Blue Flower

 

(ΣΤ´ ΛΟΥΚΑ)

Λουκ. η´ 27-39)

          Τό θέαμα πού ἀντίκρυσε ὁ Κύριος, ἀδελφοί μου, μόλις ἔφθασε στήν χώρα τῶν Γαδαρηνῶν, ἦταν τραγικό× ἕνας ἄνθρωπος ἀγριεμένος πέφτει στά πόδια Του καί φωνάζει: “Τί σχέση ἔχουμε οἱ δυό μας Ἰησοῦ, υἱέ τοῦ Θεοῦ τοῦ Ὑψίστου; Σέ παρακαλῶ, μή μέ βασανίσεις”. Εἶναι ἕνας δαιμονισμένος. Χρόνια τώρα κατοικεῖ στά μνήματα ἤ τριγυρνάει στά βουνά γυμνός. Σπάζει τίς ἁλυσίδες καί τά σίδερα, μέ τά ὁποῖα κάθε λίγο τόν δένουν, καί τρέχει στίς ἐρημιές δυστυχισμένος. Κι ὅταν ὁ Κύριος τόν ρωτάει: “ποιό  εἶναι τό ὄνομά σου;”, ἀπαντᾶ μέ μία μόνο λέξη:  “λεγεών”!

            Λεγεών! Ἡ ἀπροσδόκητη ἀπάντηση φανερώνει τό πλῆθος τῶν δαιμόνων, πού τόν εἶχαν κυριεύσει. Διότι ἡ λέξη “λεγεών” ἦταν ὀνομασία μονάδος τοῦ Ρωμαϊκοῦ στρατοῦ 5-6 χιλιάδων ἀνδρῶν περίπου,ὅπως λέμε σήμερα “Ταξιαρχία” ἤ “Μεραρχία”. Ταυτόχρονα τό παράδοξο “ὄνομα” φανερώνει καί τό μέγεθος τῆς τραγωδίας τοῦ δαιμονισμένου, ἀφοῦ δείχνει καθαρά πώς ἔχει χτυπηθεῖ ὁ ἴδιος ὁ πυρήνας τῆς ὑπάρξεώς του:  Τό πρόσωπο!

            “Πρόσωπο” εἶναι τό ὑπέρτατο θεϊκό χάρισμα, ἡ ὑψίστη δωρεά τοῦ Θεοῦ πρός τόν ἄνθρωπο. Εἶναι ἡ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ μέσα μας, ἡ ὁποία μᾶς κάνει νά ξεχωρίζουμε ἀνάμεσα στά δισεκατομμύρια τῶν ἄλλων ἀνθρώπων. Εἶναι αὐτό πού κάνει τόν καθένα μας μοναδικό κι ἀνεπανάληπτο. Τόν κάνει μιά ὕπαρξη πού ἀποτελεῖ γεγονός καί γιά τόν ἴδιον τόν Θεόν. Γιά αὐτό καί Ἐκεῖνος ἀπευθύνεται σέ αὐτήν μέ τό “ἐσύ”. Ἀναγνωρίζει δηλαδή τό πλάσμα Του ὅμοιο μέ τόν ἑαυτό Του καί στέκεται  μέ σεβασμό μπροστά του. Αὐτό εἶναι τό “Πρόσωπο”: Ὁ ἄνθρωπος στό ὑπέρτατο μεγαλεῖο του! Καί αὐτό ἀκριβῶς ἐπιχειρεῖ νά συντρίψει ὁ διάβολος.

            Οἱ δαίμονες, τό γνωρίζουμε, ἐξουσιάζουν μέ ποικίλους τρόπους τούς ἀνθρώπους. Ὁ δαιμονισμός εἶναι ἕνας μάλλον σπάνιος τρόπος καί δέν εἶναι ὁ χειρότερος, ἀφοῦ κατ᾽ αὐτόν ἐξουσιάζεται βασικά τό σῶμα τοῦ ἀνθρώπου. Χειρότερος τρόπος εἶναι ἡ κυριαρχία τῶν δαιμόνων ἐπί τῆς ψυχῆς μέσῳ τῶν ἁμαρτωλῶν παθῶν, καί ἀκόμη χειρότερος ἡ κυριαρχία τους καί στήν ψυχή καί στό σῶμα μέσῳ τῶν ποικίλων πλανῶν πού φτάνουν μέχρι τή μαγεία καί τό σατανισμό.

            Μέ ὅποιον πάντως τρόπο κι ἄν ἐξουσιάζουν οἱ δαίμονες τόν ἄνθρωπο, τό ἀποτέλεσμα εἶναι πάντα ἴδιο, συντρίβουν τό πρόσωπό του. Καί δέν εἶναι κἄν ἀναγκαῖο νά τόν ἐξουσιάζει μιά ὁλόκληρη λεγεώνα. Καί λόχος νά εἶναι τό ἴδιο κάνει. Ἀκόμα κι ἕνας δαίμονας ἄν ἐξουσιάζει τήν ψυχή μέ κάποιο πάθος στό ὁποῖο αὐτή μένει θεληματικά ὑποδουλωμένη, φτάνει γιά νά γίνει ὁ ἄνθρωπος δοῦλος, ὕπαρξη χωρίς ὄνομα καί σκέψη, χωρίς πρόσωπο! Κατάντημα οἰκτρό, ἀπό τό ὁποῖο μόνο ὁ θεάνθρωπος Κύριος, μπορεῖ νά τόν λυτρώσει καί νά τόν ἀναδείξει σύμφωνα μέ τόν ἀρχικό προορισμό του Πρόσωπο! Δηλαδή, κατά χάριν Θεό.

            Ἡ εἰκόνα στή συνέχεια εἶναι συγκλονιστική.Ὁλόκληρη ἐκείνη ἡ ταξιαρχία τῶν δαιμόνων τρέμει τώρα μπροστά στόν Κύριο. Καί τόν παρακαλοῦν νά μήν τούς στείλει στήν κόλαση ἀλλά νά τούς ἐπιτρέψει φεύγοντας ἀπό τόν ἄνθρωπο νά μποῦν στό κοπάδι τόν χοίρων πού ἔβοσκε ἐκεῖ κοντά. Ἦταν ἕνα παράνομο κοπάδι, ἀφοῦ ὁ μωσαϊκός νόμος ἀπαγόρευε στούς Ἑβραίους νά ἐκτρέφουν καί νά τρῶνε χοίρους, γιά αὐτό καί ὁ Κύριος, πρός τιμωρίαν τῶν παραβατῶν, δίνει τήν ἄδεια πού ζήτησαν οἱ δαίμονες. Καί τότε ὅλο ἐκεῖνο τό κοπάδι ὅρμησε στόν γκρεμό καί πνίγηκε στήν λίμνη.

            Ἡ εἴδηση διαδόθηκε καί σέ λίγο ὅλοι σχεδόν οἱ κάτοικοί της βρίσκονται ἐκεῖ. Βλέπουν ἔκπληκτοι τόν πρώην δαιμονισμένο νά κάθεται ἥσυχος, ντυμένος καί λογικός. Καί τότε φόβος μέγας τούς κυριεύει. Ἄν αὐτός ὁ θαυματουργός προφήτης ,σκέπτονται,  συνεχίσει μέ τόν ἴδιο τρόπο τίς θεραπεῖες του, θά πάθουν οἰκονομική καταστροφή. Γι᾽ αὐτό καί ἡ φοβερή ἀπόφασή τους εἶναι ὁμόφωνη, καί ὠμή. Παρακαλοῦν τόν Κύριο ὅλοι μαζί νά φύγει ἀπό τόν τόπο τους!

            Καί ὁ Κύριος σεβόμενος τήν ἐλευθερία τους μπαίνει στό πλοῖο, γιά νά φύγει. Ὁ πρώην δαιμονισμένος τόν ἱκετεύει νά τόν πάρει μαζί του. Ἐκεῖνος ὅμως τόν ἑτοιμάζει γιά κάτι ἄλλο. Τόν θέλει κήρυκα κι ἀπόστολό του σ᾽ αὐτήν τήν σκληρή καί ὑλιστική περιοχή. Πήγαινε στό σπίτι σου, τοῦ λέγει, καί νά διηγεῖσαι ὅσα σοῦ ἔκανε ὁ Θεός. Καί ὁ εὐγνώμων ἄνθρωπος γύριζε ἀπό τότε σέ ὅλη τήν πόλη κηρύττοντας τή μεγάλη εὐεργεσία πού τοῦ ἔκανε ὁ Ἰησοῦς.

            Τό θαῦμα ἦταν ἀσφαλῶς μεγαλειῶδες. Ὁ ἄνθρωπος πού χρόνια ὁλόκληρα κατοικοῦσε στά μνήματα ἀγριεμένος, αὐτός τώρα ἱματισμένος καί σωφρονῶν κάθεται δίπλα στά πόδια τοῦ Κυρίου, καί γιά λίγο χρονικό διάστημα ἐλαχίστων μόνον ὡρῶν γίνεται μαθητής του. Καί ἔπειτα ἀπόστολός του, κήρυκας τῆς δυνάμεως καί τῆς ἀγάπης του μέσα σέ μιά διεφθαρμένη κοινωνία.

            Τό δίδαγμα εἶναι φανερό. Ἀκόμη καί μιά στιγμιαία ἐπαφή μέ τό Θεό, φτάνει νά ἀλλάξει ριζικά τήν ζωή τοῦ ἀνθρώπου. Πρωτίστως νά τήν ἀπαλλάξει ἀπό τή δαιμονική κυριαρχία. Δέν θά σταματήσει βέβαια ὁ διάβολος νά πολεμάει τόν ἄνθρωπο. Ὄχι. Ἀλλά θά πάψει πλέον νά τόν ἐξουσιάζει, νά τόν ἔχει δοῦλο του καί ὑπάκουο ὑπηρέτη του. Ὑπάρχει ὅμως καί κάτι σημαντικότερο. Ὁ ἄνθρωπος, ἀπό τήν ὥρα πού συναντᾶ τό Χριστό καί συμμορφώνει τήν ζωή του πρός τό θέλημά Του, ἀρχίζει καί γίνεται Πρόσωπο! Ἀποκτάει δηλαδή νόημα καί σκοπό στή ζωή του. Ζεῖ μαζί μέ τούς ἄλλους, ἀλλά δέν εἶναι σάν τούς ἄλλους!

            Οἱ ἄλλοι, οἱ πολλοί, θά συνεχίσουν βέβαια νά βόσκουν τά παράνομα κοπάδια τῶν χοίρων τους. Θά συνεχίσουν δηλαδή νά ἐπιδιώκουν τούς ἐπίγειους στόχους τους, τά ὑλικά συμφέροντά τους, τίς ἡδονές τους, ἀπωθώντας εὐγενικά ἴσως, ἀλλά καί συνειδητά καί ψυχρά τό Χριστό ἀπό τά χωρικά ὕδατα τῆς ζωῆς τους.  Ὁ λυτρωμένος ὅμως πιστός, αὐτός πού ἔνιωσε τήν δύναμη τοῦ Κυρίου νά τόν ἀπαλλάσσει ἀπό τήν τυραννική ἐξουσία τοῦ διαβόλου, αὐτός πού αἰσθάνθηκε νά τόν ἀγκαλιάζει τό ἔλεος καί ἡ ἄπειρη ἀγάπη τοῦ Θεοῦ Του θά πορεύεται στό στενό μονοπάτι, ἀντίθετα πρός τούς πολλούς, μέ τά μάτια στηριγμένα στό αἰώνιο τέρμα.

            Γιατί αὐτός μέ τήν χάρη τοῦ Κυρίου εἶναι Πρόσωπο! Ὑποψήφιος κατά Χάριν θεός, πού ζεῖ μέσα στήν εὐλογημένη θεανθρώπινη κοινωνία τῆς Ἐκκλησίας καί πορεύεται μαζί μέ τούς ἀδελφούς του πρός τόν Οὐρανό.

Πηγή: Ιερά Μητρόπολις Δράμας

Ἀκολουθίες Εσπερινου Σαββάτου και Ὄρθρου Κυριακής, τροπάρια, ἀναγνώσματα Θείας Λειτουργίας, εδώ

Τυπικό εδώ

Κανόνιο εδώ

Ἡ παράδοση ἀναφέρει ὅτι ἦταν ἕνας ἀπὸ τοὺς γιοὺς τοῦ Ἰωσὴφ ἀπὸ ἄλλη γυναίκα, γι’ αὐτὸ ὀνομαζόταν ἀδελφὸς τοῦ Κυρίου. Ἡ συγγενική του ὅμως σχέση μὲ τὸν Κύριο δὲν εἶναι ὁμόφωνα καθορισμένη. Ἀλλὰ τὸ γεγονὸς εἶναι ὅτι ὁ Ἰάκωβος ὁ ἀδελφόθεος ἔγινε πρῶτος ἐπίσκοπος Ἱεροσολύμων καὶ εἶναι αὐτὸς ποὺ ἔγραψε τὴν πρώτη Θεία Λειτουργία τῆς χριστιανικῆς Ἐκκλησίας.

Ὁ Ἰάκωβος, λοιπόν, ποίμανε τὴν Ἐκκλησία τῶν Ἱεροσολύμων μὲ δικαιοσύνη, μὲ γενναία στοργὴ καὶ στερεότητα στὴν πίστη. Αὐτὸ ὅμως, ἐξήγειρε τὴ μοχθηρία καὶ τὴν κακουργία τῶν Ἰουδαίων. Ἀφοῦ τὸν ἔπιασαν, τὸν ἔριξαν πάνω ἀπὸ τὸ πτερύγιο τοῦ Ναοῦ, καὶ ἐνῷ ἀκόμα ἦταν ζωντανός, τὸν ἀποτελείωσαν μὲ ἄγριο κτύπημα ροπάλου στὸ κεφάλι.

Ἔργο τοῦ Ἰακώβου εἶναι καὶ ἡ Καθολικὴ Ἐπιστολή του στὴν Καινὴ Διαθήκη, στὴν ὁποία νὰ τί μας συμβουλεύει, σχετικὰ μὲ τὸ πὼς πρέπει νὰ χειριζόμαστε τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ: «Γίνεσθε ποιηταὶ λόγου καὶ μὴ μόνον ἀκροαταί, παραλογιζόμενοι ἑαυτούς». Δηλαδὴ νὰ γίνεσθε ἐκτελεστὲς καὶ τηρητὲς τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ καὶ ὄχι μόνο ἀκροατές. Καὶ νὰ μὴ ξεγελᾶτε τὸν ἑαυτό σας, μὲ τὴν ἰδέα ὅτι εἶναι ἀρκετὸ καὶ μόνον νὰ ἀκούει κανεὶς τὸ λόγο.
(Ἡ μνήμη τοῦ Ἁγίου Ἰακώβου τοῦ Ἀδελφοθέου, φέρεται καὶ τὴν Κυριακὴ μετὰ τὴν Γέννηση τοῦ Χριστοῦ, μαζὶ μὲ τὴν μνήμη τοῦ Δαβὶδ τοῦ Προφήτου καὶ Ἰωσὴφ τοῦ μνήστορος, συνοδευόμενη μὲ τὸ ἀκόλουθο δίστοιχο: «Σὺ τέκτονος παῖς, ἀλλὰ ἀδελφὸς Κυρίου, τοῦ πάντα τεκτήναντος, ἐν λόγῳ, μάκαρ». Τελεῖται δὲ αὐτῷ ἡ Σύναξις ἐν τῷ σεπτῷ αὐτοῦ Ναῷ τὸ ὄντι ἔνδοθεν τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου ἐν τοὶς Χαλκοπρατείοις. Πατμιακὸς κώδικας: 266).

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’.
Ὡς τοῦ Κυρίου Μαθητής, ἀνεδέξω δίκαιε τὸ Εὐαγγέλιον· ὡς Μάρτυς ἔχεις τὸ ἀπαράτρεπτον· τὴν παρρησίαν ὡς Ἀδελφόθεος· τὸ πρεσβεύειν ὡς Ἱεράρχης. Ἱκέτευε Χριστὸν τὸν Θεόν, σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

 

Κοντάκιοv. Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεῖς ἐν τῷ Σταυρῷ.    
Ὁ τοῦ Πατρὸς μονογενὴς Θεὸς Λόγος, ἐπιδημήσας πρὸς ἡμᾶς ἐπ’ ἐσχάτων, τῶν ἡμερῶν Ἰάκωβε θεσπέσιε, πρῶτόν σε ἀνέδειξε, τῶν Ἱεροσολύμων, ποιμένα καὶ διδάσκαλον, καὶ πιστὸν οἰκονόμον, τῶν μυστηρίων τῶν πνευματικῶν. Ὅθεv σε πάντες τιμῶμεν Ἀπόστολε.

 

Μεγαλυνάριον.
Κλήσει ἀδελφόθεος πεφηνώς, Ἰάκωβε μάκαρ, τῶν ἀρρήτων μυσταγωγός, ἐν Σιὼν ἐδείχθης, καὶ πάθει σου τιμίῳ, τὸ ζωηφόρον πάθος, Χριστοῦ ἐδόξασας.

Ὁ Ἅγιος Ἰγνάτιος 

Ὁ Ἅγιος Ἰγνάτιος ἦταν γιὸς τοῦ αὐτοκράτορα Μιχαὴλ Α’ τοῦ Ραγκαβὲ καὶ τῆς αὐτοκράτειρας Προκοπίας, ἀδερφὸς δὲ τοῦ Θεοφύλακτου.

Ὁ Ἰγνάτιος ἤτανε μοναχὸς καὶ ἔγινε ἡγούμενος τῆς Μονῆς τοῦ Ἀρχαγγέλου, ἡ ὁποία ὀνομαζόταν τοῦ Ἀνατέλλοντος, ἐνῷ τώρα ὀνομάζεται τοῦ Σατύρου. Τὸ 846 μ.χ. ἐκλέχτηκε καὶ χειροτονήθηκε Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, ὅπου καὶ ὑπηρέτησε τὴν Ἐκκλησία γιὰ ἕντεκα ἔτη καὶ πέντε μῆνες.

Μετὰ ὁ αὐτοκράτορας Μιχαὴλ Γ’ τὸν ἐκθρόνισε καὶ ἔκανε Πατριάρχη τὸν Φώτιο. Κατόπιν τὸ 867 μ.χ. ὁ αὐτοκράτορας Βασίλειος Α’ ὁ Μακεδὼν ἐπανέφερε τὸν Ἰγνάτιο στὸν Πατριαρχικὸ θρόνο. Ἡ δεύτερη αὐτὴ πατριαρχία κράτησε δέκα χρόνια, κατὰ τὰ ὁποία ὁ Ἅγιος ποίμανε θεοφιλῶς τὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ.
Πρὶν τὸ τέλος του ἀποσύρθηκε στὴ Μονὴ Σατύρου, στὴν ὁποία καὶ ἄφησε τὴν τελευταία του πνοή. Ἐκεῖ δὲ καὶ τάφηκε.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ὅσιος Νικηφόρος 

Γιὰ τὸν Ὅσιο αὐτόν, οἱ Συναξαριστὲς ἀναφέρουν ὅτι, «τὴν ἐν τῷ Χαρσιανῷ συστησάμενος Μονήν, ἐν εἰρήνῃ τελειοῦται».
Δὲν ἔχουμε περισσότερες λεπτομέρειες.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ὅσιος Μακάριος ὁ Ρωμαῖος 

Ἡ βιογραφία του ἀπὸ τοὺς Συναξαριστὲς εἶναι πολὺ μυθώδης καὶ παράδοξη. Ὅπως φανερώνει καὶ ἡ προσωνυμία του, ἦταν ἀπὸ τὴ Ρώμη, γιὸς κάποιου συγκλητικοῦ ἄρχοντα, ὀνόματι Ἰωάννου.

Μὲ τὴν βία τῶν γονέων του ὁ Μακάριος παντρεύτηκε γυναίκα, τὴν ὁποία ἄφησε τὴ νύχτα τοῦ γάμου. Περιπλανώμενος γιὰ μερικὲς ἡμέρες, βρῆκε μία σπηλιά, μέσα στὴν ὁποία ζοῦσε μαζὶ μὲ δυὸ λιοντάρια σὲ ἄγρια κατάσταση. Κάποτε τὸν ἀνακάλυψαν τρεῖς μοναχοί, ποὺ ὀνομάζονταν Σέργιος, Ὑγίνος καὶ Θεόφιλος. Ἀπὸ τότε ὁ Μακάριος ἔγινε γνωστὸς γιὰ τὴν αὐστηρὴ ἀσκητικότητά του καὶ τὶς μεγάλες ἀρετές του, ποὺ ἀπέκτησε ἀπ' αὐτὴ.
Ὁ Ὅσιος Μακάριος, σύμφωνα μὲ τὴν διήγηση τοῦ Συναξαριστή, ἀπεβίωσε εἰρηνικά.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ὅσιος Πετρώνιος 

Μᾶλλον ἀσκητὴς τῆς ἐρήμου, ποὺ ἀπεβίωσε εἰρηνικά.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ἔζησε στὰ τέλη τοῦ 2ου αἰώνα μ.Χ. Ἡ ἄμεπτη ζωή του καὶ ἡ καρποφορία τῆς διδασκαλίας του, παρακίνησαν τὸ ποίμνιο νὰ τὸν ἀναγκάσει νὰ γίνει ἐπίσκοπος Ἱεραπόλεως στὴν Φρυγία. Τὸ ἀξίωμα δὲ μείωσε τὸν ζῆλο τοῦ Ἀβερκίου. Ἔλεγε, μάλιστα, ὅτι δὲν ἀρκεῖ κάποιος νὰ φαίνεται ἄρχων, ἀλλὰ καὶ νὰ εἶναι πραγματικά. Δηλαδὴ νὰ αὐξάνει τὴν διακονία καὶ τοὺς κόπους του. Διότι κατὰ τὸ Εὐαγγέλιο, «εἰ τὶς θέλει πρῶτος εἶναι, ἔσται πάντων ἔσχατος καὶ πάντων διάκονος», ποὺ σημαίνει, ἂν κανεὶς θέλει νὰ εἶναι πρῶτος κατὰ τὴν τιμή, ὀφείλει μὲ τὴν ταπείνωσή του ἀπέναντι στοὺς ἄλλους, νὰ γίνει τελευταῖος ἀπὸ ὅλους καὶ ὑπηρέτης ὅλων μὲ τὴν ἄσκηση τῆς ἀγάπης.

Καὶ ὁ Ἀβέρκιος τὴν ἐντολὴ αὐτὴ ἔκανε πράξη στὴ ζωή του. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Θεὸς τοῦ ἔδωσε τὸ χάρισμα νὰ κάνει πολλὰ θαύματα. Θεράπευσε τὴν κόρη τοῦ βασιλιὰ τῆς Ρώμης, ἀπὸ πονηρὸ δαιμόνιο. Θερμὰ νερὰ ἀπὸ τὴν γῆ ἐξέβαλε καὶ ἄλλα πολλὰ θαύματα ἔκανε.

Ἐπίσης, ὁ Ἀβέρκιος κήρυξε σὲ ὅλες τὶς πόλεις τῆς Συρίας καὶ Μεσοποταμίας. Ἔπειτα πῆγε στὴ Λυκαονία, τὴν Πισιδία καὶ στὴν ἐπαρχία τῶν Φρυγῶν. Ὀνομάστηκε ἰσαπόστολος, διότι περιόδευσε καὶ κήρυξε ὅπως οἱ κορυφαῖοι Ἀπόστολοι τοῦ Χριστοῦ.
Πέθανε εἰρηνικά, 72 χρονῶν.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Ἀποστόλων τὸν ζῆλον ἐκμιμησάμενος, τῇ Ἐκκλησίᾳ ἐκλάμπεις ὡς ἑωσφόρος ἀστήρ, τὴν θεόσδοτον ἰσχὺν φαίνων τοῖς ἔργοις σου· σὺ γὰρ θαυμάτων ἱερῶν, τὰς δυνάμεις ἐνεργῶν, Ἀβέρκιε Ἱεράρχα, πρὸς εὐσεβείας εἰσόδους, τοὺς πλανωμένους καθωδήγησας.

 

Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ’. Ὡς ἀπαρχὰς τῆς φύσεως.
Ὡς Ἱερέα μέγιστον, καὶ Ἀποστόλωv σύσκηνον, ἡ Ἐκκλησία γεραίρει σε ἅπασα, ἡ τῶν πιστῶν Ἀβέρκιε· ἣv ταῖς σαῖς ἱκεσίαις, περιφύλαττε μάκαρ ἀκαταγώνιστον, ἐξ αἱρέσεως πάσης, καὶ ἄσειστον παναοίδιμε.

 

Μεγαλυνάριον.
Βίῳ διαπρέπων θεοειδεῖ, τῆς τῶν Ἀποστόλων, κατετρύφησας δωρεᾶς, ἔργοις παραδόξοις, Ἀβέρκιε πιστώσας, πρὸς ἀληθείας δόξαν, τοὺς δεξαμένους σε.

Οἱ Ἅγιοι Ἀλέξανδρος, Θεοδότη, Γλυκερία, Ἄννα καὶἘλισάβετ οἱ Μάρτυρες

Ὁ Ἅγιος Ἀλέξανδρος ἦταν ἐπίσκοπος καὶ κήρυττε μὲ μεγάλο ζῆλο τὸ Εὐαγγέλιο στὰ πλήθη τῶν εἰδωλολατρῶν. Τὰ κηρύγματά του προσέλκυσαν πλῆθος εἰδωλολατρῶν στὴν Χριστιανικὴ πίστη.

Τὸ γεγονὸς αὐτὸ ἐξόργισε τὸν ἄρχοντα τοῦ τόπου. Ἔτσι λοιπὸν διέταξε νὰ συλλάβουν τὸν Ἅγιο καὶ νὰ τὸν ὑποβάλλουν σὲ βασανιστήρια, γιὰ νὰ τὸν ἀναγκάσουν νὰ θυσιάσει στὰ εἴδωλα. Ἐκεῖνος ὅμως δὲν πείστηκε.

Ἕνας στρατιώτης, ὀνόματι Ἡράκλειος, βλέποντας τὴν καρτερία τοῦ Ἀλεξάνδρου πίστεψε στὸν Χριστό. Ὁ Ἡράκλειος ὑποβλήθηκε σὲ πολλὰ βασανιστήρια καὶ τελικὰ ἀποκεφαλίστηκε.

Ὁ Ἅγιος Ἀλέξανδρος μὲ τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ, θεραπεύτηκε ἀπὸ τὶς πληγὲς τῶν βασανιστηρίων. Διετέλεσε καὶ κάποιο θαῦμα, ἔτσι προσέλκυσε στὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ τέσσερις γυναῖκες, τὴν Θεοδότη, τὴν Γλυκερία, τὴν Ἄννα καὶ τὴν Ἐλισάβετ.

Οἱ γυναῖκες αὐτὲς ὁμολόγησαν τὴν πίστη τους μπροστὰ στὸν ἄρχοντα καὶ ὁδηγήθηκαν γι’ αὐτὸ κάτω ἀπὸ τὸ σπαθὶ τοῦ δήμιου.
Ὕστερα ἀπὸ ὅλους ἀποκεφαλίστηκε μὲ ξίφος καὶ ὁ Ἅγιος Ἀλέξανδρος.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ἅγιος Ζαχαρίας ὁ Μάρτυρας 

Μαρτύρησε διὰ πνιγμοῦ μέσα στὴ θάλασσα.
Μᾶλλον εἶναι ὁ ἴδιος μὲ αὐτὸν τῆς 21ης Ὀκτωβρίου.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Οἱ Ἅγιοι 7 Παῖδες ἐν Ἐφέσῳ 

Βλέπε βιογραφικό τους σημείωμα τὴν 4η Αὐγούστου, ὅπου καὶ ἡ κυρίως μνήμη τους. Ἄγνωστο γιατί οἱ Συναξαριστὲς ἐπαναλαμβάνουν τὴν μνήμη τους σήμερα.

Στὰ μέσα του 3ου αἰῶνα μ.Χ., ὅταν ὁ αὐτοκράτωρ Δέκιος ἄναψε τὸ καμίνι τῶν διωγμῶν καὶ χωρὶς καμιὰ διάκριση βασάνιζε καὶ σκότωνε νέους καὶ γέρους, τότε καὶ οἱ ἑπτὰ παῖδες, Μαξιμιλιανός, Ἐξακουστοδιανός, Ἰάμβλιχος, Μαρτινιανός, Διονύσιος, Ἀντωνῖνος καὶ Κωνσταντῖνος, γιὰ νὰ μὴν ἀρνηθοῦν τὴν πίστη τους, ἀφοῦ διαμοίρασαν τὰ ὑπάρχοντά τους στοὺς φτωχούς, ἔφυγαν ἀπὸ τὴν πόλη καὶ κρύφτηκαν σὲ κάποια σπηλιά, μέχρι νὰ πάψει ὁ διωγμός.

Ἐπειδή, ὅμως, ὁ κίνδυνος ὁλοένα καὶ πλησίαζε στὴν κρυψώνα τους, προσευχήθηκαν ὅλη τὴ νύκτα νὰ πάρει ὁ Θεὸς τὶς ψυχές τους, χωρὶς νὰ πέσουν στὰ χέρια τοῦ Δεκίου. Ὁ Θεὸς ἄκουσε τὴ δέησή τους, καὶ τὸ πρωὶ κοιμήθηκαν χωρὶς νὰ ξυπνήσουν.

Μετὰ 194 χρόνια, ἐπὶ Θεοδοσίου τοῦ Μικροῦ, στὴν Ἔφεσο κάποια αἵρεση διακήρυττε ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀνάσταση νεκρῶν. Ἐκείνη, λοιπόν, τὴν ἐποχή, κάποιο παιδὶ στὴν ἀγορὰ τῆς Ἐφέσου ψώνισε ψωμὶ μὲ τὸ νόμισμα τῆς ἐποχῆς τοῦ Δεκίου. Αὐτὸ προκάλεσε ἔκπληξη. Πῆραν, λοιπὸν τὸ παιδὶ καὶ τὸ ἀνέκριναν. Κατόπιν, πῆγαν στὴ σπηλιὰ καὶ βρῆκαν ζωντανὰ καὶ τὰ ὑπόλοιπα παιδιά.
Τότε ὅλοι κατάλαβαν ὅτι εἶναι θαῦμα Θεοῦ, γιὰ νὰ ἀποδειχθεῖ ὅτι «ἀνάστασιν μέλλειν ἔσεσθαι νεκρῶν, δικαίων τε καὶ ἀδίκων». Δηλαδή, ὅτι μέλλει νὰ γίνει ἀνάσταση νεκρῶν, καὶ τῶν δικαίων καὶ τῶν ἀδίκων.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

 

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Οἱ ἑπτάριθμοι Παῖδες ἐν Ἐφέσῳ ἐκλάμψαντες, ἐν ταῖς ἑπταδώροις ἀκτῖσι τῶν χαρίτων τοῦ Πνεύματος, διέμειναν θανόντες ὑπὲρ νοῦν, ἀνώτεροι φθορᾶς χρόνοις πολλοῖς, τὴν παγκόσμιον ἀνάστασιν ἐμφανῶς, πιστούμενοι τοὺς κράζοντας· δόξα τῷ ἀφθαρτώσαντι ἡμᾶς, δόξα τῷ ἐξεγείραντι, δόξα τῷ καταργοῦντι δι’ ὑμῶν, δόγμα τὸ ἀλλότριον.

 

Κοντάκιον. Ἦχος πλ. β’. Τὴν ὑπὲρ ἡμῶν.
Τὴν ἀθλητικήν, ἀνθήσαντες εὐκληρίαν, θείας ἀμοιβάς, ἐδρέψασθε ἀφθαρσίας, καὶ θανόντες ἐν δόξῃ, ψυχῆς τὸ προκάλυμμα, ἀθανάτῳ ἠμφιάσασθε, εὐπρεπείᾳ ἐγειρόμενοι, καὶ βοῶντες θεῖοι Μάρτυρες· Ἡ τῆς μελλούσης ζωῆς, Χριστός ἐστιν ἀπαρχή.

 

Μεγαλυνάριον.
Δῆμος ἑπταστέλεχος καὶ σεπτός, ὤφθησαν οἱ Παῖδες, ἀριστεύσαντες εὐσεβῶς· ὅθεν παραδόξως, τῇ τούτων ἀναστάσει, νεκροποιῶν λημμάτων, θάπτεται συρροία.

Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Ἐθνομάρτυρας, Ἐπίσκοπος Μεθώνης 

Γεννήθηκε τὸ 1770 στὸ χωριὸ Ἄλβαινα τῆς Ὀλυμπίας.

Ἐπίσκοπος Μεθώνης Ναυαρίνου καὶ Νεοκάστρου χειροτονήθηκε ἐπὶ πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Κυρίλλου ΣΤ’ (1813 – 1818).

Τὸ 1817 ταξίδεψε στὴν Ρωσία καὶ παρουσιάστηκε ἐνώπιον τοῦ τσάρου στὸν ὁποῖο, μὲ σπάνια εὐγλωττία, ἐξέθεσε τὶς κακουργίες τῶν Τούρκων κατακτητῶν καὶ τὴν οἰκτρὴ κατάσταση τῶν ὑπόδουλων Ἑλλήνων, καὶ ἀπὸ τὸν ὁποῖο ζήτησε συμπαράσταση καὶ βοήθεια γιὰ τὸ δοῦλο Γένος.

Στὴν Μεθώνη ἐπέστρεψε τὸ 1818 μὲ ρωσικὸ πολεμικὸ πλοῖο. Τότε μυήθηκε στὴ Φιλικὴ Ἑταιρεία ἀπὸ τὸν Ἀναγνωσταρᾶ Παπαγεωργίου. Εἶναι ὁ πρῶτος ἀπὸ τοὺς ἀρχιερεῖς τῆς Πελοποννήσου ποὺ μυήθηκε σ’ αὐτήν, ἡ δὲ εἴσοδός του χαιρετίστηκε μὲ ἐνθουσιασμὸ ἀπὸ τὸν Ἀλέξανδρο Ὑψηλάντη.

Ἀπὸ τὴν ἔναρξη τῆς Ἐπανάστασης τοῦ 1821, ὁ Γρηγόριος ἀναπτύσσει πολεμικὴ δράση καὶ πρωτοστατεῖ, μαζὶ μὲ τοὺς ὁπλαρχηγοὺς Παπατσώρα, Γρηγοριάδη, Παπατσώνη, Ντούφα, Παπαζαφειρόπουλο, Κων. Πετρ. Μαυρομιχάλη κ.ἄ. στὴν πολιορκία τῶν κάστρων τῆς Μεθώνης καὶ τοῦ Νεοκάστρου. Μετὰ ἑξάμηνη πολιορκία τοῦ Νεοκάστρου οἱ Τοῦρκοι παραδόθηκαν καὶ τὴν συμφωνία παραδόσεως ὑπέγραψε ὁ Γρηγόριος (7 Αὐγούστου 1821). Ἡ ἀπόβαση τοῦ Ἰμπραὴμ στὴ Μεθώνη καὶ Κορώνη βρίσκει τὸν Γρηγόριο στὴν πρώτη γραμμὴ καὶ ὑπερασπίζεται τὸ Παλαιόκαστρο.

Μετὰ τὴν πτώση τῆς Σφακτηρίας, τὰ χαράματα τῆς 30ης Ἀπριλίου 1825, ὁ Γρηγόριος καὶ οἱ ὑπερασπιστὲς τοῦ Παλαιοκάστρου ἀποφάσισαν ἡρωικὴ ἔξοδο.
Ὁ Γρηγόριος τραυματίστηκε καὶ συνελήφθη αἰχμάλωτος. Ἀρνήθηκε νὰ ἐξισλαμιστεῖ καὶ νὰ «προσκυνήσει», φυλακίστηκε στὸ Μπούρτζι τῆς Μεθώνης ὅπου ὑποβλήθηκε σὲ φρικτὰ μαρτύρια μὲ ἀποτέλεσμα νὰ πεθάνει στὶς 22 Ὀκτωβρίου 1825.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ὅσιος Ροῦφος 

Σοφὸς ἀσκητὴς τῆς ἐρήμου, ποὺ ἀπεβίωσε εἰρηνικά. Ἀποφθέγματά του ὑπάρχουν στὸν «Παράδεισο τῶν Πατέρων».

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ὅσιος Λῶτ

Σοφὸς καὶ αὐτὸς ἀσκητὴς τῆς ἐρήμου, ποὺ ἀπεβίωσε εἰρηνικά. Ἀποφθέγματά του ὑπάρχουν στὸν «Παράδεισο τῶν Πατέρων».

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ἅγιος Εὐλάλιος

Στὸν πνευματικὸ ὁρίζοντα τῆς Ἐκκλησίας τῆς «Νήσου τῶν Ἁγίων» σὰν ἄστρο φωτεινὸ ἔλαμψε καὶ ὁ ἐπίσκοπος τῆς παλιᾶς βυζαντινῆς πολιτείας, τῆς ὀνομαστῆς Λάμπουσας. Λάμπουσα λεγόταν ἡ παλιὰ Λάπηθος ποὺ ἦταν κτισμένη κοντὰ στὴν θάλασσα. Στὴν Ἑλληνικὴ καὶ Ρωμαϊκὴ ἐποχή, ὅσο καὶ στὰ χρόνια τὰ Πρωτοβυζαντινὰ ἡ πόλη φημιζόταν γιὰ τὰ πλούτη της γι’ αὐτὸ καὶ Λάμπουσα. Τὴν πόλη κατέστρεψαν αἱ Σαρακηνοὶ μὲ τὶς ἀλλεπάλληλες ἐπιδρομές τους καὶ ἔτσι οἱ κάτοικοι ἀναγκάστηκαν νὰ ἀποτραβηχτοῦν ψηλότερα, ἐκεῖ ποὺ εἶναι σήμερα.

Ὁ Ἅγιος Εὐλάλιος. Τὸ ὄνομά του μᾶς τὸ ἔχουν παραδώσει οἱ χρονικογράφοι Λεόντιος Μαχαιρᾶς καὶ Φλώριος Βουστρώνιος. Γιὰ τὸν βίο καὶ τὴ δράση του ὡς ἐπισκόπου δὲν μᾶς ἀναφέρεται τίποτα. Ἄγνωστα μᾶς εἶναι καὶ τὰ χρόνια ποὺ ἤκμασε. Ὅτι ἐκθέτουμε ἐδῶ, εἶναι ὅτι μᾶς λένε δυὸ τοπικὲς παραδόσεις καὶ ὅτι κατορθώσαμε νὰ βροῦμε στὴν ἀκολουθία του, ποὺ δημοσίευσε γιὰ πρώτη φορὰ ὁ Βυζαντινολόγος ἐρευνητὴς κ. Κ. Χατζηψάλτης, στὸν Θ’ τόμο τοῦ Δελτίου τῆς Ἑταιρείας Κυπριακῶν Σπουδῶν.

 

Σὲ μία τοπικὴ παράδοση πολὺ διαδεδομένη ἀναφέρεται, πὼς ὁ ἅγιος αὐτὸς ποιμένας ἦταν ἐπίσκοπος στὴν Ἔδεσσα τῆς Συρίας.

Στὴν πόλη αὐτὴ φυλασσόταν μὲ πολὺ σεβασμὸ ἡ εἰκόνα τοῦ Ἁγίου Μανδηλίου, τῆς ὁποίας ἡ ἱστορία ἔχει περίπου ὡς ἑξῆς: Κατὰ τὴν ἐποχὴ ποὺ στὴν Παλαιστίνη ζοῦσε καὶ θαυματουργοῦσε ὁ Κύριος, στὴν Ἔδεσσα ἦταν ἕνας βασιλιὰς ποὺ λεγόταν Αὔγαρος.

Κάποια μέρα ὁ βασιλιὰς ἀρρώστησε ἀπὸ λέπρα. Οἱ γιατροὶ ποὺ τὸν ἐπισκέφθηκαν στάθηκαν ἀνίκανοι νὰ τοῦ προσφέρουν καὶ τὴν πιὸ μικρὴ βοήθεια. Ἡ λύπη τοῦ ἄρχοντα ἦταν μεγάλη.

Σὲ αὐτὴ τὴν κατάσταση, τὴν ἀπελπιστικὴ, μία ἀχτίνα ἐλπίδας χύθηκε στὴν καρδιά του, σὰν ἔμαθε πὼς στὴ γειτονικὴ χώρα, τὴν Παλαιστίνη, ἦταν ἕνας ἄνδρας, πρότυπο ἀρετῆς καὶ καλοσύνης, ποὺ γιάτρευε ὅλες τὶς ἀρρώστιες. Ἀκόμα ἀνάσταινε καὶ νεκροὺς μ’ ἕναν καὶ μόνο λόγο του.

Νὰ μποροῦσε νὰ πάει ὡς ἐκεῖ, θὰ εὕρισκε ὁπωσδήποτε τὴν ὑγεία του. Ἡ ἀπόσταση ὅμως ἦταν τόσο μακρινὴ καὶ ἡ ἀρρώστια του τόσο βαριὰ κι ὀδυνηρή, ποὺ τοῦ ἦταν ἀδύνατο ν’ ἀναλάβει ἕνα τέτοιο ταξίδι.

Τί νὰ κάμει λοιπόν; Κάθισε καὶ σκέφθηκε καὶ ἀποφάσισε. Ἔγραψε μία ἐπιστολὴ καὶ τὴν ἔδωσε σὲ μερικοὺς ἀνθρώπους δικούς του, νὰ τὴν πάνε στὴν Παλαιστίνη καὶ νὰ τὴν δώσουνε προσωπικὰ στὸν μεγάλο θεραπευτή. Σ’ αὐτὴν, τοῦ μιλοῦσε μὲ πόνο γιὰ τὴν δοκιμασία του καὶ τὸν παρακαλοῦσε νὰ πάει ὁ ἴδιος στὴν Ἔδεσσα, νὰ τὸν δεῖ καὶ νὰ τὸν γιατρέψει.

 

Οἱ ἀπεσταλμένοι ἔκαναν ὅπως τοὺς διέταξε ὁ βασιλιάς τους. Πῆγαν στὴν γειτονικὴ καὶ εὐλογημένη χώρα, βρῆκαν τὸν θεῖο θεραπευτὴ καὶ Δάσκαλο, τὸν Ἰησοῦ καὶ τοῦ ἐπέδωσαν τὴν ἐπιστολή. Καὶ Αὐτὸς ἀντὶ νὰ σηκωθεῖ νὰ πάει στὴν Ἔδεσσα, ὅπως τοῦ ζητοῦσε ὁ ἄρρωστος βασιλιὰς Αὔγαρος, πῆρε ἕνα μαντήλι καὶ μ’ αὐτὸ σπόγγισε τὸν ἵδρωτα ἀπὸ τὸ ἅγιο πρόσωπό Του. Τὴν ἴδια στιγμὴ στὸ μαντήλι ἀπάνω ἀποτυπώθηκε ἡ θεϊκὴ μορφή Του. Δείχνοντας στοὺς ἀνθρώπους τοῦ βασιλιὰ τὴν Ἀχειροποίητη ἐκείνη εἰκόνα του, τοὺς ἔδωσε τὸ μαντήλι καὶ τοὺς εἶπε νὰ τὸ πᾶνε στὸν ἄρχοντά τους, καὶ αὐτὸς μόλις θὰ ἔβλεπε τὴν εἰκόνα Του, θὰ γινόταν ἀμέσως καλά. Κι ἔτσι πράγματι ἔγινε.

 

Τοῦτο τὸ Μανδήλιο, μὲ τὴν Ἀχειροποίητο εἰκόνα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ, φυλασσόταν γιὰ πολλὰ χρόνια στὴν Ἔδεσσα μέσα στὸ βασιλικὸ παλάτι. Μετὰ τὸν θάνατο ὅμως τοῦ βασιλιὰ ἕνας ἀπὸ τοὺς διαδόχους του, φανατικὸς εἰδωλολάτρης ἀποφάσισε νὰ καταστρέψει τὸ ἱερὸ τοῦτο κειμήλιο. Τὴν ἀνίερη ἀπόφασή του ἔκαμε γνωστὴ στὸν τότε ἐπίσκοπο τῆς Ἔδεσσας Εὐλάλιο. Κι αὐτὸς γιὰ νὰ σώσει τὴν Ἀχειροποίητη εἰκόνα, χωρὶς νὰ χάσει καιρὸ παρέλαβε τὴ νύχτα κρυφὰ τὸ Ἅγιο Μανδήλιο, καὶ ἔφυγε ἀπὸ τὴν Ἔδεσσα. Περπάτησε ὅλη νύχτα. Τὴν ἄλλη μέρα ἔφτασε στὴν ἀκρογιαλιά. Ἐκεῖ βρῆκε ἕνα καράβι, τὸ ὁποῖο ταξίδευε γιὰ τὴν Κύπρο, καὶ ἀνέβηκε πάνω σ’ αὐτό. Ὅταν ὅμως πλησίαζε στὴν Κύπρο, σηκώθηκε δυνατὴ τρικυμία. Τὰ κύματα βουνὰ πελώρια ἀπειλοῦσαν νὰ τὸ βουλιάξουν. Οἱ ἐπιβάτες τρομαγμένοι ἔτρεχαν ἐδῶ καὶ ἐκεῖ μὴ ξέροντας τί νὰ κάμουν. Κάποια στιγμὴ ὁ ἐπίσκοπος Εὐλάλιος βγάζοντας ἀπὸ τὸν κόρφο τὸν πολύτιμο θησαυρό του, ἔκαμε τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ, ἄνοιξε μὲ ἱερὴ εὐλάβεια τὸ Ἅγιο Μανδήλιο, τὸ ἅπλωσε στὴ φουρτουνιασμένη θάλασσα καὶ κάθισε ἀπάνω του. Τὴν ἴδια ὥρα ἡ θάλασσα γαλήνεψε καὶ τὰ κύματα ἔφεραν τὸν ἐπίσκοπο στὴ Λάμπουσα. Σὰν ἔφτασε καὶ βγῆκε στὴν στεριά, ὁ Εὐλάλιος φρόντισε καὶ ἔκτισε ἐκεῖ ἕνα μοναστήρι, στὸ ὁποῖο καὶ ἀφιέρωσε τὸ Ἅγιο Μανδήλιο μὲ τὴν Ἀχειροποίητη εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ. Γι’ αὐτὸ καὶ τὸ μοναστήρι κλήθηκε Μονὴ τῆς Ἀχειροποιήτου, μιὰ καὶ ἡ εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ ποὺ ἦταν ἀποτυπωμένη σ’ αὐτό, δὲν εἶχε γίνει ἀπὸ χέρια ἀνθρώπου.

 

Μιὰ ἄλλη ὅμως καὶ πάλι Κυπριακὴ παράδοση μᾶς λέγει, πὼς ὁ Εὐλάλιος ὁ ἐπίσκοπός της Λάμπουσας δὲν ἔχει καμιὰ σχέση μὲ τὸν ἱερὸ Εὐλάλιο τὸν ἐπίσκοπό της Ἔδεσσας. Πρόκειται γιὰ ἕνα ἄλλο ἄσχετο πρόσωπο, ποὺ γεννήθηκε καὶ μεγάλωσε στὴ Λάμπουσα.

Ὁ Ἅγιος αὐτὸς ἀπὸ μικρὸ παιδὶ ὑπῆρξε ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ. Γεννήθηκε ἀπὸ θεοσεβεῖς γονεῖς, οἱ ὁποῖοι καὶ τοῦ φύτεψαν στὴν ψυχὴ ἀπὸ αὐτὴ τὴν παιδικὴ ἡλικία τὴν ἀγάπη πρὸς τὰ ἱερὰ γράμματα καὶ τὴν ἀρετή. Καὶ τὰ ἀποτελέσματα αὐτῆς τῆς ἀνατροφῆς δὲν ἄργησαν νὰ φανοῦν. Νέος ἀκόμη ὁ Εὐλάλιος ἄρχισε νὰ διακρίνεται μέσα στὴν κοινότητα τῆς Λάμπουσας τόσο γιὰ τὴν ἁγία καὶ παραδειγματικὴ ζωή του, ὅσο καὶ γιὰ τὴν ἀρετή του. Ὅταν τέλειωσε τὶς σπουδές του, οἱ πιστοὶ χριστιανοὶ τῆς πόλεως ποὺ θαύμαζαν τὸ σεμνὸ ἦθος καὶ τὴν ὅλη του προσεκτικὴ καὶ ζηλευτῆ συμπεριφορά, ζήτησαν ἀπὸ τὸν τότε ἐπίσκοπό τους νὰ προωθήσει τὸν πιστὸ νέο σὲ διάκονο καὶ πρεσβύτερο. Ἀκόμη καὶ νὰ τοῦ ἀναθέσει ἐνεργὸ καὶ ὑπεύθυνο θέση στὴν ὑπηρεσία τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ ζηλωτὴς νέος ἔχοντας πάντα στὴ σκέψη του τὴ σύσταση τοῦ προφήτου Ἱερεμίου «ἀγαθὸν ἀνδρί, ὅταν ἄρη ζυγὸν ἐκ νεότητας αὐτοῦ», ἔσπευσε ν’ ἀποδεχθεῖ. Γνωρίζει πὼς τὸ ψυχοσωτήριο ἔργο τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, ἀπαιτεῖ πολλοὺς κόπους καὶ θυσίες, ἀλλὰ καὶ ἀρκετὲς εὐθύνες. Πολλὲς φορὲς ὁ ἀφοσιωμένος στὴν ὑπηρεσία τῶν ψυχῶν ἐργάτης θὰ ἀντιμετωπίσει πικρίες ἀπὸ τὴν ἀχαριστία ἐκείνων τοὺς ὁποίους κλήθηκε νὰ καθοδηγήσει στὸν δρόμο τῆς σωτηρίας, ἀλλὰ καὶ τὸν φθόνο καὶ τὸν διωγμὸ τῶν ἐχθρῶν του Χριστοῦ. Τὰ λόγια τοῦ θεοφωτίστου Ἀποστόλου «οὐκ ἐστὶν ἡμῖν ἡ πάλη πρὸς αἷμα καὶ σάρκα, ἀλλὰ πρὸς τὰς ἀρχάς, πρὸς τὰς ἐξουσίας, πρὸς τοὺς κοσμοκράτορας τοῦ σκότους τοῦ αἰῶνος τούτου, πρὸς τὰ πνευματικὰ τῆς πονηρῖας ἐν τοῖς ἐπουρανίοις» (Ἐφεσ. στ’ 12), ἀντηχοῦν συνεχῶς στ’ αὐτιά του. Ὅμως δὲν φοβᾶται. Δὲν ὑποχωρεῖ μπροστὰ στὸ ὕψος τῶν εὐθυνῶν. Ἀλλὰ μὲ ἀπόλυτη ἐμπιστοσύνη στὸν ἀρχηγὸ τῆς πίστεως «καὶ τελειωτὴν Ἰησοῦν», ἀποδέχεται τὴν πρόταση τοῦ ἁγίου ἐπισκόπου της Λάμπουσας, καὶ χειροτονεῖται διάκονος καὶ μετὰ ἱερέας. Στὴ θέση του αὐτὴ ὁ φλογερὸς ἐργάτης ἀφήνει νὰ λάμψουν ὅλα τὰ πνευματικὰ καὶ ἠθικά του χαρίσματα. Κηρύττει τακτικὰ καὶ μὲ ζῆλο. Ὀργανώνει ὑποδειγματικὰ τὴν φιλανθρωπικὴ ζωὴ καὶ γίνεται ἡ ψυχὴ καὶ τὸ κέντρο κάθε πνευματικῆς δράσεως. Δὲν πρόφτασε ὅμως ὁ ἱερὸς πατὴρ νὰ ἀναπτύξει ὅλη του τὴν δράση, ὅταν ὁ θάνατος τοῦ γέροντα ἐπισκόπου τῆς δοξασμένης πόλεως τὸν ἀναγκάζει νὰ ἀναλάβει τὸ ἔργο τοῦ ἐπισκόπου. Κληρικοὶ καὶ λαϊκοὶ μὲ μία φωνὴ καλοῦν τὸν φιλόθεο ἱερέα νὰ ἀποδεχθεῖ τὸ ὑψηλότατο στὴν ἐκκλησία ὑπούργημα, τὸ τοῦ ἐπισκόπου. Μὲ ταπείνωση καὶ φόβο Θεοῦ ὁ εὐλαβὴς κληρικὸς κύπτει τὸν αὐχένα καὶ μ’ εὐγνωμοσύνη ἀποδέχεται τὸ θεῖο χάρισμα τοῦ ἀρχιερέα. Τὸ δέχεται καὶ τὸ καλλιεργεῖ μὲ ὅλη τὴν δύναμη καὶ τὴν φλόγα τῆς ἁγνῆς ψυχῆς του.

 

«Παραδοθεῖς τῇ χάριτι τοῦ Θεοῦ» ὁλοκληρωτικά, ἐπέδειξε «σύνεσιν ἐν πᾶσι», ζῆλο θερμουργὸ καὶ δράση θαυμαστή. Μὲ ἔργα καὶ λόγια κινεῖται παντοῦ καὶ ἀναδεικνύεται πραγματικὰ δάσκαλος τῆς εὐσέβειας καὶ πρόμαχος τῆς ὀρθοδόξου πίστεως. Τὸ κήρυγμά του ὑπῆρξε Χρυσοστομικό. Εὐλάλιος ἦταν τ’ ὄνομά του. Εὐλάλιος ὅμως ἀναδείχθηκε καὶ στὴν πράξη. Ἡ ὁμιλία του ἦταν ἀληθινὰ μαγευτική. Τὰ λόγια του διακρίνονταν ὄχι μονάχα σὲ γλυκύτητα καὶ καλλιέπεια, ἀλλὰ πρὸ παντὸς σὲ περιεχόμενο. Οἱ Γραφικὲς ἔννοιες ἀκολουθοῦσαν ἡ μιὰ τὴν ἄλλη μὲ μιὰ χάρη καὶ ἁπλότητα ζηλευτῆ. Ποταμοὶ θεολογίας ξεχύνονταν ἀπὸ τὰ χείλη του ποὺ συνήρπαζαν καὶ ὁδηγοῦσαν σὲ ἔργα χριστομίμητα καὶ θεάρεστα. Σὲ ἔργα ἀγάπης καὶ φιλανθρωπίας καὶ σὲ ἐκδηλώσεις χριστιανικῆς ἀνωτερότητας καὶ ζηλευτοῦ ἱεροῦ ἐνθουσιασμοῦ. Ὡς θεοφώτιστος ποιμένας προβάτων λογικῶν ἀκολουθεῖ μὲ ταπεινοφροσύνη καὶ πραότητα τὸ παράδειγμα τοῦ μοναδικοῦ Ποιμένα τῶν ψυχῶν καὶ μὲ αὐτοθυσία ἀποστολικὴ ἐργάζεται μέρα καὶ νύχτα, γιὰ νὰ τὰ ὁδηγήσει στὸν δρόμο τῆς σωτήριας. Τὰ διδάσκει τακτικά. Πολεμᾶ τὴν ἀπιστία καὶ κακοπιστία ὅπου τὴν βρίσκει. Μὲ ὑπομονὴ καταφωτίζει τοὺς πιστοὺς καὶ ἀπομονώνει τοὺς αἱρετικούς. Προστατεύει τὰ ὀρφανὰ καὶ τοὺς ἀδικουμένους. Φροντίζει τοὺς πτωχοὺς καὶ τοὺς ἀρρώστους. Παρηγορεῖ τοὺς θλιμμένους. Γίνεται «τοῖς πᾶσι τὰ πάντα, ἴνα πάντως τινὸς σώσει» (Α’ Κορ. θ’ 22).

 

Ἔτσι κινήθηκε καὶ ἔδρασε ὁ ἱερὸς Εὐλάλιος ὡς ἱερέας στὴν ἀρχὴ καὶ μετὰ ὡς ἐπίσκοπος. Τὰ λόγια τῆς Γραφῆς, ποὺ μελετοῦσε καθημερινὰ καὶ δίδασκε μὲ τόση σοφία καὶ χάρη, φρόντιζε πρῶτα ὁ ἴδιος νὰ τὰ ἐφαρμόζει στὴν ζωή του. Ἔτσι καὶ τὸ τοῦ σοφοῦ της Παλαιᾶς Διαθήκης «ὄσῳ μέγας εἰ, τοσούτω ταπεινοῦ σεαυτόν, καὶ ἔναντι Κυρίου εὐρήσεις χάριν» (Σοφ. Σειρὰχ γ’ 18) τὸ εἶχε πάντα μπροστὰ στὰ μάτια του. Καμιὰ καύχηση δὲν παρουσίαζε γιὰ τὶς ἐπιτυχίες του. Κανένα ἐγωϊσμό. Καμιὰ ἰδιοτέλεια ἢ ὑστεροβουλία. Μαζὶ μὲ τὸν Ἀπόστολο Παῦλο μποροῦσε καὶ αὐτὸς νὰ ἀναφωνεῖ: «Χάριτι Θεοῦ εἰμὶ ὁ εἴμι» (Α’ Κορ. ιε’ 10). Στὸ πρόσωπο τοῦ ἁγίου τούτου ἱεράρχου ποὺ μὲ ὑπομονὴ κι ἐπιμονὴ διατήρησε μέχρι τέλους καὶ τὸ σῶμα καὶ τὸ νοῦ καὶ τὴν ψυχὴ καθαρά, μποροῦμε στ’ ἀλήθεια νὰ ποῦμε, πὼς ξεπληρώθηκε τῆς Γραφῆς ὁ λόγος: «ὅτι χάρις καὶ ἔλεος ἐν τοῖς ἐκλεκτοῖς αὐτοῦ καὶ ἐπισκοπὴ ἐν τοὶς ὁσίοις αὐτοῦ» (Σοφ. Σολ. δ’ 15).

 

Ὅσιος καὶ ἐκλεκτός τοῦ Θεοῦ ἀναδείχθηκε σὲ ὅλα ὁ μακάριος ἐπίσκοπος. Ἐλεύθερος ἀπὸ ἀδυναμίες καὶ πάθη καὶ ἀκούραστος κήρυκας τῆς ἀλήθειας κατόρθωσε μὲ τὴν ἁγνότητα τῆς ζωῆς του νὰ γίνει ἕνας ἄγγελος σὲ ἀνθρώπινο σῶμα, τύπος καὶ ὑπογραμμὸς μιᾶς ἀνώτερης ζωῆς καὶ ἀληθινὸς καὶ γνήσιος φίλος τοῦ Δεσπότου Χριστοῦ «ἄκακος, ὅσιος, ἀμίαντος».

 

Στὸ ἱερὸ πρόσωπό του τὰ πνευματικὰ παιδιά του βλέπουν πάντα τὸν γνήσιο «στρατιώτη τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ». Τὸν στρατιώτη ποὺ μὲ τὶς ὁλονύκτιες προσευχὲς καὶ δεήσεις, κατακτᾶ μία – μία τὶς ὑψηλὲς κορυφὲς τῆς ἀρετῆς, ἀλλὰ καὶ ἀγωνίζεται μὲ τὸ ὑπέροχο παράδειγμα τῆς ἀγάπης καὶ ἁγιότητάς του, νὰ διαφυλάξει καὶ τὰ πνευματικὰ παιδιά του. Νὰ τὰ διαφυλάξει ἀπὸ τὰ ποικίλα κακὰ ποὺ τὰ προσβάλλουν. Νὰ τὰ διαφυλάξει ἀλώβητα ἀπὸ τὴν ἀπιστία, τὶς αἱρέσεις, τὸ πνεῦμα τοῦ εὐδαιμονισμοῦ, ποὺ τὰ ἀπειλοῦσε ἐξ αἰτίας τοῦ πλούτου, ποὺ καθημερινὰ συνέρεε στὴν πόλη τους. Δίκαια ὁ ἱερὸς ὑμνογράφος του ψάλλει: «Σάρκα καθυπέταξας, τῷ λογισμῷ στερρῶς πάνσοφε, καὶ ὡς ποιμήν, λογικῶν προβάτων, ὄντως μάλα ἐποίμανας». Ἡ διακήρυξη τοῦ Κυρίου «ὁ Ποιμὴν ὁ καλὸς τὴν ψυχὴν αὐτοῦ τίθησιν ὑπὲρ τῶν προβάτων» (Ἰωάν. ι’ 11) κυκλοφορεῖ πάντα στὴ σκέψη του. Γι’ αὐτὸ οὐδέποτε ἔδινε «ὕπνον τοὶς ὀφθαλμοίς του καὶ ἀνάπαυσιν τοὶς κροτάφοις του» σὰν ἐμάνθανε, πὼς μερικοὶ ἀπὸ τοὺς χριστιανούς του κινδύνευαν ἀπὸ τὸν ἕνα ἢ τὸν ἄλλον πειρασμό. Μιὰ τέτοια ζωή, ζωὴ «πλήρης χάριτος καὶ ἀληθείας» (Ἰωάν. α’ 14) δὲν μποροῦσε νὰ μὴ ἑλκύσει πρὸς αὐτὴν τὴν εὔνοια καὶ τὴν εὐλογία τοῦ οὐρανοῦ. Ὁ Κύριος προσφέρει πάντα πλούσια τὴν χάρη καὶ τὶς δωρεές Του σ’ ἐκείνους ποὺ Τὸν ἀγαποῦν. «Τοὺς δοξάζοντας μὲ, δοξάσω» διακηρύττει αὐτὸ τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ. Καὶ στ’ ἀλήθεια. Ἡ ἀγάπη τοῦ Κυρίου πολὺ δόξασε τὸν ἄξιο ἐργάτη καὶ ποιμένα τῆς λογικῆς μάνδρας του. Πλούσια τὸν χαρίτωσε, ὅταν ἀκόμη βρισκόταν στὴν γῆ. Πολλὰ εἶναι τὰ θαύματα ποὺ ἐνήργησε καὶ ἐνεργεῖ μέσο τοῦ Ἁγίου ὁ τῶν θαυμασίων Θεός. Θαύματα ποὺ προκαλοῦν τὸ θάμβος. Θαύματα καταπληκτικά. Θαύματα ποὺ ἔχουν ὡς σκοπό τους τὴν παρηγοριὰ ὅσων ὑποφέρουν καὶ τὴν ἀπαλλαγή τους ἀπὸ τὰ κακὰ καὶ λυπηρά. Θαύματα ἀκόμη ποὺ ἀποβλέπουν στὴ δόξα τοῦ Θεοῦ.

 

Ἀπὸ τὸν Κύριο τῶν Δυνάμεων ὁ πιστὸς ἐργάτης τοῦ χριστιανικοῦ ἀμπελώνας πῆρε τὴν χάρη, νὰ ἀποδιώκει δαίμονες. Νὰ θεραπεύει διάφορα νοσήματα ψυχῆς, ἀλλὰ καὶ ἀρρωστήματα τοῦ σώματος. Νὰ βοηθᾶ καθημερινὰ ἐκείνους ποὺ ταξιδεύουν καὶ ταλαιπωροῦνται στὴ θάλασσα. Νὰ προστατεύει ὅσους κινδυνεύουν ἀπὸ πειρατεῖες καὶ ἐπιθέσεις ἀπάνθρωπες. Καὶ γενικὰ νὰ λυτρώνει ἀπὸ τὰ δεινὰ καθένα, ποὺ ἐπικαλεῖται τὴν μεσιτεία του.

 

Πολλὲς φορὲς μὲ τὶς προσευχές του σὲ τόπους ἄνυδρους καὶ ξηροὺς ἀνέβλυσαν πηγές, ποὺ ἐξακολουθοῦν ὡς τὴν ἐποχή μας, νὰ προσφέρουν τὰ δροσερά τους νάματα, γιὰ νὰ ξεδιψοῦν καὶ νὰ δροσίζουν τοὺς ὁδοιπόρους. Τέτοια πηγὴ μὲ γάργαρο νερὸ εἶναι καὶ τὸ ἁγίασμά του κοντὰ στὸν ἱερὸ ναό του. Αὐτὸ τὸ ἁγίασμα τοῦ θεόφρονα πνευματικοῦ καὶ φιλάνθρωπου ἀρχιποιμένα τῆς Λάμπουσας, θεραπεύει κάθε ἀρρώστια καὶ ἀπαλλάσσει, ὅπως ὁμολογοῦν πολλοὶ καὶ ἀπὸ τὴ συχνὴ ἐνόχληση τοῦ συναχιοῦ. Τὴν θεραπευτική του προσφορὰ ὁ Ἅγιος μὲ τὸ ἁγίασμά του τὴν προσφέρει ἀφειδώλευτα ὄχι μονάχα σὲ πιστοὺς προσκυνητές, ἀλλὰ καὶ σὲ ἄπιστους ἀλλόφυλους. Ἕνας ἀπ’ αὐτούς, δὲν εἶναι πολλὰ χρόνια, μὲ ὅλως διόλου κατεστραμμένα δόντια, πῆγε μὲ πίστη καὶ μὲ θερμὴ προσευχὴ ζήτησε ἀπὸ τὸν Ἅγιο τὴν βοήθειά του. Ὕστερα λούστηκε μὲ τὸ θαυματουργὸ νερό, καὶ ἔπλυνε καλὰ καὶ τὸ στόμα του. Τὸ ἀποτέλεσμα ὑπῆρξε θαυμαστό. Ὁ ἄρρωστος θεραπεύτηκε τελείως καὶ ἔφυγε δοξάζοντας τὸν Θεὸ καὶ τὸν Ὅσιό του.

 

Σὲ ἀρκετὰ προχωρημένη ἡλικία ὁ μακάριος ποιμὴν τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, ἔλαια κατάκαρπος, ἔκλινε τὴν κεφαλὴ μπροστὰ στὴ θεία βουλὴ καὶ ἀπεδήμησε γιὰ τὴν βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Ὁ θάνατός του σήμανε συγκλονισμὸ σὲ ὅλη τὴν περιφέρεια καὶ θλίψη σὲ ὁλόκληρη τὴ νῆσο. Οἱ ἄνθρωποι, ποὺ εὐεργετήθηκαν ἀπὸ τὴν ἀγάπη καὶ τὴν καλωσύνη του, ἔτρεξαν ἀπὸ ὅλα τὰ μέρη γιὰ νὰ τὸν ἰδοῦν ἔστω καὶ νεκρὸ, ἀκόμη μιὰ φορά, καὶ νὰ τὸν ἀσπασθοῦν καὶ νὰ πάρουν τὴν εὐλογία του.

 

Ἀργότερα ἡ εὐλάβεια τῶν κατοίκων τῆς δοξασμένης πόλεως ἔκτισε κοντὰ στὴν θάλασσα καὶ σὲ μικρὴ ἀπόσταση ἀπὸ τὴν ἱερὰ Μονὴ τῆς Ἀχειροποιήτου ἕνα ναὸ στ’ ὄνομά του. Ὁ ναὸς αὐτὸς μὲ τὸν καιρό, καὶ τὶς τόσες ἐπιδρομὲς ποὺ δοκίμασε ἡ πλούσια πόλη καταστράφηκε. Πάνω στὰ ἐρείπια τοῦ πρώτου ναοῦ ξανακτίστηκε τὸν δέκατο ἕκτο αἰώνα ἄλλος ναός, ποὺ διατηρεῖται ἐξωτερικὰ σὲ πολὺ καλὴ κατάσταση. Τὸν ναὸ ἔκτισε σὲ ρυθμὸ Φραγκοβυζαντινὸ «ὁ Νεόφυτός της Λευκωσίας Ποιμήν» καὶ «νεύσει θείας χάριτος», γιὰ νὰ λάβει μὲ τὶς πρεσβεῖες τοῦ Ἁγίου «λύτρωσιν συμφορῶν τε καὶ θλίψεως».

 

Ὁ ναὸς ἦταν ἕνα ὄμορφο μνημεῖο ἀκέραιο καὶ πολὺ καλὰ διατηρημένο, μέχρι τὴν τούρκικη εἰσβολή. Τὸ ἐσωτερικό του μόνο ἦταν γυμνό, χωρὶς πάτωμα, χωρὶς τοιχογραφίες καὶ φορητὲς εἰκόνες, καὶ μ’ ἕνα τέμπλο φθαρμένο.

 

Τὸ λαμπρὸ παράδειγμα καὶ ἡ ἁγνὴ ζωὴ τοῦ φλογεροῦ καὶ μακάριου ἐπισκόπου της Λάμπουσας, ἂς φωτίσουν τὸν δρόμο τῆς πρόσκαιρης ζωῆς ὅλων μας. Κι ἂν γιὰ ὁποιουσδήποτε λόγους οἱ πειρασμοὶ μᾶς νίκησαν καὶ μᾶς ἀπεμάκρυναν ἀπὸ τὰ καθήκοντά μας ὡς χριστιανῶν, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ θρηνοῦμε σήμερα «τὰ περασμένα μεγαλεῖα», τὸ πᾶν δὲν χάθηκε γιὰ μᾶς. Ἂς μετανοήσουμε καὶ μὲ συντριβὴ ψυχῆς, ἂς ζητήσουμε μὲ τὶς πρεσβεῖες τοῦ Ἁγίου πατρὸς Εὐλαλίου τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Σὲ ὁποιαδήποτε ἡλικία καὶ ἂν βρισκόμαστε, ἡ ἀντίστοιχη ἡλικία τῆς ἐνάρετης ζωῆς τοῦ Ἁγίου, πολλὰ ἔχει νὰ μᾶς πεῖ καὶ νὰ μᾶς διδάξει. Κάτι περισσότερο. Μὲ τὴν εἰλικρινῆ μετάνοιά μας θὰ ἐπιτύχουμε αὐτὸ ποὺ ποθοῦμε καὶ μ’ ὅλη μας τὴν ψυχὴ λαχταροῦμε: Τὴν λύτρωση ἀπὸ τὰ δεινὰ καὶ τὴν ἐλεύθερη μετακίνηση καὶ διακίνησή μας στὰ ἁγιασμένα χώματα τῆς πατρικῆς γῆς.

 

Πρωὶ καὶ βράδυ, ἂς κλείνουμε λοιπὸν νοερὰ τῆς ψυχῆς τὰ γόνατα μπροστὰ στὴ σεβάσμια μορφὴ τοῦ θεόφρονος Ἁγίου, καὶ ἀπὸ τὰ τρίσβαθα τῆς καρδιᾶς, ἂς τοῦ λέμε καὶ ἐμεῖς μὲ πίστη φλογερὴ καὶ ἀκλόνητη:

 
Θεόφρον Εὐλάλιε, τὴν σήν, ποίμνην περιφύλαττε, ἐκ πάσης βλάβης καὶ θλίψεως, καὶ περιστάσεως, καὶ ἐκ πάσης ρύσαι, συμφοράς, θεσπέσιε, καὶ τῆς αἰχμαλωσίας πρεσβείαις σου, ἵνα δοξάζωμεν, ποιμένα ἀληθέστατον, καὶ Τριάδος, μέγιστον συνήγορον.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Λίγα χιλιόμετρα πιὸ πάνω ἀπὸ τὴ δαντελωτὴ ἀκρογιαλιὰ τῆς Κερύνειας καὶ σὲ ὕψος δυὸ χιλιάδες περίπου πόδια ἀπὸ τὴν ἐπιφάνεια τῆς θάλασσας ὀρθώνεται ἕνα γιγαντιαῖο ὕψωμα ἀποκομμένο ἀπὸ τὴν ὑπόλοιπη ὀροσειρὰ τοῦ Πενταδάκτυλου. Στὴν κορυφὴ τοῦ ὑψώματος αὐτοῦ μὲ τὴν πανοραμικὴ θέα εἶναι κτισμένο ἀπὸ χρόνια ἕνα φρούριο, τὸ γνωστὸ φρούριο τοῦ Ἁγίου Ἰλαρίωνα.

 

Γιὰ τὴν προσφορὰ τοῦ φρουρίου στοὺς ἀγῶνες τοῦ νησιοῦ γιὰ ἐλευθερία καὶ τὶς παραδόσεις καὶ τοὺς θρύλους ποὺ ἔχουν δημιουργηθεῖ γύρω ἀπ’ αὐτό, πολλὰ εἰπώθηκαν καὶ γράφηκαν μέχρι σήμερα. Γιὰ τὸν Ἅγιο Ἰλαρίωνα ὅμως τὸν μεγάλο ἐρημίτη καὶ ἀσκητή, ποὺ μὲ τὸ ὄνομά του, τὸ ὕψωμα τοῦτο μπῆκε στὴν ἱστορία, πολὺ λίγα ἔχουν γραφεῖ καὶ σὲ πολὺ πιὸ λίγους εἶναι γνωστά.

Τὴν παράλειψη αὐτὴ, ἀπαράδεκτη γιὰ χριστιανοὺς ὀρθοδόξους ποὺ κατοικοῦν μία νῆσο μ’ ἕνα τόσο τιμητικὸ προσωνύμιο — «Νῆσος τῶν Ἁγίων» – ἐπιθυμοῦν νὰ θεραπεύσουν οἱ γραμμὲς ποὺ ἀκολουθοῦν.

Θεωροῦμε τὴν πράξη τούτη σὰν ἕνα χρέος. Χρέος ὄχι μονάχα σ’ ἐκείνους ποὺ ἔφυγαν. Ἀλλὰ πρὸ παντὸς χρέος σ’ αὐτοὺς ποὺ ζοῦν καὶ θέλουν καὶ ἀναζητοῦν γιὰ τὴν ζωὴ τοὺς πρότυπα. Ναί! Πρότυπα ἠθικὰ ποὺ νὰ τὰ πλησιάσουν καί, κατὰ τὸ μέτρο τοῦ δυνατοῦ, νὰ τὰ μιμηθοῦν.

 

Καὶ ὁ Ἅγιος Ἱλαρίων ποὺ μᾶς ἦρθε ἀπ’ ἔξω καὶ ἔζησε καὶ κοιμήθηκε στὸν τόπο μας, εἶναι ἕνα τέτοιο πρότυπο γιὰ ὅλους. Πρότυπο πίστεως καὶ ὑπακοῆς στὸν Θεό. Ἀλλὰ καὶ πρότυπο ἀγωνιστικότητας καὶ γνήσιας ἀρετῆς. Μιὰ γρήγορη ματιὰ στὶς κύριες πτυχὲς τῆς ζωῆς του θὰ μᾶς τὸ ἀποδείξει.

 

Ὁ ἰσάγγελος αὐτὸς ἅγιος, σύγχρονος τῶν Μεγάλων Βασιλέων καὶ Ἰσαποστόλων Κωνσταντίνου καὶ Ἑλένης, γεννήθηκε στὴν κωμόπολη τῆς Παλαιστίνης τὴν Θαβαθᾶ, ποὺ βρίσκεται πέντε περίπου μίλια μακριὰ ἀπὸ τὴν ἀρχαία πόλη τῶν Φιλισταίων, τὴν Γάζα. Οἱ γονεῖς του, πλούσιοι εἰδωλολάτρες φρόντισαν ἀπὸ νωρὶς νὰ δώσουν στὸ παιδὶ τους μιὰ ξεχωριστὴ μόρφωση. Γι’ αὐτὸ καὶ ἀπὸ μικρὸ ἔσπευσαν νὰ τὸν ἀποχωρισθοῦν καὶ νὰ τὸν στείλουν στὴν Ἀλεξάνδρεια, ποὺ ἦταν τότε ἕνα μεγάλο κέντρο Ἑλληνικῶν σπουδῶν. Σὲ μία ἀπὸ τὶς ὀνομαστὲς Σχολὲς τῆς πόλεως αὐτῆς φρόντισε ὁ μικρὸς Ἱλαρίων νὰ ἐγγραφεῖ καὶ μ’ ἐνδιαφέρον νὰ παρακολουθήσει τὰ μαθήματά της. Ὁ πόθος του ὅμως νὰ γνωρίσει τὴν ἀλήθεια ὁδήγησε κάποτε τὰ βήματά του καὶ σὲ χριστιανικὲς συγκεντρώσεις.

 

Ἡ ζωὴ τῶν χριστιανῶν, ἡ εὐγένεια καὶ ἡ καλοσύνη τους, τὸ ἐνδιαφέρον τους νὰ ἐξυπηρετήσουν τοὺς ἄλλους μὲ κάθε ἀνιδιοτέλεια καὶ προθυμία τοῦ ἔκαμαν ἀπ’ τὴν πρώτη στιγμὴ ξεχωριστῆ ἐντύπωση. Ἀλλὰ καὶ τὰ ἁγνὰ ἤθη κι ἔθιμά τους καὶ ἡ ὅλη τους ἀρετὴ τοῦ σκλάβωσαν τὴν ψυχὴ καὶ ἄναψαν μέσα του θερμὸ τὸν ζῆλο νὰ γνωρίσει καλύτερα τὴν πηγὴ τῆς τροφοδοσίας τους. Ἔτσι ὁ φιλομαθὴς νέος ἐπεδίωξε νὰ ἔρθει σ’ ἐπαφὴ μὲ σημαίνοντας χριστιανοὺς καὶ ἀπὸ ὑπεύθυνα πρόσωπα νὰ μάθει τὶς ἐπιταγὲς τῆς νέας πίστεως. Ὁ ἐνθουσιασμός του γιὰ ὅσα ἄκουε καὶ ὁ ζῆλος του νὰ γνωρίσει περισσότερα, προχωροῦσε μέρα μὲ τὴ μέρα γιὰ νὰ καταλήξει κάποτε στὴν ἀποδοχὴ τῆς νέας θρησκείας καὶ νὰ βαπτισθεῖ.

 

Ἡ χαρὰ καὶ ἡ εὐτυχία τοῦ ἁγνοῦ νέου τὴν ἡμέρα ἐκείνη, ποὺ φόρεσε τὸν λευκὸ χιτώνα τοῦ βαπτίσματος, ὑπῆρξε ἀφάνταστα μεγάλη. Μιὰ ἀπόδειξη τούτης τῆς χαρᾶς εἶναι καὶ ἡ πλούσια χρηματικὴ προσφορά του γιὰ χάρη τῶν πτωχῶν ἀδελφῶν τοῦ Χριστοῦ.

 

Μὲ τὴν εἴσοδό του στὴν Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ ὁ νεοπροσήλυτος χριστιανὸς ρίχτηκε μὲ πιὸ πολὺ κέφι στὸν ἀγώνα. Ἡ Ἁγία Γραφὴ γίνηκε ὁ ἀγαπημένος του σύντροφος καὶ ἡ ζωὴ τῶν ἐνάρετων ἀνδρῶν, ποὺ μελετοῦσε στὰ ἱερὰ κείμενα, ἦταν ἐκείνη ποὺ προσπαθοῦσε καὶ ὁ ἴδιος νὰ μιμηθεῖ καὶ ἀκολουθήσει. Ἡ πνευματικὴ ζωὴ τὸν συνεῖχε κυριολεκτικά. Πόθος του ἕνας:

 

Ν’ ἀποχωρισθεῖ ἀπὸ καθετὶ ποὺ θὰ τὸν κρατοῦσε δεμένο μὲ τὰ ὑλικά, τὰ γήινα καὶ ἐλεύθερος νὰ τραβήξει τὸν δύσκολο, μὰ εὐλογημένο δρόμο, ποὺ φέρει τὸν ἄνθρωπο στὸν οὐρανό.

 

Αὐτὴ τὴν ἐποχὴ στὴν Ἀλεξάνδρεια καὶ σ’ ὅλη τὴν Αἴγυπτο κυριαρχοῦσε ἡ φήμη τοῦ Μεγάλου Ἀντωνίου. Μορφωμένοι καὶ ἀγράμματοι μιλοῦσαν μὲ σεβασμὸ γιὰ τὴ θεοσέβεια τοῦ ξακουστοῦ ἀσκητῆ. Κοντὰ σ’ αὐτὸν ὁ ζηλωτὴς νέος ἐπιθύμησε νὰ μαθητεύσει ἔστω καὶ γιὰ λίγο.

 

Χωρὶς νὰ χάσει καιρὸ ἕνα πρωὶ ἄφησε τὴν πολυθόρυβη πόλη καὶ τράβηξε στὴν ἔρημο. Βρῆκε τὸν Ἅγιο ἐρημίτη καὶ ἔμεινε κοντά του ἀρκετὸ καιρό. Στὸ διάστημα αὐτὸ σὰν τὴ μέλισσα ρούφηξε ἀπὸ τὸν καθηγητὴ τῆς ἀσκήσεως ὅτι καλὸ μπόρεσε νὰ δεῖ καὶ ν’ ἀκούσει μὲ ἀποτέλεσμα ἡ καρδιά του νὰ σκλαβωθεῖ ἀκόμη περισσότερο ἀπὸ τὴν ἀγάπη τῆς ἄλλης, τῆς μακαριᾶς ζωῆς.

 

Πλησίον στὸν πολύπειρο ἀγωνιστὴ τοῦ καλοῦ καὶ τῆς ἀρετῆς ἔμαθε ὁ ἁγνὸς νέος νὰ ζεῖ σὲ μία θεϊκὴ ἀνάταση. Ἡ ζωντανὴ προσευχή, ἡ προσεκτικὴ μελέτη, ἡ ἀνάλογη περισυλλογὴ καὶ ὁ αὐστηρὸς αὐτοέλεγχος ἦταν ἡ καθημερινὴ ἀπασχόλησή του. Μὲ τὰ μέσα τοῦτα τὰ πνευματικὰ ὁ ζηλωτὴς νέος ἀγωνίστηκε ν’ αὐξήσει τὶς διανοητικές του δυνάμεις καὶ νὰ ἀποκτήσει σιγά – σιγὰ τὰ ἐφόδια ποὺ χρειαζόταν γιὰ τοὺς κατοπινούς του ἀγῶνες. Ἐδῶ συνήθισε ἀκόμη ν’ ἀξιοποιεῖ τὸν χρόνο του καὶ νὰ ἱεραρχεῖ τὶς ἀνάγκες του. Ἔτσι ἔγινε ἕνας θεοκεντρικὸς ἄνθρωπος. Κύριο σκοπὸ τῆς ὑπάρξεώς του ἔβαλε ν’ ἀρέσει στὸν Θεό. Καὶ ὅλες του οἱ δυνάμεις, ὅλες του οἱ προσπάθειες, ὅλοι του οἱ ἀγῶνες σὲ τοῦτο καὶ μόνο στράφηκαν: Στὸ πῶς νὰ καλλιεργήσει μέσα του τὸ «κατ’ εἰκόνα», γιὰ νὰ ἐπιτύχει «τὸ καθ’ ὁμοίωσιν». Στὸ πῶς ν’ ἀναπτύξει τὰ χαρίσματα μὲ τὰ ὁποῖα τὸν ἐπροίκισε ὁ Πανάγαθος Θεός, γιὰ νὰ ἐπιτύχει νὰ γίνει κάποια μέρα γνήσια εἰκόνα τοῦ Θεοῦ. Ἕνας ἀληθινὸς ἄνθρωπος ἀρετῆς. Ἕνας Ἅγιος.

 

Μὲ τούτη τὴν ἀπόφαση καὶ τοῦτο τὸν πόθο καὶ σκοπὸ ὡς θησαυρὸ πολύτιμο στὴν ψυχὴ του ἀποχαιρέτησε κάποιο πρωινὸ τὸν πνευματικό του πατέρα καὶ καθοδηγητὴ τῆς ἐρήμου Ἀντώνιο καὶ πῆρε τὸν δρόμο τῆς ἐπιστροφῆς στὴν πατρίδα του. Ποθοῦσε νὰ δεῖ τοὺς γονεῖς του, γιατί ἔμαθε πὼς δὲν ἦσαν καλὰ στὴν ὑγεία. Καὶ ἀκόμη ἤθελε νὰ τακτοποιήσει καὶ μερικὰ περιουσιακὰ στοιχεῖα, ποὺ ἦσαν ἐκκρεμῆ.

 

Σὰν ἔφθασε, πῆγε καὶ κτύπησε τὴν πόρτα τοῦ σπιτιοῦ του. Κάποιος γείτονας ποὺ ἄκουσε τὸ κτύπημα, βγῆκε καὶ τοῦ εἶπε πὼς τόσο ὁ πατέρας ὅσο καὶ ἡ μητέρα του εἶχαν ἐδῶ καὶ ἀρκετὸ καιρὸ φύγει ἀπὸ τοῦτο τὸν κόσμο. Λυπημένος ὁ φιλόστοργος νέος καὶ ἀκολουθούμενος ἀπὸ τὸν γείτονα τράβηξε πρὸς τὸ κοιμητήριο. Πάνω ἀπὸ τὸ χῶμα τοῦ τάφου ποὺ σκέπαζε τ’ ἀγαπημένα πρόσωπα, γονάτισε. Γιὰ ὦρες ἔμεινε ἐκεῖ προσευχόμενος μὲ ἱερὴ κατάνυξη.

 

Στὴν πατρίδα του ὁ ἐραστὴς τῆς ἀγγελικῆς ζωῆς δὲν στάθηκε γιὰ πολύ. Ἀφοῦ μοίρασε τὴν πατρικὴ περιουσία στοὺς πτωχοὺς καὶ ἀποχαιρέτησε τοὺς γνωστούς, ἀνεχώρησε. Γεμάτος ἀποφασιστικότητα προχώρησε γιὰ τὴν ἐκπλήρωση τοῦ ἱεροῦ σκοποῦ του. Τὰ λόγια τοῦ θείου Παύλου «ἐμοὶ κόσμος ἐσταύρωται καὶ ἐγὼ τῷ κόσμῳ» (Γαλατ. στ’ 14) ἀντηχοῦσαν δυνατὰ μέσα του καὶ τοῦ γέμιζαν τὴν ψυχὴ ἀπὸ ἀληθινὴ εὐτυχία. Ὅλος ὁ κόσμος μὲ τὶς δόξες καὶ τὶς τιμὲς μὰ καὶ τὰ Πλούτη καὶ τὶς ἡδονὲς καὶ ὅλα τὰ θέλγητρά του σταυρώθηκαν καὶ νεκρώθηκαν γιὰ τὸν εὐγενικὸ νέο. Τίποτα ἀπ’ αὐτὰ δὲν μποροῦσε νὰ τὸν τραβήξει ἢ νὰ τὸν συγκινήσει. Μὰ καὶ κανένα ἄλλο ἀπὸ ἐκεῖνα ποὺ λέγονται ἀγαθὰ τοῦ κόσμου τούτου, δὲν ἦταν δυνατὸ νὰ τὸν δελεάσει καὶ νὰ τοῦ μεταλλάξει τὴν ἀγάπη καὶ τὴν ἀφοσίωσή του στὸν Σωτήρα Χριστό. Καύχηση καὶ χαρά του ἦταν μόνο Αὐτός, ποὺ πέθανε πάνω στὸν σταυρὸ γιὰ τὶς ἁμαρτίες του, μὰ καὶ γιὰ τὶς ἁμαρτίες ὅλων ἐκείνων ποὺ θὰ πίστευαν σ’ Αὐτόν. Τὸ ὄνομά Του ἀνέλαβε νὰ κηρύξει. Καὶ τὸ κηρύττει παντοῦ.

 

«Οὐκ ἐστὶν ἐν ἄλλῳ οὐδενὶ ἡ σωτηρία, οὐδὲ γὰρ ὄνομα ἐστὶν ἕτερον ὑπὸ τὸν οὐρανὸν τὸ δεδομένον ἐν ἀνθρώποις ἐν ὢ δεῖ σωθῆναι ἡμᾶς» (Πράξ. δ’ 12). Κανένα ἄλλο πρόσωπο δὲν μπορεῖ νὰ μᾶς ἐξασφαλίσει τὴν σωτηρία. Κανένα ἄλλο ὄνομα δὲν ἔχει δοθεῖ ἀπὸ μέρους τοῦ Θεοῦ, ποὺ νὰ μπορεῖ νὰ μᾶς σώσει. Μόνο ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ ἀληθινὸς Σωτήρ. Σ’ Αὐτὸν ἂς πιστέψουμε ὅλοι. Αὐτὰ μὲ παρρησία καὶ ζωντάνια κηρύττει παντοῦ ὁ νέος Ἱεραπόστολος. Καὶ τὸ κήρυγμά του συγκινεῖ καὶ ἐνθουσιάζει. Μὰ καὶ πείθει καὶ οἰκοδομεῖ. Ἕνα μεγάλο ποσοστὸ ἀπὸ τοὺς εἰδωλολάτρες ποὺ κατοικοῦσαν στὶς περιοχὲς ἐκεῖνες τῆς Γάζας καὶ τῆς Νότιας Παλαιστίνης δέχτηκαν τὸ κήρυγμα τῆς σωτηρίας χάρη στὸν Ἅγιο καὶ ἔγιναν χριστιανοί. Ἀλλὰ καὶ οἱ αἱρετικοὶ ποὺ ζοῦσαν στὰ μέρη ἐκεῖνα, στὸ πρόσωπο τοῦ Ὁσίου βρῆκαν τὸν σθεναρὸ καὶ ἀκαταμάχητο πρόμαχο τῆς Ὀρθοδοξίας.

 

Ἀφοῦ γιὰ ἕνα χρονικὸ διάστημα ὁ ζηλωτὴς ἐργάτης τοῦ Εὐαγγελίου ἀσχολήθηκε μὲ τὸ ἱεραποστολικὸ ἔργο, κατόπιν ἀποσύρθηκε στὴν ἀγαπημένη του ἔρημο. Ἐκεῖ κοντὰ στὸ λιμάνι τοῦ Μαϊουμᾶ προχώρησε καὶ ἔστησε τὸ ἡσυχαστήριό του. Τριάντα ἑπτὰ χρόνια πέρασε στὸ μέρος αὐτό. Τριάντα ἑπτὰ ὁλόκληρα χρόνια αὐστηρῆς ἀσκήσεως.

 

Ἕνας τρίχινος σάκος, ποὺ ταλαιπωροῦσε τὸ κορμί του, ἦταν τὸ φόρεμά του χειμώνα – καλοκαίρι. Στὸν λαιμὸ ἔφερε μία δερμάτινη λωρίδα, δῶρο τοῦ πνευματικοῦ του πατέρα, τοῦ Μεγάλου Ἀντωνίου. Κατοικία του εἶχε μία σπηλιὰ μ’ ἕνα στενότατο κελί. Καὶ τροφή του λίγα ξερὰ σύκα καὶ μερικὰ ἀγρία χόρτα. Μὲ τὴν αὐστηρή του τούτη ἐγκράτεια, ἀλλὰ καὶ τὴν θερμὴ καὶ ἀδιάλειπτη προσευχὴ καὶ τὴν συνεχὴ μελέτη τῆς Ἁγίας Γραφῆς ἀγωνιζόταν κάθε μέρα γιὰ ἕνα πράγμα μόνο:

 

Στὸ πῶς νὰ ἀρέσει στὸν Θεό.

 

Σὰν τὸ χρυσάφι ποὺ δοκιμάζεται στὴ φωτιά, ἔτσι καὶ αὐτὸς δοκιμάστηκε τοῦτο τὸν καιρὸ ἀπὸ τοὺς ποικίλους πειρασμοὺς ποὺ ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ἐπέτρεψε νὰ τοῦ ἔρθουν γιὰ προσωπική του ὠφέλεια καὶ δοκιμή. Ὅμως μὲ τὸ νὰ ἔχει τὴν σκέψη του στραμμένη στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν καρδιά του καθαρὴ ἀπὸ κάθε ἀκάθαρτο λογισμὸ κατόρθωσε καὶ τοὺς πειρασμοὺς νὰ ξεπεράσει καὶ αὐτὸς ἀπρόσβλητος νὰ μένει. Κάτι περισσότερο. Πέτυχε νὰ γίνει ἡ ψυχή του κατοικητήριο Αὐτοῦ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὥστε τίποτα στὸν κόσμο νὰ μὴν τὸν φοβίζει καὶ νὰ μὴ τὸν ταράσσει.

 

Τὸ παρακάτω περιστατικὸ εἶναι ἐνδεικτικό του θάρρους καὶ τῆς τόλμης ποὺ διέκρινε τὸν Ὅσιο.

 

Κάποτε ἐκεῖ στὴν ἐρημιά, στὴν ἀρχὴ ποὺ πῆγε, μιὰ συμμορία ἀπὸ ληστὲς τὸν εἶχε ἐπισημάνει καὶ τὸν πλησίασε μὲ κακὲς διαθέσεις.

 

- Τί θὰ ἔκαμνες, καλόγηρε, ἂν ἐδῶ στὴν ἐρημιὰ ποὺ εἶσαι μόνος, σοῦ ἐπετίθεντο ληστές; τὸν ρώτησε μὲ προσποιητὴ ἀφέλεια ὁ ἀρχηγός τους.

- Τί ἔχει νὰ φοβηθεῖ ἕνας γυμνὸς σὰν καὶ ἔμενα; ἀπήντησε μὲ πραότητα κι ἀταραξία ὁ ἐρημίτης.

- Καὶ ἂν σὲ σκοτώσουν; πρόσθεσε ὁ ληστής.

 

- Ὁ θάνατος δὲν φοβίζει ἐκεῖνον, ποὺ εἶναι ἕτοιμος νὰ πεθάνει, ξανάπε ὁ ἐρημίτης. Ὁ θάνατος κλείει τούτη τὴν ζωὴ τὴν προσωρινή. Μὰ ἀνοίγει τὴν ἄλλη, τὴν αἰώνια, τὴν πραγματική. Σ’ αὐτὴν βαδίζουμε ὅλοι.

 

Τὰ λόγια του αὐτὰ καὶ ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποίο τὰ εἶπε ἔκαμαν τοὺς ληστὲς σκεφτικούς. Ἀπομακρύνθηκαν σιωπηλοί, γιὰ νὰ ξαναγυρίσουν σὲ λίγο. Κάθισαν μπροστὰ στὸ κελί του καὶ ἄρχισαν νὰ ζητοῦν ἀπὸ αὐτὸν πιὸ πολλὲς ἐξηγήσεις. Στὸ τέλος ὁμολόγησαν τὸν σκοπό τους καὶ μὲ δάκρυα γονάτισαν μπροστά του καὶ ζήτησαν συγχώρηση. Ὁ Ἅγιος τοὺς συγχώρησε καὶ ἐξακολούθησε τὴν διδασκαλία του. Ἀπὸ τὴν ἡμέρα ἐκείνη συνεχίστηκαν οἱ ἐπισκέψεις μὲ ἀποτέλεσμα στὸ τέλος νὰ πιστέψουν καὶ νὰ βαπτιστοῦν ὄχι μονάχα αὐτοί, ἀλλὰ καὶ ἄλλοι ὁμοεθνείς τους ποὺ κατοικοῦσαν στὴν πόλη τῆς Ἰδουμαῖας, Ἐλούζη. Ἔτσι ὁ Ἅγιος πῆρε τὸν τίτλο: Ἀπόστολος τῶν Σαρακηνῶν.

 

Ἡ φήμη τῆς ἁγιότητας τοῦ ὁσίου διαδόθηκε τόσο πολύ, ὥστε νωρὶς πλήθη ἀπὸ μοναχοὺς συγκεντρώθηκαν γύρω του, γιὰ ν’ ἀκοῦνε τὰ λόγια του καὶ νὰ ἔχουν τὴν πνευματικὴ καθοδήγησή του. Μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ πολλὰ μοναστήρια φύτρωσαν σὲ ὅλη ἐκείνη τὴν περιοχή. Γιὰ τοῦτο δίκαια θεωρεῖται ὁ ἱερὸς ἀσκητὴς ὡς ὁ εἰσηγητὴς τοῦ μοναχισμοῦ στὴν Παλαιστίνη, καθὼς καὶ ὁ Μέγας Ἀντώνιος εἰσηγητὴς τοῦ μοναχισμοῦ στὴν Αἴγυπτο.

 

Στὴ μεγάλη φήμη τοῦ Ἱλαρίωνα, πολὺ συνέβαλε καὶ τὸ θαυματουργικό του χάρισμα. Πολλά, πάρα πολλὰ θαύματα ἀναφέρονται σ’ αὐτόν. Θεραπεῖες διαφόρων ἀσθενειῶν καὶ δαιμονισμένων.

 

Ἡ ἀγάπη του σὲ ὅσους ἔπασχαν ἀπὸ κάτι ἦταν συγκινητική. Ἕνα πράγμα δὲν ἀνεχόταν ὁ καλοκάγαθος ἐρημίτης: Τὴν πλεονεξία καὶ τὴ φιλαργυρία στοὺς μοναχούς.

 

Σὰν παρατηροῦσε μία τέτοια ἀδυναμία σὲ κάποιον, τότε ὁ Ἅγιος φρόντιζε νὰ καλέσει ἐκεῖνον τὸν μοναχὸ κοντά του καὶ νὰ τὸν συμβουλέψει. Ὅταν ὅμως ἐκεῖνος περιφρονοῦσε τὶς συμβουλές του καὶ συνέχιζε νὰ διατηρεῖ τὸ πάθος του, τότε κι αὐτὸς ἔσπευδε νὰ διακόψει κάθε σχέση καὶ ἐπαφὴ μαζί του. Κάτι περισσότερο. Ἀρνιόταν καὶ νὰ τὸν δεχθεῖ νὰ πάρει κάτι, ποὺ προερχόταν ἀπὸ τὸν κῆπο του. Ἕνα λάχανο, γιὰ παράδειγμα ἢ ἕνα καρπό.

 

Μιὰ φορὰ ἕνας τέτοιος φιλάργυρος μοναχός, ποὺ παρὰ τὶς ὑποδείξεις τοῦ Ἁγίου, συνέχιζε νὰ μένει ἀδιόρθωτος, ἔστειλε λάχανα σ’ αὐτὸν ἀπὸ τὸν κῆπό του, γιὰ νὰ τὸν ἐξευμενίσει.

 

Στὸν μαθητή του Ἠσύχιο ποὺ ἔφερε τὸ δῶρο γιὰ νὰ τὸ δείξει σ’ αὐτὸν καὶ νὰ τὸ καμαρώσει, ὁ συνεπὴς στὶς ἀρχές του ἀσκητὴς εἶπε: Βρωμοῦν αὐτὰ τὰ λάχανα, Ἠσύχιε, βρωμοῦν...

 

– Τὰ ἔχω πλύνει καλά, Ἀββᾶ, ἐξήγησε ὁ μαθητής.

– Καὶ ὅμως σὲ βεβαιώνω πὼς βρωμοῦν, ἐπανέλαβε ὁ Ἅγιος. Βρωμοῦν ἀπὸ φιλαργυρία!

 

Καὶ δὲν τὰ ἄγγισε. Ναί! δὲν δέχτηκε νὰ τ’ ἀγγίσει.

 

Ὑπερβολικὴ αὐστηρότης θὰ ποῦν μερικοί. Συνέπεια λέγουμε ἐμεῖς. Συνέπεια! Τὸ στοιχεῖο ποὺ λείπει ἀπὸ τὴν ζωὴ τῶν συγχρόνων χριστιανῶν. Ἡ ἀρετὴ ποὺ πρέπει νὰ προσεχθεῖ ἰδιαίτερα σήμερα καὶ νὰ γίνει ἀχώριστος σύντροφος τῆς ὅλης ζωῆς μας, ἂν θέλουμε νὰ μὴ νοθευτεῖ περισσότερο καὶ νὰ καταντήσει ἀγνώριστη ἡ Ὀρθόδοξη Πίστη μας μὲ τὶς συνεχεὶς ὑποχωρήσεις μας καὶ τὶς σκοπιμότητές μας.

 

 

Οἱ καθημερινὲς ἐπισκέψεις στὸ κελὶ τοῦ Ἅγιου γιὰ θεραπεία καὶ συνομιλία μ’ αὐτὸν εἶχαν γίνει τόσες πολλὲς μὲ τὸν καιρό, ποὺ ὁ μακάριος ἀσκητὴς πῆρε τὴν ἀπόφαση νὰ φύγει ἀπὸ τὸν τόπο ἐκεῖνο. Καὶ τὸ ἔκαμε.

 

Παρὰ τὶς παρακλήσεις τῶν γνωστῶν του, ποὺ μὲ δάκρυα τὸν προέπεμψαν στὸ τέλος, ὁ Ἱλαρίων στὴν ἡλικία τῶν 63 περίπου χρόνων ἔφυγε ἀπὸ τὴν Παλαιστίνη. Στὴν ἀρχὴ κατευθύνθηκε στὴν Αἴγυπτο. Μὲ συνοδεία μερικοὺς μαθητές του προχώρησε καὶ ἔφτασε στὸ ἀναχωρητήριο τοῦ Ἁγίου Ἀντωνίου. Ὁ μεγάλος ἐρημίτης εἶχεν ἤδη πεθάνει. Δύο μαθητές του ἀνέλαβαν τὴν ξενάγησή τους. Μὲ βαθιὰ συγκίνηση ὁ Ἱλαρίων καὶ οἱ συνοδοί του ἐπισκέφθηκαν καὶ στάθηκαν στὰ μέρη ποὺ ὁ θεμελιωτὴς τῆς ἀγγελικῆς ζωῆς συνήθιζε νὰ προσεύχεται, νὰ ἐργάζεται, νὰ ἀπασχολεῖται...

 

Ὕστερα ἀπὸ λίγες μέρες παραμονή τους στὸν τόπο ἐκεῖνο, ὁ Ἅγιος προχώρησε μὲ τὴν συνοδεία του καὶ ἀπὸ τὴ μία ἔρημο στὴν ἄλλη κατέβηκε σὲ μία παραλιακὴ πόλη τῆς Λιβύης, τὴν Ἄβασσο.

 

Τὴν ἐποχὴ αὐτὴ στὸν θρόνο τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἀνέβηκε ὁ Ἰουλιανὸς ὁ Παραβάτης (361 – 363). Οἱ Ἀρειανοὶ ποὺ ἀναθάρρησαν ἀπὸ τὴ στάση τοῦ αὐτοκράτορα ἄρχισαν ν’ ἀναζητοῦν τὸν Ἅγιο γιὰ νὰ τὸν κακοποιήσουν. Ὁ Ἱλαρίων σὰν τὸ ἔμαθε, ἔφυγε καὶ ἀπὸ ἐκεῖ καὶ μὲ πλοῖο πέρασε στὴν Σικελία καὶ μετὰ στὴν Δαλματία.

 

Τὰ πολλὰ θαύματα, ποὺ μὲ τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ ἔκανε στὰ μέρη ποὺ περνοῦσαν, προσείλκυαν καθημερινὰ στὸν τόπο ποὺ διέμενε πλήθη ἀνθρώπων, ποὺ ἔπασχαν ἀπὸ διάφορες ἀρρώστιες. Τοῦτο ὅμως ἐμπόδιζε τὸν Ὅσιο νὰ χαρεῖ τὴ θεόγνωστη ἡσυχία ποὺ διψοῦσε. Γι’ αὐτό, κάποια μέρα ποὺ βρῆκε ἕνα πλοῖο ποὺ ταξίδευε στὴν Κύπρο, μπῆκε μέσα γιὰ τὸ νησί.

 

Στὸ ταξίδι ἕνα πλοῖο ληστρικὸ τοὺς κυνήγησε. Οἱ ταξιδιῶτες, ποὺ τὸ εἶδαν, τρόμαξαν κυριολεκτικὰ καὶ ἄρχισαν νὰ κλαῖνε. Ὁ Ἅγιος ὅμως τοὺς ἐνίσχυσε καὶ στὸ τέλος τοὺς ἔσωσε. Τὴν ὥρα ποὺ τὸ ἐχθρικὸ πλοῖο τοὺς πλησίαζε καὶ ἑτοιμαζόταν νὰ τοὺς κτυπήσει, ὁ Ἱλαρίων ἔριξε μία πέτρα ἀνάμεσα στὰ δυὸ πλοῖα. Ἕνα τεῖχος ὀρθώθηκε μπροστὰ στοὺς ληστὲς ποὺ δὲν τοὺς ἄφησε νὰ προχωρήσουν. Ἔτσι ἀσφαλισμένο πιὰ τὸ πλοῖο μὲ τὸν Ἅγιο συνέχισε τὸ ταξίδι του καὶ ἔφτασαν στὴν Πάφο.

 

Ἡ πόλη, ὅπως μᾶς ἀναφέρει ὁ Ἅγιος Νεόφυτος, ἦταν τότε καταστρεμμένη ἀπὸ σεισμοὺς ἐξ αἴτιας τῆς ἀσέβειας τῶν κατοίκων της. Ἔξω ἀπὸ αὐτὴ καὶ ἀνάμεσα στὰ ἐρείπια συνέχισε ὁ Ἅγιος τους ἀσκητικούς του ἀγῶνες. Ἐπειδὴ ὅμως καὶ στὸ μέρος αὐτὸ ἄρχισαν νὰ τὸν ἐπισκέπτονται πολλοὶ γιὰ θεραπεία, δυὸ χρόνια μόνο ἔμεινε στὸν τόπο ἐκεῖνο. Ἀπὸ ἐκεῖ προχώρησε καὶ ἔφτασε στὸ μεγάλο καὶ δύσβατο βουνό, μὲ τὰ πανύψηλα δένδρα καὶ τὰ πολλὰ νερά. Μὰ καὶ τὸν εἰδωλολατρικὸ ναὸ ποὺ ἦταν ἀφιερωμένος κατὰ τὴν παράδοση στὴν «θεὰ τοῦ ἔρωτα». Στὸν τόπο αὐτὸ ἔστησε ὁ Ἅγιος τὸ ἡσυχαστήριό του. Πέντε χρόνια ἔζησε ἐκεῖ. Χρόνια δημιουργικά, εὐλογημένα.

 

Μὲ τὴν διδασκαλία του τὴν ζωντανὴ καὶ τὰ πολλὰ τοῦ θαύματα σιγά – σιγὰ ἡ λατρεία τῶν εἰδώλων ἐκτοπίσθηκε καὶ τὴν θέση της πῆρε ἡ ἀληθινὴ θρησκεία τοῦ γλυκύτατου Ἰησοῦ.

 

Στὴν ἡλικία τῶν ὀγδόντα χρόνων ὁ θαυματουργὸς ἀσκητὴς ἀρρώστησε. Ἀφοῦ κάλεσε κοντά του τὰ πνευματικά του παιδιὰ καὶ τὰ συνεβούλεψε νὰ μένουν πιστὰ μέχρι θανάτου στὴν διδασκαλία τοῦ Κυρίου, τὰ εὐλόγησε καὶ ἀφῆκε τὴν ἁγνὴ ψυχή του νὰ μεταπηδήσει στοὺς πάμφωτους κόσμους τοῦ οὐρανοῦ (371 μ.Χ.).

 

Οἱ Κύπριοι θρήνησαν μὲ τὴν καρδιά τους τὸν ἀγαπημένο τους ἐρημίτη καὶ ἔθαψαν μὲ μεγάλες τιμὲς τὸ σκήνωμά του στὸν χῶρο ἐκεῖνο.

 

Δυστυχῶς τὸ λείψανο τοῦ μεγάλου θαυματουργοῦ δὲν ἔμεινε γιὰ καιρὸ στὸ νησί μας. Οἱ χριστιανοὶ τῆς Παλαιστίνης, σὰν ἔμαθαν τὸν θάνατο τοῦ Ὁσίου, ἔστειλαν ἐδῶ τὸν μαθητή του Ἠσύχιο, ὁ ὁποῖος μὲ τρόπο ἀνέσκαψε τὸν τάφο. Χωρὶς νὰ τὸν ἀντιληφθεῖ κανένας πῆρε τὰ ἱερὰ λείψανα καὶ τὰ μετέφερε στὴν Παλαιστίνη. Ἐκεῖ οἱ χριστιανοὶ τὰ ἐναπέθεσαν μὲ ξεχωριστὲς τιμὲς στὴ Μονὴ τοῦ Μαϊουμᾶ.

 

Ὅμως ἂν τὰ ἱερὰ λείψανα τοῦ μεγάλου ἀσκητὴ ἀφαιρέθηκαν καὶ μεταφέρθηκαν μακριὰ ἀπὸ τὸ φιλόξενο νησὶ τῆς Κύπρου, ποὺ ὁ ἴδιος διάλεξε γιὰ ἐπίγεια κατοικία του, ἡ πνευματικὴ παρουσία τοῦ Ἁγίου παραμένει στὴ μαρτυρική μας πατρίδα. Παραμένει μὲ τὰ θαύματα ποὺ γίνονται ἀκόμη καὶ σήμερα στὸν τόπο ὅπου θάφτηκε ἀρχικά. Παραμένει ἀκόμη μὲ τοὺς ναοὺς ποὺ ἔχουν ἀφιερωθεῖ στὴν χάρη του καὶ τὶς πάμπολλες εἰκόνες του ποὺ εἶναι ἐγκατεσπαρμένες στὸ νησί μας.

 
Ὅλα αὐτὰ ἀποτελοῦν μία ζωντανὴ πνευματικὴ παρουσία τοῦ Ἁγίου στὸν τόπο μας. Γιατί ὅλα αὐτά μας μιλοῦν γιὰ τὸν φλογερὸ καὶ ἀκατάβλητο ἀγωνιστὴ τοῦ καλοῦ καὶ τῆς ἀρετῆς. Τὸν ἀγωνιστὴ μὲ τὴν Ἁγία ζωή, τὴν ζωὴ τῆς συνέπειας καὶ τοῦ ἡρωισμοῦ. Τὸν ἀγωνιστὴ ποὺ πάλεψε καὶ νίκησε τὴν σάρκα καὶ τὸν κόσμο τῆς ἁμαρτίας. Ἀλλὰ καὶ τὸν ἀγωνιστὴ ποὺ ζητάει καὶ θέλει μιμητές. «Μιμητοί μου γίνεσθε καθὼς καγῶ Χριστοῦ» μας φωνάζει. Θὰ θελήσουμε οἱ σημερινοὶ κάτοικοι τοῦ πονεμένου αὐτοῦ νησιοῦ ν’ ἀφουγκρασθοῦμε καὶ ν’ ἀκούσουμε τὴν σωστικὴ τούτη πρόσκληση; Θὰ θελήσουν πρὸ παντὸς οἱ νέοι του καιροῦ μας νὰ τραβήξουν κόντρα στὸ ρέμα τῆς σαρκολατρείας γιὰ νὰ ζήσουν μία ζωὴ ἀνώτερη, μιὰ ζωὴ ἁγνή, καὶ ἀληθινὰ χριστιανική; Τὸ εὐχόμαστε μετὰ κραυγῆς ἰσχυρᾶς. Τοὶς τοῦ Ἁγίου Ἱλαρίωνος πρεσβείαις ὁ Θεός, ἐλέησον καὶ σῶσον ἡμᾶς. Ἀμήν.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Ἐγκρατείας τῇ αἴγλῃ λαμπρυνθεὶς τὴν διάνοιαν, ἤστραψας θαυμάτων ἀκτῖνας Ἱλαρίων Πατὴρ ἡμῶν, καὶ γέγονας φωστὴρ περιφανής, καὶ στῦλος εὐσεβείας θεαυγής, καταυγάζων τῇ ἐνθέῳ σου βιοτῇ, τοὺς πίστει προσιόντας σοι. Δόξα τῷ δεδωκότι σοι ἰσχύν, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργοῦντι διὰ σοῦ, πᾶσιν ἰάματα.

 

Κοντάκιον. Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος.
Ὡς φωστῆρα ἄδυτον, τοῦ νοητοῦ σε Ἡλίου, συνελθόντες σήμερον, ἀνευφημοῦμεν ἐν ὕμνοις· ἔλαμψας, τοῖς ἐν τῷ σκότει τῆς ἀγνωσίας, ἅπαντας, ἀναβιβάζων πρὸς θεῖοv ὕψος, Ἱλαρίων τοὺς βοῶντας· χαίροις ὦ Πάτερ, τῶν Ἀσκητῶν ἡ κρηπίς.

 

Μεγαλυνάριον.
῎Ωφθης ὡς ἐλαία καρποτελής, ἐν οἴκῳ Κυρίου, Ἱλαρίων Πατῆρ ἡμῶν, ἔργων σου ἐλαίῳ, φαιδρῶς καθιλαρύνων, Χριστοῦ τὴν Ἐκκλησίαν, σὲ μεγαλύνουσαν.

Οἱ Ἅγιοι Γάϊος, Δάσιος καὶ Ζωτικὸς οἱ Μάρτυρες 

Οἱ Ἅγιοι αὐτοὶ βρίσκονταν στὴ Νικομήδεια καὶ ἀπὸ θεῖο ζῆλο ἐμπνεόμενοι, πῆγαν καὶ γκρέμισαν τὰ εἴδωλα τῶν Ἑλλήνων μέσα στοὺς ναούς.

Ἔπειτα φανερώθηκαν μόνοι τους καὶ ὑπέστησαν φοβερὰ βασανιστήρια. Τοὺς κρέμασαν ἐπάνω σὲ ξύλα καὶ ἔτριψαν τὶς σάρκες τους μὲ πανιὰ ὑφασμένα ἀπὸ τρίχες κατσίκας.
Ἔπειτα, ἀφοῦ ἔδεσαν πέτρες στὸ λαιμό τους, τοὺς ἔριξαν στὴ θάλασσα καὶ ἔτσι ὅλοι ἔλαβαν μαρτυρικὸ τέλος.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ὅσιος Φιλόθεος ὁ Ἀσκητὴς ἐν Ἄθῳ

Γεννήθηκε κατὰ τὸν 14ο αἰώνα στὴ Χρυσούπολη τῆς Μακεδονίας (κοντὰ στὴν Καβάλα), οἱ δὲ γονεῖς του ἦταν ἀπὸ κάποια ἐπαρχία τῆς Μ. Ἀσίας καὶ συγκεκριμένα ἀπὸ τὴν πόλη Ἐλατεία. Γιὰ τὸ φόβο τῶν Ἀγαρηνῶν ἦλθαν στὴν Χρυσούπολη, ὅπου πέθανε ὁ πατέρας, ἀφοῦ γεννήθηκαν τὰ δυὸ παιδιά του.

Τὰ παιδιὰ αὐτὰ τὰ ἅρπαξαν οἱ Τοῦρκοι καὶ ὁ πόνος τῆς μάνας τους Εὐδοκίας ἦταν μεγάλος καὶ γιὰ νὰ τὸν ἐλαφρύνει, κλείστηκε σὲ γυναικεῖο μοναστήρι. Κάποτε ὅμως, σὲ μιὰ πανήγυρη ἐνὸς ἀνδρικοῦ μοναστηριοῦ συνάντησε τὰ δυὸ παιδιά της καὶ μὲ μεγάλη συγκίνηση ἄκουσε τὴν ἱστορία τῆς σωτηρίας των, ἀπὸ τὰ χείλη τοῦ ἡγουμένου.

Ὁ Θεόφιλος ἔτσι ἦταν τὸ πρῶτο του ὄνομα, ἔδειξε μεγάλη προθυμία στὸ μοναστήρι αὐτὸ καὶ ἐκάρη μοναχὸς μὲ τὸ ὄνομα Φιλόθεος. Κατόπιν πῆγε στὸ Ἅγιον Ὄρος, ὅπου οἱ ἀσκητικοί του ἀγῶνες ἔγιναν παράδειγμα σὲ πολλοὺς ἀδελφούς.
Πέθανε εἰρηνικὰ σὲ ἡλικία 84 χρονῶν, ἀφοῦ μόρφωσε πνευματικὰ στὸν τόπο ἐκεῖνο πολλοὺς μοναχούς.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Οἱ Ἅγιοι Ἀνδρέας, Στέφανος, Παῦλος καὶ Πέτρος οἱ Μάρτυρες 

Στοὺς Συναξαριστὲς ὀνομάζονται νεοφανεῖς Ἅγιοι καὶ μαρτύρησαν ἐπὶ Κωνσταντίνου τοῦ Κοπρώνυμου.

Ἀπ’ αὐτοὺς ὁ Ἀνδρέας ἦταν μοναχὸς ἀπὸ τὴν Κρήτη καὶ ἀφοῦ ἔλεγξε τὸν Κοπρώνυμο ἀποκεφαλίστηκε καὶ τάφηκε "ἐν τῇ Κρίσει" (17 Ὀκτωβρίου).
Οἱ δὲ ὑπόλοιποι τρεῖς, μᾶλλον μοναχοὶ καὶ αὐτοί, ἀφοῦ ὑπερασπίστηκαν μὲ σθένος τοὺς ὀρθόδοξους ἱεροὺς κανόνες, ἀποκεφαλίστηκαν ἀπὸ τὸν Κοπρώνυμο.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ἅγιος Ζαχαρίας ὁ Ὁσιομάρτυρας 

Μαρτύρησε διὰ πνιγμοῦ μέσα στὴ θάλασσα.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Οἱ Ἅγιοι Θεοδότη καὶ Σωκράτης ὁ Πρεσβύτερος 

Ἔζησαν τὸν 3ο αἰώνα μ.Χ., ὅταν βασιλιὰς ἦταν ὁ Ἀλέξανδρος ὁ Σεβῆρος, καὶ μαρτύρησαν στὴν Ἄγκυρα.

Ἡ Θεοδότη, ἀπὸ εὐγενικὴ οἰκογένεια, ἦταν θαρραλέα στὴν πίστη καὶ ὅπου καὶ ἂν βρισκόταν μιλοῦσε γιὰ τὸ Εὐαγγέλιο καὶ προσπαθοῦσε νὰ αὐξάνει τὸν ἀριθμὸ τῶν ἀφοσιωμένων στὴν λατρεία τοῦ Χριστοῦ.

Ὁ πρεσβύτερος Σωκράτης, ἦταν ἱερέας ἀπὸ ἐκείνους, ποὺ δὲν λειτουργοῦν μόνο, ἀλλὰ καὶ φωτίζουν καὶ οἰκοδομοῦν, στὴν ἀνάγκη μάλιστα εἶναι ἕτοιμοι νὰ θυσιαστοῦν γιὰ τὴν πίστη καὶ τὸ ποίμνιό τους. Στὴν ἐργασία του αὐτὴ ὁ Σωκράτης, εἶχε πολύτιμο βοηθὸ τὴν εὐσεβῆ Θεοδότη, ποὺ μὲ τὴν διδασκαλία της, προπαρασκεύαζε εἰδωλολάτρισσες γυναῖκες στὴ γνώση τῶν ἀληθειῶν τῆς πίστης καὶ στὴν ἀποδοχὴ τοῦ ἁγίου βαπτίσματος.
Ἔτσι λοιπόν, καταγγέλθηκαν καὶ οἱ δυὸ γιὰ τὶς ἐνέργειές τους αὐτές, συνελήφθησαν καὶ μὲ ἀπειλὲς καὶ μαρτύρια τοὺς ἐξανάγκαζαν νὰ θυσιάσουν στὰ εἴδωλα. Ἀλλὰ ἡ γυναίκα καὶ ὁ ἱερέας, ἀπέκρουσαν μὲ ἀγανάκτηση τὴν ἀσεβῆ πρόταση, καὶ σφράγισαν τὴν ὁμολογία τῆς πίστης τους μὲ τὸ αἷμα τους, ἀφοῦ ὑπέστησαν θάνατο μὲ ἀποκεφαλισμό.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάβαλε.
Ἀθλήσεως αἵμασι, τὴν ἱεράν σου στολήν, ἐνθέως ἐλάμπρυνας, ὑπὲρ τῆς δόξης Χριστοῦ, τμηθεὶς τὸν αὐχένα σου· ὅθεν ὡς ἱερέα, καὶ στερρὸν ἀθλοφόρον, Σώκρατες σὲ τιμῶμεν, καὶ θερμῶς σοι βοῶμεν· Μὴ παύσῃ καθικετεύων, ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν.

 

Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Τοῦ Χριστοῦ τῇ χάριτι, καθωπλισμένος, τὸν ἀγῶνα ἤνυσας, τοῦ μαρτυρίου εὐθαρσῶς, καὶ ἐπαξίως δεδόξασθαι, Ἱερομάρτυς ἀοίδιμε Σώκρατες.

 

Μεγαλυνάριον.
Τον Ἱερομάρτυρα τοῦ Χριστοῦ, Σωκράτην τὸν θεῖον, εὐφημήσωμεν ἐν ᾠδαῖς, χαίροις ἐκβοῶντες, αὐτῷ ἀπὸ καρδίας, ὁ τὸν Χριστὸν δοξάσας, οἰκείοις αἵμασι.

Ὁ Ἅγιος Εὐκράτης (ἢ Εὔκρατος) ὁ Ὁσιομάρτυρας 

Μαρτύρησε διὰ ξίφους.
(Ἴσως νὰ πρόκειται γιὰ τὸν Ἅγιο Σωκράτη καὶ κατὰ τὴν ἀντιγραφή, ἀπὸ λάθος, νὰ ἔγινε Εὐκράτης).

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ὅσιος Βαροῦχ

Ἀπεβίωσε εἰρηνικά.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ἅγιος Ἀζῆς ὁ Μάρτυρας 

Μαρτύρησε διὰ πυρός.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ἅγιος Πλαντῖνος 

Ἡ μνήμη του ἀναφέρεται στὸ Ἱεροσολυμιτικὸ Κανονάριο σελ. 115, συνοδευόμενη μὲ αὐτὴ τῆς Ἁγίας Εἰρήνης καὶ Ἁγίας Μαρίνας τῆς Ραϊθοῦ.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ὅσιος Ἰάκωβος 

Ἄγνωστος στὸν Συναξαριστὴ τοῦ Ἁγίου Νικόδημου. Ἡ μνήμη του φέρεται στὸν Συναξαριστὴ τοῦ Delehaye, χωρὶς βιογραφικὰ στοιχεῖα, παρὰ μόνο μὲ τὴν ἑξῆς φράση: «Μνήμη τοῦ Ὁσίου Ἰακώβου τοῦ γενομένου οἰκονόμου τῆς Μονῆς τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ τοῦ Βαθέος Ρύακος, ὃς ὤρμητο ἐκ τῆς δευτέρας τῶν Καππαδόκων ἐπαρχίας».

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ἅγιος Σωκράτης ὁ Ἱερομάρτυρας 

Ἡ μνήμη του ἀναφέρεται ἐπιγραμματικὰ στὸ «Μικρὸν Εὐχολόγιον ἢ Ἁγιασματάριον» ἔκδοση Ἀποστολικῆς Διακονίας 1956, χωρὶς ἄλλες πληροφορίες. Πουθενὰ ἄλλου δὲν ἀναφέρεται ἡ μνήμη του αὐτὴ τὴν ἡμέρα.
(Ἴσως εἶναι ὁ ἴδιος μὲ τὸν Ἅγιο Σωκράτη, ποὺ ἑορτάζεται τὴν ἴδια ἡμέρα μαζὶ μὲ τὴν Ἁγία Θεοδότη).

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Νεομάρτυρας 

Ἦταν υἱὸς ἱερέα καὶ γεννήθηκε στὸ χωριὸ Γεράκι τῆς Μονεμβασιᾶς.

Τὸ 1770 ὅταν οἱ Ἀλβανοὶ ἦλθαν στὴν Πελοπόννησο, ἔσφαξαν τὸν πατέρα του, καὶ αὐτὸν μαζὶ μὲ τὴν μητέρα του, τοὺς ἀπήγαγαν στὴ Λάρισα. Ἦταν τότε ὁ Ἰωάννης 15 χρονῶν. Ἐκεῖ πουλήθηκε μαζὶ μὲ τὴ μητέρα του σὲ κάποιο Τοῦρκο. Ἐπειδὴ ὅμως ὁ Τοῦρκος αὐτὸς δὲν εἶχε παιδιά, θέλησε νὰ υἱοθετήσει τὸν Ἰωάννη ἀφοῦ τὸν ἐξισλαμίσει. Οἱ τεράστιες καὶ ποικίλες προσπάθειες τοῦ Τούρκου γιὰ νὰ ἐξισλαμίσει τὸν Ἰωάννη, δὲν ἔφεραν κανένα καρπό. Ὁ νέος μὲ ὑψηλὸ φρόνημα, διαρκῶς ἔλεγε: «ἐγὼ Τοῦρκος δὲν γίνομαι, ἐγὼ εἶμαι χριστιανὸς καὶ χριστιανὸς θέλω νὰ πεθάνω».

Τότε ὁ Τοῦρκος, μέσα στὸ σπίτι του, ἄρχισε νὰ βασανίζει σκληρὰ τὸν Ἰωάννη. Τὴν περίοδο τοῦ δεκαπενταύγουστου τὸν πίεζε νὰ καταλύσει, καὶ μάλιστα εἶχε βάλει καὶ τὴ μητέρα του νὰ τὸν παρακαλέσει νὰ φάει ἀπὸ τὰ δελεαστικὰ φαγητά. Ἀλλὰ ὁ Ἰωάννης ἀπάντησε: «ἐγὼ εἶμαι γιὸς παπὰ καὶ πρέπει νὰ φυλάττω καλύτερα ἀπὸ τοὺς γιοὺς τῶν λαϊκῶν τοὺς νόμους καὶ τὰ ἔθιμα τῆς Ἁγίας μας Ἐκκλησίας».
Ἐξαγριωμένος ὁ σκληρὸς Τοῦρκος ἀπὸ τὴν στάση τοῦ Ἰωάννη, τὸν μαχαίρωσε στὴν καρδιά, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ πεθάνει στὶς 21 Ὀκτωβρίου 1773.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Θεῖον γόνον σε, Μονεμβασία, ἀνεβλάστησε, καρποφοροῦντα, Ἰωάννη τὰς τῆς πίστεως χάριτας· τῶν γὰρ πατρῴων θεσμῶν ἀντεχόμενος, τοὺς ἐκ τῆς Ἄγαρ ἀθλήσας κατῄσχυνας. Μάρτυς ἔνδοξε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

 

Κοντάκιον. Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Εὐσεβείας δόγμασι, θεοπρεπῶς τεθραμμένος, ἐν ἀθλήσει ἔλαμψας, ὡς εὐπρεπὴς νεανίας· πόνων γάρ, κατατολμήσας, ἰσχύϊ θείᾳ, ἔλυσας, τὰς ἐπινοίας τῶν παρανόμων, καὶ τῷ Λόγῳ Ἰωάννη καθάπερ θῦμα, προσήχθης ἄμωμον.

 

Μεγαλυνάριον.
Ὤφθης Μακκαβαίων ἐκμιμητής, Ἰωάννη μάκαρ, μαρτυρήσας ὑπὲρ Χριστοῦ· ὅθεν συναυλίζῃ, σὺν τούτοις, ἐν ὑψίστοις, ἡμῖν διαπορθμεύων, χάριν σωτήριον.

Ἀνακομιδὴ Τιμίων Λειψάνων Ὁσίου Χριστοδούλου τοῦ Θαυματουργοῦ 

Ἡ μνήμη του τιμᾶται τὴν 16η Μαρτίου ὅπου καὶ ο βίος του.
Δὲν ἔχουμε λεπτομέρειες γιὰ τὸ γεγονός.

Ὁ Ὅσιος Χριστόδουλος, κατὰ κόσμο Ἰωάννης, γεννήθηκε τὸ 1020 στὴ Νίκαια τῆς Βιθυνίας ἀπὸ εὐσεβεῖς γονεῖς, τὸν Θεόδωρο καὶ τὴν Ἄννα. Ἀνατράφηκε ἀπὸ τὰ νεανικά του χρόνια στὴν μοναχικὴ πολιτεία καὶ ἀσκήτεψε στὸν Ὄλυμπο τῆς Βιθυνίας καὶ στὴν Παλαιστίνη. Ἔπειτα ἀπῆλθε στὸ ὄρος Λάτρον τῆς Καρίας τῆς Μ. Ἀσίας, στὴ μονὴ τοῦ Στήλου, ὅπου ἵδρυσε βιβλιοθήκη καὶ συγκέντρωσε γύρω του πολλοὺς μοναχούς. Ἐξαιτίας τῆς παραμονῆς του στὸ ὄρος τοῦ Λάτρου, ὁ Ὅσιος Χριστόδουλος προσονομάζεται «Λατρηνός». Λόγω ὅμως τῶν βαρβαρικῶν ἐπιδρομῶν κατέφυγε, τὸ ἔτος 1079, στὴν Πάτμο, ὅπου μὲ τὴν συνδρομὴ τοῦ αὐτοκράτορα Ἀλεξίου Α’ τοῦ Κομνηνοῦ (1081 – 1118) ἀνήγειρε τὴν περιώνυμη μονὴ καὶ βιβλιοθήκη.

Στὴν συνέχεια μετέβη στὴν Κωνσταντινούπολη γιὰ ὑποθέσεις τῆς μονῆς καὶ ἀργότερα, ἀφοῦ παραιτήθηκε ἀπὸ ἡγούμενος, ἦλθε στὸ Στρόβιλο, πόλη κοντὰ στὴν ἀκτὴ τῆς Μ. Ἀσίας καὶ ἀνέλαβε ἐκεῖ τὴν φροντίδα τῆς μονῆς τοῦ Ἀρσενίου. Ἀπὸ τὸ Στρόβιλο μετέβη ἀργότερα στὴ νῆσο Κῶ. Ἐκεῖ ἵδρυσε μονὴ τῆς Ἁγνῆς Θεομήτορος, στὴν ὁποία κατόπιν ἐνεργειῶν του ὁ αὐτοκράτορας τοῦ Βυζαντίου Ἀλέξιος Α’ ὁ Κομνηνός, δώρισε προάστια τῆς νήσου Λέρου καὶ τὴ νῆσο Λειψώ.

Ἀπὸ τὴν Κῶ μετέβη στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ ἀφοῦ συνάντησε τὸν αὐτοκράτορα Ἀλέξιο Α’ Κομνηνό, τὸν παρακάλεσε νὰ τοῦ δώσει ἄδεια νὰ ἱδρύσει μονὴ στὴ νῆσο Πάτμο. Ἡ ἄδεια παρασχέθηκε καὶ ἐπιπλέον παραχωρήθηκε στὸν Ὅσιο ἀπὸ τὸν αὐτοκράτορα καὶ ὅλη ἡ νῆσος τὸ ἔτος 1088. Ἡ ἀνέγερση τῆς μονῆς στὴν Πάτμο, ἡ ὁποία τιμᾶται στὸ ὄνομα τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου, ἐξαιτίας τῆς συγγραφῆς τῆς Ἀποκαλύψεως ἀπὸ τὸν ἱερὸ Εὐαγγελιστὴ στὸ νησὶ αὐτό, ἄρχισε ἀμέσως ἀπὸ τὸν Ὅσιο Χριστόδουλο. Πρὶν ὅμως ἀκόμη τελειώσει τὸ ἔργο, ὁ Ὅσιος ἀναγκάστηκε μαζὶ μὲ τοὺς μοναχοὺς νὰ ἐγκαταλείψει τὸ ἔργο καὶ τὸ νησί, λόγω τῶν ἐπιδρομῶν τῶν Τούρκων ἐναντίων αὐτῶν.

Ἀπὸ τὴν Πάτμο καταπλέει γιὰ ἀσφάλεια στὸν Εὔριπο (Εὔβοια) κατὰ τὸ ἔτος 1092.

Ἡ διαμονὴ τοῦ Ὁσίου Χριστοδούλου στὴν Εὔβοια ἦταν σύμφωνα μὲ ἐπιστημονικὲς ἔρευνες μικρῆς διάρκειας. Ὑπάρχει ἡ πληροφορία ὅτι ἕνας εὐσεβὴς καὶ πλούσιος κάτοικος τοῦ Εὐρίπου προσέφερε τὴν πολυτελὴ οἰκία του στὸν Ὅσιο, ὁ ὁποῖος τὴν ἀνέδειξε σὲ μοναστήρι, ἂν καὶ οἱ φροντίδες τοῦ Ὁσίου, ἐξαιτίας τῆς μεγάλης περιουσίας τοῦ μοναστηριοῦ στὴν Πάτμο, ἀπαιτοῦσαν τὴν παραμονή του ὄχι στὴν ἔρημο ἀλλὰ κοντὰ στὸν κόσμο. Ἐξάλλου, στὴν Εὔβοια ἀνέκαθεν ὑπῆρχε παράδοση, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία ὁ Ὅσιος Χριστόδουλος παρέμεινε ἀσκητεύοντας στὸ σπήλαιο στὸ δυτικὸ ἄκρο τῆς κωμόπολης Λίμνη (Ἐλύμνιον).

Ὁ Ὅσιος κατὰ τὴν διαμονή του στὸν Εὔριπο συνέταξε τὴν «Διαθήκη» καὶ τὸν «Κωδίκελλό» του (Μάρτιος 1093). Τὴ Διαθήκη αὐτή, γιὰ νὰ ἔχει ἰσχύ, τὴν ὑπογράφουν ἑπτὰ ἀξιωματοῦχοι τῆς ἐπισκοπικῆς ἀρχῆς καὶ τῆς πόλεως Εὐρίπου (Χαλκίδος), ἤτοι Λέων πρεσβύτερος καὶ σακελλάριος τῆς πόλεως Εὐρίπου, Ἰωάννης πρεσβύτερος καὶ νοτάριος τῆς καθέδρας Εὐρίπου, Μιχαήλ… τῆς καθέδρας Εὐρίπου, Βασίλειος ὁ εὐτελὴς διάκονος… καὶ νοτάριος Εὐρίπου κ.ἅ.

Εἰδικότερα ὁ Μητροπολίτης Ρόδου Ἰωάννης, στὸ ἔργο του «Βίος καὶ Πολιτεία τοῦ Ὁσίου πατρὸς ἡμῶν Χριστοδούλου» ἐξιστορεῖ τὴν διαμονὴ καὶ τὴν κοίμηση τοῦ Ὁσίου Χριστοδούλου στὸν Εὔριπο, ποὺ συνέβη τὸ ἔτος 1093, ὅπως καὶ τὴν ἀνακομιδὴ τοῦ ἱεροῦ λειψάνου του καὶ τὴ μεταφορά του στὴν Πάτμο, ἀναγράφοντας τὰ ἑξῆς:

«Καὶ φθάνουν ἐκεῖ ὁ Ὅσιος μαζὶ μὲ τὴν ἀδελφότητα, ἐκεῖ ὅπου τὸ νερὸ τῆς θάλασσας εἰσρέει πρὸς τὰ ἔξω καὶ πάλι ὀπισθοχωρώντας δημιουργεῖ κάποιο στενὸ θαλάσσης, ποὺ οἱ ἀρχαῖοι τὸ ὀνόμασαν πορθμὸ τοῦ Εὐρίπου. Καὶ ἐκεῖ λοιπόν, ἀφοῦ ἔγινε τὸ ἀντικείμενο τοῦ θαυμασμοῦ ὅλων καὶ ἀφοῦ ἀξιώθηκε τὴν πρέπουσα τιμή, σὰν νὰ ἦταν Ἄγγελος σὲ θνητὸ σῶμα, νουθετοῦσε τὸ ποίμνιό του, γιὰ νὰ μὴ δυσφορεῖ στὶς συχνὲς μετακινήσεις, οὔτε νὰ ἀντιστέκεται ἀνόητα στὶς βουλὲς τοῦ Θεοῦ, ποὺ οἰκονομεῖ τὰ πάντα ἐν σοφίᾳ. Ἀλλὰ ἕνας ἀπὸ τοὺς μοναχούς, ἐπειδὴ δὲν ὑπέμενε τὶς κακουχίες, οὔτε τὸ στριφνὸ καὶ τὸ ἐπίπονο τῆς ἀρετῆς, ὅπως ὁ Ἰούδας ἀπὸ τοὺς δώδεκα ἀναχώρησε ἀπὸ τὴν ὁμήγυρη τῶν ἀδελφῶν καὶ τὴν πνευματικὴ ἐκείνη συγκέντρωση τὴν ἀντικατέστησε μὲ κῆπο, ποὺ νοίκιασε. Καί, καθὼς ὁ διάβολος εἰσῆλθε στὸν Ἰούδα καὶ τὸν ὤθησε στὴν προδοσία, μὲ τὸν ἴδιο τρόπο καὶ πονηρὸ δαιμόνιο βασάνιζε τὸν μοναχὸ ποὺ εἶχε ἀποσπασθεῖ ἀπὸ τὴν ἀδελφότητα καὶ ἀνακοινώνεται στὸν πατέρα ἡ ἀσθένεια τοῦ μικρόψυχου ἀδελφοῦ. Ἐκεῖνος, πρᾶος καὶ ἀνεξίκακος, δίνοντας τόπο στὴν ὀργή, ἀφοῦ πῆρε τὸ ἱερὸ Εὐαγγέλιο, ἔρχεται τὸ βράδυ πρὸς τὸν μαινόμενο καὶ παράφρονα, διαβάζει τὰ λόγια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος γιὰ ἀσθενὴ καὶ ἀμέσως βελτιώνεται ἡ θέση τοῦ ἀρρώστου, ὁ ὁποῖος δὲν ἐπιθυμοῦσε πλέον νὰ ἀσχολεῖται μὲ τὴν φύτευση δένδρων καὶ τὴν ἄρδευση κήπων, ἀλλὰ προθυμοποιεῖται γιὰ τὴν καλλιέργεια τῆς γῆς τῆς ἀρετῆς, ἐπανερχόμενος μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο καὶ πάλι στὴν ποίμνη, ἀπὸ τὴν ὁποία κακῶς προηγουμένως εἶχε ἀποκοπεῖ. Μετὰ τὴν πάροδο μικροῦ χρονικοῦ διαστήματος, προφητεύει σὲ ὅσους τὸν ἀκολουθοῦσαν ὅτι θὰ ἀποδημήσει πρὸς τὸν Κύριο, ὅτι οἱ Ἀγαρηνοὶ δὲν θὰ κατοικήσουν μέχρι τέλους στὰ νησιὰ καὶ ὅτι ὁ ἐπιστήθιος φίλος του δὲν θὰ ἀδιαφορήσει γι’ αὐτούς, ἀλλὰ ὅτι μόλις καταπαύσει ἡ θαλασσοταραχή, θὰ ἐπανέλθουν καὶ πάλι στὸ πνευματικὸ μαντρί. Παρακαλεῖ λοιπὸν νὰ παραλάβουν μαζί τους τὸ νεκρὸ σῶμα του ἀπὸ τὴν ξένη αὐτὴ γῆ καὶ νὰ τὸ τοποθετήσουν στὸ ναό, γιὰ τὸν ὁποῖο μόχθησε πολύ. Αὐτά, ἀφοῦ προεῖπε σὲ ὅσους συναναστρεφόταν καὶ καθαγίασε τοὺς πάντες μὲ ἀποχαιρετιστήρια λόγια, παρέδωσε τὸ πνεῦμα του στὸν Θεό, τὴν 16η Μαρτίου. Ταυτόχρονα μὲ τὴν ἐκπλήρωση τῆς προφητείας καὶ τὴν ἐξαφάνιση τῶν πειρατῶν ἀπὸ τὴ θάλασσα μὲ τὴν δύναμη τοῦ ἄρχοντος, οἱ καλοὶ μαθητές του θυμόντουσαν τὴν προφητεία τοῦ ἐνάρετου ποιμένα καὶ ἑτοιμάζονταν νὰ ἀποπλεύσουν. Ἐπειδὴ ὅσοι κατοικοῦσαν τὴ χώρα ἐκείνη ἄκουσαν ὅτι θὰ στεροῦνταν τὸ τίμιο ἐκεῖνο σῶμα, ἀφοῦ συγκεντρώθηκαν ἀπὸ τὰ γύρω μέρη, ἔλεγαν ἀπροκάλυπτα, ὅτι μὲ κανένα λόγο δὲν θὰ τὸ ἐπέτρεπαν αὐτό. Γιατί νόμιζαν ὅτι θὰ ἦταν ἀνόητο καὶ ἐξ’ ὁλοκλήρου ἀσύνετο, νὰ ἐπιτρέψουν σὲ ἄλλους νὰ τὸ μετακομίσουν ὅπου ἤθελαν, ἐπειδὴ (ὁ Ὅσιος) ἦταν γι’ αὐτοὺς σωτήρας, ἰατρὸς καὶ θεραπευτὴς κάθε ἀρρώστιας. Γι’ αὐτὸ μὲ αὐστηρότητα φρουροῦσαν τὸν νεκρό. Ἀλλὰ δὲν ἔπρεπε νὰ διαψευσθεῖ ἡ προφητεία τοῦ μάκαρος. Γι’ αὐτὸ καὶ ἀφοῦ πλέον εἶχε προχωρήσει ἡ νύχτα, ξεφεύγοντας ἀπὸ τὴν προσοχὴ τῶν φρουρῶν, μεταφέροντας τὸν νεκρὸ στοὺς ὤμους τὸν ἐπιβιβάζουν σὲ πλοῖο καί, ἀφοῦ ἔτυχαν νηνεμίας, φθάνουν στὸ νησί, ἀποβιβάζουν μὲ μεγαλοπρεπὴ πομπὴ τὸ ἱερὸ σκῆνος ὑμνολογώντας τὸν Θεὸ καὶ εὐωδιάζοντας τὸν ἀέρα μὲ ἀρώματα. Καὶ τώρα ἄρτιο καὶ σῶο κεῖται τὸ σκήνωμα στὸ ναὸ τοῦ Ἀποστόλου καὶ ἀναβλύζει πηγὲς θαυμάτων καὶ ὅσοι μὲ πίστη τὸ ἀγγίζουν αἰσθάνονται κάποια ὀσμὴ μύρου καὶ μὲ μόνη τὴν ἁφὴ καθαγιάζονται καὶ ἀπελευθερώνονται ἀπὸ κάθε σωματικὴ βλάβη».

Ἀπὸ τὰ ὅσα συνέγραψε ὁ Ὅσιος Χριστόδουλος διασώθηκαν τὰ ἑξῆς: «Ὑποτύπωσις ἤτοι διάταξις γενομένη πρὸς τοὺς ἑαυτοῦ μαθητὰς ἐν τῇ ἐν Πάτμῳ ἰδὶα αὐτοῦ μονῇ», ἡ προαναφερθεῖσα «Διαθήκη» καὶ ὁ «Κωδίκελλος».
Ἡ μνήμη τῆς ἀνακομιδῆς τῶν ἱερῶν λειψάνων τοῦ Ὁσίου Χριστοδούλου ἑορτάζεται στὶς 21 Ὀκτωβρίου.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Τῆς Νικαίας τὸν γόνον καὶ τῆς Πάτμου τὸ καύχημα, καὶ τῶν Μοναζόντων τὸ κλέος, θεοφόρον Χριστόδουλον, τιμήσωμεν ἐν ὕμνοις ἀδελφοί, τὸ σκῆνος προσπτυσσόμενοι αὐτοῦ, ἵνα λάβωμεν τὴν ἴασιν τῶν ψυχῶν, καὶ τῶν σωμάτων κράζοντες· δόξα τῷ δεδοκότι σοι ἰσχύν, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργοῦντι διὰ σοῦ, πᾶσιν ἰάματα.

 

Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Τὸ σεπτόν σου λείψανον, ὡς ἰατρεῖον, κεκτημένοι ἄμισθον, νόσων καὶ θλίψεων πολλῶν, ἀπολυτρούμεθα κράζοντες· χαίροις Πατέρων, τὸ κλέος Χριστόδουλε.

 

Μεγαλυνάριον.
Χαίροις Βιθυνίας γόνος λαμπρός, καὶ τῆς νήσου Πάτμου, ἀντιλήπτωρ καὶ ἀρωγός· χαίροις ἀφθαρσίας, εὐῶδες καλλιστεῖον, Χριστόδουλε θεόφρον, Χριστοῦ συμμέτοχε.

Οἱ Ὅσιοι Βαρνάβας καὶ Ἱλαρίων οἱ Θαυματουργοί 

Πόσο εὐλογημένο εἶναι στ’ ἀλήθεια τῆς Κύπρου τὸ νησί! Ναί! Πλούσια εὐλογημένο ἀπ’ τὴν ἀγαθὴ Πρόνοια τοῦ Θεοῦ! Καὶ νά! Πρῶτο αὐτὸ μεταξὺ ὅλων τῶν μερῶν τοῦ κόσμου, ὅπως ἀναφέραμε καὶ ἀλλοῦ, δέχτηκε ἀπὸ τρία στόματα ἀποστολικὰ τὸ κήρυγμα τῆς σωτηρίας. Πρῶτο αὐτὸ μεταξὺ ὅλων τῶν μερῶν τοῦ κόσμου ἔχει ἀνάλογα μὲ τὴν ἔκτασή του, νὰ παρουσιάσει τόσους Ἁγίους! Πρῶτο ἀκόμη αὐτὸ ἀξιώθηκε τῆς τιμῆς νὰ φιλοξενήσει στοὺς κόλπους του μέχρι τινός, τόσα ἅγια λείψανα!

 

Ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ παραχώρησε στὸ νησί μας τὴν τιμὴ τὰ ἅγια λείψανα, ποὺ ἀπὸ γειτονικὲς χῶρες ρίχνονταν στὴ θάλασσα ἀπὸ εὐλαβεῖς χριστιανούς, γιὰ νὰ μὴν ἀφανιστοῦν ἀπὸ βέβηλα χέρια, τὰ λείψανα αὐτὰ νὰ ξεβράζονται ἀπ’ τὴν θάλασσα στ’ ἀκρογιάλια τοῦ νησιοῦ μας, καὶ νὰ βρίσκουν ἐδῶ φιλοξενία καὶ τιμὴ καὶ σεβασμό.

 

Μέσα στὰ λείψανα αὐτὰ περιλαμβάνονται, θησαυρὸς ἀκριβὸς κι ἀτίμητος, καὶ τὰ λείψανα τῶν Ὁσίων Βαρνάβα καὶ Ἱλαρίωνος τῶν Θαυματουργῶν.

Τὰ λείψανα αὐτὰ κατὰ τρόπο θαυματουργικὸ μεταφέρθηκαν, ὅπως θὰ δοῦμε παρακάτω, σὲ κάποιο ἀκρογιάλι τῆς Κύπρου, καὶ ἀπὸ ἐκεῖ στὸ προνομιοῦχο χωριό, τὴν Περιστερώνα τοῦ Μόρφου.

Σ’ αὐτὴν ἀργότερα, πιθανότατα στὶς ἀρχὲς τοῦ 11ου αἰώνα, κτίστηκε καὶ ἡ τρίκλιτος θολωτὴ βασιλικὴ μὲ τοὺς πέντε τρούλους καὶ σὲ σχῆμα σταυροῦ, ποὺ καμαρώνουμε ὡς τὰ σήμερα. Σ’ αὐτὴ τὴν περίπυστη ἐκκλησία τοποθετήθηκαν τὰ ἅγια λείψανα.

 

Δυστυχῶς καὶ γιὰ τοὺς Ἁγίους αὐτοὺς πολὺ ὀλίγα γνωρίζουμε. Ἕνας πέπλος μυστηρίου καλύπτει τὴν ζωή τους. Ὁ Λεόντιος Μαχαιρᾶς στὸ χρονικό του, καθὼς καὶ ὁ Κυπριανὸς στὴν ἱστορία του κατατάσσουν τοὺς Ἁγίους μεταξὺ τῶν 300 λεγομένων Ἀλαμανῶν, ποὺ ἦρθαν στὸ νησί μας μετὰ τὴν Β’ Σταυροφορία καὶ ἀσκήτεψαν σὲ διάφορα μέρη. Μὲ τὴν γνώμη ὅμως αὐτή, ποὺ ὅσο καὶ ἂν φαίνεται πιθανή, συγκρούεται ἡ πληροφορία, ποὺ μᾶς δίνεται τόσο ἀπὸ τὴν παράδοση, ὅσο καὶ ἀπὸ τὸ συναξάρι τῶν Ἁγίων. Σ’ αὐτὸ ἀναφέρεται ρητά, πὼς οἱ Ὅσιοι κατάγονταν ἀπὸ τὴν εὔανδρο Καππαδοκία καὶ ἔζησαν μάλιστα στὰ χρόνια τῆς βασιλείας τοῦ Θεοδοσίου τοῦ Μικροῦ (408 – 456). Καὶ οἱ δύο Ἅγιοι ἦσαν ἀπὸ εὐγενικὲς οἰκογένειες καὶ ὑπηρετοῦσαν στὸν στρατὸ τοῦ βασιλιά, στὸν ὁποῖο μάλιστα καὶ διακρίνονταν γιὰ τὸ παράστημά τους, τὴν ἀνδρεία τους καὶ τὴν ὅλη γενικὰ ζωή τους.

 

Παρὰ τὸ λαμπρὸ μέλλον ποὺ τοὺς ἀνοιγόταν στὴν ὑπηρεσία τους αὐτή, ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, ποὺ θεοσεβεῖς ψυχὲς φύτεψαν στὴν ψυχή τους, τοὺς ἔκαμε νωρὶς ν’ ἀφήσουν τὸν στρατὸ καὶ τὴν δόξα ποὺ τοὺς χαμογελοῦσε καὶ ν’ ἀφιερωθοῦν στὸν Χριστὸ. Πόνος καὶ πόθος καὶ παλμὸς καὶ ἀγώνας τους ἕνας καὶ μόνος : Νὰ εὐαρεστήσουν σὲ Αὐτόν.

 

Γιὰ τὴν ἐκπλήρωση τούτου τοῦ σκοποῦ ἔσπευσαν οἱ τρισμακάριοι ἀπ’ τὴν πρώτη στιγμὴ ν’ ἀπαρνηθοῦν τὸν κόσμο καὶ τὰ τοῦ κόσμου. Ἡ ματαιότητα, τῶν ἐπιγείων πάντοτε, τοὺς συνετάραττε. Στ’ αὐτιά τους δυνατὰ ἀντηχοῦσαν κάθε στιγμὴ οἱ λόγοι τοῦ ὑμνωδοῦ: «Πάντα ματαιότης τὰ ἀνθρώπινα, ὅσα οὒχ ὑπάρχει μετὰ θάνατον οὗ παραμένει ὁ πλοῦτος, οὗ συνοδεύει ἡ δόξα». Ὅλα διαλύονται καὶ χάνονται. Σὰν τὰ φύλλα τοῦ φθινοπώρου μαραίνονται καὶ πέφτουν. Σὰν ἕνα ὄνειρο παρέρχονται καὶ ἐξαφανίζονται. Ἀλίμονο σ’ ἐκείνους ποὺ δίνουν τὴν καρδιὰ τους σ’ αὐτὰ καὶ περιμένουν νὰ γευτοῦν ἀπ’ αὐτὰ ἀληθινὴ χαρὰ καὶ εὐτυχία. Τὰ γνωρίζουν τοῦτα οἱ Ἄγιοι. Γνωρίζουν ἀκόμη ὅτι εἶναι πολλὲς τοῦ πονηροῦ οἱ παγίδες καὶ οἱ πειρασμοί. Γι’ αὐτὸ καὶ σπεύδουν. Ἀπ’ τὴν πρώτη στιγμὴ σπεύδουν ν’ ἀποδεσμευθοῦν ἀπὸ ὅλα ἐκεῖνα ποὺ θὰ τοὺς ἦσαν ἐμπόδιο στὸν ὄμορφο σκοπό, ποὺ ἔταξαν στὴ ζωή τους. Τὰ λόγια τοῦ Κυρίου καὶ ἡ προτροπή του στὸν πλούσιο νεανίσκο ποὺ τὸν ρώτησε τί νὰ κάμει γιὰ νὰ κληρονομήσει τὴν αἰώνια ζωή, τοὺς δείχνει τὸν δρόμο. «Πώλησον τὰ ὑπάρχοντά σου, τοῦ εἶπεν ὁ Κύριος, καὶ δὸς πτωχοὶς καὶ δεῦρο ἀκολούθει μοι». Χωρὶς κανένα δισταγμὸ καὶ ἀμφιταλάντευση σπεύδουν καὶ αὐτοὶ ν’ ἀπαλλαγοῦν ἀπὸ τὰ ἄφθονα ὑλικὰ ἀγαθὰ ποὺ εἶχαν καὶ νὰ ἀπομακρυνθοῦν ἀπὸ τὸν τόπο ποὺ γεννήθηκαν καὶ μεγάλωσαν. Τὰ ὑλικὰ ἀγαθὰ τὰ πώλησαν καὶ τὸ προϊὸν τὸ διαμοίρασαν στοὺς πτωχούς. Ἀπὸ τὸν τόπο ποὺ γεννήθηκαν ἀπομακρύνθηκαν καὶ τοπικῶς καὶ τροπικῶς.

 

«Τὴν ἐνεγκαμένην ἀφέντες» κατὰ τὸν συναξαριστὴ «καὶ τὸν σταυρὸν ἐπ’ ὤμων ἀράμενοι» ἔφυγαν γιὰ τὸν μονήρη βίο. Ἐρημικοὺς τόπους διαλέγουν, γιὰ νὰ παραμείνουν. Γιατί «τοὶς ἐρημικοὶς ζωὴ μακαρία ἐστι, θεϊκῶ ἔρωτι πτερουμένοις». Δηλαδὴ εὐλογημένη καὶ μακαρία εἶναι ἡ ζωὴ ἐκείνων ποὺ κατοικοῦν σὲ ἔρημα μέρη, μακριὰ ἀπὸ τοὺς πειρασμούς, τὶς παγίδες καὶ τὰ σκάνδαλα τοῦ κόσμου. Εὐλογημένη καὶ μακαρία εἶναι ἡ ζωὴ τους γιατί οἱ ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν κυριευμένες ἀπὸ θεῖο ἔρωτα κοιτοῦν διαρκῶς πρὸς τὰ ἄνω πρὸς τὸν Θεὸ τὸν Ἅγιο. Τὴν ἀλήθεια αὐτή, ποὺ ἔχει καὶ πάλι τὶς ρίζες της σὲ μία τοῦ Κυρίου μας ὑπόδειξη, τὴν γνωρίζουν πολὺ καλά, ἀπὸ προσωπικὴ ἐμπειρία οἱ μυριάδες τῶν ἁγίων μορφῶν, ποὺ ἐπότισαν τὴν ἔρημο. Τὴν ἀλήθεια γνωρίζουν ἀκόμη καὶ ὅλοι ἐκεῖνοι, ποὺ ὕστερα ἀπὸ μία περίοδο ἐντατικῆς ἐργασίας ζητοῦν, νὰ ξεκουρασθοῦν «εἰς ἔρημον τόπον».

 

Εἶχαν ἐπιστρέψει κάποτε οἱ μαθητὲς ἀπὸ μία ἐξόρμηση, ὅταν ὁ Κύριος, ἀφοῦ τοὺς ἤκουσε, τοὺς εἶπε: «Δεῦτε ὑμεῖς αὐτοὶ κατ’ ἰδὶαν εἰς ἔρημον τόπον, καὶ ἀναπαύεσθε ὀλίγον». Ἐμπρὸς τώρα ἐσεῖς πηγαίνετε σὲ κάποιο ἐρημικὸ μέρος μόνοι σας καὶ ἀναπαυτεῖτε ὀλίγο. Ὁ Ἰησοῦς μᾶς καλεῖ νὰ πηγαίνουμε μαζί του στὴν ἔρημο. Διαμονὴ στὸ ὕπαιθρο καὶ προσωπικὴ ἐπικοινωνία μὲ Αὐτὸν εἶναι ὑπέροχη εὐκαιρία ἀληθινοὺ ξεκουράσματος. Καιρὸς περισυλλογῆς, ἀλλὰ καὶ ψυχοσωματικῆς ἀναπαύσεως εἶναι οἱ διακοπὲς στὴν ἐξοχή. Μακριὰ ἀπ’ τὴν κίνηση καὶ τὸν θόρυβο. Κάτι περισσότερο. Καιρὸς πνευματικῆς ἐπικοινωνίας μὲ τὸν Ἰησοῦ! Εὐλογημένες οἱ ψυχὲς καὶ οἱ οἰκογένειες ποὺ κάνουν συχνὰ χρήση μιᾶς τέτοιας ἐξόδου πρὸς τὸν Ἰησοῦ! Εἶναι ἕνας ὑπέροχος τρόπος γιὰ πραγματικὴ ψυχικὴ καὶ σωματικὴ ἀνάπαυση. Τρισευλογημένες ἀκόμη ἐκεῖνες οἱ ψυχές, ποὺ φροντίζουν, ὥστε ἡ ζωή τους νὰ εἶναι μία ἀδιάκοπη παραμονὴ καὶ ἐπικοινωνία μὲ τὸν Ἰησοῦ! Μέσα στὶς ψυχὲς αὐτές, ποὺ βρίσκονται ἔξω ἀπὸ τὸν ἁμαρτωλὸ τοῦτο κόσμο, καίει ἀκατάπαυστα ὁ θεῖος πόθος νὰ μένουν κοντά του καὶ νὰ Τὸν δοξολογοῦν. «Τοὶς ἐρημικοίς, ἄπαυστος ὁ θεῖος πόθος ἐγγίνεται, κόσμου οὔσι τοῦ ματαίου ἐκτός» ψάλλει καὶ ὁ ὑμνωδός.

 

Τοπικῶς ἀπ’ τὴν ἀγαπημένη πατρίδα εἴπαμε, ἔφυγαν οἱ Ἅγιοί μας. Ἔφυγαν ὅμως καὶ τροπικῶς. Ἐκεῖ στὴν ἐρημιά, ἔργο τους ἔκαμαν τὴν προσευχή, τὴν μελέτη τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ, τὴν ἄσκηση, τὴν ἀρετή. Μὲ ταπείνωση ἐκεῖ προσφέρουν καθημερινὰ τὸν ἑαυτό τους «θυσίαν ζῶσαν ἁγίαν τῷ Θεῷ εὐάρεστον» (Ρωμ. ιβ’ 1). Καὶ μία τέτοια ζωὴ ποὺ ἔχει σὰν σκοπό της «τὴν δόξαν καὶ τὸν ἔπαινον τοῦ Θεοῦ», ἔχει καὶ τὸ ἀντίκρυσμά της. «Ὁ ἐρευνῶν νεφροὺς καὶ καρδίας» (Ἀποκ. β’ 23) ἐπιβραβεύει τοὺς ἐργάτες του. Αὐτὸ ἔγινε καὶ μὲ τοὺς ἀθλητές μας.

 

Τοὺς ἐδόξασε ἐδῶ στὴ γῆ. Πλεῖστα θαύματα ἐπιτελοῦνται καθημερινὰ στὸν τόπο τῆς διαμονῆς τους στὶς πιστὲς καρδιὲς ποὺ τοὺς ἐπισκέπτονται, γιὰ νὰ ἀκούσουν τὶς συμβουλές τους καὶ νὰ ἐνισχυθοῦν. Θαύματα μικρὰ καὶ μεγάλα. Κοντά τους βρίσκουν οἱ ἄρρωστοι τοὺς ἰατρούς, οἱ πονεμένοι τὴν ἐλπίδα, «οἱ ἐν θλίψεσι» τὴν παρηγοριά. Ἔτσι περνοῦν οἱ Ἅγιοι ὁλόκληρη τὴν ζωή τους. Μὰ καὶ ὅταν τὰ κουρασμένα κορμιά τους ξεκουράστηκαν στὴν γῆ μὲ τὴν παράδοση τῆς ἁγίας ψυχῆς τους στὸν Κύριο, ἡ θαυματουργικὴ δύναμή τους δὲν σταμάτησε. Ἕνα τέτοιο θαῦμα εἶναι καὶ ὁ ἐρχομός τους στὸ νησί μας, γιὰ νὰ συνεχίσουν ἐδῶ «τὰς ἰάσεις καὶ θεραπείας των».

 

Πότε ἔγινε αὐτὸς ὁ ἐρχομὸς καὶ γιατί, δὲν γνωρίζουμε. Ἐκεῖνο ποὺ γνωρίζουμε εἶναι ὅτι ἡ Κύπρος μας ἐξ αἴτιας τῆς θέσεώς της στὸ μέσο τοῦ παλαιοῦ χριστιανικοῦ κόσμου, ὑπῆρξε πάντοτε τὸ καταφύγιο τῶν χριστιανῶν, ποὺ διώκονταν ἀπὸ τὶς γύρω χῶρες. Μαζί τους οἱ χριστιανοὶ αὐτοί, πρὸ παντὸς μετὰ τὴν κατάληψη τῶν Ἁγίων Τόπων ἀπὸ τοὺς Ἄραβες καὶ ὕστερα, μετέφεραν ἱερὰ λείψανα καὶ εἰκόνες καὶ ἄλλα κειμήλια, γιὰ νὰ τὰ διασώσουν. Πολλὲς φορὲς μάλιστα ἔκαναν καὶ τὸ ἄλλο. Ἔβαζαν ὅτι ἤθελαν νὰ διασώσουν σὲ μία ξύλινη κάσα, τὴν ἔκλειαν προσεκτικὰ μὲ κάποιο σημείωμα καὶ τὴν ἔριχναν στὴν θάλασσα. Μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ ἦλθαν στὸ νησί μας τὰ ἱερὰ λείψανα τῶν Ἁγίων Μάμαντος ἀπὸ τὴν Μ. Ἀσία, Ἐρμογένους ἀπὸ τὴ νῆσο Σάμο καὶ τῶν Βαρνάβα κι Ἱλαρίωνος τῶν θαυματουργῶν.

 

Ἕνα βράδυ σὲ μία εὐσεβὴ καρδιὰ ἀπὸ τοὺς Σόλους, τὸν Λεόντιο, ὅπως ἀναφέρει τὸ συναξάρι τῶν Ἁγίων, παρουσιάσθηκαν στὸν ὕπνο του οἱ Ὅσιοι καὶ τοῦ εἶπαν: «Ἀδελφέ, ἀναστᾶς λάβε τὸ ζεῦγος σου καὶ ἐλθὲ εἰς τόπον καλούμενον Στομάτιον, ὅπως ἀγάγης ἡμᾶς ἐνθάδε». Καὶ ὅταν αὐτὸς τοὺς ρώτησε ποιοί εἶναι καὶ ἀπὸ ποὺ καὶ μὲ ποιὸ τρόπο ἦλθαν στὸ νησί, οἱ Ἅγιοι τοῦ ἀπεκάλυψαν μὲ λεπτομέρειες τὰ πάντα. Καὶ τὴν πατρίδα τους, καὶ τὰ ὀνόματά τους καὶ τὴν ὅλη ζωή τους. Τοῦ ἐξήγησαν ἀκόμη πὼς «ἐκ θείας δυνάμεως ἀπεστάλησαν ἐν τῇ νήςῳ ταύτη οἰκῆσαι εἰς σύστασιν καὶ βοήθειαν αὐτῆς καὶ εἰς ὑγείαν τῶν νοσούντων ἐν αὐτῇ».

 

Μόλις τὰ ἄκουσε αὐτὰ ἡ φιλόχριστος ἐκείνη καρδιά, σηκώθηκε φοβισμένη καὶ ἔσπευσε νὰ ἐκτελέσει τὴν ἐντολή. Πῆρε τὸ ζευγάρι τῶν βοδιῶν του καὶ τράβηξε πρὸς τὸ μέρος ποὺ τοῦ ὑποδείχθηκε, «τὸ Στομάτιον» (Στόμα), ποὺ βρίσκεται στὴν παραλία τοῦ Μόρφου ἐκεῖ περίπου ποὺ ἐκβάλλει ὁ ποταμὸς Σερράχης. Καὶ πραγματικά! Κάπου σὲ μιὰ ἄκρη στὴν ἀμμουδιὰ βλέπει σὰν ἔφτασε μία ξύλινη κάσα κλειστή. Πλησιάζει μὲ εὐλάβεια, γονατίζει καὶ κάνει τὴν προσευχή του. Ἀσπάζεται μὲ σεβασμὸ τὴν κάσα ποὺ κλείνει τὸν θησαυρό του κι ὕστερα σηκώνεται καὶ μὲ τὴν βοήθεια τῶν βοδιῶν του δοκιμάζει νὰ τὴν σύρει πρὸς τὸ μέρος, ποὺ τοῦ εἶχε ὑποδειχθεῖ. Παρ’ ὅλες τὶς προσπάθειές του ὅμως ἡ κάσα λὲς καὶ εἶχε ριζώσει στὴ γῆ, δὲν μετεκινεῖτο. Ὅλη νύχτα ἀγωνίζεται μὰ ἄδικα. Καταστενοχωρημένος γονατίζει καὶ μὲ δάκρυα στὰ μάτια ἱκετεύει τὸν Θεὸ καὶ τοὺς ἁγίους Του, νὰ τοῦ φανερώσουν τί νὰ κάμει. Τὴν ἑπόμενη νύχτα οἱ Ἅγιοι τοῦ φανερώθηκαν καὶ πάλι καὶ τοῦ εἶπαν:

 

Ἀδελφέ, «οὐκ εἰρήκαμεν σοι περὶ τοῦ ζεύγους τῶν βοῶν, ἀλλὰ τοῦ ζεύγους τῶν υἱῶν σου». Ἀδελφέ, δὲν σοῦ εἴπαμε νὰ φέρεις τὸ ζευγάρι τῶν βοδιῶν σου, ἄλλα τὰ δύο παιδιά σου. Τρομαγμένος ὁ εὐλαβὴς ἄνθρωπος ξύπνησε καὶ τράβηξε στὸ σπίτι του. Πῆρε τὰ δύο του ἀγόρια καὶ ξαναγύρισε στὸν τόπο, ποὺ βρισκόταν ἡ ἁγία σορός. Μὲ βαθιὰ εὐλάβεια πατέρας καὶ παιδιὰ γονάτισαν, ἀγκάλιασαν μὲ πίστη τὴν ἁγία σορὸ καὶ μὲ δάκρυα στὰ μάτια παρακάλεσαν τὸν Θεὸ καὶ τοὺς ἁγίους, νὰ τοὺς βοηθήσουν νὰ πραγματώσουν τὴ μετακίνηση. Καὶ ἡ παράκληση εἰσακούσθηκε. Πατέρας καὶ υἱοὶ πῆραν τὴν ἱερὴ κάσα ποὺ περιεῖχε τὰ ἅγια λείψανα καὶ μὲ φόβο Θεοῦ τὴν μετέφεραν στὸν τόπο ποὺ τοὺς εἶχε ὑποδειχθεῖ, τὴν Περιστερώνα! «Ὡς θαυμαστόν, Κύριε, τὸ ὄνομά σου ἐν πάσῃ τῇ γῇ». Ἀπ’ τὴν στιγμὴ ποὺ ἡ ἁγία σορὸς τοποθετήθηκε στὴ γῆ, τὰ θαύματα ἄρχισαν. Θαύματα πολλά! Θαύματα μικρὰ καὶ μεγάλα! Τυφλοὶ ἀναβλέπουν! Δαιμονιζόμενοι ἀπαλλάσσονται ἀπὸ δαιμόνια! Πρόσωπα βασανιζόμενα ἀπὸ πυρετὸ καὶ ποικίλες ἀρρώστιες θεραπεύονται! Παράλυτοι ἐπὶ χρόνια σηκώνονται καὶ περπατοῦν! Πηγὴ θεραπειῶν ἔγινε τὸ μέρος ἐκεῖνο, ὥστε ὄχι μόνον ἀπὸ τὰ γειτονικὰ χωριά, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ ὅλη τὴ νῆσο νὰ φτάνουν καθημερινὰ προσκυνητές. Πήγαιναν γιὰ νὰ ἐκζητήσουν μὲ βαθιὰ πίστη καὶ εὐλάβεια τὴν βοήθεια καὶ τὶς πρεσβεῖες τῶν Ὁσίων στὰ προβλήματα ποὺ τοὺς ἀπασχολοῦσαν. Σὲ λίγο ἕνας περικαλλὴς ναὸς ἀνεγείρεται στὴ μικρὴ πολίχνη. Ὁ ναὸς ποὺ στέκει ὡς τὶς μέρες μας γιὰ νὰ τοποθετηθοῦν ἐκεῖ μέσα τὰ ἱερὰ λείψανα, γιὰ νὰ διακηρύττουν στοὺς αἰῶνες τὰ μεγαλεῖα τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν βεβαίωσή Του: «Τοὺς δοξάζοντες μὲ, δοξάσω!».

 

Τὶς εὐεργεσίες καὶ τὶς θεραπεῖες τους οἱ Ἅγιοι προσφέρουν σὲ ὅλους. Πτωχοὺς καὶ πλουσίους. Ἄνδρες καὶ γυναῖκες. Ἀρκεῖ οἱ ἐπικαλούμενοι νὰ προσέλθουν μὲ εἰλικρινὴ μετάνοια καὶ πίστη. Ἕνα τέτοιο θαῦμα εἶναι καὶ τοῦτο: Κάποτε στὴν χάρη τῶν Ἁγίων ἔφθασε καὶ «ὁ κρατῶν» τὴ νῆσο. Αὐτός, ὅπως ἀναφέρει ὁ συναξαριστής, «νοσῶ πιεζόμενος βαρύτατη, δίκην παραλύτου ὑπὸ τῶν μεγιστάνων αὐτοῦ βασταζόμενος, ὑπεισῆλθε τῶν ἁγίων». Δηλαδὴ βασανιζόμενος ἀπὸ μία βαριὰ ἀρρώστια, ποὺ τὸν καθήλωσε ἀκίνητο στὸ κρεβάτι τοῦ πόνου, μεταφέρθηκε μὲ φορεῖο κρατούμενο ἀπὸ τοὺς ἄρχοντές του μπροστὰ στὴν ἱερὴ λάρνακα τῶν Ἁγίων. Μετὰ ἀπὸ θερμὴ προσευχὴ καὶ μόλις ὁ ἱερέας σήκωσε τὰ ἱερὰ λείψανα καὶ τὰ ἄγγιξε πάνω στὸν ἄρρωστο, τὸ θαῦμα ἔγινε. Τὸ παράλυτο κορμί, τὸ ἀκίνητο ἀπ’ τὴν ἀρρώστια, πῆρε μονομιᾶς δύναμη καὶ ζωή. Τὰ πόδια κινήθηκαν καὶ ὁ ἄρρωστος ἀπόλυτα θεραπευμένος σηκώθηκε κι ἄρχισε νὰ περπατᾶ. Κάτι παραπάνω. «Τοὶς οἰκείοις ποσὶν ἤλατο, καὶ περιεπάτει σῶος». Πηδώντας ἔτρεξε στοὺς δικούς του τελείως καλά. «Τὶς λαλήσει τᾶς δυναστείας σου, Χριστέ; ἢ τὶς ἐξαριθμήσει τῶν θαυμάτων σου τὰ πλήθη;». Ποιός, Χριστέ μου, μπορεῖ νὰ λαλήσει τὶς θεῖες σου εὐεργεσίες; Ἢ ποιὸς μπορεῖ νὰ ἀπαριθμήσει τὰ πλήθη τῶν θαυμάτων σου, ποὺ φανερώνουν τὴν ἀνώτερη καὶ θεία δύναμή σου; Ἡ ἀπάντηση εἶναι: Κανένας. Τὸ μόνο ποὺ μποροῦμε νὰ ψελλίσουμε ὅλοι, εἶναι τοῦ ψαλμωδοῦ τὰ λόγια: «Θαυμαστὸς ὁ Θεὸς ἐν τοὶς ἁγίοις αὐτοῦ».

 

Ἐμεῖς οἱ ὀρθόδοξοι χριστιανοὶ ἔχουμε ἕναν θησαυρό. Καὶ ὅσοι κατοικοῦμε σὲ τοῦτο τὸ νησὶ μαζὶ μὲ τὸν θησαυρὸ ἔχουμε καὶ τοῦτο τὸ προνόμιο. «Εἴμαστε ἀπόγονοι μαρτύρων». Δεκάδες κατακτητὲς πέρασαν ἀπὸ τὸ μαρτυρικὸ νησί μας. Ἔσφαξαν, γκρέμισαν, ἅρπαξαν, κατέστρεψαν. Τὴν καρδιὰ τῶν πατέρων μας ὅμως δὲν τὴν ἄλλαξαν. Σὰν κόρη ὀφθαλμοῦ οἱ πατέρες μας κράτησαν τούτη τὴν πίστη, ποὺ ἔχουμε καὶ ἐμεῖς σήμερα. Σὰν κόρη ὀφθαλμοῦ κράτησαν ἀκόμη καὶ γλώσσα καὶ θρησκεία καὶ ἤθη καὶ ἔθιμα ἀνόθευτα Ἑλληνικά, ὥστε ἕνας ξένος Βυζαντινολόγος ἱστορικός, ὁ Ὀλλανδὸς Ἔσσελιγκ, ἀπὸ τὴν στάση τῶν πατέρων μας νὰ βγάλει τοῦτο τὸ συμπέρασμα. «Τὸ ὅτι οἱ Κύπριοι παρὰ τὶς τόσες κατακτήσεις καὶ τὰ βάσανα ποὺ ὑπέστη τὸ νησί τους, αὐτοὶ διατήρησαν τὰ πάντα ἀνόθευτα ἑλληνικά», δηλαδὴ γλώσσα καὶ θρησκεία καὶ ἤθη καὶ ἔθιμα, τοῦτο ἀποδεικνύει ἕνα πράγμα. «Ὅτι ὁ Ἑλληνισμὸς εἶναι ἀνεξολόθρευτος». Ἀνεξολόθρευτος ὁ Ἑλληνισμός. Καὶ ὀρθόδοξος. Τοῦτο τὸ συμπέρασμα ἂς τὸ προσέξουμε καὶ ἐμεῖς. Οἱ σημερινοὶ κάτοικοι τούτου τοῦ εὐλογημένου, προνομιούχου καὶ μαρτυρικοῦ ἐξ αἴτιας τῶν ἁμαρτιῶν μας, νησιοῦ, ἂς μὴ πλανώμεθα. Καὶ ἂς μὴ μᾶς παρασύρουν τὰ κοάσματα μερικῶν ξενόφερτων τὸν τελευταῖο καιρὸ φωνῶν. Ἕλληνες χριστιανοὶ ὀρθόδοξοι γεννηθήκαμε. Ἕλληνες χριστιανοὶ ὀρθόδοξοι ἂς μείνουμε. Πιστοὶ μέχρι θανάτου. Μαζὶ μὲ τὸν ποιητὴ «εὐκαίρως ἀκαίρως», ἂς ψάλλουμε καὶ ἐμεῖς τῆς νήσου μας τὸν ὕμνο:

 

 

Μέσα στὸ πέρασμα τῶν χρόνων γνώρισε μύριες συμφορὲς

ἀφέντες ἄλλαξε δεκάδες καρδιὰ δὲν ἄλλαξε ποτές.

Ἐλληνικ' ἦταν ἡ καρδιά της Ἐλληνικ' εἶναι κι ἡ ψυχὴ

Κι ὅσο θὰ στέκει αὐτὸς ὁ κόσμος ἡ Κύπρος θὰ 'ναι Ἑλληνική!

 

 
Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, διὰ τῶν πρεσβειῶν τῶν Ἁγίων σου, ἐλέησον ἡμᾶς.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος α’.
Τῆς ἐρήμου πολίται καὶ ἐν σώματι ἄγγελοι καὶ θαυματουργοὶ γεγονότες θεοφόροι Βαρνάβα καὶ Ἱλαρίων ὅσιοι· νηστεία, ἀγρυπνία, προσευχή, οὐρανίων χαρισμάτων αὐτουργοί· ὅθεν χάριν ἰαμάτων, ἐξ οὐρανοῦ πλουσίως ἐδέξασθε. Δόξα τῷ ἐνδυναμώσαντι ὑμᾶς, δόξα τῷ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργοῦντι δι’ ὑμῶν, πᾶσιν ἰάματα.

 

Πολλὲς καὶ σοφὲς ἅγιες μορφὲς παρελαύνουν ἀπὸ τὶς σελίδες τῆς ἱστορίας τῆς μεγάλης μας Βυζαντινῆς αὐτοκρατορίας. Μιὰ τέτοια μορφὴ καὶ ἐξαιρετικὴ προσωπικότητα εἶναι κι ὁ Ἅγιος Μεγαλομάρτυς Ἀρτέμιος ποὺ ἔζησε καὶ μαρτύρησε περὶ τὰ μέσα τοῦ τέταρτου αἰώνα μ.Χ. (361 – 363). Γιὰ τὸν Μεγαλομάρτυρα τοῦτον Ἅγιον ἀξίζει νὰ μιλήσουμε κάπως ἐκτενέστερα. Γι’ αὐτὸν λοιπὸν καὶ οἱ γραμμὲς ποὺ ἀκολουθοῦν.

 

Νέος, νεότατος ὁ Ἅγιος χάρη στὴ χριστιανικὴ μόρφωση ποὺ πῆρε ἀπὸ τοὺς πιστοὺς γονεῖς του ἄρχισε νὰ ξεχωρίζει ἀνάμεσα στοὺς συνομήλικούς τῆς πόλεώς του μὲ τὰ χαρίσματα καὶ τὰ προσόντα του. Ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος, ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμὴ ποὺ γνώρισε τὸν εὐσεβὴ καὶ σοφὸ τοῦτο νέο, τὸν ἐξετίμησε ἰδιαίτερα καὶ ἔσπευσε νὰ τὸν ἀναδείξει δούκα καὶ αὐγουστάλιον τῆς μεγάλης πόλεως τῆς Ἀλεξανδρείας. Δηλαδὴ τὸν διόρισε ἀνώτερο διοικητὴ ὅλης της Αἰγύπτου. Στὴν ἐπίσημη αὐτὴ καὶ τιμητικὴ θέση ὁ Ἀρτέμιος σὰν πιστὸς χριστιανὸς ἀσκοῦσε τὰ καθήκοντά του μὲ πολλὴ προσοχὴ καὶ σύνεση, ὥστε ὅλοι νὰ θαυμάζουν τὰ ὑπέροχα πολιτιστικὰ καὶ ἠθικά του χαρίσματα.

 

Οἱ εὐτυχισμένες καὶ εὐλογημένες ἐκεῖνες μέρες δὲν κράτησαν δυστυχῶς γιὰ πολύ. Ὁ γιὸς καὶ διάδοχος τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου, Κωνστάντιος, ποὺ μετὰ τὸν θάνατο τοῦ πατέρα του ἀνέλαβε τὴν διοίκηση τῆς Ἀνατολῆς ἀπὸ τὸ Ἰλλυρικὸν πέλαγος μέχρι τὴν Προποντίδα, τὴν Ἀσία, Συρία, Παλαιστίνη, Μεσοποταμία, Αἴγυπτο καὶ ὅλες τὶς νήσους, κατὰ τὴν περίοδο ποὺ εἶχε πάει στὴν Ἀντιόχεια ἀρρώστησε βαριὰ καὶ ἀπέθανε. Τότε τὴν ἐξουσία τῆς μεγάλης αὐτῆς αὐτοκρατορίας ἀνέλαβε ὁ Ἰουλιανός, ποὺ εἶναι γνωστὸς στὴν ἱστορία ὡς παραβάτης καὶ ἀποστάτης. Ὁ νέος αὐτὸς βασιλιὰς , σὲ κάποιο ταξίδι του στὴν Αἴγυπτο εἶχε συναντήσει καὶ γνωρίσει τὸν ἄρχοντα Ἀρτέμιο, γιὰ τὸν ὁποῖον εἶχε ἀκούσει καὶ πολλὰ καλὰ λόγια γιὰ τὶς ἱκανότητές του, ὅπως καὶ γιὰ τὴν χριστιανική του ἰδιότητα. Τὸ χάρισμα ὅμως τοῦτο τῆς ἐκλεκτῆς αὐτῆς προσωπικότητος ὄχι μόνο δὲν ἐξετιμήθηκε ἀπὸ τὸν ἀποστάτη βασιλιά, ποὺ εἶχε ἤδη κινήσει καὶ τὸν διωγμὸ ἐνάντια στοὺς χριστιανούς, ἀλλὰ καὶ θεωρήθηκε μεγάλο μειονέκτημα καὶ ἁμάρτημα. Μὲ πάθος μάλιστα κάθε φορὰ προσπαθοῦσε νὰ κατακρίνει καὶ νὰ δείχνει γι’ αὐτὸν τὴν περιφρόνησή του. Τοῦτο ἔκαμε καὶ σὲ μία ἐπίσκεψη τοῦ ἄρχοντα Ἀρτεμίου σ’ αὐτόν, ὅταν βρισκόταν στὴν Ἀντιόχεια. Ὁ ἀποστάτης βασιλιάς, σὰν εἶδε τὸν ἄρχοντα τῆς Αἰγύπτου Ἀρτέμιο, τρελλὸς ἀπὸ θυμὸ τὸν κάλεσε κοντά του καὶ ἄρχισε μὲ περιφρόνηση νὰ τοῦ ὁμιλεῖ καὶ νὰ τὸν ὑβρίζει. Ὅσην ὥρα ὁ ὑβριστὴς ἀπευθυνόταν στὸν Ἅγιο, τὸν κατηγοροῦσε καὶ τὸν ὕβριζε, ὁ ἐνάρετος Ἀρτέμιος σιωποῦσε καὶ εἶχε σκυφτὸ τὸ κεφάλι. Μπροστὰ στὰ μάτια του εἶχε τὰ λόγια του Κυρίου: «Μακάριοι ἔστε ὅταν ὀνειδίσωσιν ὑμᾶς καὶ διώξωσι καὶ εἴπωσι πᾶν πονηρὸν ρῆμα καθ’ ὑμῶν ψευδόμενοι ἕνεκεν ἐμοῦ. Χαίρετε καὶ ἀγαλλιάσθε, ὅτι ὁ μισθὸς ὑμῶν πολὺς ἐν τοὶς οὐρανοίς» (Ματθ. ε’ 11 – 12). Μακάριοι γίνεσθε σεῖς οἱ μαθητές μου, ὅταν σας χλευάσουν καὶ σᾶς καταδιώξουν καὶ σᾶς κακολογήσουν μὲ κάθε ψεύτικη κατηγορία ἐξ αἰτίας μου. Χαίρετε καὶ ζωηρὰ ἐκδηλῶστε τὴ χαρά σας, γιατί ἡ ἀνταμοιβή σας στοὺς οὐρανοὺς θὰ εἶναι μὲ τὸ παραπάνω.

 

Ὅταν ὅμως ὁ ἐγωιστὴς καὶ ἀσεβῆς βασιλιὰς ἄρχισε νὰ ἐπεκτείνει τὶς ὕβρεις του στὰ ἱερὰ καὶ ὅσια τῆς ἀμώμητης χριστιανικῆς μας πίστεως, τότε ὁ Ἅγιος μὲ θάρρος σήκωσε τὸ κεφάλι, ὕψωσε τὴ φωνή του καὶ μὲ παρρησία εἶπε στὸν παραβάτη ἄρχοντα.

 

– Βασιλιά μου, ἐπιδείξατε, σᾶς παρακαλῶ λίγο σεβασμὸ πρὸς τὸ πρόσωπο τοῦ Κυρίου. Αὐτὸς εἶναι ὁ ἀληθινὸς θεός. Τοῦτο μαρτυροῦν περίτρανα τὰ λόγια του καὶ τὰ ἔργα του. Ὅσο γιὰ τὶς ὕβρεις σας ἐνάντια στοὺς χριστιανούς, ποὺ ἀποτελοῦν τὴν εὐγενέστερη καὶ πιὸ ἄξια μερίδα τῶν ὑπηκόων σας, δὲν εἶναι καθόλου φρόνιμο καὶ συνετὸ οὔτε καὶ δίκαιο ἀπὸ μέρους σας νὰ τοὺς ὑβρίζετε καὶ νὰ τοὺς διώκετε. Ἐντροπή σας! Ἡ συμπεριφορά σας αὐτὴ σᾶς ἀδικεῖ καὶ σᾶς ἐξευτελίζει.

 

Τὶς τελευταῖες λέξεις τοῦ Ἁγίου διέκοψαν οἱ γεμάτες μίσος καὶ εἰδωλολατρικὸ φανατισμὸ φωνὲς τοῦ μαινόμενου κυριολεκτικὰ βασιλιὰ Ἰουλιανοῦ.

– Πάψε, ἀνόητε, τοῦ φώναξε. Κι ἀφοῦ τὸν ὕβρισε ξανὰ καὶ ξανὰ διέταξε νὰ τοῦ ἀφαιρέσουν τὴ ζώνη τοῦ ἀξιώματός του καὶ νὰ τὸν ρίξουν στὴ φυλακὴ γιὰ νὰ συνέλθει.

Μὲ τὴν ψυχὴ γαληνεμένη ὁ πιστὸς καὶ ἄτρομος χριστιανὸς χωρὶς ψωμὶ καὶ νερὸ γιὰ μέρες περνάει τὶς ὦρές του γονατιστὸς εὐχαριστώντας τὸν Κύριο γιὰ τὸ χάρισμα ποὺ τοῦ δόθηκε. «Ἡμῖν ἐχαρίσθη τὸ ὑπὲρ Χριστοῦ οὗ μόνον τὸ εἰς αὐτὸν πιστεύειν ἀλλὰ καὶ τὸ ὑπὲρ αὐτοῦ πάσχειν» (Φιλιπ. α’ 29), ἔλεγε καὶ ἐπαναλάμβανε μὲ ἀνείπωτη χαρά. Δηλαδὴ σὲ μᾶς δόθηκε σὰν χάρισμα ὄχι μόνο νὰ πιστεύουμε στὸν Χριστό, ἀλλὰ καὶ νὰ πάσχουμε γιὰ τὸ ὄνομά του.

Τὰ ἐπακόλουθα τῆς ὁμολογίας του εἶναι τρομερά. Ἀδούλωτος καὶ ἐλεύθερος ὁ Ἅγιος τὰ ἀντιμετωπίζει ὅλα μὲ ζηλευτὴ ψυχραιμία καὶ ὑπομονὴ καὶ καρτερία.

 

Ὅταν ὕστερα ἀπὸ λίγες μέρες κατὰ διαταγὴ τοῦ Βασιλιὰ βγῆκε ἀπὸ τὴν φυλακὴ καὶ παρουσιάστηκε μπροστά του, ὁ Ἰουλιανός τοῦ ζήτησε νὰ προσφέρει θυσία στοὺς μεγάλους Θεούς, ἂν ἤθελε νὰ τοῦ χαρισθεῖ ἡ ζωὴ καὶ ἡ ἐλευθερία. Στὴν πρόταση αὐτὴ τοῦ ἄρχοντα ὁ σταθερὸς στὶς ἀρχὲς καὶ τὸ φρόνημά του Ἅγιος ἀλλὰ καὶ ἀτρόμητος στὶς πεποιθήσεις του ἀπολογήθηκε μὲ πολλὴ δύναμη καὶ παρρησία καὶ ἀπέδειξε ψευδὴ κι ἀνόητα ὅσα εἰπώθηκαν κατὰ τοῦ Χρίστου. Στὸ τέλος πρόσθεσε: Αὐτὸ πού μοῦ ζητᾶτε, ἄρχοντά μου, ν’ ἀρνηθῶ τὸν Χριστὸ καὶ νὰ προσφέρω θυσία στὰ ξύλα καὶ τὶς πέτρες τῆς πεθαμένης πιὰ εἰδωλολατρίας, μοῦ εἶναι ἀδύνατον ὄχι νὰ τὸ κάμω, ἀλλὰ ἀκόμη καὶ νὰ τὸ σκεφθῶ. Ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ ἀληθινὸς Θεὸς καὶ δημιουργὸς ποὺ ἔγινε ἄνθρωπος καὶ ἀπέθανε

γιὰ τὴ σωτηρία μας. Πῶς μπορῶ ἐγὼ νὰ τὸν ἀρνηθῶ;

 

Ἡ τολμηρὴ αὐτὴ καὶ μὲ τόση παρρησία εἰπωθεῖσα ὁμολογία τοῦ Μάρτυρος προκάλεσε τὸ μίσος καὶ τὴν μανία τοῦ ἀποστάτη βασιλιά, ποὺ σὰν τρελὸς φώναξε:

– Νὰ ἀρχίσουν τὰ βασανιστήρια. Τὰ πιὸ σκληρὰ βασανιστήρια.

Στὴν διαταγὴ τοῦ βασιλιὰ οἱ δήμιοι ποὺ στέκονταν δίπλα ὄρμισαν, ἅρπαξαν τὸν Μάρτυρα, τὸν γύμνωσαν καὶ ἀφοῦ τὸν ξάπλωσαν στὴν γῆ ἄρχισαν νὰ τὸν κτυποῦν μὲ βούνευρα μέχρις αἵματος. Τὸ δέρμα ξεσχίσθηκε, μὰ οἱ δήμιοι ὄχι μόνο δὲν σταματοῦν ἀλλὰ καὶ συνεχίζουν λὲς μεθυσμένοι μὲ τὸ ἄνομο ἔργο τους. Στὴ συνέχεια καταξεσχίζουν τὶς σάρκες του μὲ μαχαίρια καὶ ὕστερα μὲ λαμπάδες καῖνε τὶς πληγές. Τὸ σῶμα τοῦ Μάρτυρος ἔγινε μία ἄμορφη μάζα ἀπὸ κρέατα καὶ κόκαλα σπασμένα. Σ’ αὐτὴ τὴν κατάσταση τὸν πῆραν καὶ τὸν πέταξαν στὴ φυλακή. Σκέφθηκαν νὰ τὸν ἀφήσουν ἐκεῖ νὰ πεθάνει μόνος του χωρὶς καμιὰ βοήθεια.

 

Αὐτὰ οἱ ἄνθρωποι. Μὰ ἐκεῖνος, ποὺ ὑποσχέθηκε καὶ εἶπε στὸν κάθε πιστὸ ἀκόλουθό του, «οὗ μὴ σὲ ἀνώ, οὗ δ’ οὐ μὴ σὲ ἐγκαταλείπω» δηλαδὴ δὲν θὰ σὲ ἀφήσω, παιδί μου, ἀβοήθητο· ποτὲς δὲν θὰ σὲ ἐγκαταλείψω, κατὰ τὰ

μεσάνυχτα ἔρχεται στὸ μισοπεθαμένο κορμί, τὸ ἀγγίζει, τὸ παρηγορεῖ καὶ τὸ θαῦμα γίνεται. Ἡ μάζα τῶν ξεσχισμένων κρεάτων καὶ τῶν σπασμένων κοκάλων ξαναβρίσκει τὴν πρότερη κατάσταση. Θεραπεύεται. Καὶ ὁ Μάρτυρας μὲ βαθιὰ συγκίνηση γονατίζει, εὐχαριστεῖ καὶ δοξολογεῖ τὸν Θεὸ.

 

Ὄρθιον νὰ βαδίζει ἐπάνω – κάτω καὶ νὰ ψάλλει τὰ λόγια του Ἁγίου Ἰακώβου τοῦ Ἀδελφοθέου «μακάριος ἀνὴρ ὃς ὑπομένει πειρασμόν» (Ἰακ. α’ 12), δηλαδὴ μακάριος ὁ ἄνθρωπος ποὺ δέχεται μὲ ὑπομονὴ τὶς δοκιμασίες, τὸν βρίσκει ὁ δεσμοφύλακας ποὺ πῆγε τὸ πρωὶ νὰ ἰδεῖ ἂν εἶναι ζωντανός. Χωρὶς νὰ χάσει καιρό, τὸν παίρνει ἀπὸ τὸ χέρι καὶ τὸν ὁδηγεῖ μπροστὰ στὸν ἄρχοντα. Ὁ ἀποστάτης, ὅταν τὸν εἶδε, τὰ ἔχασε. Δὲν πίστευε στὰ μάτια του. Κάποια στιγμὴ συνῆλθε καὶ εἶπε, γιὰ νὰ διασκεδάσει τὴν σιωπὴ καὶ τὰ ἐπιφωνήματα τοῦ θαυμασμοῦ τοῦ πλήθους.

 

– Μεγάλοι οἱ Θεοί μας, Ἀρτέμιε. Αὐτοὶ σὲ ἔκαμαν καλά. Σπεῦσε νὰ προσφέρεις θυσία σ’ αὐτοὺς καὶ νὰ τοὺς δοξάσεις. Μὴν φανεῖς ἀχάριστος.

– Τὴν ὑγεία μου, βασιλιά, μοῦ τὴν χάρισε ὁ Ἰησοῦς Χριστός. Αὐτὸς εἶναι ὁ ἀληθινὸς Θεὸς καὶ Σωτήρας ὅλων τῶν ἀνθρώπων. Τὰ εἴδωλά σας οὔτε αἰσθάνονται, οὔτε μιλοῦν.

 

– Πάψε, ἀλιτήριε. Τὴν ἀχαριστία ἀκολουθεῖ πάντα ἡ ἀδιαντροπιά. «Τὴ ἀχαριστία ἕπεται ἡ ἀναισχυντία». Νὰ συνεχισθοῦν τὰ βασανιστήρια.

 

Τὴν ἴδια στιγμὴ μερικὰ δυνατὰ χέρια ἅρπαξαν τὸν Μάρτυρα καὶ τὸν ἔριξαν κάτω. Ὕστερα μερικοὶ ἄλλοι ἀφοῦ ἔσπασαν μία πελώρια μυλόπετρα, πῆραν τὴ μισὴ καὶ ἀφοῦ ἅπλωσαν ἐπάνω τὸν Ἅγιο, ἄλλη ὁμάδα δυνατῶν κατὰ διαταγὴ τοῦ Ἰουλιανοῦ σήκωσαν τὴν ἄλλη μισὴ καὶ τὴν ἔριξαν ἐπάνω στὸν Μάρτυρα. Σκοπὸς ἕνας. Νὰ τοῦ συντριβοῦν ὅλα τὰ κόκαλα. Ἀφόρητοι οἱ πόνοι. Ὁ Ἀρτέμιος ὅμως μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ διατηρεῖ ὅλη τὴν καρτεροψυχία του. Ὑπομένει γιατί γνωρίζει τί λέγει τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ στὴν περίπτωση αὐτή. «Ἐν ὄψει ἀνθρώπων ἐὰν κολασθώσιν, ἡ ἐλπὶς αὐτῶν ἀθανασίας πλήρης καὶ ὀλίγα παιδευθέντες μεγάλα εὐεργετηθήσονται». (Σοφ. Σολομ. γ’ 4 – 5). Δηλαδὴ οἱ δίκαιοι, καὶ ἂν ἀκόμη στὰ μάτια τῶν ἀνθρώπων καὶ ἀπὸ μέρους τῶν ἀνθρώπων πάσχουν καὶ θλίβονται, αὐτοὶ ἔχουν σταθερὰ καὶ ἀκλόνητη τὴν πεποίθησή τους στὴν ἀθάνατη καὶ μακαριὰ ζωή. Κι ἂν ταλαιπωρηθοῦν καὶ βασανισθοῦν ὀλίγον στὴν παροῦσα ζωὴ θὰ λάβουν μεγάλες ἀμοιβὲς καὶ βραβεῖα στὴν αἰωνιότητα. Γιὰ τὴν αἰωνιότητα προοριζόμαστε ὅλοι οἱ ἄνθρωποι. Τὴν αἰωνιότητα πρέπει νὰ ἔχουμε πάντα στὴν σκέψη μας. Γι’ αὐτὴν πρέπει καὶ νὰ ἀγωνιζόμαστε. Τὴν αἰωνιότητα ἔχει στὴν σκέψη του καὶ ὁ Μεγαλομάρτυρας. Γι’ αὐτὴν ἀγωνίζεται τώρα καὶ ὑποφέρει μὲ καρτερία τὰ βασανιστήρια. Ἡ γαλήνια ματιά του συγκλονίζει κυριολεκτικὰ τὸν ἀποστάτη, ποὺ μηχανεύεται καὶ ἄλλα σκληρότερα βασανιστήρια. Ἕνα τέτοιο ἦταν καὶ ἡ ἐντολὴ μὲ ἕνα ξίφος νὰ βγάλουν τὰ μάτια τοῦ Μάρτυρος. Ἡ ἐντολὴ ἐκτελεῖται τὴν ἴδια στιγμή. Ἡ γαλήνη ὅμως δὲν ξανάρχεται στὴν καρδιὰ τοῦ Ἰουλιανοῦ. Ὁ Μάρτυρας δέχεται καὶ τοῦτο τὸ βασανιστήριο μὲ ἰώβειο καρτερία καὶ ὑπομονή.

 

Μπροστὰ στὸ ἀλγεινὸ θέαμα τρέμει ὁ ἀποστάτης. Γιὰ νὰ ἀπαλλαγεῖ ἀπὸ τὶς τύψεις δίνει τὴν τελευταία ἐντολή.

– Κόψτε τὸ κεφάλι του.

 

Ὁ δήμιος πιστὸν ὄργανο τῆς ἐξουσίας σήκωσε τὸ σπαθὶ καὶ ἀποκεφάλισε τὸν Ἅγιο. Ἔτσι τελείωσε μία ζωὴ ποὺ σύνθημά της εἶχε τοῦ Ἀποστόλου τὰ λόγια:

«Τὰ ἄνω ζητεῖτε ... τὰ ἄνω φρονεῖτε μὴ τὰ ἐπὶ τῆς γῆς» (Κολ. γ’ 1 – 2). Νὰ ἐπιδιώκετε δηλαδὴ τὰ ἀγαθὰ ποὺ βρίσκονται στὸν οὐρανό. Πρὸς αὐτὰ νὰ εἶναι στραμμένες οἱ σκέψεις σας καὶ ὄχι πρὸς τὰ γήινα πράγματα. Κάποια εὐγενικιὰ ψυχὴ πῆρε τὸ λείψανο τοῦ Ἁγίου καὶ ἀπὸ τὴν Ἀντιόχεια τὸ μετέφερε στὴν καρδιὰ τῆς Βυζαντινῆς αὐτοκρατορίας, τὴν Κωνσταντινούπολη καὶ ἐκεῖ τὸ ἐνταφίασε σ’ ἕνα ἀπὸ τὰ νησιὰ τῶν Πριγκιποννήσων, τὴν Ὀξειά, στὴν ἐκεῖ ἐκκλησία τοῦ Προδρόμου.

 

Στὴ γῆ λοιπὸν ἐναποτέθηκε ὁ Μάρτυρας. Ἡ ἁγία ψυχή του ὅμως δὲν ἔπαυσε νὰ ἐνδιαφέρεται γι’ αὐτοὺς ποὺ ζοῦν πάνω στὴ γῆ καὶ ὑποφέρουν σωματικά. Πολλὰ θαύματα ἔγιναν καὶ γίνονται σὲ ὅσους μὲ πίστη καὶ εὐλάβεια ἐκζητοῦν τὴν μεσιτεία του. Ὁ Μεγαλομάρτυρας Ἅγιος Ἀρτέμιος εἶναι γιὰ τοὺς πιστοὺς χριστιανοὺς ὁ ἰατρὸς τῆς κήλης. Ἕνα ἀπὸ τὶς χιλιάδες τῶν θαυμάτων εἶναι καὶ τοῦτο ποὺ ἔγινε στὸ παιδὶ μιᾶς πνευματικῆς μας κόρης. Στὸ ἀγοράκι τῆς χριστιανῆς αὐτῆς παρουσιάστηκε στὴν ἡλικία τῶν δεκαπέντε περίπου μηνῶν ὑδροκήλη βαριὰς μορφῆς. Τὸ παιδὶ ἦταν πολὺ ἀδύνατο. Ἐπέμβαση χειρουργικὴ ἐθεωρήθηκε πολὺ ἐπικίνδυνη νὰ γίνει. Ἡ πιστὴ μητέρα εἶχε ἀκούσει γιὰ τὰ θαύματα ποὺ γινόντουσαν ἀπὸ τὸν Ἅγιο Ἀρτέμιο στὴν ἐκκλησία του ἐκεῖ στὴν τουρκοκρατούμενη σήμερα Ἀφάνεια. Κατόπιν ὁδηγιῶν τοῦ πνευματικοῦ ἔκαμε ἕνα τάμα καὶ πῆγε στὴν χάρη του. Ἑτοίμασε λειτουργία, ἐξομολογήθηκε, πῆγε στὴν Ἐκκλησία του, παρακολούθησε μὲ εὐλάβεια τὴν Θεία Λειτουργία, κοινώνησε τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων καὶ αὐτὴ καὶ τὸ παιδί της, παρεκάλεσε τὸν ἱερέα καὶ τῆς ἔκαμε παράκληση καὶ τὸ ἀπόγευμα ἐπέστρεψε. Τὴν ἑπομένη τὸ πρωὶ τὸ παιδί της ἦταν τελείως καλά. Οἱ θεράποντες ἰατροὶ ἐβεβαίωσαν τὴν θεραπεία. Ἡ ὑδροκήλη οὐδέποτε παρουσιάσθηκε ἀπὸ τότε στὸν ἄρρωστο.

 
Μεγάλη ἡ δύναμη τῆς πίστεως, ἀδελφοί μου. Ἐμεῖς οἱ ὀρθόδοξοι χριστιανοὶ ἔχουμε βοηθοὺς καὶ προστάτες σὲ τοῦτο τὸν κόσμο τοὺς φίλους τοῦ Χριστοῦ καὶ οἰκείους του Θεοῦ. Φτάνει μὲ πίστη ζωντανὴ νὰ καταφεύγουμε στὴν χάρη τους καὶ νὰ ἐκζητοῦμε τὴν βοήθεια καὶ τὶς πρεσβεῖες τους. «Ἔκλεξαι ἁγίους ὑπερασπιστάς σου καὶ ἀφιερώσου εἰς αὐτούς» μας συμβουλεύει καὶ ὁ Ἅγιος Νικόδημος. Ὅταν οἱ χριστιανοὶ δοκιμαζόμαστε, ἂς καταφεύγουμε στὴν χάρη τῶν Ἁγίων τῆς πίστεώς μας καὶ στὴν χάρη τοῦ Ἁγίου Μεγαλομάρτυρος Ἀρτεμίου καὶ ἂς ζητοῦμε μὲ πίστη τὴν θεραπεία τοῦ σώματος καὶ τῆς ψυχῆς μας. Κι ἐφ’ ὅσον ἡ θεραπεία θὰ εἶναι γιὰ τὴν ὠφέλειά μας, θὰ μᾶς τὴν προσφέρει ὁ Κύριος μὲ τὴν μεσιτεία τοῦ Ἁγίου μας. Ἐκεῖ ποὺ μιλοῦν τὰ γεγονότα δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ ἐπιμένουμε. Ἕνα μόνο στὴν ἀνάγκη νὰ λέμε: Ἅγιε τοῦ Θεοῦ Ἀρτέμιε, πρέσβευε ὑπὲρ ἡμῶν. Ἀμήν.

 Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.

Εὐσέβειας τοῖς τρόποις καλλωπιζόμενος, ἀθλητικῆς ἀγλαΐας ὤφθης σοφὲ κοινωνός, πρὸς ἀγῶνας ἀνδρικοὺς παραταξάμενος· ὅθεν ὡς λύχνος φωταυγής, τῶν θαυμάτων τὰς βολάς, ἐκλάμπεις τῇ οἰκουμένῃ, Ἀρτέμιε Ἀθλοφόρε, πρὸς σωτηρίαν τῶν ψυχῶν ἡμῶν.

 

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον λόγον.
Εὐσεβείας ἐμπρέπων τοῖς κατορθώμασι, τῆς τῶν Μαρτύρων εὐκλείας ὤφθης σοφὲ κοινωνός, ἐναθλήσας ἀνδρικῶς Μάρτυς Ἀρτέμιε· ὅθεν πηγάζων δαψιλῶς, ἰαμάτων δωρεάς, τὸ πάθος ἐντεροκήλης, ὡς συμπαθὴς θεραπεύεις, τῶν προστρεχόντων τῇ πρεσβείᾳ σου.

 

Κοντάκιοv. Ἦχος β’. Τοὺς ἀσφαλεῖς.

Τὸν εὐσεβῆ, καὶ στεφηφόρον Μάρτυρα, τὸν κατ’ ἐχθρῶν, νίκης ἀράμενον τρόπαια, συνελθόντες ἐπαξίως νῦν, ἐν ὑμνῳδίαις εὐφημήσωμεν, Ἀρτέμιον τὸν μέγιστον ἐν Μάρτυσι, θαυμάτων τε δοτῆρα πλουσιώτατον· πρεσβεύει γὰρ Κυρίῳ ὑπὲρ πάντων ἡμῶν.

 

Ἕτερον Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ’. Τῇ ὑπερμάχῳ.

Ὡς ἀριστέα τοῦ Σωτῆρος πολυθαύμαστον

Καὶ παροχέα ἰαμάτων πλουσιόδωρον

Ἀνυμνοῦμέν σε προφρόνως Μεγαλομάρτυς.

Ἀλλ’ ὡς πέλων ἰατὴρ τῆς κήλης ἄριστος,

Ἀσινῆ με ἐκ τῆς βλάβης ταύτης φύλαττε,
Ἵνα κράζω σοι, χαίροις Μάρτυς Ἀρτέμιε.

 

Μεγαλυνάριον.

Δόξαν ὑπατείας ὑπεριδών, τὸ ὕπατον κλέος, ἐπορίσω τῶν ἀρετῶν, ὡς ἀνδραγαθήσας, Ἀρτέμιε ἐνδόξως· διὸ παντοίας βλάβης, ῥύου τοὺς δούλους σου.

 

Ἕτερον Μεγαλυνάριον.
Τὸν μεγαλομάρτυρα τοῦ Χριστοῦ, καὶ τῶν ἰαμάτων, τὸν πολλύρρυτον ποταμόν, τῆς ἐντεροκήλης, τὸν θεῖον ἰατῆρα, Ἀρτέμιον τὸν μέγαν, ὕμνοις τιμήσωμεν.

Ὁ Ὅσιος Γεράσιμος ὁ νέος ἀσκητής, ὁ Πελοποννήσιος (Μνήμη ἀνακομιδῆς ἱερῶν λειψάνων του)

Γεννήθηκε τὸ 1509 στὰ Τρίκαλα τῆς Κορινθίας. Καταγόταν ἀπὸ τὴν ἐπίσημη οἰκογένεια τῶν Νοταράδων καὶ ἦταν γιὸς τοῦ Δημητρίου καὶ τῆς Καλῆς.

Ἀπὸ μικρὸς ἔλαβε χριστιανικὴ καὶ ἀρχοντικὴ ἀνατροφὴ καὶ διακρινόταν στὸ σχολεῖο γιὰ τὴν εὐστροφία καὶ τὴν εὐφυΐα τοῦ μυαλοῦ του. Εὐγενικὴ ψυχὴ ὁ Γεράσιμος, συμπαθοῦσε τοὺς φτωχοὺς συμμαθητές του καὶ τοὺς βοηθοῦσε μὲ κάθε τρόπο.

Ὅταν ἔφτασε σὲ ὥριμη ἡλικία, περιηγήθηκε διάφορα μέρη, ὅπως τὴν Ζάκυνθο, τὴν Κωνσταντινούπολη καὶ τὰ γύρω ἀπ’ αὐτή, τὸ Ἅγιον Ὄρος, διάφορες Μονὲς τῆς Ἀνατολῆς γιὰ νὰ μείνει στὴν Ἱερουσαλήμ. Ἐκεῖ ὑπηρέτησε σὰν νεωκόρος γιὰ ἕνα χρόνο στὸν Ναὸ τῆς Ἀναστάσεως καὶ χειροτονήθηκε Διάκονος καὶ ἀργότερα Πρεσβύτερος, ἀπὸ τὸν Πατριάρχη Ἱεροσολύμων Γερμανό.

Κατόπιν ἔφυγε καὶ ἀπὸ ἐκεῖ καὶ κατέληξε στὴν τοποθεσία Ὁμαλὰ τῆς Κεφαλονιᾶς, ὅπου ἔκτισε γυναικεῖο Μοναστήρι καὶ τὸ ὀνόμασε Νέα Ἱερουσαλήμ. Στὴ Μονὴ αὐτὴ λοιπόν, ἀφοῦ ἔζησε ἀσκητικὰ καὶ ἀνέπτυξε μεγάλες ἀρετές, βοηθώντας πνευματικὰ καὶ ὑλικὰ τοὺς κατοίκους τῆς Κεφαλονιᾶς, ἀπεβίωσε εἰρηνικὰ στὶς 15 Αὐγούστου τοῦ 1579, σὲ ἡλικία περίπου 70 ἐτῶν.
(Κυρίως αὐτὴ τὴ μέρα, ἑορτάζεται ἡ μνήμη τῆς ἀνακομιδῆς τῶν Ἱερῶν λειψάνων του τὸ 1580 – 81).

 Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος α’. Αὐτόμελον.
Τῶν Ὀρθοδόξων προστάτην καὶ ἐν σώματι ἄγγελον, καὶ θαυματουργὸν θεοφόρον νεοφανέντα ἡμῖν, ἐπαινέσωμεν πιστοὶ θεῖον Γεράσιμον· ὅτι ἀξίως παρὰ Θεοῦ ἀπείληφεν, ἰαμάτων τὴν ἀέναον χάριν· ῥώννυσι τοὺς νοσοῦντας, δαιμονῶντας ἰᾶται· διὸ καὶ τοῖς τιμῶσιν αὐτόν, βρύει ἰάματα.

 

Κοντάκιον. Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Εὐχαρίστοις ᾄσμασι, τῶν Κεφαλλήνων ἡ νῆσος, προσκαλεῖται σήμερον, τῶν Ὀρθοδόξων τὰ πλήθη, μέγιστον, νεοφανέντα ἀγκωμιάσαι, καύχημα, Ὀρθοδοξίας ἀναφανέντα, τὸν Γεράσιμον τὸν θεῖον, τὸν ῥύστην ταύτης ὁμοῦ καὶ πρόμαχον.

 

Μεγαλυνάριον.
Τῆς ὁμολογίας Χριστιανῶν, ἔθετό σε σὲ στῦλον, ἀδιάσειστον ὀ Θεός, τὸ σεπτόν σου σκῆνος, Γεράσιμε δοὺς πᾶσι, τοῖς ἐναντίοις λίθον, δεινοῦ προσκόμματος.

Οἱ Ἅγιοι Ἐβόρης καὶ Ἐνόης οἱ Μάρτυρες

Μαρτύρησαν διὰ λιθοβολισμοῦ.
(Ὁρισμένοι Συναξαριστὲς τοὺς ἀναφέρουν σὰν Ἁγίες Ἐβόρη καὶ Ἐνόη. Ἀλλὰ μᾶλλον, πρόκειται περὶ τῶν μαθητῶν τοῦ Ἁγίου Μίλου, Ἐβόρη καὶ Σενόει).

Ἡ Ὁσία Ματρῶνα ἡ Θαυματουργός ἡ Χιοπολίτιδα 

Ὀνομαζόταν Μαρία καὶ γεννήθηκε στὸ χωριὸ Βολισσὸς τῆς Χίου ἀπὸ γονεῖς εὐσεβεῖς καὶ πλουσίους, τὸν Λέοντα καὶ τὴν Ἄννα. Ἕξι ἄλλες ἀδελφές τῆς Μαρίας, μεγαλύτερές της, παντρεύτηκαν ἡ μία μετὰ τὴν ἄλλη, περιζήτητες νύφες γιὰ τὴν ὀμορφιά, τὴν ἀνατροφὴ καὶ γιὰ τὴν καλὴ προίκα τους.

Ἡ μικρότερη ἀφοσιώθηκε στὴ μελέτη τῶν θείων καὶ ἀσχολεῖτο θερμὰ μὲ φιλανθρωπικὰ καθήκοντα. Ἔτσι θέλησε νὰ ἀκολουθήσει ἄλλο δρόμο. Ἡ τακτικὴ ἐπαφή της μὲ τὶς καλογριὲς τῶν γυναικείων μοναστηριῶν τοῦ νησιοῦ, ἔκανε τὴν Μαρία νὰ ποθήσει τὴν ἁγνὴ μοναχικὴ ζωή. Ἀλλὰ ἡ ἀγάπη πρὸς τοὺς γονεῖς της, τὴν συγκρατοῦσε στὸ πατρικό της σπίτι.

Ὅταν ὅμως αὐτοὶ πέθαναν ἡ Μαρία δοκίμασε τὴ μοναχικὴ ζωὴ κοντὰ σὲ μιὰ εὐσεβὴ χήρα, ποὺ ἀσκήτευε μὲ τὶς δυὸ θυγατέρες της. Μετὰ ἀπ’ αὐτὴ τὴν μοναχικὴ ἐμπειρία, ἀποφάσισε νὰ προσχωρήσει στὶς μοναχικὲς τάξεις. Χειροτονήθηκε λοιπὸν μοναχὴ καὶ μετονομάσθηκε Ματρῶνα. Ἡ διαγωγὴ της μέσα στὴν μικρὴ ἀδελφότητα ἦταν ἄριστη. Ἡ διάθεσή της πάντοτε ἀγαθή, φιλάδελφη, ταπεινὴ καὶ ἐγκάρδια. Μάλιστα, ἀπὸ τὰ ἔσοδα τῆς πώλησης τῆς περιουσίας της, κτίστηκε στὸ μοναστήρι ὡραιότατος ναός.

Μετὰ ἀπὸ κάποιο χρόνο, πέθανε ἡ γυναίκα ποὺ κοντά της ἡ Ματρῶνα γυμνάστηκε στὴ μοναχικὴ ζωή. Τότε ὅλες οἱ μοναχὲς ἀπὸ κοινοῦ, ἐξέλεξαν ἡγουμένη – παρὰ τὴν θέλησή της – τὴν Ματρώνα. Ὑπὸ τὶς ὁδηγίες της ἡ ἀδελφότητα ζοῦσε μὲ πολλὴ ἐγκράτεια, ὑπακοὴ καὶ εὐσέβεια.

Τὸ 1462 ἡ Ματρώνα πέθανε, ἀφοῦ ἔζησε ζωὴ πραγματικὰ ἁγία.
Ἄλλες πηγὲς ὑπολογίζουν τὸν χρόνο κοιμήσεως τῆς Ἁγίας 100 περίπου χρόνια πρὶν τὸ 1462, διότι ἡ πρώτη βιογραφία της γράφτηκε ἀπὸ τὸν Μητροπολίτη Ρόδου Νεῖλο (1357).

 Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Τὴν ὡραιότητα.
Χριστοῦ τοῖς ἴχνεσιν, ἀκολουθήσασα, κόσμου τερπνότητα, Ὁσία ἔλιπες, καὶ ἐμιμήσω ἐν σαρκί, Ἀγγέλων τὴν πολιτείαν· ὅθεν ταῖς τοῦ Πνεύματος, δωρεαῖς κατεφαίδρυνας, τὴν ἐνεγκαμένην σε, νῆσον Χίον πανεύφημε· διὸ χαρμονικῶς ἐκβοᾷ σοι· χαίροις Ματρῶνα πανολβία.

 

Κοντάκιον.
Οὐδαμῶς τὸ θῆλύ σοι, ἐμποδὼν ὤφθη Ματρῶνα, πρὸς τοὺς ὑπὲρ ἄνθρωπον, ἀγῶνας ὄντως καὶ ἄθλους· ᾔσχυνας, διὸ τὸν μέγαν νοῦν θεοφόρε· εὔφρανας, τὸ γυναικεῖον μεγάλως γένος, τὸ ἐκείνου ταῖς σαῖς νίκαις, προσαφελοῦσα τῆς ἥττης ὄνειδος.

 

Μεγαλυνάριον.
Ἔβλυσας ἱδρῶτας ἀσκητικούς, ἐν τῇ Χίῳ Μῆτερ, ὡς καλλίκρουνός τις πηγή, ἐξ ὧν ἀπαντλοῦντες, Ματρῶνα μακαρία, παθῶν τῶν ψυχοφθόρων, ἐκκαθαιρόμεθα.

Οἱ Ἅγιοι Ζεβίνας, Γερμανός, Νικηφόρος καὶ Ἀντώνιος (ἢ Ἀντωνίνος) οἱ Μάρτυρες 

Οἱ Ἅγιοι αὐτοὶ μαρτύρησαν ἐπὶ Μαξιμιανοὺ (286 – 305). Καὶ ὁ μὲν Ἀντωνίνος ἦταν γέροντας, οἱ δὲ ὑπόλοιποι τρεῖς, νέοι.
Συνελήφθησαν ἐπειδὴ ἦταν χριστιανοί, ἀπὸ κάποιον Μάζο στὴν Καισαρεία καὶ ἀποκεφαλίστηκαν. (Ἡ μνήμη τους ἐπαναλαμβάνεται καὶ τὴν 12η Νοεμβρίου).

 Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ἡ Ἁγία Μαναθῶ ἡ Παρθένος 

Μαρτύρησε καὶ αὐτὴ στὰ χρόνια του Μαξιμιανοῦ (286 – 305).
Συνελήφθη ἐπειδὴ ἦταν χριστιανὴ στὴ Σκυθούπολη τῆς Παλαιστίνης καὶ ἀφοῦ τὴν ἔσυραν γυμνὴ μέσα στὴν πόλη, τελικὰ τὴν ἔκαψαν ζωντανή.

 Πηγή: http://www.synaxarion.gr

Ὁ Ἅγιος Βασίλειος Ἐπίσκοπος Τραπεζούντας

Ἄγνωστος στοὺς Συναξαριστές, γνωστὸς ὅμως στὴν ἐκκλησία τῆς Τραπεζούντας, στὴν ὁποία κάθε χρόνο αὐτὴ τὴ μέρα γιόρταζαν τὴ μνήμη του μὲ ἀσματικὴ Ἀκολουθία, ποὺ βρῆκε ὁ Κεραμεὺς Παπαδόπουλος σὲ χειρόγραφο στὴν Τραπεζούντα, ὅπως γράφει στὰ «Βυζαντινὰ Χρονικὰ» Σ.12, 143.

Ὁ Βασίλειος ἔζησε ἐπὶ βασιλείας Λέοντος τοῦ Σοφοῦ καὶ Κωνσταντίνου Πορφυρογέννητου. Γιὰ τὴν ἁγιότητα τῆς ζωῆς του, κατατάχθηκε στοὺς Ἁγίους τῆς ἐκκλησίας τῆς Τραπεζούντας. 

 Πηγή: http://www.synaxarion.gr