπει, ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν.

 

Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Ἐν τῷ κόσμῳ λάμψαντες ὥσπερ λυχνία, μυστικῶς ἑπτάφωτος, καταφωτίζετε ἡμᾶς, Ἰανουάριε ἔνδοξε, σὺν τοῖς συνάθλοις, μεθ’ ὧν εὐφημοῦμέν σε.

 

Μεγαλυνάριον.
Ἰανουαρίου τοῦ θαυμαστοῦ, τοὺς λαμπροὺς ἀγῶνας, τὶς οὐ μέλψει τῶν εὐσεβῶν; Δεῦτε οὖν σὺν τούτῳ, καὶ τῶν συναθλησάντων, τὰς θείας ἀριστείας, ἐγκωμιάσωμεν.

 

Ἡ Ἁγία Ἀλεξάνδρα ἡ βασίλισσα καὶ οἱ θεράποντες αὐτῆς Ἀπολλώ, Ἰσαάκιος καὶ Κοδράτος οἱ Μάρτυρες

Ἡ Ἁγία Ἀλεξάνδρα ἦταν σύζυγος τοῦ αὐτοκράτορος Διοκλητιανοῦ (284 – 305 μ.Χ.). Ἐντελῶς διαφορετικὴ ἀπὸ ἐκεῖνον, ποὺ ἦταν τραχὺς στὰ αἰσθήματα καὶ φίλος τῆς βίας καὶ τοῦ αἵματος, διακρινόταν γιὰ τὴν ἤρεμη ψυχική της διάθεση, τὴν εὐσπλαχνία καὶ τὴν φιλάνθρωπη ζωή της. Καὶ ἡ Χάρη τοῦ Κυρίου αὔξανε μέσα της τὸν φωτισμό. Καὶ τὸ θεῖο ἔλεος τὴν καταξίωσε κατὰ τὴν διάρκεια τοῦ μαρτυρίου τοῦ Ἁγίου Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου νὰ αἰσθανθεῖ μέσα της τὴν πνοὴ καὶ τὴν ὁρμὴ τῆς πίστεως στὸν Χριστό. Τότε, ἀφοῦ στράφηκε πρὸς τὸν αὐτοκράτορα, τὸν παρακάλεσε νὰ διατάξει τὴν παύση τῶν μαρτυρικῶν βασανιστηρίων. Ἐκεῖνος ὑπέθεσε ὅτι ἡ αὐτοκράτειρα, ἀσυνήθιστη σὲ τέτοιου εἴδους θεάματα, κατελήφθη ἀπὸ οἶκτο ἀσυνείδητο καὶ ἀπερίσκεπτο. Τῆς εἶπε λοιπὸν νὰ ἀποσυρθεῖ. Ἀλλὰ ἔλαβε μεγαλόφωνη τὴν ἀπάντηση ὅτι μία τέτοιου εἴδους σκηνὴ εἶναι ἀπάνθρωπη καὶ ἀνάξια τοῦ στέμματος.

Καὶ ὅταν ὁ αὐτοκράτορας ἔβρισε τὸ Ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, ἐκείνη μὲ ἀνδρεία φωνὴ διακήρυξε ὅτι καταγγέλλει ἐνώπιον τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ τοὺς διῶκτες τῶν Χριστιανῶν καὶ ὁμολογεῖ καὶ αὐτὴ τὴν πίστη της στὸν Ἰησοῦ Χριστό.

Ὁ αὐτοκράτορας θέλησε νὰ ἑρμηνεύσει τὴν δήλωσή της ὡς διανοητικὴ διατάραξη. Ἀλλὰ ἐκείνη διαμαρτυρήθηκε καὶ ἐπανέλαβε τὴν ὁμολογία της. Ὁ Διοκλητιανὸς τότε ἐξεμάνη. Ἐνῷ αὐτὸς ζητοῦσε νὰ ἐξοντώσει τοὺς Χριστιανούς, ἡ κατάκτησή τους εἰσῆλθε καὶ στὰ ἀνάκτορα καὶ ἡ ἴδια ἡ βασίλισσα προέβαλε φανερὰ τὴν ἴδια πίστη καὶ ἦταν συνήγορός τους. Διέταξε λοιπὸν τὴν ἀπαγωγὴ καὶ τὴ φυλάκισή της.

Στὴν φυλακὴ ἡ Ἁγία πέρασε τὴ νύχτα μὲ προσευχὴ γιὰ τὸν ἑαυτό της καὶ παρακαλώντας τὸν Κύριο γιὰ τὴν Ἐκκλησία Του, ἡ ὁποία τόσο σφοδρὰ κλυδωνιζόταν. Γιὰ τὴν ζωή της δὲν ἐνδιαφερόταν καθόλου. Ἐπιθυμοῦσε μάλιστα νὰ ἐλάμβανε μαρτυρικὸ θάνατο, ἀλλὰ ἀναχαιτιζόταν ἀπὸ ἕνα δισταγμό. Γνώριζε ὅτι γιὰ τὸν σύζυγό της δὲν ὑπῆρχε ἔλεος ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ ποὺ ἦταν δίκαιος κριτής, δὲν ἤθελε ὅμως νὰ ἐπιβαρυνθεῖ ἡ ἐνοχή του γιὰ τὸ ἔγκλημα  μὲ τὸν δικό της φόνο καὶ δεήθηκε πρὸς τὸν Ὕψιστο νὰ παραλάβει τὴν ψυχή της ἀπὸ τὴν φυλακὴ ἐκείνη καὶ νὰ φανεῖ εὐσπλαχνικὸς πρὸς αὐτή, γιὰ τὸ ὅτι ἐπὶ τόσο καιρὸ ἐκείνη παρακολουθοῦσε ἀπαθὴς τοὺς διωγμοὺς τῶν Χριστιανῶν κοντὰ στὸ πλευρὸ τοῦ διώκτη αὐτῶν.

Ἡ δέησή της εἰσακούσθηκε. Δύο ἡμέρες πρὶν τὴν θανάτωση τοῦ Μεγαλομάρτυρα Γεωργίου, τὸ ἔτος 303 μ.Χ., παρέδιδε τὴν τελευταία της πνοὴ στὴ φυλακή. Τὸ παράδειγμα τῆς βασίλισσας ἀκολούθησαν καὶ οἱ τρεῖς ἀπὸ τοὺς ἀκόλουθούς της, ὁ Ἀπολλώ, ὁ Ἰσαάκιος καὶ ὁ Κοδράτος. Τίμιοι καὶ ἐνάρετοι ὑπηρέτες, ἀφοσιωμένοι ἀπὸ καρδιὰ στὴν αὐτοκράτειρά τους, τῆς ὁποίας γνώριζαν τὴν ἀγαθότητα, σκέφθηκαν ὅτι ἡ ἀπόφασή της καὶ ἡ πίστη της στὸν Χριστὸ ἔπρεπε νὰ τοὺς κάνει νὰ ἐξετάσουν καὶ αὐτοὶ χωρὶς προκατάληψη τὴν πίστη στὸν ἀληθινὸ Θεὸ καὶ νὰ κανονίσουν ἀναλόγως τὴ διαγωγὴ τους στὸ μέλλον. Πῆγαν λοιπὸν σὲ ἕναν Χριστιανὸ ἱερέα, τὸν ἄκουσαν καὶ ἀποχώρησαν ἀπὸ τὸ σπίτι του ἔνθερμοι πιστοί, φωτισμένοι ἀπὸ τὴ Χάρη τοῦ Παρακλήτου, μὲ τὴν ἀπόφαση νὰ ἀκολουθήσουν τὸ παράδειγμα τῆς βασίλισσάς τους. Καὶ κάποια ἡμέρα ὁμολόγησαν καὶ αὐτοὶ τὴν πίστη τους.
Ὁ Διοκλητιανὸς διέταξε τὴν θανάτωσή τους. Καὶ τὸν μὲν Κοδράτο τὸν ἀποκεφάλισαν, τοὺς δὲ Ἀπολλὼ καὶ Ἰσαάκιο τοὺς ὑπέβαλαν στὸν θάνατο διὰ τῆς πείνας καὶ τῆς δίψας. Τὸ βασανιστήριο αὐτὸ ὑπῆρξε ὀδυνηρότατο. Ἀλλὰ τὸ ἀντιμετώπισαν μὲ ἀνδρεία, παρηγορούμενοι ἀπὸ τὴν ἐλπίδα ὅτι ἐπρόκειτο νὰ συναντηθοῦν στὰ σκηνώματα τῆς δικαιοσύνης καὶ τῆς μακαριότητας μαζὶ μὲ τὴν Ἁγία βασίλισσα. Ἡ ἐλπίδα τους ἱκανοποιήθηκε. Ἡ Ἐκκλησία τιμώντας τὴν μνήμη τους, τοὺς συνεορτάζει μαζί της τὴν ἴδια ἡμέρα.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Τῷ Χριστῷ προσελθοῦσα Ἀλεξάνδρα πανεύφημε, διὰ τῶν μεγίστων θαυμάτων Γεωργίου τοῦ Μάρτυρος, κατέλιπες τιμὰς βασιλικάς, καὶ ὤφθης τῶν Μαρτύρων κοινωνός· μεθ’ ὧν πρέσβευε ἀπαύστως ὑπὲρ ἡμῶν, τῶν πίστει ἐκβοώντων σοι· δόξα τῷ δεδωκότι σοι ἰσχύν, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα τῷ σὺν Ἁγίοις Ἀθληταῖς, λαμπρῶς σε ἀριθμήσαντι.

 

Κοντάκιον. Ἦχος β’. Τὰ ἄνω ζητῶν.
Μαρτύρων Χριστοῦ, ἐδείχθης ἰσοστάσιος, δεχθεῖσα λαμπρῶς, τὸ φῶς τῆς θείας πίστεως, ὦ Ἀλεξάνδρα πάνσεμνε· διὰ τοῦτο πιστῶς ἐκβοῶμέν σοι· τὸν βασιλέα τῆς δόξης Χριστόν, δυσώπει ὑπὲρ τῶν εὐφημούντων σε.

 

Μεγαλυνάριον.
Αἴγλῃ λαμπρυνθεῖσα τῇ θεϊκῇ, σεμνὴ Ἀλεξάνδρα, ὡμολογήσας τὸν Χριστὸν, καὶ αὐτοῦ τῆς δόξης, συμμέτοχος ἐγένου, ὑπὲρ αὐτοῦ θανοῦσα, γνώμης στερρότητι.

Ὁ Ἅγιος Μαξιμιανὸς Ἐπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως

Ὁ Ἅγιος Μαξιμιανὸς ἢ Μάξιμος γεννήθηκε στὴ Ρώμη καὶ ἦταν ἄνδρας πολυμαθὴς καὶ εὐφυής. Ἐκεῖ ἔλαμψε μὲ τὶς πλούσιες ἀρετές του, τὴν αὐστηρότητα τοῦ βίου του καὶ τὸ ἀπαράμιλλο ἦθος του. Χειροτονήθηκε πρεσβύτερος ὑπὸ τοῦ Πατριάρχου Σισινίου (426 – 431 μ.Χ.). Ὃταν ἀργότερα κοιμήθηκε ὁ Σισίνιος, τὸν διαδέχθηκε στὸν Πατριαρχικὸ θρόνο ὁ αἱρετικὸς Νεστόριος (428 – 431 μ.Χ.), ἐναντίων τῶν αἱρετικῶν δοξασιῶν τοῦ ὁποίου ἀντέδρασε σθεναρὰ ὁ Ἅγιος Μαξιμιανός. Μετὰ τὴν καθαίρεση καὶ τὴν ἐξορία τοῦ Νεστορίου στὸ θρόνο ἀνῆλθε, στὶς 25 Ὀκτωβρίου 431 μ.Χ., ὁ Ἅγιος Μαξιμιανός, ἔχοντας τὴν θερμὴ ὑποστήριξη τόσο τοῦ αὐτοκράτορα Θεοδοσίου Β’ τοῦ Μικροῦ ὅσο καὶ τοῦ πιστοῦ λαοῦ τῆς Βασιλεύουσας.
Ὁ Ἅγιος Μαξιμιανός, ἀφοῦ ἐργάσθηκε γιὰ τὴν εἰρήνη τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἀνέπτυξε πλούσιο φιλανθρωπικὸ ἔργο, κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη, τὸ ἔτος 434 μ.Χ. Ἡ Σύναξή του ἐτελεῖτο στὸ ναὸ τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ὅσιος Ἀναστάσιος ὁ Ὁμολογητής ὁ Σιναΐτης

Ὁ Ὅσιος Ἀναστάσιος ἔζησε τὸν 7ο αἰώνα μ.Χ. καὶ καταγόταν ἀπὸ εὐγενὴ οἰκογένεια. Γρήγορα ὅμως ἐγκατέλειψε τὸν κόσμο καὶ τὰ βιοτικὰ πράγματα καὶ ἐκάρη μοναχός. Ἀργότερα ἐπισκέφθηκε τὴν Συρία, τὴν Αἴγυπτο καὶ τὰ Ἱεροσόλυμα, γιὰ νὰ προσκυνήσει τοὺς Ἁγίους Τόπους καὶ κατέληξε στὴ μονὴ τῆς Ἁγίας Αἰκατερίνης στὸ ὄρος Σινᾶ, τῆς ὁποίας διετέλεσε ἡγούμενος. Ὁ Ὅσιος διακρίθηκε γιὰ τοὺς ἀγῶνες του κατὰ τῶν αἱρετικῶν Μονοφυσιτῶν, γι’ αὐτὸ καὶ ὀνομάσθηκε Ὁμολογητής. Ἐτιμᾶτο ἰδιαίτερα ἀπὸ τοὺς σύγχρονούς του, οἱ ὁποῖοι τὸν ἀποκαλοῦσαν καὶ «νέον Μωυσέα». Κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη σὲ βαθὺ γῆρας περὶ τῆς ἀρχὲς τοῦ 8ου αἰῶνος μ.Χ.
Ὁ Ὅσιος Ἀναστάσιος ἦταν ἀπὸ τοὺς πολυγραφότερους συγγραφεῖς τῆς ἐποχῆς του. Τὰ ἔργα του εἶναι τὰ ἀκόλουθα: α) «Ὁδηγός». Τὸ ἔργο αὐτὸ ἀποτελεῖται ἀπὸ 24 κεφάλαια καὶ ὀνομάσθηκε ἔτσι διότι ἦταν προορισμένο νὰ χρησιμεύσει ὡς ὁδηγὸς πρὸς ὑποστήριξη τῆς Ὀρθοδοξίας ἐναντίον τοῦ Μονοφυσιτισμοῦ, β) «Ἐρωτήσεις καὶ ἀποκρίσεις περὶ διαφόρων κεφαλαίων καὶ διαφόρων προσώπων». Στὸ ἔργο αὐτὸ ὁ Ὅσιος Ἀναστάσιος, ἀκολουθώντας τὴ μέθοδο τοῦ Ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ, τῶν ἐρωτήσεων καὶ τὸν ἀποκρίσεων, ἐπιλύει διάφορα ζητήματα δογματικά, πρακτικὰ καὶ ἐκκλησιαστικά, γ) «Λόγος περὶ τῆς ἁγίας συνάξεως καὶ περὶ τοῦ μὴ κρίνειν καὶ μνησικακεῖν», ὅπου ἀναφέρεται στὴ Θεία Εὐχαριστεία., δ) «Θεωρίαι ἀναγωγικαὶ εἰς τὴν ἑξαήμερον». Τὸ ὅλο ἔργο ἀποτελεῖται συνολικὰ ἀπὸ δώδεκα βιβλία, ε) «Ἐκ τοῦ κατ’ εἰκόνα». Δύο λόγοι περὶ τῆς κατ’ εἰκόνα Θεοῦ δημιουργίας τοῦ ἀνθρώπου, στ) «Χρήσεις ἄχρηστοι μιαρῶν δυσσεβῶν Ἀρειανῶν ἀθετοῦσαι τὴν ὁμοούσιον θεότητα τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ καὶ κτίσμα τὸν Κτίστην τῶν ἁπάντων λέγουσα». Τὸ βιβλίο αὐτὸ περιέχει ἀποσπάσματα ἀπὸ συλλογὴ χωρίων Πατέρων ἐναντίων τῶν αἱρετικῶν. Ἐκτὸς ἀπὸ τὰ προαναφερθέντα ἔργα ἔχουν γραφεῖ καὶ ἄλλα ἀπὸ τὸν Ὅσιο Ἀναστάσιο.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ἅγιος Θεόδωρος ὁ Μάρτυρας ὁ Φιλόσοφος

Ὁ Ἅγιος Μάρτυς Θεόδωρος τῆς Κάμα, ὁ ἐπονομαζόμενος Φιλόσοφος, μαρτύρησε τὸ ἔτος 1323 ἀπὸ τοὺς Μογγόλους.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ὅσιος Ἰάκωβος 

Ὁ Ὅσιος Ἰάκωβος ἔζησε τὸν 14ο αἰώνα μ.Χ. καὶ ασκήτεψε στὴ μονὴ τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου τοῦ Στρομύν, κοντὰ στὴ Μόσχα. Κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη περὶ τὸ ἔτος 1392.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Σύναξις Ὑπεραγίας Θεοτόκου ἐν Μοζντὸκ τῆς Ρωσίας 

Ἡ ἱερὴ εἰκόνα τῆς Θεοτόκου τοῦ Μοζντὸκ εἶναι ἀντίγραφο τῆς εἰκόνος τῆς Παναγίας τῆς Ἰβηριτίσσης ( 12 Φεβρουαρίου). Ἀπεστάλη κατὰ τὸν 13ο αἰώνα μ.Χ. ἀπὸ τὴν Ἁγία βασίλισσα Ταμάρα ( 1 Μαΐου) ὡς δῶρο πρὸς τοὺς νεοφώτιστους Χριστιανοὺς τοῦ χωριοῦ Ὀσέτιαν Ὂλ τοῦ Μάργιαμ – Κάντου.
Τὸ ἔτος 1768, ἡ εἰκόνα θαυματουργικὰ ἐμφανίσθηκε στὶς ἐκβολὲς τοῦ ποταμοῦ Τέρεκ, κοντὰ στὸ Μοζντόκ. Ὁ Ἐπίσκοπος Γάιος ἔκτισε ἕναν μικρὸ ναὸ πρὸς τιμὴν τῆς εἰκόνος. Κατὰ τὰ ἔτη 1796 – 1797 στὴ θέση τοῦ παρεκκλησίου ἀνεγέρθηκε πρὸς τιμὴν τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου μεγάλος ναὸς καὶ ἱδρύθηκε γυναικεία μονή.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Σύναξις Ὑπεραγίας Θεοτόκου τῆς Παλαιοκαστρίτισσας στὴν Κέρκυρα 

Τὸ Μοναστήρι τῆς Παναγίας τῆς Παλαιοκαστρίτισσας πῆρε τὸ ὄνομά του ἀπὸ τὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας ποὺ εἶχε βρεθεῖ στὸν ἀπέναντι λόφο ποὺ λεγόταν Παλαιὸ Κάστρο. Τὸ Μοναστήρι σύμφωνα μὲ τὴν παράδοση καὶ τὶς λίγες γραπτὲς μαρτυρίες πρέπει νὰ κτίστηκε τὸ 1228 μ.Χ. Πανηγυρίζει τὴν Παρασκευὴ τῆς Διακαινησίμου, τῆς Ζωοδοόχου Πηγῆς καὶ ἀνήκει στὴν Ἱερὰ Μητρόπολη Κερκύρας.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὅσιος Θεόδωρος καταγόταν ἀπὸ τὸ Βυζάντιο καὶ γεννήθηκε ἀπὸ πλούσιους καὶ εὐσεβεῖς γονεῖς. Ἀπὸ νεαρὴ ἡλικία ἀκολούθησε τὸ μοναχικὸ βίο γενόμενος μοναχὸς στὴ μονὴ ποὺ γιαὐτὸν ἐκαλεῖτο μονὴ τοῦ Τριχινᾶ. Ὁ Ὅσιος Θεόδωρος ὑπέβαλε τὸν ἑαυτό του σὲ κάθε κακουχία καὶ σκληραγωγία. Τὸ σῶμά του τὸ κάλυπτε μὲ λεπτὸ τρίχινο ἱμάτιο, γι’ αὐτὸ καὶ ἐπονομάσθηκε Τριχινᾶς. Μὲ τοὺς σκληροὺς ἀσκητικούς του ἀγῶνες ὁ Ὅσιος ἀπεκάλυπτε καὶ ἐξουδετέρωνε τὶς ἀπάτες τῶν δαιμόνων.
Ὁ Ὅσιος Θεόδωρος κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη καὶ ἔλαβε τὴ Χάρη ἀπὸ τὸν Θεό, ὁ τάφος του νὰ ἀναβλύζει μύρο ποὺ εὐωδίαζε. Ἔτσι, ὅσοι προσέτρεχαν ἐκεῖ μὲ πίστη καὶ εὐλάβεια, λάμβαναν τὴν ὑγεία τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματος.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Δῶρον ἔνθεον, τῆς ἐγκρατείας, σκεῦος ἔμψυχον, τῆς ἀπαθείας, ἀνεδείχθης θεοφόρε Θεόδωρε· τὸν γὰρ Θεὸν θεραπεύσας τοῖς ἔργοις σου, τῶν παρ’ αὐτοῦ δωρημάτων ἠξίωσαι. Πάτερ Ὅσιε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

 

Κοντάκιον. Ἦχος α’. Τὸν τάφον σου Σωτήρ.
Φωτὸς καταστολήν, ἱερῶς ἐξυφαίνων, τριχίνῳ σεαυτόν, περιέστελλες ῥάκει, Θεόδωρε πανόσιε, Παρακλήτου κειμήλιον· ὅθεν χάριτος, ὑπερφυοῦς ἠξιώθης, μύρον εὔοσμον, ἀπὸ τοῦ τάφου βλυστάνων, ψυχῶν καθαρτήριον.

 

Μεγαλυνάριον.
Ράκεσι τριχίνοις σκέπων σαυτόν, τὸ κῴδιον Πάτερ, τῆς νεκρώσεως καὶ φθορᾶς, ἐναπεξεδύθης, καὶ τῆς ἀθανασίας, τὴν χλαῖναν ἐστολίσω, μάκαρ Θεόδωρε.

Ὁ Ἅγιος Ζακχαῖος ὁ Ἀπόστολος 

Ὁ Ἅγιος Ζακχαῖος ἔζησε κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ ἦταν ἀρχιτελώνης, δηλαδὴ ἀρχιεισπράκτορας τῶν ρωμαϊκῶν φόρων, στὴν Ἱεριχώ. Μικρὸς στὸ ἀνάστημα καθὼς ἦταν, γιὰ νὰ μπορέσει νὰ δεῖ τὸν Χριστὸ ὅταν Ἐκεῖνος διερχόταν ἀπὸ τὴν Ἱεριχώ, ἀνέβηκε σὲ μία συκομορέα. Ὁ Κύριος τὸν εἶδε καὶ τὸν κάλεσε νὰ κατέλθει, διότι εἶχε πρόθεση νὰ καταλύσει τὸν οἶκο του. Παρὰ τοὺς ψυθιρισμοὺς τοῦ πλήθους ὁ Ἰησοῦς δέχθηκε τὴ φιλοξενία τοῦ Ζακχαίου, ποὺ τὴν ἴδια στιγμὴ δήλωσε ὅτι θὰ χάριζε στοὺς πτωχοὺς τὸ ἥμισυ τῶν ὑπαρχόντων του καὶ σὲ ὅποιον εἶχε ἀδικηθεῖ ἀπὸ αὐτὸν θὰ ἀπέδιδε τὸ τετραπλάσιο, ὑπερβάλλοντας ἔτσι σὲ γενναιοδωρία ὅ,τι ἐπέτασσε ὁ Μωσαϊκὸς Νόμος. Ἡ σχετικὴ περικοπὴ τοῦ Ζακχαίου ἀναφέρεται ἀπὸ τὸν Εὐαγγελιστὴ Λουκᾶ.
Σύμφωνα μὲ τὶς Κλημέντειες Ὁμιλίες, ὁ Ἅγιος Ζακχαῖος ἀκολούθησε τὸν Ἀπόστολο Πέτρο, ἀπὸ τὸν ὁποῖο χειροτονήθηκε Ἐπίσκοπος στὴν Καισάρεια. Κάποιοι, ἀναφερόμενοι ἀπὸ τὸν Ἅγιο Κλήμη τὸν Ἀλεξανδρέα, ταύτισαν τὸν Ζακχαῖο μὲ τὸν τελώνη Ἀπόστολο Ματθαῖο.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

 

Οἱ Ἅγιοι Ἀκίνδυνος, Ἀντωνίνος, Βίκτωρ, Ζήνωνος, Ζωτικός, Θεωνᾶς, Καισάριος, Σεβηριανὸς καὶ Χριστόφορος οἱ Μάρτυρες

Οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες Βίκτωρ, Ζωτικός, Ζήνων, Ἀκίνδυνος, Καισάριος, Σεβηριανός, Χριστόφορος, Θεωνᾶς καὶ Ἀντωνίνος ὑπέστησαν μαρτυρικὸ θάνατο κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορος Διοκλητιανοῦ (284 – 305 μ.Χ..). Ὅλους αὐτοὺς τοὺς διαπρεπεῖς ἀθλητὲς τῆς χριστιανικῆς πίστεως τοὺς ἔδωσε στὸν Χριστὸ ὁ Μεγαλομάρτυς Γεώργιος μὲ τὸ τροπαιοφόρο μαρτύριό του. Καὶ οἱ μὲν Βίκτωρ, Ἀκίδυνος, Ζωτικός, Ζήνων καὶ Σεβηριανός, ποὺ ἦταν εἰδωλολάτρες ἰδιῶτες, αἰσθάνθηκαν μέσα τους στὸ χριστιανικὸ φῶς, ὅταν εἶδαν τὸν Ἅγιο Γεώργιο ἀβλαβὴ ἐπάνω στὸν περιστρεφόμενο τροχό. Τότε μὲ μία φωνὴ καὶ οἱ πέντε κήρυξαν Χριστιανοὺς τοὺς ἑαυτούς τους. Ὁ εἰδωλολάτρης ἄρχοντας, πού, πρὶν τὴ δήλωση αὐτή, ἦταν ἤδη ἐξοργισμένος ἀπὸ τοὺς θριάμβους τοῦ Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου, ἐξεμάνη. Ἀμέσως λοιπὸν τοὺς ἀποκεφάλισε.
Ὁ δὲ Χριστόφορος, ὁ Θεωνᾶς, ὁ Καισάριος καὶ ὁ Ἀντωνίνος ἦταν ἀπὸ τοὺς δορυφόρους τοῦ βασιλέως καὶ παρακολουθοῦσαν μὲ κατάπληξη καὶ θαυμασμὸ ὅσα θαυμάσια ἐκδηλώθηκαν ἀπὸ τὸ μαρτύριο τοῦ Ἁγίου Γεωργίου. Καὶ οἱ τέσσερις ἦταν ἐνάρετοι καὶ τίμιοι ἄνδρες, καὶ ἀκολουθοῦσαν τὸ νόμο τῆς συνειδήσεως. Γι’ ἀτὸ καὶ βρῆκαν χάρη κοντὰ στὸν Θεό. Ὅσα εἶχαν ἀκούσει προηγουμένως γιὰ τοὺς Χριστιανούς, δηλαδὴ γιὰ τὴν δύναμη τῆς πίστεώς τους καὶ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ ποὺ τοὺς ἐνισχύει, παρουσιάζονταν ἤδη ἐνώπιόν τους. Καὶ ἡ πίστη ἐκείνη ἔκανε τὸ θαῦμα της καὶ στὶς δικές τους ψυχές. Ἡ θεότητα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἀποκαλυπτόταν μπροστὰ στὰ μάτια τους. Τὰ νέφη τῆς εἰδωλολατρίας τους διασκορπίζονταν ἀπὸ μπροστά τους, καὶ ἦλθε ἡ στιγμή, κατὰ τὴν ὁποία ἡ χριστιανικὴ φλόγα ἀνεφλέγη ἐντός τους καὶ σὲ περίσταση πάνδημη προέβησαν σὲ ὁμολογία τοῦ Χριστοῦ. Τότε τοὺς συνέλαβαν καὶ κατεβλήθησαν πολλὲς προσπάθειες γιὰ νὰ ἀνακαλέσουν τὶς ὁμολογίες τους. Ἀρνήθηκαν ὅμως ἐπανειλημμένως καὶ ὁριστικά. Τότε διατάχθηκε ὁ θάνατός τους. Ἔσκισαν τὰ πλευρά τους καὶ τοποθέτησαν ἀναμένες λαμπάδες στὶς ἀνοιχτὲς πληγές. Οἱ ἡρωικοὶ ὁμολογητὲς ὅμως ἔμεναν μὲ σταθερὴ τὴ γνώμη. Τὰ ἀξιώματα τοὺς φαίνονταν ὄχι πλέον μάταια ἀλλὰ ἄτιμα, καθὼς προέρχονταν ἀπὸ ἄρχοντες διῶκτες τῆς ἀληθινῆς πίστεως. Καὶ τὸ νὰ πεθάνουν γιὰ τὸν Χριστό, προσδοκώντας ἀνάσταση νεκρῶν, ἦταν γι’ αὐτοὺς ἡ ἀνατολὴ τῆς πιὸ χαρούμενης καὶ τῆς πιὸ λαμπρῆς ζωῆς. Τέλος τοὺς ἔριξαν στὴ φωτιὰ καὶ μέσα στὶς φλόγες της κοσμήθηκαν μὲ ἀμάραντα μαρτυρικὰ στέφανα. Ἦταν τὸ ἔτος 303 μ.Χ.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

 

Ὁ Ἅγιος Ἀναστάσιος ὁ Σιναΐτης Ἐπίσκοπος Ἀντιοχείας

Ὁ Ἅγιος Ἀναστάσιος ἀσκήτεψε στὸ ὄρος Σινᾶ περὶ τὶς ἀρχὲς τοῦ 6ου αἰῶνος μ.Χ., γι’ αὐτὸ καὶ ἀποκαλεῖται Σιναΐτης. Ἀπὸ τὸ Σινᾶ μετέβη στὴν Ἀντιόχεια, ὅπου ἔγινε ἀποκρισάριος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἀλεξανδρείας. Ὅταν πέθανε ὁ Ἐπίσκοπος Ἀντιοχείας  Δόμνος Γ’ (546 – 561 μ.Χ.), κλήθηκε ἀπὸ τὸν κλῆρο καὶ τὸν λαὸ σὲ διαδοχὴ αὐτοῦ. Ὁ αὐτοκράτορας Ἰουστίνος (565 – 576 μ.Χ.), μὲ τὴν πρόφαση ὅτι ὁ Ἅγιος κατασπατάλησε τὴν ἐκκλησιαστικὴ περιουσία, τὸ ἐξόρισε τὸ ἔτος 571 μ.Χ. στὰ Ἱεροσόλυμα. Ἐκεῖ ὁ Ἅγιος παρέμεινε μελετώντας καὶ συγγράφοντας μέχρι τὸ ἔτος 593 μ.Χ., ὁπότε καὶ ἐπανῆλθε στὸ θρόνο του καὶ κοιμήθηκε κατὰ τὸ ἔτος 599 μ.Χ. Περὶ τοῦ τέλους αὐτοῦ, τὸ ὁποῖο οἱ Συναξαριστὲς ἀναφέρουν ὡς μαρτυρικό, δὲν ἔχουμε θετικὲς πληροφορίες.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ὅσιος Ἰωάννης ὁ Παλαιολαυρίτης

Ὁ Ὅσιος Ἰωάννης ὁ Παλαιολαυρίτης ἀγάπησε ἀπὸ βρεφικὴ ἡλικία τὸ μοναχικὸ βίο. Γι’ αὐτό, ἀφοῦ ἐγκατέλειψε τὸν κόσμο, ἔγινε μοναχὸς καὶ ὡς ἀσκητὴς περιφερόταν σὲ ξένους τόπους, μέχρι ποὺ ἔφθασε στὰ Ἱεροσόλυμα καὶ κατέφυγε στὴ μονὴ τοῦ Ἁγίου Χαρίτωνος. Ἐκεῖ ὁ Ὅσιος Ἰωάννης, ἀφοῦ διῆλθε τὸν ὑπόλοιπο χρόνο τῆς ζωῆς του μὲ ἄσκηση καὶ μετάνοια, κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ὅσιος Ἀθανάσιος ὁ Μετεωρίτης 

Ὁ Ὅσιος Ἀθανάσιος ὁ Μετεωρίτης, κατὰ κόσμον Ἀνδρόνικος, γεννήθηκε περὶ τὸ ἔτος 1302 στὴν πόλη τῶν Νέων Πατρῶν ἢ τῆς Νέας Πάτρας, τὴ σημερινὴ Ὑπάτη, κοντὰ στὸ ὄρος Μολύβιον, ἀπὸ γονεῖς ποὺ ἀνῆκαν στὴν ἀριστοκρατικὴ τάξη: «…γονέων ἐπιφανῶν υἱὸς καὶ τῆς πατρίδος αὐτοῦ πολλῶν ὑπερεχόντων».

Ἡ μητέρα του πέθανε κατὰ τὴν ὥρα τοῦ τοκετοῦ καὶ μετὰ ἀπὸ λίγο χρονικὸ διάστημα ἀναπαύθηκε καὶ ὁ πατέρας του. Ἔτσι, ὁ μικρὸς Ἀνδρόνικος ἔχασε καὶ τοὺς δύο γονεῖς του σὲ πολὺ μικρὴ ἡλικία. Τότε βρῆκε συμπαράσταση, στοργὴ καὶ ἀγάπη ἀπὸ τὸν ἀδελφὸ τοῦ πατέρα του, ὁ ὁποῖος ἀνέλαβε τὴν κηδεμονία του, φροντίζοντας γιὰ ὅλα του τὰ ἀναγκαῖα καὶ γιὰ τὴν μάθηση τῶν ἱερῶν γραμμάτων.

Ὅταν τὸ ἔτος 1319 ἡ Νέα Πάτρα καταλήφθηκε ἀπὸ τοὺς Φράγκους, ὁ Ἀνδρόνικος αἰχμαλωτίσθηκε καὶ μάλιστα, χαριτωμένος καθὼς ἦταν στὴ μορφή, κινδύνευσε νὰ σταλεῖ στὸ σπίτι τοῦ κατακτητὴ Ἀλφόνσου Φαδρίγου σὰν ζωντανὸ λάφυρο. Ὁ Ἀνδρόνικος ὅμως κατάλαβε τὶς προθέσεις του καὶ σώθηκε μὲ τὴν φυγή. Ἀφοῦ συναντήθηκε μὲ τὸν ἐξόριστο κηδεμόνα του, ἀπέπλευσαν μαζὶ καὶ κατέληξαν στὴ Θεσσαλονίκη. Μετὰ ἀπὸ λίγο καιρὸ πέθανε ὁ θεῖος του, ἄρρωστος ἀπὸ βαριὰ ἀρθρίτιδα, στὴ μονὴ τοῦ Ἀκαπνίου στὴ Θεσσαλονίκη. Ἔτσι ὁ νεαρὸς Ἀνδρόνικος, τὸ ἔτος 1319 (σὲ ἡλικία 16 – 17 ἐτῶν), ἔμεινε γιὰ τρίτη φορὰ ὀρφανὸς χωρὶς κανέναν προστάτη καί, προκειμένου νὰ ἐξοικονομήσει τὰ ἀναγκαῖα γιὰ τὴ διαβίωσή του, προσελήφθη στὴν ὑπηρεσία ἑνὸς γραμματέως βασιλικῶν ὁρισμῶν στὴ Θεσσαλονίκη. Ἡ μεγάλη του ἀγάπη γιὰ τὰ γράμματα ἀφ’ ἑνὸς καὶ ἡ ἔλλειψη χρημάτων ἀφ’ ἑτέρου, τὸν ἀναγκάζουν νὰ πηγαίνει στὰ σχολεῖα τῶν διδασκάλων καὶ καθισμένος ἔξω ἀπὸ τὴν πόρτα νὰ παρακολουθεῖ τὰ μαθήματα.

Ἡ ροπή του πρὸς τὸν ἀσκητισμὸ καὶ ἡ ἀναζήτηση τῆς ἀπερίσπαστης ἐπικοινωνίας μὲ τὸν Θεό, τὸν ὁδήγησαν στὸ Ἅγιον Ὄρος. Νεαρὸς ὅμως καθὼς ἦταν καὶ ἀγένειος, δὲν ἔγινε δεκτὸς ἀπὸ τοὺς πατέρες. Παρόλα αὐτὰ ὅμως δὲν κάμφθηκε. Παίρνοντας τὴν εὐχὴ τῶν πατέρων πῆγε στὴν Κωνσταντινούπολη, ὅπου ἀσπάσθηκε τοὺς ἱεροὺς ναοὺς καὶ τὰ τίμια λείψανα τῶν Ἁγίων. Συγκατοίκησε μὲ δύο μοναχούς, οἱ ὁποῖοι διαβλέποντας τὰ ἐξαιρετικὰ καὶ σπάνια χαρίσματα τοῦ νέου, ὁ ὁποῖος πλησίαζε τὰ χαρακτηριστικὰ ἐνὸς παιδαριογέροντα, τοῦ πρότειναν νὰ μείνει στὸ ἡσυχαστήριό τους καὶ νὰ τὸν κάνουν προεστώτα. Ὁ ἴδιος ὅμως μὲ ταπείνωση ἀρνήθηκε.

Στὴν Κωνσταντινούπολη συναναστράφηκε μὲ κορυφαῖες ἐκκλησιαστικὲς προσωπικότητες, ποὺ ἐπηρέασαν τὴν ζωή του, ὅπως τὸν Ὅσιο Γρηγόριο τὸν Σιναΐτη, τὸν πατέρα τῆς νηπτικῆς θεολογίας, τὸν Δανιὴλ τὸν Ἡσυχαστή, τὸν Ἰσίδωρο, ὁ ὁποῖος μετέπειτα ὡς Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης (1347 – 1350) ὑποστήριξε τὸν Ἅγιο Γρηγόριο τὸν Παλαμᾶ καὶ κατόπιν τὸν κατέστησε Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης καὶ πολλοὺς ἄλλους Ἁγίους Πατέρες, ἀπὸ τοὺς ὁποίους ὠφελήθηκε πνευματικὰ σὰν τὴ μέλισσα ποὺ «συλλέγει τὰ καίρια».

Στὴν συνέχεια, μᾶλλον γιὰ βιοποριστικοὺς λόγους, μετέβη στὴν Κρήτη γιὰ ὁρισμένο χρονικὸ διάστημα. Ἐκεῖ γνωρίστηκε μὲ κάποιον φιλάνθρωπο Κρητικό, ὁ ὁποῖος ἐκτιμώντας τὶς ἀρετές του σκέφθηκε νὰ τὸν παντρέψει μὲ τὴν θυγατέρα του. Ὁ Ἀνδρόνικος ὅμως, καταλαβαίνοντας τὶς βλέψεις του καὶ γιὰ νὰ μὴν ἐμπλακεῖ «ταῖς τοῦ βίου πραγματείαις», ἐγκατέλειψε ἀμέσως τὴν Κρήτη, συνάμα καὶ τὴν κοσμικὴ ζωὴ καὶ ἐπέστρεψε καὶ πάλι στὸ Ἅγιον Ὄρος, γιὰ νὰ ἀφιερωθεῖ ἐξ’ ὁλοκλήρου στὸν Ἰησοῦ Χριστὸ «ὡς καλὸς στρατιώτης τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ», διότι πίστευε ὅτι μόνο ἐκεῖ μποροῦσε νὰ βιώσει τὸ ἀσκητικὸ ἰδεῶδες.

Ἀρχικὰ κατέφυγε στὴ σκήτη τοῦ Μαγουλᾶ καὶ εἰδικὰ στὴν ὀρεινὴ τοποθεσία τὴν λεγόμενη Μηλέα. Ἐκεῖ ἔγινε δεκτὸς ἀπὸ δύο ἁγιορεῖτες ἀσκητές, τὸν ἱερομόναχο Γρηγόριο τὸν Κωνσταντινουπολίτη καὶ τὸν Μωυσῆ. Σὲ ἡλικία τριάντα ἐτῶν ἔγινε ἡ ρασοφορία του ἀπὸ τὸν Γέροντά του Γρηγόριο καὶ μετονομάσθηκε Ἀντώνιος. Πολὺ γρήγορα ἔγινε μεγαλόσχημος μοναχὸς παίρνοντας τὸ ὁριστικό του πιὰ μοναχικὸ ὄνομα Ἀθανάσιος, μὲ τὸ ὁποῖο ἔγινε γνωστὸς καὶ πέρασε μέσα στὸ χορὸ τῶν Ὁσίων τῆς Ἐκκλησίας, καθὼς καὶ τῶν ὑψηλῶν ἀναστημάτων τοῦ Ὀρθόδοξου μοναχισμοῦ καὶ εἰδικότερα στὴν ἱστορία τοῦ μετεωρίτικου μοναχισμοῦ.

Ὁ Ἀθανάσιος κατὰ τὴν παραμονή του στὸ Ὄρος ἀσκήθηκε στὶς κατὰ Θεὸν ἀρετές, στὴν προσευχή, στὴν ὑπακοὴ καὶ στὴν ὑποταγή, ἀντιμετωπίζοντας τὶς δοκιμασίες καὶ τὶς διάφορες κακουχίες ἀγόγγυστα καὶ ὑπομονετικά.

Τὶς σκληρὲς μὰ ἥσυχες στιγμὲς τῆς ἀσκητικῆς του ζωῆς ἦρθαν νὰ ταράξουν οἱ λῃστρικὲς ἐπιδρομὲς τῶν Ἀγαρηνῶν Τούρκων καὶ οἱ ἄγριες διώξεις ἐναντίον τῶν κατοίκων τῶν Ἀθωνικῶν παραλιῶν. Ἐξαιτίας αὐτῶν τῶν γεγονότων οἱ μοναχοὶ ἀναγκάσθηκαν νὰ ἐγκαταλείψουν τὸ Ἅγιον Ὄρος καὶ νὰ καταφύγουν σὲ μέρος ἀσφαλέστερο. Ὁ μὲν Μωυσῆς μετέβη στὴ μονὴ τῶν Ἰβήρων, ὁ δὲ Ἀθανάσιος μαζὶ μὲ τὸν γέροντα καὶ θεῖο του Γρηγόριο καὶ μὲ ἕναν ἄλλο μοναχὸ μὲ τὸ ὄνομα Γαβριὴλ κατέφυγαν πρὸς τὰ δυτικὰ μέρη τῆς Ἑλλάδος.

Ἀφοῦ πέρασαν ἀπὸ τὴ Θεσσαλονίκη ἔφθασαν στὴ Βέροια, πόλη καλῶς τειχισμένη. Ἐκεῖ πολλοὶ ἐπιφανεῖς θέλησαν νὰ κρατήσουν κοντά τους τοὺς ἁγιορεῖτες ἀσκητὲς καὶ νὰ τοὺς προσφέρουν τὰ ἀναγκαῖα γιὰ τὴ συντήρησή τους. Παρόλα αὐτὰ ὅμως δὲν δέχθηκαν, κυρίως γιατί ὁ Ἀθανάσιος ἀποστρεφόταν τὴν κοσμικὴ καὶ πολυθόρυβη ζωὴ τῶν πόλεων καὶ ἐπιζητοῦσε χῶρο ἰδανικὸ γιὰ ἄσκηση, ἀπομόνωση καὶ ἡσυχία.

Μετὰ ἀπὸ κάποια ἀγνώστου χρόνου παραμονὴ τῶν δύο Ὁσίων στὴ Σκήτη τῆς Βέροιας, στὴ μονὴ τοῦ Τιμίου Προδρόμου, πορεύθηκαν πρὸς τὸν Ἐπίσκοπο Σερβίων. Κατόπιν, μὲ ὑπόδειξη τοῦ ἐν λόγῳ Ἐπισκόπου, κατέφυγαν στοὺς θεόκτιστους Θεσσαλικοὺς βράχους τῶν Σταγῶν.

Φθάνοντας περὶ τὸ 1333 – 1334 στὸν τόπο ἐκεῖνο βρῆκαν μὲν τοὺς λίθους, ὅπως τοὺς εἶχε περιγράψει ὁ Ἰάκωβος, ἀλλὰ «οὐκ ἦν τις ὁ κατοικῶν ἐν αὐτοῖς, πλὴν γυπῶν καὶ κοράκων». Ἕνας μόνο λίθος ἀπὸ αὐτούς, ὁ πιὸ γειτονικὸς πρὸς τὴν πόλη τῶν Σταγῶν, εἶχε κατὰ τὴν παράδοση κατοικηθεῖ παλιότερα ἀπὸ κάποιον βοσκό, ὁ ὁποῖος μεταμόρφωσε ἕνα κοίλωμα τοῦ βράχου σὲ λαξευτὸ ναὸ τῶν Ταξιαρχῶν καὶ μετονόμασε τὸν βράχο Στύλο. Σ’ αὐτὸ τὸν λίθο λοιπόν, πηγαίνοντας ὁ Ἀθανάσιος μὲ τὸν γέροντά του Γρηγόριο βρῆκαν μέσα ἕναν ἡλικιωμένο μοναχό, ὀνομαζόμενο Τρυφερὸ καὶ ἐκεῖ ἐγκαταστάθηκαν.

Ὁ γέροντας Γρηγόριος βλέποντας τὴν σκληρότητα τοῦ τόπου θέλησε νὰ φύγει καὶ νὰ γυρίσει πίσω. Ὁ Ἀθανάσιος ὅμως, ἀντιλαμβανόμενος τὶς προθέσεις του, τὸν ἐνθάρρυνε. Καὶ ἐπειδὴ πολὺς θόρυβος ἔφθανε ἐκεῖ ἀπὸ τὴν πόλη, καθὼς αὐτὸ τὸ μέρος τοῦ Στύλου ἦταν κοντά της, μὲ τὴν συγκατάθεση τοῦ γέροντος κατέβηκε σὲ ἐρημικότερο μέρος τοῦ βράχου, ὅπου καὶ ἐγκαταστάθηκε. Ἐκεῖ ὁ Ἀθανάσιος ἡσύχαζε τὶς ἕξι ἡμέρες τῆς ἑβδομάδος καὶ ἀνέβαινε στὸ Στύλο μόνο κάθε Κυριακὴ γιὰ τὴν ἀγρυπνία. Ἀφοῦ μεταλάμβανε τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων καὶ ἔτρωγε στὴν κοινὴ τράπεζα, κατέβαινε καὶ πάλι κάτω στὸ κελλί του.

Μετὰ ἀπὸ μικρὸ χρονικὸ διάστημα παραμονῆς του ἐκεῖ, κάποια νύχτα δέχθηκε ἐπίθεση λῃστῶν, οἱ ὁποῖοι πίστευαν ὅτι κάτι θὰ εὕρισκαν νὰ ἁρπάξουν ἀπὸ τὸ κελλί του. Ἐκεῖ ὅμως δὲν ὑπῆρχε τίποτε ἄλλο παρὰ μόνο λίγο λάδι καὶ λίγα ξερὰ ψωμιά. Τοὺς λῃστὲς τοὺς ἀντιλήφθηκε ἀπὸ ψηλὰ ἕνας ἄλλος ἀδελφός, Βαρλαὰμ ὀνομαζόμενος, ὁ ὁποῖος τοὺς ἔδιωξε μὲ τὴν σφεντόνα του, ὅπως τοὺς λύκους.

Στὴν συνέχεια ὁ Ἀθανάσιος, προκειμένου νὰ βρίσκεται μακριὰ ἀπὸ λῃστὲς καὶ νὰ ἡσυχάζει ἀπερίσπαστα, ζητεῖ εὐλογία ἀπὸ τὸν γέροντά του γιὰ νὰ ἀνέβει στὸ Πλατύλιθο, δηλαδὴ στὸν σημερινὸ βράχο τοῦ Μεγάλου Μετεώρου. Σὲ αὐτὸν λοιπὸν τὸν βράχο, «τόπον ἀναχωρητικόν, πέτραν καὶ αἰθέριον ὕψος ἠρμένην», ἀνέβηκε γύρω στὰ 1343 – 1344 ὁ Ἀθανάσιος καὶ ἐγκαταστάθηκε ὁριστικὰ πιά, ποθώντας τὴν ἀνεύρεση περισσότερης ἡσυχίας καὶ τὴν τελειότερη ἄσκηση.

Ἀρχικὰ ὁ Ἀθανάσιος ἔμεινε μόνος του σὲ μία σπηλιὰ τοῦ βράχου. Λίγο ἀργότερα ὅμως δέχθηκε καὶ δύο ἄλλους ἀδελφούς, ποὺ ἦρθαν γιὰ νὰ συγκατοικήσουν μὲ αὐτόν, σύμφωνα μὲ τὸν ὅρο ποὺ τοῦ εἶχε θέσει ὁ γέροντάς του. Τὸν ἕνα ἀπὸ αὐτούς, τὸν Ἰάκωβο, τὸν ἔστειλε στὸν Ἐπίσκοπο καὶ τὸν χειροτόνησε ἱερέα. Στὸ βράχο ὁ Ὅσιος ἀσκητὴς δημιούργησε πρόχειρη τὴν κατοικία του καὶ ὀργάνωσε τὴν πρώτη συστηματικὴ μοναστικὴ κοινότητα τῶν Μετεώρων. Πρῶτα ὅμως οἰκοδόμησε ναὸ τῆς Θεομήτορος, τῆς Παναγίας τῆς Μετεωρίτισσας Πέτρας, στὴν ὁποία ἀφιέρωσε καὶ τὴ μονή.

Μὲ δαπάνη κάποιου τοπικοῦ ἄρχοντα, ὁ Ἀθανάσιος διευκόλυνε τὸν τρόπο ἀνόδου στὸν βράχο μὲ τὴν δημιουργία στοᾶς καὶ τὴν ἐλάττωση τῶν βαθμίδων τῆς κλίμακας. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ φανερώνει ἐπίσης τὴν ἐπίδραση, τὴν πνευματικὴ ἀκτινοβολία καὶ αἴγλη ποὺ ἀσκοῦσε ὁ Ἀθανάσιος καὶ στοὺς πολιτικοὺς ἄρχοντες τῆς περιοχῆς.

Μὲ τὴν χρηματικὴ προσφορὰ κάποιου Τριβαλλοῦ, δηλαδὴ Σέρβου μεγιστάνα, καὶ μὲ τὴν βοήθεια τῶν συμμοναστῶν του, ὁ Ἀθανάσιος οἰκοδόμησε ἄλλον ὡραιότατο ναό, πρὸς τιμὴν τοῦ Μεταμορφωθέντος Σωτῆρος Χριστοῦ. Μὲ τὴν πάροδο ὅμως τῶν χρόνων καὶ μὲ τὴν καθημερινὴ αὔξηση τῶν μοναχῶν ὁ Ὅσιος Ἀθανάσιος διαπίστωσε ὅτι τὸ νὰ ζεῖ ὁ καθένας ἀνεξάρτητα καὶ νὰ φροντίζει μόνος του τὸν ἑαυτό του θὰ εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα ὄχι τὴν ὁμόνοια, ἀλλὰ τὴν διχόνοια καὶ τὴν φιλονικία. Γι’ αὐτὸ τὸν λόγο ἀποφάσισε νὰ ἐπιβάλλει στοὺς ἀδελφοὺς ποὺ εἶχε στὴν ὑποταγή του, κοινοβιακὸ τύπο ζωῆς μὲ αὐστηρὸ μοναστικὸ κανονισμό.

Ἡ φήμη τοῦ Ἡσυχαστοῦ Ὁσίου Ἀθανασίου ἦταν τόσο μεγάλη, ὥστε καὶ γεροντάδες ἦλθαν μὲ τὴν συνοδεία τους νὰ ὑποταχθοῦν σὲ αὐτόν, ὅπως ὁ ἁγιορείτης ἱερομόναχος καὶ πνευματικότατος Ἰγνάτιος, ὁ ὁποῖος μὲ πέντε ἄλλους μαθητές του ἦλθε καὶ ἔμεινε κοντὰ στὸν Ἀθανάσιο καὶ ὁ πνευματικὸς Ἀγάθων, ποὺ πρὶν ὑπῆρξε συμμοναστής του στὸ Ἅγιον Ὄρος. Ὅλοι τους διακρίθηκαν γιὰ τὴν ἀγάπη, τὴν ὑπακοὴ καὶ τὴν ὑποταγή, τόσο πρὸς τὸν Ὅσιο Ἀθανάσιο, ὅσο καὶ μεταξύ τους.
Ὁ Ὅσιος, ποὺ καμιὰ στιγμὴ δὲν ἔπαψε νὰ νουθετεῖ ὅσους ἦταν κοντά του, εὑρισκόμενος πλέον σὲ προχωρημένη ἡλικία, ἀσθένησε. Μετὰ καὶ ἀπὸ τὶς τελευταῖες του νουθεσίες καὶ τὴν παράταση τῆς ἀσθένειάς του γιὰ σαράντα περίπου ἡμέρες, σὲ ἡλικία 78 ἐτῶν, ὁ Ὅσιος Ἀθανάσιος κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη, περὶ τὸ ἔτος 1380, συναριθμούμενος καὶ αὐτὸς στὴν χορεία τῶν μεγάλων Ὁσίων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας μας.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Τῆς ζωῆς ἐν τῇ πέτρᾳ στηρίξας Ὅσιε, τῆς ψυχῆς σου τὰς βάσεις ἀπὸ νεότητος, Ἀθανάσιε σοφὲ στερρῷ φρονήματι, ἐπὶ πέτραν ὑψηλήν, τοῦ Μετεώρου τὴν ζωήν, διέδραμες θεοφόρε· καὶ νὺν ζωῆς ἀθανάτου, κατατρυφῶν ἡμῶν μνημόνευε.

 

Κοντάκιον. Ἦχος β’. Τὰ ἄνω ζητῶν.
Τὰ ἄνω ποθῶν, τὴν κλίμακα ἐτέκτηνας, τὰ κάτω μισῶν, σαργάνην Πάτερ ἔπλεξας, δι’ ὧν πρὸς ὕψος ἔδραμες, ἀπαθείας σοφὲ Ἀθανάσιε· ἐν ὑψηλῇ γὰρ πέτρᾳ τὸ φῶς, ὁσίων ἐκλάμπεις ἀρετῶν τοῖς ἐν γῇ.

 

Μεγαλυνάριον.
Χαίροις Ἀθανάσιε ἱερέ, τῆς ἀθανασίας, δένδρον ὄντως πανευθαλές· χαίροις Μετεώρων, ὁ θεῖος λαμπαδοῦχος, καὶ Μοναζόντων γνώμων, πρὸς τελειότητα.

 

 

Ὁ Ὅσιος Ἀλέξανδρος ἐκ Ρωσίας 

Ὁ Ὅσιος Ἀλέξανδρος τοῦ Ὄσεβεν, κατὰ κόσμον Ἀλέξιος, γεννήθηκε στὶς 17 Μαρτίου 1427 στὴν περιοχὴ Βυζεοζέρο τῆς Ρωσίας ἀπὸ τὴν οἰκογένεια τοῦ Νικηφόρου καὶ τῆς Φωτεινῆς Ὄσεβεν.

Ὁ Ἀλέξιος ἦταν τὸ τελευταῖο ἀπὸ τὰ πέντε παιδιὰ καὶ ἦλθε στὸν κόσμο χάρη στὶς διακαεῖς προσευχὲς τῶν γονέων του. Ἡ Παναγία Παρθένος καὶ ὁ Ἅγιος Κύριλλος τῆς Λευκῆς Λίμνης εἶχαν ἐμφανιστεῖ στὴν μητέρα του καὶ τῆς εἶχαν ὑποσχεθεῖ τὴν γέννηση ἑνὸς παιδιοῦ. Ἂν καὶ ὁ Ἀλέξιος ἦταν ὁ μικρότερος υἱός, οἱ γονεῖς του ἤλπιζαν ὅτι αὐτὸς θὰ τοὺς συμπαραστεκόταν στὰ γηρατειά τους. Φθάνοντας στὴν ἐφηβεία ὁ Ἀλέξιος ἔμαθε νὰ διαβάζει καὶ νὰ γράφει, προετοιμαζόμενος νὰ γίνει ἕνας πολυμήχανος κτηματίας. Σὲ ἡλικία δεκαοκτὼ ἐτῶν οἱ γονεῖς του ἐπιχείρησαν νὰ τὸν παντρέψουν, διαλέγοντας μία πλούσια ὑποψήφια σύζυγο, ἀλλὰ ὁ Ἀλέξιος ἀπέσπασε τὴν ὑπόσχεσή τους νὰ πάει νὰ προσευχηθεῖ στὸ μονασήῆρι τοῦ Ἁγίου Κυρίλλου πρὶν νυμφευθεῖ. Ἐκεῖ πλέον ἔμεινε.

Ἔχοντας παρατηρήσει τὴν ταπείνωση τοῦ νεαροῦ δόκιμου, ὁ ἡγούμενος τοῦ πρότεινε νὰ γίνει μοναχός. Ὁ Ἀλέξιος ὅμως ἀρνήθηκε, θέλοντας προηγουμένως νὰ δοκιμάσει ὁ ἴδιος τὸν ἑαυτό του. Ἔτσι ἔζησε ἕξι χρόνια σὲ ὑπακοὴ καὶ σὲ διακονία τῆς μοναστικῆς κοινότητας, μελετώντας τὶς Γραφὲς καὶ τὰ ἔργα τῶν Ἁγίων Πατέρων. Μετὰ ἀπὸ αὐτὴ τὴν μακρὰ περίοδο ἐκάρη μοναχὸς καὶ ἔλαβε τὸ ὄνομα Ἀλέξανδρος.

Στὸ μεταξὺ οἱ γονεῖς του εἶχαν μεταφερθεῖ στὸ χωριὸ τοῦ Βολόσοβο, τριάντα χιλιόμετρα μακριὰ ἀπὸ τὴν πόλη Καργκοπόλ, στὰ περίχωρα τοῦ ποταμοῦ Ὀνέγκα. Ὁ πατέρας τοῦ Ὁσίου, Νικηφόρος, μὲ τὴν ἄδεια τοῦ ἄρχοντος τοῦ Νόβγκοροντ Ἰωάννου, εἶχε ἱδρύσει στὶς ὄχθες τοῦ ποταμοῦ Κουργιούγκα ἕνα χωριό, τὸ ὁποῖο στὴ συνέχεια ὀνόμασε Ὄσεβεν.

Ὁ μοναχὸς Ἀλέξανδρος ζήτησε ἀπὸ τὸν ἡγούμενο τὴν ἄδεια νὰ συναντήσει τοὺς γονεῖς του, ἐπιθυμώντας νὰ τοὺς ζητήσει τὴν συγχώρεση καὶ τὴν εὐλογία τους γιὰ τὸν ἀναχωρητικὸ βίο ποὺ ἐπέλεξε. Ὁ ἡγούμενος δὲν ἔδωσε ἀμέσως τὴν ἄδεια στὸ νεαρὸ μοναχό, ἐπισημαίνοντάς του τοὺς κινδύνους τῆς μοναχικῆς ζωῆς, ἀλλὰ ὁ Ἀλέξανδρος ζήτησε νὰ τὸν ἀφήσει νὰ φύγει. Φοβόταν πράγματι μήπως ἐκπέσει στὴν ἁμαρτία τῆς ἀλαζονείας, ἀφοῦ ἤδη ἀπελάμβανε φήμη ἀσκητοῦ ἀνάμεσα στοὺς ἀδελφούς. Τελικὰ ὁ Ὅσιος Ἀλέξανδρος ἔλαβε τὴν εὐλογία.

Εὐτυχισμένος ἀπὸ τὴν συνάντηση μὲ τὸν υἱό του, ὁ πατέρας του Νικηφόρος τοῦ πρότεινε νὰ ἐγκατασταθεῖ κατὰ μῆκος τοῦ ποταμοῦ Κουργιούγκα καὶ τοῦ ὑποσχέθηκε νὰ τὸν βοηθήσει στὴν κατασκευὴ μιᾶς μονῆς μέσα στὴν ἔρημο. Ὁ Ὅσιος Ἀλέξανδρος δέχθηκε καὶ ἔστησε σὲ ἕνα τόπο σταυρὸ ὡς σημεῖο ἱδρύσεως τοῦ μελλοντικοῦ μοναστηριοῦ καὶ ὑποσχέθηκε νὰ παραμείνει σὲ αὐτὸ μέχρι τὸ τέλος τῆς ζωῆς του.

Ὅμως ἐπέστρεψε στὴ μονὴ τοῦ Ἁγίου Κυρίλλου, ὅπου διακόνησε γιὰ λίγο καιρὸ στὴν κουζίνα, στὸ ἀρτοποιεῖο καὶ στὴ χορωδία, ἐνῷ στὴν συνέχεια χειροτονήθηκε διάκονος. Τότε ὁ Ὅσιος Ἀλέξανδρος πῆγε στὸν ἡγούμενο καὶ τοῦ διηγήθηκε ὅτι τρεῖς φορὲς εἶχε ἀκούσει μία μυστηριώδη φωνὴ ποὺ τὸν καλοῦσε νὰ χτίσει ἕνα μοναστήρι καὶ ὅτι εἶχε ὑποσχεθεῖ νὰ ζήσει σὲ αὐτὸ μέχρι τὸ τέλος τῆς ζωῆς του. Ὁ ἡγούμενος τὸν ἄφησε νὰ φύγει, ἀφοῦ τὸν εὐλόγησε μὲ τὶς εἰκόνες τὶς Παναγίας τῆς Ὁδηγήτριας καὶ τοῦ Ἁγίου Νικολάου.

Ὁ Ὅσιος Ἀλέξανδρος καθαγίασε  τὸν τόπο μὲ τὴν εὐλογία τῶν εἰκόνων, ἄφησε τὸν πατέρα του νὰ ἐπιβλέπει τὶς ἐργασίες οἰκοδομήσεως τοῦ ναοῦ καὶ πῆγε στὸν Ἐπίσκοπο τοῦ Νόβγκοροντ (1459 – 1470), ἀπὸ τὸν ὁποῖο χειροτονήθηκε πρεσβύτερος καὶ τοποθετήθηκε ἡγούμενος τοῦ νέου μοναστηριοῦ.

Οἱ ἰδιοκτῆτες τῶν γειτονικῶν κτημάτων ἦταν πρόθυμοι νὰ δωρίσουν στὸ μοναστήρι ὅλα τὰ ὅμορα κτήματα, ἀλλὰ ὁ Ὅσιος δέχθηκε μόνο τὰ ἀπαραίτητα γιὰ τὶς ἀνάγκες τῆς κοινότητος. Ὅταν περατώθηκε ὁ ναός, καθαγιάσθηκε πρὸς τιμὴν τοῦ Ἁγίου Νικολάου.

Μὲ τὴν πάροδο τοῦ χρόνου, γύρω ἀπὸ τὸν Ὅσιο συγκεντρώθηκε μία κοινότητα μοναχῶν. Ὁ Ὅσιος εἰσήγαγε αὐστηροὺς κανόνες μοναστικῆς βιοτῆς καὶ πολιτείας, ποὺ συμπεριελάμβαναν ἀπόλυτη ἡσυχία στὸ ναό, στὴν τράπεζα καὶ κατὰ τὴν διάρκεια τῆς ἀναγνώσεως τῶν Βίων τῶν Ἁγίων. Ἀπαγόρευαν ἐπίσης, νὰ μένει κάποιος στὸ κελλί του δίχως νὰ κάνει τίποτα καὶ καθόριζαν τὴν ἀνάγνωση Ψαλμῶν καὶ τὴ συνεχὴ ἐπανάληψη τῆς προσευχῆς τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ κατὰ τὴν διάρκεια τῆς ἐκτελέσεως τῶν διακονημάτων.

«Ἀδελφοί», ἔλεγε συχνὰ ὁ Ὅσιος στοὺς μοναχούς του, «μὴν ἀφήνετε νὰ σᾶς τρομάζουν οἱ δυσκολίες καὶ οἱ κόποι τῆς ἐρήμου. Ἐσεῖς γνωρίζετε ὅτι ὁ δρόμος γιὰ νὰ εἰσέλθετε στὴν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν διέρχεται μέσα ἀπὸ ἀγῶνες. Ἐνισχύσατε τὴν ἀμοιβαία ἀγάπη καὶ τὴν ταπείνωση. Ὁ Θεὸς εἶναι ἀγάπη καὶ ἀγαπᾶ τοὺς ταπεινούς».

Ὅμως οἱ ἀσκητικοὶ ἀγῶνες κλόνισαν τὴν ὑγεία τοῦ Ὁσίου. Ὅταν ὁ Ὅσιος Ἀλέξανδρος ἀρρώστησε, ἐπικαλέσθηκε τὸν Ἅγιο Κύριλλο, τὸν προστάτη του. Αὐτὸς τοῦ παρουσιάσθηκε μὲ λευκὸ ἔνδυμα καὶ ἀφοῦ τὸν σταύρωσε τοῦ εἶπε: «Μὴ θλίβεσαι ἀδελφέ, ἐγὼ θὰ προσευχηθῶ γιὰ σένα καὶ ἡ ὑγεία σου θὰ ἀποκατασταθεῖ. Ἀλλὰ μὴν ἀθετεῖς τὴν ὑπόσχεσή σου, μὴν ἐγκαταλείπεις τὸ μοναστήρι. Ἐγὼ θὰ σὲ βοηθήσω». Ξυπνώντας ὁ Ὅσιος Ἀλέξανδρος διαπίστωσε ὅτι εἶχε θεραπευθεῖ. Τὸ ἑπόμενο πρωινό, ἔλαβε μέρος στὴ Θεία Λειτουργία καὶ στὸ τέλος διηγήθηκε στὴν κοινότητα τῶν μοναχῶν τὴ θαυματουργικὴ ἐμφάνιση τοῦ Ἁγίου Κυρίλλου.

Ὁ Ὅσιος Ἀλέξανδρος ἔζησε ἀκόμα εἴκοσι ἑπτὰ χρόνια στὸ μοναστήρι ποὺ ἵδρυσε καὶ κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 1479.

Μετὰ τὴν κοίμηση τοῦ Ὁσίου τὸ μοναστήρι ἄρχισε νὰ παρακμάζει, παρόλο ποὺ ὁ Ὅσιος δὲν ἔπαψε νὰ τὸ προστατεύει. Μία ἡμέρα ἕνας ὑπηρέτης τοῦ μοναστηριοῦ, ὁ Μᾶρκος, εἶδε στὸν ὕπνο του ἕνα ὅραμα: τὸ μοναστήρι ἔσφυζε ἀπὸ ζωή. Ἕνας στάρετς μὲ ἄσπρα μαλλιά, ποὺ ἦταν Ἐπίσκοπος, εὐλογοῦσε μὲ ἕνα σταυρὸ ὅσους ἐργάζονταν σὲ μία κατασκευή.
Ἕνας ἄλλος στάρετς μὲ μακριὰ γενειάδα ράντιζε μὲ ἁγιασμὸ καὶ ἕνας τρίτος, μετρίου ἀναστήματος καὶ μὲ μαλλιὰ ἀνοιχτὰ καστανά, θυμιάτιζε. Τοὺς παρακολουθοῦσε ἀπὸ μακριὰ ἕνας τέταρτος στάρετς νεαρῆς ἡλικίας. Ὁ τρίτος ἀπὸ αὐτοὺς ἦταν ὁ Ὅσιος Ἀλέξανδρος, ποὺ ἐξήγησε ὅτι οἱ στάρετς ποὺ βοηθοῦσαν, ἦταν ὁ Ἅγιος Νικόλαος καὶ ὁ Ἅγιος Κύριλλος, ἐνῷ ὁ νεαρὸς ποὺ στεκόταν χωριστὰ ἦταν ὁ σκευοφύλακας τοῦ μοναστηριοῦ, ὁ Μάξιμος, ποὺ πρὶν λίγο χρονικὸ διάστημα εἶχε γίνει μοναχὸς καὶ ὁ ὁποῖος στὴν συνέχεια, μετὰ ἀπὸ προφητεία τοῦ Ὁσίου Ἀλεξάνδρου, θὰ γινόταν ἡγούμενος μέχρι τὸ ἔτος 1525 καὶ θὰ καλλιεργοῦσε στὸ μοναστήρι τὴν παλαιά του πνευματικότητα.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

 

Ὁ Ἅγιος Γαβριὴλ ὁ Μάρτυρας 

Ὁ Ἅγιος Μάρτυς Γαβριὴλ γεννήθηκε τὸ ἔτος 1684 μ.Χ. στὸ χωριὸ Ζβιέρκϊυ, ποὺ βρίσκεται νότια τῆς πόλεως Μπιαλιστὸκ τῆς ἐπαρχίας Ζαμπλουντόου, κατὰ τὴν ἐποχὴ ποὺ γίνονταν διωγμοὶ καὶ διακρίσεις κατὰ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἀπὸ τοὺς Οὐνίτες στὴν Πολωνία. Ὅταν ὁ Ἅγιος ἦταν σὲ ἡλικία 6 ἐτῶν, ἀπήχθηκε καὶ ὁδηγήθηκε στὴν πόλη Μπιαλιστόκ, ὅπου καὶ μαρτύρησε, τὸ ἔτος 1690, ἀπὸ τοὺς ἐχθροὺς τῆς Ἐκκλησίας.

Ὅταν τὸν 18ο αἰώνα μ.Χ. οἱ Χριστιανοὶ ἄνοιξαν τὸν τάφο του, βρῆκαν τὸ ἱερὸ λείψανό του ἄφθορο. Τὸ ἅγιο σκήνωμα μεταφέρθηκε στὴν πόλη Μπιαλιστὸκ τῆς Πολωνίας, ὅπου παρέμεινε μέχρι τὸν Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ὁπότε μεταφέρθηκε στὴ Ρωσία, στὸ ναὸ τῆς Ὑπεραγίας Σκέπης τοῦ Γκρόντνο.
Μὲ τὴν εὐλογία τοῦ Ρώσου Μητροπολίτου Φιλαρέτου, στὶς 21 Σεπτεμβρίου τοῦ ἔτους 1992, τὸ ἱερὸ λείψανο μετακομίσθηκε μὲ τιμὲς καὶ εὐλάβεια στὴν πόλη τοῦ Μπιαλιστόκ.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ἅγιος Θεότιμος Ἐπίσκοπος Ρουμανίας 

Ὁ Ἅγιος Θεότιμος ἦταν Ἐπίσκοπος Τόμεως ἢ Τόμων τῆς Μικρᾶς Σκυθίας κατὰ τὰ τέλη τοῦ 4ου αἰῶνος μ.Χ. Οἱ περὶ τὸν Δούναβη κατοικοῦντες βάρβαροι Οὗννοι, θαυμάζοντας τὴν ἀρετὴ τοῦ Ἁγίου, τὸν ὀνόμαζαν θεὸ τῶν Ρωμαίων. Ὁ Ἅγιος, κατὰ τὸν Ἅγιο Ἱερώνυμο, συνέγραψε σὲ διαλόγους «Ὁμιλίας βραχείας καὶ κομματικάς», τῶν ὁποίων ἀποσπάσματα σώζονται στὰ Παράλληλα τοῦ Ὁσίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ.
Ὁ Ἅγιος Θεότιμος κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 407 μ.Χ.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Σύναξις Ὑπεραγίας Θεοτόκου τῆς Καμαριώτισσας

Στο χωριό Καμαριώτισσα της Σαμοθράκης, το λιμάνι του νησιού και στον Ιερό Ναό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου βρίσκεται η εικόνα της Παναγίας της Καμαριωτίσσης. Η μνήμη της τιμάται κάθε χρόνο την Πέμπτη της Διακαινησίμου Εβδομάδος.

Στα χρόνια της εικονομαχίας αν και δε γνωρίζουμε την ακριβή χρονική στιγμή, αλλά στα μέσα της Άνοιξης και μάλιστα την Πέμπτη της Διακαινησίμου εκείνης της χρονιάς, συνέβη το θαυμαστό γεγονός της εύρεσης της ιεράς εικόνας της Παναγίας στο νησί της Σαμοθράκης.
Το ιστορικό αυτό γεγονός συνέβη κατά προσέγγιση μεταξύ πρώτης ή στις αρχές της δεύτερης δεκαετίας του 9ου μ.Χ. αιώνα.

Κατά τα ξημερώματα κάποιοι ψαράδες ήταν μαζεμένοι στον ορμίσκο στα βορειοδυτικά του νησιού εκεί που είναι το σημερινό επίνειο και ασχολούνταν με την τακτοποίηση των διχτύων όταν διέκριναν στο βάθος του ορίζοντα ένα φως λαμπερό χωρίς όμως να βλέπουν κάτι να επιπλέει στη θάλασσα.

Όσο περνούσε η ώρα το φως γινόταν πιο ζωηρό και μαζί του μεγάλωνε η περιέργεια και η απορία τους καθώς δε μπορούσαν να εξηγήσουν τι ήταν αυτό το φως που έβλεπαν και που συνεχώς τους πλησίαζε.
Πράγματι, δεν έπεσαν έξω. Ενώ το φως ολοένα και ερχόταν πιο κοντά τους, οι αχτίδες που σκόρπιζε γίνονταν πιο διακριτές και οι αντανακλάσεις έμοιαζαν με πλεούμενο που κατευθυνόταν στο μικρό λιμάνι. Οι ψαράδες σταμάτησαν τη δουλειά τους κι άρχισαν να συζητάνε για το παράξενο φαινόμενο κάνοντας υποθέσεις ανάλογα με τη φαντασία που διέθετε ο καθένας τους.

Η περιέργεια τους έφτασε στο αποκορύφωμα όταν το περίεργο θέαμα έφτασε πολύ κοντά και παρά τις προσπάθειες τους να το δουν καθαρά δεν τα κατάφερναν παρ' όλο που σκαρφάλωναν άλλοι στα βράχια κι άλλοι στα δέντρα και τούτο γιατί τους εμπόδιζε να δουν καθαρά η λάμψη που εξέπεμπε καθώς και ο μικρός όγκος του σε σύγκριση με τα κύματα.
Έτσι αποφάσισαν να ρίξουν τις βάρκες στη θάλασσα για να το πλησιάσουν και να λυθεί το μυστήριο. Στη μια βάρκα μπήκαν δύο βαρκάρηδες και στην άλλη ένας μονάχος του και κωπηλατώντας άρχισαν όλοι μαζί να πλέουν προς το παράξενο και μυστηριώδες πλεούμενο που τώρα βρίσκονταν σε απόσταση μικρότερη από μισό μίλι.

Η μια βάρκα ακολουθούσε την άλλη σε μικρή απόσταση όταν φθάνοντας περίπου σε απόσταση εκατόν οργιές από τη στεριά και σα να υπήρξε κάποιο σύνθημα μεταξύ τους σταμάτησαν να κωπηλατούν και περίμεναν να φτάσει το πλεούμενο.

Έτσι ακριβώς κι έγινε. Ένα μικρό αντικείμενο που χρύσιζε από τις ακτίνες του ήλιου, σπρωγμένο από το ρεύμα της θάλασσας, αφού έκανε έναν κύκλο ήρθε και σταμάτησε ανάμεσα στις δύο βάρκες.

Οι βαρκάρηδες μόλις το είδαν το πλεύρισαν, τραβώντας γρήγορα κουπί, και τότε αντίκρυσαν εμπρός τους ένα μεταλλικό κουτί κλεισμένο ερμητικά. Αφού το περιεργάστηκαν με προσοχή θέλησαν να μάθουν τι ήταν αυτό που έκρυβε. Στην πρώτη βάρκα ο ένας ψαράς κρατούσε το κιβώτιο όσο ο άλλος τραβούσε κουπί, ενώ ο δεύτερος ψαράς ακολουθούσε ώστε να φτάσουν στην ακτή όπου τους περίμεναν οι υπόλοιποι γεμάτοι αγωνία. Αφού έφτασαν επιτέλους στην ακτή και τους περιτριγύρισαν όλοι, έδεσαν γρήγορα τις βάρκες τους όπως - όπως κι επιδόθηκαν με βιασύνη στο άνοιγμα του μεταλλικού κουτιού ενώ όλοι τους έκαναν διάφορες σκέψεις σχετικά με τον κρυμμένο θησαυρό.

Πράγματι, θησαυρός υπήρχε και μάλιστα ανυπολόγιστης αξίας. Αντίκρυσαν μιαν εικόνα με τη σεβάσμια μορφή της Θεομήτορος που κρατούσε στην αγκαλιά της το Υιό της και Κύριο μας, Ιησού Χριστό, που στα χέρια του κρατούσε το σύμπαν. Η δε εικόνα έφερε τον τίτλο «Παναγία η Καμαριώτισσα».

Μεγάλο δέος κατέλαβε τις ψυχές όλων και με χαρά κι ανέκφραστη αγαλλίαση δόξασαν τον Πανάγαθο Θεό. Αφού έβγαλαν από τις αποσκευές τους ένα καθαρό υφαντό, το έστρωσαν πάνω στην κουπαστή μιας βάρκας και πάνω του απόθεσαν τη σεβάσμια εικόνα αφού με φόβο και ευλάβεια προσκύνησαν εμπρός της. Ύστερα αποφάσισαν μόλις βραδυάσει να τη μεταφέρουν στα φτωχόσπιτά τους καθότι στα μέρη τους δεν υπήρχε κάποιο αξιόλογο οίκημα.

Μετά ασχολήθηκαν πάλι με το φαινόμενο και κυρίως με τον παράδοξο τρόπο άφιξης της εικόνας κι όλοι συμφώνησαν ότι επρόκειτο περί θαύματος. Πάλι οι τρεις βαρκάρηδες άρχισαν να περιγράφουν με περισσή λεπτομέρεια τα συμβάντα, αναφέροντας κι επισημαίνοντας ότι κατά την πορεία σταμάτησαν να κωπηλατούν γιατί τα χέρια τους είχαν παραλύσει και κανείς από τους τρεις δεν τολμούσε να ανακοινώσει στον άλλον τι ακριβώς του συνέβαινε. Έδιναν την εντύπωση ότι σταμάτησαν γιατί βρίσκονταν σε κατάσταση αναμονής. Τα ονόματα τους που σώθηκαν προφορικά, σύμφωνα με την παράδοση, αφού δε γνώριζαν γραφή είναι Παύλος ο μεγαλύτερος, μαζί με τον μικρότερο αδελφό του τον Ραξή, ο οποίος πήρε την εικόνα και τη μετέφερε στην ακτή, ενώ στην άλλη βάρκα επέβαινε κάποιος ονόματι Λάμπρος. Στο δε γεύμα που ακολούθησε το μεσημέρι, συζητούσαν το πότε και που θα τοποθετούσαν την ιερή εικόνα της Αειπαρθένου Θεοτόκου. Η αρχική τους σκέψη να διαφυλάξουν την εικόνα σε κάποιο σπίτι άλλαξε στη συνέχεια και αποφάσισαν από κοινού να την εγκαταστήσουν στον αρχικό τόπο που έφτασε, για να γίνει η Προστάτιδα τους. Αφού όλοι συγκατατέθηκαν, ανέβηκαν σαράντα βήματα πιο πάνω από το σημείο αυτό και στα ερείπια που είχαν απομείνει από κάποιο Ναό έφτιαξαν μια θέση σαν θρόνο στην Κυρία του Ουρανού και τοποθέτησαν εκεί πάνω την Εικόνα της Παναγίας της Καμαριώτισσας την Πέμπτη μετά το Πάσχα.

Γι' αυτό και προς τιμήν Της εκείνη την ημέρα τελείται πανήγυρις όπου συμμετέχει όλος ο λαός του νησιού στη γιορτή που είναι πασίγνωστη με το όνομα «Το πανηγύρι της Καμαριώτισσας».

Οι παραπάνω ψαράδες και όλοι οι άλλοι κάτοικοι του νησιού παρά τις ασχολίες τους για την καθημερινή διαβίωση φρόντισαν με λατρεία την Πανάχραντο, ώστε ποτέ να μην Της λείψει το θυμίαμα, το κερί και το λάδι, και το κανδήλι Της να μη παύσει ποτέ να αναδίδει το φως το ιλαρό που παρέχει ελπίδα και παρηγοριά σε όλους μας.

Με το πέρασμα του χρόνου χτίστηκε ένα μικρό εκκλησάκι που στη συνέχεια ευπρεπίσθηκε ώστε όλοι Σαμόθρακες να προσέρχονται και να ασπάζονται ευλαβικά την θαυματουργό Εικόνα της Παναγίας της Καμαριώτισσας ζητώντας τη βοήθεια και την προστασία Της σε δύσκολες στιγ­μές και χαλεπούς καιρούς. Γιατί η Παναγία αποδείχτηκε προστάτιδα σε όσους βρίσκονται σε κίνδυνο, φύλακας για τους ανάπηρους, συγκυβερνήτης αυτών που ταξιδεύουν στη θάλασσα. Και από τότε όλοι συνήθιζαν να λένε «πάμε να ανάψουμε μια λαμπάδα, ν' ανάψουμε το κανδήλι και να προσκυνήσουμε την Καμαριώτισσα». Για τα άπειρα θαύματα Της δεν υπάρχει γλώσσα που μπορεί να τα αναφέρει και να τα απαριθμήσει. Γιατί Αυτή είναι για το νησί μια ανεξάντλητη πηγή θαυμάτων και θεραπειών για όλον τον κόσμο. Χαρίζει το φως στους τυφλούς, απελευθερώνει τους δαιμονισμένους, θεραπεύει τους αρρώστους και τους γεμίζει δύναμη. Εισακούει τα παρακάλια από τις άτεκνες γυναίκες και τις χαρίζει το παιδί που επιθυμούν. Τους ναυτικούς που Την επικαλούνται, όταν είναι σε κίνδυνο, τους διασώζει και όλους τους ανθρώπους, σε θάλασσα και στεριά, όταν υποφέρουν απαλύνει τον πόνο τους. Κι έγινε ελπίδα και παρηγοριά, στολίδι και κόσμημα του νησιού. Η θαυματουργός εικόνα της Παναγίας της Καμαριώτισσας και προστάτιδα υπέρμαχος όλων. Ας είναι ευλογημένη η Χάρη Της.
«Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, τῇ Πέμπτῃ τῆς Διακαινησίμου, ἐκκλησιαστικὴν ἑορτὴν καὶ πανήγυριν τελοῦμεν εἰς τιμὴν καὶ μνήμην τῆς Παναγίας Θεοτόκου ἐν τῷ φερωνύμῳ Ναῷ καὶ τῇ κώμῃ Καμαριωτίσσῃ, εἰς ἀνάμνησιν τῆς ἐκ τῶν εἰκονομάχων διασώσεως, τῆς ἱερᾶς καὶ σεβάσμιας εἰκόνος, τῆς Παναγίας τῆς Καμαριωτίσσης· ἥτις διὰ θαυμασίου καὶ παραδόξου τρόπου, ἐν τῇ Σαμοθράκῃ ἀφίχθῃ, τῶν θαλασσίων κυμάτων ἐπιβαίνουσα. Κατέστη δὲ ἐν ἡμῖν, Προστάτις ὑπέρμαχος, ἀγλάισμα καὶ κλέος λαμπρότατον ἕτι δὲ καὶ τὴν προσωνυμίαν τῷ τόπῳ προσήνεγκε».

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. α’. Τὸν Συνάναρχον Λόγον.
Σεβασμίαν εἰκόνα τῆς Θεομήτορος, τὴν ἐν θαλάσσῃ ὀφθείσαν, τὴν ἐπισκέπτιν ἡμῶν, προσκυνοῦμεν εὐλαβῶς καὶ ἀσπαζόμεθα· ὅτι ηὑδόκησεν ἐλθεῖν, ἀπαλλάξαι τῶν δεινῶν καὶ χάριτας δῶρον.

Μετακομιδὴ Τιμίων Λειψάνων Ἁγίου Νικολάου Ἐπισκόπου Ἀχρίδος καὶ Ζίτσης

Ἡ μνήμη τοῦ Ἁγίου Νικολάου Ἐπισκόπου Ἀχρίδος καὶ Ζίτσης τιμᾶται τὴν 5η Μαρτίου. Δὲν ἔχουμε λεπτομέρειες γιὰ τὸ γεγονὸς τῆς μετακομιδῆς.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ὅσιος Ἰωάσαφ ὁ Μετεωρίτης

Δεύτερος κτίτορας τῆς μονῆς τοῦ Μεγάλου Μετεώρου καὶ διάδοχος τοῦ Ὁσίου Ἀθανασίου ὑπῆρξε ὁ «Ἰωάννης Οὔρεσης Παλαιολόγος, ὁ διὰ τοῦ θείου καὶ ἀγγελικοῦ σχήματος ἐπικληθεὶς Ἰωάσαφ μοναχός». Δυστυχῶς δὲν βρέθηκε βιογραφία τοῦ Ἁγίου Ἰωάσαφ τοῦ Μετεωρίτου καὶ ὅλες τὶς πληροφορίες ποὺ ἔχουμε γι’ αὐτὸν τὶς ἀντλοῦμε ἀπὸ τὴν βιογραφία τοῦ Ὁσίου Ἀθανασίου καὶ ἀπὸ διάφορα ἐπίσημα ἔγγραφα.

Ὁ Ἰωάννης – Ἰωάσαφ ὁ Μετεωρίτης ἦταν υἱὸς τοῦ Ἑλληνοσέρβου βασιλέως Ἠπείρου καὶ Μεγάλης Βλαχίας , δηλαδὴ Θεσσαλίας, μὲ ἕδρα τὰ Τρίκαλα, Συμεὼν Οὔρεση Παλαιολόγου (1359 – 1370). Ἡ μητέρα του Θωμαΐς, ἦταν θυγατέρα τοῦ δεσπότου τῆς Ἠπείρου Ἰωάννου Β’ Ὀρσίνη (1323 – 1335) καὶ ἀδελφὴ τοῦ μετέπειτα δεσπότου τῆς Ἠπείρου Νικηφόρου Β’ Ὀρσίνη.

Ὁ Ἰωάννης γεννήθηκε κατὰ τὸ 1349 – 1350. Ἀπὸ τὴ μητέρα του συγγένευε μὲ τὴ βυζαντινὴ αὐτοκρατορικὴ οἰκογένεια τῶν Παλαιολόγων, ἐκ τῶν ὁποίων διατήρησε τὸ ἐπώνυμο. Ἡ γιαγιά του, ἡ Μαρία Παλαιολογίνα, δισέγγονη τοῦ βυζαντινοῦ αὐτοκράτορος Μιχαὴλ Η’ Παλαιολόγου (1259 – 1282) ἀπὸ τὸν πατέρα της Ἰωάννη Παλαιολόγο καὶ ἐγγονὴ ἀπὸ τὴν μητέρα της Εἰρήνη, τοῦ ὑψηλοῦ ἀξιωματούχου Θεοδώρου Μετοχίτη, κτίτορος τῆς περιώνυμης μονῆς τῆς Χώρας στὴν Κωνσταντινούπολη, εἶχε νυμφευθεῖ τὸν παπποὺ τοῦ Ἰωάννου – Ἰωάσαφ, τὸν Σέρβο βασιλέα Στέφανο Γ’ Οὔρεση (1321 – 1331). Ἀκόμη ὁ Ἰωάννης εἶχε καὶ ἕνα νεότερο ἑτεροθαλὴ ἀδελφό, τὸν Στέφανο καὶ μία ἀδελφή, τὴ Μαρία Ἀγγελίνα Κομνηνὴ Δούκαινα Παλαιολογίνα, νυμφευμένη μὲ τὸν δεσπότη τῶν Ἰωαννίνων Θωμᾶ Πρελιούμποβιτς.

Τὸ 1359 – 1360 ὁ Ἰωάννης Παλαιολόγος ἀναγορεύθηκε στὴν Καστοριὰ συναυτοκράτορας τοῦ πατέρα του, σὲ ἡλικία μόλις 10 ἐτῶν. Περὶ τὸ 1370 πέθανε ὁ πατέρας του, ὁ Συμεὼν Οὔρεσης, καὶ ὁ Ἰωάννης τὸν διαδέχθηκε στὴν ἐξουσία. Δὲν κυβέρνησε ὅμως γιὰ πολύ. Σύντομα ἐγκατέλειψε τὰ ἀνώτατα κοσμικὰ ἀξιώματα, ἀνταλλάσοντας τὴν βασιλικὴ πορφύρα μὲ τὸν τρίχινο σάκο τοῦ μοναχοῦ. Ἀρνήθηκε τὸ βασιλικὸ στέμμα γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ ἀκανθοστεφανωμένου Βασιλέως Χριστοῦ, παραδίδοντας τὴν διοίκηση τῆς Θεσσαλίας στὸν Καίσαρα Ἀλέξιο Ἄγγελο Φιλανθρωπηνό. Ἔτσι λοιπόν, τὸ Νοέμβριο τοῦ 1372 καὶ πρὶν ἀπὸ τὸν Ἰούνιο τοῦ 1373, ὁ Ἰωάννης Οὔρεσης ὁ Παλαιολόγος, σὲ ἡλικία περίπου εἴκοσι δύο ἐτῶν, κατέφυγε στὴ μονὴ Μεταμορφώσεως τοῦ Μετεώρου, ὅπου δέχθηκε τὸ μοναχικὸ σχῆμα καὶ μετονομάσθηκε Ἰωάσαφ, συνασκούμενος δίπλα στὸν Ὅσιο Ἀθανάσιο τὸν Μετεωρίτη.

Ὁ Ὅσιος Ἀθανάσιος λίγο πρὶν τὴν κοίμησή του, σύμφωνα μὲ τὰ ἀναφερόμενα στὸ βίο του, ἐκτιμώντας τὴν προσωπικότητα τοῦ Ὁσίου Ἰωάσαφ καὶ ἔχοντας σύμφωνους τοὺς ὑπόλοιπους ἀδελφούς, τοῦ παραχώρησε κάθε ἐξουσία καὶ δικαιοδοσία καθιστώντας τον διάδοχό του.

Μετὰ ἀπὸ μικρὸ χρονικὸ διάστημα ὁ Ὅσιος Ἰωάσαφ γιὰ ἄγνωστους λόγους ἐγκατέλειψε τὸ μοναστήρι μεταναστεύοντας στὴ Θεσσαλονίκη. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ πρέπει νὰ συνέβη περὶ τὸ 1379 – 1380.

Λίγο μετὰ τὴν κοίμηση τοῦ Ὁσίου Ἀθανασίου ξαναγύρισε στὴ μονὴ τοῦ Μετεώρου, ὅπου καὶ ἀνέλαβε τὰ καθήκοντα ὡς διάδοχός του, σύμφωνα μὲ τὴν ἐπιθυμία τοῦ Ὁσίου πνευματικοῦ του πατέρα, ὁ ὁποῖος στὶς τελευταῖες του παραγγελίες καὶ ὑποθῆκες πρὸς τοὺς ἀδελφοὺς τῆς μονῆς, συμπλήρωσε γιὰ τὸν Ὅσιο Ἰωάσαφ, ποὺ τότε ἀπουσίαζε: «Ἐπειδὴ διὰ τὴν ἡμετέραν ἁμαρτίαν ἐξῆλθε τοῦ κελλίου ὁ κῦρις Ἰωάσαφ καὶ οὐκ ἐνέμεινε μεθ’ ἡμῶν καθὰ συνέταξεν, ὅμως, ὅταν ἐπιστρέψῃ ἐνταῦθα καὶ στέρξῃ τὰ συνταγέντα, ἳνα πολιτεύηται κατὰ τὴν ἀκολουθίαν τοῦ τυπικοῦ τοῦ κελλιοῦ, ἂς εἶναι, ἐλπίζω γὰρ ὅτι ἐπιστρέψει πάλιν, καὶ ἂς ἄρχῃ γοῦν καὶ ἀποδότε αὐτῷ πάντες οἱ εὑρισκόμενοι πᾶσαν ὑποταγὴν καὶ εὐπείθειαν».

Στὰ τέλη τοῦ Δεκεμβρίου τοῦ 1384 καὶ στὶς ἀρχὲς Ἰανουαρίου τοῦ 1385 ὁ Ὅσιος Ἰωάσαφ γιὰ οἰκογενειακοὺς λόγους πῆγε στὰ Ἰωάννινα. Μετὰ τὴν δολοφονία τοῦ Θωμᾶ Πρελιούμποβιτς (23 Δεκεμβρίου 1384), τοῦ δεσπότου τῆς πόλεως αὐτῆς, οἱ ὑπήκοοι τοῦ δεσποτάτου ἀνακήρυξαν κυβερνήτρια τῆς δεσποτείας τῆς Ἠπείρου τὴ σύζυγό του καὶ ἀδελφὴ τοῦ Ἰωάσαφ, Μαρία Ἀγγελίνα.

Ἔτσι, κατόπιν προσκλήσεως ὁ Ὅσιος Ἰωάσαφ μετέβη στὰ Ἰωάννινα προκειμένου νὰ στηρίξει τὴν ἀδελφή του στὴ διακυβέρνηση τοῦ κράτους.

Μὲ βάση τὶς πληροφορίες ποὺ μᾶς παρέχει ἡ βιογραφία τοῦ Ὁσίου Ἀθανασίου, ἐπεξέτεινε σὲ μῆκος καὶ σὲ ὕψος καὶ ἀνοικοδόμησε λαμπρότερο τὸν ἀρχικὸ ναὸ τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος, ποὺ εἶχε ἀνεγείρει ὁ Ὅσιος Ἀθανάσιος.
Στὰ τέλη τοῦ 1393 – ἀρχὲς τοῦ 1394 ἔγινε εἰσβολὴ τῶν Τούρκων στὴ Θεσσαλία καὶ ἡ κατάληψή της ἀπὸ τὸν Σουλτάνο Βαγιαζὶτ Α’. Ἐξαιτίας αὐτοῦ τοῦ γεγονότος ὁ Ὅσιος Ἰωάσαφ μαζὶ μὲ τὸν ἱερομόναχο Σεραπίωνα καὶ τοὺς μοναχοὺς Φιλόθεο καὶ Γεράσιμο κατέφυγαν στὸ Ἅγιον Ὄρος καὶ ἐγκαταστάθηκαν στὴ μονὴ Βατοπαιδίου. Ἐκεῖ, σύμφωνα μὲ ἐπίσημο ἔγγραφο τῆς μονῆς τοῦ Μεγάλου Μετεώρου, στὶς 17 Ὀκτωβρίου τοῦ 1394, συγκρότησε ἀδελφότητες καὶ τοῦ παραχωρήθηκαν δύο κελλιά, ἐνῷ τοῦ δόθηκε μάλιστα ὡς ἀντάλλαγμα καὶ ἕνας χρυσὸς σταυρός.
Ὁ Ὅσιος Ἰωάσαφ κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη κατὰ τὰ ἔτη 1422 – 1423.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr